Connect with us

Πολιτισμός

«Γκάρης, το μιούζικαλ» της Τασούλας Επτακοίλη στο «Βασιλικό Θέατρο» από το Κ.Θ.Β.Ε.

«Γκάρης,-το-μιούζικαλ»-της-Τασούλας-Επτακοίλη-στο-«Βασιλικό-Θέατρο»-από-το-ΚΘΒΕ.

Πρόλογος

Η τάση στις ιστορίες να υπάρχουν ήρωες ζώα είναι πανάρχαια και ξεκινά σχεδόν με την έναρξη της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, εφόσον ο Όμηρος στην Ιλιάδα βάζει το άλογο τού Αχιλλέα, τον Ξάνθο, να προλέγει τον θάνατο του αφέντη του, ενώ η αρχαία ελληνική μυθολογία έχει να επιδείξει μεγάλη ποικιλία μύθων με ζώα, που μιλούν και πράττουν σαν άνθρωποι.

Ο Αριστοφάνης στις κωμωδίες του θα αξιοποιήσει το στοιχείο των ανθρωπόμορφων ομιλούντων ζώων και ιδιαίτερη άνθιση θα γνωρίσει η χρήση των ζώων ως ήρωες με ανθρώπινα χαρακτηριστικά από τον Αίσωπο στους μύθους του.

Στη ρωμαϊκή εποχή ο ποιητής Οβίδιος, στο έργο του «Μεταμορφώσεις», αναφέρεται σε ελληνικούς και ρωμαϊκούς μύθους, όπου άνθρωποι μεταμορφώνονται σε ζώα και το αντίστροφο και, συχνά, ζουν και σκέπτονται όπως οι άνθρωποι.

Σπουδαίοι μυθογράφοι, όπως ο Λαφονταίν στη Γαλλία και αργότερα ο Κρύλοφ στη Ρωσία γράφουν μύθους, που βρήκαν μεγάλη απήχηση στο κοινό, κατά το παράδειγμα του Αισώπου, με τα ζώα να αποτελούν τους πρωταγωνιστές. Στα νεότερα χρόνια η νεοελληνική λαϊκή παράδοση εμπεριέχει πολλά λαϊκά παραμύθια με ήρωες ομιλούντα ζώα.

Στις μέρες μας ο «Γκάρης» είναι ένα από τα τρία βιβλία για παιδιά που έχει γράψει η Τασούλα Επτακοίλη και παρουσιάζεται  σε ευφάνταστη θεατρική διασκευή από τον  Βαγγέλη Κουφάκο,  σκηνοθεσία  Τάσου Πυργιέρη, πρωτότυπη μουσική Δημήτρη Μαραμή και στίχους Σωτήρη Τριβιζά.

Η συγγραφέας, γνωστή τόσο με τη δημοσιογραφική της ιδιότητα (συντάκτρια στην «Καθημερινή»), όσο και με τη λογοτεχνική της («Το άλλο μου ολόκληρο», «Η γυναίκα στο ασανσέρ», «Κέρμα στον αέρα», «Με βλέπεις;») αλλά και από την επιμέλεια και παρουσίαση της επιτυχημένης τηλεοπτικής εκπομπής της ΕΡΤ2 «Πλάνα με ουρά», για τη φιλοζωία, μας μυεί στον υπέροχο κόσμο της φαντασίας μέσα από τη ζωή του δικού της τετράποδου.

Υπόθεση

«Ο Γκάρης, το μιούζικαλ» είναι η  ιστορία ενός γαϊδάρου, που με την ανέλπιστη ικανότητά του να πετάει παρασύρει τα παιδιά σε συναρπαστικές περιπέτειες και ανατρέπει την αναμενόμενη απάντηση του λαϊκού παιχνιδιού (αλλά και του ρητορικού ερωτήματος), «πετάει ο γάιδαρος;».

Μια φορά κι έναν καιρό, μια δυναμική δημοσιογράφος, η Τασούλα, καλείται να γράψει ένα άρθρο για τον γνωστό ήρωα «Σούπερμαν». Εκείνη όμως, μέσα σε έναν οίστρο δημιουργικότητας και έρευνας, αρχίζει να αναρωτιέται πώς εδραιώθηκε η κακή φήμη των γαϊδάρων. Έτσι, ξεκινά μια αναζήτηση για να εντοπίσει πού βασίζονται αυτές οι προκαταλήψεις και πώς μπορούμε να δούμε αυτά τα τόσο ιδιαίτερα και καλοσυνάτα ζώα, αλλιώς.

Ο Γκάρης, λοιπόν, είναι ένας γάιδαρος που κάποια στιγμή συνειδητοποιεί ότι μπορεί να πετάξει. Η υπερδύναμή του ενεργοποιείται μόνο μέσω της ενσυναίσθησης: αφουγκράζεται και νιώθει τον πόνο των άλλων και στο τέλος τους βοηθά, με κριτήριο πάντοτε το καλό και το δίκαιο. Ο Γκάρης θα μεταφέρει τα παιδιά στον κόσμο της φαντασίας, κάνοντάς τα να αγαπήσουν έναν «δικό μας» σούπερ ήρωα: το ταλαιπωρημένο ανά τους αιώνες γαϊδουράκι της ελληνικής υπαίθρου. Κι είναι αυτό, το παρεξηγημένο στη λαϊκή μας παράδοση αλλά και στη γλώσσα μας ζώο, που καταφέρνει να κάνει την υπέρβαση: να μας « ταξιδέψει» σε έναν τόπο, όπου οι έννοιες της δικαιοσύνης, της συντροφικότητας, της ενσυναίσθησης και της αλληλεγγύης επανακτούν τη θέση και την αξία τους.

Η παράσταση

Ένα ζωάκι, κεντρικός χαρακτήρας σε παραμύθι, που μπορεί και να μιλά και να έχει μαγικές ιδιότητες, εμφανίζεται σ’ όλες τις γλώσσες του κόσμου, δίχως να απαιτεί ανταλλάγματα. Απλώς, χρησιμοποιεί τις μαγικές δυνάμεις του ή ακόμα και την εξυπνάδα του, για να βοηθήσει τους ανθρώπους, και δη τα παιδιά, όπως ακριβώς συμβαίνει στην ιστορία της Τασούλας Επτακοίλη.

Στον κόσμο των παραμυθιών η αλεπού υπήρξε πολύ συχνά πονηρή, το φίδι μοχθηρό, το αρνί άβουλο κι άκακο, ο λύκος άπληστος, ο τζίτζικας τεμπέλης, το μυρμήγκι εργατικό κι ο γάιδαρος πεισματάρης κι ανόητος. Σε κάθε περίπτωση, ο εξανθρωπισμός των ζώων,  για αρκετά χρόνια, δέχθηκε δριμύτατη κριτική από όλους εκείνους που θεωρούσαν πως τα ζώα ήταν κατώτερα όντα του ανθρώπου, άρα, πώς γίνεται να μιλούν ή να νιώθουν ή να σκέφτονται!

Η πένα, όμως, ευφάνταστων συγγραφέων κάνει την ανατροπή. Ο Κίπλινγκ και ο Τζακ Λόντον, στις αρχές του 20ου αιώνα, δίνουν στον λύκο τη χαμένη του μεγαλοπρέπεια και τον τοποθετούν κυρίαρχο μέσα στη φύση, ακόμα κι αν στις ιστορίες τους είναι επικίνδυνος και σε πόλεμο με τον άνθρωπο.

Στο πέρασμα των χρόνων η εικόνα της αλεπούς μεταβάλλεται αργά αλλά σταθερά. Το 1943, στον «Μικρό Πρίγκιπα» του Αντουάν Σαίντ Εξυπερύ παρουσιάζεται η «σοφή» αλεπού να συνομιλεί μαζί του και τα λόγια της να είναι το συστατικό της δομής όλης της ιστορίας.

Σήμερα έρχεται η παιδική σκηνή του Κ.Θ.Β.Ε. να δικαιώσει τον κακομοίρη τον γάιδαρο με το έργο της Τασούλας Επτακοίλη, σε μια μουσική παράσταση, έτσι όπως την ενορχήστρωσε ο Τάσος Πυργιέρης, την έντυσε μουσικά ο Δημήτρης Μαραμής, τη γέμισε χρώματα και γουστόζικα κοστούμια η Αλεξία Θεοδωράκη, τη φώτισε πολύχρωμα ο Στέλιος Τζολόπουλος, τη χορογράφησε με φαντασία ο Κωνσταντίνος Γεράρδος και την υποστήριξαν υποκριτικά οι εξαιρετικοί ηθοποιοί του μεγαλύτερου πολιτιστικού φορέα του Βορρά.

Η πρόθεση των δημιουργών (συγγραφέας, συντελεστές παράστασης) εμπεριέχει, κατά τη γνώμη μου, δύο συνιστώσες: Την καλλιτεχνική και την επιστημονική. Η καλλιτεχνική αφορά στην προσπάθεια όλων να φέρουν τα παιδιά σε επαφή με δύο τέχνες ταυτόχρονα. Τόσο με την δισυπόστατη μουσική, ως επιστήμη και ως τέχνη, όσο και με το παιδικό θέατρο. Το δεύτερο είναι ένα πεδίο δράσης, όπου τονίζεται η καλλιτεχνική του αξία με τρόπο που να απορρίπτει κάποιες απόψεις που το καθιστούν ένα κατώτερο ποιοτικά παράγωγο του θεάτρου. Αυτή την πρόθεση έρχεται να στηρίξει σθεναρά η επιστημονική, παρουσιάζοντας ένα δομημένο μουσικοπαιδαγωγικό πρόγραμμα.

Συμπερασματικά, καταλήγουμε στην αβίαστη μύηση των παιδιών στις τέχνες του θεάτρου και της μουσικής, ώστε να γίνουν καλοί θεατές ως ενήλικοι και, παράλληλα, προσθέτουμε την ψυχαγωγία, τη διασκέδαση και τη διάδραση, επειδή τα παιδιά συμμετέχουν στη δράση με τον δικό τους τρόπο.

Στο «Βασιλικό Θέατρο» η παράσταση «Γκάρης, το μιούζικαλ» είναι ένα καλοδουλεμένο σύνολο λόγου, μουσικής, υποκριτικής, χρωμάτων και, σίγουρα, ένα χαρούμενο πάρτι για μικρούς και μεγάλους.

Οι γοργοί ρυθμοί, η εξαίσια μουσική του Δημήτρη Μαραμή, τα ταξιδιάρικα τραγούδια, δεδομένου ότι η παράσταση απογειώνει το κοινό από την έναρξη, ως μέσο μεταφοράς στον φανταστικό, υπερβατικό κόσμο των παραμυθένιων ηρώων – ζώων, με ικανό κυβερνήτη τον σκηνοθέτη Τάσο Πυργιέρη, οι μαγικές εικόνες που «ζωγραφίζουν » οι συνεργάτες του επί σκηνής, το κέφι και η ενέργεια των ηθοποιών του Κ.Θ.Β.Ε. βάζουν την πλατεία σε μια ευφρόσυνη ατμόσφαιρα και ενεργοποιούν τη συνεργασία πομπού και δέκτη, ώστε η αίθουσα θυμίζει κέντρο ψυχαγωγίας και διασκέδασης.

Ο χαρισματικός Δημήτρης Σακατζής ερμηνεύει αριστοτεχνικά τον μαέστρο – αφηγητή. Αεικίνητος, θαρρείς ένα παλλόμενο γεμάτο ζωντάνια όργανο, που με απίστευτη ενέργεια και αδιάκοπο κέφι, οδηγεί επιδέξια με την μπαγκέτα του την πλατεία στον μύθο και την καθιστά άμεσα, δρώσα συνιστώσα της παράστασης.

Ο Γκάρης – Χρήστος Παπαδημητρίου, ο ήρωας γάιδαρος, όχι μόνο δεν γκαρίζει, παρότι από αυτό το ρήμα γεννήθηκε το όνομά του, αλλά είναι καλλικέλαδος σαν γκρίζο μεγαλόσωμο καναρίνι με ευμεγέθη αυτιά.

Όλοι οι ηθοποιοί που ερμηνεύουν τους άλλους χαρακτήρες – οικόσιτα ζωάκια, είναι άριστα συντονισμένοι σ’ όλη τη δράση, υποδύονται με τέχνη και γενναιοδωρία την ιδιαιτερότητα του κάθε ζωντανού κι έχουν τη συνεργασία στον πεζό και στον μουσικό λόγο, πίστα απογείωσης.

Τα κοστούμια της Αλεξίας Θεοδωράκη, είναι ένα πάνθεον από φορεσιές μοντέρνας αστικής τάξης, από αναγνωρίσιμα ρούχα υπαίθρου και, επίσης, με γούστο και φαντασία οι ρεαλιστικές μάσκες των ζώων. Όλα κυριαρχούν στη σκηνή και γοητεύουν τα μάτια των θεατών, μικρών και μεγάλων.

Οι φωτισμοί του Στέλιου Τζολόπουλου, όπως πάντα, φαντασμαγορικοί, δίνουν διαστάσεις άλλοτε γήινες κι άλλοτε υπερκόσμιες.

Έπαινος σε όλη την ομάδα που εργάστηκε για ένα τόσο τερπνό αποτέλεσμα.

Επίλογος

Θα έλεγα ότι η καλλιέργεια της ενσυναίσθησης και της αποδοχής είναι δώρα του θεάτρου που έρχονται σε δεύτερο χρόνο.

Υπάρχουν πολλά περισσότερα που καλλιεργούνται μέσα από το θέατρο, πολύ πιο βασικά. Λόγου χάρη, από τη στιγμή που αποφασίζει ο γονιός με το παιδί του να επισκεφτούν μια παράσταση, καλλιεργείται μια συγκεκριμένη αγωγή. Αφιερώνεται χρόνος για να βιωθεί από κοινού μια σειρά εμπειριών, όπως η έγκαιρη προσέλευση στον χώρο, η τήρηση σειράς προτεραιότητας, η εκτίμηση προς τον διπλανό, ο σεβασμός προς τον δημόσιο χώρο και τους εργαζόμενους. Επιπρόσθετα, διανοίγεται ένα γόνιμο πεδίο καταγραφής εντυπώσεων και συζητήσεων μετά την αυλαία.

Κατόπιν έρχεται η ενσυναίσθηση, η αποδοχή, η συμπερίληψη, η δυνατότητα να μπαίνεις στη θέση του άλλου μέσα στον περίπατο της δικής σου φαντασίας .

Το παραμύθι, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι μόνο ψυχαγωγία για τα παιδιά. Είναι το μέσο που τα βοηθά να καταδοθούν στην εσωτερική τους φύση, με τις άπειρες ηθικές και πνευματικές της δυνατότητες, αλλά και ο πιο άμεσος τρόπος για να οδηγηθούν με ασφάλεια στην ωριμότητα. Από τα αρχαία κιόλας χρόνια, άλλωστε, οι άνθρωποι αντιλαμβάνονταν, ανέλυαν και κατανοούσαν την πραγματικότητα μέσα από ιστορίες. Τα ζώα – ήρωες παραμυθιών, όπως και στην αληθινή ζωή, συμβολίζουν την ενστικτώδη και διαισθητική  πλευρά της.

Στα παραστατικά παραμύθια και στις ιστορίες που απευθύνονται σε παιδιά, όπως στη συγκεκριμένη φαντασμαγορική παράσταση, οι θεατές- αναγνώστες εύκολα ταυτίζονται με τους τετράποδες πρωταγωνιστές.

Συντελεστές

Συγγραφέας: Τασούλα Επτακοίλη

Θεατρική διασκευή: Βαγγέλης Κουφάκος

Σκηνοθεσία: Τάσος Πυργιέρης

Σκηνικά-Κοστούμια: Αλεξία Θεοδωράκη

Μουσική: Δημήτρης Μαραμής

Στίχοι: Σωτήρης Τριβιζάς

Χορογραφίες: Κωνσταντίνος Γεράρδος

Φωτισμοί: Στέλιος Τζολόπουλος

Μουσική διδασκαλία: Παναγιώτης Μπάρλας

Βοηθός σκηνοθέτη: Χριστόφορος Μαριάδης

Β΄ βοηθός σκηνοθέτη: Θανάσης Δισλής

Βοηθός σκηνογράφου-ενδυματολόγου: Μανώλης Ψωματάκης

Ειδικές κατασκευές: Χριστίνα Θαλασσά

Οργάνωση παραγωγής: Μαρίνα Χατζηιωάννου

Παίζουν οι ηθοποιοί: Μαριάννα Αβραμάκη (Φουρνάρισσα, Πεπίτα, Προβατίνα), Λευτέρης Αγγελάκης (Λούφας, Σκύλος), Πελαγία Αγγελίδου (Τζούλη Αρχισυντάκτρια, Κουκουβάγια), Μάνος Γαλανής (Φούρναρης, Γουρούνι, Κυρ Μέντιος), Ελένη Γιαννούση (Γκριζούλα, Δημοσιογράφος 2), Ηλέκτρα Γωνιάδου (Ριρίκα, Κοτίτσια), Μάρα Μαλγαρινού (Γατόνια, Κότα 2), Χρήστος Παπαδημητρίου (Γκάρης), Μαρία- Νεφέλη Παρασκευοπούλου (Κότα 1, Δημοσιογράφος 1), Δημήτρης Σακατζής (Μαέστρος, ο αφηγητής), Εύη Σαρμή (Τασούλα, Αλεπού), Ευανθία Σωφρονίδου (Ροδούλα, Κότα, Κατσίκα, Αρουραία), Ελευθερία Τέτουλα (Κυρία Γεωργία, Λαγός),  Γιάννης Τσάτσαρης (Κυρ Θοδωρής, Αυτιάς, Αφεντικό)

Παραστάσεις για σχολεία: Τρίτη – Παρασκευή:  10.30

Παραστάσεις για το κοινό: Κάθε Κυριακή 11:00

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

Μηνάς Βιντιάδης «ΤΟ ΜΙΣΟ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝ» στο «Μικρό» της Μονής Λαζαριστών σε σκηνοθεσία Γιώργου Κιουρτσίδη

Μηνάς-Βιντιάδης-«ΤΟ-ΜΙΣΟ-ΤΟΥ-ΜΗΔΕΝ»-στο-«Μικρό»-της-Μονής-Λαζαριστών-σε-σκηνοθεσία-Γιώργου-Κιουρτσίδη

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Πώς τα παιχνίδια του μυαλού μπορούν να ξεχωρίσουν τη φαντασία από την πραγματικότητα; Σε αυτό το ερώτημα καλούνται να απαντήσουν οι θεατές που παρακολουθούν το νέο θεατρικό έργο του Μηνά Βιντιάδη «Το μισό του μηδέν» που παρουσιάζεται, σε πρώτη πανελλήνια, από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος.

Στην πιο γενικευμένη έννοια της η λέξη «παράσταση» αναφέρεται στην ενέργεια, τη δράση ή τη συμπεριφορά. Ειδικότερα, η ψυχολογία της «παράστασης» αναφέρεται στη συνθήκη κατά την οποία το άτομο σκέφτεται, αισθάνεται και συμπεριφέρεται, όπως συμβαίνει στο έργο που σκηνοθετεί έξυπνα ο Γιώργος Κιουρτζίδης.

Όπως σε έναν λαβύρινθο υπάρχουν αμέτρητα αδιέξοδα και δρόμοι που μπερδεύουν, έτσι και το μυαλό μπορεί να χαθεί σε αναμνήσεις, υπερανάλυση, εσωτερικές συγκρούσεις ή ανασφάλειες. Στον συμβολισμό του λαβύρινθου, η πορεία προς το κέντρο είναι ένα ταξίδι προς την αυτογνωσία, την επαφή με το ασυνείδητο και τις βαθύτερες υπαρξιακές αγωνίες.

Στο αλληγορικό σκηνικό της Άννας- Μαρίας Αγγελίδου, κυριαρχεί ο «Λαβύρινθος» των σχέσεών μας, του νου μας, των αληθειών μας, των κινήτρων μας, των συναισθημάτων μας, της ταυτότητάς μας και ως σκηνοθετικό μοτίβο αλληλεπίδρασης κυριαρχεί η εναλλαγή, η περιστροφή και η αποδόμηση του «οικείου», η σχεδόν παντελής κι απόκοσμη απουσία οπτικής επαφής κι επικοινωνίας, συμπληρωμένη από μια εικονική διάσταση της φαντασίας και ένα είδος λόγου, που καθιστά τον θεατή προβληματισμένο, έστω κι αν είναι πραγματικός διάλογος ή φανταστικός μονόλογος!

Σε όλο το έργο κυλάει ένας κομψός κι απέριττος συγγραφικός λόγος, μελετημένος, ρεαλιστικός και συγκινητικός.

Σκηνοθετικό σημείωμα

Ένα σύγχρονο νεοελληνικό έργο, που κινείται στον χώρο του κοινωνικού-ψυχολογικού θεάτρου.

«Το μισό του μηδέν», πέρα από ευφάνταστος τίτλος έργου, λειτουργεί ως σύμβολο απουσίας, κενού, έλλειψης και μοναξιάς. Πάνω σε έναν πολυμορφικό και πολυεπίπεδο καμβά εξυφαίνονται οι διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων, αποκαλύπτοντας ανάγκες, εξαρτήσεις, μυστικά και απογοητεύσεις.

Εδώ όμως υπεισέρχεται και η ιδιαιτερότητα του έργου, καθώς όλα τα ανωτέρω καλύπτονται κάτω από την ομπρέλα της ασθένειας του ήρωα. Μια ασθένεια, η οποία προσβάλλει τους μετωπιαίους λοβούς, οδηγώντας αργά αλλά σταθερά στην έλλειψη της συνείδησης, στη λήθη στην απουσία και τέλος στο θάνατο.

Ό,τι διαδραματίζεται στο έργο, συμβαίνει μέσα στο μυαλό του ήρωα σε παγωμένο χρόνο. Σε μια ρωγμή αυτού του σταματημένου χρόνου προβάλλονται όλες οι σκέψεις του, ως διάλογοι, εικόνες, επαναλήψεις, σε έναν λαβύρινθο από: κενό, απουσία, έκλαμψη, βύθιση και συνειδητότητα.

«Το μισό του μηδέν» παραπέμπει στο ανύπαρκτο. Ωστόσο, αποκτά ένα ιδιαίτερο δραματικό βάρος, όταν συνδέεται με την ανθρώπινη εμπειρία και υπόσταση.

Ένα έργο -εργαλείο, καθώς επιτρέπει δραματουργικά μέσα από σουρεαλιστικές φόρμες, να προσπαθήσει κανείς να προσεγγίσει και να ανιχνεύσει τη χαοτική διαδικασία σκέψης του μυαλού. Κάτω από το βάρος της ασθένειας, ο χαρακτήρας δίνει μια σκληρή και εναγώνια νοητική μάχη, καθώς προσπαθεί να επεξεργαστεί και να κατανοήσει την ίδια του τη ζωή.

 Υπάρχουν πολλές ψυχολογικές και φιλοσοφικές προεκτάσεις, δίνοντας έτσι στον θεατή τροφή για σκέψη και αναζήτηση.

Γιώργος Κιουρτσίδης

Ένα ξαφνικό γεγονός έρχεται να ανατρέψει τη ζωή ενός τραπεζικού υπαλλήλου, ο οποίος ζει με την οικογένειά του μια φαινομενικά συμβατική ζωή. Μια αναπάντεχη είδηση θα τον οδηγήσει στον απολογισμό των επιλογών του, των σχέσεών του και της ίδιας του της ύπαρξης. Θα βρεθεί αντιμέτωπος με τους μεγαλύτερους φόβους του, αλλά και με τις πιο τολμηρές του φαντασιώσεις. Θα αναμετρηθεί με τον εαυτό του, με πολλά και με τίποτα, αναζητώντας μέχρι το τέλος ένα ουσιαστικό νόημα.

Στο «Μισό του μηδέν», ο Μηνάς Βιντιάδης ξεκινά από μια σχεδόν κινηματογραφική συνθήκη: ένας άντρας ονειρεύεται ότι κερδίζει δέκα εκατομμύρια ευρώ σε τυχερό παιχνίδι. Το όνειρο μοιάζει τόσο αληθινό, ώστε αποφασίζει να το διηγηθεί στη γυναίκα του, στην κόρη του και στον καλύτερό του φίλο. Εκείνοι τον ακούν και, με έναν παράξενο τρόπο, συμπεριφέρονται σαν τα χρήματα να έχουν πράγματι κερδηθεί.

 Και τότε το όνειρο γίνεται πραγματικότητα.

Ή τουλάχιστον έτσι μοιάζει.

Λίγες μέρες αργότερα ο άντρας εξαφανίζεται, έχοντας μαζί του το αμύθητο ποσό. Όταν επιστρέφει, η ζωή των ανθρώπων γύρω του έχει ήδη αλλάξει. Παρεμπιπτόντως, έχει αλλάξει και η δική του ζωή. Ωστόσο, τα χρήματα, όσο μεγάλη δύναμη κι αν έχουν, δεν είναι τελικά το πιο επικίνδυνο πράγμα στην ιστορία.

Το πιο επικίνδυνο είναι η μνήμη.

Ο σκηνοθέτης, ακολουθώντας τη δομή του έργου στήνει ένα παιχνίδι, όπου η πραγματικότητα διαρκώς γλιστρά κάτω από τα πόδια των ηρώων. Οι αναμνήσεις δε λειτουργούν ως ασφαλές καταφύγιο. Δεν είναι ένα αρχείο στο οποίο επιστρέφουμε για να ανασύρουμε με ακρίβεια όσα συνέβησαν. Είναι υλικό εύπλαστο, ευάλωτο στην επιθυμία, στον φόβο, στην ενοχή και στην ανάγκη μας να αφηγηθούμε διαφορετικά τη ζωή μας.

Ο κεντρικός ήρωας (πολύ καλός ο Θοδωρής Πολυζώης) βρίσκεται αντιμέτωπος με αυτήν ακριβώς τη ρωγμή. Θεωρεί πως όσα θυμάται αποτελούν πιστά αντίγραφα του παρελθόντος. Σταδιακά όμως, ανακαλύπτει ότι κάθε ανάκληση μπορεί να είναι και μια καινούργια εκδοχή της ίδιας ιστορίας. Και κάπου εκεί το ερώτημα παύει να αφορά μόνο εκείνον.

 Αξιοσημείωτες οι ερμηνείες των συμπρωταγωνιστών του στους ρόλους του φίλου, της συζύγου και της κόρης , αυτών των ξυπόλυτων οικείων αερικών, που κυριολεκτικά στριφογυρίζουν στον λαβύρινθο του νου του.

Ο Αλέξανδρος Ζαφειριάδης, η Ελένη Τέτουλα κι η Ρέα Καραδέδου – Ισουά, μας ταξιδεύουν στην υπόθεση σουρεαλιστικά μεν, υπαρξιακά δε!

Ο στόχος της παράστασης είναι να γεννήσει ερωτήσεις, τις απαντήσεις των οποίων καλούνται να δώσουν οι θεατές. Πόσο καλά γνωρίζουμε τους ανθρώπους που αγαπάμε; Και πόσο καλά γνωρίζουμε τον εαυτό μας;

Οι ήρωες τοποθετούνται σε ένα περίπλοκο τοπίο, όπου η αλήθεια δεν είναι ποτέ απολύτως ασφαλής. Η οικογένεια, η φιλία, οι παλιές σχέσεις, οι κοινές αναμνήσεις, όλα όσα θεωρούμε δεδομένα, μπορούν ξαφνικά να αποκτήσουν μια δεύτερη ανάγνωση. Μια ανάγνωση που αλλάζει το παρελθόν, αλλά και το παρόν.

Και, ίσως, αυτό να είναι το διακύβευμα. Ότι πίσω από την ιστορία ενός ανθρώπου που κερδίζει ένα τεράστιο ποσό, κρύβεται μια ψυχανάλυση για την ανθρώπινη ανάγκη να επινοεί τη δική της αλήθεια.

Ο ίδιος ο Μηνάς Βιντιάδης περιγράφει τον ήρωά του, ως έναν άντρα που γίνεται έρμαιο του μυαλού του, που τον οδηγεί να πιστεύει πως οι αναμνήσεις του είναι πιστά αντίγραφα στιγμών του παρελθόντος, ενώ στην πραγματικότητα μεταμορφώνονται κάθε φορά που επιστρέφει σε αυτές.

Κι έτσι, πίσω από τα εκατομμύρια, το ψέμα και την εξαφάνιση, το κείμενο ανοίγει μια πολύ πιο προσωπική συζήτηση: τι κρατάμε από τη ζωή μας και τι ξαναγράφουμε χωρίς καν να το αντιλαμβανόμαστε;

Πιθανώς, η μνήμη να μην είναι ο μηχανισμός που διασώζει το παρελθόν, αλλά ο τρόπος με τον οποίο το παρελθόν συνεχίζει να μας διαμορφώνει.

Και μέσα σε αυτή τη συνθήκη η απόδοση στη σκηνή αφήνει χώρο και για κάτι ακόμη: το συναίσθημα. Για όσα δεν καταγράφονται εύκολα, για όσα το μυαλό παραμορφώνει ή κρύβει, αλλά επιστρέφουν από έναν διαφορετικό δρόμο.

«Το μισό του μηδέν» είναι ένα ψυχογράφημα της φύσης μας, γραμμένο με τρυφερότητα και ευαισθησία. Τα πρόσωπα του έργου καλούνται να αντιμετωπίσουν τις απρόβλεπτες εκδοχές της ζωής είτε αυτές προκύπτουν από την τύχη είτε από την ατυχία, αποκαλύπτοντας τις πολλαπλές όψεις της ανθρώπινης υπόστασης.

Ακροβατώντας ανάμεσα στο όνειρο και τον εφιάλτη, τη φαντασία και την πραγματικότητα, ο σκηνοθέτης χειρίζεται με δεξιοτεχνία τα διαφορετικά επίπεδα τόπου και χρόνου, μέσα σε ένα σκηνικό σύμπαν, όπου η φαντασία και η πραγματικότητα διαπλέκονται, όπως η περιπλάνηση μέσα σ’ έναν λαβύρινθο, όπου η έξοδος είναι το κερδισμένο στοίχημα, εφόσον υπάρξει έξοδος.

Χρησιμοποιώντας το εύρημα του αναπάντεχου γεγονότος δοκιμάζει τα όρια των ανθρώπινων σχέσεων και διερευνά την ειλικρίνεια, την αγάπη και τη σταθερότητά τους, διεισδύοντας κάτω από την επιφάνεια των κοινωνικών συμβάσεων.

 Οι ερμηνείες των τεσσάρων ηθοποιών πειθαρχημένες στη σκηνοθετική γραμμή, η μουσική του Γιώργου Μάρκου και οι φωτισμοί του Γιάννη Τούμπα συνεπικουρούν στη μυστηριώδη, σουρεαλιστική ατμόσφαιρα, ενώ το λευκό των κοστουμιών και του σκηνικού θυμίζει κενά μνήμης, όμως στιγματίζεται από το μαύρο κοστούμι του κεντρικού ήρωα, σαν ένα παράθυρο στην άνοια, σαν ένα βιολογικό ρολόι που οδεύει στο μηδέν και του απέμεινε το μισό του, μπορεί και το αντίστροφο, όσον αφορά στα χρώματα.

Διάρκεια παράστασης: 75′

*Κατάλληλο για θεατές άνω των 12 ετών

Συντελεστές

Συγγραφέας: Μηνάς Βιντιάδης

Σκηνοθεσία: Γιώργος Κιουρτσίδης

Σκηνικά – Κοστούμια: Άννα-Μαρία Αγγελίδου

Μουσική: Γεώργιος Μάρκος

Φωτισμοί: Γιάννης Τούμπας

Video Art: Άντα Λιάκου

Βοηθός φωτιστή: Τουλίν Οσμάν

Οργάνωση παραγωγής: Πέτρος Κοκόζης

Φωτογραφίες: Mike Rafail

*Βοηθός σκηνοθέτη στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης: Μαρία ΑλεξούδΗ

Διανομή

Αλέξανδρος Ζαφειριάδης – Βήτα

Ρέα Καραδέδου Ισουά – Κόρη

Θοδωρής Πολυζώνης – Άλφα

Ελευθερία Τέτουλα – Γυναίκα

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Ο Γλάρος» του Τσέχοφ ή «Η ικανότητα να αντέχεις» στο «Αριστοτέλειον» Θεσσαλονίκης

«Ο-Γλάρος»-του-Τσέχοφ-ή-«Η-ικανότητα-να-αντέχεις»-στο-«Αριστοτέλειον»-Θεσσαλονίκης

Τελευταία Θέματα

ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ

«Ο Γλάρος» του Τσέχοφ ή «Η ικανότητα να αντέχεις» στο «Αριστοτέλειον» Θεσσαλονίκης

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
  • «Είμαι ένας γλάρος… Όχι, δεν είναι αυτό. Είμαι μια ηθοποιός. Λοιπόν, ναι! Κι εκείνος είναι εκεί… Δεν πειράζει. Ναι, δεν πίστευε στο θέατρο, γελούσε με τα όνειρά μου, κι έτσι σιγά σιγά σταμάτησα να πιστεύω κι εγώ, έχασα το κουράγιο μου… Κι ύστερα ήρθαν τα βάσανα του έρωτα, η ζήλια, ο διαρκής φόβος για το παιδί… Έγινα μικροπρεπής, ασήμαντη, έπαιζα χωρίς ψυχή. Δεν ήξερα τι να κάνω τα χέρια μου στη σκηνή, δεν ήλεγχα τη φωνή μου. Δεν μπορείς να φανταστείς πώς είναι να νιώθεις ότι παίζεις φρικτά.Είμαι ένας γλάρος… Όχι, δεν είναι αυτό. Θυμάσαι που σκότωσες έναν γλάρο; Ένας άνθρωπος περνούσε τυχαία, τον είδε και, έτσι, επειδή δεν είχε τι άλλο να κάνει, τον κατέστρεψε… Μια ιδέα για μικρό διήγημα…» ΝΙΝΑ, από τη μετάφραση του Αντώνη Γαλέου.
    Πρόκειται για μια τολμηρή και παρακινδυνευμένη σύγχρονη ανάγνωση του εμβληματικού έργου του Άντον Τσέχοφ, «Ο Γλάρος», όπως γράφει ο σκηνοθέτης Γιώργος Βάλαρης, που γεφυρώνει τον κλασικό λόγο με τη σημερινή καλλιτεχνική αναζήτηση.H παράσταση φωτίζει εκ νέου τα υπαρξιακά αδιέξοδα, τις συγκρούσεις ανάμεσα στον έρωτα και τη ματαίωση, τη σύγχρονη κοινωνική αδράνεια και την αγωνία της δημιουργίας σε έναν κόσμο που φθείρει τα όνειρα.
  • Ένα έργο μικρών καθημερινών πόνων, ανθρώπινης περηφάνιας, ματαιοδοξίας και χαμένης αξιοπρέπειας. Τα πρόσωπα του είναι απλοί άνθρωποι του καθημερινού βίου, που ζουν μίζερα στη μουντή και μελαγχολική πραγματικότητα της ρωσικής επαρχίας στα τέλη του 19ου αιώνα και αγωνίζονται να επανακτήσουν τη χαμένη τους αξιοπρέπεια. Ο βασικός καμβάς του έργου περιγράφει τον έρωτα δύο ευαίσθητων νέων και τον τρόπο που οι συνθήκες του περιβάλλοντος συντρίβουν τα όνειρα και τις φιλοδοξίες τους.Ο Τσέχοφ εμπλουτίζει τον απλό αυτό μύθο με παράλληλες συμπεριφορές, εσωτερικές συγκρούσεις και ερωτικά τρίγωνα.
    Η Αρκάντινα, διάσημη ηθοποιός, της οποίας η έντονη παρουσία κυριαρχεί τόσο στη σκηνή όσο και στις προσωπικές της σχέσεις, φτάνοντας στο εξοχικό του αδελφού της Σόριν, για το Σαββατοκύριακο, βρίσκεται μπλεγμένη σε μια καταιγίδα αντικρουόμενων επιθυμιών.Ο γιος της Κονσταντίν, αγωνίζεται να βγει από τη σκιά της, καθώς κυνηγά τις δικές του καλλιτεχνικές φιλοδοξίες.Ο εραστής της, ο διάσημος συγγραφέας Τριγκόριν, γίνεται αντικείμενο θαυμασμού και έρωτα για την επίδοξη νεαρή ηθοποιό Νίνα.Οι ζωές τους μπλέκονται σε ένα τοπίο έρωτα, φιλοδοξίας και απογοήτευσης, όπου όλοι επιθυμούν κάτι που δεν μπορούν να αποκτήσουν.
    Γραμμένος το 1895 ο «Γλάρος» εγκαινίασε μια νέα θεατρική γλώσσα, όπου το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από τα γεγονότα στις συνέπειές τους.Στον κόσμο του Τσέχοφ, οι πιο κρίσιμες πράξεις συμβαίνουν εκτός σκηνής και αυτό που παρακολουθούμε είναι το αποτύπωμά τους στις ζωές των ανθρώπων.Όλοι ονειρεύονται μια ζωή διαφορετική από αυτή που ζουν. Και όλοι αποτυγχάνουν, όχι θεαματικά, αλλά υπαρξιακά.
  • Στην παράσταση, βλέπουμε κι ακούμε μια περίπλοκη ιστορία, όπως περίπλοκη είναι και η πορεία των ανθρώπων στη ζωή.Στη σκηνή τα πρόσωπα του έργου περνούν τον χρόνο τους λέγοντας ιστορίες και σκέψεις. Μιλούν για τις ζωές τους και τα όνειρά τους.Είναι αδύναμοι άνθρωποι που οικτίρουν τις ζωές τους και ψάχνουν από κάπου να πιαστούν. Ματαιόδοξοι άνθρωποι που επιζητούν απεγνωσμένα την αναγνώριση.Άνθρωποι που βαριούνται, άνθρωποι που εξασκούνται στην αυτολύπηση, άνθρωποι που πενθούν τη ζωή τους, άνθρωποι που πασχίζουν να ερωτευθούν, να βιώσουν την ευτυχία.
    Αυτοί είναι οι ήρωες στον Γλάρο (1895), το έργο του Τσέχοφ που εγκαινίασε ένα νέο είδος δραματουργίας, όπου αντί για έναν κεντρικό ήρωα, πρωταγωνιστούν πολλοί, μια μικρή κοινωνία. 
  • Ο Τσέχοφ χαρακτήρισε το έργο του ως «κωμωδία σε τέσσερις πράξεις». Μια κωμωδία, όπου δε συμβαίνει σχεδόν τίποτα, και όμως, οι ήρωες είναι σπουδαίοι, αν και βουλιάζουν μέσα στην ανούσια καθημερινότητά τους.
    Πέρα από το θέατρο, πέρα από τη λογοτεχνία, πέρα από τον έρωτα, η παράσταση αυτή μιλάει για την κοινωνία και, ταυτόχρονα, για τη θεοδικία και για τον υπαρξισμό (από φιλοσοφική σκοπιά) ή τον μυστικισμό (από καθαρά θρησκευτική σκοπιά) : ο Θεός  και η απουσία του. Η πίστη  και η δοκιμασία της. Η εξέγερση  και η προετοιμασία της. Η ευτυχία και η ανάμνησή της. Η ποίηση και η επιβίωσή της.
  • Πώς παλεύουμε με τα κύματα του ανεξάντλητου Κόσμου; Τί αφήνει πίσω του το πέρασμά μας από τη ζωή; Υπάρχει ελπίδα για τους δυστυχισμένους;
    Όλοι οι ήρωες ερωτεύονται κι απογοητεύονται. Εκρήγνυνται, φωνάζουν και κλαίνε κι έπειτα χορεύουν όλοι μαζί, αγαπημένοι πάλι. Αστειεύονται με θάρρος κοιτάζοντας την καταστροφή και τον θάνατο. Αυτοί οι ήρωες δεν είναι ούτε θεοί, ούτε βασιλιάδες, ούτε πολεμιστές.Είναι όπως ένα μερμήγκι που κατεβαίνει τον τοίχο, χωρίς καμιά αλαζονεία πως τάχα επιτελούν έναν άθλο. Οι ήρωες αυτοί δημιουργήθηκαν από τον Τσέχοφ, 21 χρόνια πριν από μια μεγάλη Επανάσταση. Άραγε σήμερα, που ξαναεμφανίζονται, τί προμηνύουν;
  • Είτε νέοι είτε ώριμοι και έμπειροι, οι ήρωες του Γλάρου ονειρεύονται τον έρωτα: τον κυνηγούν, τον εξυμνούν, τον αποθεώνουν, ακόμα και τη ζωή τους θυσιάζουν για χάρη του. Ο Μεντβεντένκο, ο δάσκαλος, ( Πάνος Κλάδης) αγαπά τη Μάσα (Νάνσυ Μπούκλη), εκείνη όμως θέλει διακαώς τον Κονσταντίν (Δημήτρης Τσίκλης), ο οποίος λιώνει για τη Νίνα (Αναστασία Γαλερού Βλάσση) , που με τη σειρά της λαχταρά τον Τριγκόριν (Παναγιώτη Μπουγιούρη) , που είναι υποταγμένος στην Αρκάντινα (Κατερίνα Διδασκάλου), και δεν έχει τέλος αυτός ο χορός κεραυνοβολημένων εξομολογήσεων, πονεμένων αναστεναγμών και μαζοχιστικών προσκολλήσεων.
    Εν μέρει, όλη αυτή η ρομαντική υπερβολή οφείλεται στην καλλιτεχνική φύση των περισσοτέρων: ο Κονσταντίν αναζητεί τη φωνή του γράφοντας θεατρικά έργα, ενώ η Νίνα
  • αποτολμά την πρώτη της εμφάνιση ως ηθοποιού. Στον αντίποδα, ο Τριγκόριν θεωρείται καταξιωμένος συγγραφέας και η Αρκάντινα μια διάσημη κυρία του ρωσικού θεάτρου.
    Η ευερέθιστη φαντασία πολλαπλασιάζει τις ταραχές της καρδιάς. Απομονωμένοι στην εξοχή, μακριά από τους αντιπερισπασμούς της μεγαλούπολης, οι ήρωες του Γλάρου διαθέτουν αναπόφευκτα περισσότερο χρόνο για παιχνίδια, ερωτικά ή άλλα, στα οποία επιδίδονται προκειμένου να νικήσουν την πλήξη. Ελεύθεροι να αυτοσχεδιάζουν εκεί όπου τίποτα δε συμβαίνει, οι τσεχοφικοί ήρωες φιλοσοφούν, ερωτοτροπούν, με λίγα λόγια κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν με τα γυμνά χέρια και τις μελαγχολικές διαθέσεις τους, ενώ στη σκηνή βρίσκονται όλοι σε όλη της διάρκεια του έργου, έτσι όπως το εμπνεύστηκε ο σκηνοθέτης και διασκευαστής του κειμένου Γιώργος Βάλαρης.
     Η σκηνή στην παράσταση είναι σχεδόν γυμνή. Ο σκηνοθέτης υπογράφει και τη σκηνογραφία που είναι ένα χαλί, ένα τραπέζι και γύρω του καρέκλες. Ο Τσέχοφ δε χρειάζεται «σαμοβάρια» και «βαριά επίπλωση» για να λάμψει, όπως φαίνεται να «φωνάζει» το σκηνικό. Τα σύγχρονα κοστούμια πάντως, τα σχεδίασε η Ιωάννα Κουρμπέλα.
  • Ο υπότιτλος «η ικανότητα να αντέχεις» προστέθηκε από τον Γιώργο Βάλαρη που υπογράφει διασκευή και σκηνοθεσία και ο οποίος δηλώνει: «αυτό είναι το διακύβευμα για μένα στο έργο. Ποιος αντέχει την απόρριψη; Ποιος αντέχει την επιτυχία ή την αποτυχία σε κάθε τομέα, κοινωνικό ή προσωπικό; Ποιος αντέχει να δει τον εαυτό του χωρίς αυταπάτες; “Ο γλάρος” δεν είναι μόνο μια ιστορία απελπισμένου έρωτα ή καλλιτεχνικής φιλοδοξίας. Είναι μια μελέτη προσωπικής και κοινωνικής αντοχής. Και νομίζω ότι σήμερα, σε μια εποχή διαρκούς έκθεσης, εύκολης κρίσης και διαρκώς αυξανόμενης πίεσης, η αντοχή είναι ίσως η πιο σπάνια αρετή».
  • Δυστυχώς, μια παράσταση δωματίου, όπως αυτή, παρουσιάζεται στη Θεσσαλονίκη στο αχανές «Αριστοτέλειον» και απώλεσε ένα τεράστιο ποσοστό επιτυχίας της.Θα έπρεπε, κανονικά, ο θεατής να αισθάνεται ότι βρίσκεται μέσα στον ίδιο τον μηχανισμό της σκηνής, επειδή από τα πρώτα λεπτά εγκαθιδρύεται μια συνεχής κινητικότητα: οι ηθοποιοί δεν εμφανίζονται μόνο όταν έρχεται η σειρά τους να μιλήσουν, αλλά παραμένουν παρόντες, κινούνται, στέκονται, παρατηρούν, διασχίζουν τον χώρο, σαν να μην εγκαταλείπουν ποτέ τον κόσμο του έργου.
    Αυτή η διαρκής παρουσία θα έπρεπε να δημιουργεί σταδιακά την αίσθηση ότι η σκηνή δεν ορίζεται αυστηρά, ότι η δράση δεν ξεκινά και δεν τελειώνει με σαφή όρια, αλλά αναπνέει συνεχώς μπροστά στα μάτια του κοινού, πράγμα που δεν συμβαίνει, λόγω της αρχιτεκτονικής κατασκευής της. Τι κρίμα!
  • Η χρήση της κάμερας προσπαθεί να καταργήσει την απόσταση πλατείας- παλκοσένικου, αλλά, φευ, δεν τα καταφέρνει. Λειτουργεί ως απλό τεχνικό εύρημα. Αλλά επειδή υπάρχει μια φράση στη δράση από τον Κονσταντίν: «τη ζωή δεν τη γράφεις όπως είναι ούτε όπως θα έπρεπε να είναι. Τη ζωή τη γράφεις, όπως τη φαντάζεσαι», υποθέτω ότι λειτούργησε το ένστικτο των προσεχτικών θεατών και η εσωτερική ανάγκη ταύτισης με τους ήρωες, ώστε κερδίζει το όλο εγχείρημα μία αναγνώριση, αυτή που εκδηλώνεται στο χειροκρότημα της υπόκλισης από τους πολύ καλούς ηθοποιούς με μπροστάρισα την εμβληματική Αρκάντινα της έξοχης Κατερίνας Διδασκάλου.
  •  Ο ανερχόμενος συγγραφέας (τον υποδύεται μ ε πειθώ ο Παναγιώτης Μπουγιούρης), η νεαρή ηθοποιός Αναστασία Γαλερού Βάσση- ως Νίνα, που ονειρεύεται καριέρα, η διάσημη μητέρα, οι υπόλοιποι άνθρωποι της καθημερινότητας, όλοι κινούνται γύρω από την ίδια βαθιά ανικανοποίητη επιθυμία: να είναι αλλιώς η ζωή τους.
  • Η ευπάθεια, η ανασφάλεια, η αίσθηση ότι διαρκώς βρίσκεται απέναντι σε κάτι μεγαλύτερο από τον ίδιο – κυρίως απέναντι στη μητέρα του και στην αποδοχή της – στον έρωτα της Νίνα, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό — αποδίδονται με αμεσότητα και εσωτερική ένταση από τον έξοχο Κονσταντίν -Δημήτρη Τσίκλη.
  • Η Νάνσυ Μπούκλη ως Μάσα, αποδίδει πειστικά τη μόνιμη πληγή του ανεκπλήρωτου έρωτα, μια μορφή που κουβαλά διαρκώς απογοήτευση χωρίς να την εξωτερικεύει υπερβολικά.
  • Ο Τάκης Σακελλαρίου  είναι ο Σόριν, ο οποίος λειτουργεί σαν ήρεμη παρουσία μέσα στην ένταση των υπολοίπων, σχεδόν σαν η φωνή μιας εμπειρίας που έχει ήδη αποστασιοποιηθεί από τα μεγάλα πάθη.
  • Ο Βασίλης Αφεντούλης και ο Πάνος Κλάδης συμπληρώνουν ουσιαστικά το σύνολο, κρατώντας τις απαραίτητες ισορροπίες μέσα στον κόσμο του έργου.
  • Η μουσική-ηχητική επένδυση από τον Τζεφ Βάγγερ υπογραμμίζει τον σύγχρονο χαρακτήρα της παράστασης.
  • Ο σχεδιασμός φωτισμών από τους Αλέκο Αναστασίου και Χάρη Δάλλα, ατμοσφαιρικοί και δυναμικοί, δημιουργούν σκηνές εντυπωσιακής αισθητικής. 
  • Στην εύληπτη μετάφραση του Αντώνη Γαλέου, ο γλάρος συμβολίζει την αθωότητα, την ελευθερία, τα ανεκπλήρωτα όνειρα και την καταστροφή που επιφέρει ο ανθρώπινος εγωισμός.
  • Ταυτότητα παράστασης
  • Μετάφραση: Αντώνης ΓαλέοςΔραματουργική επεξεργασία-Διασκευή -σκηνοθεσία -σχεδιασμός σκηνικού: Γιώργος Βάλαρης Μουσική σύνθεση: Τζεφ ΒάγγερΚοστούμια: Ιωάννα ΚουρμπέλαΚίνηση – χορογραφία: Αλέξανδρος ΣταυρόπουλοςΣχεδιασμός φωτισμών: Αλέκος Αναστασίου – Χάρης ΔάλλαςΒοηθός σκηνοθέτη: Κωνσταντίνος Φρίγγας Φωτογραφίες: Διόνυσος ΣούληςPromo artwork video: Φαίη ΣούκουSocial media-Διαφήμιση: Βασίλης ΛιάκοςΟργάνωση παραγωγής: Χρυσαντίνα Κούλουμπου
  • Εκτέλεση παραγωγής: Ιουλιέτα ΚαραχάλιουΟργάνωση γραφείου Παραγωγής: Βικτώρια Λώλη, Χαρούλα ΛώληΓραφιστική επιμέλεια: Αργυρώ ΤσοτσώνηΠαραγωγή: Αrtinfo + Αττικές παραγωγές (Γιώργος Βάλαρης)
  • Διανομή Αρκάντινα: Κατερίνα Διδασκάλου Τριγκόριν: Παναγιώτης Μπουγιούρης Σόριν: Τάκης Σακελλαρίου Κονσταντίν: Δημήτρης Τσίκλης Μάσα: Νάνσυ Μπούκλη Νίνα: Αναστασία Γαλερού Βλάσση Γιατρός: Βασίλης Αφεντούλης Δάσκαλος: Πάνος
  • Διάρκεια: 90 λεπτά
  • ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

CO-HOUSING του Παύλου Τσακαλίδη: Μια διαγενεακή θεατρική σύμπραξη

co-housing-του-Παύλου-Τσακαλίδη:-Μια-διαγενεακή-θεατρική-σύμπραξη

Μια ξεχωριστή θεατρική παράσταση, καρπός της συνεργασίας ανθρώπων διαφορετικών γενεών, παρουσιάζεται στο Αμφιθέατρο «Φρίξος Παπαχρηστίδης» στην Ελευθερούπολη από μια διαγενεακή ομάδα της περιοχής, με μέλη του ΚΑΠΗ Ελευθερούπολης επί σκηνής και εφήβους δημιουργούς στα παρασκήνια.

Τέσσερις ηλικιωμένες που μοιράζονται την καθημερινότητά τους σε έναν εναλλακτικό και σύγχρονο χώρο συγκατοίκησης (co-housing), αποφασίζουν να διεκδικήσουν ξανά μια θέση στο προσκήνιο της ζωής που αξίζει σε όλους μέσα από έναν θεατρικό διαγωνισμό του Δήμου τους. Ενώ αναζητούν το πέμπτο άτομο που θα συμπληρώσει την ομάδα τους, στην προσπάθειά τους να δημιουργήσουν τη δική τους παράσταση, ανακαλούν στιγμές από το παρελθόν τους και έρχονται αντιμέτωπες με τη μοναξιά, τον αποκλεισμό και τον ηλικιακό ρατσισμό. Θα καταφέρουν τελικά να ανέβουν στη σκηνή χωρίς να έρθουν αντιμέτωπες με όσα κουβαλούν;

Μια παράσταση που με όχημα το χιούμορ και την τρυφερότητα, και αξιοποιώντας παράλληλα τεχνικές του θεάτρου-ντοκουμέντου, αγγίζει ζητήματα όπως η μοναξιά, η μνήμη, η κοινωνική αορατότητα της τρίτης ηλικίας, αλλά και η ανάγκη όλων – ανεξαρτήτως ηλικίας – να ανήκουν κάπου και να ακούγονται.

ΣΚΗΝΟΘΕΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Τι συμβαίνει όταν η εμπειρία μιας ολόκληρης ζωής συναντά τη νεανική ορμή για δημιουργία; Ως έφηβος δημιουργός, η ιδέα της συνύπαρξης ηλικιωμένων performers στο προσκήνιο με έναν κήπο εφήβων δημιουργών της περιοχής στα παρασκήνια με γοήτευσε από την πρώτη στιγμή. Δύο κόσμοι, φαινομενικά τελείως διαφορετικοί, συναντηθήκαμε στον ίδιο χώρο για να μοιραστούμε συναισθήματα, σκέψεις και ιστορίες με την ελπίδα ότι θα μετατοπίσουν την οπτική μας. Παράλληλα, αξιοποιώντας εργαλεία του θεάτρου-ντοκουμέντου, επιδιώξαμε να αγγίξουμε καθολικά τη διαδρομή μιας ολόκληρης γενιάς και να ανασύρουμε τις αναμνήσεις, τις φοβίες της, το χιούμορ και τα όνειρα που η ζωή ή η κοινωνία επέλεξε να κρατήσει για καιρό στην άκρη. Και τελικά, αυτή η συνάντηση συνέβη. Συμβαίνει. Και έχει ως στόχο να αποδείξει πως η ανάγκη μας να ακουστούμε, να νοιαστούμε και να ανήκουμε κάπου δε γνωρίζει ηλικιακά σύνορα.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Κείμενο & Σκηνοθεσία: Παύλος Τσακαλίδης

Βοηθός Σκηνοθέτη & Κινησιολογία: Βενετία Χαλοφτίδου

Σκηνογραφία & Συνδιαμόρφωση φωτισμών: Δημήτρης Κεστρίτσαλης

Μουσική: Magnus Moone

Συνεργασία στον ηχητικό σχεδιασμό: Φρατζέσκο Λούβαρης, Κώστας Ρέμπας

Έρευνα/ Συλλογή υλικού: Φώτης Τεκτονίδης, με τη συνεισφορά της ομάδας

Graffiti art/ Εικαστική παρέμβαση: Μαρίνα Β. Κιλινκαρίδου, Μαρίνα Π. Κιλινκαρίδου

Κατασκευή Σκηνικού: Λάζαρος Κυριακίδης, Βασίλης Παπαευαγγέλου

Τεχνικός Φωτισμών: Σαράντης Μιντζιρίκης

Τεχνικός Ήχου: Βασίλης Μπάμπας

Οργάνωση Παραγωγής: Κατερίνα Φιλιππίδου (κοινωνική λειτουργός του «Βοήθεια στο Σπίτι»

Ελευθερούπολης)

Παίζουν: Ελισάβετ Ακριβού, Βίκυ Καζόλη, Δήμητρα Ρουσοπούλου, Πετρινή Σουπιάδου

Συμμετέχουν: Μαρία Δεληκωνσταντίνου, Κωνσταντίνος Μενεξές, Βενετία Χαλοφτίδου

*ευχαριστούμε θερμά τον Δήμο Παγγαίου και ιδιαίτερα τον Δήμαρχο Φίλιππο Αναστασιάδη για την παραχώρηση του αμφιθεάτρου, την αντιδήμαρχο Ζωή Απαζίδου, καθώς και τους Ανδρέα Καλλινικίδη και Γιώργο Καλλινικίδη για την πολύτιμη βοήθειά τους

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ & ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026 στις 20:00

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026 στις 20:00

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026 στις 11:15 (μαθητική παράσταση)

Αμφιθέατρο «Φρίξος Παπαχρηστίδης», Ελευθερούπολη

Διάρκεια: 60 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)

Γενική είσοδος 5€

Μειωμένο (ΑμεΑ, μαθητικές παραστάσεις, μέλη ΚΑΠΗ, οργανωμένες ομάδες) 3€

**μέρος των εσόδων θα διατεθεί για φιλανθρωπικό σκοπό

Προπώληση φυσικών εισιτηρίων από 28/9 και καθημερινά στο ΚΑΠΗ Ελευθερούπολης τηλ. 2592023315 (10:00-13:00) και στο ζαχαροπλαστείο Ntinos Patisserie στην Καβάλα από 3-6/10 (18:00-20:00).

***η πρωινή παράσταση (Δευτέρα 12/10) είναι μαθητική και αφορά αποκλειστικά σχολεία που έχουν πραγματοποιήσει ομαδικές κρατήσεις

****η παρούσα παράσταση δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα της σύμπραξης μελών του ΚΑΠΗ Ελευθερούπολης και εφήβων της πόλης σε ένα πρωτότυπο διαγενεακό θεατρικό εργαστήρι με εμψυχώτρια τη Βενετία Χαλοφτίδου και εμψυχωτές τον Δημήτρη Κεστρίτσαλη και τον Παύλο Τσακαλίδη

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα