Πολιτισμός
«Η νύχτα της Ιγκουάνα»: Το κύκνειο άσμα του Tennessee Williams και πάλι στο Κ.Θ.Β.Ε.
Πρόλογος
Ως προς την παραστατική του ιστορία, το έργο «Η νύχτα της ιγκουάνα» δοκιμάστηκε για πρώτη φορά επί σκηνής το 1961 στο Σικάγο. Παρά τις δυσμενείς κριτικές που απέσπασε, η παραγωγή μεταφέρθηκε τον επόμενο χρόνο στο Broadway, όπου η υποδοχή του έργου στη Νέα Υόρκη υπήρξε ενθουσιώδης. Εκεί, το έργο ολοκληρώνει 316 παρουσιάσεις και κερδίζει το βραβείο κριτικών της Νέας Υόρκης τέταρτης καλύτερης δραματικής παράστασης, αλλά και το βραβείο καλύτερης γυναικείας ερμηνείας για τη «Χάνα» της Margaret Leighton.
Στην Ελλάδα ανεβαίνει για πρώτη φορά το 1964 στο «Θέατρο Τέχνης» από τον Κάρολο Κουν. Θα πρέπει να περάσουν σχεδόν 30 χρόνια για να παρουσιαστεί εκ νέου το έργο στην ελληνική σκηνή. Αυτή τη φορά το 1991 από το Κ.Θ.Β.Ε. σε σκηνοθεσία Ανδρέα Βουτσινά. Στη συνέχεια σκηνοθετήθηκε από τον Αλέξανδρου Κοέν το 2012, ο οποίος αφαίρεσε ένα μεγάλο μέρος του, αναπροσαρμόζοντας τη ροή της δράσης με αποσπάσματα από το ομώνυμο διήγημα.
«Η νύχτα της ιγκουάνα» ανέβηκε το 2018 και στην Κύπρο, ενώ το 2020 παραστάθηκε στο θέατρο «Πορεία» Αθηνών. Φέτος, η Ελένη Γκασούκα το σκηνοθετεί για το Κ.Θ.Β.Ε.
Στο μεταξύ, έχει διασκευαστεί για δύο κινηματογραφικές ταινίες. Στην πρώτη έκδοση του 1964, πρωταγωνίστησε ο Ρίτσαρντ Μπάρτον σε σκηνοθεσία Τζον Χιούστον. Η παραγωγή αυτή κέρδισε τέσσερις υποψηφιότητες για Όσκαρ. Μια δεύτερη σερβο-κροατική μεταφορά του έργου στον κινηματογράφο, έγινε το 2000 από τον Janusz Kica.
Υπόθεση
Ο συγγραφέας τοποθετεί το έργο του στην έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Καλοκαίρι του 1940 στο Μεξικό, μέσα στην τροπική ζέστη υπάρχει ένα παρακμιακό ξενοδοχείο, που το διευθύνει η όμορφη χήρα Μαξίν με τη βοήθεια δύο νεαρών Μεξικανών, οι οποίοι είναι, ταυτόχρονα, εραστές της. Σύμφωνα με το πρωτότυπο κείμενο, ήδη, διαμένει σ’ αυτό μια οικογένεια Γερμανών τουριστών, καρικατούρες πειθαρχίας και έλλειψης φαντασίας, αλλά στη συγκεκριμένη παράσταση παραλείπονται, προφανώς για λόγους οικονομίας. Χρήματος και χρόνου.
Καινούργιοι επισκέπτες έρχονται στο ξενοδοχείο. Ο τέως ιερωμένος και νυν ξεναγός μιας ομάδας θρησκόληπτων καθολικών γυναικών, ο Σάννον, η ζωγράφος Χάνα με τον παππού της και μερικά ακόμη πρόσωπα. Ο Σάννον, η Χάνα και η Μαξίν αποτελούν ένα τρίγωνο, που είναι ο κεντρικός πυρήνας του έργου.
Η δράση αρχίζει και τελειώνει μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο και οι πράξεις των ηρώων σημαδεύονται από τους θρήνους ενός ζώου, μιας ιγκουάνα, που οι νεαροί Μεξικανοί έχουν αιχμαλωτίσει και δέσει, για να τη σκοτώσουν και να τη μαγειρέψουν το επόμενο πρωί. Έτσι, ο συμβολικός συνεχής κλαυθμός της ιγκουάνα πλαισιώνει ηχητικά τις αδιέξοδες συζητήσεις των ηρώων. Με το ξημέρωμα το μεν ζώο κερδίζει την ελευθερία του, οι δε άνθρωποι παίρνουν χωριστούς δρόμους, ακολουθώντας ο καθένας τη δυσοίωνη μοίρα του.
Ανάγνωση
Όλη η ευρωπαϊκή αλλά και η νοτιοαμερικανική και βορειοαμερικανική λογοτεχνία και το θέατρο, έχουν να επιδείξουν μια αξιόλογη σε όγκο και ποιότητα θεματική γύρω από τη ζωή, τα ήθη, τα πάθη, τις προσδοκίες και τα σύνδρομα του επαρχιακού βίου.
Μια διαπίστωση που κάνει ένας μελετητής, έχει να επιδείξει μια έξοχη πινακοθήκη γυναικείων χαρακτήρων που ζουν μέσα στα στενά πλαίσια κλειστών κοινωνιών, κυρίως στην απομονωμένη επαρχία ή στην εξοχή. Από τη μαντάμ Μποβαρί του Φλομπέρ ως τη Στέλλα Βιολάντη του Ξενόπουλου, από τις τρεις αδερφές του Τσέχωφ, την Έντα Γκάμπλερ του Ίψεν, ως τη Γέρμα του Λόρκα κι από τα κορίτσια της Μπερνάρντα Άλμπα ως τη Χάνα και τη Μαξίν του Τενεσί Ουίλιαμς, αστές, μικροαστές, κορίτσια και παντρεμένες γυναίκες περιφέρουν την πλήξη, την ερωτική στέρηση, τις φαντασιώσεις, τα όνειρα και τους εφιάλτες των αποδράσεων, σε κλειστούς χώρους και περιφραγμένα κτήματα, με καταδυναστευόμενες ορμόνες που εξελίσσονται σε υστερικά σύνδρομα.
Στη «Νύχτα της ιγκουάνα» ο Ουίλιαμς προσφέρει και πάλι την ποιητική του φωνή δημιουργώντας μοναδικούς σε λυρισμό διαλόγους και μονολόγους. Ακόμη και οι σκηνικές του οδηγίες, ιδιαίτερα στην περιγραφή του εξωτικού σκηνικού ή των φυσικών φαινομένων, όπως η επερχόμενη καταιγίδα, οι κραυγές των πουλιών, η θάλασσα, ο άνεμος, η βροχή, αποκαλύπτουν μοναδικές εικόνες, σχεδόν ποιητικές. Οι συμβολισμοί είναι διάχυτοι στο έργο, με βασικότερο αυτόν της ιγκουάνα, η οποία συμβολίζει όλα τα ψυχικά στάδια που βιώνει ο Σάννον: το κυνήγι, την αιχμαλωσία και την απελευθέρωση.
Το τέλος του έργου φαίνεται αναπάντεχα θετικό, αφού όλοι απελευθερώνονται από κάτι: η ιγκουάνα από την αιχμαλωσία, ο υπερήλικας ποιητής, Τζόναθαν Κόφιν, από το τελευταίο του ποίημα και τη ζωή, η Χάνα από την απόλυτη δέσμευση στον παππού της και ο Σάννον από τις ενοχές του.
Η Παράσταση
Η πλοκή του Ουίλιαμς δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το να συγκεντρώνει ανόμοιες ψυχές που δεν ξέρουν πού να βρουν καταφύγιο, ώστε να μπορέσουν να ξεπεράσουν τους δαίμονές τους. Ο Σάννον, ο οποίος ηγείται μιας περιοδείας τουριστών στο Μεξικό, σέρνει μαζί του και μια αρνητική υστεροφημία, από τότε που κυκλοφόρησε η είδηση ότι αποπλάνησε ένα 16χρονο κορίτσι σε λεωφορείο, όντας ιερωμένος.
Όπως παριστάνεται, ωστόσο, δεν είναι καθόλου ο τυπικός, ξεπεσμένος τέως κληρικός. Κατά την ιδιαίτατη ερμηνεία του ηθοποιού Γιώργου Κολοβού, αυτός ο Σάννον είναι πολύ πιο πάνω, επειδή αμφιταλαντεύεται, αυτοκατακρίνεται και πλησιάζει τη γυναικεία ψυχολογία, κατά διαστήματα. Θα μπορούσε να είναι ο αδερφός της Μπλάνς Ντυμπουά. Η θηλυκή, θα λέγαμε, ευαισθησία του υπογραμμίζει τον πανικό του και προσδίδει μια χαρακιά, σαν από ξυράφι, στον απεγνωσμένο του ψυχισμό.
Η Άννυ Τσολακίδου παίζει εύστοχα τη δοτική και ηθική Χάνα, η οποία σκιτσάρει τους τουρίστες για τα προς το ζην. Αλλά οι τουρίστες κάποια στιγμή φεύγουν και η υγεία του παππού κλονίζεται. Η Χάνα φτάνει στο ξενοδοχείο «Costa Verde» με τον γηραιό ποιητή- παππού της σε αναπηρικό καροτσάκι. Η ετσιθελική εγκατάστασή της και μόνο, είναι πολιτικό πραξικόπημα.
Η αγάπη της για τον γέροντα Κόφιν είναι μια σπάνια νότα προσφοράς σε αυτό το ασυμβίβαστο σύμπαν. Όταν εκείνος πεθαίνει, η ψυχική της δύναμη καταρρέει, αν και κάνει τα πάντα για να μην το δείξει. Η ερμηνεία της Τσολακίδου – υπέροχη στη λιτότητα της, γενναία στη σεμνότητά της – αξιολογείται ως μία από τις καλύτερες της ηθοποιού.
Ο Κώστας Σαντάς, από την πλευρά του, φροντίζει ώστε ο εξαθλιωμένος Κόφιν να είναι μια πραγματικά μπεκετική φιγούρα, με κούφιο σκαρί αλλά πνευματώδης και χιουμορίστας. Σε όλο το έργο μουρμουρίζει ξανά και ξανά κομμάτια από αυτό που θα γίνει το τελευταίο του ποίημα και το επιστέγασμά του. Τον έσχατο στίχο, όταν επιτέλους ολοκληρώνεται, τον απαγγέλει με όση δύναμη του επιτρέπουν οι συρρικνωμένοι πνεύμονές του. Η γενναιοδωρία της προσπάθειας και η απόλυτη ματαιότητά της, είναι βαθιά συγκινητική. Ο έμπειρος ηθοποιός κερδίζει και πάλι το κοινό με τη λεπτοδουλεμένη ερμηνεία του.
Η Μαξίν, η λαμπερή ιδιοκτήτρια ξενοδοχείου, είναι μια ζωηρή και σαγηνευτική χήρα. Η θελκτική στην εμφάνιση και εξαιρετική στην έκφραση ηθοποιός Κλειώ- Δανάη Οθωναίου, χρησιμοποιεί την ελκυστική εξωτερική της όψη ως σκληρό κέλυφος, για να καλύψει όλα τα τρωτά σημεία ενός προικισμένου από τη φύση θηλυκού, που αισθάνεται ότι ο χρόνος δεν είναι πλέον με το μέρος του. Όπως όλοι οι άλλοι, έτσι και η Μαξίν, που φανερά ορέγεται και την ορέγονται τα αρσενικά, μας δείχνει ότι οδεύει προς αναπόφευκτη κατάρρευση.
Η αυστηρά συντηρητική Τζούντιθ της Γιολάντας Μπαλαούρα, είναι μια πειστικά θρησκόληπτη γυναίκα, με έντονη την αίσθηση της εξουσίας, ως αρχηγός της ομάδας τουριστριών. Η δε Ιώβη Φραγκάτου, διαθέτει φρεσκάδα και υπέροχη φωνή κι ερμηνεύει επαρκώς τη νεαρή και στερημένη Σάρλοτ, τη διψασμένη για αγάπη και έρωτα, ώστε να γίνεται το επόμενο εύκολο θήραμα του Σάννον.
Ιδανικοί στη σκηνική τους εμφάνιση και πειστικοί εραστές, οι: Νίκος Τσολερίδης και Λευτέρης Δημητρόπουλος.
Το επίκεντρο του έργου είναι η μεγάλη σκηνή της τρίτης πράξης μεταξύ του Σάννον και της Χάνα. Δεμένος σε μια αιώρα, ο καλός ηθοποιός Γιώργος Κολοβός, είναι σχεδόν παραδομένος στην άργητα. Τον ηρεμεί ένα φλιτζάνι τσάι . Η ευπροσήγορη, προσηνής Χάνα και ο βασανισμένος κληρικός αφήνονται να αναγνωρίσουν ο ένας τους δαίμονες του άλλου. Κανονικά, αυτή η κατανόηση είναι μια δικαίωση της πίστης της Χάνα στις «σπασμένες γέφυρες» μεταξύ των ανθρώπων, είναι μια δραματική ανταμοιβή. Δική τους και δική μας. Δύο ταραγμένες ψυχές μοιράζονται τον πόνο και την αδυναμία τους.
Η σκηνοθέτις Ελένη Γκασούκα άντλησε από το έργο πολλά περισσότερα από τα προφανή. Τη σεξουαλική ελευθερία που συγκρούεται με τον πουριτανισμό και τη θρησκοληψία, τη σαρκική ηδονή που παλεύει με το αίσθημα της ενοχής και το ασυνείδητο που βρίσκει ρωγμές για να ανεβεί στην επιφάνεια και να επιβληθεί στις τραυματισμένες προσωπικότητες των ηρώων. Παράλληλα, ανοίγει νέους δρόμους ανάγνωσης αποκαλύπτοντας περισσότερο την προσωπικότητα του βασανισμένου καλλιτέχνη πίσω από τη δημιουργία του.
Είναι δε σαφές, από τη σκηνοθετική προσέγγιση του κειμένου και από την ερμηνεία που αποσπά η Ελένη Γκατσούκα από τους ηθοποιούς, ότι αυτοί οι χαρακτήρες παλεύουν να απελευθερωθούν από εφιαλτικά δεσμά, όπως ακριβώς το δεμένο ιγκουάνα στριφογυρίζει κάτω από τη βεράντα. Μόνο ο θάνατος ή μια θαυματουργή πράξη ελέους μπορεί να τους απελευθερώσει. Κατά συνέπεια, η σκηνοθέτις χτίζει την ένταση μέχρι το τέλος, όταν ο Κόφιν, έχοντας απαγγείλει το ποίημά του, ξαφνικά παύει να αναπνέει. Σχεδόν απαρατήρητο το τραγικό συμβάν για τα κύρια πρόσωπα, όμως αργότερα μεγιστοποιείται και αποβαίνει καταστροφικό γι’ αυτά.
Σε όλα τα μέτωπα το διακύβευμα σταδιακά αυξάνεται. Οι γυναίκες στο τουριστικό λεωφορείο φωνασκούν σαν λαϊκές φιγούρες της γειτονιάς. Ο Πέδρο, ο νεαρός Μεξικανός εραστής της Φωλκ(Λευτέρης Δημητρόπουλος), επιδίδεται σε μια κολοσσιαία έκρηξη θυμού όντας μεθυσμένος, ενώ ο Τζέϊκ Λάτα (Χρίστος Νταρακτσής) έρχεται στη τρίτη πράξη για να αντικαταστήσει τον Σάννον, ως ακατάλληλο για την ταξιδιωτική εταιρεία του και συγκρούεται μαζί του με βία.
Μετά από μια τέτοια εξέλιξη, αυτή η «νύχτα της Ιγκουάνα» εξουδετερώνει κάθε απομεινάρι της παλιάς άποψης του μαρασμού και των φασιστικών βρυχηθμών.
Τα σκηνικά και τα κοστούμια του Κωνσταντίνου Ζαμάνη αφορούν έναν τόπο, όπου οι σκληρές έννοιες του καλού και του κακού γίνονται μαλακές στον ήλιο, και ο Θεός συνομιλεί με τον Διάβολο.
Το λειτουργικό σκηνικό απεικονίζει το ξενοδοχείο Costa Verde (πράσινη ακτή) και είναι ακριβώς το σημείο, όπου καλούνται οι ηθοποιοί να παίξουν μανιχαϊστικά, ακραία, για να βρουν μια μέση θέση στη γεμάτη ηθικές αντιφάσεις υπόθεση του έργου.
Η μουσική του Θοδωρή Οικονόμου ντύνει τις σκηνές µε τρόπο υποδηλωτικό, αφηγηματικό, περιγραφικό.
Ο σημαντικός στοχαστής, συγγραφέας και μεταφραστής Δημήτρης Δημητριάδης, υπογράφει τη μετάφραση, η οποία συμπίπτει με τον ρυθμό, την τονικότητα και την ποίηση του Ουίλιαμς, με απόλυτη ακρίβεια.
Επίλογος
Τενεσί Ουίλιαμς! Ο «καταραμένος ποιητής» του αμερικανικού θεάτρου, ο καλλιτέχνης που έκανε τη ζωή του θέατρο και τα πάθη τού τραυματισμένου «Εγώ» του ρυθμιστές της σκηνικής του γλώσσας. Ο καλλιτέχνης που, περισσότερο απ’ οποιονδήποτε άλλον Αμερικανό δραματικό συγγραφέα, έσπρωξε τον εγχώριο ρεαλισμό πέρα από την καταγραφή της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας, προς το συναίσθημα και τον ψυχισμό.
Χωρίς ιδιαίτερες αφηγηματικές ικανότητες ή βαθυστόχαστες και πρωτότυπες ιδέες, χωρίς ξεκάθαρη εικόνα για πολλούς από τους χαρακτήρες του, χωρίς ιδιαίτερους κοινωνικούς ή ιδεολογικούς προβληματισμούς (σ’ αντίθεση με τον άλλο μεγάλο της εποχής του, τον Άρθουρ Μίλερ), θα περίμενε κανείς μια πλήρη αποτυχία ή, στη καλύτερη περίπτωση, μια «χρυσή μετριότητα». Κι όμως, το έργο του όχι μόνον επιπλέει, αλλά κι ορθώνεται μπροστά μας, σαν καταξιωμένη ποιητική μαρτυρία θαυμαστής ευαισθησίας και σκηνικής αρτιότητας.
Όπως ο Τσέχοφ, ο οποίος επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τον Αμερικανό συγγραφέα, ο Ουίλιαμς προσφέρει έναν ύμνο στην ανθρώπινη αντοχή με τη «Νύχτα της ιγκουάνα», αυτή την ιστορία κατάρρευσης και σεξουαλικής υστερίας, που παρουσιάζεται φέτος στη σκηνή της Ε.Μ.Σ από το Κ.Θ.Β.Ε σε μια εμπνευσμένη σκηνοθεσία από την Ελένη Γκατσούκα.
Συγγραφέας: Ουίλιαμς Τενεσί
Μετάφραση: Δημητριάδης Δημήτρης
Σκηνοθεσία: Γκασούκα Ελένη
Σκηνικά: Ζαμάνης Κωνσταντίνος
Κοστούμια: Ζαμάνης Κωνσταντίνος
Μουσική: Οικονόμου Θοδωρής
Σχεδιασμός ήχου: Οικονόμου Θοδωρής
Φωτισμοί: Μολυβδά -Φαμέλη, Ζωή
Βοηθός σκηνοθέτη: Κάλφας Άγγελος
Β’ βοηθός σκηνοθέτη: Νταρακτσής Χρίστος
Βοηθός σκηνογράφου: Πανά Δανάη
Βοηθός ενδυματολόγου: Πανά Δανάη
Οργάνωση παραγωγής: ΒερσιούρενΜαρλέν
Ηθοποιοί
Οθωναίου Κλειώ, Δανάη (ΜαξίνΦωλκ)
Τσολερίδης Νίκος (Πάντσο)
Δημηρόπουλος Λευτέρης (Πέδρο)
Κολοβός Γιώργος (Αιδεσιμώτατος Λάρι Σάννον)
Φουντούλης Μανώλης (Χανκ, Ταξιδιώτισσα)
ΜπαλαούραΓιολάντα (Τζούντι Φέλλοους)
Τσολακίδου Άννη (Χάνα Τζελκς)
ΦραγκάτουΙώβη (ΣάρλοτΓκούντολ)
Σαντάς Κώστας (ΤζόναθανΚόφιν)
Νταρακτσής Χρίστος (ΤζέικΛάτα, Ταξιδιώτισσα)
Σημείωση Καλλιτεχνικής Διανομής
Βοηθός σκηνογράφου (στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης): Πιπερίδου Σοφία
Κατάλληλο για ηλικίες άνω των 16 ετών
Βασιλικό Θέατρο (28/10/2022 – 04/12/2022)
«Η νύχτα της ιγκουάνα» παρουσιάζεται κατόπιν ειδικής συμφωνίας με το Πανεπιστήμιο του Νότου, Sewannee, Τενεσί.
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Μπορεί να σας ενδιαφέρουν
Πολιτισμός
Μηνάς Βιντιάδης «ΤΟ ΜΙΣΟ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝ» στο «Μικρό» της Μονής Λαζαριστών σε σκηνοθεσία Γιώργου Κιουρτσίδη
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Πώς τα παιχνίδια του μυαλού μπορούν να ξεχωρίσουν τη φαντασία από την πραγματικότητα; Σε αυτό το ερώτημα καλούνται να απαντήσουν οι θεατές που παρακολουθούν το νέο θεατρικό έργο του Μηνά Βιντιάδη «Το μισό του μηδέν» που παρουσιάζεται, σε πρώτη πανελλήνια, από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος.
Στην πιο γενικευμένη έννοια της η λέξη «παράσταση» αναφέρεται στην ενέργεια, τη δράση ή τη συμπεριφορά. Ειδικότερα, η ψυχολογία της «παράστασης» αναφέρεται στη συνθήκη κατά την οποία το άτομο σκέφτεται, αισθάνεται και συμπεριφέρεται, όπως συμβαίνει στο έργο που σκηνοθετεί έξυπνα ο Γιώργος Κιουρτζίδης.
Όπως σε έναν λαβύρινθο υπάρχουν αμέτρητα αδιέξοδα και δρόμοι που μπερδεύουν, έτσι και το μυαλό μπορεί να χαθεί σε αναμνήσεις, υπερανάλυση, εσωτερικές συγκρούσεις ή ανασφάλειες. Στον συμβολισμό του λαβύρινθου, η πορεία προς το κέντρο είναι ένα ταξίδι προς την αυτογνωσία, την επαφή με το ασυνείδητο και τις βαθύτερες υπαρξιακές αγωνίες.
Στο αλληγορικό σκηνικό της Άννας- Μαρίας Αγγελίδου, κυριαρχεί ο «Λαβύρινθος» των σχέσεών μας, του νου μας, των αληθειών μας, των κινήτρων μας, των συναισθημάτων μας, της ταυτότητάς μας και ως σκηνοθετικό μοτίβο αλληλεπίδρασης κυριαρχεί η εναλλαγή, η περιστροφή και η αποδόμηση του «οικείου», η σχεδόν παντελής κι απόκοσμη απουσία οπτικής επαφής κι επικοινωνίας, συμπληρωμένη από μια εικονική διάσταση της φαντασίας και ένα είδος λόγου, που καθιστά τον θεατή προβληματισμένο, έστω κι αν είναι πραγματικός διάλογος ή φανταστικός μονόλογος!
Σε όλο το έργο κυλάει ένας κομψός κι απέριττος συγγραφικός λόγος, μελετημένος, ρεαλιστικός και συγκινητικός.
Σκηνοθετικό σημείωμα
Ένα σύγχρονο νεοελληνικό έργο, που κινείται στον χώρο του κοινωνικού-ψυχολογικού θεάτρου.
«Το μισό του μηδέν», πέρα από ευφάνταστος τίτλος έργου, λειτουργεί ως σύμβολο απουσίας, κενού, έλλειψης και μοναξιάς. Πάνω σε έναν πολυμορφικό και πολυεπίπεδο καμβά εξυφαίνονται οι διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων, αποκαλύπτοντας ανάγκες, εξαρτήσεις, μυστικά και απογοητεύσεις.
Εδώ όμως υπεισέρχεται και η ιδιαιτερότητα του έργου, καθώς όλα τα ανωτέρω καλύπτονται κάτω από την ομπρέλα της ασθένειας του ήρωα. Μια ασθένεια, η οποία προσβάλλει τους μετωπιαίους λοβούς, οδηγώντας αργά αλλά σταθερά στην έλλειψη της συνείδησης, στη λήθη στην απουσία και τέλος στο θάνατο.
Ό,τι διαδραματίζεται στο έργο, συμβαίνει μέσα στο μυαλό του ήρωα σε παγωμένο χρόνο. Σε μια ρωγμή αυτού του σταματημένου χρόνου προβάλλονται όλες οι σκέψεις του, ως διάλογοι, εικόνες, επαναλήψεις, σε έναν λαβύρινθο από: κενό, απουσία, έκλαμψη, βύθιση και συνειδητότητα.
«Το μισό του μηδέν» παραπέμπει στο ανύπαρκτο. Ωστόσο, αποκτά ένα ιδιαίτερο δραματικό βάρος, όταν συνδέεται με την ανθρώπινη εμπειρία και υπόσταση.
Ένα έργο -εργαλείο, καθώς επιτρέπει δραματουργικά μέσα από σουρεαλιστικές φόρμες, να προσπαθήσει κανείς να προσεγγίσει και να ανιχνεύσει τη χαοτική διαδικασία σκέψης του μυαλού. Κάτω από το βάρος της ασθένειας, ο χαρακτήρας δίνει μια σκληρή και εναγώνια νοητική μάχη, καθώς προσπαθεί να επεξεργαστεί και να κατανοήσει την ίδια του τη ζωή.
Υπάρχουν πολλές ψυχολογικές και φιλοσοφικές προεκτάσεις, δίνοντας έτσι στον θεατή τροφή για σκέψη και αναζήτηση.
Γιώργος Κιουρτσίδης
Ένα ξαφνικό γεγονός έρχεται να ανατρέψει τη ζωή ενός τραπεζικού υπαλλήλου, ο οποίος ζει με την οικογένειά του μια φαινομενικά συμβατική ζωή. Μια αναπάντεχη είδηση θα τον οδηγήσει στον απολογισμό των επιλογών του, των σχέσεών του και της ίδιας του της ύπαρξης. Θα βρεθεί αντιμέτωπος με τους μεγαλύτερους φόβους του, αλλά και με τις πιο τολμηρές του φαντασιώσεις. Θα αναμετρηθεί με τον εαυτό του, με πολλά και με τίποτα, αναζητώντας μέχρι το τέλος ένα ουσιαστικό νόημα.
Στο «Μισό του μηδέν», ο Μηνάς Βιντιάδης ξεκινά από μια σχεδόν κινηματογραφική συνθήκη: ένας άντρας ονειρεύεται ότι κερδίζει δέκα εκατομμύρια ευρώ σε τυχερό παιχνίδι. Το όνειρο μοιάζει τόσο αληθινό, ώστε αποφασίζει να το διηγηθεί στη γυναίκα του, στην κόρη του και στον καλύτερό του φίλο. Εκείνοι τον ακούν και, με έναν παράξενο τρόπο, συμπεριφέρονται σαν τα χρήματα να έχουν πράγματι κερδηθεί.
Και τότε το όνειρο γίνεται πραγματικότητα.
Ή τουλάχιστον έτσι μοιάζει.
Λίγες μέρες αργότερα ο άντρας εξαφανίζεται, έχοντας μαζί του το αμύθητο ποσό. Όταν επιστρέφει, η ζωή των ανθρώπων γύρω του έχει ήδη αλλάξει. Παρεμπιπτόντως, έχει αλλάξει και η δική του ζωή. Ωστόσο, τα χρήματα, όσο μεγάλη δύναμη κι αν έχουν, δεν είναι τελικά το πιο επικίνδυνο πράγμα στην ιστορία.
Το πιο επικίνδυνο είναι η μνήμη.
Ο σκηνοθέτης, ακολουθώντας τη δομή του έργου στήνει ένα παιχνίδι, όπου η πραγματικότητα διαρκώς γλιστρά κάτω από τα πόδια των ηρώων. Οι αναμνήσεις δε λειτουργούν ως ασφαλές καταφύγιο. Δεν είναι ένα αρχείο στο οποίο επιστρέφουμε για να ανασύρουμε με ακρίβεια όσα συνέβησαν. Είναι υλικό εύπλαστο, ευάλωτο στην επιθυμία, στον φόβο, στην ενοχή και στην ανάγκη μας να αφηγηθούμε διαφορετικά τη ζωή μας.
Ο κεντρικός ήρωας (πολύ καλός ο Θοδωρής Πολυζώης) βρίσκεται αντιμέτωπος με αυτήν ακριβώς τη ρωγμή. Θεωρεί πως όσα θυμάται αποτελούν πιστά αντίγραφα του παρελθόντος. Σταδιακά όμως, ανακαλύπτει ότι κάθε ανάκληση μπορεί να είναι και μια καινούργια εκδοχή της ίδιας ιστορίας. Και κάπου εκεί το ερώτημα παύει να αφορά μόνο εκείνον.
Αξιοσημείωτες οι ερμηνείες των συμπρωταγωνιστών του στους ρόλους του φίλου, της συζύγου και της κόρης , αυτών των ξυπόλυτων οικείων αερικών, που κυριολεκτικά στριφογυρίζουν στον λαβύρινθο του νου του.
Ο Αλέξανδρος Ζαφειριάδης, η Ελένη Τέτουλα κι η Ρέα Καραδέδου – Ισουά, μας ταξιδεύουν στην υπόθεση σουρεαλιστικά μεν, υπαρξιακά δε!
Ο στόχος της παράστασης είναι να γεννήσει ερωτήσεις, τις απαντήσεις των οποίων καλούνται να δώσουν οι θεατές. Πόσο καλά γνωρίζουμε τους ανθρώπους που αγαπάμε; Και πόσο καλά γνωρίζουμε τον εαυτό μας;
Οι ήρωες τοποθετούνται σε ένα περίπλοκο τοπίο, όπου η αλήθεια δεν είναι ποτέ απολύτως ασφαλής. Η οικογένεια, η φιλία, οι παλιές σχέσεις, οι κοινές αναμνήσεις, όλα όσα θεωρούμε δεδομένα, μπορούν ξαφνικά να αποκτήσουν μια δεύτερη ανάγνωση. Μια ανάγνωση που αλλάζει το παρελθόν, αλλά και το παρόν.
Και, ίσως, αυτό να είναι το διακύβευμα. Ότι πίσω από την ιστορία ενός ανθρώπου που κερδίζει ένα τεράστιο ποσό, κρύβεται μια ψυχανάλυση για την ανθρώπινη ανάγκη να επινοεί τη δική της αλήθεια.
Ο ίδιος ο Μηνάς Βιντιάδης περιγράφει τον ήρωά του, ως έναν άντρα που γίνεται έρμαιο του μυαλού του, που τον οδηγεί να πιστεύει πως οι αναμνήσεις του είναι πιστά αντίγραφα στιγμών του παρελθόντος, ενώ στην πραγματικότητα μεταμορφώνονται κάθε φορά που επιστρέφει σε αυτές.
Κι έτσι, πίσω από τα εκατομμύρια, το ψέμα και την εξαφάνιση, το κείμενο ανοίγει μια πολύ πιο προσωπική συζήτηση: τι κρατάμε από τη ζωή μας και τι ξαναγράφουμε χωρίς καν να το αντιλαμβανόμαστε;
Πιθανώς, η μνήμη να μην είναι ο μηχανισμός που διασώζει το παρελθόν, αλλά ο τρόπος με τον οποίο το παρελθόν συνεχίζει να μας διαμορφώνει.
Και μέσα σε αυτή τη συνθήκη η απόδοση στη σκηνή αφήνει χώρο και για κάτι ακόμη: το συναίσθημα. Για όσα δεν καταγράφονται εύκολα, για όσα το μυαλό παραμορφώνει ή κρύβει, αλλά επιστρέφουν από έναν διαφορετικό δρόμο.
«Το μισό του μηδέν» είναι ένα ψυχογράφημα της φύσης μας, γραμμένο με τρυφερότητα και ευαισθησία. Τα πρόσωπα του έργου καλούνται να αντιμετωπίσουν τις απρόβλεπτες εκδοχές της ζωής είτε αυτές προκύπτουν από την τύχη είτε από την ατυχία, αποκαλύπτοντας τις πολλαπλές όψεις της ανθρώπινης υπόστασης.
Ακροβατώντας ανάμεσα στο όνειρο και τον εφιάλτη, τη φαντασία και την πραγματικότητα, ο σκηνοθέτης χειρίζεται με δεξιοτεχνία τα διαφορετικά επίπεδα τόπου και χρόνου, μέσα σε ένα σκηνικό σύμπαν, όπου η φαντασία και η πραγματικότητα διαπλέκονται, όπως η περιπλάνηση μέσα σ’ έναν λαβύρινθο, όπου η έξοδος είναι το κερδισμένο στοίχημα, εφόσον υπάρξει έξοδος.
Χρησιμοποιώντας το εύρημα του αναπάντεχου γεγονότος δοκιμάζει τα όρια των ανθρώπινων σχέσεων και διερευνά την ειλικρίνεια, την αγάπη και τη σταθερότητά τους, διεισδύοντας κάτω από την επιφάνεια των κοινωνικών συμβάσεων.
Οι ερμηνείες των τεσσάρων ηθοποιών πειθαρχημένες στη σκηνοθετική γραμμή, η μουσική του Γιώργου Μάρκου και οι φωτισμοί του Γιάννη Τούμπα συνεπικουρούν στη μυστηριώδη, σουρεαλιστική ατμόσφαιρα, ενώ το λευκό των κοστουμιών και του σκηνικού θυμίζει κενά μνήμης, όμως στιγματίζεται από το μαύρο κοστούμι του κεντρικού ήρωα, σαν ένα παράθυρο στην άνοια, σαν ένα βιολογικό ρολόι που οδεύει στο μηδέν και του απέμεινε το μισό του, μπορεί και το αντίστροφο, όσον αφορά στα χρώματα.
Διάρκεια παράστασης: 75′
*Κατάλληλο για θεατές άνω των 12 ετών
Συντελεστές
Σκηνοθεσία: Γιώργος Κιουρτσίδης
Σκηνικά – Κοστούμια: Άννα-Μαρία Αγγελίδου
Οργάνωση παραγωγής: Πέτρος Κοκόζης
*Βοηθός σκηνοθέτη στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης: Μαρία ΑλεξούδΗ
Διανομή
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Πολιτισμός
«Ο Γλάρος» του Τσέχοφ ή «Η ικανότητα να αντέχεις» στο «Αριστοτέλειον» Θεσσαλονίκης
«Ο Γλάρος» του Τσέχοφ ή «Η ικανότητα να αντέχεις» στο «Αριστοτέλειον» Θεσσαλονίκης
- ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
- «Είμαι ένας γλάρος… Όχι, δεν είναι αυτό. Είμαι μια ηθοποιός. Λοιπόν, ναι! Κι εκείνος είναι εκεί… Δεν πειράζει. Ναι, δεν πίστευε στο θέατρο, γελούσε με τα όνειρά μου, κι έτσι σιγά σιγά σταμάτησα να πιστεύω κι εγώ, έχασα το κουράγιο μου… Κι ύστερα ήρθαν τα βάσανα του έρωτα, η ζήλια, ο διαρκής φόβος για το παιδί… Έγινα μικροπρεπής, ασήμαντη, έπαιζα χωρίς ψυχή. Δεν ήξερα τι να κάνω τα χέρια μου στη σκηνή, δεν ήλεγχα τη φωνή μου. Δεν μπορείς να φανταστείς πώς είναι να νιώθεις ότι παίζεις φρικτά.Είμαι ένας γλάρος… Όχι, δεν είναι αυτό. Θυμάσαι που σκότωσες έναν γλάρο; Ένας άνθρωπος περνούσε τυχαία, τον είδε και, έτσι, επειδή δεν είχε τι άλλο να κάνει, τον κατέστρεψε… Μια ιδέα για μικρό διήγημα…» ΝΙΝΑ, από τη μετάφραση του Αντώνη Γαλέου.
Πρόκειται για μια τολμηρή και παρακινδυνευμένη σύγχρονη ανάγνωση του εμβληματικού έργου του Άντον Τσέχοφ, «Ο Γλάρος», όπως γράφει ο σκηνοθέτης Γιώργος Βάλαρης, που γεφυρώνει τον κλασικό λόγο με τη σημερινή καλλιτεχνική αναζήτηση.H παράσταση φωτίζει εκ νέου τα υπαρξιακά αδιέξοδα, τις συγκρούσεις ανάμεσα στον έρωτα και τη ματαίωση, τη σύγχρονη κοινωνική αδράνεια και την αγωνία της δημιουργίας σε έναν κόσμο που φθείρει τα όνειρα. - Ένα έργο μικρών καθημερινών πόνων, ανθρώπινης περηφάνιας, ματαιοδοξίας και χαμένης αξιοπρέπειας. Τα πρόσωπα του είναι απλοί άνθρωποι του καθημερινού βίου, που ζουν μίζερα στη μουντή και μελαγχολική πραγματικότητα της ρωσικής επαρχίας στα τέλη του 19ου αιώνα και αγωνίζονται να επανακτήσουν τη χαμένη τους αξιοπρέπεια. Ο βασικός καμβάς του έργου περιγράφει τον έρωτα δύο ευαίσθητων νέων και τον τρόπο που οι συνθήκες του περιβάλλοντος συντρίβουν τα όνειρα και τις φιλοδοξίες τους.Ο Τσέχοφ εμπλουτίζει τον απλό αυτό μύθο με παράλληλες συμπεριφορές, εσωτερικές συγκρούσεις και ερωτικά τρίγωνα.
Η Αρκάντινα, διάσημη ηθοποιός, της οποίας η έντονη παρουσία κυριαρχεί τόσο στη σκηνή όσο και στις προσωπικές της σχέσεις, φτάνοντας στο εξοχικό του αδελφού της Σόριν, για το Σαββατοκύριακο, βρίσκεται μπλεγμένη σε μια καταιγίδα αντικρουόμενων επιθυμιών.Ο γιος της Κονσταντίν, αγωνίζεται να βγει από τη σκιά της, καθώς κυνηγά τις δικές του καλλιτεχνικές φιλοδοξίες.Ο εραστής της, ο διάσημος συγγραφέας Τριγκόριν, γίνεται αντικείμενο θαυμασμού και έρωτα για την επίδοξη νεαρή ηθοποιό Νίνα.Οι ζωές τους μπλέκονται σε ένα τοπίο έρωτα, φιλοδοξίας και απογοήτευσης, όπου όλοι επιθυμούν κάτι που δεν μπορούν να αποκτήσουν.
Γραμμένος το 1895 ο «Γλάρος» εγκαινίασε μια νέα θεατρική γλώσσα, όπου το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από τα γεγονότα στις συνέπειές τους.Στον κόσμο του Τσέχοφ, οι πιο κρίσιμες πράξεις συμβαίνουν εκτός σκηνής και αυτό που παρακολουθούμε είναι το αποτύπωμά τους στις ζωές των ανθρώπων.Όλοι ονειρεύονται μια ζωή διαφορετική από αυτή που ζουν. Και όλοι αποτυγχάνουν, όχι θεαματικά, αλλά υπαρξιακά. - Στην παράσταση, βλέπουμε κι ακούμε μια περίπλοκη ιστορία, όπως περίπλοκη είναι και η πορεία των ανθρώπων στη ζωή.Στη σκηνή τα πρόσωπα του έργου περνούν τον χρόνο τους λέγοντας ιστορίες και σκέψεις. Μιλούν για τις ζωές τους και τα όνειρά τους.Είναι αδύναμοι άνθρωποι που οικτίρουν τις ζωές τους και ψάχνουν από κάπου να πιαστούν. Ματαιόδοξοι άνθρωποι που επιζητούν απεγνωσμένα την αναγνώριση.Άνθρωποι που βαριούνται, άνθρωποι που εξασκούνται στην αυτολύπηση, άνθρωποι που πενθούν τη ζωή τους, άνθρωποι που πασχίζουν να ερωτευθούν, να βιώσουν την ευτυχία.
Αυτοί είναι οι ήρωες στον Γλάρο (1895), το έργο του Τσέχοφ που εγκαινίασε ένα νέο είδος δραματουργίας, όπου αντί για έναν κεντρικό ήρωα, πρωταγωνιστούν πολλοί, μια μικρή κοινωνία. - Ο Τσέχοφ χαρακτήρισε το έργο του ως «κωμωδία σε τέσσερις πράξεις». Μια κωμωδία, όπου δε συμβαίνει σχεδόν τίποτα, και όμως, οι ήρωες είναι σπουδαίοι, αν και βουλιάζουν μέσα στην ανούσια καθημερινότητά τους.
Πέρα από το θέατρο, πέρα από τη λογοτεχνία, πέρα από τον έρωτα, η παράσταση αυτή μιλάει για την κοινωνία και, ταυτόχρονα, για τη θεοδικία και για τον υπαρξισμό (από φιλοσοφική σκοπιά) ή τον μυστικισμό (από καθαρά θρησκευτική σκοπιά) : ο Θεός και η απουσία του. Η πίστη και η δοκιμασία της. Η εξέγερση και η προετοιμασία της. Η ευτυχία και η ανάμνησή της. Η ποίηση και η επιβίωσή της. - Πώς παλεύουμε με τα κύματα του ανεξάντλητου Κόσμου; Τί αφήνει πίσω του το πέρασμά μας από τη ζωή; Υπάρχει ελπίδα για τους δυστυχισμένους;
Όλοι οι ήρωες ερωτεύονται κι απογοητεύονται. Εκρήγνυνται, φωνάζουν και κλαίνε κι έπειτα χορεύουν όλοι μαζί, αγαπημένοι πάλι. Αστειεύονται με θάρρος κοιτάζοντας την καταστροφή και τον θάνατο. Αυτοί οι ήρωες δεν είναι ούτε θεοί, ούτε βασιλιάδες, ούτε πολεμιστές.Είναι όπως ένα μερμήγκι που κατεβαίνει τον τοίχο, χωρίς καμιά αλαζονεία πως τάχα επιτελούν έναν άθλο. Οι ήρωες αυτοί δημιουργήθηκαν από τον Τσέχοφ, 21 χρόνια πριν από μια μεγάλη Επανάσταση. Άραγε σήμερα, που ξαναεμφανίζονται, τί προμηνύουν; - Είτε νέοι είτε ώριμοι και έμπειροι, οι ήρωες του Γλάρου ονειρεύονται τον έρωτα: τον κυνηγούν, τον εξυμνούν, τον αποθεώνουν, ακόμα και τη ζωή τους θυσιάζουν για χάρη του. Ο Μεντβεντένκο, ο δάσκαλος, ( Πάνος Κλάδης) αγαπά τη Μάσα (Νάνσυ Μπούκλη), εκείνη όμως θέλει διακαώς τον Κονσταντίν (Δημήτρης Τσίκλης), ο οποίος λιώνει για τη Νίνα (Αναστασία Γαλερού Βλάσση) , που με τη σειρά της λαχταρά τον Τριγκόριν (Παναγιώτη Μπουγιούρη) , που είναι υποταγμένος στην Αρκάντινα (Κατερίνα Διδασκάλου), και δεν έχει τέλος αυτός ο χορός κεραυνοβολημένων εξομολογήσεων, πονεμένων αναστεναγμών και μαζοχιστικών προσκολλήσεων.
Εν μέρει, όλη αυτή η ρομαντική υπερβολή οφείλεται στην καλλιτεχνική φύση των περισσοτέρων: ο Κονσταντίν αναζητεί τη φωνή του γράφοντας θεατρικά έργα, ενώ η Νίνα - αποτολμά την πρώτη της εμφάνιση ως ηθοποιού. Στον αντίποδα, ο Τριγκόριν θεωρείται καταξιωμένος συγγραφέας και η Αρκάντινα μια διάσημη κυρία του ρωσικού θεάτρου.
Η ευερέθιστη φαντασία πολλαπλασιάζει τις ταραχές της καρδιάς. Απομονωμένοι στην εξοχή, μακριά από τους αντιπερισπασμούς της μεγαλούπολης, οι ήρωες του Γλάρου διαθέτουν αναπόφευκτα περισσότερο χρόνο για παιχνίδια, ερωτικά ή άλλα, στα οποία επιδίδονται προκειμένου να νικήσουν την πλήξη. Ελεύθεροι να αυτοσχεδιάζουν εκεί όπου τίποτα δε συμβαίνει, οι τσεχοφικοί ήρωες φιλοσοφούν, ερωτοτροπούν, με λίγα λόγια κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν με τα γυμνά χέρια και τις μελαγχολικές διαθέσεις τους, ενώ στη σκηνή βρίσκονται όλοι σε όλη της διάρκεια του έργου, έτσι όπως το εμπνεύστηκε ο σκηνοθέτης και διασκευαστής του κειμένου Γιώργος Βάλαρης.
Η σκηνή στην παράσταση είναι σχεδόν γυμνή. Ο σκηνοθέτης υπογράφει και τη σκηνογραφία που είναι ένα χαλί, ένα τραπέζι και γύρω του καρέκλες. Ο Τσέχοφ δε χρειάζεται «σαμοβάρια» και «βαριά επίπλωση» για να λάμψει, όπως φαίνεται να «φωνάζει» το σκηνικό. Τα σύγχρονα κοστούμια πάντως, τα σχεδίασε η Ιωάννα Κουρμπέλα. - Ο υπότιτλος «η ικανότητα να αντέχεις» προστέθηκε από τον Γιώργο Βάλαρη που υπογράφει διασκευή και σκηνοθεσία και ο οποίος δηλώνει: «αυτό είναι το διακύβευμα για μένα στο έργο. Ποιος αντέχει την απόρριψη; Ποιος αντέχει την επιτυχία ή την αποτυχία σε κάθε τομέα, κοινωνικό ή προσωπικό; Ποιος αντέχει να δει τον εαυτό του χωρίς αυταπάτες; “Ο γλάρος” δεν είναι μόνο μια ιστορία απελπισμένου έρωτα ή καλλιτεχνικής φιλοδοξίας. Είναι μια μελέτη προσωπικής και κοινωνικής αντοχής. Και νομίζω ότι σήμερα, σε μια εποχή διαρκούς έκθεσης, εύκολης κρίσης και διαρκώς αυξανόμενης πίεσης, η αντοχή είναι ίσως η πιο σπάνια αρετή».
- Δυστυχώς, μια παράσταση δωματίου, όπως αυτή, παρουσιάζεται στη Θεσσαλονίκη στο αχανές «Αριστοτέλειον» και απώλεσε ένα τεράστιο ποσοστό επιτυχίας της.Θα έπρεπε, κανονικά, ο θεατής να αισθάνεται ότι βρίσκεται μέσα στον ίδιο τον μηχανισμό της σκηνής, επειδή από τα πρώτα λεπτά εγκαθιδρύεται μια συνεχής κινητικότητα: οι ηθοποιοί δεν εμφανίζονται μόνο όταν έρχεται η σειρά τους να μιλήσουν, αλλά παραμένουν παρόντες, κινούνται, στέκονται, παρατηρούν, διασχίζουν τον χώρο, σαν να μην εγκαταλείπουν ποτέ τον κόσμο του έργου.
Αυτή η διαρκής παρουσία θα έπρεπε να δημιουργεί σταδιακά την αίσθηση ότι η σκηνή δεν ορίζεται αυστηρά, ότι η δράση δεν ξεκινά και δεν τελειώνει με σαφή όρια, αλλά αναπνέει συνεχώς μπροστά στα μάτια του κοινού, πράγμα που δεν συμβαίνει, λόγω της αρχιτεκτονικής κατασκευής της. Τι κρίμα! - Η χρήση της κάμερας προσπαθεί να καταργήσει την απόσταση πλατείας- παλκοσένικου, αλλά, φευ, δεν τα καταφέρνει. Λειτουργεί ως απλό τεχνικό εύρημα. Αλλά επειδή υπάρχει μια φράση στη δράση από τον Κονσταντίν: «τη ζωή δεν τη γράφεις όπως είναι ούτε όπως θα έπρεπε να είναι. Τη ζωή τη γράφεις, όπως τη φαντάζεσαι», υποθέτω ότι λειτούργησε το ένστικτο των προσεχτικών θεατών και η εσωτερική ανάγκη ταύτισης με τους ήρωες, ώστε κερδίζει το όλο εγχείρημα μία αναγνώριση, αυτή που εκδηλώνεται στο χειροκρότημα της υπόκλισης από τους πολύ καλούς ηθοποιούς με μπροστάρισα την εμβληματική Αρκάντινα της έξοχης Κατερίνας Διδασκάλου.
- Ο ανερχόμενος συγγραφέας (τον υποδύεται μ ε πειθώ ο Παναγιώτης Μπουγιούρης), η νεαρή ηθοποιός Αναστασία Γαλερού Βάσση- ως Νίνα, που ονειρεύεται καριέρα, η διάσημη μητέρα, οι υπόλοιποι άνθρωποι της καθημερινότητας, όλοι κινούνται γύρω από την ίδια βαθιά ανικανοποίητη επιθυμία: να είναι αλλιώς η ζωή τους.
- Η ευπάθεια, η ανασφάλεια, η αίσθηση ότι διαρκώς βρίσκεται απέναντι σε κάτι μεγαλύτερο από τον ίδιο – κυρίως απέναντι στη μητέρα του και στην αποδοχή της – στον έρωτα της Νίνα, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό — αποδίδονται με αμεσότητα και εσωτερική ένταση από τον έξοχο Κονσταντίν -Δημήτρη Τσίκλη.
- Η Νάνσυ Μπούκλη ως Μάσα, αποδίδει πειστικά τη μόνιμη πληγή του ανεκπλήρωτου έρωτα, μια μορφή που κουβαλά διαρκώς απογοήτευση χωρίς να την εξωτερικεύει υπερβολικά.
- Ο Τάκης Σακελλαρίου είναι ο Σόριν, ο οποίος λειτουργεί σαν ήρεμη παρουσία μέσα στην ένταση των υπολοίπων, σχεδόν σαν η φωνή μιας εμπειρίας που έχει ήδη αποστασιοποιηθεί από τα μεγάλα πάθη.
- Ο Βασίλης Αφεντούλης και ο Πάνος Κλάδης συμπληρώνουν ουσιαστικά το σύνολο, κρατώντας τις απαραίτητες ισορροπίες μέσα στον κόσμο του έργου.
- Η μουσική-ηχητική επένδυση από τον Τζεφ Βάγγερ υπογραμμίζει τον σύγχρονο χαρακτήρα της παράστασης.
- Ο σχεδιασμός φωτισμών από τους Αλέκο Αναστασίου και Χάρη Δάλλα, ατμοσφαιρικοί και δυναμικοί, δημιουργούν σκηνές εντυπωσιακής αισθητικής.
- Στην εύληπτη μετάφραση του Αντώνη Γαλέου, ο γλάρος συμβολίζει την αθωότητα, την ελευθερία, τα ανεκπλήρωτα όνειρα και την καταστροφή που επιφέρει ο ανθρώπινος εγωισμός.
- Ταυτότητα παράστασης
- Μετάφραση: Αντώνης ΓαλέοςΔραματουργική επεξεργασία-Διασκευή -σκηνοθεσία -σχεδιασμός σκηνικού: Γιώργος Βάλαρης Μουσική σύνθεση: Τζεφ ΒάγγερΚοστούμια: Ιωάννα ΚουρμπέλαΚίνηση – χορογραφία: Αλέξανδρος ΣταυρόπουλοςΣχεδιασμός φωτισμών: Αλέκος Αναστασίου – Χάρης ΔάλλαςΒοηθός σκηνοθέτη: Κωνσταντίνος Φρίγγας Φωτογραφίες: Διόνυσος ΣούληςPromo artwork video: Φαίη ΣούκουSocial media-Διαφήμιση: Βασίλης ΛιάκοςΟργάνωση παραγωγής: Χρυσαντίνα Κούλουμπου
- Εκτέλεση παραγωγής: Ιουλιέτα ΚαραχάλιουΟργάνωση γραφείου Παραγωγής: Βικτώρια Λώλη, Χαρούλα ΛώληΓραφιστική επιμέλεια: Αργυρώ ΤσοτσώνηΠαραγωγή: Αrtinfo + Αττικές παραγωγές (Γιώργος Βάλαρης)
- Διανομή Αρκάντινα: Κατερίνα Διδασκάλου Τριγκόριν: Παναγιώτης Μπουγιούρης Σόριν: Τάκης Σακελλαρίου Κονσταντίν: Δημήτρης Τσίκλης Μάσα: Νάνσυ Μπούκλη Νίνα: Αναστασία Γαλερού Βλάσση Γιατρός: Βασίλης Αφεντούλης Δάσκαλος: Πάνος
- Διάρκεια: 90 λεπτά
- ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Πολιτισμός
CO-HOUSING του Παύλου Τσακαλίδη: Μια διαγενεακή θεατρική σύμπραξη
Μια ξεχωριστή θεατρική παράσταση, καρπός της συνεργασίας ανθρώπων διαφορετικών γενεών, παρουσιάζεται στο Αμφιθέατρο «Φρίξος Παπαχρηστίδης» στην Ελευθερούπολη από μια διαγενεακή ομάδα της περιοχής, με μέλη του ΚΑΠΗ Ελευθερούπολης επί σκηνής και εφήβους δημιουργούς στα παρασκήνια.
Τέσσερις ηλικιωμένες που μοιράζονται την καθημερινότητά τους σε έναν εναλλακτικό και σύγχρονο χώρο συγκατοίκησης (co-housing), αποφασίζουν να διεκδικήσουν ξανά μια θέση στο προσκήνιο της ζωής που αξίζει σε όλους μέσα από έναν θεατρικό διαγωνισμό του Δήμου τους. Ενώ αναζητούν το πέμπτο άτομο που θα συμπληρώσει την ομάδα τους, στην προσπάθειά τους να δημιουργήσουν τη δική τους παράσταση, ανακαλούν στιγμές από το παρελθόν τους και έρχονται αντιμέτωπες με τη μοναξιά, τον αποκλεισμό και τον ηλικιακό ρατσισμό. Θα καταφέρουν τελικά να ανέβουν στη σκηνή χωρίς να έρθουν αντιμέτωπες με όσα κουβαλούν;
Μια παράσταση που με όχημα το χιούμορ και την τρυφερότητα, και αξιοποιώντας παράλληλα τεχνικές του θεάτρου-ντοκουμέντου, αγγίζει ζητήματα όπως η μοναξιά, η μνήμη, η κοινωνική αορατότητα της τρίτης ηλικίας, αλλά και η ανάγκη όλων – ανεξαρτήτως ηλικίας – να ανήκουν κάπου και να ακούγονται.
ΣΚΗΝΟΘΕΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Τι συμβαίνει όταν η εμπειρία μιας ολόκληρης ζωής συναντά τη νεανική ορμή για δημιουργία; Ως έφηβος δημιουργός, η ιδέα της συνύπαρξης ηλικιωμένων performers στο προσκήνιο με έναν κήπο εφήβων δημιουργών της περιοχής στα παρασκήνια με γοήτευσε από την πρώτη στιγμή. Δύο κόσμοι, φαινομενικά τελείως διαφορετικοί, συναντηθήκαμε στον ίδιο χώρο για να μοιραστούμε συναισθήματα, σκέψεις και ιστορίες με την ελπίδα ότι θα μετατοπίσουν την οπτική μας. Παράλληλα, αξιοποιώντας εργαλεία του θεάτρου-ντοκουμέντου, επιδιώξαμε να αγγίξουμε καθολικά τη διαδρομή μιας ολόκληρης γενιάς και να ανασύρουμε τις αναμνήσεις, τις φοβίες της, το χιούμορ και τα όνειρα που η ζωή ή η κοινωνία επέλεξε να κρατήσει για καιρό στην άκρη. Και τελικά, αυτή η συνάντηση συνέβη. Συμβαίνει. Και έχει ως στόχο να αποδείξει πως η ανάγκη μας να ακουστούμε, να νοιαστούμε και να ανήκουμε κάπου δε γνωρίζει ηλικιακά σύνορα.
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Κείμενο & Σκηνοθεσία: Παύλος Τσακαλίδης
Βοηθός Σκηνοθέτη & Κινησιολογία: Βενετία Χαλοφτίδου
Σκηνογραφία & Συνδιαμόρφωση φωτισμών: Δημήτρης Κεστρίτσαλης
Μουσική: Magnus Moone
Συνεργασία στον ηχητικό σχεδιασμό: Φρατζέσκο Λούβαρης, Κώστας Ρέμπας
Έρευνα/ Συλλογή υλικού: Φώτης Τεκτονίδης, με τη συνεισφορά της ομάδας
Graffiti art/ Εικαστική παρέμβαση: Μαρίνα Β. Κιλινκαρίδου, Μαρίνα Π. Κιλινκαρίδου
Κατασκευή Σκηνικού: Λάζαρος Κυριακίδης, Βασίλης Παπαευαγγέλου
Τεχνικός Φωτισμών: Σαράντης Μιντζιρίκης
Τεχνικός Ήχου: Βασίλης Μπάμπας
Οργάνωση Παραγωγής: Κατερίνα Φιλιππίδου (κοινωνική λειτουργός του «Βοήθεια στο Σπίτι»
Ελευθερούπολης)
Παίζουν: Ελισάβετ Ακριβού, Βίκυ Καζόλη, Δήμητρα Ρουσοπούλου, Πετρινή Σουπιάδου
Συμμετέχουν: Μαρία Δεληκωνσταντίνου, Κωνσταντίνος Μενεξές, Βενετία Χαλοφτίδου
*ευχαριστούμε θερμά τον Δήμο Παγγαίου και ιδιαίτερα τον Δήμαρχο Φίλιππο Αναστασιάδη για την παραχώρηση του αμφιθεάτρου, την αντιδήμαρχο Ζωή Απαζίδου, καθώς και τους Ανδρέα Καλλινικίδη και Γιώργο Καλλινικίδη για την πολύτιμη βοήθειά τους
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ & ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ
Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026 στις 20:00
Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026 στις 20:00
Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026 στις 11:15 (μαθητική παράσταση)
Αμφιθέατρο «Φρίξος Παπαχρηστίδης», Ελευθερούπολη
Διάρκεια: 60 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)
Γενική είσοδος 5€
Μειωμένο (ΑμεΑ, μαθητικές παραστάσεις, μέλη ΚΑΠΗ, οργανωμένες ομάδες) 3€
**μέρος των εσόδων θα διατεθεί για φιλανθρωπικό σκοπό
Προπώληση φυσικών εισιτηρίων από 28/9 και καθημερινά στο ΚΑΠΗ Ελευθερούπολης τηλ. 2592023315 (10:00-13:00) και στο ζαχαροπλαστείο Ntinos Patisserie στην Καβάλα από 3-6/10 (18:00-20:00).
***η πρωινή παράσταση (Δευτέρα 12/10) είναι μαθητική και αφορά αποκλειστικά σχολεία που έχουν πραγματοποιήσει ομαδικές κρατήσεις
****η παρούσα παράσταση δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα της σύμπραξης μελών του ΚΑΠΗ Ελευθερούπολης και εφήβων της πόλης σε ένα πρωτότυπο διαγενεακό θεατρικό εργαστήρι με εμψυχώτρια τη Βενετία Χαλοφτίδου και εμψυχωτές τον Δημήτρη Κεστρίτσαλη και τον Παύλο Τσακαλίδη
Προτεινόμενα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΠροκήρυξη Διεθνούς Διαγωνισμού Ποίησης εις Μνήμη του Πρωτοπρεσβύτερου Ποιητή Γεωργίου Ι. Διαμαντόπουλου. Με θέμα ꓽ «Υπάρχουν Άνθρωποι»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΘάσος: Αναστέλλεται η λειτουργία σχολικών τμημάτων και του «Θεαγένη»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμαρχος Θάσου για το πρόγραμμα ενίσχυσης επιχειρήσεων της ΑΜΘ με την διαδικασία της μη επιστρεπτέας προκαταβολής
-
ΚαβάλαΠριν 6 έτηΚαμπανάκι για την μείωση των δρομολογίων στη γραμμή Πρίνος-Καβάλα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΧορωδίες δήμου θάσου 2020
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμος Θάσου κοντά στον πολίτη, δίνει χρήσιμες συμβουλές για την εξοικονόμηση ενέργειας
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΞεκινούν οι εγγραφές στην Παιδική Θεατρική Σκηνή του Δήμου Θάσου
-
ΕλλάδαΠριν 6 έτηΣε κακούργημα μετατρέπεται το αδίκημα βασανισμού των ζώων

You must be logged in to post a comment Login