Πολιτισμός
«Γκάρης, το μιούζικαλ» της Τασούλας Επτακοίλη στο «Βασιλικό Θέατρο» από το Κ.Θ.Β.Ε.
Πρόλογος
Η τάση στις ιστορίες να υπάρχουν ήρωες ζώα είναι πανάρχαια και ξεκινά σχεδόν με την έναρξη της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, εφόσον ο Όμηρος στην Ιλιάδα βάζει το άλογο τού Αχιλλέα, τον Ξάνθο, να προλέγει τον θάνατο του αφέντη του, ενώ η αρχαία ελληνική μυθολογία έχει να επιδείξει μεγάλη ποικιλία μύθων με ζώα, που μιλούν και πράττουν σαν άνθρωποι.
Ο Αριστοφάνης στις κωμωδίες του θα αξιοποιήσει το στοιχείο των ανθρωπόμορφων ομιλούντων ζώων και ιδιαίτερη άνθιση θα γνωρίσει η χρήση των ζώων ως ήρωες με ανθρώπινα χαρακτηριστικά από τον Αίσωπο στους μύθους του.
Στη ρωμαϊκή εποχή ο ποιητής Οβίδιος, στο έργο του «Μεταμορφώσεις», αναφέρεται σε ελληνικούς και ρωμαϊκούς μύθους, όπου άνθρωποι μεταμορφώνονται σε ζώα και το αντίστροφο και, συχνά, ζουν και σκέπτονται όπως οι άνθρωποι.
Σπουδαίοι μυθογράφοι, όπως ο Λαφονταίν στη Γαλλία και αργότερα ο Κρύλοφ στη Ρωσία γράφουν μύθους, που βρήκαν μεγάλη απήχηση στο κοινό, κατά το παράδειγμα του Αισώπου, με τα ζώα να αποτελούν τους πρωταγωνιστές. Στα νεότερα χρόνια η νεοελληνική λαϊκή παράδοση εμπεριέχει πολλά λαϊκά παραμύθια με ήρωες ομιλούντα ζώα.
Στις μέρες μας ο «Γκάρης» είναι ένα από τα τρία βιβλία για παιδιά που έχει γράψει η Τασούλα Επτακοίλη και παρουσιάζεται σε ευφάνταστη θεατρική διασκευή από τον Βαγγέλη Κουφάκο, σκηνοθεσία Τάσου Πυργιέρη, πρωτότυπη μουσική Δημήτρη Μαραμή και στίχους Σωτήρη Τριβιζά.
Η συγγραφέας, γνωστή τόσο με τη δημοσιογραφική της ιδιότητα (συντάκτρια στην «Καθημερινή»), όσο και με τη λογοτεχνική της («Το άλλο μου ολόκληρο», «Η γυναίκα στο ασανσέρ», «Κέρμα στον αέρα», «Με βλέπεις;») αλλά και από την επιμέλεια και παρουσίαση της επιτυχημένης τηλεοπτικής εκπομπής της ΕΡΤ2 «Πλάνα με ουρά», για τη φιλοζωία, μας μυεί στον υπέροχο κόσμο της φαντασίας μέσα από τη ζωή του δικού της τετράποδου.
Υπόθεση
«Ο Γκάρης, το μιούζικαλ» είναι η ιστορία ενός γαϊδάρου, που με την ανέλπιστη ικανότητά του να πετάει παρασύρει τα παιδιά σε συναρπαστικές περιπέτειες και ανατρέπει την αναμενόμενη απάντηση του λαϊκού παιχνιδιού (αλλά και του ρητορικού ερωτήματος), «πετάει ο γάιδαρος;».
Μια φορά κι έναν καιρό, μια δυναμική δημοσιογράφος, η Τασούλα, καλείται να γράψει ένα άρθρο για τον γνωστό ήρωα «Σούπερμαν». Εκείνη όμως, μέσα σε έναν οίστρο δημιουργικότητας και έρευνας, αρχίζει να αναρωτιέται πώς εδραιώθηκε η κακή φήμη των γαϊδάρων. Έτσι, ξεκινά μια αναζήτηση για να εντοπίσει πού βασίζονται αυτές οι προκαταλήψεις και πώς μπορούμε να δούμε αυτά τα τόσο ιδιαίτερα και καλοσυνάτα ζώα, αλλιώς.
Ο Γκάρης, λοιπόν, είναι ένας γάιδαρος που κάποια στιγμή συνειδητοποιεί ότι μπορεί να πετάξει. Η υπερδύναμή του ενεργοποιείται μόνο μέσω της ενσυναίσθησης: αφουγκράζεται και νιώθει τον πόνο των άλλων και στο τέλος τους βοηθά, με κριτήριο πάντοτε το καλό και το δίκαιο. Ο Γκάρης θα μεταφέρει τα παιδιά στον κόσμο της φαντασίας, κάνοντάς τα να αγαπήσουν έναν «δικό μας» σούπερ ήρωα: το ταλαιπωρημένο ανά τους αιώνες γαϊδουράκι της ελληνικής υπαίθρου. Κι είναι αυτό, το παρεξηγημένο στη λαϊκή μας παράδοση αλλά και στη γλώσσα μας ζώο, που καταφέρνει να κάνει την υπέρβαση: να μας « ταξιδέψει» σε έναν τόπο, όπου οι έννοιες της δικαιοσύνης, της συντροφικότητας, της ενσυναίσθησης και της αλληλεγγύης επανακτούν τη θέση και την αξία τους.
Η παράσταση
Ένα ζωάκι, κεντρικός χαρακτήρας σε παραμύθι, που μπορεί και να μιλά και να έχει μαγικές ιδιότητες, εμφανίζεται σ’ όλες τις γλώσσες του κόσμου, δίχως να απαιτεί ανταλλάγματα. Απλώς, χρησιμοποιεί τις μαγικές δυνάμεις του ή ακόμα και την εξυπνάδα του, για να βοηθήσει τους ανθρώπους, και δη τα παιδιά, όπως ακριβώς συμβαίνει στην ιστορία της Τασούλας Επτακοίλη.
Στον κόσμο των παραμυθιών η αλεπού υπήρξε πολύ συχνά πονηρή, το φίδι μοχθηρό, το αρνί άβουλο κι άκακο, ο λύκος άπληστος, ο τζίτζικας τεμπέλης, το μυρμήγκι εργατικό κι ο γάιδαρος πεισματάρης κι ανόητος. Σε κάθε περίπτωση, ο εξανθρωπισμός των ζώων, για αρκετά χρόνια, δέχθηκε δριμύτατη κριτική από όλους εκείνους που θεωρούσαν πως τα ζώα ήταν κατώτερα όντα του ανθρώπου, άρα, πώς γίνεται να μιλούν ή να νιώθουν ή να σκέφτονται!
Η πένα, όμως, ευφάνταστων συγγραφέων κάνει την ανατροπή. Ο Κίπλινγκ και ο Τζακ Λόντον, στις αρχές του 20ου αιώνα, δίνουν στον λύκο τη χαμένη του μεγαλοπρέπεια και τον τοποθετούν κυρίαρχο μέσα στη φύση, ακόμα κι αν στις ιστορίες τους είναι επικίνδυνος και σε πόλεμο με τον άνθρωπο.
Στο πέρασμα των χρόνων η εικόνα της αλεπούς μεταβάλλεται αργά αλλά σταθερά. Το 1943, στον «Μικρό Πρίγκιπα» του Αντουάν Σαίντ Εξυπερύ παρουσιάζεται η «σοφή» αλεπού να συνομιλεί μαζί του και τα λόγια της να είναι το συστατικό της δομής όλης της ιστορίας.
Σήμερα έρχεται η παιδική σκηνή του Κ.Θ.Β.Ε. να δικαιώσει τον κακομοίρη τον γάιδαρο με το έργο της Τασούλας Επτακοίλη, σε μια μουσική παράσταση, έτσι όπως την ενορχήστρωσε ο Τάσος Πυργιέρης, την έντυσε μουσικά ο Δημήτρης Μαραμής, τη γέμισε χρώματα και γουστόζικα κοστούμια η Αλεξία Θεοδωράκη, τη φώτισε πολύχρωμα ο Στέλιος Τζολόπουλος, τη χορογράφησε με φαντασία ο Κωνσταντίνος Γεράρδος και την υποστήριξαν υποκριτικά οι εξαιρετικοί ηθοποιοί του μεγαλύτερου πολιτιστικού φορέα του Βορρά.
Η πρόθεση των δημιουργών (συγγραφέας, συντελεστές παράστασης) εμπεριέχει, κατά τη γνώμη μου, δύο συνιστώσες: Την καλλιτεχνική και την επιστημονική. Η καλλιτεχνική αφορά στην προσπάθεια όλων να φέρουν τα παιδιά σε επαφή με δύο τέχνες ταυτόχρονα. Τόσο με την δισυπόστατη μουσική, ως επιστήμη και ως τέχνη, όσο και με το παιδικό θέατρο. Το δεύτερο είναι ένα πεδίο δράσης, όπου τονίζεται η καλλιτεχνική του αξία με τρόπο που να απορρίπτει κάποιες απόψεις που το καθιστούν ένα κατώτερο ποιοτικά παράγωγο του θεάτρου. Αυτή την πρόθεση έρχεται να στηρίξει σθεναρά η επιστημονική, παρουσιάζοντας ένα δομημένο μουσικοπαιδαγωγικό πρόγραμμα.
Συμπερασματικά, καταλήγουμε στην αβίαστη μύηση των παιδιών στις τέχνες του θεάτρου και της μουσικής, ώστε να γίνουν καλοί θεατές ως ενήλικοι και, παράλληλα, προσθέτουμε την ψυχαγωγία, τη διασκέδαση και τη διάδραση, επειδή τα παιδιά συμμετέχουν στη δράση με τον δικό τους τρόπο.
Στο «Βασιλικό Θέατρο» η παράσταση «Γκάρης, το μιούζικαλ» είναι ένα καλοδουλεμένο σύνολο λόγου, μουσικής, υποκριτικής, χρωμάτων και, σίγουρα, ένα χαρούμενο πάρτι για μικρούς και μεγάλους.
Οι γοργοί ρυθμοί, η εξαίσια μουσική του Δημήτρη Μαραμή, τα ταξιδιάρικα τραγούδια, δεδομένου ότι η παράσταση απογειώνει το κοινό από την έναρξη, ως μέσο μεταφοράς στον φανταστικό, υπερβατικό κόσμο των παραμυθένιων ηρώων – ζώων, με ικανό κυβερνήτη τον σκηνοθέτη Τάσο Πυργιέρη, οι μαγικές εικόνες που «ζωγραφίζουν » οι συνεργάτες του επί σκηνής, το κέφι και η ενέργεια των ηθοποιών του Κ.Θ.Β.Ε. βάζουν την πλατεία σε μια ευφρόσυνη ατμόσφαιρα και ενεργοποιούν τη συνεργασία πομπού και δέκτη, ώστε η αίθουσα θυμίζει κέντρο ψυχαγωγίας και διασκέδασης.
Ο χαρισματικός Δημήτρης Σακατζής ερμηνεύει αριστοτεχνικά τον μαέστρο – αφηγητή. Αεικίνητος, θαρρείς ένα παλλόμενο γεμάτο ζωντάνια όργανο, που με απίστευτη ενέργεια και αδιάκοπο κέφι, οδηγεί επιδέξια με την μπαγκέτα του την πλατεία στον μύθο και την καθιστά άμεσα, δρώσα συνιστώσα της παράστασης.
Ο Γκάρης – Χρήστος Παπαδημητρίου, ο ήρωας γάιδαρος, όχι μόνο δεν γκαρίζει, παρότι από αυτό το ρήμα γεννήθηκε το όνομά του, αλλά είναι καλλικέλαδος σαν γκρίζο μεγαλόσωμο καναρίνι με ευμεγέθη αυτιά.
Όλοι οι ηθοποιοί που ερμηνεύουν τους άλλους χαρακτήρες – οικόσιτα ζωάκια, είναι άριστα συντονισμένοι σ’ όλη τη δράση, υποδύονται με τέχνη και γενναιοδωρία την ιδιαιτερότητα του κάθε ζωντανού κι έχουν τη συνεργασία στον πεζό και στον μουσικό λόγο, πίστα απογείωσης.
Τα κοστούμια της Αλεξίας Θεοδωράκη, είναι ένα πάνθεον από φορεσιές μοντέρνας αστικής τάξης, από αναγνωρίσιμα ρούχα υπαίθρου και, επίσης, με γούστο και φαντασία οι ρεαλιστικές μάσκες των ζώων. Όλα κυριαρχούν στη σκηνή και γοητεύουν τα μάτια των θεατών, μικρών και μεγάλων.
Οι φωτισμοί του Στέλιου Τζολόπουλου, όπως πάντα, φαντασμαγορικοί, δίνουν διαστάσεις άλλοτε γήινες κι άλλοτε υπερκόσμιες.
Έπαινος σε όλη την ομάδα που εργάστηκε για ένα τόσο τερπνό αποτέλεσμα.
Επίλογος
Θα έλεγα ότι η καλλιέργεια της ενσυναίσθησης και της αποδοχής είναι δώρα του θεάτρου που έρχονται σε δεύτερο χρόνο.
Υπάρχουν πολλά περισσότερα που καλλιεργούνται μέσα από το θέατρο, πολύ πιο βασικά. Λόγου χάρη, από τη στιγμή που αποφασίζει ο γονιός με το παιδί του να επισκεφτούν μια παράσταση, καλλιεργείται μια συγκεκριμένη αγωγή. Αφιερώνεται χρόνος για να βιωθεί από κοινού μια σειρά εμπειριών, όπως η έγκαιρη προσέλευση στον χώρο, η τήρηση σειράς προτεραιότητας, η εκτίμηση προς τον διπλανό, ο σεβασμός προς τον δημόσιο χώρο και τους εργαζόμενους. Επιπρόσθετα, διανοίγεται ένα γόνιμο πεδίο καταγραφής εντυπώσεων και συζητήσεων μετά την αυλαία.
Κατόπιν έρχεται η ενσυναίσθηση, η αποδοχή, η συμπερίληψη, η δυνατότητα να μπαίνεις στη θέση του άλλου μέσα στον περίπατο της δικής σου φαντασίας .
Το παραμύθι, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι μόνο ψυχαγωγία για τα παιδιά. Είναι το μέσο που τα βοηθά να καταδοθούν στην εσωτερική τους φύση, με τις άπειρες ηθικές και πνευματικές της δυνατότητες, αλλά και ο πιο άμεσος τρόπος για να οδηγηθούν με ασφάλεια στην ωριμότητα. Από τα αρχαία κιόλας χρόνια, άλλωστε, οι άνθρωποι αντιλαμβάνονταν, ανέλυαν και κατανοούσαν την πραγματικότητα μέσα από ιστορίες. Τα ζώα – ήρωες παραμυθιών, όπως και στην αληθινή ζωή, συμβολίζουν την ενστικτώδη και διαισθητική πλευρά της.
Στα παραστατικά παραμύθια και στις ιστορίες που απευθύνονται σε παιδιά, όπως στη συγκεκριμένη φαντασμαγορική παράσταση, οι θεατές- αναγνώστες εύκολα ταυτίζονται με τους τετράποδες πρωταγωνιστές.
Συντελεστές
Συγγραφέας: Τασούλα Επτακοίλη
Θεατρική διασκευή: Βαγγέλης Κουφάκος
Σκηνοθεσία: Τάσος Πυργιέρης
Σκηνικά-Κοστούμια: Αλεξία Θεοδωράκη
Μουσική: Δημήτρης Μαραμής
Στίχοι: Σωτήρης Τριβιζάς
Χορογραφίες: Κωνσταντίνος Γεράρδος
Φωτισμοί: Στέλιος Τζολόπουλος
Μουσική διδασκαλία: Παναγιώτης Μπάρλας
Βοηθός σκηνοθέτη: Χριστόφορος Μαριάδης
Β΄ βοηθός σκηνοθέτη: Θανάσης Δισλής
Βοηθός σκηνογράφου-ενδυματολόγου: Μανώλης Ψωματάκης
Ειδικές κατασκευές: Χριστίνα Θαλασσά
Οργάνωση παραγωγής: Μαρίνα Χατζηιωάννου
Παίζουν οι ηθοποιοί: Μαριάννα Αβραμάκη (Φουρνάρισσα, Πεπίτα, Προβατίνα), Λευτέρης Αγγελάκης (Λούφας, Σκύλος), Πελαγία Αγγελίδου (Τζούλη Αρχισυντάκτρια, Κουκουβάγια), Μάνος Γαλανής (Φούρναρης, Γουρούνι, Κυρ Μέντιος), Ελένη Γιαννούση (Γκριζούλα, Δημοσιογράφος 2), Ηλέκτρα Γωνιάδου (Ριρίκα, Κοτίτσια), Μάρα Μαλγαρινού (Γατόνια, Κότα 2), Χρήστος Παπαδημητρίου (Γκάρης), Μαρία- Νεφέλη Παρασκευοπούλου (Κότα 1, Δημοσιογράφος 1), Δημήτρης Σακατζής (Μαέστρος, ο αφηγητής), Εύη Σαρμή (Τασούλα, Αλεπού), Ευανθία Σωφρονίδου (Ροδούλα, Κότα, Κατσίκα, Αρουραία), Ελευθερία Τέτουλα (Κυρία Γεωργία, Λαγός), Γιάννης Τσάτσαρης (Κυρ Θοδωρής, Αυτιάς, Αφεντικό)
Παραστάσεις για σχολεία: Τρίτη – Παρασκευή: 10.30
Παραστάσεις για το κοινό: Κάθε Κυριακή 11:00
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Μπορεί να σας ενδιαφέρουν
Πολιτισμός
Συνταρακτικές οι «Τρωάδες» του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου
Από το Εθνικό Θέατρο στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων
Κρτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Κάθε παράσταση του αρχαίου δράματος έχει εξαρχής εξασφαλισμένη μία ευεργετική προϋπόθεση: τον λόγο του κειμένου που διατηρεί τη μονιμότητα της επικοινωνίας με το κοινό κάθε εποχής, γιατί ο προβληματισμός του είναι ριζικός και πανανθρώπινος και αναφέρεται στην πολιτειακή συνείδηση του ατόμου, ενώ συνιστά αυτό που λέμε αντικειμενικό θέατρο.
Κάθε σκηνοθετική προσπάθεια, που σέβεται τον εαυτό της, έχει σαν στόχο να φτάσει ο λόγος, μέσα από το θέαμα και το ακρόαμα, ακμαίος στον λαϊκό του δέκτη, ώστε να του μεταδώσει όχι μόνο το δίδαγμα άλλα και την καθαρτήρια χαρά του.
Η Ελένη Ευθυμίου, που η ευρηματικότητα της σκηνικής της φαντασίας έχει μεταμοσχεύσει στο ελληνικό θέατρο ζωογόνες ουσίες, πολύτιμες για την εφαρμογή μιας άποψης και την δημιουργία μιας παράδοσης (Ερωτευμένα Άλογα), με τις «Τρωάδες» μάς δίνει μια αντίληψη ερμηνείας, μέσα από την οποία διακρίνεται το προκατασκευαστικό του δράμα.
Σύμφωνα μ’ αυτό, τα μεν επεισόδια μελετήθηκαν σαν δυνατότητες ενός πιο άνετου και πιο ανορθόδοξου μαζί σκηνικού «βηματισμού», με σαφή την υπογράμμιση της ψυχογραφικής λεπτομέρειας, τα δε χορικά, σαν δοκιμαστικός σωλήνας χημικών λύσεων, με καθαρή πρόθεση να εξαρθεί ή ιδιαιτερότητα κάθε στάσιμου.
Όχι τόσο πάνω στην άποψη (το δράμα το ζωντανεύουν οι απόψεις) όσο στους δεδομένους φορείς της εφαρμογής της, όπου είναι φυσικό να στοιχειοθετείτε ή κρίση είτε παραδοχή είναι είτε ενδοιασμός και αντίρρηση.
Με την ουσιαστική κατάργηση της διάκρισης προσκηνίου και ορχήστρας, αυτόματα καταργήθηκε και ή λειτουργική τους σχέση.
Η συγκεκριμένη παράσταση είναι η πρώτη στην ιστορία του αρχαίου θεάτρου μας, που είναι καθολικά προσβάσιμη με διερμηνεία στην ελληνική νοηματική γλώσσα, υπερτιτλισμό για κ/κωφά και βαρήκοα άτομα και ακουστική περιγραφή για άτομα με οπτική αναπηρία.
Στις «Τρωάδες» του Εθνικού Θεάτρου, ένα σύνολο 22 ερμηνευτριών και ερμηνευτών – μεταξύ των οποίων μέλη της ομάδας «Εν Δυνάμει» – διαφορετικών ηλικιών, με ή χωρίς αναπηρία, με ζωντανή μουσική επί σκηνής, μέσα από τη συνύπαρξη διαφορετικών σωμάτων, φωνών και εμπειριών, καταθέτουν μια σκηνική αφήγηση με κέντρο τη μουσικότητα.
Το κατεξοχήν ανθρωποκεντρικό και βαθιά αντιπολεμικό έργο του μεγάλου τραγωδού ζωντανεύει στο αρχαίο θέατρο Φιλίππων, σε μια παράσταση για τη διαχρονική φρίκη του πολέμου και την απώλεια ως συλλογική μνήμη, μα – κυρίως– για το γυναικείο σώμα ως παγκόσμιο σύμβολο της ανθρώπινης τραγωδίας.
Ένα ποιητικό και βαθιά πολιτικό σκηνικό ανέβασμα από την Ελένη Ευθυμίου, μια ξεχωριστή σκηνική ανάγνωση για τη φρίκη και το παράλογο του πολέμου, μέσα από το φίλτρο του θηλυκού σώματος που διεκδικεί το δικαίωμα της επιλογής, ακόμη και όταν βρίσκεται υπό κατοχή.
Οι Τρωάδες της Ελένης Ευθυμίου δεν είναι μόνο τα όμορφα, υγιή κορμιά των προνομιούχων γυναικών της οικογένειας του Πρίαμου που αναμένουν την τελική διαλογή. Είναι και σώματα ανήλικα, ανάπηρα, ηλικιωμένα, που σπάνια είχαν το προνόμιο της αφήγησης.
Αιχμάλωτες μετά την άλωση της πόλης τους, οι Τρωάδες αναμετρώνται και με τις δικές τους ευθύνες, όταν η σιωπηρή αποδοχή του πολέμου αποκαλύπτει τις ολέθριες συνέπειές της. Είναι πια φανερό πως ούτε οι θεοί, ούτε ο μύθος, ούτε η μοίρα ορίζουν τη ζωή τους.
Στην Τροία τα σώματα των γυναικών δε βρίσκονταν πάντοτε υπό αιχμαλωσία. Αν και ανήκαν σε μια βαθιά πατριαρχική κοινωνία, ήταν –για τα μέτρα της εποχής– ελεύθερα: είχαν επιλογές, όνειρα και τη δυνατότητα μιας αξιοπρεπούς ζωής.
Καθώς, όμως, πλησιάζει το τέλος μιας εποχής, μιας ζωής δοξασμένης και άλλοτε απλώς υποφερτής της ίδιας της Ιστορίας τους, οι Τρωάδες της Ελένης Ευθυμίου μιλούν για τη φρίκη του πολέμου, μέσα από το φίλτρο του (θηλυκού) σώματος, που διαισθάνεται πως θα αντικειμενοποιηθεί και θα απανθρωποποιηθεί.
Η Ευαγγελία Κιρκινέ έχει δημιουργήσει ένα σκηνικό που δεν είναι απλώς λειτουργικό για έναν μεικτό θίασο ανθρώπων, αρτιμελών και μη. Αποτελεί κυρίαρχο παράγοντα της σκηνοθετικής αντίληψης, μετατρέπεται στη σκηνή σε ενεργό χαρακτήρα, ιδεολογικό σύμβολο και κινητήριο μοχλό της δράσης.
Είναι, δηλαδή, ένας ακόμη πρωταγωνιστής. Ένας τόπος με εμφανή τα αποκαΐδια του πολέμου, όπου κάθε σώμα κουβαλά τη δική του ιστορία επιβίωσης.
Ο χώρος στερείται υψομετρικών αποκλεισμών. Οι διάδρομοι, τα επίπεδα και οι επιφάνειες επιτρέπουν στα αμαξίδια και στα σώματα να κινούνται χωρίς εμπόδια, δημιουργώντας νέους άξονες κίνησης. Σοφά μελετημένος σχεδιασμός από την πολύπειρη Ευαγγελία Κιρκινέ μιας καμένης γης με στάχτες, κρατήρες, μαύρα νερά.
Το εικαστικό σύμπαν της παράστασης συμπληρώνουν τα κοστούμια του Άγγελου Μέντη, ενώ η κίνηση του Τάσου Παπαδόπουλου κατορθώνει κάτι δύσκολο: να ενώσει σώματα με διαφορετικές δυνατότητες σε μια κοινή, ποιητική γλώσσα, χωρίς να ισοπεδώνει τη μοναδικότητα του καθενός.
Ο σκηνικός χώρος είναι αφαιρετικός, αλλά ταυτόχρονα εμπνευσμένος από ένα πραγματικό τοπίο πολέμου. Παράλληλα, έχει έντονο το ποιητικό και αλληγορικό στοιχείο, καθώς θυμίζει μήτρα αλλά και κρατήρα. Οι δύο μικρές λίμνες που υπάρχουν επί σκηνής λειτουργούν ως κηλίδες πετρελαίου, παραπέμποντας σε μια πλούσια γη.
Η μετάφραση του Γιάννη Τσαρούχη κατέχει μια ξεχωριστή θέση στη νεοελληνική δραματουργία. Ο Τσαρούχης δεν προσέγγισε το αρχαίο κείμενο ως φιλόλογος ή ακαδημαϊκός, αλλά ως εικαστικός, σκηνοθέτης και άνθρωπος του θεάτρου.
Απέρριψε τόσο την καθαρεύουσα όσο και τις βαρύγδουπες, εξεζητημένες ποιητικές μεταφράσεις της εποχής.
Χρησιμοποίησε μια απλή, ρέουσα και λαϊκή δημοτική, την οποία μιλούσε ο κόσμος στον δρόμο.
Στόχος και της Ελένης Ευθυμίου είναι ο θεατής να νιώσει ότι ακούει αληθινούς ανθρώπους να πονούν και να θρηνούν, απογυμνώνοντας το τραγικό μέγεθος από κάθε ακαδημαϊκή σοβαροφάνεια. ΄Άρα, η μετάφραση έγινε για τη σκηνή και όχι για το αναγνωστήριο.
Ο Ευριπίδης στις Τρωάδες διαπραγματεύεται την αιχμαλωσία, τον ξεριζωμό και την απώλεια. Ο Τσαρούχης συνέδεσε το αρχαίο δράμα με το ελληνικό μοιρολόι και τον λαϊκό πολιτισμό.
Ο θρήνος της Εκάβης ή της Ανδρομάχης αποκτά τους χρωματισμούς και τη λιτή σοβαρότητα του παραδοσιακού ελληνικού πένθους.
Επομένως, η μετάφραση «λειτουργεί» ενεργοποιώντας το συλλογικό βίωμα του ελληνικού λαού για τη προσφυγιά και τον πόλεμο.
Το κοινό επικεντρώνεται στη δράση, αλλά με τεράστιο ενδιαφέρον στη σύνθεση της ομάδας του θιάσου. Η σκηνοθέτρια αποκαλύπτει σε συνέντευξή της, ότι η προετοιμασία ξεκίνησε πολύ πριν από τις κοινές πρόβες: «Η ομάδα των ΑΜΕΑ έκανε δική της προετοιμασία, με φωνητική δουλειά και τραγούδι. Από την πλευρά μου προσπάθησα να βασιστώ στις ιδιαίτερες ποιότητες κάθε ανθρώπου. Για παράδειγμα, η Λωξάνδρα δεν τραγουδά, αλλά διαθέτει μια εξαιρετική υποκριτική δύναμη. Γι’ αυτό της ανατέθηκε ο σπαρακτικός μονόλογος μίας Αγγελιοφόρου. Μπορεί πολλές φορές να μη γίνονται αντιληπτές όλες οι λέξεις, όμως η αλήθεια της ερμηνείας της μεταφέρει το νόημα. Δεν είναι τυχαίο ότι μέλη του χορού αποκαλούνται “Παιδιά του Λοξία”. Η σκέψη είναι διπλή, λόγω της αγνότητας και της ειλικρίνειας της ευαλωτότητάς τους, συνδέονται με τον κόσμο της Κασσάνδρας και της διαίσθησης».
Εξέχουσα σημασία έχει το ότι δίνεται φωνή στους αφανείς. Το γεγονός ότι ο άμαχος πληθυσμός παίρνει τον λόγο, ότι οι γυναίκες παίρνουν τον λόγο στην εποχή που γράφτηκε, ότι είναι εξαιρετικά αντιπολεμικό, γραμμένο για έναν λαό που βρισκόταν σε πόλεμο, είναι πολύ σημαντικό.
Ασκεί έντονη κριτική στα κακώς κείμενα της εποχής του και αυτό το καθιστά ένα πολύ σοβαρό και πλούσιο έργο και πάντα επίκαιρο. Η πλοκή του είναι πολύ ήσυχη, σαν να μη γίνεται τίποτα στην πραγματικότητα. Σαν να βλέπουμε μια αποσύνθεση εν εξελίξει.
Έχει πολύ ιδιαίτερη δραματουργία σε σχέση με τις άλλες τραγωδίες εκείνης της εποχής.
Ο Ευριπίδης παρουσίασε τις «Τρωάδες» γύρω στο 415 π.Χ., λίγο μετά τη σφαγή και τον εξανδραποδισμό των Μηλίων από τους Αθηναίους. Και στην εποχή μας, ωστόσο, μαίνονται συρράξεις.
Ζούμε σε πολύ δύσκολους καιρούς, με πολύ δύσκολες συνθήκες, πόσω μάλλον για τον άμαχο πληθυσμό κάθε πολεμικής σύγκρουσης ή για τους ανάπηρους του άμαχου πληθυσμού. Είναι οι τελευταίοι για τους οποίους θα μιλήσει κάποιος. Ο Ευριπίδης μίλησε και η παράσταση μιλά εν έτει 2026.
Η σπουδαία Λυδία Φωτοπούλου ερμηνεύει με την τεράστια υποκριτική της δεινότητα (σαράντα χρόνια μετά την παράσταση των Τρωάδων του Βουτσινά, όπου υποδύθηκε την Κασσάνδρα ), την Εκάβη, μια τραγική βασίλισσα και μια σπαρακτική κραυγή όλων όσοι είδαν τον κόσμο τους να καταρρέει, των θυμάτων των πολέμων και των προσφύγων.
Η Εκάβη της είναι εδώ ο σπαραγμός, η οδύνη και η οργή όλων των εκτοπισμένων, όπου γης.
Με αξιοθαύμαστη οικονομία μέσων και χωρίς υπερβολικές εξάρσεις, η μεγάλη ηθοποιός προσεγγίζει την έκπτωτη βασίλισσα αφήνοντας τη σιωπή να μιλήσει. Ενσαρκώνει μια γυναίκα που, έχοντας χάσει τα πάντα, συνειδητοποιεί την ψευδαίσθηση της παλιάς της εξουσίας και παλεύει απλώς να σταθεί όρθια. Εξόχως συγκινητική ερμηνεία.
Ο Γιώργος Χριστοδούλου είναι ένας συναρπαστικός αλαζόνας Μενέλαος, ενώ την χαροκαμένη Ανδρομάχη υποδύεται με σπαραγμό η εξαιρετική Εύη Σαουλίδου, η οποία παραδίδει την εικόνα της απόλυτης μητρικής απελπισίας, απέναντι στη μοίρα που επιβλήθηκε στο παιδί της, προτιμώντας την αυτοχειρία από τη σκλαβιά, σύμφωνα με τη διασκευή της Ελένης Ευθυμίου.
Η ωραία Ελένη είναι όντως ωραία στο πρόσωπο της πολύ καλής Βασιλικής Τρουφάκου και η Κασσάνδρα βρίσκει σώμα και στόμα για τις οιμωγές της στην Νάνσυ Σιδέρη.
Ο Αργύρης Ξάφης (Ταλθύβιος) φωτίζει με λεπτές αποχρώσεις τον δισταγμό του απέναντι στα σκληρά γεγονότα που εκτυλίσσονται και τη γενικότερη ματαιότητα του πολέμου, που εκφράζεται με έντονο κυνισμό.
Ο συμπεριληπτικός Χορός, άνδρες και γυναίκες, αρτιμελείς και άνθρωποι με αναπηρία συγκλονίζει τους θεατές, επειδή δεν προσφέρει απλώς μια αίσθηση κοινωνικής ευαισθητοποίησης. Μετατοπίζει βαθιά το ίδιο το αισθητικό και συναισθηματικό βάρος της παράστασης, αγγίζοντας τον θεατή στον πυρήνα της τραγικής εμπειρίας.
Η συγκίνηση που προκαλείται δεν πηγάζει από τον οίκτο, αλλά από την επανασύνδεση του θεάτρου με την πραγματική φύση της ανθρώπινης ύπαρξης.
Ο θεατής δε βλέπει μια «τέλεια» θεατρική ομάδα, αλλά μια ολόκληρη ανθρωπότητα που υποφέρει, αναρωτιέται και συμπορεύεται.
Όταν η σωματική ευθραυστότητα και η διαφορετική κινητικότητα ενσωματώνονται οργανικά στον Χορό, η μεταφορά γίνεται απτή πραγματικότητα.
Η προσπάθεια, ο ρυθμός, η αλληλεξάρτηση των μελών επί σκηνής, καθιστούν τον πόνο, τη σταθερότητα και την αντοχή, ζωντανά βιώματα.
Η κίνηση ενός αναπηρικού αμαξιδίου στην ορχήστρα, η πλαστικότητα μιας διαφορετικής χειρονομίας ή η ενσωμάτωση της νοηματικής γλώσσας στη ροή του λόγου δεν αποτελούν προσαρμογές, αλλά νέα αισθητικά εργαλεία.
Αυτά χρησιμοποιεί η Ελένη Ευθυμίου σ’ αυτή την τόσο ιδιαίτερη ανάγνωση των «Τρωάδων». Η εισαγωγή των νεωτερισμών στην έναρξη λειτουργεί ως γέφυρα, θολώνοντας εντέχνως τα όρια ανάμεσα σε νικητές και ηττημένους.
Πρόκειται για μια εύστοχη δραματουργική επιλογή που καταδεικνύει την απόλυτη ματαιότητα, υπογραμμίζοντας πως απέναντι στη φρίκη του πολέμου, καταλήγουν όλοι εξίσου συντριμμένοι και χαμένοι. Ο λόγος, καθαρός και άμεσος, αναδεικνύει το τραύμα της απώλειας μέσα από σώματα ανήλικα, ανάπηρα και ηλικιωμένα, με την ενσωμάτωσή τους στη σκηνική δράση να επιτυγχάνεται με απόλυτη φυσικότητα και οργάνωση.
Ο συντονισμός διαφορετικών σωμάτων από τον Τάσο Παπαδόπουλο, που επιμελήθηκε την κίνηση, σε έναν κοινό βηματισμό δημιουργεί μια εικόνα αλληλεγγύης, που καθηλώνει το βλέμμα. Θα προσθέσω και τη μουσική πανδαισία του Λευτέρη Βενιάδη από τους επί σκηνής μουσικούς : Σοφία Καμαγιάννη (πιάνο), Γιώργος Μπουκαούρης (κρουστά), Σοφιανός Πεσιρίδης (όμποε), ώστε η δύναμη του συμπεριληπτικού Χορού υπενθυμίζει στο κοινό τη βασική παραδοχή της τραγωδίας: κανένα σώμα και καμία μοίρα δεν είναι άτρωτη, αλλά η συλλογικότητα είναι το μόνο μέσο για να αντέξει ο άνθρωπος το βάρος της ύπαρξης, ενώ τη ζοφερή ατμόσφαιρα εντείνουν οι φωτισμοί της Ζωής Μολυβδά- Φαμέλη.
Συντελεστές
Μετάφραση: Γιάννης Τσαρούχης
Διασκευή—Σκηνοθεσία: Ελένη Ευθυμίου
Σύμβουλος δραματουργίας: Σοφία Ευτυχιάδου
Σκηνικά: Ευαγγελία Κιρκινέ
Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Μουσική: Λευτέρης Βενιάδης
Κίνηση: Τάσος Παπαδόπουλος
Φωτισμοί: Ζωή Μολυβδά – Φαμέλη
Σχεδιασμός ήχου: Σοφία Καμαγιάννη
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά
Βοηθός σκηνοθέτριας: Θέμης Θεοχάρογλου
Βοηθός σκηνογράφου: Μαριάνθη Ράδου
Βοηθός ενδυματολόγου: Δέσποινα Μαρία Ζαχαρίου
Βοηθός φωτίστριας: Νατάσα Πετροπούλου
Β βοηθός σκηνογράφου: Ταξιάρχης Χούμος
Καλλιτεχνικές συνεργάτιδες για την υποστήριξη της ομάδας Εν Δυνάμει: Ελένη Ζαχοπούλου, Δάφνη Καφετζή, Αγγελική Τόμπρου
Παίζουν (αλφαβητικά): Αργύρης Ξάφης (Ταλθύβιος), Εύη Σαουλίδου (Ανδρομάχη), Νάνσυ Σιδέρη (Κασσάνδρα), Βασιλική Τρουφάκου (Ελένη), Λυδία Φωτοπούλου (Εκάβη),
Γιώργος Χριστοδούλου (Μενέλαος)
Χορός: Μύριαμ Σοφία Αρτζανίδου, Μαρία Δαχλύθρα, Eλένη Δημοπούλου, Νίκος Κυπαρίσσης, Ειρήνη Κουρούβανη, Λωξάνδρα Λούκας, Λυγερή Μητροπούλου, Θεανώ Παπαβασιλείου, Κατερίνα Παπανδρέου, Νίκη Πεταλά, Χρύσα Τουμανίδου
Μαζί τους, στους ρόλους της νεαρής Πολυξένης και του μικρού Αστυάνακτα η Άνα Τζουλάκη Χριστοδούλου και ο Μιχάλης Μήτσης αντίστοιχα.
Μουσικοί επί σκηνής: Σοφία Καμαγιάννη (πιάνο), Γιώργος Μπουκαούρης (κρουστά), Σοφιανός Πεσιρίδης (όμποε)
Φωτογραφίες: Karol Jarek
Τρέιλερ: Χρήστος Συμεωνίδης
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Πολιτισμός
«Πολυάννα Το παιχνίδι της χαράς» στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων
Η παιδική σκηνή Κάρμεν Ρουγγέρη έρχεται στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων και παρουσιάζει την παράσταση «Πολυάννα Το παιχνίδι της χαράς», την Κυριακή 30 Αυγούστου στις 21:00 στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων.
Πρόκειται για ένα «παιχνίδι» της Πολυάννας, ενός δωδεκάχρονου τρισχαριτωμένου κοριτσιού, που κατέκτησε ολοκληρωτικά τις καρδιές μικρών και μεγάλων τον χειμώνα που ανέβηκε στο Θέατρο Κιβωτός..
Η Πολυάννα, η ηρωίδα της ιστορίας, γίνεται σύμβολο αγάπης και καλοσύνης για όλους όσους θα βρεθούν στο δρόμο της. Βλέπει πάντα τη ρόδινη πλευρά της ζωής, και πιστεύει ότι κάποιος μπορεί να βρει χαρά ακόμα και σε κάτι δυσάρεστο που θα του συμβεί.
Χαρά που ομορφαίνει και καλυτερεύει τα πάντα στη ζωή.
Η παράσταση έχει πολλή ενδιαφέρουσα πλοκή. Έξυπνα σκηνικά και παραμυθένια κοστούμια προσεγμένα στη λεπτομέρεια και ακόμα εμπνευσμένες χορογραφίες πάνω σε πρωτότυπη μουσική και τραγούδια με ρυθμούς country, foxtrot, rock and roll, godspell και blues.
Τα πιόνια του παιχνιδιού αυτού είναι:
• η αισιοδοξία απέναντι στην απαισιοδοξία,
• η καλοσύνη απέναντι στην κακία,
• το ενδιαφέρον απέναντι στην αδιαφορία
• η θετική σκέψη απέναντι στην αρνητική σκέψη
• το γέλιο απέναντι στο κλάμα
• η συγχώρηση απέναντι στην εκδίκηση
• η χαρά απέναντι στην θλίψη
Promo Trailer: https://youtu.be/wibWlmDhQaQ
Λίγα λόγια για το έργο:
Ήταν μια φορά σ’ ένα μακρινό μέρος, κάπου στην Αμερική, πολλά χρόνια πριν, ένα μελαγχολικό χωριουδάκι.
Σ’ αυτό το χωριό οι κάτοικοι ήταν κάπως απρόσιτοι. Δεν πιάνανε κουβέντα εύκολα, χαμογελούσαν πολύ δύσκολα. Με άλλα λόγια… σ’ αυτό το χωριό λες ΚΑΙ ΕΙΧΕ ΧΑΘΕΙ Η ΧΑΡΑ.
Η μικρή μας ηρωίδα καταφθάνει μόνη της σε αυτό το χωριουδάκι με τους αδιάφορους και λυπημένους κατοίκους και εφαρμόζοντας το «παιχνίδι της χαράς» κατορθώνει μέσα σε λίγο διάστημα, να τους ξεσηκώσει όλους και να τους γεμίσει με αισιοδοξία, χαρά και ελπίδα.
Δήλωση της Κάρμεν Ρουγγέρη
«Το έργο έχει μια τόσο ενδιαφέρουσα πλοκή και ένα τόσο όμορφο τέλος που μπορεί να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον μικρών και μεγάλων. Κατά την γνώμη μου είναι για όλες τις ηλικίες. Οι Θησαυροί –μηνύματα που έχει το έργο αυτό είναι τόσοι που σίγουρα οι μικροί και μεγάλοι θεατές μας θα φύγουν πολύ πιο πλούσιοι από την παράσταση αυτή».
Δήλωση της Χριστίνας Κουλουμπή
«Το παιχνίδι της χαράς» της Eleanor Porter είναι το αριστούργημα της Αμερικάνικης Λογοτεχνίας που σημάδεψε τα παιδικά μου χρόνια! Ένα βιβλίο που επηρέασε τον τρόπο που βλέπω την ζωή με αφάνταστα θετικό τρόπο!
Ηρωίδα, ένα μικρό κορίτσι 12 χρονών που- παρά τις αντιξοότητες που παρουσιάζονται στην ζωή της – καταφέρνει να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες με χαμόγελο και αισιοδοξία! Ο πατέρας της, ένας φτωχός ιεραπόστολος, της είχε μάθει να παίζει το «παιχνίδι της χαράς» που είναι το μυστικό της ευτυχίας! Μέσα από τις περιπέτειες της μικρής Πολυάννας καταλαβαίνουμε την αξία της ευγνωμοσύνης, την αγάπη που μεταδίδεται μέσα από την καλοσύνη, την φιλία και την ελπίδα που φωτίζει την σκέψη μας να επιλέγει το καλό ακόμα κι όταν όλα μοιάζουν δύσκολα…
Κείμενο: Κάρμεν Ρουγγέρη
Σκηνοθεσία: Κάρμεν Ρουγγέρη – Χριστίνα Κουλουμπή
Σκηνικά – Κοστούμια: Χριστίνα Κουλουμπή
Κίνηση – Χορογραφίες – Φωτισμοί: Πέτρος Γάλλιας
Πρωτότυπη μουσική – VideoArt: Αντώνης Δελαπόρτας
Στίχοι: Ανδρέας Κουλουμπής – Κάρμεν Ρουγγέρη
Διδασκαλία τραγουδιών: Ελένη Ζιώγα
Διεύθυνση παραγωγής – Υπεύθυνη περιοδείας: Ελένη Καρτάση
Παίζουν οι ηθοποιοί (με αλφαβητική σειρά):
Αναγνωστοπούλου Αναστασία, Ζωγραφόπουλος Κώστας, Κορλός Θανάσης, Κύρτσος Νίκος, Λιναρδάτου Κωνσταντίνα, Μιχαλάκη Έλενα, Παπαδόπουλος Χάρης, Πικιώνη Ινώ
ΠΑΡΑΓΩΓΗ: ΠΑΙΔΙΚΗ ΣΚΗΝΗ ΚΑΡΜΕΝ ΡΟΥΓΓΕΡΗ
Πολυάννα Το Παιχνίδι της Χαράς
Κυριακή 30 Αυγούστου / 21:00
Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων
Τιμές εισιτηρίων: 14€ Γενική Είσοδος (Δωρεάν είσοδος για παιδιά έως 2 ετών)
Ηλεκτρονική Προπώληση: https://www.ticketservices.gr/event/polyanna-to-paixnidi-tis-xaras/?lang=el
Προπώληση
Καβάλα: Κέντρο Πληροφόρησης Επισκεπτών Δήμου Καβάλας (πρώην ΕΟΤ) Κεντρική Πλατεία, τηλ: 2510-620566, καθημερινά από Δευτέρα έως Σάββατο (10:00 – 14:00 και 18:00 – 21:00) και Κυριακή (10.00 – 14.00), ενώ την ημέρα της παράστασης θα γίνεται προπώληση στο ταμείο του χώρου της εκδήλωσης από τις 19:00 το απόγευμα.
Πολιτισμός
«ΡΩΜΑΙΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΕΤΑ» του Μποστ! σε περιοδεία από ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κρήτης
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Διαβάζοντας ξανά και ξανά κείμενα και σκίτσα του Μέντη Μποσταντζόγλου κάνουμε συχνά το ίδιο λάθος: προσπαθούμε να κρατήσουμε παραπομπές, μνημόνια εδαφίων. Όμως, στο μποστικό σύμπαν δε βρίσκουν έδαφος τα μνημόνια. Οι σελιδοδείκτες θα ‘πρεπε να είναι όσοι είναι οι λαχνοί στο κοντάρι του λαχειοπώλη την ώρα που βγαίνει για δουλειά! Δεν είναι μόνο εύλογη η αμηχανία όποιου επιχείρησε να χωρέσει σε ταξινομημένα ράφια το έργο του Μποσταντζόγλου.
Σκιτσογράφος, θεατρικός συγγραφέας, στιχουργός, σατιρικός, λαϊκός ζωγράφος, σαρκαστικός αφηγητής και καλλιτέχνης, διαφημιστής, σχεδιαστής όμορφων δώρων, κατεδαφιστής της κοινωνικής και γλωσσικής υποκρισίας…
Ανεπαρκείς οι ορισμοί, τόσο αληθινοί ο καθένας χωριστά, τόσο λίγοι, όμως, για να κλείσουν μέσα τους αυτόν τον Ανατολίτη αυθεντικό άρχοντα της πένας και του πινέλου.
Είπαν για αυτόν πως ζωγράφιζε τη γλώσσα και μιλούσε τις εικόνες: ένα ισόβιο, εύφορο μποστάνι, που θα ‘λεγε κανείς ότι το σκάλισαν, το πότισαν και το ευλόγησαν ο Αριστοφάνης, ο Θεόφιλος, ο Βυζάντιος, ο Σουρής, ο Ροΐδης, ο Θέμος Άννινος και ο αδελφός του ο Μπάμπης, αλλά μαζί και όλοι οι μάστορες του Θεάτρου Σκιών και οι ακαδημαϊκοί του Σουρρεαλισμού.
Το συνολικό έργο του Μποστ είναι ίσως το πιο αδιάσειστο τεκμήριο εκείνου του αξιώματος που έλεγε πως στην Ελλάδα δεν χρειάζεται κανείς να εισάγει τον Σουρρεαλισμό, καθότι υπάρχει επάρκεια.
Ιδού το δείγμα: «Σε κάποια πόλη μακρινή, στην πόλη της Βερόνας
Μοντέγοι από τη μία μεριά, και κάτι Καπουλέτοι
είχανε έχθρα φοβερή που εκρατούσε έτη.
Κι έτυχε τότε έρωτας να μπει εις την καρδιά
και να θρονιάσει για καλά σε δυό μικρά παιδιά.
Αυτά υπήρξαν θύματα ετούτης της βεντέτας
Κάποιου Μοντέγου δηλαδή και κάποιας Καπουλέτας.
Ρωμαίος λέγεται ο γιός από Μοντέγου γένος
Και με την κόρη του εχθρού βαριά ερωτευμένος.
Ιουλιέτα λέγετο η κόρη που αγαπούσε
και Καπουλέτους έλεγαν το γένος που κρατούσε.
Η μοίρα όμως το’ φερε η αγάπη των να σβήσει.
Θα δείτε πώς συνέβηκε στο έργο που θ’ αρχίσει».
Ο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Μποστ δεν είναι απλώς μια κωμωδία, αλλά είναι ένα γλωσσικό και κοινωνικό φαινόμενο. Με τον χαρακτηριστικό δεκαπεντασύλλαβο και την σκοπίμως ανατρεπτική γλώσσα του, το έργο σατιρίζει τον μικροαστικό καθωσπρεπισμό, τις διαχρονικές ελληνικές παθογένειες και τις αντιφάσεις της σύγχρονης κοινωνίας, προκαλώντας ουσιαστικά ερωτήματα αβίαστο γέλιο.
Ο Μποστ εμπνέεται από την πασίγνωστη ρομαντική σαιξπηρική ιστορία. Οι ήρωες έρχονται από το παρελθόν στο παρόν, λέγοντας την ιστορία με το δικό τους τρόπο μέσα από τον αυτοσαρκασμό, το χιούμορ και τις ανατροπές.
Ο Ρωμαίος γεμάτος από έρωτα για την Ιουλιέτα αντιπροσωπεύει το πάθος, το αίσθημα, αλλά και τη δύναμη, έτοιμος να θυσιαστεί για τα ιδανικά της αγάπης. Η Ιουλιέτα, μέσα πάντα από τον ανατρεπτικό όσο και σουρεαλιστικό λόγο του Μποστ, είναι ένα κορίτσι και αργότερα γυναίκα που τη διακρίνει η δυναμικότητα και αποφασιστικότητα, έτοιμη να διεκδικήσει μέχρι τέλους την αγάπη της για τον Ρωμαίο.
Και εδώ πρωταγωνιστής είναι η γλώσσα. Μέσα σε αυτόν τον ευρηματικό και απροσδόκητο δεκαπεντασύλλαβο, ο Μποστ σατιρίζει με το δικό του υπονομευτικό τρόπο τα κακώς κείμενα της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας.
Ο σουρεαλισμός, ο γνωστός δεκαπεντασύλλαβος, οι ήρωες που μοιάζουν με τα σκίτσα του, η υπόγεια κριτική , είναι τα στοιχεία εκείνα που κάνουν το έργο να αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα δείγματα ενός θεάτρου που δεν υπήρξε όμοιο στην Ελλάδα.
Αιχμηρός, αληθινός, αλλά και πολύ ευαίσθητος στίχος.
Ο πολυμήχανος σατιριστής Μποστ βάζει δύσκολα στον εαυτό του, εφόσον χρησιμοποιεί ως θεματική αφετηρία του και ως πλαίσιο του μύθου του ένα άλλο έργο, άλλης εποχής, άλλης δραματουργικής πλοκής και υφής και, μάλιστα, τραγικής, όπως είναι και η «Μήδεια».
Διακινδυνεύει κινούμενος στην κόψη του ξυραφιού, καθώς πλέκει το πρωτότυπο Σαιξπηρικό έργο και τα πρόσωπά του με το σύγχρονο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι στον δικό του μύθο, τον φαινομενικά παράλογο, αλλά στο βάθος του ορθολογικά δομημένο και κριτικά καυστικό, ακριβώς γιατί θέλει να στηλιτεύσει τον σύγχρονο βίο του Έλληνα, του εκτροχιασμένου και εξαιτίας της κατακλυσμιαίας υποκουλτούρας, που σαρώνει τα πάντα.
‘Ήθη, παραδόσεις αιώνων, πολιτιστικές αξίες και τέχνες.
Μια κοινωνία σε πλήρη σύγχυση αποκαλύπτει η παράσταση, μέσα από ένα παιχνίδι σκόπιμης, δαιμόνιας , χιουμοριστικά εύφορης δραματουργικής ασάφειας. Πρόκειται για μια επιτηδευμένη σύγχυση που λυτρώνει τον θεατή από τη σαβούρα της τηλεοπτικής υποκουλτούρας, αυτής που συντηρεί μελοδραματικές λαϊκίστικες ιστορίες, προκαλεί μαζική αποχαύνωση στη σημερινή Ελλάδα του κακόγουστου διπολικού σκηνικού των «Πράσινων» και «Βένετων».
Τα λογοπαίγνια του Μποστ, δια στόματος των ανεκδιήγητων ηρώων του «σπάνε κόκαλα» με την αιχμηρότητά τους και ευεργετούν τον θεατή με το εύστοχο, ανατρεπτικό τους χιούμορ.
Ο Νικορέστης Χανιωτάκης σκηνοθετεί το έργο και το μπολιάζει με πάμπολλα, ευφυή ευρήματα και με φρέσκους στίχους ομοιοκατάληκτους που στηλιτεύουν τη σημερινή επικαιρότητα, ντυμένο με την πρωτότυπη μουσική του Γιώργου Ανδρέου, που «γλεντά» την παράσταση με τα τραγούδια του και τη ζωντανή μουσική του.
Ο σκηνοθέτης προσφέρει στο κοινό ένα θέαμα λευτερωμένο από κάθε υποκριτική αναστολή από έναν «εξωφρενικό θίασο», με προεξάρχοντες την έξοχη Υρώ Μανέ, που σκορπά κύματα γέλιου στον ρόλο της Ιουλιέτας και τον πολυτάλαντο Άκη Σακελλαρίου, ως έναν πολυδιάστατο Ρωμαίο, ενώ η σκηνική δράση εμπλουτίζεται σε υπερθετικό βαθμό από τον Γιάννη Ζουγανέλη στον ρόλο της Παραμάνας.
Ακόμη, ο Σπύρος Μπιμπίλας με απίστευτη ενέργεια και μπρίο ως Μερκούτιος, ο απολαυστικός Γιάννης Δρακόπουλος στον ρόλο του αντισυμβατικού Πάτερα Λαυρέντιου, μαζί με τους εξαιρετικούς Δαυίδ Μαλτέζε, Παναγιώτη Γουρζουλίδη, Βασίλη Παπαδημητρίου, Αρετή Πασχάλη και Νίνα Φώσκολου, με το πληθωρικό τους ταλέντο, τον γρήγορο ρυθμό και το χιούμορ, εναλλάσσουν ρόλους με γρήγορα αντανακλαστικά και απογειώνουν το κοινό.
Είναι ένας θίασος υπέροχος, διαρκώς σχολιαστικός, μέσα σ’ ένα σκηνικό «όργιο» της Μαρίας Φιλίππου και της δημιουργικής συνεργασίας της Ιωάννας Καλαβρού με τα κοστούμια της, καθοδηγούμενου κινητικά από την Φαίδρα Νταϊόγλου.
Συντελεστές
Σκηνοθεσία-Φωτισμοί: Νικορέστης Χανιωτάκης
Πρωτότυπη μουσική: Γιώργος Ανδρέου
Σκηνικά: Μαρία Φιλίππου
Κοστούμια: Ιωάννα Καλαβρού
Χορογραφίες: Φαίδρα Νταϊόγλου
Σχεδιασμός ήχου – ηχοληψία: Μανώλης Καραδημητράκης
Βοηθός σκηνοθέτη: Θεοδώρα Κοκκινίδη
Οργάνωση παραγωγής: Χρυσαντίνα Κούλουμπου, Χαρούλα Λώλη
Εκτέλεση παραγωγής: Ιουλιέτα Καραχάλιου
Οργάνωση γραφείου παραγωγής: Βικτώρια Λώλη, Αργυρώ Τσοτσώνη
Επικοινωνία: Ελένη Λιλή – elenanlily@gmail.com
Creative Agency : GridFox
Social media: Social Wave
Παίζουν: Υρώ Μανέ, Άκης Σακελλαρίου, Σπύρος Μπιμπίλας, Γιάννης Δρακόπουλος, Δαυΐδ Μαλτέζε, Παναγιώτης Γουρζουλίδης, Βασίλης Παπαδημητρίου, Αρετή Πασχάλη, Νίνα Φώσκολου, Οδυσσέας Κωνσταντόπουλος
Στον ρόλο της Παραμάνας ο Γιάννης Ζουγανέλης!
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Προτεινόμενα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΠροκήρυξη Διεθνούς Διαγωνισμού Ποίησης εις Μνήμη του Πρωτοπρεσβύτερου Ποιητή Γεωργίου Ι. Διαμαντόπουλου. Με θέμα ꓽ «Υπάρχουν Άνθρωποι»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΘάσος: Αναστέλλεται η λειτουργία σχολικών τμημάτων και του «Θεαγένη»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμαρχος Θάσου για το πρόγραμμα ενίσχυσης επιχειρήσεων της ΑΜΘ με την διαδικασία της μη επιστρεπτέας προκαταβολής
-
ΚαβάλαΠριν 6 έτηΚαμπανάκι για την μείωση των δρομολογίων στη γραμμή Πρίνος-Καβάλα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΧορωδίες δήμου θάσου 2020
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμος Θάσου κοντά στον πολίτη, δίνει χρήσιμες συμβουλές για την εξοικονόμηση ενέργειας
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΞεκινούν οι εγγραφές στην Παιδική Θεατρική Σκηνή του Δήμου Θάσου
-
ΕλλάδαΠριν 6 έτηΣε κακούργημα μετατρέπεται το αδίκημα βασανισμού των ζώων

You must be logged in to post a comment Login