Connect with us

Πολιτισμός

O Αιμίλιος Χειλάκης είναι ξανά «ΜΟΝΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΑΜΛΕΤ» στο αρχαίο θέατρο Φιλίππων!

o-Αιμίλιος-Χειλάκης-είναι-ξανά-«ΜΟΝΟΣ-ΜΕ-ΤΟΝ-ΑΜΛΕΤ»-στο-αρχαίο-θέατρο-Φιλίππων!

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

H αφάνταστη δυσκολία του να μιλήσει κανείς για τον ‘Άμλετ ή, µάλλον, η αμηχανία που γεννά ένα τέτοιο εγχείρημα, έχει σχέση µε την κοινότοπη διαπίστωση ότι για το έργο του Σαίξπηρ και, μάλιστα, για τη συγκεκριμένη τραγωδία, έχουν γραφεί τόσα πολλά.

Παρόλα αυτά, υπάρχει πάντα ένα προκλητικό πλεόνασμα, όπου ο Σαίξπηρ συνεχώς παράγει εξαιτίας της πολυσημίας και πληθώρας ερμηνειών που έχουν τελικά συμπιέσει και έχουν, σχεδόν, εξαφανίσει την ιστορική σηµασιοδότηση του έργου του, δηλαδή την συνάρτησή του µε τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες της εποχής, τον ρόλο του θεάτρου και την έννοια της αισθητικής απόλαυσης.

 Ειδικότερα ο ‘Άμλετ έχει αποτελέσει τον προνομιακό χώρο κατασκευής της φιλελεύθερης αστικής εκδοχής της τέχνης, ως αποτύπωσης μιας πανανθρώπινης και δια-ιστορικής ουσίας, ανεπηρέαστης από πολλαπλές κοινωνικές, πολιτισμικές, φυλετικές και, κυρίως, ιστορικές διαφορές. Αυτές οι τελευταίες, συνήθως, εμφανίζονται ως «ιστορικό πλαίσιο», το οποίο, όμως, δε συγκροτεί συγχρονική ανάγνωση, διότι η απομόνωση του κειμένου από τις συνθήκες παραγωγής του θέτει τον χρόνο εκτός ιστορίας, εξού και τα περί τέχνης, ως υπέρβαση.

 Ο ‘Άμλετ, όπως και ο Οιδίπους, είναι ο κατεξοχήν τραγικός ήρωας δια του οποίου η αστική κοινωνία για αιώνες είχε φαντασιωθεί τον εαυτό της σε υπαρξιακό, ψυχολογικό, αισθητικό, σεξουαλικό και πολιτικό επίπεδο. Συνήθως, ο ΄Άμλετ αποδοµείται από τη σύγχρονη διασκευή, η οποία αποκαλύπτει τον βαθύτατα πολιτικό χαρακτήρα της ηγεμονικής αναγωγής του Σαίξπηρ σε ιερή αυθεντία και αναγάγει το έργο σε αδιαμφισβήτητη απόδειξη ενός πανανθρώπινου αισθητικού και υπαρξιακού προτύπου.

Ο « Άμλετ» επιστρέφει εννέα χρόνια μετά το τελευταίο του ανέβασμα σε μια συμβατική παράσταση από το «Θέατρο Πορεία», με μια καινοτόμο διασκευή για έναν ηθοποιό.

 Ο σπουδαίος Αιμίλιος Χειλάκης μετατρέπει εδώ το πολυπρόσωπο έργο σε μια ατομική πρόκληση και μαρτυρία, υποδυόμενος όλους τους ήρωές του, με πυξίδα τη διαχρονική μετάφρασή του από τον Γιώργο Χειμωνά, ενώ συνομιλεί με τον ηχητικό κόσμο που δημιουργεί ζωντανά επί σκηνής ο σημαντικός συνθέτης και δραματουργός Δημήτρης Καμαρωτός, ο οποίος πλάθει έναν ηχητικό κόσμο που λειτουργεί σαν αντίλαλος της συνείδησης, σαν εσωτερική φωνή του Άμλετ. 

Εκστασιασμένοι παρακολουθούμε μια επικίνδυνη ακροβασία ενός αεικίνητου, πολυσχιδούς καλλιτέχνη, ο οποίος φέρνει σε θριαμβευτικό πέρας την ανάγνωση του ιδίου και του Μανώλη Δούνια στο εμβληματικό έργο του Σαίξπηρ.

Ο δεινός υποκριτής Αιμίλιος Χειλάκης είναι ο σκληροτράχηλος Άμλετ, είναι η εύθραυστη Οφηλία, η αδύναμη Γερτρούδη, ο αδίστακτος Κλαύδιος, ο εκδικητικός Λαέρτης, ο γελωτοποιός Πολώνιος, ο παρατηρητής Οράτιος, το φάντασμα του νεκρού πατέρα του, είναι η φωνή και το σώμα τους. Έχοντας τοποθετήσει τους ήρωες στον κοινό άξονα της μοναξιάς και της απελπισίας, μεταπηδά με επιδεξιότητα από τον ένα ρόλο στον άλλο, αναγνωρίζοντας κάθε φορά τη γεωμετρία του και αποφεύγοντας τεχνηέντως τον κίνδυνο της γραφικής απεικόνισης ενός γυναικείου ρόλου από έναν άνδρα. 

Με ελάχιστα εργαλεία και σ ΄ένα λιτό αλλά εύγλωττο σκηνικό της Αλεξίας Θεοδωράκη, οδηγείται σε μια θαυμαστή μετάβαση στη βασική θεατρική λειτουργία, όπου ο σημαντικός ηθοποιός αναμετράται μόνος με το κείμενο, χωρίς να του στερήσει τους ποιητικούς χυμούς του, παρά την αντισυμβατική απόδοση.

