Connect with us

Πολιτισμός

«Κάποιος να με προσέχει» στο «Αυλαία» Θεσσαλονίκης σε πανελλήνια πρώτη!

«Κάποιος-να-με-προσέχει»-στο-«Αυλαία»-Θεσσαλονίκης-σε-πανελλήνια-πρώτη!

Πρόλογος

Για πρώτη φορά στην Ελλάδα το συναρπαστικό έργο του Ιρλανδού συγγραφέα Frank McGuinness «Κάποιος να με προσέχει» παρουσιάζεται στη Θεσσαλονίκη, από 11 Νοεμβρίου 2022 σε παραγωγή του «Θεάτρου Αυλαία», ενώ τον Φεβρουάριο του 2023 κατεβαίνει στην Αθήνα, στο Θέατρο «Ιλίσια».

Η ομηρεία στη Μέση Ανατολή έχει γίνει σήμερα ακόμα πιο φρικτή υπόθεση, από ό,τι ήταν το 1992, όταν ο Frank McGuinness έγραψε αυτό το έργο.

Εμπνευσμένο από την εμπειρία του Brian Keenan και του John McCarthy, οι οποίοι κρατήθηκαν αιχμάλωτοι στη Βηρυτό από Ισλαμιστές Τζιχαντιστές, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980.

Εκείνο που κάνει το θλιβερό συμβάν να αντέχει στη δοκιμασία του χρόνου, είναι ότι ξαναγεννιέται ως μια θεατρική παραβολή της ανθρώπινης ανθεκτικότητας και, μάλιστα, με τα αντίγραφα του Κορανίου και της Βίβλου στο στόμα των ομήρων.

Υπόθεση

Όπως λέει και η σκηνοθέτις Αθανασία Καραγιαννοπούλου στο σημείωμά της, το έργο, βασισμένο σε αληθινή ιστορία, μιλά για τρεις ομήρους (έναν Άγγλο, έναν Ιρλανδό κι έναν Αμερικανό) που είναι έγκλειστοι σ’ ένα βρώμικο κελί στη Βηρυτό, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, υπό το άγρυπνο βλέμμα των τρομοκρατών – απαγωγέων τους. Η προσπάθειά τους ν’ αντέξουν τις κακουχίες και την αγωνία του θανάτου εκδηλώνεται με δαιμονικό χιούμορ ή «παιχνίδια» διαφυγής. Μέσα από συγκρούσεις ή συναισθηματικές εξάρσεις, οι τρεις τους θα αγαπήσουν ο ένας τον άλλο και θα δεθούν με ισχυρότερα δεσμά και από τις αλυσίδες που τους κρατούν αιχμάλωτους.

«Θέλω το έργο μου να μιλήσει για το πώς τα ανθρώπινα όντα αντέχουν κάτω από φριχτές συνθήκες», λέει ο Φρανκ Μακγκίνες στο πιο πρόσφατο ανέβασμα του έργου στο Λονδίνο. «Αν και αληθινά τραυματικές και απειλητικές για τη ζωή τους, οι συνθήκες αυτές μπορούν να γίνουν κατανοητές ως προς τη φύση του κτήνους… Ήθελα να είναι ένα έργο για το “εδώ και τώρα” αυτών των τριών ανθρώπων, για το πώς επιβιώνουν, ποιες είναι οι οδοί διαφυγής τους».

Μια πολύ βαθιά σχέση εξελίσσεται ανάμεσα στους τρεις άντρες. Μια αγάπη που δεν τους τρομάζει και δε θέλουν να την αποφύγουν. Καθώς είναι δεμένοι με αλυσίδες, η εξάρτηση μεταξύ τους εντείνεται και η απώλεια του ενός γίνεται απόλυτα τρομαχτική για τον άλλον.

Το έργο ανήκει στην εποχή μας. Μια εποχή εξεγέρσεων, τρομοκρατίας αλλά και επαναπροσδιορισμού της ανδρικής συμπεριφοράς. Είναι μια ιστορία για κάτι που ελάχιστοι γνωρίζουν από πρώτο χέρι, αλλά που μιλά για όσα έχουν όλοι οι άνθρωποι στην καρδιά τους.

Δραματουργία

Ένας Αμερικανός γιατρός, ο Άνταμ, ένας Ιρλανδός δημοσιογράφος ονόματι Έντουαρντ και ένας Άγγλος καθηγητής πανεπιστημίου, ο Μάικλ, έχουν ριχτεί στο ίδιο ανήλιαγο κελί, χωρίς εξήγηση. Στην αρχή όλα δείχνουν να είναι στερεότυπα. Ο Άνταμ, η ενσάρκωση του ιδεαλισμού των Γιάνκηδων, περνάει χρόνο στο κελί του διαβάζοντας τη Βίβλο και διαλογιζόμενος. Ο Μάικλ, μια προσωποποιημένη εικόνα των ευγενικών εγγλέζικων τρόπων, παρηγορείται θυμούμενος τα σπουδαία έργα της αγγλικής λογοτεχνίας και ο Έντουαρντ, είναι ένα άδειο «πυροβόλο» της Βόρειας Ιρλανδίας, που θέλει να κρατά σε εγρήγορση τους άλλους δύο.

Αυτοί οι άντρες μπορούν να μιλούν όλοι την ίδια γλώσσα, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι είναι τόσο εύκολο να καταλάβουν ο ένας τον άλλον, τουλάχιστον στον πρώτο καιρό της «συμβίωσής» τους.

Καθώς το έργο προχωρά, ο θεατρικός συγγραφέας ανατρέπει αυτά τα πρότυπα με απρόβλεπτους τρόπους. Καθ’ όλη τη διάρκεια, οι κυριολεκτικά αθέατοι απαγωγείς των ομήρων, τους παρακολουθούν με «κρυφά μάτια».

Εκείνο που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί είναι η δυναμική του έργου να επαληθεύει το ένστικτο της επιβίωσης.

Αν και μέρος του χιούμορ είναι μαύρος παραλογισμός, όπως αρμόζει σ’ αυτή την υπαρξιακή αλλά άγρια υπόθεση, που ακόμη και οι ήρωες – όμηροι βλέπουν μερικές φορές ως γελοία, ο θεατρικός συγγραφέας επινοεί εκτεταμένες στροφές βοντβίλ (θεατρικό έργο 18ου αιώνα, το οποίο, ξεφεύγοντας από τα παραδοσιακά πρότυπα, σατίριζε τα ήθη). Για να κρατήσουν μακριά την απόγνωση και την παραφροσύνη, οι άντρες φαντάζονται και παραδίδουν μαθήματα επιβίωσης, όπως ακριβώς κάνει ένας επιζών ναυαγός σε ξερονήσι ή ένας ζογκλέρ στο εναέριο σχοινί ισορροπίας, χωρίς προστατευτικό δίχτυ. Ακροβατούν ανάμεσα στη λογική και στην τρέλα. Επινοούν παιχνίδια μυαλού είτε γράφοντας φανταστικές επιστολές στα σπίτια τους είτε δοκιμάζοντας αλκοολούχα ποτά ή εφευρίσκοντας αιτίες για «ενδοοικογενειακές» συγκρούσεις.

Το «δια ταύτα» της ιστορίας είναι η επαλήθευση του αποφθέγματος «το μεγαλύτερο αγαθό στον άνθρωπο είναι η ελευθερία».

Η παράσταση

Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι το έργο μοιάζει περισσότερο με διαμάχη στη Μέση Ανατολή, παρά με τη σύγκρουση μεταξύ Ιρλανδίας και Αγγλίας. Η αιχμαλωσία έχει φέρει στο ίδιο άθλιο επίπεδο τρεις άνδρες από διαφορετικές κουλτούρες, πεποιθήσεις και κοινωνικά στρώματα, ωστόσο, εξακολουθούν να διέπονται, και μέσα στο κελί, από τις ίδιες κοινωνικές διαφορές.

Πράγματι, αυτή η συμβίωση έχει κάποια σχέση με τη σύγχρονη αναταραχή στη Μέση Ανατολή. Όταν οι όμηροι αναγκάζονται να καλύψουν το κεφάλι τους με μαύρες πάνινες μαντήλες, είναι δύσκολο για το κοινό να μην σκεφτεί τη φοβερή φυλακή «Αμπού Γκράιμπ» στο Ιράκ.

Ο McGuinness περιγράφοντας τα δεινά των ομήρων σ’ αυτό του το έργο, είναι περισσότερο Μπέκετ (Περιμένοντας τον Γκοντό), παρά Κώστας Γαβράς (Κατάσταση πολιορκίας ). Το ανεπιτήδευτο κείμενό του δεν προσφέρει εκρηκτικούς λόγους για την αναλγησία του ανθρώπου προς άνθρωπο, ούτε βία επί σκηνής ούτε συζητήσεις για την φλέγουσα πολιτική που επιβάλλεται στη Μέση Ανατολή. Αρκείται στην εκμετάλλευση μιας πραγματικής τραγωδίας, για να φέρει στη σκηνή μια ψευδαίσθηση, αναφορικά με τις φαντασιώσεις, τα αστεία και τα πνευματικά πιστεύω των ηρώων του, ώστε οι απλοί θεατές εύκολα να βιώνουν τον βάρβαρο εγκλεισμό.

Ο στόχος του συγγραφέα είναι άξιος λόγου και ανάλυσης, αλλά δύσκολος. Ούτε ο Μπέκετ κατάφερνε πάντα να είναι εύληπτα τα έργα του. Αλλά ο McGuinness δεν είναι Beckett. Στο μεγαλύτερο κομμάτι της παράστασης οι ρόλοι των τριών ανδρών έχουν έναν τεχνητό τόνο άσκησης, όπως σε σχολική τάξη υποκριτικής. Για παράδειγμα, επιδίδονται σε επινοητικούς αυτοσχεδιασμούς, θαρρείς έχουν ορμηνευθεί να επιδεικνύουν τις δεξιότητές τους.

Δεδομένου ότι αυτοί οι χαρακτήρες σχεδιάστηκαν από τον συγγραφέα σχηματικά και μερικές φορές στερεοτυπικά, ο καθένας έχει μια, σαφώς, διαφορετική εθνικότητα, οικογενειακή κατάσταση, επάγγελμα κ.λπ. Έτσι, η ιστορία είναι άλλοτε διασκεδαστική, άλλοτε καθηλωτική ή συγκινητική . Όλο το παραπάνω συγγραφικό αποτύπωμα αποδίδεται στη σκηνή από τους τρεις ηθοποιούς, συγκλονιστικά.

Η διαφωτιστική, όμως, σκηνοθεσία της Αθανασίας Καραγιαννοπούλου, όπως και η μετάφρασή της, εστιάζουν σε μια συναρπαστική ψυχολογική εξερεύνηση εσωτερικού κόσμου τριών ανθρώπων, που υπομένουν μια ακραία εξευτελιστική μεταχείριση και μας δίνουν ένα είδος σύγχρονου φάσματος των αντιπροσωπευτικών ρευμάτων της φιλοσοφίας – από την προσωκρατική, τη στωική, μέχρι την υπαρξιστική και άλλα νεότερα ρεύματα – από το οποίο διαπερνά η εξερεύνηση της εσωτερικής εμπειρίας, η έννοια την ύπαρξης του ανθρώπου, της ζωής και του θανάτου.

Οι ήρωες καταφεύγουν στο παιχνίδι ρόλων για να διατηρήσουν τη διάθεσή τους. Σε ένα στιγμιότυπο βλέπουμε τον ταραχώδη Άγγλο καθηγητή να αναπαράγει τη νίκη της Bιρτζίνια Γουέιντ, στο Wimbledon, επί της Μπέτι Στόουβ το 1977. Έξοχη σκηνή, ιδίως στην κορύφωσή της με το τραγούδι των Queen “ We are the champions” .

Το σκηνικό τ ης Μαίρης Τσαγκάρη είναι ένα ακάθαρτο δάπεδο με τρία βρώμικα στρώματα και αλυσίδες. Αρκεί, για να απεικονίσει την αθλιότητα αφενός και, αφετέρου, το «δωμάτιο των στεναγμών» των φυλακισμένων.

Ωστόσο, τρεις αξιόλογες ερμηνείες αναδύονται από αυτή την απίστευτη τρύπα της κόλασης. Αντίνοος Αλμπάνης, Δημήτρης Μάριζας και Πήτερ Ράντλ σ’ ένα ρεσιτάλ ερμηνείας, που, για να εκτιμήσετε όλες του τις διαστάσεις : πόνο, θλίψη, απόγνωση, ψήγματα χαράς, νοσταλγία, ονειροπόληση, θυμός, χιουμοριστικές εξάρσεις, αγανάκτηση, δύναμη μα και ισοπέδωση ψυχής, πρέπει να δείτε την παράσταση.

Εξάλλου, είναι εφήμερη και φευγαλέα από την ίδια της τη φύση η καλλιτεχνική δραστηριότητα του ηθοποιού και, δυστυχώς, δεν αφήνει τα επιτεύγματά της χαραγμένα σε κάποια στέρεα χειροπιαστά υλικά, τα οποία μπορούν οι μελετητές των επόμενων γενεών να περιεργαστούν και να αξιολογήσουν με τη νηφαλιότητα που εξασφαλίζει, συνήθως, η χρονική απόσταση από τα γεγονότα. Θνησιγενής τέχνη το θέατρο, άρα δεν αφήνει πίσω της ό,τι η τέχνη, για παράδειγμα, του ζωγράφου. Ακριβώς γι’ αυτό γράφω το άρθρο και σας παροτρύνω να βιώσετε την εμπειρία. Είναι ξεχωριστή και, ίσως, απελευθερωτική για πολλούς θεατές που είναι εγκλωβισμένοι στα προσωπικά τους αδιέξοδα.

Ο δυνατός ΄Ανταμ – Πήτερ Ραντλ, ως ο σωβινιστής Αμερικανός που τραγουδά το Amazing Grace, είναι ένας πυλώνας σθένους κι αντοχής. Ο εκπληκτικός Αντίνοος Αλμπάνης, είναι ο θρασύς Ιρλανδός που κρατά τους άλλους «ζωντανούς» με ανέκδοτα δραματοποιημένα και ευφυολογήματα. Ο αβρός Άγγλος καθηγητής του Δημήτρη Μάριζα, είναι αγενής στην αρχή, αλλά αποκαλύπτεται σταδιακά αισιόδοξος και με ψυχή, καθώς αντιμετωπίζει τις αντιξοότητες με την υπερηφάνεια ενός προκλητικού ανιχνευτή.

Η απομόνωση σπάνια είναι τόσο υποφερτή, μέσα σ’ ένα κλειστοφοβικό μπουντρούμι με το σπαθί πάνω από το κεφάλι.

Μερικές από τις πιο δυνατές στιγμές της παράστασης προέρχονται από αυτό που δεν φαίνεται. Οι αφανείς μεν, ωσεί παρόντες δε φύλακες, κάνουν τη διαμονή των ομήρων στο κελί, ακόμα πιο ανατριχιαστική. Ωστόσο, θα ξεχωρίσω την ευρηματική σκηνοθετική σκηνή, λυτρωτική για τον ΄Ανταμ, όταν λάμνει με το μπουκάλι νερού- κουπί πάνω στο στρώμα – σχεδία, ενώ τη στεφανώνει το υπέροχα διασκευασμένο τραγούδι «Gangsta’s Paradise” των Coolio και Κιλιάν Μας.

Η Αθανασία Καραγιαννοπούλου συγκέντρωσε ένα πολύ ικανό καστ ερμηνευτών. Ο Πήτερ Ραντλ έχει δυναμική παρουσία, ως ο εθνικιστής Αμερικανός και τα μάτια του γίνονται γυάλινα, καθώς βυθίζεται στην τρέλα. Ο Έντουαρντ του Αντίνοου Αλμπάνη είναι χοντροκομμένος, σκληρός, ενίοτε χιουμορίστας, γεγονός που κάνει τις πιο ευάλωτες στιγμές του ιδιαίτερα απολαυστικές. Ο Δημήτρης Μάριζας εμφανίζει άψογο κωμικοτραγικό συγχρονισμό, ως ο ευρυμαθής ακαδημαϊκός, ο οποίος κατακτά το κέντρο αυτού του περίπλοκου χαρακτήρα.

Όταν οι όμηροι συζητούν δεν μπορούμε να διακρίνουμε αν είναι μέρα ή νύχτα, ο συγκρατημένος, αποστειρωμένος φωτισμός του Λευτέρη Παυλόπουλου, τονίζει αυτό το άχρονο τοπίο στο υπόγειο κρατητήριο – κλουβί, με εντυπωσιακό τρόπο.

Η αφανής «παρουσία» των δεσμοφυλάκων είναι ξεκάθαρα αισθητή χάρη στις προσπάθειες της μουσικής επένδυσης και των φωτισμών.

Η παράσταση αποτελείται από εννέα σκηνές, ενώ ακούγονται αποσπάσματα από το τραγούδι της Ella Fitzgerald «Someone who’ ll watch over me» το οποίο δάνεισε στο έργο τον τίτλο του.

Δείτε αυτή την παράσταση ερμηνειών!!

Συντελεστές

Μετάφραση: Αθανασία Καραγιαννοπούλου

Σκηνοθεσία: Αθανασία Καραγιαννοπούλου

Σκηνικά- Κοστούμια: Μαίρη Τσαγκάρη

Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος

Μουσική επιμέλεια: Αθανασία Καραγιαννοπούλου

Φωτογραφίες: Νίκος Βαρδακαστάνης

Παραγωγή: Θέατρο ΑΥΛΑΙΑ

Επικοινωνία: Γιάννης Δαλάκας

Ερμηνεία:

Αντίνοος Αλμπάνης

Δημήτρης Μάριζας

Πήτερ Ραντλ

Η παράσταση είναι κατάλληλη για ηλικίες άνω των 16 ετών.

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας: Τέσσερα εργαστήρια για όλους

ΔΗΠΕΘΕ-Καβάλας:-Τέσσερα-εργαστήρια-για-όλους

Το ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας ανοίγει τις πόρτες του για τη σεζόν 2026–2027 με τέσσερα εργαστήρια, από τον Νοέμβριο του 2026 έως τον Απρίλιο του 2027. Απευθύνονται σε εφήβους 12–18 ετών, σε ενήλικες κάθε ηλικίας και, για πρώτη φορά, σε άτομα με αναπηρία.

«WHAT IF? Vol. 5» — Βιωματικό εργαστήριο για εφήβους

Για πέμπτη συνεχόμενη χρονιά το ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας προσκαλεί εφήβους 12 έως 18 ετών στο WHAT IF?, ένα βιωματικό εργαστήριο όπου η θεατρική πράξη γίνεται τρόπος να μαθαίνεις, να εκφράζεσαι και να μεγαλώνεις. Διδάσκει και φέτος η θεατρολόγος Ελευθερία Μελά, με εξειδικευμένη εμπειρία σε εργαστήρια ερασιτεχνών. Φέτος το εργαστήριο λειτουργεί σε ένα ενιαίο τμήμα.

  • Πότε: Κάθε Δευτέρα, 19:00–21:00
  • Που: Θέατρο ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΒΑΛΑΚΟΥ
  • Έναρξη: Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2026

«Ο Ποιητικός Εαυτός Επιστρέφει» — Εργαστήριο αγωγής προφορικού λόγου και ορθοφωνίας

Για δεύτερη χρονιά η Καβαλιώτισσα ηθοποιός και εμψυχώτρια Δέσποινα Παπάζογλου συνεχίζει στο ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας το ξεχωριστό της σεμινάριο. Απευθύνεται σε ανθρώπους κάθε ηλικίας που θέλουν να διερευνήσουν τα όρια και τη δύναμη της φωνής τους και να χρησιμοποιήσουν το σώμα τους ως ηχείο.

  • Πότε: Κάθε Σάββατο, 12:00–14:00
  • Που: Θέατρο ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΒΑΛΑΚΟΥ
  • Έναρξη: Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2026

«Μετατοπίσεις» — Εργαστήριο θεατρικής κινησιολογίας

Για πρώτη φορά το ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας προσφέρει εργαστήριο θεατρικής κινησιολογίας, με διδάσκοντα τον Καβαλιώτη ηθοποιό Δημήτρη Γαλανάκη, απόφοιτο του Τμήματος Θεάτρου του Α.Π.Θ. Αφετηρία είναι η παρατήρηση και η εξερεύνηση του σώματος. Με κινητικούς αυτοσχεδιασμούς και στοιχεία σύγχρονου χορού, οι συμμετέχοντες θα ερευνήσουν τις δυναμικές του σώματος και θα διευρύνουν το κινητικό τους λεξιλόγιο. Θα έρθουν επίσης σε επαφή με τη σύνθεση και τη χορογραφία, δημιουργώντας τις δικές τους κινητικές συνθέσεις. Δεν απαιτείται προηγούμενη εμπειρία στον χορό ή στο θέατρο.

  • Πότε: Κάθε Τετάρτη, 18:00–20:00
  • Που: Θέατρο ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΒΑΛΑΚΟΥ
  • Έναρξη: Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2026

«Ένας Κόσμος Αλλιώς» — Θεατρικό εργαστήριο για άτομα με αναπηρία

Για πρώτη φορά το ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας προσφέρει θεατρικό εργαστήριο για άτομα με αναπηρία που αγαπούν το παιχνίδι, τη φαντασία και τη δημιουργική έκφραση. Διδάσκουν οι θεατρολόγοι και εμψυχώτριες Ελευθερία Μελά και Γεωργία Χουχούμη. Με θεατρικά παιχνίδια, αυτοσχεδιασμούς, μουσική και δημιουργικές δραστηριότητες, οι συμμετέχοντες θα πειραματιστούν, θα φανταστούν και θα επικοινωνήσουν με τρόπους που δεν χρειάζονται πάντα λέξεις. Ο καθένας μας βλέπει τον κόσμο διαφορετικά· όταν οι διαφορετικές ματιές συναντιούνται, μπορεί να γεννηθεί ένας κόσμος αλλιώς.

  • Πότε: Κάθε Πέμπτη, 16:30–18:00
  • Που: Πολιτιστικό Κέντρο “Πυθαγόρας”
  • Έναρξη: Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2026
  • Κόστος: 20 ευρώ / μήνα, με σημαντικές μειώσεις ή δωρεάν συμμετοχή σε ειδικές περιπτώσεις. Για πληροφορίες, επικοινωνήστε μαζί μας.

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

  • Διάρκεια: Νοέμβριος 2026 – Απρίλιος 2027
  • Κόστος συμμετοχής: 20 ευρώ / μήνα για κάθε εργαστήριο
  • Δηλώσεις συμμετοχής: έως τις 5 Νοεμβρίου 2026, στο 2510 220 876 (10:00–14:00) και στο thkavala@otenet.gr

Τα εργαστήρια θα πραγματοποιηθούν εφόσον συμπληρωθεί ο ελάχιστος αριθμός συμμετοχών.

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Black Birthday» του Κώστα Σταύρου στο Φουαγιέ Θεάτρου Ε.Μ.Σ. σε σκηνοθεσία Νίκου Νικολάου

«black-birthday»-του-Κώστα-Σταύρου-στο-Φουαγιέ-Θεάτρου-ΕΜΣ.-σε-σκηνοθεσία-Νίκου-Νικολάου

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Η παράσταση του ΚΘΒΕ, γεμάτη ανατροπές, ευφυές χιούμορ, έξυπνους και γρήγορους διαλόγους και στιγμές αυτοσαρκασμού, αναδεικνύει τις σχέσεις των δυο φύλων και αποδεικνύει ότι τελικά τα φαινόμενα απατούν.

Τα εξηκοστά γενέθλια του Κώστα δεν προμηνύονται γιορτινά. Το αντίθετο. Αρρωστοφοβικός και αγχώδης θεωρεί ότι θα πεθάνει μόλις μπει η μέρα των γενεθλίων του, πεπεισμένος ότι θα έχει την ίδια τύχη με τον θείο του, που πέθανε στην ίδια ηλικία. Και καθώς η γυναίκα του βρίσκεται στο μαιευτήριο, περιμένοντας την κόρη τους να γεννήσει, εκείνος καλεί τον κολλητό και κουμπάρο του, για να μην περάσει μόνος την… τελευταία νύχτα της ζωής του. Από την άλλη ο Στάθης, έρχεται στο σπίτι, χωρίς καμία διάθεση να συμμεριστεί τον πανικό του. Άνθρωπος της δράσης, της απόλαυσης και της αισιοδοξίας, προσπαθεί να τον προσγειώσει στην πραγματικότητα. Όμως, όσο περνά η ώρα, οι δύο φίλοι παρασύρονται σε ένα αλλόκοτο παιχνίδι υποθέσεων, αναμνήσεων και εξομολογήσεων. Θα κάνουν έναν απρόσμενο απολογισμό ζωής, οργανώνοντας την κηδεία του Κώστα. Ποιος θα έρθει; Ποιος θα λείψει; Και σε ποιους θα λείψει ο ίδιος;

Το έργο του Κώστα Σταύρου «Black Birthday» είναι μια μαύρη κωμωδία με γρήγορο ρυθμό, αιχμηρό χιούμορ και πολλές ανατροπές, που μετατρέπει μια νύχτα πανικού σε μια αναμέτρηση με τις μικρές εμμονές, τις μεγάλες φιλίες, τις ματαιώσεις και όλα εκείνα που συνθέτουν μια ζωή.

Σκηνοθετικό σημείωμα

Το ανέβασμα του έργου «Black Birthtay» του Κώστα Σταύρου, αποτελεί ένα γοητευτικό στοίχημα. Πίσω απ’ την επιφάνεια αυτής της εξαιρετικής κωμωδίας, που ξετυλίγει το νήμα μιας μακροχρόνιας φιλίας και κουμπαριάς, ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος μιας επιδερμικής ανάγνωσης. Οι ήρωες του Κώστα Σταύρου οχυρώνονται πίσω από προσωπεία-μάσκες κοινωνικής επιβίωσης, που κρύβουν επιμελώς την αληθινή τους γύμνια. Ο ένας, ένας σύγχρονος «κατά φαντασίαν ασθενής» παγιδευμένος στον λαβύρινθο των εμμονών της υποχονδρίας και των ακραίων του φόβων. Ο άλλος, ορθολογιστής, κυνικός και οπλισμένος με ένα αιχμηρό χιούμορ. Όμως αυτές οι στερεοτυπικές ταυτότητες δεν είναι παρά η προθήκη. Σκοπός της παράστασής μας είναι να γκρεμίσει αυτά τα προσωπεία, να σπάσει τους καθρέπτες της ψευδαίσθησης και να φέρει στο φως τους ήρωες στην πιο καθαρή, ανθρώπινη και ανυπεράσπιστη αλήθεια τους.

Νίκος Νικολάου

Το κείμενο του Κώστα Σταύρου αντλεί έμπνευση και από τον Μολιέρο και από τον Παύλο Μάτεσι. Από τον «Κατά φαντασίαν ασθενή» και από την «Τελετή».

Ο Μάτεσις παραδίδει ένα αριστουργηματικό δείγμα μαύρου χιούμορ, όπου ο θάνατος υποβιβάζεται σε ένα κοσμικό γεγονός, ξεσκεπάζοντας τον απόλυτο μικροαστισμό και ο Μολιέρος «κοροϊδεύει» με σαρκασμό τις αρρωστημένες εμμονές του ανθρώπου.

 Ο Κώστας Σταύρου έρχεται με το αυτό μοτίβο να αποδείξει ότι η κωμωδία και, μάλιστα, η σκοτεινή κωμωδία με μακάβριο χιούμορ, μπορεί να διασκεδάσει την κατήφεια, τη μαύρη στεναχώρια, τη θλίψη, επειδή έχει η ζωή γυρίσματα.

 Η σκηνοθεσία του Νίκου Νικολάου έχει τοποθετήσεις τους ήρωες σε μια συνθήκη, όπου τα «δύσκολα» θέματα μπορούν να αποδοθούν θαυμάσια με γέλιο. Ο κατακερματισμός κάθε δύσκολου, βαρύ θέματος, από τον θάνατο μέχρι τον φόβο και από την πολιτική έως τη θρησκεία, περνάνε ανώδυνα, κάνοντας απλά χιούμορ. Τα αστεία στοιχεία προβάλλονται μέσα από την θλιβερότητα της κατάστασης και η σοβαρότητα του θέματος μέσα από το πρίσμα μιας άλλης γεμάτης χιούμορ πραγματικότητας. Ταυτόχρονα, αποτίνει φόρο τιμής στη μακροχρόνια φιλία.

Στην παράσταση του ΚΘΒΕ , δύο εξαιρετικοί ηθοποιοί, ο Νίκος Νικολάου και ο Δημήτρης Σιακάρας, υποδύονται τον Στάθη και τον Κώστα, εκ διαμέτρου αντίθετοι χαρακτήρες, που, ωστόσο, στην πολύχρονη φιλία τους ο ένας συμπλήρωνε τον άλλο, μέχρι να ξεχυθούν στη σκήνη εσώψυχα, αποκυήματα της αρρωστοφοβικής ψύχωσης του ενός και σπαράγματα ορθολογιστικά της μποέμικης αντίληψης περί ζωής, του άλλου.

Ο Κώστας, αρρωστομανής, εξηνταρίζει και είναι πεπεισμένος ότι δε θα τα προλάβει να γιορτάσει τα εξηκοστά γενέθλιά του. Ο φόβος πως θα έχει την ίδια τύχη με τον θείο του, που πέθανε στην ίδια ηλικία, τον οδηγεί να καλέσει τον κολλητό και κουμπάρο του, για να μη μείνει μόνος στην – κατ’ αυτόν – τελευταία νύχτα της ζωής του.

Ο Στάθης, αλέγκρος τύπος, βλέπει τη ζωή με θετική ματιά, με όρεξη για δράση, με αισιοδοξία και διάθεση για νέες περιπέτειες. Καθώς οι ώρες κυλούν, οι δύο άντρες μπλέκουν σε ένα παράξενο παιχνίδι υποθέσεων, αναμνήσεων και εξομολογήσεων, μέχρι να φτάσουν στο σημείο να οργανώσουν την κηδεία του φαντασιόπληκτου «συγχωρεμένου».

Οι δύο κόσμοι συγκρούονται με φόντο την υποτιθέμενη κηδεία του Κώστα, οι ανατροπές χαρίζουν εκρήξεις γέλιου, οι καταιγιστικοί ρυθμοί δεν επιτρέπουν τον αποπροσανατολισμό των θεατών από το θέμα που γέννησε η φαντασία του συγγραφέα, ο οποίος καταφεύγει στις λέξεις, άλλες μικρές και γλυκές, άλλες βαθιές και σκοτεινές, όλες, όμως, με μια κοινή ρίζα: την ανάγκη του ανθρώπου να νιώσει, να τολμήσει, να λυτρωθεί, να παραβεί τους κανόνες, να τιμωρήσει, να ξορκίσει.

 Οι φράσεις δημιουργούν εικόνες που, σε μια σειρά σχηματίζουνε ιστορίες, όπως αυτή των ταραγμένων γενεθλίων ενός μεσήλικα. Παραδόξως, τα κεριά της τούρτας μετατρέπονται στη φαντασία του σε εκείνα που φιλοξενεί το μανουάλι εκκλησιάς, σε μια μακάβρια τελετή.

 Το οξύμωρο στο έργο και, ταυτόχρονα ελπιδοφόρο, είναι το γεγονός ότι ενώ μονοπωλεί τη συζήτηση ο χάρος, η κόρη του «ετοιμοθάνατου» ετοιμάζεται στο μαιευτήριο να φέρει στη ζωή ένα νέο πλάσμα. Το τέλος γεννά μια αρχή, κατά τα ειωθότα, άσχετα εάν συμβαίνει στην πραγματικότητα ή στα παραμύθια. Επί της ουσίας, το «φύγε εσύ ο παλιός, έλα εσύ ο καινούργιος», είναι ένα αέναο γεγονός στο γένος των έμβιων όντων.

Αν αφουγκραστούμε την «πλατεία» στη διάρκεια της δράσης , ίσως να αντιληφθούμε από τις εκφράσεις και τις αυθόρμητες εκρήξεις γέλιου στο κοινό, ότι ο θάνατος παραμένει θέμα ταμπού σε πολλές σύγχρονες κοινωνίες και ότι η επιθυμία να μάθουμε ποιοι θα μας αποχαιρετήσουν πηγάζει από πολύ συγκεκριμένες ανάγκες, όπως η απάντηση στα ερωτήματα : τι αποτύπωμα αφήνουμε στις ζωές των άλλων; Είναι ένας τρόπος να μετρήσουμε την αγάπη, τη φιλία και τη σημασία που είχαμε για τον περίγυρό μας;

Ακόμα, το να επιθυμούμε μια γεμάτη αίθουσα ή έναν γεμάτο περίβολο, μας προσφέρει, ίσως, μια αίσθηση παρηγοριάς ότι δεν θα ξεχαστούμε αμέσως.

Πολλοί άνθρωποι, ειδικά όσο μεγαλώνουν, θέλουν να έχουν τον έλεγχο της τελευταίας τους «δημόσιας εμφάνισης». Η συζήτηση για την κηδεία (από τη λίστα των καλεσμένων μέχρι τη μουσική ή τα λουλούδια) είναι ένας τρόπος να συμφιλιωθεί κανείς με το αναπόφευκτο.

Στην τέχνη του θεάτρου και στη λογοτεχνία, το μοτίβο αυτό εμφανίζεται συχνά (από τον Τομ Σόγιερ που κρύβεται για να δει την ίδια του την κηδεία, μέχρι σύγχρονες ταινίες και σειρές και, βέβαια, σε θεατρικά έργα).

 Θα τολμήσω να πω, πως όλη αυτή η ανησυχία ή ο πανικός ή οι ενδόμυχες επιθυμίες, είναι απλώς ένας έμμεσος τρόπος να πούνε οι άνθρωποι : «Θέλω να ξέρω ότι η ζωή μου είχε σημασία για κάποιους ανθρώπους».

Ακόμα, η παράσταση είναι μια απόδειξη ότι στη μέση ηλικία, ας πούμε στη μεταβατική περίοδο της ζωής, η οποία συχνά χαρακτηρίζεται από έντονες αλλαγές και κρίσεις, οι φίλοι λειτουργούν ως το απόλυτο σύστημα υποστήριξης.

 Επίσης, ανεξάρτητα από εμμονές που πιθανώς να έχει ο μεσήλικας, η συνειδητοποίηση του χρόνου που περνά και χάνεται, οδηγεί συχνά στην κλασική «κρίση της μέσης ηλικίας». Οπότε, κρατάμε από την παράσταση κι ένα ακόμη μήνυμα: η φιλία δεν είναι πολυτέλεια, είναι ανάγκη επιβίωσης και ευημερίας. Οι ποιοτικές σχέσεις σε αυτή τη φάση λειτουργούν ως προστατευτικό δίχτυ για το πέρασμα στην επόμενη χρονική περίοδο, με αισιοδοξία.

Απολαυστικές οι ερμηνείες των δύο καλών ηθοποιών, με την εξαιρετική τους χημεία στη σκηνή, την οποία «στολίζει» με τα απαραίτητα σκηνικά ενός κλασικού σαλονιού και με σημερινά κοστούμια η Χρύσα Δαπόντε, ενώ ο Στέλιος Τζολόπουλος τη φωτίζει όπως πρεπει, ενώ ο Μάριος Στρόφαλης με τη μουσική του ντύνει το έργο.

 Οι ρυθμοί γρήγοροι, οι ατάκες απολαυστικές, «δολοφονικό» το χιούμορ, ενώ η σκηνοθετική άποψη μεγεθύνει αυτή του συγγραφέα, αντιμετωπίζοντας αυτόν τον ίδιο τον θάνατο με ειρωνεία, διδακτικό σαρκασμό και, οπωσδήποτε, εξορκισμό.

Δωρίζει δε ένα «δια ταύτα» πολύχρωμο, εφόσον όσο δυσάρεστος κι αν είναι ο τελευταίος μας προορισμός, η ζωή, μέσα από τις πράξεις μας, τις μικρές χαρές, τις όχι πάντα ευχάριστες συγκινήσεις της, μπορεί να τον ακυρώσει με τον πιο θετικό τρόπο.

Όλοι οι συντελεστές δίνουν την ιλαρή ατμόσφαιρα που γεύεται το κοινό, το οποίο τους αποδίδει τα εύσημα με το θερμό τους χειροκρότημα.

Συντελεστές      

Συγγραφέας: Κώστας Σταύρου

Σκηνοθεσία – Επιμέλεια κειμένου: Νίκος Νικολάου

Σκηνικά – Κοστούμια: Χρύσα Δαπόντε

Μουσική: Μάριος Στρόφαλης

Φωτισμοί: Στέλιος Τζολόπουλος

Βοηθός σκηνοθέτη: Λίλη Αδρασκέλα

Οργάνωση παραγωγής: Πέτρος Κοκόζης

Φωτογραφίες: Mike Rafail

Διανομή

Νίκος Νικολάου (Στάθης)

Δημήτρης Σιακάρας (Κώστας)

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Μηνάς Βιντιάδης «ΤΟ ΜΙΣΟ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝ» στο «Μικρό» της Μονής Λαζαριστών σε σκηνοθεσία Γιώργου Κιουρτσίδη

Μηνάς-Βιντιάδης-«ΤΟ-ΜΙΣΟ-ΤΟΥ-ΜΗΔΕΝ»-στο-«Μικρό»-της-Μονής-Λαζαριστών-σε-σκηνοθεσία-Γιώργου-Κιουρτσίδη

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Πώς τα παιχνίδια του μυαλού μπορούν να ξεχωρίσουν τη φαντασία από την πραγματικότητα; Σε αυτό το ερώτημα καλούνται να απαντήσουν οι θεατές που παρακολουθούν το νέο θεατρικό έργο του Μηνά Βιντιάδη «Το μισό του μηδέν» που παρουσιάζεται, σε πρώτη πανελλήνια, από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος.

Στην πιο γενικευμένη έννοια της η λέξη «παράσταση» αναφέρεται στην ενέργεια, τη δράση ή τη συμπεριφορά. Ειδικότερα, η ψυχολογία της «παράστασης» αναφέρεται στη συνθήκη κατά την οποία το άτομο σκέφτεται, αισθάνεται και συμπεριφέρεται, όπως συμβαίνει στο έργο που σκηνοθετεί έξυπνα ο Γιώργος Κιουρτζίδης.

Όπως σε έναν λαβύρινθο υπάρχουν αμέτρητα αδιέξοδα και δρόμοι που μπερδεύουν, έτσι και το μυαλό μπορεί να χαθεί σε αναμνήσεις, υπερανάλυση, εσωτερικές συγκρούσεις ή ανασφάλειες. Στον συμβολισμό του λαβύρινθου, η πορεία προς το κέντρο είναι ένα ταξίδι προς την αυτογνωσία, την επαφή με το ασυνείδητο και τις βαθύτερες υπαρξιακές αγωνίες.

Στο αλληγορικό σκηνικό της Άννας- Μαρίας Αγγελίδου, κυριαρχεί ο «Λαβύρινθος» των σχέσεών μας, του νου μας, των αληθειών μας, των κινήτρων μας, των συναισθημάτων μας, της ταυτότητάς μας και ως σκηνοθετικό μοτίβο αλληλεπίδρασης κυριαρχεί η εναλλαγή, η περιστροφή και η αποδόμηση του «οικείου», η σχεδόν παντελής κι απόκοσμη απουσία οπτικής επαφής κι επικοινωνίας, συμπληρωμένη από μια εικονική διάσταση της φαντασίας και ένα είδος λόγου, που καθιστά τον θεατή προβληματισμένο, έστω κι αν είναι πραγματικός διάλογος ή φανταστικός μονόλογος!

Σε όλο το έργο κυλάει ένας κομψός κι απέριττος συγγραφικός λόγος, μελετημένος, ρεαλιστικός και συγκινητικός.

Σκηνοθετικό σημείωμα

Ένα σύγχρονο νεοελληνικό έργο, που κινείται στον χώρο του κοινωνικού-ψυχολογικού θεάτρου.

«Το μισό του μηδέν», πέρα από ευφάνταστος τίτλος έργου, λειτουργεί ως σύμβολο απουσίας, κενού, έλλειψης και μοναξιάς. Πάνω σε έναν πολυμορφικό και πολυεπίπεδο καμβά εξυφαίνονται οι διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων, αποκαλύπτοντας ανάγκες, εξαρτήσεις, μυστικά και απογοητεύσεις.

Εδώ όμως υπεισέρχεται και η ιδιαιτερότητα του έργου, καθώς όλα τα ανωτέρω καλύπτονται κάτω από την ομπρέλα της ασθένειας του ήρωα. Μια ασθένεια, η οποία προσβάλλει τους μετωπιαίους λοβούς, οδηγώντας αργά αλλά σταθερά στην έλλειψη της συνείδησης, στη λήθη στην απουσία και τέλος στο θάνατο.

Ό,τι διαδραματίζεται στο έργο, συμβαίνει μέσα στο μυαλό του ήρωα σε παγωμένο χρόνο. Σε μια ρωγμή αυτού του σταματημένου χρόνου προβάλλονται όλες οι σκέψεις του, ως διάλογοι, εικόνες, επαναλήψεις, σε έναν λαβύρινθο από: κενό, απουσία, έκλαμψη, βύθιση και συνειδητότητα.

«Το μισό του μηδέν» παραπέμπει στο ανύπαρκτο. Ωστόσο, αποκτά ένα ιδιαίτερο δραματικό βάρος, όταν συνδέεται με την ανθρώπινη εμπειρία και υπόσταση.

Ένα έργο -εργαλείο, καθώς επιτρέπει δραματουργικά μέσα από σουρεαλιστικές φόρμες, να προσπαθήσει κανείς να προσεγγίσει και να ανιχνεύσει τη χαοτική διαδικασία σκέψης του μυαλού. Κάτω από το βάρος της ασθένειας, ο χαρακτήρας δίνει μια σκληρή και εναγώνια νοητική μάχη, καθώς προσπαθεί να επεξεργαστεί και να κατανοήσει την ίδια του τη ζωή.

 Υπάρχουν πολλές ψυχολογικές και φιλοσοφικές προεκτάσεις, δίνοντας έτσι στον θεατή τροφή για σκέψη και αναζήτηση.

Γιώργος Κιουρτσίδης

Ένα ξαφνικό γεγονός έρχεται να ανατρέψει τη ζωή ενός τραπεζικού υπαλλήλου, ο οποίος ζει με την οικογένειά του μια φαινομενικά συμβατική ζωή. Μια αναπάντεχη είδηση θα τον οδηγήσει στον απολογισμό των επιλογών του, των σχέσεών του και της ίδιας του της ύπαρξης. Θα βρεθεί αντιμέτωπος με τους μεγαλύτερους φόβους του, αλλά και με τις πιο τολμηρές του φαντασιώσεις. Θα αναμετρηθεί με τον εαυτό του, με πολλά και με τίποτα, αναζητώντας μέχρι το τέλος ένα ουσιαστικό νόημα.

Στο «Μισό του μηδέν», ο Μηνάς Βιντιάδης ξεκινά από μια σχεδόν κινηματογραφική συνθήκη: ένας άντρας ονειρεύεται ότι κερδίζει δέκα εκατομμύρια ευρώ σε τυχερό παιχνίδι. Το όνειρο μοιάζει τόσο αληθινό, ώστε αποφασίζει να το διηγηθεί στη γυναίκα του, στην κόρη του και στον καλύτερό του φίλο. Εκείνοι τον ακούν και, με έναν παράξενο τρόπο, συμπεριφέρονται σαν τα χρήματα να έχουν πράγματι κερδηθεί.

 Και τότε το όνειρο γίνεται πραγματικότητα.

Ή τουλάχιστον έτσι μοιάζει.

Λίγες μέρες αργότερα ο άντρας εξαφανίζεται, έχοντας μαζί του το αμύθητο ποσό. Όταν επιστρέφει, η ζωή των ανθρώπων γύρω του έχει ήδη αλλάξει. Παρεμπιπτόντως, έχει αλλάξει και η δική του ζωή. Ωστόσο, τα χρήματα, όσο μεγάλη δύναμη κι αν έχουν, δεν είναι τελικά το πιο επικίνδυνο πράγμα στην ιστορία.

Το πιο επικίνδυνο είναι η μνήμη.

Ο σκηνοθέτης, ακολουθώντας τη δομή του έργου στήνει ένα παιχνίδι, όπου η πραγματικότητα διαρκώς γλιστρά κάτω από τα πόδια των ηρώων. Οι αναμνήσεις δε λειτουργούν ως ασφαλές καταφύγιο. Δεν είναι ένα αρχείο στο οποίο επιστρέφουμε για να ανασύρουμε με ακρίβεια όσα συνέβησαν. Είναι υλικό εύπλαστο, ευάλωτο στην επιθυμία, στον φόβο, στην ενοχή και στην ανάγκη μας να αφηγηθούμε διαφορετικά τη ζωή μας.

Ο κεντρικός ήρωας (πολύ καλός ο Θοδωρής Πολυζώης) βρίσκεται αντιμέτωπος με αυτήν ακριβώς τη ρωγμή. Θεωρεί πως όσα θυμάται αποτελούν πιστά αντίγραφα του παρελθόντος. Σταδιακά όμως, ανακαλύπτει ότι κάθε ανάκληση μπορεί να είναι και μια καινούργια εκδοχή της ίδιας ιστορίας. Και κάπου εκεί το ερώτημα παύει να αφορά μόνο εκείνον.

 Αξιοσημείωτες οι ερμηνείες των συμπρωταγωνιστών του στους ρόλους του φίλου, της συζύγου και της κόρης , αυτών των ξυπόλυτων οικείων αερικών, που κυριολεκτικά στριφογυρίζουν στον λαβύρινθο του νου του.

Ο Αλέξανδρος Ζαφειριάδης, η Ελένη Τέτουλα κι η Ρέα Καραδέδου – Ισουά, μας ταξιδεύουν στην υπόθεση σουρεαλιστικά μεν, υπαρξιακά δε!

Ο στόχος της παράστασης είναι να γεννήσει ερωτήσεις, τις απαντήσεις των οποίων καλούνται να δώσουν οι θεατές. Πόσο καλά γνωρίζουμε τους ανθρώπους που αγαπάμε; Και πόσο καλά γνωρίζουμε τον εαυτό μας;

Οι ήρωες τοποθετούνται σε ένα περίπλοκο τοπίο, όπου η αλήθεια δεν είναι ποτέ απολύτως ασφαλής. Η οικογένεια, η φιλία, οι παλιές σχέσεις, οι κοινές αναμνήσεις, όλα όσα θεωρούμε δεδομένα, μπορούν ξαφνικά να αποκτήσουν μια δεύτερη ανάγνωση. Μια ανάγνωση που αλλάζει το παρελθόν, αλλά και το παρόν.

Και, ίσως, αυτό να είναι το διακύβευμα. Ότι πίσω από την ιστορία ενός ανθρώπου που κερδίζει ένα τεράστιο ποσό, κρύβεται μια ψυχανάλυση για την ανθρώπινη ανάγκη να επινοεί τη δική της αλήθεια.

Ο ίδιος ο Μηνάς Βιντιάδης περιγράφει τον ήρωά του, ως έναν άντρα που γίνεται έρμαιο του μυαλού του, που τον οδηγεί να πιστεύει πως οι αναμνήσεις του είναι πιστά αντίγραφα στιγμών του παρελθόντος, ενώ στην πραγματικότητα μεταμορφώνονται κάθε φορά που επιστρέφει σε αυτές.

Κι έτσι, πίσω από τα εκατομμύρια, το ψέμα και την εξαφάνιση, το κείμενο ανοίγει μια πολύ πιο προσωπική συζήτηση: τι κρατάμε από τη ζωή μας και τι ξαναγράφουμε χωρίς καν να το αντιλαμβανόμαστε;

Πιθανώς, η μνήμη να μην είναι ο μηχανισμός που διασώζει το παρελθόν, αλλά ο τρόπος με τον οποίο το παρελθόν συνεχίζει να μας διαμορφώνει.

Και μέσα σε αυτή τη συνθήκη η απόδοση στη σκηνή αφήνει χώρο και για κάτι ακόμη: το συναίσθημα. Για όσα δεν καταγράφονται εύκολα, για όσα το μυαλό παραμορφώνει ή κρύβει, αλλά επιστρέφουν από έναν διαφορετικό δρόμο.

«Το μισό του μηδέν» είναι ένα ψυχογράφημα της φύσης μας, γραμμένο με τρυφερότητα και ευαισθησία. Τα πρόσωπα του έργου καλούνται να αντιμετωπίσουν τις απρόβλεπτες εκδοχές της ζωής είτε αυτές προκύπτουν από την τύχη είτε από την ατυχία, αποκαλύπτοντας τις πολλαπλές όψεις της ανθρώπινης υπόστασης.

Ακροβατώντας ανάμεσα στο όνειρο και τον εφιάλτη, τη φαντασία και την πραγματικότητα, ο σκηνοθέτης χειρίζεται με δεξιοτεχνία τα διαφορετικά επίπεδα τόπου και χρόνου, μέσα σε ένα σκηνικό σύμπαν, όπου η φαντασία και η πραγματικότητα διαπλέκονται, όπως η περιπλάνηση μέσα σ’ έναν λαβύρινθο, όπου η έξοδος είναι το κερδισμένο στοίχημα, εφόσον υπάρξει έξοδος.

Χρησιμοποιώντας το εύρημα του αναπάντεχου γεγονότος δοκιμάζει τα όρια των ανθρώπινων σχέσεων και διερευνά την ειλικρίνεια, την αγάπη και τη σταθερότητά τους, διεισδύοντας κάτω από την επιφάνεια των κοινωνικών συμβάσεων.

 Οι ερμηνείες των τεσσάρων ηθοποιών πειθαρχημένες στη σκηνοθετική γραμμή, η μουσική του Γιώργου Μάρκου και οι φωτισμοί του Γιάννη Τούμπα συνεπικουρούν στη μυστηριώδη, σουρεαλιστική ατμόσφαιρα, ενώ το λευκό των κοστουμιών και του σκηνικού θυμίζει κενά μνήμης, όμως στιγματίζεται από το μαύρο κοστούμι του κεντρικού ήρωα, σαν ένα παράθυρο στην άνοια, σαν ένα βιολογικό ρολόι που οδεύει στο μηδέν και του απέμεινε το μισό του, μπορεί και το αντίστροφο, όσον αφορά στα χρώματα.

Διάρκεια παράστασης: 75′

*Κατάλληλο για θεατές άνω των 12 ετών

Συντελεστές

Συγγραφέας: Μηνάς Βιντιάδης

Σκηνοθεσία: Γιώργος Κιουρτσίδης

Σκηνικά – Κοστούμια: Άννα-Μαρία Αγγελίδου

Μουσική: Γεώργιος Μάρκος

Φωτισμοί: Γιάννης Τούμπας

Video Art: Άντα Λιάκου

Βοηθός φωτιστή: Τουλίν Οσμάν

Οργάνωση παραγωγής: Πέτρος Κοκόζης

Φωτογραφίες: Mike Rafail

*Βοηθός σκηνοθέτη στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης: Μαρία ΑλεξούδΗ

Διανομή

Αλέξανδρος Ζαφειριάδης – Βήτα

Ρέα Καραδέδου Ισουά – Κόρη

Θοδωρής Πολυζώνης – Άλφα

Ελευθερία Τέτουλα – Γυναίκα

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα