Connect with us

Πολιτισμός

«Κάποιος να με προσέχει» στο «Αυλαία» Θεσσαλονίκης σε πανελλήνια πρώτη!

«Κάποιος-να-με-προσέχει»-στο-«Αυλαία»-Θεσσαλονίκης-σε-πανελλήνια-πρώτη!

Πρόλογος

Για πρώτη φορά στην Ελλάδα το συναρπαστικό έργο του Ιρλανδού συγγραφέα Frank McGuinness «Κάποιος να με προσέχει» παρουσιάζεται στη Θεσσαλονίκη, από 11 Νοεμβρίου 2022 σε παραγωγή του «Θεάτρου Αυλαία», ενώ τον Φεβρουάριο του 2023 κατεβαίνει στην Αθήνα, στο Θέατρο «Ιλίσια».

Η ομηρεία στη Μέση Ανατολή έχει γίνει σήμερα ακόμα πιο φρικτή υπόθεση, από ό,τι ήταν το 1992, όταν ο Frank McGuinness έγραψε αυτό το έργο.

Εμπνευσμένο από την εμπειρία του Brian Keenan και του John McCarthy, οι οποίοι κρατήθηκαν αιχμάλωτοι στη Βηρυτό από Ισλαμιστές Τζιχαντιστές, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980.

Εκείνο που κάνει το θλιβερό συμβάν να αντέχει στη δοκιμασία του χρόνου, είναι ότι ξαναγεννιέται ως μια θεατρική παραβολή της ανθρώπινης ανθεκτικότητας και, μάλιστα, με τα αντίγραφα του Κορανίου και της Βίβλου στο στόμα των ομήρων.

Υπόθεση

Όπως λέει και η σκηνοθέτις Αθανασία Καραγιαννοπούλου στο σημείωμά της, το έργο, βασισμένο σε αληθινή ιστορία, μιλά για τρεις ομήρους (έναν Άγγλο, έναν Ιρλανδό κι έναν Αμερικανό) που είναι έγκλειστοι σ’ ένα βρώμικο κελί στη Βηρυτό, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, υπό το άγρυπνο βλέμμα των τρομοκρατών – απαγωγέων τους. Η προσπάθειά τους ν’ αντέξουν τις κακουχίες και την αγωνία του θανάτου εκδηλώνεται με δαιμονικό χιούμορ ή «παιχνίδια» διαφυγής. Μέσα από συγκρούσεις ή συναισθηματικές εξάρσεις, οι τρεις τους θα αγαπήσουν ο ένας τον άλλο και θα δεθούν με ισχυρότερα δεσμά και από τις αλυσίδες που τους κρατούν αιχμάλωτους.

«Θέλω το έργο μου να μιλήσει για το πώς τα ανθρώπινα όντα αντέχουν κάτω από φριχτές συνθήκες», λέει ο Φρανκ Μακγκίνες στο πιο πρόσφατο ανέβασμα του έργου στο Λονδίνο. «Αν και αληθινά τραυματικές και απειλητικές για τη ζωή τους, οι συνθήκες αυτές μπορούν να γίνουν κατανοητές ως προς τη φύση του κτήνους… Ήθελα να είναι ένα έργο για το “εδώ και τώρα” αυτών των τριών ανθρώπων, για το πώς επιβιώνουν, ποιες είναι οι οδοί διαφυγής τους».

Μια πολύ βαθιά σχέση εξελίσσεται ανάμεσα στους τρεις άντρες. Μια αγάπη που δεν τους τρομάζει και δε θέλουν να την αποφύγουν. Καθώς είναι δεμένοι με αλυσίδες, η εξάρτηση μεταξύ τους εντείνεται και η απώλεια του ενός γίνεται απόλυτα τρομαχτική για τον άλλον.

Το έργο ανήκει στην εποχή μας. Μια εποχή εξεγέρσεων, τρομοκρατίας αλλά και επαναπροσδιορισμού της ανδρικής συμπεριφοράς. Είναι μια ιστορία για κάτι που ελάχιστοι γνωρίζουν από πρώτο χέρι, αλλά που μιλά για όσα έχουν όλοι οι άνθρωποι στην καρδιά τους.

Δραματουργία

Ένας Αμερικανός γιατρός, ο Άνταμ, ένας Ιρλανδός δημοσιογράφος ονόματι Έντουαρντ και ένας Άγγλος καθηγητής πανεπιστημίου, ο Μάικλ, έχουν ριχτεί στο ίδιο ανήλιαγο κελί, χωρίς εξήγηση. Στην αρχή όλα δείχνουν να είναι στερεότυπα. Ο Άνταμ, η ενσάρκωση του ιδεαλισμού των Γιάνκηδων, περνάει χρόνο στο κελί του διαβάζοντας τη Βίβλο και διαλογιζόμενος. Ο Μάικλ, μια προσωποποιημένη εικόνα των ευγενικών εγγλέζικων τρόπων, παρηγορείται θυμούμενος τα σπουδαία έργα της αγγλικής λογοτεχνίας και ο Έντουαρντ, είναι ένα άδειο «πυροβόλο» της Βόρειας Ιρλανδίας, που θέλει να κρατά σε εγρήγορση τους άλλους δύο.

Αυτοί οι άντρες μπορούν να μιλούν όλοι την ίδια γλώσσα, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι είναι τόσο εύκολο να καταλάβουν ο ένας τον άλλον, τουλάχιστον στον πρώτο καιρό της «συμβίωσής» τους.

Καθώς το έργο προχωρά, ο θεατρικός συγγραφέας ανατρέπει αυτά τα πρότυπα με απρόβλεπτους τρόπους. Καθ’ όλη τη διάρκεια, οι κυριολεκτικά αθέατοι απαγωγείς των ομήρων, τους παρακολουθούν με «κρυφά μάτια».

Εκείνο που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί είναι η δυναμική του έργου να επαληθεύει το ένστικτο της επιβίωσης.

Αν και μέρος του χιούμορ είναι μαύρος παραλογισμός, όπως αρμόζει σ’ αυτή την υπαρξιακή αλλά άγρια υπόθεση, που ακόμη και οι ήρωες – όμηροι βλέπουν μερικές φορές ως γελοία, ο θεατρικός συγγραφέας επινοεί εκτεταμένες στροφές βοντβίλ (θεατρικό έργο 18ου αιώνα, το οποίο, ξεφεύγοντας από τα παραδοσιακά πρότυπα, σατίριζε τα ήθη). Για να κρατήσουν μακριά την απόγνωση και την παραφροσύνη, οι άντρες φαντάζονται και παραδίδουν μαθήματα επιβίωσης, όπως ακριβώς κάνει ένας επιζών ναυαγός σε ξερονήσι ή ένας ζογκλέρ στο εναέριο σχοινί ισορροπίας, χωρίς προστατευτικό δίχτυ. Ακροβατούν ανάμεσα στη λογική και στην τρέλα. Επινοούν παιχνίδια μυαλού είτε γράφοντας φανταστικές επιστολές στα σπίτια τους είτε δοκιμάζοντας αλκοολούχα ποτά ή εφευρίσκοντας αιτίες για «ενδοοικογενειακές» συγκρούσεις.

Το «δια ταύτα» της ιστορίας είναι η επαλήθευση του αποφθέγματος «το μεγαλύτερο αγαθό στον άνθρωπο είναι η ελευθερία».

Η παράσταση

Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι το έργο μοιάζει περισσότερο με διαμάχη στη Μέση Ανατολή, παρά με τη σύγκρουση μεταξύ Ιρλανδίας και Αγγλίας. Η αιχμαλωσία έχει φέρει στο ίδιο άθλιο επίπεδο τρεις άνδρες από διαφορετικές κουλτούρες, πεποιθήσεις και κοινωνικά στρώματα, ωστόσο, εξακολουθούν να διέπονται, και μέσα στο κελί, από τις ίδιες κοινωνικές διαφορές.

Πράγματι, αυτή η συμβίωση έχει κάποια σχέση με τη σύγχρονη αναταραχή στη Μέση Ανατολή. Όταν οι όμηροι αναγκάζονται να καλύψουν το κεφάλι τους με μαύρες πάνινες μαντήλες, είναι δύσκολο για το κοινό να μην σκεφτεί τη φοβερή φυλακή «Αμπού Γκράιμπ» στο Ιράκ.

Ο McGuinness περιγράφοντας τα δεινά των ομήρων σ’ αυτό του το έργο, είναι περισσότερο Μπέκετ (Περιμένοντας τον Γκοντό), παρά Κώστας Γαβράς (Κατάσταση πολιορκίας ). Το ανεπιτήδευτο κείμενό του δεν προσφέρει εκρηκτικούς λόγους για την αναλγησία του ανθρώπου προς άνθρωπο, ούτε βία επί σκηνής ούτε συζητήσεις για την φλέγουσα πολιτική που επιβάλλεται στη Μέση Ανατολή. Αρκείται στην εκμετάλλευση μιας πραγματικής τραγωδίας, για να φέρει στη σκηνή μια ψευδαίσθηση, αναφορικά με τις φαντασιώσεις, τα αστεία και τα πνευματικά πιστεύω των ηρώων του, ώστε οι απλοί θεατές εύκολα να βιώνουν τον βάρβαρο εγκλεισμό.

Ο στόχος του συγγραφέα είναι άξιος λόγου και ανάλυσης, αλλά δύσκολος. Ούτε ο Μπέκετ κατάφερνε πάντα να είναι εύληπτα τα έργα του. Αλλά ο McGuinness δεν είναι Beckett. Στο μεγαλύτερο κομμάτι της παράστασης οι ρόλοι των τριών ανδρών έχουν έναν τεχνητό τόνο άσκησης, όπως σε σχολική τάξη υποκριτικής. Για παράδειγμα, επιδίδονται σε επινοητικούς αυτοσχεδιασμούς, θαρρείς έχουν ορμηνευθεί να επιδεικνύουν τις δεξιότητές τους.

Δεδομένου ότι αυτοί οι χαρακτήρες σχεδιάστηκαν από τον συγγραφέα σχηματικά και μερικές φορές στερεοτυπικά, ο καθένας έχει μια, σαφώς, διαφορετική εθνικότητα, οικογενειακή κατάσταση, επάγγελμα κ.λπ. Έτσι, η ιστορία είναι άλλοτε διασκεδαστική, άλλοτε καθηλωτική ή συγκινητική . Όλο το παραπάνω συγγραφικό αποτύπωμα αποδίδεται στη σκηνή από τους τρεις ηθοποιούς, συγκλονιστικά.

Η διαφωτιστική, όμως, σκηνοθεσία της Αθανασίας Καραγιαννοπούλου, όπως και η μετάφρασή της, εστιάζουν σε μια συναρπαστική ψυχολογική εξερεύνηση εσωτερικού κόσμου τριών ανθρώπων, που υπομένουν μια ακραία εξευτελιστική μεταχείριση και μας δίνουν ένα είδος σύγχρονου φάσματος των αντιπροσωπευτικών ρευμάτων της φιλοσοφίας – από την προσωκρατική, τη στωική, μέχρι την υπαρξιστική και άλλα νεότερα ρεύματα – από το οποίο διαπερνά η εξερεύνηση της εσωτερικής εμπειρίας, η έννοια την ύπαρξης του ανθρώπου, της ζωής και του θανάτου.

Οι ήρωες καταφεύγουν στο παιχνίδι ρόλων για να διατηρήσουν τη διάθεσή τους. Σε ένα στιγμιότυπο βλέπουμε τον ταραχώδη Άγγλο καθηγητή να αναπαράγει τη νίκη της Bιρτζίνια Γουέιντ, στο Wimbledon, επί της Μπέτι Στόουβ το 1977. Έξοχη σκηνή, ιδίως στην κορύφωσή της με το τραγούδι των Queen “ We are the champions” .

Το σκηνικό τ ης Μαίρης Τσαγκάρη είναι ένα ακάθαρτο δάπεδο με τρία βρώμικα στρώματα και αλυσίδες. Αρκεί, για να απεικονίσει την αθλιότητα αφενός και, αφετέρου, το «δωμάτιο των στεναγμών» των φυλακισμένων.

Ωστόσο, τρεις αξιόλογες ερμηνείες αναδύονται από αυτή την απίστευτη τρύπα της κόλασης. Αντίνοος Αλμπάνης, Δημήτρης Μάριζας και Πήτερ Ράντλ σ’ ένα ρεσιτάλ ερμηνείας, που, για να εκτιμήσετε όλες του τις διαστάσεις : πόνο, θλίψη, απόγνωση, ψήγματα χαράς, νοσταλγία, ονειροπόληση, θυμός, χιουμοριστικές εξάρσεις, αγανάκτηση, δύναμη μα και ισοπέδωση ψυχής, πρέπει να δείτε την παράσταση.

Εξάλλου, είναι εφήμερη και φευγαλέα από την ίδια της τη φύση η καλλιτεχνική δραστηριότητα του ηθοποιού και, δυστυχώς, δεν αφήνει τα επιτεύγματά της χαραγμένα σε κάποια στέρεα χειροπιαστά υλικά, τα οποία μπορούν οι μελετητές των επόμενων γενεών να περιεργαστούν και να αξιολογήσουν με τη νηφαλιότητα που εξασφαλίζει, συνήθως, η χρονική απόσταση από τα γεγονότα. Θνησιγενής τέχνη το θέατρο, άρα δεν αφήνει πίσω της ό,τι η τέχνη, για παράδειγμα, του ζωγράφου. Ακριβώς γι’ αυτό γράφω το άρθρο και σας παροτρύνω να βιώσετε την εμπειρία. Είναι ξεχωριστή και, ίσως, απελευθερωτική για πολλούς θεατές που είναι εγκλωβισμένοι στα προσωπικά τους αδιέξοδα.

Ο δυνατός ΄Ανταμ – Πήτερ Ραντλ, ως ο σωβινιστής Αμερικανός που τραγουδά το Amazing Grace, είναι ένας πυλώνας σθένους κι αντοχής. Ο εκπληκτικός Αντίνοος Αλμπάνης, είναι ο θρασύς Ιρλανδός που κρατά τους άλλους «ζωντανούς» με ανέκδοτα δραματοποιημένα και ευφυολογήματα. Ο αβρός Άγγλος καθηγητής του Δημήτρη Μάριζα, είναι αγενής στην αρχή, αλλά αποκαλύπτεται σταδιακά αισιόδοξος και με ψυχή, καθώς αντιμετωπίζει τις αντιξοότητες με την υπερηφάνεια ενός προκλητικού ανιχνευτή.

Η απομόνωση σπάνια είναι τόσο υποφερτή, μέσα σ’ ένα κλειστοφοβικό μπουντρούμι με το σπαθί πάνω από το κεφάλι.

Μερικές από τις πιο δυνατές στιγμές της παράστασης προέρχονται από αυτό που δεν φαίνεται. Οι αφανείς μεν, ωσεί παρόντες δε φύλακες, κάνουν τη διαμονή των ομήρων στο κελί, ακόμα πιο ανατριχιαστική. Ωστόσο, θα ξεχωρίσω την ευρηματική σκηνοθετική σκηνή, λυτρωτική για τον ΄Ανταμ, όταν λάμνει με το μπουκάλι νερού- κουπί πάνω στο στρώμα – σχεδία, ενώ τη στεφανώνει το υπέροχα διασκευασμένο τραγούδι «Gangsta’s Paradise” των Coolio και Κιλιάν Μας.

Η Αθανασία Καραγιαννοπούλου συγκέντρωσε ένα πολύ ικανό καστ ερμηνευτών. Ο Πήτερ Ραντλ έχει δυναμική παρουσία, ως ο εθνικιστής Αμερικανός και τα μάτια του γίνονται γυάλινα, καθώς βυθίζεται στην τρέλα. Ο Έντουαρντ του Αντίνοου Αλμπάνη είναι χοντροκομμένος, σκληρός, ενίοτε χιουμορίστας, γεγονός που κάνει τις πιο ευάλωτες στιγμές του ιδιαίτερα απολαυστικές. Ο Δημήτρης Μάριζας εμφανίζει άψογο κωμικοτραγικό συγχρονισμό, ως ο ευρυμαθής ακαδημαϊκός, ο οποίος κατακτά το κέντρο αυτού του περίπλοκου χαρακτήρα.

Όταν οι όμηροι συζητούν δεν μπορούμε να διακρίνουμε αν είναι μέρα ή νύχτα, ο συγκρατημένος, αποστειρωμένος φωτισμός του Λευτέρη Παυλόπουλου, τονίζει αυτό το άχρονο τοπίο στο υπόγειο κρατητήριο – κλουβί, με εντυπωσιακό τρόπο.

Η αφανής «παρουσία» των δεσμοφυλάκων είναι ξεκάθαρα αισθητή χάρη στις προσπάθειες της μουσικής επένδυσης και των φωτισμών.

Η παράσταση αποτελείται από εννέα σκηνές, ενώ ακούγονται αποσπάσματα από το τραγούδι της Ella Fitzgerald «Someone who’ ll watch over me» το οποίο δάνεισε στο έργο τον τίτλο του.

Δείτε αυτή την παράσταση ερμηνειών!!

Συντελεστές

Μετάφραση: Αθανασία Καραγιαννοπούλου

Σκηνοθεσία: Αθανασία Καραγιαννοπούλου

Σκηνικά- Κοστούμια: Μαίρη Τσαγκάρη

Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος

Μουσική επιμέλεια: Αθανασία Καραγιαννοπούλου

Φωτογραφίες: Νίκος Βαρδακαστάνης

Παραγωγή: Θέατρο ΑΥΛΑΙΑ

Επικοινωνία: Γιάννης Δαλάκας

Ερμηνεία:

Αντίνοος Αλμπάνης

Δημήτρης Μάριζας

Πήτερ Ραντλ

Η παράσταση είναι κατάλληλη για ηλικίες άνω των 16 ετών.

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Πολιτισμός

«Η μάνα αυτουνού… Έλλη Ζάχου Ταχτσή» με τη Ράνια Σχίζα στο «ΑΠΟΛΛΩΝ»

«Η-μάνα-αυτουνού…-Έλλη-Ζάχου-Ταχτσή»-με-τη-Ράνια-Σχίζα-στο-«ΑΠΟΛΛΩΝ»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Το πολύκροτο έργο της Κικής Μαυρίδου διανύει τον τρίτο κύκλο παραστάσεών του και, μετά την θερμή αθηναϊκή υποδοχή από κοινό και κριτικούς, ήρθε και πάλι στη Θεσσαλονίκη, όπου εγώ είδα την παράσταση, ενώ θα επισκεφτεί και άλλες πόλεις, μεταξύ αυτών και την Καβάλα στις 20 του μηνός.

Η Έλλη Ζάχου Ταχτσή υπήρξε μια ανυπόταχτη γυναίκα, που το μόνο που ήθελε ήταν να ζήσει ελεύθερη και να αγαπηθεί. Ατύχησε και στα δύο. Υπέκυψε στη σκληρότητα της εποχής της και έγινε πιο σκληρή από αυτήν.

«Η μάνα αυτουνού». Προσφώνηση απαξιωτική, ειρωνική, σαρκαστική, ειπωμένη υπαινικτικά και πάντοτε χαμηλόφωνα. Σχεδόν ψιθυριστά, αλλά διόλου ενοχικά. Μάλλον, με ευχαρίστηση, σαν βολικό προπέτασμα των κρυφών ανομιών του περίγυρου που σέρνονταν σε κάθε σπιτικό.

Και να που ήρθε η ώρα αυτό το λιγότερο φωτισμένο πρόσωπο από το περίφημο «Τρίτο Στεφάνι» του Ταχτσή, να γίνει πρώτο πρόσωπο στον μονόλογο που έγραψε για το θέατρο η Κική Μαυρίδου.

Υπόθεση

Η Έλλη Ζάχου Ταχτσή, μητέρα του Κώστα Ταχτσή, μας συστήνεται στη σκηνή. Πρόκειται για ένα ψηφιδωτό από τις πληροφορίες που διακρίνονται στα έργα του εμβληματικού συγγραφέα και που συνθέτουν ένα επαρκές ανθρωποκεντρικό και συναισθηματικό αφήγημα, ικανό να ζωγραφίσει ζοφερές εικόνες μιας σκληρής εποχής, να στρώσει αξίες, συμπεριφορές, ανθρώπινα πάθη και παθήματα σ’ ένα φανταστικό τραπέζι, όπου οι θεατές είμαστε καλεσμένοι ως συνδαιτημόνες της οικοδέσποινας που ετοίμασε ιστορίες πόνου και υπομονής.

Η συγγραφέας διερευνά στο έργο της διεξοδικά την προσωπικότητα και τις ιδιαιτερότητες της γυναίκας που γέννησε και μεγάλωσε το σπουδαίο Έλληνα συγγραφέα Κώστα Ταχτσή, τις μεταξύ τους σχέσεις και την εξέλιξή τους, προϊόντος του χρόνου. Καταπιάνεται με το οικογενειακό περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσε, τις σχέσεις της με τους γονείς της και πώς αυτές διαμόρφωσαν πτυχές του χαρακτήρα της, τους έρωτες που βίωσε και με περισσότερη λεπτομέρεια αυτόν με τον πατέρα του γιου της, τα όνειρα, τις προσδοκίες, τις χαρές και τις λύπες της και το πως μπορεί να αισθάνεται μια μάνα που ο γιος της δολοφονήθηκε.

Γεγονότα και αναμνήσεις που υπήρχαν στο μυαλό της γίνονται λόγος, άλλοτε σε πρώτο πρόσωπο και άλλοτε σε τρίτο, που πληροφορεί το κοινό τα βάσανα και τους καημούς μιας γυναίκας με πολυτάραχη ζωή.

Είναι ένα νοσταλγικό και φορτισμένο συναισθηματικά ταξίδι στο παρελθόν, μια αναδρομή σε σημαντικούς σταθμούς που το καθόρισαν και το οδήγησαν στο αναπάντεχό του τέλος.

Μια άλλη παράμετρος που θέτει υπό συζήτηση η παράσταση είναι η στάση της κοινωνίας απέναντι στην οικογένειά του «διαφορετικού». Η κοινωνία αποδίδει μεγάλη ευθύνη στην οικογένεια και, κυρίως, στους γονείς για τον τρόπο μεγαλώματος των παιδιών, εξ ου και ο χλευαστικός τίτλος του μονολόγου: «Η μάνα αυτουνού..»

Ανάγνωση

Ο Κώστας Ταχτσής είναι ένας λογοτέχνης της μεταπολεμικής περιόδου στην Ελλάδα, για τον οποίο ο καθένας έχει κάτι να πει – είτε θετικό είτε αρνητικό – ή να εκφράσει μια « τρίτη» άποψη. Ο Ταχτσής άφησε ανεξίτηλα τη σφραγίδα του στα ελληνικά γράμματα, κυρίως με «Το Τρίτο Στεφάνι». Ένα βιβλίο που αποτελεί το αμάλγαμα των παιδικών και νεανικών του αναμνήσεων, ένα βιβλίο από τα αριστουργήματα της νεοελληνικής μεταπολεμικής λογοτεχνίας (για ορισμένους και της παγκόσμιας, αφού έχει μεταφραστεί στις περισσότερες γλώσσες του κόσμου), «ένα ελληνικό έπος» όπως το χαρακτήρισε ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Όσο τρικυμιώδες είναι το έργο του αυτό άλλο τόσο τρικυμιώδης ήταν και η ίδια η καθημερινή του ζωή, η οποία επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την καθημερινότητα συγγενικών του προσώπων, με κύριο αποδέκτη σχολίων, κυρίως χλευαστικών, τη μάνα του την Έλλη.

Μάλιστα, ο ευρηματικός τίτλος του έργου της Κικής Μαυρίδου, μου θυμίζει σκηνές από την ταινία του Κακογιάννη «Το τελευταίο ψέμα», όπου η υπηρέτρια «Κατερίνα» της Ελένης Ζαφειρίου, ακούει τα μύρια όσα από ψιθυριστές και φωναχτές κατάρες, από το φαρμάκι που έσταζε η τότε κοινωνία για τους παρακατιανούς, όπως εδώ σπέρνεται ως χολή η φράση «να, η μάνα αυτουνού»!

Αυτή η γυναίκα είχε έντονες συγκρούσεις με τον γιο της, παρότι δεν τον μεγάλωσε η ίδια. Η γιαγιά του Πολυξένη και η θεία του Εκάβη τον ανάθρεψαν με τους τρόπους που εκείνες θεωρούσαν σωστούς, στην εποχή της φτώχειας και της απόλυτης ένδειας.

Η παράσταση

Οι έμπειροι θεατές γνωρίζουμε ότι η συνεργασία πολλών ηθοποιών στη σκηνική πράξη αυξάνει κάθετα τη δυσκολία του εγχειρήματος, γιατί προϋποθέτει και απαιτεί τη συνάντηση (διανοητική, συναισθηματική και τελικά ερμηνευτική) καθενός με τους υπολοίπους.

 Πρέπει, όμως, να παραδεχτώ ότι έχουν και οι μονόλογοι την τεχνική τους: ο ηθοποιός είναι μόνος κι απροστάτευτος στη σκηνή, με όλα τα βλέμματα διαρκώς στραμμένα πάνω του, χωρίς να μπορεί να στηριχθεί στην παρουσία και στη συμμετοχή συνάδελφων του.

 ‘Έτσι, ο μονόλογος ήταν επιλογή κατεξοχήν κορυφαίων ηθοποιών, πες μια πρόκληση, κάτι σαν ερμηνευτικός άθλος, επιστέγασμα μιας σπάνιας υποκριτικής στόφας, ικανής να μαγεύει το κοινό. Σήμερα – οι μονόλογοι σε μεγάλο βαθμό – επιλέγονται στο πλαίσιο της ανάγκης για παραστάσεις χαμηλού κόστους παραγωγής.

 Η λογική αυτή έχει ένα τίμημα, επειδή δεν υπολογίζει αρκούντως τους δύο αναγκαίους όρους: είναι πράγματι το κείμενο σημαντικό ώστε να αξίζει παράστασης και έχει ο ηθοποιός που αναλαμβάνει το βάρος περαίωσής του τη δύναμη, με την προσωπικότητα και την ερμηνεία του, να παρασύρει τους θεατές στον επί σκηνής κόσμο του;

Πράγματι, εδώ συμβαίνουν και τα δυο. Μέσα σε εβδομήντα λεπτά η έξοχη Ράνια Σχίζα καταθέτει στο σανίδι τα εσώψυχά της. Συνοδοιπόροι της οι θεατές, περνούν μέσα από την σκληρότητα της ελληνικής πραγματικότητας του 20ου αιώνα. Ξεναγός εκείνη, σε όλο το φάσμα των συναισθημάτων, βολεμένη στο κάθισμά της.

Διαθέτει δεινή υποκριτική ικανότητα, συγκλονιστική σκηνική παρουσία, μέγιστη μεταδοτικότητα. Είναι ένας άξιος πομπός που συντονίζει επιδέξια στη συχνότητά της τον δέκτη. Την αίθουσα. Δύναμή της τα εκφραστικά της μέσα, προσαρμοσμένα απόλυτα στον ρόλο. Η λιτή κίνηση, η εξαιρετική διαχείριση της φωνής της και η πολλή δουλειά της, φέρνουν την εύστοχη προσέγγιση του χαρακτήρα.

Ο Βαγγέλης Λάσκαρης υιοθέτησε στη σκηνοθεσία του μια γραμμή ήσσονος ταλάντευσης αλλά μέγιστης απόδοσης, δίχως εντυπωσιακά εφέ και κοστούμια. Εύρημα η αφαιρετική σκηνοθεσία και η καθαρή, γήινη ερμηνεία. Το δυνατό κείμενο παρέχει βατούς δρόμους ανάγνωσης για το κοινό κι ένα μεγάλο πεδίο δράσης στη σκηνή.

Η ηρωίδα κάθεται πάνω σε ένα παλιό μπαούλο, τυλιγμένη με ύφασμα και αναμνήσεις. Εξιστορεί τα πάθη, τα λάθη και τις επιθυμίες της. Την ζωή της ολάκερη. Όπως ένας βασανισμένος άνθρωπος διηγείται σπαράγματα της ζήσης του, έτσι και η Έλλη Ταχτσή κάνει παύσεις, ανασαίνει, μαζεύει, απλώνει, γελά, δακρύζει, μιλά, ξαναζεί αυτά που εκούσια κρύβει ή που κρύβονται ακούσια μέσα της. Τα φώτα κάποια στιγμή χαμηλώνουν κι έπειτα λάμπουν ξανά. ‘ Άλλο ένα σκηνοθετικό εύρημα, που διεγείρει το ενδιαφέρον των θεατών για το τι θα επακολουθήσει.

 Η υπέροχη πρωτότυπη μουσική του Μάνου Αντωνιάδη, υπογραμμίζει καίριες στιγμές είτε ψυχικής οδύνης είτε ανάτασης.

 Αυτός ο μονόλογος, χειμαρρώδης, αποκαλυπτικός και απολαυστικός για το κοινό δίνει την ευκαιρία στη Ράνια Σχίζα να γράψει άλλη μια επιτυχία στο ενεργητικό της και στο κοινό την ικανοποίηση της μετάληψης «σώματος» από τη ζωή που δεν έζησε.

 Επίλογος

Η παράσταση διακρίθηκε με:

Πρώτο Βραβείο Γυναικείας ερμηνείας στα Θεατρικά Βραβεία Θεσσαλονίκης

Βραβείο κοινού καλύτερης παράστασης στα Θεατρικά Βραβεία Θεσσαλονίκης (Υποψηφιότητα και για βραβείο καλύτερου Πρωτότυπου Κειμένου και καλύτερης Μουσικής) και πρώτο Βραβείο Γυναικείας ερμηνείας στα θεατρικά βραβεία κοινού του All4fun. 

(Υποψηφιότητα και για βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου νεοελληνικού έργου και καλύτερης Μουσικής)

Η παράσταση έκανε πρεμιέρα στο θέατρο VAULT τον Μάρτιο του 2022 καταγράφοντας από την αρχή συνεχόμενα Sold out, αλλά και αξιοσημείωτα σχόλια από κοινό και κριτικούς. Ταξίδεψε και παρουσιάστηκε με την ίδια επιτυχία στην Πειραματική Σκηνή του ΘΟΚ στην Κύπρο, στη Θεσσαλονίκη, στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Ιωαννίνων, στην Πάτρα, τη Δράμα, την Καρδίτσα, το Αγρίνιο και την Κόρινθο και θα παρουσιαστεί και σε άλλες πόλεις, όπως Αλεξανδρούπολη κλπ. και επανέρχεται στη Θεσσαλονίκη, στο θέατρο «Αμαλία» από τις 9 Μαΐου, ενώ στις 20 Μαΐου ανεβαίνει στην Καβάλα.

Είναι μία από τις εννέα παραστάσεις του θεατρικού project «Ο ΓΙΟΣ ΜΟΥ… ». Ένα θεατρικό φεστιβάλ μονολόγων, με εμπνευστή και καλλιτεχνικό διευθυντή τον Δημήτρη Καρατζιά, που φέρνει επί σκηνής μανάδες σπουδαίων Ελλήνων ανδρών. Ένα Φεστιβάλ αφιερωμένο στη μνήμη της Χρύσας Σπηλιώτη. 

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Συγγραφέας: Κική Μαυρίδου
Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Λάσκαρης
Πρωτότυπη μουσική σύνθεση: Μάνος Αντωνιάδης
Σκηνικό / Κοστούμι: Γιώργος Λιντζέρης
Κατασκευή κοστουμιού: Ειρήνη Αβζίδου
Σχεδιασμός φωτισμών: Βαγγέλης Μούντριχας
Φωτογραφίες παράστασης: Χριστίνα Φυλακτοπούλου
Αφίσα παράστασης: Γιάννης Κεντρωτάς

Στον ρόλο της Έλλης Ζάχου Ταχτσή η Ράνια Σχίζα

Τη φωνή του χαρίζει στον ρόλο του Κώστα Ταχτσή ο Νίκος Καραθάνος.

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Grease»: Παράσταση – Musical από τη Θεατρική Ομάδα Εφήβων “ΠΑΡΕ(ν)ΘΕΣΗ” του Π. Σ. Ελευθερούπολης

«grease»:-Παράσταση-–-musical-από-τη-Θεατρική-Ομάδα-Εφήβων-“ΠΑΡΕ(ν)ΘΕΣΗ”-του-Π-Σ.-Ελευθερούπολης

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Εγώ βλέπω έναν ευγενή σκοπό στην απόφαση της Παπαποστόλου να ανεβάσει ένα μιούζικαλ. Θέλει και μπορεί να καταστήσει έγκυρη τη χρησιμότητα του μιούζικαλ και της ευρύτερης έννοιας της μουσικής στην απολαυστική θέαση του κοινού, αλλά και στη εντρύφηση των εφήβων στο συγκεκριμένο είδος. Ενώ άλλα είδη μπορεί να έχουν κατασκευάσει έναν χώρο διαχωρισμένο για τη δική τους χρήση, μόνο το μιούζικαλ απεικονίζει αυτόν τον χώρο που γοητεύεται από την μαγεία της απόδοσης, όπου ο καθένας και όλοι μαζί μπορούν να μεταφερθούν σ’ ένα εκπληκτικό τραγούδι χορού, ώστε να επιτρέψει την απρόσκοπτη έκφραση των συναισθημάτων.

Το «Grease», δημιούργημα των Jim Jacobs και Warren Casey, ανέβηκε στο Broadway το 1971, ενώ στη μεγάλη οθόνη έκανε πρεμιέρα το 1978. Μετά από 50 χρόνια και αμέτρητες διασκευές του στην παγκόσμια σκηνή, η Θεατρική Ομάδα Εφήβων «ΠΑΡΕ(ν)ΘΕΣΗ» του Πολιτιστικού Συλλόγου Ελευθερούπολης αποφασίζει φέτος, για πρώτη φορά, να αναμετρηθεί με τις ιδιαίτερες απαιτήσεις ενός μιούζικαλ.

Από την αρχή της χρονιάς, και έχοντας στο ενεργητικό μας παραστάσεις που άγγιξαν πολύ ευαίσθητα και ιδιαίτερα θέματα, αφουγκραστήκαμε πως η φετινή ανάγκη των παιδιών μας, ήταν η διασκέδαση και η εξωστρέφεια. Το σεβαστήκαμε, είπαμε όλοι μαζί «ναι, θα το κάνουμε», και ξεκινήσαμε την προετοιμασία, γνωρίζοντας καλά πως δεν θα ήταν εύκολη υπόθεση.

Κάτω από τη διασκεδαστική, πολύχρωμη ομπρέλα της, εκ πρώτης όψεως, αφέλειας του εφηβικού έρωτα, των μελωδιών από το Rock ‘n Roll και τις μπαλάντες που άφησαν εποχή, οι 25 συμμετέχοντες της ομάδας και όσοι δουλέψαμε μαζί τους για την παράσταση αυτή, ιδρώσαμε κυριολεκτικά τις φανέλες μας, με στοίχημά μας τον σκηνικό συντονισμό μέσα από τη μουσική και χορευτική διδασκαλία, την πρόζα και τις διαρκείς αλλαγές σκηνών. Το χαρήκαμε πολύ! Το ίδιο ευχόμαστε και για τους θεατές!

Βάγια Παπαποστόλου

Κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών ο Ντάνι, ένας μοντέρνος νέος συναντάει στην παραλία τη Σάντι, μια ήσυχη, συντηρητική κοπέλα και ερωτεύονται. Όταν όμως το καλοκαίρι φτάνει στο τέλος του, η Σάντι τού λέει ότι πρέπει να επιστρέψει στην Αυστραλία, αλλά ο Ντάνι της απαντά ότι η αγάπη τους «είναι μόνο η αρχή».

Ένας καλοκαιρινός έρωτας που εξελίχθηκε σε πείσμα της εφηβικής αφέλειας. Συνήθως, αυτό που συμβαίνει το καλοκαίρι μένει εκεί. Όμως η Σάντι και ο Ντάνι θέλουν να καταργήσουν αυτό το στεγανό.

Γύρω από αυτή την προσπάθεια βλέπουμε να εκτυλίσσονται οι εφηβικοί έρωτες, οι κλασσικές κόντρες, τα πειράγματα, μα πάνω απ΄ όλα, αυτό που έρχεται στο τέλος. Η αίσθηση ότι θα είμαστε για πάντα νέοι, ότι δεν θα ηττηθούμε από καμία ρυτίδα. Ότι εκείνο το «summer of 69» (για την κλάση μου) που τραγουδάει ο Bryan Adams θα είναι η αιώνια λιακάδα μας. Το δικό μας «San Junipero».

Το μεγαλύτερο επίτευγμα της πολυπρόσωπης παράστασης είναι ότι στο τέλος σε αφήνει με μια γλυκιά αίσθηση. Όποια ηλικία κι αν έχεις, ως θεατής, θυμάσαι αυτό που ήσουν. Θυμάσαι όλες τις επαναστάσεις που έλαβαν χώρα στο εφηβικό σου κορμί. Όπως λέει κι ένα τραγούδι της Lana Del Rey, God Save Our Young Blood.

Από κει και πέρα υπάρχει μια μεγάλη «ομπρέλα» επί σκηνής και από κάτω της εξελίσσονται οι μικρές προσωπικές ιστορίες, που ανθίζουν. Η μεγάλη ομπρέλα είναι ότι κάθε μέλος της ομάδας, πείθει για το πάθος με το οποίο έχει δουλέψει τον ρόλο του. Κι αν υπάρχει πάθος και αγάπη από όλους τους συντελεστές, τότε το αποτέλεσμα είναι χάρμα ιδέσθαι.

Ολόκληρη η παράσταση είναι μια ευφρόσυνη γιορτή. Τραγούδι, χορός, παρέες εφήβων, κοριτσίστικα πιτζάμα πάρτι, μαζορέτες και μάγκες, μονομαχίες με αυτοκίνητα, πρώτοι έρωτες, διαγωνισμοί χορού με ξέφρενο rock ‘n’ roll. Η απόδοση όλων των παραπάνω από τη θεατρική ομάδα «ΠΑΡΕ(ν)ΘΕΣΗ» είναι άκρως απολαυστική, γοητευτική και άρτια.

Η Σάντι, ο ορισμός της αθωότητας, με το γαλάζιο της φόρεμα και τα δεν… στο ποτό, στο κάπνισμα, στο ξενύχτι, μαζί με τα κορίτσια που φορούν γυαλιά ηλίου και διαχέουν τη φρεσκάδα τους στην αίθουσα και ο Ντάνι, ο ορισμός του coοl, που περπατάει σαν να του ανήκει ο κόσμος μαζί με τα «άτακτα» αγόρια, με τα μαύρα δερμάτινα και το μπλαζέ ύφος του κατακτητή, φέρνουν το καλοκαίρι παρέα στην Άνοιξη.

Τη Σάντι και τον Ντάνι πλαισιώνουν ένα λαμπερό, εντυπωσιακό, πολυμελές cast ταλαντούχων εφήβων ηθοποιών – τραγουδιστών- χορευτών, που υπερασπίζονται με σαρωτική ενέργεια και αστείρευτο κέφι, τόσο την παρουσία τους στη σκηνή, όσο και ολόκληρο το απαιτητικό αυτό εγχείρημα!

Το «Grease» συνδυάζει επιδέξια το doo-wop crooning – στιλ ρυθμού-εν-μπλουζ και ροκ-εν-ρολ φωνητικής μουσικής, δημοφιλούς στις δεκαετίες του 1950 και του ’60 – με ένα funky ρυθμό της δεκαετίας του 1970, ένα νεύμα τόσο για τη δεκαετία στην οποία διαδραματίζεται το έργο, όσο και των δεκαετιών του ’30 και ΄40, όπου συναντάμε τις ρίζες του συγκεκριμένου στιλ.

Τα κοστούμια (Θάλεια Αβραμίδου), τα φώτα (Βασίλης Κάτσικας), τα σκηνικά (Βασίλης Παπαευαγγέλου, Κική Παπαγαβιήλ, Δέσποινα Κοκκινίδου), οι εξαίσιες χορογραφίες της Κατερίνας Βασιλείου, το κείμενο και τα λόγια των τραγουδιών της πολυσχιδούς προσωπικότητας Βάγιας Παπαποστόλου, που υπογράφει και τη σκηνοθεσία, προσφέρουν γενναιόδωρα ένα ευφρόσυνο πακέτο ήχων, εικόνων, κινήσεων, υπόκρισης στους θεατές που επευφημούν με χειροκροτήματα, διαρκώς, το όλο εγχείρημα.

Λοιπόν, μια από τις ταινίες που σημάδεψαν το παγκόσμιο σινεμά στη δεκαετία του, που άφησε παρακαταθήκη τραγούδια συνδεδεμένα με τις πιο γλυκές αναμνήσεις, μεταφέρεται εμπνευσμένα στο σανίδι, από την ομάδα «ΠΑΡΕ(ν)ΘΕΣΗ του Πολιτιστικού Συλλόγου Ελευθερούπολης . Εμείς αδράξαμε την ευκαιρία να δούμε ένα από τα καλύτερα μιούζικαλ της θεατρικής σκηνής. Χωρίς χρονικό πλαίσιο. Μια ευπρόσωπη παραγωγή που ανταποκρίθηκε απόλυτα στις προσδοκίες μας.

Αυτό το «Grease (το θεατρικό hit που έγραψε ιστορία στο Μπρόντγουεϊ ως ένα από τα μακροβιότερα έργα), είναι ένα ερασιτεχνικό μεν, αλλά με επαγγελματική ευσυνειδησία και προσοχή μιούζικαλ – χρονομηχανή, είναι μία παράσταση για όλη την οικογένεια, που έχτισε με πολλή δουλειά, μεράκι και αγάπη η ομάδα της Ελευθερούπολης, είναι μια βόλτα στα πολύχρωμα, λαμπερά 50ς μέσα από rock ‘n’ roll μελωδίες και ρομαντικά τραγούδια. 
Όλα όσα κάνουν ένα μιούζικαλ αξέχαστο, δηλαδή!
Χορός, τραγούδι και τα αντίθετα που έλκονται.

Πολλά μπράβο για τη συλλογική προσπάθεια της ομάδας «ΠΑΡΕ(ν)ΘΕΣΗ», που τελεσφόρησε επιτυχημένα, σαν καρτ- ποστάλ εποχής!

ΔΙΑΣΚΕΥΗ-ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Βάγια Παπαποστόλου

ΧΟΡΟΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ: Κατερίνα Βασιλείου

ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΟ/ΕΝΔΥΜΑΤΟΛΟΓΙΚΟ: Θάλεια Αβραμίδου

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ: Παύλος Τσακαλίδης

ΦΩΤΑ/ΗΧΟΣ: Βασίλης Κάτσικας

ΣΚΗΝΙΚΑ: Βασίλης Παπαευαγγέλου, Κική Παπαγαβιήλ, Δέσποινα Κοκκινίδου

Θερμές ευχαριστίες στους:

Νίκο Μπακιρτζίδη «ΠΑΝΜΕΤΑΛ», Δημήτρη Καραγιαννόπουλο, Γρηγόρη Σαλεπτσή

ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΠΑΓΓΑΙΟΥ

Συμμετέχουν

  Αναστασία Κεχαΐδου Αντωνία Ζάβαλη Αριστέα Γιαννίνα Βασιλική Γιαννίνα Βασιλική Επιτρόπου Βενετία Χαλοφτίδου Δημήτρης Γιαμαλίδης Δημήτρης Κεστρίτσαλης Δημήτρης Τζημαγιώργης Ελένη Βλάχου Ζωή Στυμπίρη Θανάσης Δεληγιάννης Θεοδώρα Νεστορίδου    Κατερίνα Καπούλα Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος Λευτέρης Γιαμαλίδης Μαρία Αλεξάνδρα Χυτίου Μαρία Ελμαζίδου Μαρία Κασκέτη Μαρία Παπαδοπούλου Μορφούλα Δελημαρίνου Μπάμπης Μαρουφίδης Νεφέλη Μποσμπότη Παύλος Τσακαλίδης Ράνια Σουσαμλή  

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Μίξερ»: To λαϊκό μιούζικαλ τσέπης έρχεται στην Καβάλα!

«Μίξερ»:-to-λαϊκό-μιούζικαλ-τσέπης-έρχεται-στην-Καβάλα!

Μετά από μία εκρηκτική sold out σεζόν στην Αθήνα, το Μίξερ της Ζέτης Φίτσιου (βραβευμένη με το Κρατικό Βραβείο Συγγραφής Θεατρικού Έργου για το 2022*), η αναπάντεχη έκπληξη – παράσταση της χρονιάς που αποθεώθηκε από κοινό και κριτικούς, έρχεται για τρεις μόνο παραστάσεις στο Θέατρο Αντιγόνη Βαλάκου την Παρασκευή 17 Μαΐου στις 21.00 και το Σάββατο 18 Μαΐου στις 18.30 και στις 21.00.

Αυτό το ξέφρενο, σχεδόν παράλογο γλέντι επί σκηνής, σε ξεκαρδιστική πάντα δεκαπεντασύλλαβη γραφή, φέρει το αιχμηρό χιούμορ της Ζέτης Φίτσιου, την ανατρεπτική μουσική του Θοδωρή Οικονόμου και την ευφυέστατη σκηνοθετική ματιά του Κώστα Σιλβέστρου.

Σε αυτό το μείγμα προσθέτουμε: τις ξεκαρδιστικές ερμηνείες της Έλενας Χαραλαμπούδη (γνωστής και ως 5 minute mum) και του Αλέξανδρου  Σιάτρα και τη δεξιοτεχνική μαεστρία στο μπουζούκι του Κωνσταντίνου Τσιμπούκη.

Το αποτέλεσμα; Ένα σύγχρονο μιούζικαλ τσέπης – ξόρκι για την εποχή που ζούμε. Μια παράσταση κάθαρση και εξιλέωση απέναντι στα τραύματα που μας προκαλεί ο σαρωτικός, σύγχρονος κόσμος.

Λίγα λόγια για το «Μίξερ»

Ένας νέος φέρελπις καλλιτέχνης θέλει διακαώς να ανεβάσει τον Άμλετ. Όμως, λόγω εξαιρετικά χαμηλού μπάτζετ, τελικά αλλάζει το όραμά του και αντί για τον Άμλετ παίζει τον Βαγγέλη, που αντί για τη Δανία, ζει κάπου στην Κυψέλη. Θα κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να καταφέρει να ανεβάσει την παράστασή του. Μαζί με μια ακόμη ηθοποιό πρόκειται να παίξουν όλους τους ρόλους του έργου.

Η παράσταση ξεκινά και μπροστά μας ξετυλίγεται η ιστορία του Βαγγέλη που από άσημος πορτιέρης, καταλήγει μέσα από μια σειρά παράδοξων γεγονότων να γίνει αρχηγός του κράτους. Ενός κράτους εντελώς διαλυμένου και ανοργάνωτου στο οποίο κυριαρχεί η διαφθορά, η λαμογιά και η τσαπατσουλιά. Σ’ αυτή την ξέφρενη πορεία «ανέλιξής» του, ο ήρωας θα συναντήσει στον δρόμο του χαρακτήρες που είτε θα του βάλουν εμπόδια είτε θα του αλλάξουν εντελώς τον τρόπο που βλέπει τα πράγματα.

Συντελεστές:

Έργο: Ζέτη Φίτσιου

Πρωτότυπη Μουσική: Θοδωρής Οικονόμου

Σκηνοθεσία: Κώστας Σιλβέστρος

Σκηνικά-Κοστούμια: Κωνσταντίνα Ανδρέου

Σχεδιασμός Φωτισμού: Γιώργος Τέλλος

Προγραμματισμός φωτισμών: Παναγιώτης Τσεβρένης

Επιμέλεια κίνησης: Φώτης Νικολάου

Video Art: Άννα Φωτιάδου

Φωτογραφίες | Trailer: Διονύσης Κούτσης

Διεύθυνση Παραγωγής: Λαμπρίνα Καραγιαννίδου

Γραφείο Τύπου – Επικοινωνία: Μαρία Τσολάκη

Digital Manager: Ανδρέας Κυριακάκης

Παραγωγή: ΑΕΙΡΕΙΤΗ

Παίζουν οι ηθοποιοί: Αλέξανδρος Σιάτρας, Έλενα Χαραλαμπούδη 

Επί σκηνής ο μουσικός: Κωνσταντίνος Τσιμπούκης

Ευχαριστούμε τον Πάτροκλο Σκαφίδα για τη συμβολή του στο trailer της παράτασης.

* Το Κρατικό Βραβείο Συγγραφής Θεατρικού Έργου για το 2022 απέσπασε το έργο «Οι αποκάτω» της Ζέτης Φίτσιου. Το έργο, σύμφωνα με το σκεπτικό της Επιτροπής, διακρίθηκε για την πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα δραματουργία του, τον καθαρό χειρισμό χαρακτήρων και τη φαντασία. Η θεματολογία του διακρίνεται από πρωτοτυπία και η ανθρώπινη παρουσία συνομιλεί με σύγχρονα θέματα.

Trailer παράστασης:

https://vimeo.com/manage/videos/928105975

Τιμές εισιτηρίων:

14 € Γενική Είσοδος,

12 € (Μαθητικό – Φοιτητικό-Ανέργων-ΑΜΕΑ)

Προπώληση εισιτηρίων καθημερινά από τη Δευτέρα 13 Μαΐου, 11.00 – 14.00 & 18.00 – 20.00, στο Κέντρο πληροφόρησης επισκεπτών Δήμου Καβάλας (πρώην ΕΟΤ) στην Κεντρική Πλατεία, τηλ: 2510-620566.

Ηλεκτρονική Προπώληση: https://www.ticketservices.gr/event/mixer-tis-zetis-fitsiou-tour/?lang=el

«Μίξερ»

Παρασκευή 17 και Σάββατο 18 Μαΐου

Θέατρο Αντιγόνη Βαλάκου

Διάρκεια: 75’ χωρίς διάλειμμα

Για περισσότερες πληροφορίες και κρατήσεις μπορείτε να καλείτε στα τηλέφωνα του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας 2510. 220876 – 7 (10:00-14:00).

ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα