Connect with us

Πολιτισμός

«Η νύχτα της Ιγκουάνα»: Το κύκνειο άσμα του Tennessee Williams και πάλι στο Κ.Θ.Β.Ε.

«Η-νύχτα-της-Ιγκουάνα»:-Το-κύκνειο-άσμα-του-tennessee-williams-και-πάλι-στο-ΚΘΒΕ.

Πρόλογος

Ως προς την παραστατική του ιστορία, το έργο «Η νύχτα της ιγκουάνα» δοκιμάστηκε για πρώτη φορά επί σκηνής το 1961 στο Σικάγο. Παρά τις δυσμενείς κριτικές που απέσπασε, η παραγωγή μεταφέρθηκε τον επόμενο χρόνο στο Broadway, όπου η υποδοχή του έργου στη Νέα Υόρκη υπήρξε ενθουσιώδης. Εκεί, το έργο ολοκληρώνει 316 παρουσιάσεις και κερδίζει το βραβείο κριτικών της Νέας Υόρκης τέταρτης καλύτερης δραματικής παράστασης, αλλά και το βραβείο καλύτερης γυναικείας ερμηνείας για τη «Χάνα» της Margaret Leighton.

Στην Ελλάδα ανεβαίνει για πρώτη φορά το 1964 στο «Θέατρο Τέχνης» από τον Κάρολο Κουν. Θα πρέπει να περάσουν σχεδόν 30 χρόνια για να παρουσιαστεί εκ νέου το έργο στην ελληνική σκηνή. Αυτή τη φορά το 1991 από το Κ.Θ.Β.Ε. σε σκηνοθεσία Ανδρέα Βουτσινά. Στη συνέχεια σκηνοθετήθηκε από τον Αλέξανδρου Κοέν το 2012, ο οποίος αφαίρεσε ένα μεγάλο μέρος του, αναπροσαρμόζοντας τη ροή της δράσης με αποσπάσματα από το ομώνυμο διήγημα.

«Η νύχτα της ιγκουάνα» ανέβηκε το 2018 και στην Κύπρο, ενώ το 2020 παραστάθηκε στο θέατρο «Πορεία» Αθηνών. Φέτος, η Ελένη Γκασούκα το σκηνοθετεί για το Κ.Θ.Β.Ε.

Στο μεταξύ, έχει διασκευαστεί για δύο κινηματογραφικές ταινίες. Στην πρώτη έκδοση του 1964, πρωταγωνίστησε ο Ρίτσαρντ Μπάρτον σε σκηνοθεσία Τζον Χιούστον. Η παραγωγή αυτή κέρδισε τέσσερις υποψηφιότητες για Όσκαρ. Μια δεύτερη σερβο-κροατική μεταφορά του έργου στον κινηματογράφο, έγινε το 2000 από τον Janusz Kica.

Υπόθεση

Ο συγγραφέας τοποθετεί το έργο του στην έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Καλοκαίρι του 1940 στο Μεξικό, μέσα στην τροπική ζέστη υπάρχει ένα παρακμιακό ξενοδοχείο, που το διευθύνει η όμορφη χήρα Μαξίν με τη βοήθεια δύο νεαρών Μεξικανών, οι οποίοι είναι, ταυτόχρονα, εραστές της. Σύμφωνα με το πρωτότυπο κείμενο, ήδη, διαμένει σ’ αυτό μια οικογένεια Γερμανών τουριστών, καρικατούρες πειθαρχίας και έλλειψης φαντασίας, αλλά στη συγκεκριμένη παράσταση παραλείπονται, προφανώς για λόγους οικονομίας. Χρήματος και χρόνου.

Καινούργιοι επισκέπτες έρχονται στο ξενοδοχείο. Ο τέως ιερωμένος και νυν ξεναγός μιας ομάδας θρησκόληπτων καθολικών γυναικών, ο Σάννον, η ζωγράφος Χάνα με τον παππού της και μερικά ακόμη πρόσωπα. Ο Σάννον, η Χάνα και η Μαξίν αποτελούν ένα τρίγωνο, που είναι ο κεντρικός πυρήνας του έργου.

Η δράση αρχίζει και τελειώνει μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο και οι πράξεις των ηρώων σημαδεύονται από τους θρήνους ενός ζώου, μιας ιγκουάνα, που οι νεαροί Μεξικανοί έχουν αιχμαλωτίσει και δέσει, για να τη σκοτώσουν και να τη μαγειρέψουν το επόμενο πρωί. Έτσι, ο συμβολικός συνεχής κλαυθμός της ιγκουάνα πλαισιώνει ηχητικά τις αδιέξοδες συζητήσεις των ηρώων. Με το ξημέρωμα το μεν ζώο κερδίζει την ελευθερία του, οι δε άνθρωποι παίρνουν χωριστούς δρόμους, ακολουθώντας ο καθένας τη δυσοίωνη μοίρα του.

Ανάγνωση

Όλη η ευρωπαϊκή αλλά και η νοτιοαμερικανική και βορειοαμερικανική λογοτεχνία και το θέατρο, έχουν να επιδείξουν μια αξιόλογη σε όγκο και ποιότητα θεματική γύρω από τη ζωή, τα ήθη, τα πάθη, τις προσδοκίες και τα σύνδρομα του επαρχιακού βίου.

Μια διαπίστωση που κάνει ένας μελετητής, έχει να επιδείξει μια έξοχη πινακοθήκη γυναικείων χαρακτήρων που ζουν μέσα στα στενά πλαίσια κλειστών κοινωνιών, κυρίως στην απομονωμένη επαρχία ή στην εξοχή. Από τη μαντάμ Μποβαρί του Φλομπέρ ως τη Στέλλα Βιολάντη του Ξενόπουλου, από τις τρεις αδερφές του Τσέχωφ, την Έντα Γκάμπλερ του Ίψεν, ως τη Γέρμα του Λόρκα κι από τα κορίτσια της Μπερνάρντα Άλμπα ως τη Χάνα και τη Μαξίν του Τενεσί Ουίλιαμς, αστές, μικροαστές, κορίτσια και παντρεμένες γυναίκες περιφέρουν την πλήξη, την ερωτική στέρηση, τις φαντασιώσεις, τα όνειρα και τους εφιάλτες των αποδράσεων, σε κλειστούς χώρους και περιφραγμένα κτήματα, με καταδυναστευόμενες ορμόνες που εξελίσσονται σε υστερικά σύνδρομα.

Στη «Νύχτα της ιγκουάνα» ο Ουίλιαμς προσφέρει και πάλι την ποιητική του φωνή δημιουργώντας μοναδικούς σε λυρισμό διαλόγους και μονολόγους. Ακόμη και οι σκηνικές του οδηγίες, ιδιαίτερα στην περιγραφή του εξωτικού σκηνικού ή των φυσικών φαινομένων, όπως η επερχόμενη καταιγίδα, οι κραυγές των πουλιών, η θάλασσα, ο άνεμος, η βροχή, αποκαλύπτουν μοναδικές εικόνες, σχεδόν ποιητικές. Οι συμβολισμοί είναι διάχυτοι στο έργο, με βασικότερο αυτόν της ιγκουάνα, η οποία συμβολίζει όλα τα ψυχικά στάδια που βιώνει ο Σάννον: το κυνήγι, την αιχμαλωσία και την απελευθέρωση.

Το τέλος του έργου φαίνεται αναπάντεχα θετικό, αφού όλοι απελευθερώνονται από κάτι: η ιγκουάνα από την αιχμαλωσία, ο υπερήλικας ποιητής, Τζόναθαν Κόφιν, από το τελευταίο του ποίημα και τη ζωή, η Χάνα από την απόλυτη δέσμευση στον παππού της και ο Σάννον από τις ενοχές του.

Η Παράσταση

Η πλοκή του Ουίλιαμς δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το να συγκεντρώνει ανόμοιες ψυχές που δεν ξέρουν πού να βρουν καταφύγιο, ώστε να μπορέσουν να ξεπεράσουν τους δαίμονές τους. Ο Σάννον, ο οποίος ηγείται μιας περιοδείας τουριστών στο Μεξικό, σέρνει μαζί του και μια αρνητική υστεροφημία, από τότε που κυκλοφόρησε η είδηση ​​ότι αποπλάνησε ένα 16χρονο κορίτσι σε λεωφορείο, όντας ιερωμένος.

Όπως παριστάνεται, ωστόσο, δεν είναι καθόλου ο τυπικός, ξεπεσμένος τέως κληρικός. Κατά την ιδιαίτατη ερμηνεία του ηθοποιού Γιώργου Κολοβού, αυτός ο Σάννον είναι πολύ πιο πάνω, επειδή αμφιταλαντεύεται, αυτοκατακρίνεται και πλησιάζει τη γυναικεία ψυχολογία, κατά διαστήματα. Θα μπορούσε να είναι ο αδερφός της Μπλάνς Ντυμπουά. Η θηλυκή, θα λέγαμε, ευαισθησία του υπογραμμίζει τον πανικό του και προσδίδει μια χαρακιά, σαν από ξυράφι, στον απεγνωσμένο του ψυχισμό.

Η Άννυ Τσολακίδου παίζει εύστοχα τη δοτική και ηθική Χάνα, η οποία σκιτσάρει τους τουρίστες για τα προς το ζην. Αλλά οι τουρίστες κάποια στιγμή φεύγουν και η υγεία του παππού κλονίζεται. Η Χάνα φτάνει στο ξενοδοχείο «Costa Verde» με τον γηραιό ποιητή- παππού της σε αναπηρικό καροτσάκι. Η ετσιθελική εγκατάστασή της και μόνο, είναι πολιτικό πραξικόπημα.

Η αγάπη της για τον γέροντα Κόφιν είναι μια σπάνια νότα προσφοράς σε αυτό το ασυμβίβαστο σύμπαν. Όταν εκείνος πεθαίνει, η ψυχική της δύναμη καταρρέει, αν και κάνει τα πάντα για να μην το δείξει. Η ερμηνεία της Τσολακίδου – υπέροχη στη λιτότητα της, γενναία στη σεμνότητά της – αξιολογείται ως μία από τις καλύτερες της ηθοποιού.

Ο Κώστας Σαντάς, από την πλευρά του, φροντίζει ώστε ο εξαθλιωμένος Κόφιν να είναι μια πραγματικά μπεκετική φιγούρα, με κούφιο σκαρί αλλά πνευματώδης και χιουμορίστας. Σε όλο το έργο μουρμουρίζει ξανά και ξανά κομμάτια από αυτό που θα γίνει το τελευταίο του ποίημα και το επιστέγασμά του. Τον έσχατο στίχο, όταν επιτέλους ολοκληρώνεται, τον απαγγέλει με όση δύναμη του επιτρέπουν οι συρρικνωμένοι πνεύμονές του. Η γενναιοδωρία της προσπάθειας και η απόλυτη ματαιότητά της, είναι βαθιά συγκινητική. Ο έμπειρος ηθοποιός κερδίζει και πάλι το κοινό με τη λεπτοδουλεμένη ερμηνεία του.

Η Μαξίν, η λαμπερή ιδιοκτήτρια ξενοδοχείου, είναι μια ζωηρή και σαγηνευτική χήρα. Η θελκτική στην εμφάνιση και εξαιρετική στην έκφραση ηθοποιός Κλειώ- Δανάη Οθωναίου, χρησιμοποιεί την ελκυστική εξωτερική της όψη ως σκληρό κέλυφος, για να καλύψει όλα τα τρωτά σημεία ενός προικισμένου από τη φύση θηλυκού, που αισθάνεται ότι ο χρόνος δεν είναι πλέον με το μέρος του. Όπως όλοι οι άλλοι, έτσι και η Μαξίν, που φανερά ορέγεται και την ορέγονται τα αρσενικά, μας δείχνει ότι οδεύει προς αναπόφευκτη κατάρρευση.

Η αυστηρά συντηρητική Τζούντιθ της Γιολάντας Μπαλαούρα, είναι μια πειστικά θρησκόληπτη γυναίκα, με έντονη την αίσθηση της εξουσίας, ως αρχηγός της ομάδας τουριστριών. Η δε Ιώβη Φραγκάτου, διαθέτει φρεσκάδα και υπέροχη φωνή κι ερμηνεύει επαρκώς τη νεαρή και στερημένη Σάρλοτ, τη διψασμένη για αγάπη και έρωτα, ώστε να γίνεται το επόμενο εύκολο θήραμα του Σάννον.

Ιδανικοί στη σκηνική τους εμφάνιση και πειστικοί εραστές, οι: Νίκος Τσολερίδης και Λευτέρης Δημητρόπουλος.

Το επίκεντρο του έργου είναι η μεγάλη σκηνή της τρίτης πράξης μεταξύ του Σάννον και της Χάνα. Δεμένος σε μια αιώρα, ο καλός ηθοποιός Γιώργος Κολοβός, είναι σχεδόν παραδομένος στην άργητα. Τον ηρεμεί ένα φλιτζάνι τσάι . Η ευπροσήγορη, προσηνής Χάνα και ο βασανισμένος κληρικός αφήνονται να αναγνωρίσουν ο ένας τους δαίμονες του άλλου. Κανονικά, αυτή η κατανόηση είναι μια δικαίωση της πίστης της Χάνα στις «σπασμένες γέφυρες» μεταξύ των ανθρώπων, είναι μια δραματική ανταμοιβή. Δική τους και δική μας. Δύο ταραγμένες ψυχές μοιράζονται τον πόνο και την αδυναμία τους.

Η σκηνοθέτις Ελένη Γκασούκα άντλησε από το έργο πολλά περισσότερα από τα προφανή. Τη σεξουαλική ελευθερία που συγκρούεται με τον πουριτανισμό και τη θρησκοληψία, τη σαρκική ηδονή που παλεύει με το αίσθημα της ενοχής και το ασυνείδητο που βρίσκει ρωγμές για να ανεβεί στην επιφάνεια και να επιβληθεί στις τραυματισμένες προσωπικότητες των ηρώων. Παράλληλα, ανοίγει νέους δρόμους ανάγνωσης αποκαλύπτοντας περισσότερο την προσωπικότητα του βασανισμένου καλλιτέχνη πίσω από τη δημιουργία του.

Είναι δε σαφές, από τη σκηνοθετική προσέγγιση του κειμένου και από την ερμηνεία που αποσπά η Ελένη Γκατσούκα από τους ηθοποιούς, ότι αυτοί οι χαρακτήρες παλεύουν να απελευθερωθούν από εφιαλτικά δεσμά, όπως ακριβώς το δεμένο ιγκουάνα στριφογυρίζει κάτω από τη βεράντα. Μόνο ο θάνατος ή μια θαυματουργή πράξη ελέους μπορεί να τους απελευθερώσει. Κατά συνέπεια, η σκηνοθέτις χτίζει την ένταση μέχρι το τέλος, όταν ο Κόφιν, έχοντας απαγγείλει το ποίημά του, ξαφνικά παύει να αναπνέει. Σχεδόν απαρατήρητο το τραγικό συμβάν για τα κύρια πρόσωπα, όμως αργότερα μεγιστοποιείται και αποβαίνει καταστροφικό γι’ αυτά.

Σε όλα τα μέτωπα το διακύβευμα σταδιακά αυξάνεται. Οι γυναίκες στο τουριστικό λεωφορείο φωνασκούν σαν λαϊκές φιγούρες της γειτονιάς. Ο Πέδρο, ο νεαρός Μεξικανός εραστής της Φωλκ(Λευτέρης Δημητρόπουλος), επιδίδεται σε μια κολοσσιαία έκρηξη θυμού όντας μεθυσμένος, ενώ ο Τζέϊκ Λάτα (Χρίστος Νταρακτσής) έρχεται στη τρίτη πράξη για να αντικαταστήσει τον Σάννον, ως ακατάλληλο για την ταξιδιωτική εταιρεία του και συγκρούεται μαζί του με βία.

Μετά από μια τέτοια εξέλιξη, αυτή η «νύχτα της Ιγκουάνα» εξουδετερώνει κάθε απομεινάρι της παλιάς άποψης του μαρασμού και των φασιστικών βρυχηθμών.

Τα σκηνικά και τα κοστούμια του Κωνσταντίνου Ζαμάνη αφορούν έναν τόπο, όπου οι σκληρές έννοιες του καλού και του κακού γίνονται μαλακές στον ήλιο, και ο Θεός συνομιλεί με τον Διάβολο.

Το λειτουργικό σκηνικό απεικονίζει το ξενοδοχείο Costa Verde (πράσινη ακτή) και είναι ακριβώς το σημείο, όπου καλούνται οι ηθοποιοί να παίξουν μανιχαϊστικά, ακραία, για να βρουν μια μέση θέση στη γεμάτη ηθικές αντιφάσεις υπόθεση του έργου.

Η μουσική του Θοδωρή Οικονόμου ντύνει τις σκηνές µε τρόπο υποδηλωτικό, αφηγηματικό, περιγραφικό.

Ο σημαντικός στοχαστής, συγγραφέας και μεταφραστής Δημήτρης Δημητριάδης, υπογράφει τη μετάφραση, η οποία συμπίπτει με τον ρυθμό, την τονικότητα και την ποίηση του Ουίλιαμς, με απόλυτη ακρίβεια.

Επίλογος

Τενεσί Ουίλιαμς! Ο «καταραμένος ποιητής» του αμερικανικού θεάτρου, ο καλλιτέχνης που έκανε τη ζωή του θέατρο και τα πάθη τού τραυματισμένου «Εγώ» του ρυθμιστές της σκηνικής του γλώσσας. Ο καλλιτέχνης που, περισσότερο απ’ οποιονδήποτε άλλον Αμερικανό δραματικό συγγραφέα, έσπρωξε τον εγχώριο ρεαλισμό πέρα από την καταγραφή της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας, προς το συναίσθημα και τον ψυχισμό.

Χωρίς ιδιαίτερες αφηγηματικές ικανότητες ή βαθυστόχαστες και πρωτότυπες ιδέες, χωρίς ξεκάθαρη εικόνα για πολλούς από τους χαρακτήρες του, χωρίς ιδιαίτερους κοινωνικούς ή ιδεολογικούς προβληματισμούς (σ’ αντίθεση με τον άλλο μεγάλο της εποχής του, τον Άρθουρ Μίλερ), θα περίμενε κανείς μια πλήρη αποτυχία ή, στη καλύτερη περίπτωση, μια «χρυσή μετριότητα». Κι όμως, το έργο του όχι μόνον επιπλέει, αλλά κι ορθώνεται μπροστά μας, σαν καταξιωμένη ποιητική μαρτυρία θαυμαστής ευαισθησίας και σκηνικής αρτιότητας.

Όπως ο Τσέχοφ, ο οποίος επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τον Αμερικανό συγγραφέα, ο Ουίλιαμς προσφέρει έναν ύμνο στην ανθρώπινη αντοχή με τη «Νύχτα της ιγκουάνα», αυτή την ιστορία κατάρρευσης και σεξουαλικής υστερίας, που παρουσιάζεται φέτος στη σκηνή της Ε.Μ.Σ από το Κ.Θ.Β.Ε σε μια εμπνευσμένη σκηνοθεσία από την Ελένη Γκατσούκα.

Συντελεστές

ΣυγγραφέαςΟυίλιαμς Τενεσί

Μετάφραση: Δημητριάδης Δημήτρης

Σκηνοθεσία: Γκασούκα Ελένη

Σκηνικά: Ζαμάνης Κωνσταντίνος

Κοστούμια: Ζαμάνης Κωνσταντίνος

Μουσική: Οικονόμου Θοδωρής

Σχεδιασμός ήχου: Οικονόμου Θοδωρής

Φωτισμοί: Μολυβδά -Φαμέλη, Ζωή

Βοηθός σκηνοθέτη: Κάλφας Άγγελος

Β’ βοηθός σκηνοθέτη: Νταρακτσής Χρίστος

Βοηθός σκηνογράφου: Πανά Δανάη

Βοηθός ενδυματολόγου: Πανά Δανάη

Οργάνωση παραγωγής: ΒερσιούρενΜαρλέν

Ηθοποιοί

Οθωναίου Κλειώ, Δανάη (ΜαξίνΦωλκ)

Τσολερίδης Νίκος (Πάντσο)

Δημηρόπουλος Λευτέρης (Πέδρο)

Κολοβός Γιώργος (Αιδεσιμώτατος Λάρι Σάννον)

Φουντούλης Μανώλης (Χανκ, Ταξιδιώτισσα)

ΜπαλαούραΓιολάντα (Τζούντι Φέλλοους)

Τσολακίδου Άννη (Χάνα Τζελκς)

ΦραγκάτουΙώβη (ΣάρλοτΓκούντολ)

Σαντάς Κώστας (ΤζόναθανΚόφιν)

Νταρακτσής Χρίστος (ΤζέικΛάτα, Ταξιδιώτισσα)

Σημείωση Καλλιτεχνικής Διανομής

Βοηθός σκηνογράφου (στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης): Πιπερίδου Σοφία

Κατάλληλο για ηλικίες άνω των 16 ετών

Βασιλικό Θέατρο (28/10/2022 – 04/12/2022)

«Η νύχτα της ιγκουάνα» παρουσιάζεται κατόπιν ειδικής συμφωνίας με το Πανεπιστήμιο του Νότου, Sewannee, Τενεσί.

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

Συνταρακτικές οι «Τρωάδες» του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου

Συνταρακτικές-οι-«Τρωάδες»-του-Ευριπίδη-σε-σκηνοθεσία-Ελένης-Ευθυμίου

Από το Εθνικό Θέατρο στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων

Κρτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Κάθε παράσταση του αρχαίου δράματος έχει εξαρχής εξασφαλισμένη μία ευεργετική προϋπόθεση: τον λόγο του κειμένου που διατηρεί τη μονιμότητα της επικοινωνίας με το κοινό κάθε εποχής, γιατί ο προβληματισμός του είναι ριζικός και πανανθρώπινος και αναφέρεται στην πολιτειακή συνείδηση του ατόμου, ενώ συνιστά αυτό που λέμε αντικειμενικό θέατρο.

Κάθε σκηνοθετική προσπάθεια, που σέβεται τον εαυτό της, έχει σαν στόχο να φτάσει ο λόγος, μέσα από το θέαμα και το ακρόαμα, ακμαίος στον λαϊκό του δέκτη, ώστε να του μεταδώσει όχι μόνο το δίδαγμα άλλα και την καθαρτήρια χαρά του.

Η Ελένη Ευθυμίου, που η ευρηματικότητα της σκηνικής της φαντασίας έχει μεταμοσχεύσει στο ελληνικό θέατρο ζωογόνες ουσίες, πολύτιμες για την εφαρμογή μιας άποψης και την δημιουργία μιας παράδοσης (Ερωτευμένα Άλογα), με τις «Τρωάδες» μάς δίνει μια αντίληψη ερμηνείας, μέσα από την οποία διακρίνεται το προκατασκευαστικό του δράμα.

 Σύμφωνα μ’ αυτό, τα μεν επεισόδια μελετήθηκαν σαν δυνατότητες ενός πιο άνετου και πιο ανορθόδοξου μαζί σκηνικού «βηματισμού», με σαφή την υπογράμμιση της ψυχογραφικής λεπτομέρειας, τα δε χορικά, σαν δοκιμαστικός σωλήνας χημικών λύσεων, με καθαρή πρόθεση να εξαρθεί ή ιδιαιτερότητα κάθε στάσιμου.

 Όχι τόσο πάνω στην άποψη (το δράμα το ζωντανεύουν οι απόψεις) όσο στους δεδομένους φορείς της εφαρμογής της, όπου είναι φυσικό να στοιχειοθετείτε ή κρίση είτε παραδοχή είναι είτε ενδοιασμός και αντίρρηση.

Με την ουσιαστική κατάργηση της διάκρισης προσκηνίου και ορχήστρας, αυτόματα καταργήθηκε και ή λειτουργική τους σχέση.

Η συγκεκριμένη παράσταση είναι η πρώτη στην ιστορία του αρχαίου θεάτρου μας, που είναι καθολικά προσβάσιμη με διερμηνεία στην ελληνική νοηματική γλώσσα, υπερτιτλισμό για κ/κωφά και βαρήκοα άτομα και ακουστική περιγραφή για άτομα με οπτική αναπηρία.

 Στις «Τρωάδες» του Εθνικού Θεάτρου, ένα σύνολο 22 ερμηνευτριών και ερμηνευτών – μεταξύ των οποίων μέλη της ομάδας «Εν Δυνάμει» – διαφορετικών ηλικιών, με ή χωρίς αναπηρία, με ζωντανή μουσική επί σκηνής, μέσα από τη συνύπαρξη διαφορετικών σωμάτων, φωνών και εμπειριών, καταθέτουν μια σκηνική αφήγηση με κέντρο τη μουσικότητα.

Το κατεξοχήν ανθρωποκεντρικό και βαθιά αντιπολεμικό έργο του μεγάλου τραγωδού ζωντανεύει στο αρχαίο θέατρο Φιλίππων, σε μια παράσταση για τη διαχρονική φρίκη του πολέμου και την απώλεια ως συλλογική μνήμη, μα – κυρίως– για το γυναικείο σώμα ως παγκόσμιο σύμβολο της ανθρώπινης τραγωδίας.

Ένα ποιητικό και βαθιά πολιτικό σκηνικό ανέβασμα από την Ελένη Ευθυμίου, μια ξεχωριστή σκηνική ανάγνωση για τη φρίκη και το παράλογο του πολέμου, μέσα από το φίλτρο του θηλυκού σώματος που διεκδικεί το δικαίωμα της επιλογής, ακόμη και όταν βρίσκεται υπό κατοχή.

Οι Τρωάδες της Ελένης Ευθυμίου δεν είναι μόνο τα όμορφα, υγιή κορμιά των προνομιούχων γυναικών της οικογένειας του Πρίαμου που αναμένουν την τελική διαλογή. Είναι και σώματα ανήλικα, ανάπηρα, ηλικιωμένα, που σπάνια είχαν το προνόμιο της αφήγησης.

Αιχμάλωτες μετά την άλωση της πόλης τους, οι Τρωάδες αναμετρώνται και με τις δικές τους ευθύνες, όταν η σιωπηρή αποδοχή του πολέμου αποκαλύπτει τις ολέθριες συνέπειές της. Είναι πια φανερό πως ούτε οι θεοί, ούτε ο μύθος, ούτε η μοίρα ορίζουν τη ζωή τους.

Στην Τροία τα σώματα των γυναικών δε βρίσκονταν πάντοτε υπό αιχμαλωσία. Αν και ανήκαν σε μια βαθιά πατριαρχική κοινωνία, ήταν –για τα μέτρα της εποχής– ελεύθερα: είχαν επιλογές, όνειρα και τη δυνατότητα μιας αξιοπρεπούς ζωής.

Καθώς, όμως, πλησιάζει το τέλος μιας εποχής, μιας ζωής δοξασμένης και άλλοτε απλώς υποφερτής της ίδιας της Ιστορίας τους, οι Τρωάδες της Ελένης Ευθυμίου μιλούν για τη φρίκη του πολέμου, μέσα από το φίλτρο του (θηλυκού) σώματος, που διαισθάνεται πως θα αντικειμενοποιηθεί και θα απανθρωποποιηθεί.

 Η Ευαγγελία Κιρκινέ έχει δημιουργήσει ένα σκηνικό που δεν είναι απλώς λειτουργικό για έναν μεικτό θίασο ανθρώπων, αρτιμελών και μη. Αποτελεί κυρίαρχο παράγοντα της σκηνοθετικής αντίληψης, μετατρέπεται στη σκηνή σε ενεργό χαρακτήρα, ιδεολογικό σύμβολο και κινητήριο μοχλό της δράσης.

Είναι, δηλαδή, ένας ακόμη πρωταγωνιστής. Ένας τόπος με εμφανή τα αποκαΐδια του πολέμου, όπου κάθε σώμα κουβαλά τη δική του ιστορία επιβίωσης.

Ο χώρος στερείται υψομετρικών αποκλεισμών. Οι διάδρομοι, τα επίπεδα και οι επιφάνειες επιτρέπουν στα αμαξίδια και στα σώματα να κινούνται χωρίς εμπόδια, δημιουργώντας νέους άξονες κίνησης. Σοφά μελετημένος σχεδιασμός από την πολύπειρη Ευαγγελία Κιρκινέ μιας καμένης γης με στάχτες, κρατήρες, μαύρα νερά.

 Το εικαστικό σύμπαν της παράστασης συμπληρώνουν τα κοστούμια του Άγγελου Μέντη, ενώ η κίνηση του Τάσου Παπαδόπουλου κατορθώνει κάτι δύσκολο: να ενώσει σώματα με διαφορετικές δυνατότητες σε μια κοινή, ποιητική γλώσσα, χωρίς να ισοπεδώνει τη μοναδικότητα του καθενός. 

 Ο σκηνικός χώρος είναι αφαιρετικός, αλλά ταυτόχρονα εμπνευσμένος από ένα πραγματικό τοπίο πολέμου. Παράλληλα, έχει έντονο το ποιητικό και αλληγορικό στοιχείο, καθώς θυμίζει μήτρα αλλά και κρατήρα. Οι δύο μικρές λίμνες που υπάρχουν επί σκηνής λειτουργούν ως κηλίδες πετρελαίου, παραπέμποντας σε μια πλούσια γη.

Η μετάφραση του Γιάννη Τσαρούχη κατέχει μια ξεχωριστή θέση στη νεοελληνική δραματουργία. Ο Τσαρούχης δεν προσέγγισε το αρχαίο κείμενο ως φιλόλογος ή ακαδημαϊκός, αλλά ως εικαστικός, σκηνοθέτης και άνθρωπος του θεάτρου.

Απέρριψε τόσο την καθαρεύουσα όσο και τις βαρύγδουπες, εξεζητημένες ποιητικές μεταφράσεις της εποχής.

Χρησιμοποίησε μια απλή, ρέουσα και λαϊκή δημοτική, την οποία μιλούσε ο κόσμος στον δρόμο.

Στόχος και της Ελένης Ευθυμίου είναι ο θεατής να νιώσει ότι ακούει αληθινούς ανθρώπους να πονούν και να θρηνούν, απογυμνώνοντας το τραγικό μέγεθος από κάθε ακαδημαϊκή σοβαροφάνεια. ΄Άρα, η μετάφραση έγινε για τη σκηνή και όχι για το αναγνωστήριο.

Ο Ευριπίδης στις Τρωάδες διαπραγματεύεται την αιχμαλωσία, τον ξεριζωμό και την απώλεια. Ο Τσαρούχης συνέδεσε το αρχαίο δράμα με το ελληνικό μοιρολόι και τον λαϊκό πολιτισμό.

Ο θρήνος της Εκάβης ή της Ανδρομάχης αποκτά τους χρωματισμούς και τη λιτή σοβαρότητα του παραδοσιακού ελληνικού πένθους.

Επομένως, η μετάφραση «λειτουργεί» ενεργοποιώντας το συλλογικό βίωμα του ελληνικού λαού για τη προσφυγιά και τον πόλεμο.

Το κοινό επικεντρώνεται στη δράση, αλλά με τεράστιο ενδιαφέρον στη σύνθεση της ομάδας του θιάσου. Η σκηνοθέτρια αποκαλύπτει σε συνέντευξή της, ότι η προετοιμασία ξεκίνησε πολύ πριν από τις κοινές πρόβες: «Η ομάδα των ΑΜΕΑ έκανε δική της προετοιμασία, με φωνητική δουλειά και τραγούδι. Από την πλευρά μου προσπάθησα να βασιστώ στις ιδιαίτερες ποιότητες κάθε ανθρώπου. Για παράδειγμα, η Λωξάνδρα δεν τραγουδά, αλλά διαθέτει μια εξαιρετική υποκριτική δύναμη. Γι’ αυτό της ανατέθηκε ο σπαρακτικός μονόλογος μίας Αγγελιοφόρου. Μπορεί πολλές φορές να μη γίνονται αντιληπτές όλες οι λέξεις, όμως η αλήθεια της ερμηνείας της μεταφέρει το νόημα. Δεν είναι τυχαίο ότι μέλη του χορού αποκαλούνται “Παιδιά του Λοξία”. Η σκέψη είναι διπλή, λόγω της αγνότητας και της ειλικρίνειας της ευαλωτότητάς τους, συνδέονται με τον κόσμο της Κασσάνδρας και της διαίσθησης».

 Εξέχουσα σημασία έχει το ότι δίνεται φωνή στους αφανείς. Το γεγονός ότι ο άμαχος πληθυσμός παίρνει τον λόγο, ότι οι γυναίκες παίρνουν τον λόγο στην εποχή που γράφτηκε, ότι είναι εξαιρετικά αντιπολεμικό, γραμμένο για έναν λαό που βρισκόταν σε πόλεμο, είναι πολύ σημαντικό.

 Ασκεί έντονη κριτική στα κακώς κείμενα της εποχής του και αυτό το καθιστά ένα πολύ σοβαρό και πλούσιο έργο και πάντα επίκαιρο. Η πλοκή του είναι πολύ ήσυχη, σαν να μη γίνεται τίποτα στην πραγματικότητα. Σαν να βλέπουμε μια αποσύνθεση εν εξελίξει.

 Έχει πολύ ιδιαίτερη δραματουργία σε σχέση με τις άλλες τραγωδίες εκείνης της εποχής.

 Ο Ευριπίδης παρουσίασε τις «Τρωάδες» γύρω στο 415 π.Χ., λίγο μετά τη σφαγή και τον εξανδραποδισμό των Μηλίων από τους Αθηναίους. Και στην εποχή μας, ωστόσο, μαίνονται συρράξεις.

 Ζούμε σε πολύ δύσκολους καιρούς, με πολύ δύσκολες συνθήκες, πόσω μάλλον για τον άμαχο πληθυσμό κάθε πολεμικής σύγκρουσης ή για τους ανάπηρους του άμαχου πληθυσμού. Είναι οι τελευταίοι για τους οποίους θα μιλήσει κάποιος. Ο Ευριπίδης μίλησε και η παράσταση μιλά εν έτει 2026.

Η σπουδαία Λυδία Φωτοπούλου ερμηνεύει με την τεράστια υποκριτική της δεινότητα (σαράντα χρόνια μετά την παράσταση των Τρωάδων του Βουτσινά, όπου υποδύθηκε την Κασσάνδρα ), την Εκάβη, μια τραγική βασίλισσα και μια σπαρακτική κραυγή όλων όσοι είδαν τον κόσμο τους να καταρρέει, των θυμάτων των πολέμων και των προσφύγων.

 Η Εκάβη της είναι εδώ ο σπαραγμός, η οδύνη και η οργή όλων των εκτοπισμένων, όπου γης.

Με αξιοθαύμαστη οικονομία μέσων και χωρίς υπερβολικές εξάρσεις, η μεγάλη ηθοποιός προσεγγίζει την έκπτωτη βασίλισσα αφήνοντας τη σιωπή να μιλήσει. Ενσαρκώνει μια γυναίκα που, έχοντας χάσει τα πάντα, συνειδητοποιεί την ψευδαίσθηση της παλιάς της εξουσίας και παλεύει απλώς να σταθεί όρθια. Εξόχως συγκινητική ερμηνεία.

Ο Γιώργος Χριστοδούλου είναι ένας συναρπαστικός αλαζόνας Μενέλαος, ενώ την χαροκαμένη Ανδρομάχη υποδύεται με σπαραγμό η εξαιρετική Εύη Σαουλίδου, η οποία παραδίδει την εικόνα της απόλυτης μητρικής απελπισίας, απέναντι στη μοίρα που επιβλήθηκε στο παιδί της, προτιμώντας την αυτοχειρία από τη σκλαβιά, σύμφωνα με τη διασκευή της Ελένης Ευθυμίου.

Η ωραία Ελένη είναι όντως ωραία στο πρόσωπο της πολύ καλής Βασιλικής Τρουφάκου και η Κασσάνδρα βρίσκει σώμα και στόμα για τις οιμωγές της στην Νάνσυ Σιδέρη.

Ο Αργύρης Ξάφης (Ταλθύβιος) φωτίζει με λεπτές αποχρώσεις τον δισταγμό του απέναντι στα σκληρά γεγονότα που εκτυλίσσονται και τη γενικότερη ματαιότητα του πολέμου, που εκφράζεται με έντονο κυνισμό.

Ο συμπεριληπτικός Χορός, άνδρες και γυναίκες, αρτιμελείς και άνθρωποι με αναπηρία συγκλονίζει τους θεατές, επειδή δεν προσφέρει απλώς μια αίσθηση κοινωνικής ευαισθητοποίησης. Μετατοπίζει βαθιά το ίδιο το αισθητικό και συναισθηματικό βάρος της παράστασης, αγγίζοντας τον θεατή στον πυρήνα της τραγικής εμπειρίας.

Η συγκίνηση που προκαλείται δεν πηγάζει από τον οίκτο, αλλά από την επανασύνδεση του θεάτρου με την πραγματική φύση της ανθρώπινης ύπαρξης.

Ο θεατής δε βλέπει μια «τέλεια» θεατρική ομάδα, αλλά μια ολόκληρη ανθρωπότητα που υποφέρει, αναρωτιέται και συμπορεύεται.

 Όταν η σωματική ευθραυστότητα και η διαφορετική κινητικότητα ενσωματώνονται οργανικά στον Χορό, η μεταφορά γίνεται απτή πραγματικότητα.

 Η προσπάθεια, ο ρυθμός, η αλληλεξάρτηση των μελών επί σκηνής, καθιστούν τον πόνο, τη σταθερότητα και την αντοχή, ζωντανά βιώματα.

Η κίνηση ενός αναπηρικού αμαξιδίου στην ορχήστρα, η πλαστικότητα μιας διαφορετικής χειρονομίας ή η ενσωμάτωση της νοηματικής γλώσσας στη ροή του λόγου δεν αποτελούν προσαρμογές, αλλά νέα αισθητικά εργαλεία.

Αυτά χρησιμοποιεί η Ελένη Ευθυμίου σ’ αυτή την τόσο ιδιαίτερη ανάγνωση των «Τρωάδων». Η εισαγωγή των νεωτερισμών στην έναρξη λειτουργεί ως γέφυρα, θολώνοντας εντέχνως τα όρια ανάμεσα σε νικητές και ηττημένους.

 Πρόκειται για μια εύστοχη δραματουργική επιλογή που καταδεικνύει την απόλυτη ματαιότητα, υπογραμμίζοντας πως απέναντι στη φρίκη του πολέμου, καταλήγουν όλοι εξίσου συντριμμένοι και χαμένοι. Ο λόγος, καθαρός και άμεσος, αναδεικνύει το τραύμα της απώλειας μέσα από σώματα ανήλικα, ανάπηρα και ηλικιωμένα, με την ενσωμάτωσή τους στη σκηνική δράση να επιτυγχάνεται με απόλυτη φυσικότητα και οργάνωση.

Ο συντονισμός διαφορετικών σωμάτων από τον Τάσο Παπαδόπουλο, που επιμελήθηκε την κίνηση, σε έναν κοινό βηματισμό δημιουργεί μια εικόνα αλληλεγγύης, που καθηλώνει το βλέμμα. Θα προσθέσω και τη μουσική πανδαισία του Λευτέρη Βενιάδη από τους επί σκηνής μουσικούς : Σοφία Καμαγιάννη (πιάνο), Γιώργος Μπουκαούρης (κρουστά), Σοφιανός Πεσιρίδης (όμποε), ώστε η δύναμη του συμπεριληπτικού Χορού υπενθυμίζει στο κοινό τη βασική παραδοχή της τραγωδίας: κανένα σώμα και καμία μοίρα δεν είναι άτρωτη, αλλά η συλλογικότητα είναι το μόνο μέσο για να αντέξει ο άνθρωπος το βάρος της ύπαρξης, ενώ τη ζοφερή ατμόσφαιρα εντείνουν οι φωτισμοί της Ζωής Μολυβδά- Φαμέλη.

Συντελεστές

Μετάφραση: Γιάννης Τσαρούχης
Διασκευή—Σκηνοθεσία: Ελένη Ευθυμίου
Σύμβουλος δραματουργίας: Σοφία Ευτυχιάδου
Σκηνικά: Ευαγγελία Κιρκινέ
Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Μουσική: Λευτέρης Βενιάδης
Κίνηση: Τάσος Παπαδόπουλος 
Φωτισμοί: Ζωή Μολυβδά – Φαμέλη
Σχεδιασμός ήχου: Σοφία Καμαγιάννη
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά 

Βοηθός σκηνοθέτριας: Θέμης Θεοχάρογλου
Βοηθός σκηνογράφου: Μαριάνθη Ράδου
Βοηθός ενδυματολόγου: Δέσποινα Μαρία Ζαχαρίου

Βοηθός φωτίστριας: Νατάσα Πετροπούλου 
Β βοηθός σκηνογράφου: Ταξιάρχης Χούμος 

Καλλιτεχνικές συνεργάτιδες για την υποστήριξη της ομάδας Εν Δυνάμει: Ελένη Ζαχοπούλου, Δάφνη Καφετζή, Αγγελική Τόμπρου 

Παίζουν (αλφαβητικά): Αργύρης Ξάφης (Ταλθύβιος), Εύη Σαουλίδου (Ανδρομάχη), Νάνσυ Σιδέρη (Κασσάνδρα), Βασιλική Τρουφάκου (Ελένη), Λυδία Φωτοπούλου (Εκάβη),

Γιώργος Χριστοδούλου (Μενέλαος)

Χορός: Μύριαμ Σοφία Αρτζανίδου, Μαρία Δαχλύθρα, Eλένη Δημοπούλου, Νίκος Κυπαρίσσης, Ειρήνη Κουρούβανη, Λωξάνδρα Λούκας, Λυγερή Μητροπούλου, Θεανώ Παπαβασιλείου, Κατερίνα Παπανδρέου, Νίκη Πεταλά, Χρύσα Τουμανίδου

Μαζί τους, στους ρόλους της νεαρής Πολυξένης και του μικρού Αστυάνακτα η Άνα Τζουλάκη Χριστοδούλου και ο Μιχάλης Μήτσης αντίστοιχα.

Μουσικοί επί σκηνής: Σοφία Καμαγιάννη (πιάνο), Γιώργος Μπουκαούρης (κρουστά), Σοφιανός Πεσιρίδης (όμποε)

Φωτογραφίες: Karol Jarek

Τρέιλερ: Χρήστος Συμεωνίδης

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Πολυάννα Το παιχνίδι της χαράς» στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

«Πολυάννα-Το-παιχνίδι-της-χαράς»-στο-Αρχαίο-Θέατρο-Φιλίππων

    Η παιδική σκηνή Κάρμεν Ρουγγέρη έρχεται στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων και παρουσιάζει την παράσταση «Πολυάννα Το παιχνίδι της χαράς», την Κυριακή 30 Αυγούστου στις 21:00 στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων.

    Πρόκειται για ένα «παιχνίδι» της Πολυάννας, ενός δωδεκάχρονου τρισχαριτωμένου κοριτσιού, που κατέκτησε ολοκληρωτικά τις καρδιές μικρών και μεγάλων τον χειμώνα που ανέβηκε στο Θέατρο Κιβωτός..

    Η Πολυάννα, η ηρωίδα της ιστορίας, γίνεται σύμβολο αγάπης και καλοσύνης για όλους όσους θα βρεθούν στο δρόμο της. Βλέπει πάντα τη ρόδινη πλευρά της ζωής, και πιστεύει ότι κάποιος μπορεί να βρει χαρά ακόμα και σε κάτι δυσάρεστο που θα του συμβεί.

    Χαρά που ομορφαίνει και καλυτερεύει τα πάντα στη ζωή.

    Η παράσταση έχει πολλή ενδιαφέρουσα πλοκή. Έξυπνα σκηνικά και παραμυθένια κοστούμια προσεγμένα στη λεπτομέρεια και ακόμα εμπνευσμένες χορογραφίες πάνω σε πρωτότυπη μουσική και τραγούδια με ρυθμούς country, foxtrot, rock and roll, godspell και blues.

    Τα πιόνια του παιχνιδιού αυτού είναι:

    •​ η αισιοδοξία απέναντι στην απαισιοδοξία,

    •​ η καλοσύνη απέναντι στην κακία,

    •​ το ενδιαφέρον απέναντι στην αδιαφορία

    •​ η θετική σκέψη απέναντι στην αρνητική σκέψη

    •​ το γέλιο απέναντι στο κλάμα

    •​ η συγχώρηση απέναντι στην εκδίκηση

    •​ η χαρά απέναντι στην θλίψη

    Promo Trailer: https://youtu.be/wibWlmDhQaQ

    Λίγα λόγια για το έργο:

    Ήταν μια φορά σ’ ένα μακρινό μέρος, κάπου στην Αμερική, πολλά χρόνια πριν, ένα μελαγχολικό χωριουδάκι.

    Σ’ αυτό το χωριό οι κάτοικοι ήταν κάπως απρόσιτοι. Δεν πιάνανε κουβέντα εύκολα, χαμογελούσαν πολύ δύσκολα. Με άλλα λόγια… σ’ αυτό το χωριό λες ΚΑΙ ΕΙΧΕ ΧΑΘΕΙ Η ΧΑΡΑ.

    Η μικρή μας ηρωίδα καταφθάνει μόνη της σε αυτό το χωριουδάκι με τους αδιάφορους και λυπημένους κατοίκους και εφαρμόζοντας το «παιχνίδι της χαράς» κατορθώνει μέσα σε λίγο διάστημα, να τους ξεσηκώσει όλους και να τους γεμίσει με αισιοδοξία, χαρά και ελπίδα.

    Δήλωση της Κάρμεν Ρουγγέρη

    «Το έργο έχει μια τόσο ενδιαφέρουσα πλοκή και ένα τόσο όμορφο τέλος που μπορεί να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον μικρών και μεγάλων. Κατά την γνώμη μου είναι για όλες τις ηλικίες. Οι Θησαυροί –μηνύματα που έχει το έργο αυτό είναι τόσοι που σίγουρα οι μικροί και μεγάλοι θεατές μας θα φύγουν πολύ πιο πλούσιοι από την παράσταση αυτή».

    Δήλωση της Χριστίνας Κουλουμπή

    «Το παιχνίδι της χαράς» της Eleanor Porter είναι το αριστούργημα της Αμερικάνικης Λογοτεχνίας που σημάδεψε τα παιδικά μου χρόνια! Ένα βιβλίο που επηρέασε τον τρόπο που βλέπω την ζωή με αφάνταστα θετικό τρόπο!

    Ηρωίδα, ένα μικρό κορίτσι 12 χρονών που- παρά τις αντιξοότητες που παρουσιάζονται στην ζωή της – καταφέρνει να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες με χαμόγελο και αισιοδοξία! Ο πατέρας της, ένας φτωχός ιεραπόστολος, της είχε μάθει να παίζει το «παιχνίδι της χαράς» που είναι το μυστικό της ευτυχίας! Μέσα από τις περιπέτειες της μικρής Πολυάννας καταλαβαίνουμε την αξία της ευγνωμοσύνης, την αγάπη που μεταδίδεται μέσα από την καλοσύνη, την φιλία και την ελπίδα που φωτίζει την σκέψη μας να επιλέγει το καλό ακόμα κι όταν όλα μοιάζουν δύσκολα…

    Κείμενο: Κάρμεν Ρουγγέρη

    Σκηνοθεσία: Κάρμεν Ρουγγέρη – Χριστίνα Κουλουμπή

    Σκηνικά – Κοστούμια: Χριστίνα Κουλουμπή

    Κίνηση – Χορογραφίες – Φωτισμοί: Πέτρος Γάλλιας

    Πρωτότυπη μουσική – VideoArt: Αντώνης Δελαπόρτας

    Στίχοι: Ανδρέας Κουλουμπής – Κάρμεν Ρουγγέρη

    Διδασκαλία τραγουδιών: Ελένη Ζιώγα

    Διεύθυνση παραγωγής – Υπεύθυνη περιοδείας: Ελένη Καρτάση

    Παίζουν οι ηθοποιοί (με αλφαβητική σειρά):

    Αναγνωστοπούλου Αναστασία, Ζωγραφόπουλος Κώστας, Κορλός Θανάσης, Κύρτσος Νίκος, Λιναρδάτου Κωνσταντίνα, Μιχαλάκη Έλενα, Παπαδόπουλος Χάρης, Πικιώνη Ινώ

    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: ΠΑΙΔΙΚΗ ΣΚΗΝΗ ΚΑΡΜΕΝ ΡΟΥΓΓΕΡΗ

    Πολυάννα Το Παιχνίδι της Χαράς

    Κυριακή 30 Αυγούστου / 21:00

    Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

    Τιμές εισιτηρίων: 14€ Γενική Είσοδος (Δωρεάν είσοδος για παιδιά έως 2 ετών)

    Ηλεκτρονική Προπώληση: https://www.ticketservices.gr/event/polyanna-to-paixnidi-tis-xaras/?lang=el

    Προπώληση

    Καβάλα: Κέντρο Πληροφόρησης Επισκεπτών Δήμου Καβάλας (πρώην ΕΟΤ) Κεντρική Πλατεία, τηλ: 2510-620566, καθημερινά από Δευτέρα έως Σάββατο (10:00 – 14:00 και 18:00 – 21:00) και Κυριακή (10.00 – 14.00), ενώ την ημέρα της παράστασης θα γίνεται προπώληση στο ταμείο του χώρου της εκδήλωσης από τις 19:00 το απόγευμα.

    Πηγή: KavalaWebNews

    Continue Reading

    Πολιτισμός

    «ΡΩΜΑΙΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΕΤΑ» του Μποστ! σε περιοδεία από ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κρήτης 

    «ΡΩΜΑΙΟΣ-ΚΑΙ-ΙΟΥΛΙΕΤΑ»-του-Μποστ!-σε-περιοδεία-από-ΔΗΠΕΘΕ.-Κρήτης 

    Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

    Διαβάζοντας ξανά και ξανά κείμενα και σκίτσα του Μέντη Μποσταντζόγλου κάνουμε συχνά το ίδιο λάθος: προσπαθούμε να κρατήσουμε παραπομπές, μνημόνια εδαφίων. Όμως, στο μποστικό σύμπαν δε βρίσκουν έδαφος τα μνημόνια. Οι σελιδοδείκτες θα ‘πρεπε να είναι όσοι είναι οι λαχνοί στο κοντάρι του λαχειοπώλη την ώρα που βγαίνει για δουλειά! Δεν είναι μόνο εύλογη η αμηχανία όποιου επιχείρησε να χωρέσει σε ταξινομημένα ράφια το έργο του Μποσταντζόγλου.

    Σκιτσογράφος, θεατρικός συγγραφέας, στιχουργός, σατιρικός, λαϊκός ζωγράφος, σαρκαστικός αφηγητής και καλλιτέχνης, διαφημιστής, σχεδιαστής όμορφων δώρων, κατεδαφιστής της κοινωνικής και γλωσσικής υποκρισίας…

    Ανεπαρκείς οι ορισμοί, τόσο αληθινοί ο καθένας χωριστά, τόσο λίγοι, όμως, για να κλείσουν μέσα τους αυτόν τον Ανατολίτη αυθεντικό άρχοντα της πένας και του πινέλου.

    Είπαν για αυτόν πως ζωγράφιζε τη γλώσσα και μιλούσε τις εικόνες: ένα ισόβιο, εύφορο μποστάνι, που θα ‘λεγε κανείς ότι το σκάλισαν, το πότισαν και το ευλόγησαν ο Αριστοφάνης, ο Θεόφιλος, ο Βυζάντιος, ο Σουρής, ο Ροΐδης, ο Θέμος Άννινος και ο αδελφός του ο Μπάμπης, αλλά μαζί και όλοι οι μάστορες του Θεάτρου Σκιών και οι ακαδημαϊκοί του Σουρρεαλισμού.

     Το συνολικό έργο του Μποστ είναι ίσως το πιο αδιάσειστο τεκμήριο εκείνου του αξιώματος που έλεγε πως στην Ελλάδα δεν χρειάζεται κανείς να εισάγει τον Σουρρεαλισμό, καθότι υπάρχει επάρκεια.

     Ιδού το δείγμα: «Σε κάποια πόλη μακρινή, στην πόλη της Βερόνας

    Μοντέγοι από τη μία μεριά, και κάτι Καπουλέτοι

    είχανε έχθρα φοβερή που εκρατούσε έτη.

    Κι έτυχε τότε έρωτας να μπει εις την καρδιά

    και να θρονιάσει για καλά σε δυό μικρά παιδιά.

    Αυτά υπήρξαν θύματα ετούτης της βεντέτας

    Κάποιου Μοντέγου δηλαδή και κάποιας Καπουλέτας.

    Ρωμαίος λέγεται ο γιός από Μοντέγου γένος

    Και με την κόρη του εχθρού βαριά ερωτευμένος.

    Ιουλιέτα λέγετο η κόρη που αγαπούσε

     και Καπουλέτους έλεγαν το γένος που κρατούσε.

    Η μοίρα όμως το’ φερε η αγάπη των να σβήσει.

    Θα δείτε πώς συνέβηκε στο έργο που θ’ αρχίσει».

    Ο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Μποστ δεν είναι απλώς μια κωμωδία, αλλά είναι ένα γλωσσικό και κοινωνικό φαινόμενο. Με τον χαρακτηριστικό δεκαπεντασύλλαβο και την σκοπίμως ανατρεπτική γλώσσα του, το έργο σατιρίζει τον μικροαστικό καθωσπρεπισμό, τις διαχρονικές ελληνικές παθογένειες και τις αντιφάσεις της σύγχρονης κοινωνίας, προκαλώντας ουσιαστικά ερωτήματα αβίαστο γέλιο.

    Ο Μποστ εμπνέεται από την πασίγνωστη ρομαντική σαιξπηρική ιστορία. Οι ήρωες έρχονται από το παρελθόν στο παρόν, λέγοντας την ιστορία με το δικό τους τρόπο μέσα από τον αυτοσαρκασμό, το χιούμορ και τις ανατροπές.

    Ο Ρωμαίος γεμάτος από έρωτα για την Ιουλιέτα αντιπροσωπεύει το πάθος, το αίσθημα, αλλά και τη δύναμη, έτοιμος να θυσιαστεί για τα ιδανικά της αγάπης. Η Ιουλιέτα, μέσα πάντα από τον ανατρεπτικό όσο και σουρεαλιστικό λόγο του Μποστ, είναι ένα κορίτσι και αργότερα γυναίκα που τη διακρίνει η δυναμικότητα και αποφασιστικότητα, έτοιμη να διεκδικήσει μέχρι τέλους την αγάπη της για τον Ρωμαίο.

    Και εδώ πρωταγωνιστής είναι η γλώσσα. Μέσα σε αυτόν τον ευρηματικό και απροσδόκητο δεκαπεντασύλλαβο, ο Μποστ σατιρίζει με το δικό του υπονομευτικό τρόπο τα κακώς κείμενα της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας.

    Ο σουρεαλισμός, ο γνωστός δεκαπεντασύλλαβος, οι ήρωες που μοιάζουν με τα σκίτσα του, η υπόγεια κριτική , είναι τα στοιχεία εκείνα που κάνουν το έργο να αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα δείγματα ενός θεάτρου που δεν υπήρξε όμοιο στην Ελλάδα.
    Αιχμηρός, αληθινός, αλλά και πολύ ευαίσθητος στίχος.

     Ο πολυμήχανος σατιριστής Μποστ βάζει δύσκολα στον εαυτό του, εφόσον χρησιμοποιεί ως θεματική αφετηρία του και ως πλαίσιο του μύθου του ένα άλλο έργο, άλλης εποχής, άλλης δραματουργικής πλοκής και υφής και, μάλιστα, τραγικής, όπως είναι και η «Μήδεια».

     Διακινδυνεύει κινούμενος στην κόψη του ξυραφιού, καθώς πλέκει το πρωτότυπο Σαιξπηρικό έργο και τα πρόσωπά του με το σύγχρονο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι στον δικό του μύθο, τον φαινομενικά παράλογο, αλλά στο βάθος του ορθολογικά δομημένο και κριτικά καυστικό, ακριβώς γιατί θέλει να στηλιτεύσει τον σύγχρονο βίο του Έλληνα, του εκτροχιασμένου και εξαιτίας της κατακλυσμιαίας υποκουλτούρας, που σαρώνει τα πάντα.

    ‘Ήθη, παραδόσεις αιώνων, πολιτιστικές αξίες και τέχνες.

    Μια κοινωνία σε πλήρη σύγχυση αποκαλύπτει η παράσταση, μέσα από ένα παιχνίδι σκόπιμης, δαιμόνιας , χιουμοριστικά εύφορης δραματουργικής ασάφειας. Πρόκειται για μια επιτηδευμένη σύγχυση που λυτρώνει τον θεατή από τη σαβούρα της τηλεοπτικής υποκουλτούρας, αυτής που συντηρεί μελοδραματικές λαϊκίστικες ιστορίες, προκαλεί μαζική αποχαύνωση στη σημερινή Ελλάδα του κακόγουστου διπολικού σκηνικού των «Πράσινων» και «Βένετων».

    Τα λογοπαίγνια του Μποστ, δια στόματος των ανεκδιήγητων ηρώων του «σπάνε κόκαλα» με την αιχμηρότητά τους και ευεργετούν τον θεατή με το εύστοχο, ανατρεπτικό τους χιούμορ.

    Ο Νικορέστης Χανιωτάκης σκηνοθετεί το έργο και το μπολιάζει με πάμπολλα, ευφυή ευρήματα και με φρέσκους στίχους ομοιοκατάληκτους που στηλιτεύουν τη σημερινή επικαιρότητα, ντυμένο με την πρωτότυπη μουσική του Γιώργου Ανδρέου, που «γλεντά» την παράσταση με τα τραγούδια του και τη ζωντανή μουσική του.

     Ο σκηνοθέτης προσφέρει στο κοινό ένα θέαμα λευτερωμένο από κάθε υποκριτική αναστολή από έναν «εξωφρενικό θίασο», με προεξάρχοντες την έξοχη Υρώ Μανέ, που σκορπά κύματα γέλιου στον ρόλο της Ιουλιέτας και τον πολυτάλαντο Άκη Σακελλαρίου, ως έναν πολυδιάστατο Ρωμαίο, ενώ η σκηνική δράση εμπλουτίζεται σε υπερθετικό βαθμό από τον Γιάννη Ζουγανέλη στον ρόλο της Παραμάνας.

    Ακόμη, ο Σπύρος Μπιμπίλας με απίστευτη ενέργεια και μπρίο ως Μερκούτιος, ο απολαυστικός Γιάννης Δρακόπουλος στον ρόλο του αντισυμβατικού Πάτερα Λαυρέντιου, μαζί με τους εξαιρετικούς Δαυίδ Μαλτέζε, Παναγιώτη Γουρζουλίδη, Βασίλη Παπαδημητρίου, Αρετή Πασχάλη και Νίνα Φώσκολου, με το πληθωρικό τους ταλέντο, τον γρήγορο ρυθμό και το χιούμορ, εναλλάσσουν ρόλους με γρήγορα αντανακλαστικά και απογειώνουν το κοινό.

     Είναι ένας θίασος υπέροχος, διαρκώς σχολιαστικός, μέσα σ’ ένα σκηνικό «όργιο» της Μαρίας Φιλίππου και της δημιουργικής συνεργασίας της Ιωάννας Καλαβρού με τα κοστούμια της, καθοδηγούμενου κινητικά από την Φαίδρα Νταϊόγλου.

    Συντελεστές

    Σκηνοθεσία-Φωτισμοί: Νικορέστης Χανιωτάκης

    Πρωτότυπη μουσική: Γιώργος Ανδρέου

    Σκηνικά: Μαρία Φιλίππου

    Κοστούμια: Ιωάννα Καλαβρού

    Χορογραφίες: Φαίδρα Νταϊόγλου

    Σχεδιασμός ήχου – ηχοληψία: Μανώλης Καραδημητράκης

    Βοηθός σκηνοθέτη: Θεοδώρα Κοκκινίδη

    Οργάνωση παραγωγής: Χρυσαντίνα Κούλουμπου, Χαρούλα Λώλη

    Εκτέλεση παραγωγής: Ιουλιέτα Καραχάλιου

    Οργάνωση γραφείου παραγωγής: Βικτώρια Λώλη, Αργυρώ Τσοτσώνη

    Επικοινωνία: Ελένη Λιλή – elenanlily@gmail.com

    Creative Agency : GridFox

    Social media: Social Wave

    Παίζουν: Υρώ Μανέ, Άκης Σακελλαρίου, Σπύρος Μπιμπίλας, Γιάννης Δρακόπουλος, Δαυΐδ Μαλτέζε, Παναγιώτης Γουρζουλίδης, Βασίλης Παπαδημητρίου, Αρετή Πασχάλη, Νίνα Φώσκολου, Οδυσσέας Κωνσταντόπουλος

    Στον ρόλο της Παραμάνας ο Γιάννης Ζουγανέλης!

    ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

    Πηγή: KavalaWebNews

    Continue Reading
    Advertisement

    Προτεινόμενα