H αφάνταστη δυσκολία του να μιλήσει κανείς για τον ‘Άμλετ ή, µάλλον, η αμηχανία που γεννά ένα τέτοιο εγχείρημα, έχει σχέση µε την κοινότοπη διαπίστωση ότι για το έργο του Σαίξπηρ και, μάλιστα, για τη συγκεκριμένη τραγωδία, έχουν γραφεί τόσα πολλά.
Παρόλα αυτά, υπάρχει πάντα ένα προκλητικό πλεόνασμα, όπου ο Σαίξπηρ συνεχώς παράγει εξαιτίας της πολυσημίας και πληθώρας ερμηνειών που έχουν τελικά συμπιέσει και έχουν, σχεδόν, εξαφανίσει την ιστορική σηµασιοδότηση του έργου του, δηλαδή την συνάρτησή του µε τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες της εποχής, τον ρόλο του θεάτρου και την έννοια της αισθητικής απόλαυσης.
Ειδικότερα ο ‘Άμλετ έχει αποτελέσει τον προνομιακό χώρο κατασκευής της φιλελεύθερης αστικής εκδοχής της τέχνης, ως αποτύπωσης μιας πανανθρώπινης και δια-ιστορικής ουσίας, ανεπηρέαστης από πολλαπλές κοινωνικές, πολιτισμικές, φυλετικές και, κυρίως, ιστορικές διαφορές. Αυτές οι τελευταίες, συνήθως, εμφανίζονται ως «ιστορικό πλαίσιο», το οποίο, όμως, δε συγκροτεί συγχρονική ανάγνωση, διότι η απομόνωση του κειμένου από τις συνθήκες παραγωγής του θέτει τον χρόνο εκτός ιστορίας, εξού και τα περί τέχνης, ως υπέρβαση.
Ο ‘Άμλετ, όπως και ο Οιδίπους, είναι ο κατεξοχήν τραγικός ήρωας δια του οποίου η αστική κοινωνία για αιώνες είχε φαντασιωθεί τον εαυτό της σε υπαρξιακό, ψυχολογικό, αισθητικό, σεξουαλικό και πολιτικό επίπεδο. Συνήθως, ο ΄Άμλετ αποδοµείται από τη σύγχρονη διασκευή, η οποία αποκαλύπτει τον βαθύτατα πολιτικό χαρακτήρα της ηγεμονικής αναγωγής του Σαίξπηρ σε ιερή αυθεντία και αναγάγει το έργο σε αδιαμφισβήτητη απόδειξη ενός πανανθρώπινου αισθητικού και υπαρξιακού προτύπου.
Ο « Άμλετ» επιστρέφει εννέα χρόνια μετά το τελευταίο του ανέβασμα σε μια συμβατική παράσταση από το «Θέατρο Πορεία», με μια καινοτόμο διασκευή για έναν ηθοποιό.
Ο σπουδαίος Αιμίλιος Χειλάκης μετατρέπει εδώ το πολυπρόσωπο έργο σε μια ατομική πρόκληση και μαρτυρία, υποδυόμενος όλους τους ήρωές του, με πυξίδα τη διαχρονική μετάφρασή του από τον Γιώργο Χειμωνά, ενώ συνομιλεί με τον ηχητικό κόσμο που δημιουργεί ζωντανά επί σκηνής ο σημαντικός συνθέτης και δραματουργός Δημήτρης Καμαρωτός, ο οποίος πλάθει έναν ηχητικό κόσμο που λειτουργεί σαν αντίλαλος της συνείδησης, σαν εσωτερική φωνή του Άμλετ.
Εκστασιασμένοι παρακολουθούμε μια επικίνδυνη ακροβασία ενός αεικίνητου, πολυσχιδούς καλλιτέχνη, ο οποίος φέρνει σε θριαμβευτικό πέρας την ανάγνωση του ιδίου και του Μανώλη Δούνια στο εμβληματικό έργο του Σαίξπηρ.
Ο δεινός υποκριτής Αιμίλιος Χειλάκης είναι ο σκληροτράχηλος Άμλετ, είναι η εύθραυστη Οφηλία, η αδύναμη Γερτρούδη, ο αδίστακτος Κλαύδιος, ο εκδικητικός Λαέρτης, ο γελωτοποιός Πολώνιος, ο παρατηρητής Οράτιος, το φάντασμα του νεκρού πατέρα του, είναι η φωνή και το σώμα τους. Έχοντας τοποθετήσει τους ήρωες στον κοινό άξονα της μοναξιάς και της απελπισίας, μεταπηδά με επιδεξιότητα από τον ένα ρόλο στον άλλο, αναγνωρίζοντας κάθε φορά τη γεωμετρία του και αποφεύγοντας τεχνηέντως τον κίνδυνο της γραφικής απεικόνισης ενός γυναικείου ρόλου από έναν άνδρα.
Με ελάχιστα εργαλεία και σ ΄ένα λιτό αλλά εύγλωττο σκηνικό της Αλεξίας Θεοδωράκη, οδηγείται σε μια θαυμαστή μετάβαση στη βασική θεατρική λειτουργία, όπου ο σημαντικός ηθοποιός αναμετράται μόνος με το κείμενο, χωρίς να του στερήσει τους ποιητικούς χυμούς του, παρά την αντισυμβατική απόδοση.
Η ιστορία: Όταν ο βασιλιάς της Δανίας πεθαίνει, τον διαδέχεται ο αδερφός του Κλαύδιος, ο οποίος παντρεύεται τη χήρα του νεκρού βασιλιά, Γερτρούδη. Ο γιος της, πρίγκιπας Άμλετ, βασανίζεται από το χαμό του πατέρα του και την απόφαση της μητέρας του να ξαναπαντρευτεί τόσο σύντομα. Το φάντασμα του νεκρού Βασιλιά αποκαλύπτει στον Άμλετ ότι ο Κλαύδιος τον δολοφόνησε. Ο Άμλετ ορκίζεται να πάρει εκδίκηση χωρίς να αφήσει τίποτα να σταθεί εμπόδιο στο διάβα του, ούτε καν ο έρωτάς του για την τρυφερή Οφηλία.
Ο ίδιος, βάζει ένα θίασο περιπλανώμενων θεατρίνων να αναπαραστήσουν τη δολοφονία του πατέρα του μπροστά στον Κλαύδιο, για να τον αναγκάσει να ομολογήσει το έγκλημά του.
Η παράσταση παρακολουθεί την προσπάθεια του νεαρού πρίγκιπα να διανύσει την απόσταση από τη Σκέψη στην Πράξη. Συνειδητοποιώντας πως το σύστημα αξιών, στο οποίο πίστευε, και η επίπλαστη ευδαιμονία που απολάμβανε έχουν πεθάνει, ο Άμλετ πασχίζει να διατηρήσει την αξιοπρέπεια και τα ιδανικά του μέσα σε μια κοινωνία που ιδεολογικά καταρρέει.
Παράδοξο – ή και προφητικό – το πόσο αυτή η κοινωνία μοιάζει με τη δική μας, τέσσερις αιώνες μετά. Το ερώτημα δεν είναι πια «να ζει κανείς ή να μη ζει», αλλά «πώς να ζει»: Είναι προτιμότερο να ζει άπραγος ή να πεθαίνει πράττοντας; Αυτό το ερώτημα διατρέχει την παράσταση και γίνεται η ραχοκοκαλιά της.
Η θεατρική πράξη φανερά είναι μονόλογος, αλλά επί της ουσίας είναι διάλογος με το κοινό, επειδή ένα κομμάτι του κάθεται ακριβώς μπροστά του και τον ακούει και τον βλέπει ερευνητικά και αντιδρά σχεδόν διαδραστικά, αλλά σιωπηρά, εσωτερικά κι αυτό είναι άλλη μια καινοτομία της σκηνοθεσίας.
Οι τυχεροί θεατές που πρόλαβαν και κατέλαβαν τις καρέκλες που η παραγωγή τοποθέτησε στην ορχήστρα του αρχαίου θέατρου και γύρω από το σκηνικό, αλλά και το κοίλο, προσηλώνονται στον ηθοποιό που ερμηνεύει όλους τους ρόλους του έργου απευθείας στον «καθρέφτη» του κι εκείνος τού επιστρέφει αυτό που εισπράττει, σε μια πολύ ιδιαίτερη επικοινωνία.
Η σκηνοθεσία, μελετά τον Χειμωνά ως αναγνώστη, ερμηνευτή και μεταφραστή του σαιξπηρικού έργου, τον «βλέπει» να μετρά τη δραματική δύναμη και το κύρος που ασκούν οι χαρακτήρες του στην εποχή μας, να εξετάζει δηλαδή την αντίδραση των σύγχρονων ανθρώπων σε ακραίες καταστάσεις και να ανακαλύπτει ότι εξακολουθούν να μας αφορούν, ανα-βιώνοντας τη «δύσθυμη αναγέννηση», αυτή που αναζητά μια νέα γλώσσα για να αποτυπώσει με το δικό της τρόπο τη μεγάλη αφήγηση.
Πρόκειται για μια παράσταση – διεισδυτική μελέτη του σαιξπηρικού έργου, για ένα συναρπαστικό ταξίδι στον Άμλετ του Γιώργου Χειμωνά, μέσα από την υποκριτική δεινότητα του χαρισματικού Αιμίλιου Χειλάκη.
Μαζί του στη σκηνή ο μουσικός Δημήτρης Καμαρωτός, που με τη πρωτότυπη μουσική του δίνει την υφολογία της παράστασης. Η Αλεξία Θεοδωράκη σχεδίασε τα σκηνικά και τα κοστούμια και η Φαίδρα Νταϊόγλου επιμελήθηκε την κίνηση, ενώ οι φωτισμοί είναι του Νίκου Βλάσόπουλου.
«Κάνω το απόλυτο σκηνικό παιχνίδι», δηλώνει ο πολυσχιδής καλλιτέχνης, «με φοβερό κανόνα και από κάτω βγαίνει η ιστορία.
Τι πιο ωραίο! Προσπαθώ κάθε μέρα να μη χάσω τον στόχο, να κάνω τη σωστή κίνηση, να διατηρήσω τις στίξεις που έχω φτιάξει. Τα ερωτηματικά για τον Άμλετ, τις άνω τελείες για τη Γερτρούδη, τις τελείες για τον Κλαύδιο, τα θαυμαστικά για τον Πολώνιο. Χαίρομαι γιατί όλοι βλέπουν την ιστορία σ’ αυτή τη παράσταση».
Ίσως, ένα μεγάλο δράμα της τραγωδίας του Άμλετ είναι το ότι δεν μπορούσε να είναι ηθοποιός ή σκηνοθέτης ή και τα δύο, καθότι η σκηνοθεσία ξεκίνησε από ηθοποιούς ως οργανική ανάγκη στο σώμα της θεατρικής πράξης.
Εάν λοιπόν ο σαιξπηρικός Άμλετ ήταν ηθοποιός, ενδεχομένως να διοχέτευε διαφορετικά το δυναμικό του και η ευαισθησία (ευ + αίσθηση) της ιδιοφυΐας του να έβρισκε άλλη έκφραση, άρα και ζωή.
Η μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά, νεότερη αυτής του Ρώτα, σαφώς έχει ποιητική διάσταση, θα έλεγα όμως, ότι η σκηνοθετική άποψη υπερκαλύπτει το βάρος του κειμένου, επικεντρώνεται σε μια πολιτικά ορθή παραστασιολογία του πρωτοτύπου, που είναι η οπτικοποίηση της θεωρητικής προσέγγισής του.
Πράγματι, οι σκηνοθέτες Χειλάκης- Δούνιας, με όχημα αυτή τη μετάφραση, χτίζουν μια μοντέρνα παράσταση,μια εύστροφη σύνθεση, όπου αναδεικνύονται ανθρώπινοι χαρακτήρες από έναν βιρτουόζο ηθοποιό, μέσα από μια αλληγορική υπόθεση γεμάτη μεταφορές και βαθύτατα παλίμψηστα, ώστε ο διαβασμένος θεατής να ταξιδεύει και πίσω από την εικόνα, με σκοπό να επιπλεύσει ο νους του στις ανηφορικές ελεγείες ενός εξέχοντος ποιητή, μιας λυρικής φωνής που ακούγεται όχι μόνο με τον πεζό λόγο, όπως φέρεται να εκφράζεται, αλλά και μέσα από υποδόριους λατρευτικούς στίχους, υμνητικούς του δράματος της ανθρώπινης ύπαρξης.
Σχεδόν τετρακόσια χρόνια μετά την πρώτη παρουσίαση του έργου, ο Άμλετ παραμένει μια από τις πιο εμβληματικές φιγούρες του παγκόσμιου θεάτρου. Ο ήρωας αυτής της δημοφιλούς υπαρξιακής τραγωδίας έχει κατά καιρούς γίνει σύμβολο της υψηλής πνευματικότητας, της προσωπικής απόγνωσης, του αδιάκοπου αγώνα για αυτογνωσία, της κριτικής κατά του εθνικισμού αλλά και σύμβολο του πολιτικού ακτιβισμού.
Έχει γνωρίσει πλήθος διασκευές από σημαντικούς θεατρανθρώπους όπως ο Peter Brook, ο Robert Wilson, ο Robert Lepage κ.α. αλλά και δεκάδες κινηματογραφικές μεταφορές, ενώ αποτέλεσε εφαλτήριο για παρωδίες, νουβέλες, μελέτες, όπερες και πρωτότυπα θεατρικά έργα βασισμένα στον μύθο του Σαίξπηρ.
Το 2011, σε σκηνοθεσία Θέμη Μουμουλίδη, ο Αιμίλιος Χειλάκης υπήρξε ο καλύτερος Άμλετ (τουλάχιστον των τελευταίων είκοσι χρόνων) του ελληνικού θεάτρου σε μία εν γένει σπουδαία ερμηνεία του ρόλου. Τώρα, όντας ένας μεγάλος ηθοποιός, κοιτάζε(τα)ι (με) τον Άμλετ σε ό,τι βλέπει ο θεατρίνος. Όπως τον βλέπουν στο κάδρο που στήνει η φύση, απέναντι στην ανθρώπινη φύση.
Μπαίνοντας οι θεατές στο θέατρο είναι αναμμένα τα φώτα. Ο Δημήτρης Καμαρωτός στέλνει σύγχρονα μουσικά μηνύματα στο κοινό με την ηλεκτρονική του μουσική. Τα μέσα στη σκηνή, λιτά, όσα χρειάζονται. Δεν έχει την ανάγκη της μεταμφίεσης. Η μάσκα του προσώπου παίρνει την παλέτα των ρόλων από την έκθεση των αποχρώσεών τους.
Ο ηθοποιός είναι μόνος με τον Άμλετ. Αυτός και η τέχνη του. Στον κόσμο, που είναι όλος μια σκηνή, αυτός ζει όπως μπορεί για να προσφέρει με το μερίδιό του. Στον κάματο και στον μόχθο από το μετερίζι του τεχνίτη, που δίνει σπλάχνα και μηρούς για να (δια)περάσει το πέρα από αυτόν που τον καθορίζει, στην αέναη διαδρομή από υποφύσεις, φλέβες και νευρικές απολήξεις, μέχρι οστά, δέρμα και κνήμες.
Στη μέθεξη του καλλιτέχνη, που βαδίζει «γυμνός» στον πάγο της πυρωμένης αρένας, μιλώντας, χορεύοντας και τραγουδώντας. Με τον τρόπο που (παί)ζει. Σε μια ατελείωτη (ανα/επι)θεώρηση. Στο σκηνικό των αντανακλάσεων του προσώπ(ει)ου. Ο Αιμίλιος Χειλάκης είναι συνταρακτικά παλλόμενος, συναρπαστικά συγκινητικός και απολαυστικά πολυπρόσωπος.
Μοναδικά πιστός στις διαδρομές των (συν)αισθήσεων. Μαγικός. Οι διακυμάνσεις της σπονδυλικής στήλης ηλεκτρίζουν το κορμί του θεάτρου.
Ο Μανώλης Δούνιας και ο Αιμίλιος Χειλάκης, αφήνοντας πίσω τους την συμβατική ερμηνεία των γεγονότων, καταθέτουν ένα σύνολο από πολύ ενδιαφέρουσες προτάσεις, με αποκορύφωμα της εμφάνιση του πνεύματος του βασιλιά και την αυτοκτονία της Οφηλίας.
Όταν ανάβουν ξανά τα φώτα της πλατείας, απλώς, συνεχίζουν να φωτίζουν ετούτο το πολύτιμο επίτευγμα του Αιμίλιου Χειλάκη, στεφανωμένο από τις επευφημίες των θεατών, που δεν πρέπει να χάσει όποιος αγαπά τον Άμλετ. Δηλαδή, όποιος αγαπά το θέατρο.
Η διασκευή των σκηνοθετών συμπυκνώνει την πλοκή σε 75 λεπτά, χρόνος που κυλά με απόλυτη ικανοποίηση από το πολυπληθές κοινό.
Όπου συναντήσετε την παράσταση, σπεύστε να την απολαύσετε. Είναι μοναδική εμπειρία.
«Πιτσιμπούργκο» της Σώτης Τριανταφύλλου στο «Αντιγόνη Βαλάκου»
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
Ποιος θεωρείται μετανάστης; Έχει ο μετανάστης χρώμα; Έχει ταυτότητα; Πρώτα γίνεσαι φτωχός και μετά μετανάστης.
Η παλιά πληγή της μετανάστευσης σε μικρογραφία είναι το θέμα της ιστορίας της Σώτης Τριανταφύλλου με τον τίτλο Πιτσιμπούργκο. Πρόκειται για την αφαίμαξη από το πιο σημαντικό και ακμαίο δυναμικό του πληθυσμού της Ελλάδας, τους νέους της που έφευγαν για να βρουν μια καλύτερη τύχη σε όποια χώρα της πλατιάς ξενιτιάς, όπου έβρισκαν τόπο να δουλέψουν, να εξοντωθούν, να πεθάνουν και χάθηκαν απ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς να μάθει τίποτα κανείς γι’ αυτούς, ενώ άλλοι κατάφεραν να επιβιώσουν και να ζήσουν εκεί κι άλλοι να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και να συνεχίσουν με κάποια άνεση τη ζωή τους.
Το Πιτσιμπούργκο είναι ένα αφήγημα που περιλαμβάνει την αλληλογραφία ενός τέτοιου δυστυχισμένου νέου, νιόπαντρου, του Δημοσθένη, με τη γυναίκα το την Ελέγκω.
Ο Δημοσθένης από τη Χίο μεταναστεύει στο Πίτσμπουργκ, τη μεγαλύτερη πόλη στην αμερικανική Πενσυλβανία, η οποία θεωρείται η «Πόλη του Χάλυβα» για τις πάνω από 300 επιχειρήσεις της και «Πόλη των Γεφυρών» για τις 446 γέφυρές της, αφού είναι χτισμένη στη συμβολή τριών μεγάλων ποταμών. Στη Χίο δεν υπάρχει «μέλλο», όπως λέει ο Δημοσθένης, σεισμοί, ναυάγια, πειρατές και το χώμα «που ’ναι στέρφο».
Το αφήγημα, λόγω των ημερολογιακών καταγραφών του ζεύγους, μοιάζει και με ημερολόγιο, από το οποίο πληροφορούμαστε τις ένθεν και εκείθεν του μεσολαβούντος ωκεανού, δυστυχίες. Της πόλης που θα δώσει στον Δημοσθένη και στους άλλους εργάτες της βιομηχανίας τα μέσα για να ζήσουν και της γενέθλιας γης της Χίου, που δεν μπορεί να τους τα εξασφαλίσει. Το μεροκάματο του τρόμου καταλήγει στο ημερολόγιο της δυστυχίας, αλλά και της ιστορικής ενημέρωσης, αφού ο καθένας από την πλευρά του περιγράφει την κακή του μοίρα και οραματίζεται την ελπίδα που αργεί πολύ, μέσα σε μια κοινωνία που διαρκώς πάσχει από πόλεμο, φτώχεια, βία και δυστυχία.
Χίος 28 Μάρτη 1913. Η Ελέγκω παίρνει στα χέρια της το πρώτο γράμμα, έπειτα από οκτώμισι μήνες, από τον ξενιτεμένο στο Πίτσμπουργκ της Αμερικής άντρα της Δημοσθένη.
«Τίλως είσαι, Ελέγκω μου; Τρως; Κοιμάσαι; Αχ, να ’μουνα κει πέρα την Πρωτοχρονιά, να πηαίναμε στον Βροντάδο να τρώγαμε τα μαμούλια της Μαριόγκας!»
Μέσα από την αλληλογραφία τους ξεδιπλώνεται η ζωή στο νησί, αμέσως μετά την απελευθέρωσή του από τους Τούρκους.
Φτώχεια, πείνα, μπάρκα, προσφυγιά, αρρώστιες, μα και τηλέφωνα και κινηματόγραφος. Ένα νησί πληγωμένο και σαστισμένο.
«ΥΓ. Τώρα θυμήθηκα πως αυτοκίνητα έχομε κι εδώ, πάνε κι έρχονται σαν δαίμονες. Εγώ εν τα δα, μου το ’πε η Ειρήνη».
Από την άλλη, η βιομηχανική πόλη του Πίτσμπουργκ.
«Βρέχει νερό μαύρο, Ελέγκω μου, αφ’ τα εργοστάσια, καταλαβαίνεις».
«Αγαπημένη μου Ελέγκω, άργησα να σου γράψω γιατί εν ήβρισκα γραμματικό».
«Δημοστένη μου, μόλις έλαβα το γράμμα σου μου ’ρθε λιγοθυμιά».
Τα γράμματα πηγαινοέρχονται, ο Δημοσθένης γράφει τα προβλήματα της ζωής στο Πιτσιμπούργκο και η Ελέγκω παραπονιέται πως δεν της γράφει συχνά και ανησυχεί. Εκείνος την καθησυχάζει – είναι και τα γραμματόσημα ακριβά και κάνει οικονομίες, παράλληλα της δίνει συμβουλές τι να κάνει, τι να προσέχει, ποιον να αποφεύγει, για να μην της βγει κακό όνομα, κι εκείνη του γράφει να προσέχει γιατί φοβάται…
Εν πάση περιπτώσει, αυτή η αλληλογραφία φέρνει στην επιφάνεια το τι τράβηξε αυτός ο καημένος άνθρωπος και τι η οικογένειά του πίσω στο χωριό, στη Χίο, όπου ο αέρας μοσκοβολάει μαστίχα, ενώ στο Πιτσιμπούργκο μυρίζει χάλυβα.
Η συγγραφέας με τον τρόπο της θίγει το πολύ σοβαρό θέμα του μετανάστη, του φτωχού, του μόνου κι έρημου ανθρώπου, που αγωνιά γι’ αυτούς που άφησε πίσω του, ενώ εκείνος ξένος ανάμεσα σε ξένους και κάποιους Έλληνες –«Σλάβοι, Αράπηδες, Έλληνες, ένα και το αυτό»– αγωνιά να επιβιώσει στην άγνωστη, άγρια και αφιλόξενη γη.
Παράλληλα, αναφέρονται ήθη, έθιμα, απλά καθημερινά κουτσομπολιά, ευρύτερα πολιτικά, ο καιρός ή η δολοφονία τού βασιλιά και η θέση της γυναίκας:
«Δημοσθένη, Λες πως στο Πιτσιμπούργκο χιονίζει, αμ εδώ ήντα κάμνει; […] Σκοτώσανε και τον βασιλιά, λένε, το ’μαθες, Δημοσθένη μου; Εγώ τον βασιλιά εν τον ήξερα, αλλά για να τον σκοτώσουνε κάτι θα ’κανε… Εσύ Δημοσθένη μου, ήντα λες; Οι γυναίκες εν πρέπει να ’χουνε εμυαλό για τέτοια πράματα, βασιλιάδες, πολέμοι, αλλά, μες στη μοναξιά που με δέρνει και τον καμό, φοβούμαι ήμπα στο νησί έχουν έρθει οι βουρβούλακες κι έχει πέσει κατσικοποδιά […] έγινε κι άλλος σεισμός […] μια γίδα γέννησε τέρας δίχως μάτια…». Μέχρι και παράπονα του γράφει, γιατί ο Δημοσθένης είπε πως η Μαριόγκα κάνει τα «μαμούλια» καλύτερα από εκείνην. Με την ευκαιρία η Ελέγκω μάς δίνει τις λεπτομέρειες: ψιλοκόβει το αμύγδαλο, προσθέτει καρύδι, βάζει και μοσκοκάρφι: «Τίλως μπορείς να λες πως τα μαμούλια της Μαριόγκας είναι πεντανόστιμα;». Παράλληλα, λέει πως ο θείος θα την πάρει μαζί με τη Μαριόγκα να δούνε την Εσμέ την Τουρκοπούλα. «Αχ Δημοσθένη, να με πήαινες εσύ!». Αλλά σαν την Ελέγκω είναι κι άλλες πολλές που οι άντρες τους ταξιδεύουν με τα «παπόρια». «Ήντα παπόρια ήντα Πιτσιμπούργκο, καλύτερα το Πιτσιμπούργκο, που δεν θα ρουφήξει ποτές η θάλασσα».
Έτσι, εκκινώντας από το προσωπικό, στη δραματοποιημένη λογοτεχνία, η σκηνοθέτρια Αρκαδία Ψάλτη, σταδιακά απλώνει την αφήγηση στο γενικό κακό, εκείνο από το οποίο υποφέρει η ελληνική οικογένεια, η φτωχή επαρχία, η Ευρώπη που ετοιμάζεται για πόλεμο, αλλά και στην Πενσυλβανία, όπου η ζωή είναι τρόμος, σκληρή δουλειά, αμφίβολη βελτίωση, υπόκοσμος και ύποπτος πλουτισμός.
Όπως βλέπουμε από τον διάλογο, η εξομολόγηση, το παράπονο, η περιγραφή, η εξήγηση, η ερμηνεία, η κοινωνική παρατήρηση, ό,τι κι αν δείχνει αυτή η αλληλογραφία, είναι μια καταγραφή των προβλημάτων που αρχίζει με εστίαση πάνω σε ένα οικογενειακό θέμα, για να ανοίξει σε έναν ευρύτερο κοινωνικό κύκλο, στη Χίο ή στο Πίτσμπουργκ, και στη συνέχεια στον κόσμο όλο, με τον πόλεμο ενόψει.
Το γλωσσικό ιδίωμα, η ντοπιολαλιά της Χίου, προσδίδει αληθοφάνεια στον ιδιαίτερο, μεταποιημένο λόγο των αλληλογράφων, οι οποίοι πέρα από την ιδιάζουσα λέξη αποδεικνύονται άριστοι στη σύνταξη. Αυτό, βέβαια, οφείλεται στην ικανότητα της συγγραφέως, η οποία έχει συγγράψει πάνω από σαράντα βιβλία και ξέρει πολύ καλά πώς να μεταβάλει τον διάλογο δύο επαρχιωτών σε απλό, κατανοητό, γοητευτικό και συγκινητικό λογοτεχνικό λόγο.
Η συγκεκριμένη θέση του Δημοσθένη και της Ελέγκως είναι θέμα που δεν αφορά μόνο τη Χίο, αλλά όλη την Ελλάδα, όλον τον κόσμο, που μεταναστεύει στην υπερατλαντική χώρα της ευκαιρίας.
Η Αρκαδία Ψάλτη σκηνοθετεί με τρυφερότητα το κείμενο της Σώτης Τριανταφύλλου Πιτσιμπούργκο, και οι δύο νέοι και καλοί ηθοποιοί Τζωρτζίνα Λιώση και Σταμάτης Μπάκνης, ζωντανεύουν στη σκηνή μοναδικά μια ιστορία αγάπης στη διάρκεια του πρώτου μεγάλου μεταναστευτικού κύματος από την Ελλάδα προς την Αμερική.
Το αφήγημα είναι γραμμένο στο χαρακτηριστικό Χιώτικο γλωσσικό ιδίωμα, μια γλώσσα εύληπτη και άμεσα συνδεδεμένη με την αρχαία ελληνική.
Όλα τα επιστολικά μυθιστορήματα καλούν τον αναγνώστη – θεατή, να ανασυστήσει, μέσα από ενδείξεις της αλληλογραφίας, τη ροή των γεγονότων, ως σκιώδης αφηγητής μιας ανείπωτης ιστορίας.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, η επιστολική μορφή του έργου και το κυρίως προσωπικό περιεχόμενο των γραμμάτων, γεννούν μια εντύπωση αδιάκριτης παρέμβασης στις ζωές των άλλων. Σαν να ανοίγεις στα κρυφά ξένους φακέλους. Γοητευτική τακτική, από την πλευρά του συγγραφέα. Από την πλευρά του αναγνώστη – θεατή, , η ψυχολογική ένταση ενισχύει την εμπλοκή.
Η σκηνοθέτρια δηλώνει – σε συνέντευξή της – για το έργο και την παράσταση: «Το έργο διαδραματίζεται το 1913, στην Χίο. Αμέσως μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων και πληθυσμιακών μετακινήσεων.
Κάθε χρόνο 25.000 άνθρωποι εγκαταλείπουν μια χώρα οικονομικά εξουθενωμένη και πολιτικά αβέβαιη. Μπαίνουν στα καράβια να κυνηγήσουν το αμερικάνικο όνειρο που υπόσχεται ευκαιρίες πλούτου και ευημερία. Ελπίζουν σε καλύτερη ζωή για αυτούς και τις οικογένειές τους και λειώνουν και στραγγίζονται στις μεγάλες βιομηχανικές πόλεις.
Το όνειρο αποδεικνύεται εφιάλτης. Ευτυχώς υπάρχει αλληλεγγύη και στήριξη ανάμεσα στους συμπατριώτες, που τους δυναμώνει. Έτσι καταφέρνουν να κάνουν κοινότητες και μέσα από μια πολύ σκληρή ζωή να ορθοποδήσουν. Πόσο μακρινό είναι όλο αυτό; Πόσο όμοιες εικόνες και καταστάσεις υπάρχουν σήμερα; Σε ποια θέση είμαστε; Η ηθική μας πως πλάθεται; Πως αξιολογούμε και ιεραρχούμε τις ανάγκες μας; Τι πιστεύουμε ότι μπορεί να είναι τελικά η σανίδα της σωτηρίας μας, αν αυτή υπάρχει; Αυτά και ίσως κι άλλα τα ερωτηματικά, που ο καθένας δίνει τις δικές του απαντήσεις και έτσι προχωράει η ζωή όπως προχωράει. Τα υστερινά τιμούν τα πρώτα. Το παρελθόν έχει τις απαντήσεις για το μέλλον».
Γραμμένο με έναν λόγο καθαρό, με στοιχεία Χιώτικης ντοπιολαλιάς, με πολύ ενδιαφέρουσα ροή, κινηματογραφικές περιγραφές και με δυνατές σκηνές που συνδυάζουν την συγκίνηση και το κωμικό στοιχείο σε τέλεια αρμονία, το έργο δε μας προσφέρει απλώς την τοιχογραφία μιας εποχής, αλλά κυρίως, μας μιλά για τους επιζήσαντες και τους αδικοχαμένους μιας γενιάς που όρθωσε ανάστημα, σε μια από τις πλέον δύσκολες περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Μιας γενιάς που πέρασε πολλά σ’ αυτόν τον κακοτράχαλο δρόμο της ξενιτιάς, έχασε πολλά και θυσίασε πολλά, που πληγώθηκε, αδικήθηκε, περιπλανήθηκε, υποτιμήθηκε, βίωσε ρατσισμό και εξευτελισμούς, μα αγωνίστηκε μέχρι τέλους για να σταθεί στα πόδια της και να επιβιώσει.
Αυτή η γενιά μνημονεύεται με τρόπο ευαίσθητο και σεβαστικό μέσα από το αφήγημα της Σώτης Τριανταφύλλου και πραγματικά αυτή η μνεία της αξίζει, όπως αξίζουν συγχαρητήρια στους συντελεστές της ιδιαίτερης αυτής παράστασης.
Οι καθηλωτικές «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη στο «Αντιγόνη Βαλάκου»
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Συγκινητική, συναρπαστική, σαγηνευτική η παράσταση του Δημήτρη Σαμόλη που, πέρα από το όποιο μάθημα – σπουδή σε γονείς, σε εφήβους, σε άνδρες, στην ελληνική κοινωνία, είναι κι ένα όψιμο μνημόσυνο στον φονευθέντα από νταήδες Κρητικούς αγριάνθρωπους συμφοιτητές του, για τον άδικο θάνατό του, για την τιμωρία- χάδι που τους επιβλήθηκε, ύστερα από πολλά χρόνια αναβολής της δίκης. Κι ο ηθικός αυτουργός; Τίποτα! Κύριος!
Η ομοφοβία δεν είναι έμφυτη. Διδάσκεται! Είναι ένας συνδυασμός κοινωνικής πίεσης για συμμόρφωση και προσωπικής ανασφάλειας απέναντι στην ελευθερία του άλλου να αυτοπροσδιορίζεται.
Ο Δημήτρης Σαμόλης, ένας ιδιαίτερα ταλαντούχος ηθοποιός και τραγουδιστής, επέλεξε να μιλήσει με ειλικρίνεια και τόλμη για κάποια πράγματα που προφανώς τον αφορούν. Πράγματα που συνέβησαν στο πρόσφατο παρελθόν και απ’ ό,τι φαίνεται εξακολουθούν να συμβαίνουν.
Στο πρώτο του θεατρικό έργο, βάζει στο μικροσκόπιο την «αγία ελληνική οικογένεια», τη ζωή στην επαρχία και τον εκφοβισμό σε ένα συνταρακτικό μονόλογο-κατάθεση. Οι «Στρακαστρούκες» είναι μια καθηλωτική ελεγεία αγάπης για την ανθρώπινη φύση, αλλά και ένα φωτεινό βέλος σε αυτά που μας πόνεσαν βαθιά.
Η επίσημη πρώτη του έργου πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2023 στο θέατρο «Μικρό Γκλόρια» στην Αθήνα.
Η παράσταση γνώρισε τεράστια επιτυχία (sold out) από την πρώτη κιόλας χρονιά, γεγονός που την οδήγησε να συνεχίσει για τρεις συνεχόμενες σεζόν (2023-24, 2024-25 και 2025-26) και στις μέρες μας περιοδεύει τη χώρα.
Ο έφηβος Κωνσταντής, το μικρότερο παιδί μιας οικογένειας που αποτελείται από τις τέσσερις μεγαλύτερες αδελφές του, οι οποίες τον αγαπούν και τον προστατεύουν από τη μητέρα του, για την οποία δεν μαθαίνουμε πολλά, και από έναν πατέρα στα όρια του κακοποιητή, έναν αψύ Κρητικό μεγαλωμένο στη κακοφορμισμένη κρητική παράδοση που θέλει κυρίαρχο το αρσενικό σε όλα τα καθωσπρέπει της, έναν τυποποιημένο γονέα, που δεν περιμένει πια από τον γιό του όλα όσα, συνήθως, κάνουν περήφανους πατεράδες σαν κι αυτόν.
Ο Κωνσταντής, όμως, κακοποιείται καθημερινά και από τους νταήδες του σχολείου του, που του έχουν βγάλει το παρατσούκλι «Μπέντζι», το οποίο ενίοτε μετατρέπεται στο πιο θηλυκό «Μπεντζίνα», και του απευθύνουν σκληρά σεξουαλικά, άκρως προσβλητικά πειράγματα, που για κάποιο λόγο οι Έλληνες πάντα θεωρούσαν ότι έχουν το δικαίωμα να ξεστομίζουν.
Η καθημερινότητά του είναι βασανιστική, οι συμμαθητές του τού κάνουν τη ζωή μαρτύριο, πάντα με την ανοχή των καθηγητών. Κοντολογίς, όλα όσα περνάνε κάποια αγόρια στα σχολεία όταν ορισμένα χαρακτηριστικά τους προδίδουν το διαφορετικό ή όταν αυθαίρετα τους αποδίδονται ερωτικές προτιμήσεις αντίθετες από τις «κανονικές» των περισσότερων.
Ο Κωνσταντής «αποδρά» από την κόλαση που βιώνει είτε χάρη στην πλούσια φαντασία του, καθώς ονειρεύεται ένα μέλλον σπουδαίο και λαμπερό, είτε μέσα από τη μουσική, μαζί με τον κολλητό του, τον Ασκομπαντούρα, έναν άλλο αποσυνάγωγο, για διαφορετικούς από εκείνον λόγους.
Ωστόσο, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να «ανδρωθεί». Μια από τις πρακτικές που ακολουθεί είναι να συμμετέχει στην προετοιμασία του ρουκετοπόλεμου της Ανάστασης, ώστε να ανέβει στα μάτια των συμμαθητών του, μήπως και ξεφύγει από το bullying, τα χυδαία λόγια και από την καζούρα.
Φτάνει στο σημείο να σχεδιάζει σχέση με μια συμμαθήτριά του, τη Σωτηρούλα, ώστε να έχει κι αυτός το κορίτσι του.
Η αδεξιότητά του, βέβαια, φέρνει εντελώς άλλα αποτελέσματα, καθώς λίγο πριν την Ανάσταση, τη βραδιά που ετοιμάζεται να της δώσει το πρώτο φιλί, αντί να της προσφέρει καραμέλες που έχει στην τσέπη του, κατά λάθος της δίνει μια χούφτα στρακαστρούκες από τη λάθος τσέπη. Η Σωτηρούλα χάνει το δόντι της κι εκείνος την ευκαιρία να αναβαθμιστεί στα μάτια των άλλων αγοριών.
Με αυτό το πανέξυπνο εύρημα ξεκινάει ουσιαστικά ο μονόλογος του Κωνσταντή, που ξεδιπλώνει μια ζωή ενοχών, φόβου, τρόμου και βαθιάς απαξίωσης από τον πατέρα του, έναν άνθρωπο που φέρει το δικό του «τραύμα», καθώς τον είχε κάποτε ταπεινώσει μπροστά σε όλο το χωριό ο δικός του πατέρας, με αποτέλεσμα να είναι σκληρός και μονίμως προσβλητικός απέναντι στον γιο του.
Ο Δημήτρης Σαμόλης ξεπροβάλλει από ένα όρθιο κιβώτιο (σκηνογραφία Λουκάς Μπάκας), γεμάτο άλλα κουτιά, αναπόσπαστα υλικά της μνήμης, σαν ο Κωνσταντής να αναδύεται μέσα από τον μικρόκοσμό του, και με μοναδικό κωμικό μπρίο, χρησιμοποιώντας κρητική προφορά, αφηγείται τον κακό χαμό που ακολούθησε το χάσιμο του δοντιού της Σωτηρούλας.
Ο ήρωας που γεννάνε οι λέξεις του Δημήτρη Σαμόλη δε φλυαρεί, θυμάται. Δεν ομολογεί, εξομολογείται. Δεν ομιλεί, συνομιλεί. Μας αποκαλύπτει την ιστορία του, που σχεδόν την ξέρουμε, σχεδόν την έχουμε ξανακούσει, σχεδόν την έχουμε αποφύγει και σχεδόν την έχουμε πετάξει στο μπαούλο της λήθης.
Μια γνώριμη ιστορία που ζωντανεύει ένας καταιγιστικός μονόλογος, του οποίου η μόνη αγωνία είναι να βγουν από το κουτί οι μνήμες μας, όποιες κι αν είναι, οι στιγμές που έχουμε καταπιεστεί μέσα στην « παραδοσιακή ελληνική κοινωνία», που ό,τι δε δέχεται, ό,τι δε χωράει στα ασφαλή σύνορα της συνηθίζει να το πνίγει, να το καταπιέζει, να το εξουσιάζει, να το εξαφανίζει.
Έτσι, από την πρώτη κιόλας σκηνή, κατακτάει το ενδιαφέρον του κοινού, το οποίο στο υπόλοιπο της παράστασης κυριολεκτικά κρέμεται από τα χείλη του.
Η ιστορία που ακολουθεί είναι η αφήγηση ενός πονεμένου παιδιού που αυτοσαρκάζεται για να εξιλεωθεί απέναντι σε έναν πατέρα και μια κοινωνία, ακόμα και απέναντι στον εαυτό του, επειδή τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα περίμεναν.
Ο σκηνοθέτης Μάριος Κακουλλής αφήνει ελεύθερο τον Δημήτρη Σαμόλη να πλάσει με ανάσες, λέξεις και δικές του νότες, έναν πραγματικό ήρωα που σκαλίζει τη μνήμη μας, αλλά και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, πότε με χιούμορ και πότε με αυτό το μούδιασμα που προκαλούν στα αυτιά μας οι στρακαστρούκες, καθώς συγκρούονται με την κανονικότητα.
Ο Δημήτρης Σαμόλης φαντάζεται, φτιάχνει και παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο ήρωα. Η αφήγησή του είναι τέτοια που στη σκηνή βρίσκουν χώρο και οι υπόλοιποι ήρωες, κι ας μην έχουν φυσική παρουσία.
Η ιστορία του ξεκινάει ως μια γλυκόπικρη ανάμνηση των παιδικών του χρόνων για να γίνει μια πλημμύρα συναισθημάτων, για τον ίδιο αλλά και για το κοινό, για την καταπίεση που έχουμε νιώσει οι ίδιοι, για την βία που είδαμε αλλά δεν κάναμε αρκετά, ή και τίποτα, για τις ιστορίες που έχουν βγει από την ειδησεογραφία.
Κι όλα αυτά χωρίς διάθεση καταγγελίας ή διδακτισμού, αλλά με τον ήρωα να εκφράζει το παράπονό του. Το γιατί του, σε μια καλοστημένη παράσταση -περφόρμανς, έμπλεη ευρημάτων και εξαιρετικής ερμηνείας.
Οι «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη δεν είναι ένα παραδοσιακό μάθημα, αλλά ένα τραγούδι-μανιφέστο για την αυτοπεποίθηση, την αποδοχή της διαφορετικότητας και τη δύναμη του να «κάνεις θόρυβο» με την προσωπικότητά σου.
Το τραγούδι προτρέπει τον ακροατή να αγκαλιάσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ακόμα και αυτά που οι άλλοι μπορεί να θεωρούν «περίεργα» ή «υπερβολικά.
Αν και ξεκινά από το άτομο, το τραγούδι συχνά λειτουργεί ως ένας ύμνος για όλους όσοι νιώθουν έξω από τας κελύφη των κανόνων, θυμίζοντάς τους ότι δεν είναι μόνοι.
Οι «Στρακαστρούκες», εντέλει, διδάσκουν πως η μεγαλύτερη επανάσταση είναι να είσαι ο εαυτός σου σε έναν κόσμο που προσπαθεί να σε κάνει ίδιο με όλους τους άλλους, με τα πρέπει, δηλαδή τη βία.
Αν μένει κάτι στο θυμικό όλων των θεατών από την σπουδαία αυτή δουλειά, στην κάθε φορά ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα, είναι σίγουρα το σπαρακτικό φινάλε. Ανατριχιαστικό, συγκλονιστικό, ένα δυνατό ράπισμα στον καθωσπρεπισμό που επιβάλει μια στημένη από δόγματα και από κακοφορμισμένες συνήθειες κανονικότητα, και που σαπίζει συνειδήσεις. Δυστυχώς, η αφύπνιση έρχεται όταν είναι πια αργά… πολύ αργά.
Ο Αρχέλαος Γρανάς πλέκει το εγκώμιο της Εύας Οικονόμου – Βαμβακά
Η Εύα Οικονόμου Βαμβακά θα είναι και για τα επόμενα τρία χρόνια στη θέση της καλλιτεχνικής διευθύντριας του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας, όπως αποφάσισε την Τρίτη (17/3) κατά πλειοψηφία το διοικητικό συμβούλιο του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Για το θέμα μίλησε στην ΕΡΑ Καβάλας, ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., Αρχέλαος Γρανάς.
Με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους
«Στην τελευταία συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας κάναμε την επιλογή του καλλιτεχνικού διευθυντή για την επόμενη τριετία. Με μυστική ψηφοφορία προέκυψαν 7 ψήφοι για την κ. Οικονόμου Βαμβακά, οπότε με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους. Εκείνο που επικράτησε είναι ότι έχει την καλλιτεχνική εμπειρία, διετέλεσε ξανά καλλιτεχνική διευθύντρια, έχει διοικητικές και οργανωτικές ικανότητες, έχει αποστολή να φέρει το θέατρο κοντά στην κοινωνία. Υπάρχει συνεργασία με τα σχολεία, με τους τοπικούς φορείς, με τους πολιτιστικούς οργανισμούς και προωθεί και τη θεατρική παιδεία. Έχει καλή δικτύωση με διάφορους παραγωγούς, αλλά και με άλλα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. της χώρας και συνεργασίες που έχει αναπτύξει με αυτούς. Όλα αυτά εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. και την επιλέξαμε για ακόμη μία τριετία», ανέφερε σχετικά ο κ. Γρανάς.
”Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε…”
”Έχει ικανότητες για να παίρνει αποφάσεις και να επιλύει προβλήματα που δημιουργούνται ούτως ή άλλως σε τέτοιες περιπτώσεις. Όλα αυτά επίσης εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία μας. Όχι ότι και οι άλλοι υποψήφιοι που ανέπτυξαν εν ολίγοις τα δικά τους επιχειρήματα δεν ήταν καλοί, αλλά εφόσον είμαστε ευχαριστημένοι από την προηγούμενη θητεία της κ. Οικονόμου Βάμβακα της εμπιστευτήκαμε και πάλι τη νέα τριετία ως καλλιτεχνική διευθύντρια στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας και έτσι έληξε η ιστορία αυτή. Δεν ήταν τόσο η αμφισβήτηση της καλλιτεχνικής διεύθυνσης, αλλά όσον αφορά τη νομιμότητα των διαδικασιών. Εφόσον πλέον έγιναν όλα νόμιμα και κανείς δεν μπορεί να πει τίποτα, προχωράμε. Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε”, επισήμανε καταληκτικά ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας.
Ο ιστότοπός μας χρησιμοποιεί cookies. Ορισμένα από αυτά είναι απαραίτητα για τη λειτουργία της ιστοσελίδας μας και άλλα μας βοηθούν να παρέχουμε το μέγιστο των υπηρεσιών μας. Επιλέξτε εσείς ποια cookies αποδέχεστε, τα οποία μπορείτε να αλλάξετε οποιαδήποτε στιγμή.
Αποδοχή
Αλλαγή ρυθμίσεων
Cookie Box Settings
Απόρρητο
Cookie Box Settings
Απόρρητο
Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας
Επιλέξτε εσείς ποια cookies αποδέχεστε.
Ωστόσο, ορισμένα από αυτά είναι αναγκαία για την σωστή λειτουργία της ιστοσελίδας και μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα ορισμένες λειτουργίες να μην είναι πλέον διαθέσιμες. Για πληροφορίες σχετικά με τη διαγραφή των cookies, συμβουλευτείτε τη λειτουργία βοήθειας του προγράμματος περιήγησης.
Μάθετε περισσότερα σχετικά με τα cookies που χρησιμοποιούμε κάνοντας κλικ εδώ
Εδώ μπορείτε να ενεργοποιήσετε ή να απενεργοποιήσετε διαφορετικούς τύπους cookies:
Η ιστοσελίδα θα:
Remember which cookies group you accepted
Αποθηκεύει την ρύθμιση προτιμήσεων των cookies
Επιτρέπει τα cookies περιοδικής λειτουργείας
Πιστοποιεί ότι είστε συνδεμένος στον λογαριασμό σας
Αποθηκεύει την επιλεγμένη γλώσσα
Συγκεντρώνει πληροφορίες τι έχετε εισάγει στις φόρμες επικοινωνίας
Η ιστοσελίδα δεν θα:
Αποθηκεύσει τα στοιχεία της σύνδεσης σας
Αποθηκεύσει τις ρυθμίσεις των μέσων κοινωνικής δικτύωσης
Αποθηκεύσει την επιλεγμένη περιοχή και χώρα σας
Εντοπίσει τις σελίδες επισκέψεων και την αλληλεπίδραση σας με αυτές
Εντοπίσει την τοποθεσία και την περιοχή σας με βάση την διεύθυνση IP
Εντοπίσει τον χρόνο που δαπανάται σε κάθε σελίδα
Προσαρμόσει τις πληροφορίες και τη διαφήμιση στα ενδιαφέροντά σας με βάση π.χ. το περιεχόμενο που έχετε επισκεφτεί προηγουμένως
Συγκεντρώσει στοιχεία προσωπικής ταυτοποίησης, όπως όνομα και τοποθεσία.
Η ιστοσελίδα θα:
Remember which cookies group you accepted
Αποθηκεύει την ρύθμιση προτιμήσεων των cookies
Επιτρέπει τα cookies περιοδικής λειτουργείας
Πιστοποιεί ότι είστε συνδεμένος στον λογαριασμό σας
Αποθηκεύει την επιλεγμένη γλώσσα
Συγκεντρώνει πληροφορίες τι έχετε εισάγει στις φόρμες επικοινωνίας
Αποθηκεύσει τις ρυθμίσεις των μέσων κοινωνικής δικτύωσης
Αποθηκεύσει την επιλεγμένη περιοχή και χώρα σας.
Η ιστοσελίδα δεν θα:
Εντοπίσει τις σελίδες επισκέψεων και την αλληλεπίδραση σας με αυτές
Εντοπίσει την τοποθεσία και την περιοχή σας με βάση την διεύθυνση IP
Εντοπίσει τον χρόνο που δαπανάται σε κάθε σελίδα
Προσαρμόσει τις πληροφορίες και τη διαφήμιση στα ενδιαφέροντά σας με βάση π.χ. το περιεχόμενο που έχετε επισκεφτεί προηγουμένως
Συγκεντρώσει στοιχεία προσωπικής ταυτοποίησης, όπως όνομα και τοποθεσία.
Η ιστοσελίδα θα:
Remember which cookies group you accepted
Αποθηκεύει την ρύθμιση προτιμήσεων των cookies
Επιτρέπει τα cookies περιοδικής λειτουργείας
Πιστοποιεί ότι είστε συνδεμένος στον λογαριασμό σας
Αποθηκεύει την επιλεγμένη γλώσσα
Συγκεντρώνει πληροφορίες τι έχετε εισάγει στις φόρμες επικοινωνίας
Αποθηκεύσει τις ρυθμίσεις των μέσων κοινωνικής δικτύωσης
Αποθηκεύσει την επιλεγμένη περιοχή και χώρα σας
Εντοπίσει τις σελίδες επισκέψεων και την αλληλεπίδραση σας με αυτές
Εντοπίσει την τοποθεσία και την περιοχή σας με βάση την διεύθυνση IP
Εντοπίσει τον χρόνο που δαπανάται σε κάθε σελίδα
Η ιστοσελίδα δεν θα:
Προσαρμόσει τις πληροφορίες και τη διαφήμιση στα ενδιαφέροντά σας με βάση π.χ. το περιεχόμενο που έχετε επισκεφτεί προηγουμένως
Συγκεντρώσει στοιχεία προσωπικής ταυτοποίησης, όπως όνομα και τοποθεσία.
Η ιστοσελίδα θα:
Remember which cookies group you accepted
Αποθηκεύσει τις ρυθμίσεις των μέσων κοινωνικής δικτύωσης
Αποθηκεύσει την επιλεγμένη περιοχή και χώρα σας
Εντοπίσει τις σελίδες επισκέψεων και την αλληλεπίδραση σας με αυτές
Εντοπίσει την τοποθεσία και την περιοχή σας με βάση την διεύθυνση IP
Εντοπίσει τον χρόνο που δαπανάται σε κάθε σελίδα
Προσαρμόσει τις πληροφορίες και τη διαφήμιση στα ενδιαφέροντά σας με βάση π.χ. το περιεχόμενο που έχετε επισκεφτεί προηγουμένως
Συγκεντρώσει στοιχεία προσωπικής ταυτοποίησης, όπως όνομα και τοποθεσία.
You must be logged in to post a comment Login