Η ιστορία: Όταν ο βασιλιάς της Δανίας πεθαίνει, τον διαδέχεται ο αδερφός του Κλαύδιος, ο οποίος παντρεύεται τη χήρα του νεκρού βασιλιά, Γερτρούδη. Ο γιος της, πρίγκιπας Άμλετ, βασανίζεται από το χαμό του πατέρα του και την απόφαση της μητέρας του να ξαναπαντρευτεί τόσο σύντομα. Το φάντασμα του νεκρού Βασιλιά αποκαλύπτει στον Άμλετ ότι ο Κλαύδιος τον δολοφόνησε. Ο Άμλετ ορκίζεται να πάρει εκδίκηση χωρίς να αφήσει τίποτα να σταθεί εμπόδιο στο διάβα του, ούτε καν ο έρωτάς του για την τρυφερή Οφηλία.

Ο ίδιος, βάζει ένα θίασο περιπλανώμενων θεατρίνων να αναπαραστήσουν τη δολοφονία του πατέρα του μπροστά στον Κλαύδιο, για να τον αναγκάσει να ομολογήσει το έγκλημά του.

Η παράσταση παρακολουθεί την προσπάθεια του νεαρού πρίγκιπα να διανύσει την απόσταση από τη Σκέψη στην Πράξη. Συνειδητοποιώντας πως το σύστημα αξιών, στο οποίο πίστευε, και η επίπλαστη ευδαιμονία που απολάμβανε έχουν πεθάνει, ο Άμλετ πασχίζει να διατηρήσει την αξιοπρέπεια και τα ιδανικά του μέσα σε μια κοινωνία που ιδεολογικά καταρρέει.

 Παράδοξο – ή και προφητικό – το πόσο αυτή η κοινωνία μοιάζει με τη δική μας, τέσσερις αιώνες μετά. Το ερώτημα δεν είναι πια «να ζει κανείς ή να μη ζει», αλλά «πώς να ζει»: Είναι προτιμότερο να ζει άπραγος ή να πεθαίνει πράττοντας; Αυτό το ερώτημα διατρέχει την παράσταση και γίνεται η ραχοκοκαλιά της.

Η θεατρική πράξη φανερά είναι μονόλογος, αλλά επί της ουσίας είναι διάλογος με το κοινό, επειδή ένα κομμάτι του κάθεται ακριβώς μπροστά του και τον ακούει και τον βλέπει ερευνητικά και αντιδρά σχεδόν διαδραστικά, αλλά σιωπηρά, εσωτερικά κι αυτό είναι άλλη μια καινοτομία της σκηνοθεσίας.

Οι τυχεροί θεατές που πρόλαβαν και κατέλαβαν τις καρέκλες που η παραγωγή τοποθέτησε στην ορχήστρα του αρχαίου θέατρου και γύρω από το σκηνικό, αλλά και το κοίλο, προσηλώνονται στον ηθοποιό που ερμηνεύει όλους τους ρόλους του έργου απευθείας στον «καθρέφτη» του κι εκείνος τού επιστρέφει αυτό που εισπράττει, σε μια πολύ ιδιαίτερη επικοινωνία.

Η σκηνοθεσία, μελετά τον Χειμωνά ως αναγνώστη, ερμηνευτή και μεταφραστή του σαιξπηρικού έργου, τον «βλέπει» να μετρά τη δραματική δύναμη και το κύρος που ασκούν οι χαρακτήρες του στην εποχή μας, να εξετάζει δηλαδή την αντίδραση των σύγχρονων ανθρώπων σε ακραίες καταστάσεις και να ανακαλύπτει ότι εξακολουθούν να μας αφορούν, ανα-βιώνοντας τη «δύσθυμη αναγέννηση», αυτή που αναζητά μια νέα γλώσσα για να αποτυπώσει με το δικό της τρόπο τη μεγάλη αφήγηση.

Πρόκειται για μια παράσταση – διεισδυτική μελέτη του σαιξπηρικού έργου, για ένα συναρπαστικό ταξίδι στον Άμλετ του Γιώργου Χειμωνά, μέσα από την υποκριτική δεινότητα του χαρισματικού Αιμίλιου Χειλάκη.

Μαζί του στη σκηνή ο μουσικός Δημήτρης Καμαρωτός, που με τη πρωτότυπη μουσική του δίνει την υφολογία της παράστασης. Η Αλεξία Θεοδωράκη σχεδίασε τα σκηνικά και τα κοστούμια και η Φαίδρα Νταϊόγλου επιμελήθηκε την κίνηση, ενώ οι φωτισμοί είναι του Νίκου Βλάσόπουλου.

 «Κάνω το απόλυτο σκηνικό παιχνίδι», δηλώνει ο πολυσχιδής καλλιτέχνης, «με φοβερό κανόνα και από κάτω βγαίνει η ιστορία.

Τι πιο ωραίο! Προσπαθώ κάθε μέρα να μη χάσω τον στόχο, να κάνω τη σωστή κίνηση, να διατηρήσω τις στίξεις που έχω φτιάξει. Τα ερωτηματικά για τον Άμλετ, τις άνω τελείες για τη Γερτρούδη, τις τελείες για τον Κλαύδιο, τα θαυμαστικά για τον Πολώνιο. Χαίρομαι γιατί όλοι βλέπουν την ιστορία σ’ αυτή τη παράσταση».

Ίσως, ένα μεγάλο δράμα της τραγωδίας του Άμλετ είναι το ότι δεν μπορούσε να είναι ηθοποιός ή σκηνοθέτης ή και τα δύο, καθότι η σκηνοθεσία ξεκίνησε από ηθοποιούς ως οργανική ανάγκη στο σώμα της θεατρικής πράξης.

Εάν λοιπόν ο σαιξπηρικός Άμλετ ήταν ηθοποιός, ενδεχομένως να διοχέτευε διαφορετικά το δυναμικό του και η ευαισθησία (ευ + αίσθηση) της ιδιοφυΐας του να έβρισκε άλλη έκφραση, άρα και ζωή.

Η μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά, νεότερη αυτής του Ρώτα, σαφώς έχει ποιητική διάσταση, θα έλεγα όμως, ότι η σκηνοθετική άποψη υπερκαλύπτει το βάρος του κειμένου, επικεντρώνεται σε μια πολιτικά ορθή παραστασιολογία του πρωτοτύπου, που είναι η οπτικοποίηση της θεωρητικής προσέγγισής του.

Πράγματι, οι σκηνοθέτες Χειλάκης- Δούνιας, με όχημα αυτή τη μετάφραση, χτίζουν μια μοντέρνα παράσταση, μια εύστροφη σύνθεση, όπου αναδεικνύονται ανθρώπινοι χαρακτήρες από έναν βιρτουόζο ηθοποιό, μέσα από μια αλληγορική υπόθεση γεμάτη μεταφορές και βαθύτατα παλίμψηστα, ώστε ο διαβασμένος θεατής να ταξιδεύει και πίσω από την εικόνα, με σκοπό να επιπλεύσει ο νους του στις ανηφορικές ελεγείες ενός εξέχοντος ποιητή, μιας λυρικής φωνής που ακούγεται όχι μόνο με τον πεζό λόγο, όπως φέρεται να εκφράζεται, αλλά και μέσα από υποδόριους λατρευτικούς στίχους, υμνητικούς του δράματος της ανθρώπινης ύπαρξης. 

Σχεδόν τετρακόσια χρόνια μετά την πρώτη παρουσίαση του έργου, ο Άμλετ παραμένει μια από τις πιο εμβληματικές φιγούρες του παγκόσμιου θεάτρου. Ο ήρωας αυτής της δημοφιλούς υπαρξιακής τραγωδίας έχει κατά καιρούς γίνει σύμβολο της υψηλής πνευματικότητας, της προσωπικής απόγνωσης, του αδιάκοπου αγώνα για αυτογνωσία, της κριτικής κατά του εθνικισμού αλλά και σύμβολο του πολιτικού ακτιβισμού.

Έχει γνωρίσει πλήθος διασκευές από σημαντικούς θεατρανθρώπους όπως ο Peter Brook, ο Robert Wilson, ο Robert Lepage κ.α. αλλά και δεκάδες κινηματογραφικές μεταφορές, ενώ αποτέλεσε εφαλτήριο για παρωδίες, νουβέλες, μελέτες, όπερες και πρωτότυπα θεατρικά έργα βασισμένα στον μύθο του Σαίξπηρ.

Το 2011, σε σκηνοθεσία Θέμη Μουμουλίδη, ο Αιμίλιος Χειλάκης υπήρξε ο καλύτερος Άμλετ (τουλάχιστον των τελευταίων είκοσι χρόνων) του ελληνικού θεάτρου σε μία εν γένει σπουδαία ερμηνεία του ρόλου. Τώρα, όντας ένας μεγάλος ηθοποιός, κοιτάζε(τα)ι (με) τον Άμλετ σε ό,τι βλέπει ο θεατρίνος. Όπως τον βλέπουν στο κάδρο που στήνει η φύση, απέναντι στην ανθρώπινη φύση.

Μπαίνοντας οι θεατές στο θέατρο είναι αναμμένα τα φώτα. Ο Δημήτρης Καμαρωτός στέλνει σύγχρονα μουσικά μηνύματα στο κοινό με την ηλεκτρονική του μουσική. Τα μέσα στη σκηνή, λιτά, όσα χρειάζονται. Δεν έχει την ανάγκη της μεταμφίεσης. Η μάσκα του προσώπου παίρνει την παλέτα των ρόλων από την έκθεση των αποχρώσεών τους.

 Ο ηθοποιός είναι μόνος με τον Άμλετ. Αυτός και η τέχνη του. Στον κόσμο, που είναι όλος μια σκηνή, αυτός ζει όπως μπορεί για να προσφέρει με το μερίδιό του. Στον κάματο και στον μόχθο από το μετερίζι του τεχνίτη, που δίνει σπλάχνα και μηρούς για να (δια)περάσει το πέρα από αυτόν που τον καθορίζει, στην αέναη διαδρομή από υποφύσεις, φλέβες και νευρικές απολήξεις, μέχρι οστά, δέρμα και κνήμες.

 Στη μέθεξη του καλλιτέχνη, που βαδίζει «γυμνός» στον πάγο της πυρωμένης αρένας, μιλώντας, χορεύοντας και τραγουδώντας. Με τον τρόπο που (παί)ζει. Σε μια ατελείωτη (ανα/επι)θεώρηση. Στο σκηνικό των αντανακλάσεων του προσώπ(ει)ου. Ο Αιμίλιος Χειλάκης είναι συνταρακτικά παλλόμενος, συναρπαστικά συγκινητικός και απολαυστικά πολυπρόσωπος.

Μοναδικά πιστός στις διαδρομές των (συν)αισθήσεων. Μαγικός. Οι διακυμάνσεις της σπονδυλικής στήλης ηλεκτρίζουν το κορμί του θεάτρου.

 Ο Μανώλης Δούνιας και ο Αιμίλιος Χειλάκης, αφήνοντας πίσω τους την συμβατική ερμηνεία των γεγονότων, καταθέτουν ένα σύνολο από πολύ ενδιαφέρουσες προτάσεις, με αποκορύφωμα της εμφάνιση του πνεύματος του βασιλιά και την αυτοκτονία της Οφηλίας. 

 Όταν ανάβουν ξανά τα φώτα της πλατείας, απλώς, συνεχίζουν να φωτίζουν ετούτο το πολύτιμο επίτευγμα του Αιμίλιου Χειλάκη, στεφανωμένο από τις επευφημίες των θεατών, που δεν πρέπει να χάσει όποιος αγαπά τον Άμλετ. Δηλαδή, όποιος αγαπά το θέατρο.

Η διασκευή των σκηνοθετών συμπυκνώνει την πλοκή σε 75 λεπτά, χρόνος που κυλά με απόλυτη ικανοποίηση από το πολυπληθές κοινό.

Όπου συναντήσετε την παράσταση, σπεύστε να την απολαύσετε. Είναι μοναδική εμπειρία.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Μετάφραση: Γιώργος Χειμωνάς
Σκηνοθεσία -Διασκευή: Μανώλης Δούνιας – Αιμίλιος Χειλάκης
Πρωτότυπη Μουσική: Δημήτρης Καμαρωτός
Σκηνικά – Κοστούμια: Αλεξία Θεοδωράκη
Επιμέλεια Κίνησης: Φαίδρα Νταϊόγλου
Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος
Φωτογραφίες: Άρης Καμαρωτός
Φωτογραφία αφίσας: Γιάννης Βασταρδής
Γραφιστικά: Μαρία Παναγιωτονάκου
Υπεύθυνη Δημοσίων σχέσεων: Αναστασία Καμβύση
Υπεύθυνη Επικοινωνίας Β. Ελλάδας: Ρίτα Σίσσιου
Υπεύθυνη περιοδείας: Μαρία Κουλούρη
Εταιρεία παραγωγής: ΑRΤΙVITIES O.E.

 ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«Η Καππαδοκία των Ζώντων Μνημείων»: Έκθεση για τον Ελληνισμό της Ανατολίας στο ΥΜΑΘ

«Η-Καππαδοκία-των-Ζώντων-Μνημείων»:-Έκθεση-για-τον-Ελληνισμό-της-Ανατολίας-στο-ΥΜΑΘ

Σε κλίμα συγκίνησης και νοσταλγίας για τις «χαμένες πατρίδες» του Ελληνισμού στην Ανατολία πραγματοποιήθηκαν στο Υπουργείο Εσωτερικών-Μακεδονίας και Θράκης τα εγκαίνια της μεγάλης Έκθεσης «Η Καππαδοκία των Ζώντων Μνημείων».
Η Έκθεση συνδιοργανώνεται από το Υπουργείο Εσωτερικών-Μακεδονίας και Θράκης, το Κέντρο Καππαδοκικών Μελετών Η Ναζιανζός, την Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, την Εφορία Αρχαιοτήτων Καβάλας και τον Δήμο Καβάλας.

Σε χαιρετισμό του ο Υφυπουργός Εσωτερικών-Μακεδονίας και Θράκης Κωνσταντίνος Π. Γκιουλέκας τόνισε τη σημασία της διατήρησης της εθνικής μνήμης για τον Ελληνισμό της Ανατολίας.

Ο Πρόεδρος του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών Καπλάνης Ιωσηφίδης, από την πλευρά του, αναφέρθηκε στην πολύχρονη προσπάθεια του Κέντρου για την διάσωση και προβολή του Ελληνισμού της Καππαδοκίας και στο πλούσιο έργο του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών. Αξίζει να σημειωθεί ότι το Ιστορικό και Εθνολογικό Μουσείο των Ελλήνων της Καππαδοκίας στη Νέα Καρβάλη, από το οποίο προέρχονται τα εκθέματα, βραβεύθηκε το 1997 ως ένα από τα πέντε καλύτερα Μουσεία της Ευρώπης, στο είδος του, με το European Museum of the year award.

Στα εγκαίνια της Έκθεσης, που τελέστηκαν στο αίθριο του Διοικητηρίου με μια εκδήλωση γεμάτη μνήμες και αρώματα Ανατολής, παρευρέθη πλήθος φίλων και μελών του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών και εκπροσώπων των Αρχών, μεταξύ των οποίων ο Αρχιμανδρίτης π. Νεκτάριος Τριανταφυλλίδης ως εκπρόσωπος του Παναγιωτάτου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Φιλοθέου, η βουλευτής Καβάλας της ΝΔ Αγγελική Δεληκάρη, ο Αντιπεριφερειάρχης Πολιτισμού και Αθλητισμού της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας Χρήστος Μήττας. Ακόμη παρευρέθηκαν ο Δήμαρχος Καρβάλης της Καππαδοκίας Ουνάλ Ντερμιτζίογλου, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Necmettin Erbacan του Ικονίου Μέτε Μιμίρογλου και μεγάλη αντιπροσωπεία του Δήμου Selcuklu του Ικονίου.
Η εκδήλωση ολοκληρώθηκε με τη συμμετοχή της χορευτικής ομάδας του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών, που απέδωσε Καππαδοκικούς χορούς και τραγούδια.

Η Έκθεση «Η Καππαδοκία των Ζώντων Μνημείων» θα λειτουργεί στο ΥΜΑΘ μέχρι τις 17 Μαΐου 2026.

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Χορωδιακή Πανδαισία στο Μεγάλο Αμφιθέατρο της Πανεπιστημιούπολης 

Χορωδιακή-Πανδαισία-στο-Μεγάλο-Αμφιθέατρο-της-Πανεπιστημιούπολης 

Τελευταία Θέματα

ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ

Χορωδιακή Πανδαισία στο Μεγάλο Αμφιθέατρο της Πανεπιστημιούπολης 

Ένα μουσικό γεγονός που υπόσχεται ν’ αγγίξει καρδιές και να μείνει αξέχαστο έρχεται για δεύτερη χρονιά στην Καβάλα!
Το Σάββατο 9 Μαΐου το Μεγάλο Αμφιθέατρο της Πανεπιστημιούπολης (πρώην Τ.Ε.Ι) Καβάλας μεταμορφώνεται σε μια μεγάλη μουσική σκηνή και σας προσκαλεί σε μια Χορωδιακή Γιορτή, με τη συμμετοχή 7 εξαιρετικών χορωδιών από διάφορα μέρη της Ελλάδας και της Κύπρου.
Σε μια βραδιά όπoυ η φωνή συναντά την ψυχή, το κοινό θα απολαύσει ένα πλούσιο ελληνικό ρεπερτόριο, με αγαπημένα έντεχνα και παραδοσιακά τραγούδια, που θα ζωντανέψουν μέσα από τις αρμονικές αποχρώσεις και τις πολυφωνίες των χορωδιών. Κάθε ομάδα φέρνει μαζί της τη μουσική ταυτότητα του τόπου της, σε μια μαγική ανταλλαγή πολιτισμού και συναισθημάτων.
Μια βραδιά που ενώνει κουλτούρες και καρδιές.
Ελάτε να ζήσετε τη μαγεία της συλλογικής έκφρασης, της μελωδίας και της συγκίνησης.
Ελάτε να τραγουδήσουμε μαζί!
Είσοδος Ελεύθερη
Διοργάνωση: Χορωδιακά Φεστιβάλ «Music Life»

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Λαχταρώ» της Σάρα Κέιν από το ΚΘΒΕ

«Λαχταρώ»-της-Σάρα-Κέιν-από-το-ΚΘΒΕ

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

“Η Σάρα Κέην πέθανε τραγικά. Ήταν τόσο μεγάλος και τόσο βαθύς ο τρόμος του κόσμου. Δεν τον άντεξε. Ήταν γυμνή. Απροστάτευτη. Γυμνά είναι και τα έργα της. Τρομαγμένα. Τρομερά.”

Χάρολντ Πίντερ, 5.2.2001
(Γραμμένο ειδικά για την παράσταση του “Καθαροί, πια” από τη “Νέα Σκηνή”)

Το εμβληματικό έργο της σπουδαίας Βρετανίδας δραματουργού «Λαχταρώ» ζωντανεύει στη σκηνή του Φουαγιέ θεάτρου της Ε.Μ.Σ., με καθαρότητα, τόλμη και βαθιά ευαισθησία, αναδεικνύοντας τον υπαρξιακό πυρήνα του κειμένου.

 Τέσσερις φωνές αλληλοσυμπληρώνονται σε μια ιδιότυπη αφήγηση -μετέωρη στον χρόνο και στον χώρο σε ένα έργο που μιλάει για τις επώδυνες διαδρομές διαφυγής του μυαλού από τα τραύματα.

Γραμμένο λίγους μήνες πριν την αυτοχειρία, το «Λαχταρώ» (Crave, 1998), είναι η τολμηρή απόπειρα της ίδιας της Κέιν να βυθιστεί στα μύχια των φόβων της και να τους καταγράψει μέσα από ένα παλίμψηστο δραματουργικών μοτίβων και προσωπικές της εξομολογήσεις.

 Αυτό είναι το τέταρτο και προτελευταίο έργο μιας ψυχικά διαταραγμένης νεαρής γυναίκας που, σε ηλικία 28 ετών (το 1999), κρεμάστηκε στο μπάνιο ενός νοσοκομείου. Δύο μέρες πριν, μια συγκάτοικός της είχε αποτρέψει την προηγούμενη απόπειρα αυτοκτονίας της. Με τη σοφία τής εκ των υστέρων γνώσης, είναι εύκολο να θεωρήσουμε το «Crave» ως το παρατεταμένο σημείωμα αυτοκτονίας ενός κλινικά καταθλιπτικού και, ως εκ τούτου, αυτοκαταστροφικού μυαλού.

Κείμενο, σε αποσπασματικό ύφος εμπνευσμένο από το έργο « Η Έρημη Χώρα» του Τ.Σ. Έλιοτ, το» Crave» ορίζει τέσσερις φωνές – χαρακτήρες, που αναγνωρίζονται μόνο ως Α, Β, Γ και Μ ( Β – Ιωάννης Αθανασόπουλος, Μ – Μομώ Βλάχου, Γ – Άννα Ευθυμίου, Α – Γιάννης Παρασκευόπουλος) σε διακειμενικό διάλογο που μετέφρασε ο Αντώνης Γαλέος.

Η απόδοση του Αντώνη Γαλέου καταφέρνει να διατηρήσει τον «κοφτό», νευρώδη ρυθμό της Κέιν, μετατρέποντας την αγγλική απόγνωση σε έναν ζωντανό, ελληνικό συναισθηματικό χείμαρρο.

Κοινή μοίρα ή καταγωγή όλων τους τα λόγια της M: «Αν αυτοκτονήσεις, θ’ αναγκαστείς να επιστρέψεις και να τα ξαναπεράσεις. Όλα. Και πάλι».

Οι ήρωες του έργου αποζητούν απελπισμένα τον έρωτα, γνωρίζουν όμως καλά ότι για να αποκτήσουν την ευτυχία πρέπει να ρισκάρουν τον ολοκληρωτικό ψυχικό, ίσως και σωματικό τους, αφανισμό. Γιατί ο έρωτας είναι ταυτόχρονα η ελπίδα και η συντριβή τους. Όπλα τους είναι οι λέξεις, οι κραυγές, τα θραύσματα αναμνήσεων, η ποίηση, τα όνειρα και οι εφιάλτες τους.

 Σε αυτό, το ΚΘΒΕ τα κατάφερε άψογα, επιλέγοντας ένα άγονο σκηνικό (Αλεξάνδρα ΜπουσουλέγκαΡάνια Υφαντίδου) με τους τέσσερις ηθοποιούς να παραμένουν στο ίδιο μέρος για ολόκληρη την πράξη, φωτισμένο με χρώματα και σκιές.

Ο σχεδιασμός φωτισμών από τη Δήμητρα Αλουτζανίδου, αξιοποιεί στον – όχι βολικό – χώρο του Φουαγιέ του θέατρου της ΕΜΣ, ευτυχώς εύστοχα, ποιότητες και χαρακτηριστικά, όπως ένταση, μορφή, κίνηση, κατεύθυνση, χρώμα, δημιουργώντας μία ιδιαίτερη «παρτιτούρα», ένα «σενάριο» για την εξέλιξη της φωτιστικής ιστορίας μέσα στην παράσταση.

 Η σκηνοθεσία συμπληρώνει τέλεια την αποπροσανατολιστική φύση του κειμένου, με την έλλειψη φυσικής αλληλεπίδρασης μεταξύ των ηθοποιών, και αποτυπώνει τον απομονωτικό αντίκτυπο που έχουν εμπειρίες, όπως ο βιασμός, η αιμομιξία, ο εθισμός στα ναρκωτικά και η παιδοφιλία.

Η κύρια οπτική εστίαση παρέχεται από προβολές σε πλάνα κομμένα, ώστε να μοιάζουν με θραύσματα σπασμένου γυαλιού (το οποίο, αν και από μόνο του ένα φθαρμένο τροπάριο, λειτουργεί καλά σε αυτό το πλαίσιο), αντανακλώντας ιδέες κατακερματισμού της ταυτότητας που διατρέχουν όλο το έργο.

 Το «Λαχταρώ» σηματοδοτεί μια αλλαγή στο στυλ της Κέιν, από το τολμηρό, προκλητικό και αυθάδες, σε μια προσπάθεια για κάτι πιο ποιητικό, αλλά το αποτέλεσμα είναι ένας ιδιόμορφος συνδυασμός των δύο.

Ούτε αρκετά αφηρημένο για να προκαλέσει στοχασμό ούτε αρκετά γραφικό για να σοκάρει, παράγει φράσεις όπως «Πού πήγε η προσωπικότητά μου… Είμαι συναισθηματικός λογοκλόπος», οι οποίες (για μένα) δε μεταφέρουν την πολυπλοκότητα των ζητημάτων που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν. 

Ενώ υπήρχαν κάποιες ατάκες που άφησαν περιθώρια για σκέψη, όπως η στιγμή που αποκαλύπτεται ότι οι κακοποιητές ενός παιδιού είναι ο πατέρας και ο παππούς του, το μεγαλύτερο μέρος του έργου έπεσε σε κουρασμένα στερεότυπα.

 Ωστόσο, αρκετά χρόνια μετά την πρεμιέρα του «Crave», πολλοί συγγραφείς έχουν ασχοληθεί με αυτά τα ανατρεπτικά θέματα, που η παρουσίασή τους στο θέατρο δεν αποτελεί πλέον αιτία διαμάχης από μόνη της, και η γραφή της Κέιν είναι ανοιχτή σε σύγκριση με μεταγενέστερα κείμενα που έχουν ασχοληθεί με τα ίδια θέματα, όμως με μεγαλύτερη σαφήνεια και λεπτότητα. Απόψεις, θα πείτε. Έχετε δίκιο.

 Επαινώ, όμως, την τόλμη του ΚΘΒΕ να παρουσιάζει έργα που είναι ταυτόχρονα «άβολα», «βρώμικα» αλλά και «όμορφα» και απαραίτητα για ρεπερτόριο μιας κρατικής σκηνής.

Το έργο έχει σχεδιαστεί για να δείξει ότι η θεατρική τέχνη είναι ισοδύναμη με την αφηρημένη τέχνη. Περιλαμβάνει τέσσερις χαρακτήρες, που ονομάζονται απλώς «Α», «Β», «Γ» και «Μ». Η δομή του είναι μη γραμμική, που σημαίνει ότι όταν μιλάει ο καθένας από τους χαρακτήρες, οι ατάκες του δεν ακολουθούν απαραίτητα κάποια συγκεκριμένη χρονολογική σειρά, ούτε το κοινό είναι πάντα σίγουρο σε ποιον απευθύνονται.

Υπάρχουν σημεία στο έργο, όπου ορισμένες συζητήσεις έχουν νόημα με την παραδοσιακή έννοια, αλλά το να ακούς τις φράσεις που λέγονται – κάτι αντίστοιχο με κείμενα του Σαίξπηρ- χρειάζεται λίγος χρόνος για να καταλάβεις τι συμβαίνει, πριν επιτευχθεί ένα επίπεδο σαφήνειας, άρα και κατανόησης.

 Η Κέιν το σχεδίασε με αυτόν τον τρόπο, έτσι ώστε το κοινό να μην είναι ποτέ σίγουρο για τι ακριβώς πρόκειται. Τα «ονόματα» των χαρακτήρων έχουν νόημα για τη θεατρική συγγραφέα και ενώ θα μπορούσε να είχε αποδώσει ένα συγκεκριμένο ψευδώνυμο στα αρχικά, το αρνήθηκε, επειδή δεν ήθελε να περιορίσει το κοινό σε μια συγκεκριμένη αντίληψη.

 Ήθελε τα υπονοούμενα να αναλυθούν από τους θεατές. Επομένως, το «Crave» δεν είναι για όλους, παράδειγμα για κείνους που αναζητούν μια αφήγηση εύκολη, με πλοκές χαρακτήρων που διδάσκουν κάτι ή που να έχει μια λυτρωτική κατάληξη.

 Αντίθετα, για θετές που τους συνεπαίρνουν συναισθήματα όπως θυμός, θλίψη, χαρά κ.λπ., ως πιο πρωτόγονα, πιο ωμά, σαν αυτά που αποδίδονται περισσότερο στα ζωώδη ένστικτά μας, κόντρα στην ανθρώπινη φύση μας, τότε αυτή η παραγωγή είναι συγκλονιστική.

 Το «Λαχταρώ» είναι ένα κείμενο σκέψης, με έντονη γραφή, που πρέπει να το αποκωδικοποιήσει ο θεατής και ο καλύτερος τρόπος είναι να το αφήσει να τον κυριεύσει.

 Οι συζητήσεις για την υπόθεση ή το όποιο μήνυμα εκλύει, μπορούν να γίνουν αργότερα, μετά την αυλαία, κι όταν ωριμάσει η αναμόχλευσή της, θα έρθει και η κατανόηση. Αυτό σημαίνει ότι η αποστολή εξετελέσθη για τη Sarah Kane.

Αυτό που δεν αμφισβητείται, ωστόσο, είναι η ποιότητα της παραγωγής και της παρουσίασης του «Crave» από το ΚΘΒΕ.

Η σκηνοθεσία της Χατζηβασιλείου είναι εντυπωσιακή, η οπτική των θεατών απέναντι στις ερμηνείες των τεσσάρων ηθοποιών, είναι σαν να κοιτάζουν τις ζωές τους μέσα από μια βιτρίνα πολυκαταστήματος, με μια λίμνη νερού ανάμεσά τους, τόσο για να αντανακλώνται αυτά τα βαθιά συναισθήματα, όσο και για να προσδίδει το νερό μια λυτρωτική ποιότητα στις συνθήκες διαβίωσής τους.

Πρόκειται για ένα εξαιρετικό σχέδιο από την Χριστίνα Χατζηβασιλείου, με ηχητικά εφέ από τον Φίλιππο Θεοχαρίδη, που ξεκινά απαλά, αλλά η ένταση μεγεθύνεται καθώς η πλοκή γίνεται πιο σκοτεινή και πιο ωμή, καταφέρνοντας να απλώσει δίχτυα, ίσως φοβικά, αλλά και ποίησης, μέσω των εικόνων.

Όπως ανέφερα, ο διάλογος παρουσιάζεται με μη γραμμικό τρόπο και αυτό απαιτεί από τους ηθοποιούς να εκτελούν τις ατάκες τους γρήγορα και με τρόπο που να κρατά το κοινό σε αγωνία, άσχετα αν σε πολλές περιπτώσεις δεν απευθύνονται προς συγκεκριμένο αποδέκτη.

Είναι έργο πολύ γρήγορο, πολύ σύντομο και δομημένο σαν νοητικός χάρτης, για να προσπαθήσουμε να το διακρίνουμε σε πραγματικό χρόνο. Αυτό που είναι σαφές, ωστόσο, είναι η ποιότητα της απαγγελίας – αφήγησης – ερμηνείας, ανεξάρτητα από τη μέθοδο.

 Ο Γιάννης Παρασκευόπουλος ως «Α», έχει μερικούς από τους μεγαλύτερους και πιο συναισθηματικά ποικίλους μονολόγους, και η μεταφορά τους γίνεται με απόλυτη ακρίβεια. Ο χαρακτήρας του είναι σαφώς προβληματισμένος και αγωνίζεται να αποδεχτεί έναν χαμένο έρωτα που φαίνεται ανεπανόρθωτος, λόγω σκοτεινών κι ανίερων πράξεών του.

Ο «Β» του Ιωάννη Αθανασόπουλου και η «Μ» της Μομώς Βλάχου, έχουν μια ανταλλαγή απόψεων που είναι άλλοτε τεταμένη κι άλλοτε ελαφρώς χιουμοριστική, αλλά και οι δύο είναι σαφώς προβληματισμένοι με τα δικά τους σοβαρά θέματα, ώστε το άγχος μεταφέρεται στις σχέσεις τους.

 Η ΄Άννα Ευθυμίου ως Γ, δίνει μια έξοχη ερμηνεία, μιλώντας για κακοποίηση στην παιδική ηλικία, διπλασιάζοντας την αγωνία της και ξεστομίζοντας αγοραίες λέξεις από οργή, ενώ οι εκφράσεις της και το ηχόχρωμα της φωνής της δημιουργούν ένα σύμπαν – συνονθύλευμα συναισθημάτων που εκρήγνυνται στη ροή του έργου, άλλοτε με οργή, άλλοτε με ωμότητα κι άλλοτε με χιούμορ, πάντα με ρεαλισμό.

Πρόκειται για τέσσερις ιδιόμορφους χαρακτήρες, που ασχολούνται με πολύ δύσκολα ζητήματα, και τέσσερις εξαιρετικούς ηθοποιούς που ερμηνεύουν με ρεαλισμό το ωμό, χωρίς αναστολές έργο της Σάρα Κέιν, όπως εκείνη ήθελε να είναι.

Μοιράζονται τον χώρο και τον χρόνο αλλά κατοικούν σε διαφορετικές σφαίρες, ελεύθεροι να πιάσουν μια λέξη από την ιστορία κάποιου άλλου και να την κάνουν δική τους. Η σχέση του «εδώ και τώρα», ή οι αναμνήσεις από περασμένα περιστατικά, συχνά βάναυσες και ενοχλητικές, πλημμυρίζουν τη συνείδηση, αφηγούνται επεισοδιακά και στη συνέχεια υποβιβάζονται στις σκιές. 

 Ουσιαστικά, οι τέσσερις χαρακτήρες κινούνται ανάμεσα στην ελπίδα και την απελπισία.

Υπάρχει, όμως, και πιο απλή γλώσσα: «Είμαι τόσο γαμημένα μόνος», λέει ο ένας, μέσα σε ένα ηχοτοπίο. «Δεν νιώθω τίποτα», λέει ένας άλλος. Αλλά τότε, ξαφνικά, κάποιος λέει «Σε ονειρεύομαι», ενώ κάποιος άλλος μιλάει για «μια απαλή χρυσή θάλασσα κάτω από έναν απαλό ροζ ουρανό» και αυτές οι ξαφνικά ελπιδοφόρες στιγμές μοιάζουν με σπίρτα που έχουν ανάψει στο σκοτάδι.

 Οι εξαιρετικοί ηθοποιοί, ως χαρακτήρες, ίσως ήθελαν να κοιτάξουν ο ένας τον άλλον και να μιλήσουν για λίγο, να διαφωνήσουν ή να βασανίσουν ο ένας τον άλλον, αλλά ούτε μία φορά δεν μπόρεσαν να αγγίξουν ο ένας τον άλλον. Αυτή η σωματική πείνα είναι ιδιαίτερα οδυνηρή, καθώς οι τέσσερίς τους πρέπει να αποδώσουν την επιθυμία και τον πόνο τους αποκλειστικά με τη δική τους κίνηση και έκφραση, ανίκανοι να βασιστούν φυσικά στους άλλους γύρω τους και αυτή την ανάγκη την αποδίδουν έξοχα όλοι τους.

Το «Λαχταρώ», του ΚΘΒΕ δεν είναι παράσταση για ένα ευρύ κοινό.

 Αν είστε από τους θεατρόφιλους που θέλουν μια όμορφα δομημένη ιστορία, που εγείρει ενσυναίσθηση και δεν απαιτεί πολλή σκέψη η εξέλιξή της στη σκηνή, αυτό το έργο δεν είναι το ιδανικό για εσάς.

 Αλλά αν σας αρέσει να σας προκαλεί μια θεατρική παράσταση που σας ζητά να δουλέψετε τη σκέψη και να αφήσετε τα λόγια και τα καλλιτεχνικά του στοιχεία να ρέουν πάνω σας, τότε το «Λαχταρώ» της Σάρα Κέιν μπορεί να είναι ακριβώς αυτό που ψάχνετε.

Βεβαίως, η γραφή στο «Crave» είναι περίπλοκη και πολυεπίπεδη. Ενώ αρχικά φαινόταν να επιβεβαιώνει τα συναισθήματα μίσους και απελπισίας που εκλύονται από την περφόρμανς, σταδιακά φαίνεται να επιβεβαιώνει την αγάπη και τη λύτρωση μέσα από δύο ισχυρά αντίθετα: τη σκληρότητα και τη συμπόνια».

Ωστόσο, οι αμφιβολίες μερίδας θεατών, δικαίως είναι ηθικές αλλά και καλλιτεχνικές. Ας δεχτούμε ότι αναρωτιέται τι επίδραση θα μπορούσε να έχει αυτή η παραγωγή σε μερικά μέλη του κοινού που είναι επιρρεπείς στην κατάθλιψη. Θα μπορούσε να προκαλέσει να μιμηθούν κάποιοι το αποτέλεσμά της ή μήπως η συνειδητοποίηση ότι δεν είναι μόνοι τους σ’ αυτό το «πηγάδι» εμποδίζει να νιώθουν τόσο απελπισμένοι;

Το «Crave» παραμένει το πιο ερμητικό, μηδενιστικό και σκοτεινό έργο της Κέιν, η οποία λαχταρά να αγαπηθεί και να αγκιστρωθεί από κάπου μέχρι και την ύστατη στιγμή. Λιτό, με μια οδυνηρή, ασάλευτη ησυχία σε σχέση με τα προηγούμενα έργα της και μια μοναξιά που γιγαντώνεται φράση τη φράση μέχρι που ο θάνατος να μοιάζει βάλσαμο». (Χριστίνα Χατζηβασιλείου, Σύγχρονη Βρετανική Δραματουργία: Το θέατρο στα μούτρα ως ανάγνωση της κοινωνικής τοπογραφίας του 1990, ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, Θεσσαλονίκη 2020, σ. 298).

*Κατάλληλο άνω των 16 ετών

Σημείωση περιεχομένου: η παράσταση αγγίζει ζητήματα ψυχικής υγείας και σεξουαλικής, σωματικής και αυτοστρεφούς βίας.

Διάρκεια παράστασης: 55 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)

Συντελεστές

Συγγραφέας – Σάρα Κέιν

Μετάφραση – Αντώνης Γαλέος

Σκηνοθεσία – Χριστίνα Χατζηβασιλείου

Δραματουργική επεξεργασία – Χριστίνα Χατζηβασιλείου

Σκηνικά – Αλεξάνδρα Μπουσουλέγκα, Ράνια Υφαντίδου

Κοστούμια – Αλεξάνδρα Μπουσουλέγκα, Ράνια Υφαντίδου

Ηχητικό περιβάλλον – Φίλιππος Θεοχαρίδης

Φωτισμοί – Δήμητρα Αλουτζανίδου

Βοηθός σκηνοθέτη – Αλεξία Παραμύθα

Οργάνωση παραγωγής – Φιλοθέη Ελευθεριάδου

Φωτογραφίες: Mike Rafail | That long black cloud

Διανομή

Β – Ιωάννης Αθανασόπουλος

Μ – Μομώ Βλάχου

Γ – Άννα Ευθυμίου

Α – Γιάννης Παρασκευόπουλος

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα