Connect with us

Πολιτισμός

68ο Φεστιβάλ Φιλίππων: «ζ – η – θ, ο ξένος», επίσκεψη σε τρεις ραψωδίες της Οδύσσειας

68ο-Φεστιβάλ-Φιλίππων:-«ζ-–-η-–-θ,-ο-ξένος»,-επίσκεψη-σε-τρεις-ραψωδίες-της-Οδύσσειας

Από: Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος – Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου – Μιχαήλ Μαρμαρινό

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Με δεδομένο την προϋπόθεση ύπαρξης αποδεκτών για τη διαιώνιση και δικαίωση κάθε καλλιτεχνικού δημιουργήματος κι εφόσον στη μνήμη αυτών εγγράφεται η δημιουργία ως σαγηνευτική εμπειρία, ειδικά στην παρουσίαση μιας θεατρικής παράστασης στην – έτσι κι αλλιώς – σύντομη καταληκτική πορεία της, σχολιάζουμε την τωρινή συμπαραγωγή του ΚΘΒΕ και του ΘΟΚ, που φέρει την υπογραφή του θεατράνθρωπου Μιχαήλ Μαρμαρινού.

 Άλλωστε, ένα συνολικό μνημονικό διατρέχει τις ζωές και το Θέατρο συμβάλει στην αφύπνισή του. Με τις απρόσμενες λοξοδρομήσεις του, γίνεται εφαλτήριο συμφιλίωσης των αντιθέσεων, λύνει τους αόρατους κόμπους, αναστατώνει τα μυαλά, μεθάει καθέναν ξέχωρα και τον φέρνει ενώπιον των βαθύτερων αναγκών του.

Η σπουδαιότητα κάθε έργου έγκειται στην ικανότητά του να απευθύνεται σε όλους αδιακρίτως, ανεξαρτήτως μορφωτικού επιπέδου, όχι απαραίτητα την ίδια στιγμή. Να προκαλεί τρικυμία στα ένστικτα και στους εγκεφαλικούς νευρώνες, να ξεθάβει ευαισθησίες, να αναμοχλεύει βιώματα, να επιφέρει ταχυπαλμίες. Οι επιπτώσεις του καθηλωτικά ωραίου αναγνωρίζονται από την ανατριχίλα που διατρέχει τον παραλήπτη και συντελεί στην πλήρη αποκοπή του από το περιβάλλον, όσο τουλάχιστον διαρκεί η έκσταση.

Από τι εκλάμψεις ευφυίας εμφορούνταν όσοι εκμεταλλεύονταν ως εφαλτήριο τις πιο ασήμαντες αφορμές, προκειμένου να μετασχηματίσουν πρόδηλα γεγονότα και σχεδόν κοινότοπες ιδέες, σε πανούργες εμπνεύσεις. Οπότε, προχωράμε στην παρούσα παράσταση που φιλοξενεί το 68ο Φεστιβάλ Φιλίππων.

Η άφιξη του Οδυσσέα στη Σχερία – το νησί των Φαιάκων – αποτελεί την πρώτη, μετά από οκτώ χρόνια συνάντηση με ανθρώπους και τον τελευταίο σταθμό του πριν την Ιθάκη. Στις ραψωδίες «ζ, η και θ» παρουσιάζεται η άφιξή του στο νησί και η φιλοξενία από τους κατοίκους του.

 Ο πραγματικός χρόνος παραμονής του Οδυσσέα στη Σχερία είναι τρεις μέρες, ενώ μέσα από μία αναδρομική αφήγηση με αποδέκτη τον βασιλιά Αλκίνοο, ο ήρωας ανακαλεί τα προηγούμενα χρόνια των περιπλανήσεών του.

Η ηρεμία του οίκου του Αλκίνοου και η άριστη συζυγική του σχέση με την Αρήτη προοικονομούν την αρμονία που θα επέλθει και στον οίκο του Οδυσσέα, καθώς και την επανασύνδεσή του με την Πηνελόπη. Ύστερα από τους υπερφυσικούς αγώνες, την επτάχρονη απραξία και το ναυάγιο, ο Οδυσσέας περνά σε μια νέα κατάσταση. Αναγεννιέται στη Σχερία, ανακτά οριστικά πλέον την ταυτότητά του και είναι έτοιμος να εισέλθει στον πραγματικό κόσμο.

Παράσταση υψηλής αισθητικής για μερίδα κοινού, ένα χορόδραμα θα έλεγα, όπου η κίνηση, η μουσική και η υπόκριση ενσωματώνονται διαδραστικά, μέσα στη σκηνοθετική πειραματική σύνθεση, εξωραΐζοντας και εκπέμποντας έντεχνα το θέμα που αναπτύσσουν.

 Ο καινοτόμος σκηνοθέτης Μιχαήλ Μαρμαρινός επιχείρησε να αξιοποιήσει πλήρως την άρτια τεχνική κατάρτιση των μελών του θιάσου από τα μέλη του ΚΘΒΕ και του ΘΟΚ, αλλά και το σκηνοθετικό του ταλέντο, ώστε να μεγιστοποιήσει την απόδοση του έργου, με την ιδιαίτερη σκηνική προσέγγισή της και την επιλογή έντονης έκφρασης των συναισθημάτων και των γεγονότων, μέσω της κίνησης των χορευτών – ηθοποιών, προκειμένου ο θεατής να λαμβάνει ήχους και εικόνες πέρα από το ορατό, αλλά κοντά στο ρεαλιστικό.

Εάν το κατάφερε ή όχι είναι ζήτημα προσωπικής αντίληψης, σχετικής θεατρικής παιδείας, γνώση της Οδύσσειας, αλλά και συναισθηματικής κατάστασης ενός εκάστου στο κοίλο.

 Το ιδιαίτερο, βέβαια, δεν είναι πάντα κατανοητό. Η μεγάλη διάρκεια, οι απλωμένες σκηνές στη σιγή, οι εναλλαγές ρόλων στα πρόσωπα του θιάσου, για παράδειγμα, είναι αστραπιαίες, με αποτέλεσμα να χάνεται ο ειρμός και να μη γνωρίζει το κοινό ποιος είναι ποιος. Ας πούμε ότι ο Δημόδοκος γίνεται Αγαμέμνωνας και Νέστωρας, ενώ ο οδηγός του μεταμορφώνεται αυτόματα σε Μούσα που τραγουδά τον θυμό του Αχιλλέα.

Από την άλλη, υπάρχει η αφηγηματική οθόνη σαν συνδετικός κρίκος του παρόντος με το αρχέτυπο.

Η μουσική, φυσικά, και γενικότερα ο μουσικός και ρυθμικός χρωματισμός του λόγου (αγαπημένο ιδίωμα του Μιχαήλ Μαρμαρινού), δεν είναι απλώς καρύκευμα, εξωτερικό στοιχείο που προσδίδει μόνο «γεύση» στην παράσταση. Η μουσική – κάπως αλλόκοτη, περίεργη – είναι αναπαλλοτρίωτο της αρχαιοελληνικής τραγικής και κωμικής σημειολογίας. Παράγει νόημα τόσο, όσο και ο λόγος, η όψη (η οπτική διάσταση των πραγμάτων) ή η κίνηση. «Ευγενικέ μου Αλκίνοε, που ξεχωρίζεις πρώτος στον λαό σου,
ωραίο πράγματι ν’ ακούς έναν καλό αοιδό,
όπως αυτός εδώ, με θεία θα ’λεγες φωνή.
Κι ομολογώ, απόλαυση άλλη δεν υπάρχει πιο χαριτωμένη,
απ’ όταν σμίγει ο κόσμος όλος σ’ ευφροσύνη: στην αίθουσα
οι καλεσμένοι, καθισμένοι στη σειρά, ακούν τον αοιδό
προσηλωμένοι, και τα τραπέζια εκεί μπροστά γεμάτα
ψωμί και κρέας· ο οινοχόος να τραβά απ’ τον κρατήρα
το κρασί και να περνά, να το κερνά στις κούπες.
Βαθιά το αισθάνομαι πως είναι αυτό ό,τι πιο ωραίο υπάρχει».

Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία ι, στ. 2-11, μτφ. Δ.Ν. Μαρωνίτη,
Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη), ΑΠΘ, 2006       Μετά τη «ΝΕΚΥΙΑ» ( Ο Οδυσσέας στην πύλη του ΄Άδη) με το ιαπωνικό θέατρο ΝΟ το 2015 και τους «Ιχνευτές» του Σοφοκλή το 2021, παραστάσεις αξιομνημόνευτες, ο Μιχαήλ Μαρμαρινός επανέρχεται με μια ακόμα αναπάντεχη δραματουργική πρόταση καθοδηγώντας μια επιστροφή στις πηγές.

Μια επίσκεψη σε τρεις ραψωδίες του έπους, που αποκαλύπτει πώς αυτό το ατελεύτητο μυστήριο της προφορικής Αφήγησης (το βαθύ μυστήριο του θεάτρου) έχει τη δυνατότητα να μας εξακοντίζει συναρπαστικά «εκεί που η ιστορία ακόμα συμβαίνει». 
*Τα πρόσθετα αποσπάσματα από την Ιλιάδα στη δραματουργία της παράστασης είναι σε μετάφραση Δημήτρη Ν. Μαρωνίτη, Άγρα, 2012
*Τα πρόσθετα αποσπάσματα από την Αινειάδα Βιβλίο ΙΙ στη δραματουργία της παράστασης είναι σε μετάφραση Θεόδωρου Παπαγγελή (εκδόσεις ΜΙΕΤ).
Επιπλέον, υπάρχουν θραύσματα, από τον Κόιντο «Τα μεθ’ Όμηρον» Βιβλίο ΧΙΙ σε μετάφραση Γιάννη Δούκα.

Στην παράστασή του ο Μιχαήλ Μαρμαρινός εστιάζει τη σκέψη του στην ιδιότητα του ξένου, που φέρει ο Οδυσσέας.  ΄Άλλωστε και η Οδύσσεια είναι μία περιπέτεια του όντος. Στο έπος του ο ΄Όμηρος δεν κυριολεκτεί ως περιπέτεια ενός προσώπου, οπότε έχει τη δύναμη της μεταφοράς ο όρος «Οδύσσεια».   Ξεκάθαρα δηλωμένο μέσα στον Όμηρο η ρήση: «είναι του Δία αποσταλμένοι». Πιο συγκεκριμένα: «οι φτωχοί και οι ξένοι είναι του Δία αποσταλμένοι».    Έτσι, ο σκηνοθέτης και η συνεργάτις του στη δραματουργία Ελένη Μολέσκη, εστιάζουν στον ξένο και όχι στον Οδυσσέα. Ο Οδυσσέας είναι μια μορφή που είναι εύκολο να καταχωρηθεί στο παραμύθι του μυαλού μας. Και το παραμύθι σε μια οποιασδήποτε αφήγηση είναι γοητευτικότατο, αλλά αφοπλισμένο. «Δε θέλω να το αφοπλίσω, θέλω να το επανα-οπλίσω», τονίζει ο Μιχαήλ Μαρμαρινός.    

Για 1263 στίχους ο ήρωας παραμένει άγνωστος, απρόσωπος, ξένος και μόνο μετά το πρώτο του δάκρυ – και το μετέπειτα γοερό κλάμα – αρχίζει μια διαδρομή «αναγνώρισης». Προσπαθώντας να τον τιμήσουν, επειδή σε έναν ξένο πάντα υπαινίσσεται η θεότητα, προσπαθώντας να διασκεδάσουν τις οδύνες του με Ωδές από ιστορίες ηρώων και θεών, δεν γνωρίζουν ότι τραγουδούν τη ζωή του. Κι όταν εκείνος, μέσα από την αξιοπρέπεια των δακρύων, ζητά να επιτρέψουν σ’ έναν ξένο να συνεχίσει ο ίδιος την ιστορία, γίνεται ένα δραματικό πρόσωπο, ένα είδωλο, στο θέατρο της ζωής του, η «αναγνώριση δε θ’ αργήσει.   Αυτός ο νόστος, αυτό το άλγος του ξένου ανήκει ουσιαστικά σε όλους μας, όταν νιώθουμε ξένοι ως προς τον εαυτό μας. Υπάρχει η «Οδύσσεια» της εσωτερικής γεωγραφίας, δηλαδή αν έχει ο άνθρωπος συναίσθηση της απόστασης του εαυτού του από τον εαυτό του, αρχίζει η μικρή «Οδύσσειά» του να προσεγγίσει εκείνη την πατρίδα που λέγεται «εαυτός».
Χάρη σε μια μοναδικής δραματουργικής έμπνευσης ίντριγκα του ποιητή της Οδύσσειας, (μοναδική σχεδόν στο παγκόσμιο ρεπερτόριο), τα δάκρυα τον έκαναν θεατή, αφηγητή Ραψωδό, ποιητή – της ίδιας του της ζωής . Μαζί με την «αναγνώριση» ανακτά και το όνομα του.

Μπορεί, άραγε, η συμπάθεια – αυτή με την οποία γενναιόδωρα μπορεί να μας ελεήσει η σκηνική εμπειρία του έπους – να λειτουργήσει σαν μια τρυφερή αφή, μια κατανόηση για το δράμα του Άλλου; Τη δυσχερή θέση του ξένου – όπως μας διδάσκει η Ιστορία – όπου τίποτα δε διασφαλίζει πως ο οποιοσδήποτε σύγχρονος άνθρωπος δε θα βρεθεί σε ανάλογη θέση, σε μια απότομη στροφή της ζωής;

Στην παράσταση του ΚΘΒΕ και του ΘΟΚ, ο Μιχαήλ Μαρμαρινός δούλεψε τις τρεις ομηρικές ραψωδίες του νόστου, πάνω στη μετάφραση του σπουδαίου Δημήτρη Μαρωνίτη.  
Ραψωδία Ζ:    
Η ραψωδία εισάγει τον Οδυσσέα στο νησί των Φαιάκων, τον τελευταίο σταθμό του πριν τον νόστο. Αποτελεί ένα είδος «λογοτεχνικής γέφυρας ανάμεσα στον κόσμο του παραμυθιού και στον πραγματικό κόσμο της Ιθάκης».   Ο Οδυσσέας, με τη βοήθεια της θεάς Αθηνάς, φτάνει στην άγνωστη χώρα και αναγνωρίζεται από την κόρη του βασιλιά Αλκίνοου, τη Ναυσικά: (…..) Μόνο του Αλκινόου η θυγατέρα παραμένει ακίνητη·
η Αθηνά τής έδωσε το θάρρος της καρδιάς,
140αυτή της πήρε την τρομάρα από τα μέλη.
Κι όπως απέναντί του στάθηκε αποφασισμένη,
ο Οδυσσέας διχογνώμησε· την κόρη την πεντάμορφη
να την παρακαλέσει στα γόνατά της πέφτοντας,
ή σε απόσταση και με μειλίχια λόγια να της ζητήσει, αν ήθελε,
την πόλη να του δείξει και να του δώσει ρούχα.
Κι όπως το συλλογίστηκε του φάνηκε καλύτερο
κρατώντας την απόσταση και με μειλίχια λόγια να την παρακαλέσει,
μήπως κι αν άγγιζε το γόνα της, η κόρη χολωθεί.
Έτσι μειλίχιος κίνησε τον λόγο του, με σύνεση και πονηριά:
«Γονατιστός προσπέφτω, δέσποινά μου. Είσαι θνητή; θεά; Δεν ξέρω..(μετάφραση Δημήτρης Μαρωνίτης)   Η Ναυσικά τον υποδέχεται με φιλοξενία και μαζί με τη μητέρα της Αρήτη, τον βοηθάνε να συνεχίσει το ταξίδι του.       
Ραψωδία Η:  
H Αθηνά μεταμορφώνεται σε «κόρη παρθενική» και γίνεται οδηγός του Οδυσσέα για να φτάσει στο παλάτι του Αλκίνοου. Με ασπίδα προστασίας του ένα σύννεφο ομίχλης να τον καλύπτει, σταλμένο από τη θεά, ο Οδυσσέας κατορθώνει να μπει στο παλάτι και να φανερωθεί μπροστά στην Αρήτη και τον Αλκίνοο. Ο βασιλιάς των Φαιάκων τον φιλοξενεί στο παλάτι του, προσφέροντάς του πλουσιοπάροχο γεύμα, ως είθισται σε έναν ξένο. Ο Οδυσσέας διηγείται τις περιπέτειές του μετά την αναχώρησή του από την Ωγυγία, αποκρύπτοντας όμως ποιος είναι, και ο Αλκίνοος του υπόσχεται να τον βοηθήσει να επιστρέψει στην πατρίδα του.   (…)Αμέσως, λάμποντας τα μάτια, ανταποκρίθηκε η θεά Αθηνά:
«Μετά χαράς, πατέρα ξένε, θα σου δείξω το σπίτι εκείνο που γυρεύεις·
είναι γειτονικό στο τιμημένο πατρικό μου.
30Μόνο ξοπίσω μου να προχωρείς αμίλητος, εγώ θα προπορεύομαι,
το μάτι σου μην πέσει σε περαστικό, μήτε και να ρωτήσεις πια
άλλον κανένα. Να ξέρεις πως στα μέρη αυτά δεν υποφέρουν
οι άνθρωποι τους ξένους, δεν καταδέχονται να χαιρετήσουν φιλικά,
αν κάποιος φτάσει από αλλού.
Καμάρι τους τα γρήγορα καράβια· ταχύπλοα, μ᾽ αυτά περνούν
το μέγα κύμα· έχουν του Κοσμοσείστη χάρισμα να τρέχουν
με τα πλεούμενά τους σαν πουλιά κι όπως πετά του ανθρώπου η σκέψη.» (Μετάφραση Δ. Μαρωνίτης)      
Ραψωδία Θ:
Ο Αλκίνοος προσφέρει στον Οδυσσέα επίσημο γεύμα προς τιμήν του. Κατά τη διάρκεια του γεύματος, ο Δημόδοκος, ο θείος αοιδός, καλείται να τραγουδήσει το επεισόδιο του Τρωικού Πολέμου όπου ο Οδυσσέας και ο Αχιλλέας φιλονίκησαν. Στο άκουσμα του τραγουδιού, ο Οδυσσέας συγκινείται. Όμως καταφέρνει να συγκρατηθεί, από φόβο μήπως τον αναγνωρίσουν. Το βράδυ της ίδιας μέρας ακολουθεί ακόμα ένα τραγούδι από τον Δημόδοκο, που τραγουδά για τον Δούρειο Ίππο. Ο Οδυσσέας, αυτή τη φορά, δεν μπορεί να κρύψει τα συναισθήματά του και κλαίει με αναφιλητά. Τότε ο Αλκίνοος του ζητά να αποκαλύψει την πραγματική του ταυτότητα και τον ρωτάει γιατί θρηνεί.   

Ο τυφλός αοιδός. …μας συγκινεί με το άσμα του και αποκαλυπτόμαστε άρα απεκδύουμε κι από τα δώρα και τον ξένο σε μας ρόλο που μας δόθηκε ως ξένοι; Δεν είναι ακριβώς ότι μας συγκινεί με το άσμα του. Ναι, πολλά άσματα μας συγκινούν και κυρίως μας συγκινούν γιατί είναι ωραία ή μας συνδέουν με εμάς με έναν τρόπο. Αυτό κάνει το τραγούδι. Το τραγούδι είναι γράσο. Είναι ένα γλιστερό πράγμα που σε πετάει εκεί που νομίζεις ότι δεν ήσουνα. Εκεί λοιπόν που ξαφνικά, γιατί αυτό που συμβαίνει είναι όντως συναρπαστικό, αυτός αρχίζει να τραγουδάει αλλά αυτό που τραγουδάει είναι γι’ αυτόν που έχει βρεθεί εκεί κατά λάθος.   Συγκυριακό, συνταρακτικό και ασύλληπτο. Άφατο. Ανάρθρωτο δεν μπορεί να το περιγράψει κανείς γι’ αυτό και εκεί καταρρέει. Εκεί κλαίει.     Στο σημείο αυτό, στον κλαυθμό, ανατέλλει μια ανάμνηση ταυτότητας, με αφορμή το τραγούδι, καθώς το τραγούδι είναι και άλογο. Δεν περιγράφει τίποτα, χτυπάει κατάκαρδα, όπως και η μουσική. Γράφεται ένα τραγούδι που είναι και ωραίο και πετυχημένο, με άλλα ερεθίσματα, με άλλες αιτίες. Το θέμα είναι ποιες αιτίες, ποιες ζωές θα συναντήσει επάνω του, ποιες θα αγγίξουν το συναίσθημα. Από εκεί αρχίζει να διαμορφώνεται η επιτυχία ενός τραγουδιού. Σημαδεύει τη συλλογικότητα χωρίς να έχει την πρόθεση να εκβιάσει συναισθήματα.    
(….)Κι όταν πια συναθροίστηκαν και βρέθηκαν συγκεντρωμένοι,
πήρε αγορεύοντας τον λόγο ο Αλκίνοος, να πει:
«Ακούστε, των Φαιάκων αρχηγοί και σύμβουλοι,
όσα μου παραγγέλλει η ψυχή στα στήθη· αυτός ο ξένος
(ποιος είναι δεν τον ξέρω) έφτασε στο παλάτι μου περιπλανώμενος,
μπορεί απ᾽ της ανατολής τα μέρη, ίσως κι από της δύσης.
Επιθυμεί να τον ξεπροβοδίσουμε, παρακαλεί για την ασφάλειά του·
εμείς (δεν είναι η πρώτη μας φορά) προτείνω να επισπεύσουμε
την προπομπή του. Γιατί ποιος άλλος, δυστυχής και μόνος,
έφτασε σπίτι μου κι έμεινε περιμένοντας καιρό
με τον καημό της προπομπής του;
Ας ρίξουμε λοιπόν στην άγια θάλασσα μαύρο καράβι
πρωτοτάξιδο· να ξεχωρίσουν και πενήντα δύο αγόρια
διαλεχτά στην πόλη, άριστοι και δοκιμασμένοι ναυτικοί.
Δέσετε πρώτα τα κουπιά σας στους σκαρμούς με τάξη,
ύστερα βγείτε στη στεριά κι ελάτε κατευθείαν σπίτι μου,
σας περιμένει γεύμα· αναλαμβάνω εγώ το χρέος να προσφέρω
πλούσιο δείπνο σ᾽ όλους(…) (μετάφραση Δ.Μαρωνίτης)     Η ραψωδία ολοκληρώνεται με την άφιξη του Οδυσσέα στην Ιθάκη.    Η «Οδύσσεια» περιέχει έναν ωκεανό συμβόλων και οι ερμηνείες που επιδέχεται ανά τα χρόνια είναι ποικίλες. Ο Οδυσσέας στις περισσότερες ερμηνευτικές προσεγγίσεις αναδεικνύεται ως σύμβολο αρρενωπότητας, πατριωτικής φιγούρας, πολεμικής ιδιοφυΐας, πολυμήχανης σκέψης και πιστού συζύγου.   Κατά μία ερμηνεία, η «Οδύσσεια» αποτελεί έναν ύμνο στην πατριαρχία και στο πατριωτικό φαντασιακό ενός λαού, στην παρούσα παράσταση όμως, ο Μιχαήλ Μαρμαρινός και οι συνεργάτες του εστιάζουν σ’ έναν ξένο, όπου γης, τοποθετώντας το κέντρο δράσης στο νησί των Φαιάκων, αλλά με εμφανείς προεκτάσεις στον σύγχρονο κόσμο και στην «Οδύσσεια» των ξεριζωμένων του.        
Ο ηθοποιός Χάρης Φραγκούλης ερμηνεύει αριστοτεχνικά τον Οδυσσέα, τον ξένο που εισέρχεται στη χώρα των Φαιάκων. Ο ήρωας φτάνει στο νησί ναυαγός, σχεδόν γυμνός, εξαντλημένος και εντελώς μόνος. Ως ξένος είναι στη χειρότερη θέση που βρέθηκε ποτέ, από τότε που ξεκίνησε το ταξίδι της επιστροφής. Έχει υπομείνει τα πάνδεινα, έχει χάσει τα αναγκαία και βιώνει την υψίστη ταπείνωση (γυμνός να εξαρτάται όχι από μια θεά, αλλά από ένα απλό κορίτσι). Από αυτό το σημείο μηδέν θα ξεκινήσει η τελευταία φάση της επιστροφής του και πάλι με την επέμβαση της Αθηνάς. Ο Χάρης Φραγκούλης είτε ενστικτωδώς είτε καθοδηγημένος από τον σκηνοθέτη αποδίδει όλα τα παραπάνω με περίσσεια δεινότητα και συγκινεί το κοίλο.   Η Κλέλια Ανδριολάτου είναι η Ναυσικά πλαισιωμένη από τις υπόλοιπες υποψήφιες «νύμφες» των Φαιάκων: τη Γαλάτεια Αγγέλη, την Ερατώ – Μαρία Μανδαλενάκη, τη Στέλλα Παπανικολάου και τη Χριστίνα Μπακαστάθη. Είναι η βασιλοκόρη σε ηλικία γάμου, αγνή, παρθενική, ευλογημένη, κινούμενη οριακά ανάμεσα στην «ιστορία» και στο παραμύθι, ανάμεσα στη γυναίκα και τη θεά και συνιστά ό,τι πλησιέστερο προς την Πηνελόπη έχει μέχρι τώρα βρεθεί στον δρόμο τού Οδυσσέα. Όπως και στην περίπτωση της Καλυψώς, όμως, ο Οδυσσέας παραμένει απερίσπαστα προσηλωμένος στον νόστο. Η νεαρή και όμορφη ηθοποιός, υποστηρίζει φιλότιμα τον ρόλο.    Η Έλενα Τοπαλίδου είναι η λιγομίλητη αλλά εκφραστικότατη Αρήτη, η βασίλισσα των Φαιάκων, σύζυγος του στιβαρού Αλκινόου (Χρήστος Παπαδημητρίου) και μητέρα της Ναυσικάς, οι οποίοι βοηθούν τον Οδυσσέα να επιστρέψει στην πατρίδα του και ο εκλεκτός θίασος μοιράζεται όλους τους άλλους ρόλους, τους οποίους αποδίδουν με ακρίβεια, συγχρωτισμό, συνεργασία, εξαιρετική άρθρωση και φωνητικές, σωματικές ικανότητες και εκτελέσεις, που επιτρέπουν στο κοινό να αντιληφθεί την επίπονη προεργασία αφενός κι αφετέρου να συναισθανθεί το μέγεθος της ταλαιπωρίας του άγνωστου ξένου.   Παράλληλα, η παράσταση φωτίζει – εξ αντανακλάσεως – τον εσωτερικό κόσμο του θεατή, εφόσον εκείνος αντιλαμβάνεται την οξυδερκή ματιά του αρχιτέκτονα Μιχαήλ Μαραμαρινού, τις καινοτόμες ιδέες του και τα πολλαπλά στρώματα παιδείας που υφαίνουν τον καμβά της αφήγησής του και μπολιάζουν το παραμύθι με αξίες ζωής.   Την εξεζητημένη μουσική σύνθεση υπογραφεί ο Κύπριος συνθέτης ΄Αντης Σκορδής, ο οποίος δημιουργεί ηχοτοπία με κυρίαρχα όργανα το βιολοντσέλο και τη φωνή, συμπαθητικό συνταίριασμα με τη συνθήκη δράσης του έργου.  
Στο βάθος, πίσω από τις καλαμιές, πάνω σε ένα βάθρο οι τρεις τσελίστες: Εύη Καζαντζή, Άλμπα Λυμτσιούλη, Αλίκη Μάρδα ερμηνεύουν τη μουσική επί σκηνής .    
Τα κοστούμια, σύγχρονα μεν, αλλά με κάποια αναγωγή στο αρχέτυπο, σχεδίασε η Ελευθερία Αράπογλου σε συνεργασία με τη Δανάη Πανά και τη σκηνογραφία υπογράφει ο Γιώργος Σαπουντζής. Λίγες καλαμιές να υποστηρίζουν την παραποτάμια όχθη, ένας διάδρομος για τους μουσικούς που μετατρέπεται σε τραπεζαρία, ένα κατάρτι, ένα τεράστιο πανί- απομεινάρι καραβιού – μερικές μπάλες ως παιχνίδια των κοριτσιών και μια οθόνη που προβάλλει στίχους, συνθέτουν ένα περιβάλλον που υποστηρίζει την ατμόσφαιρα, χωρίς ποτέ να την επισκιάζει.    
Η Λένια Ζαφειροπούλου, λυρική τραγουδίστρια, ποιήτρια και μεταφράστρια, φορά την ενδιαφέρουσα μάσκα της Μάρθας Φωκά και ενσαρκώνει, με φωνητική μουσική του Άντη Σκορδή, τον τυφλό καλλιτέχνη της αυλής των Φαιάκων (τον Δημόδοκο, που στα συμπόσια του βασιλιά Αλκινόου τραγουδά ιστορίες κοινές σε όλον τον τότε ελληνόφωνο κόσμο για τις περιπέτειες των θεών και για τους άθλους των ανδρών στον Τρωικό Πόλεμο). Οι αφηγήσεις του τυφλού τραγουδιστή γίνονται γέφυρα μεταξύ των Φαιάκων και του Ξένου, ώστε οι άλλοτε αφιλόξενοι Φαίακες να μετατραπούν σε «ξένιους», φιλόξενους και περιποιητικούς οικοδεσπότες.   Ο σχεδιασμός του ατμοσφαιρικού φωτισμού που συμβάλλει τα μέγιστα στην καθηλωτική ατμόσφαιρα, σχεδίασε η βραβευμένη και πολύπειρη Ελευθερία Ντεκώ, χαρίζοντάς μας ποιητικές εικόνες, όπως αυτή του περάσματος στην Αυγή, όπου ο Όμηρος δηλώνει τη λαχτάρα του δακρυσμένου Οδυσσέα να έβλεπε τον καπνό της πατρίδες του να ανεβαίνει, κι ας πέθαινε.   Την κίνηση των ηθοποιών στη σκηνή είτε ομοθυμαδόν είτε κατά μονάδα, δίδαξε η Gloria Dorliguzzo. Η χορογραφία της αφορά τη δισκοβολία, την πάλη, το ακόντιο και τον αγώνα δρόμου, αλλά και μετατρέπει τη συνύπαρξη όλου του θιάσου σε μια δραστική ομάδα χορευτών που, σαν Χορός αρχαίου δράματος, ζωντανεύουν μουσικοχορευτικά την αφήγηση, παροτρύνοντας τον Ξένο να συμμετάσχει και αυτός.  
Η διασκευή – σκηνοθεσία των ραψωδιών Ζ,Η,Θ της Οδύσσειας θέτουν ευρύτερους προβληματισμούς, σε σχέση με την αναπλαισίωση της γνώσης που πρέπει να εισπράττει το κοινό από τις θεατρικές παραστάσεις, μέσω της αξιοθαύμαστης μετάφρασης του Δημήτρη Μαρωνίτη, ο οποίος αναπαράγει με φιλολογική ακρίβεια και πιστότητα, αλλά και βαθιά γνώση της πρωτότυπης αρχαίας γλώσσας τον κόσμο του Ομήρου, αποδίδοντας ταυτόχρονα τις αναπνοές, τους εσωτερικούς κυματισμούς και την προφορικότητα του ομηρικού λόγου.   Το πιο έξυπνο εύρημα του σκηνοθέτη είναι η «αφηγηματική οθόνη», που διαφοροποιεί πλήρως τον σύγχρονο από τον αρχαίο αφηγητή, όμως η μετακύλιση της αφήγησης από στόμα σε στόμα αναγκάζει το κοινό να αγνοήσει το ποιος μιλά και να επικεντρωθεί μόνο στην αφήγηση, ίσως επειδή δεν προλαβαίνει να εμπεδώσει ποιος ηθοποιός υποδύεται τι, εφόσον οι εναλλαγές ρόλων γίνονται αστραπιαία στη διάρκεια της δράσης.   Το μεγάλο μακρύ λευκό τραπέζι του συμποσίου (ένα ακόμη εύρημα – εμβληματικό στοιχείο του σκηνοθέτη), λίγο πριν το τέλος της παράστασης, επιμηκύνεται συμβολικά σε ένδειξη συμφιλίωσης, συνύπαρξης, αποδοχής και ευωχίας.    
Βέβαια, τα αποσπάσματα από την Αινειάδα Βιβλίο ΙΙ στη δραματουργία της παράστασης είναι σε μετάφραση Θεόδωρου Παπαγγελή (εκδόσεις ΜΙΕΤ) και τα σπαράγματα από τον Κόιντο «Τα μεθ’ Όμηρον» Βιβλίο ΧΙΙ7 είναι σε μετάφραση Γιάννη Δούκα, όπως τα διαβάσαμε από το πρόγραμμα, ωστόσο δεν έχουμε παρά να τα αντιμετωπίσουμε ως ζωτικά μέρη ενός ολοκαίνουργιου κειμένου.   
Σ’ αυτή την παραγωγή του ΚΘΒΕ και του ΘΟΚ, ο Μιχαήλ Μαρμαρινός σκηνοθετεί μια παράσταση με σεβασμό στον αφηγηματικό λόγο, με μακρόσυρτες σιωπές, ρωγμές, έντονο τελετουργικό χαρακτήρα και με στοιχεία από παλαιότερες σκηνοθεσίες του, πλήρως ενταγμένα και αφομοιωμένα στην παρούσα παράσταση, χωρίς όμως να τις ξεπερνά.  Ας θυμηθούμε την εξαιρετική, καινοτόμα «Λυσιστράτη» του 2016, που είδαμε και πάλι στο αρχαίο θέατρο Φιλίππων σε δική του σκηνοθεσία, η οποία εστίαζε στην αποδόμηση των συνθηκών που κουβαλάμε μέσα μας και επηρεάζουν την κατανόηση του έργου και του μηνύματός του, καθώς και στην αναζήτηση της ειρήνης, τόσο σε προσωπικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο.     
Ασφαλώς, δεν είναι δυνατόν να γνωρίζω αν ο «συνεταιρισμός» μεταξύ των δυο φορέων Ελλάδος και Κύπρου αποδειχθεί, εν τέλει, ετεροβαρής, αν τηρήθηκαν όλοι οι όροι της συμφωνίας τους. Οι Νομικοί Σύμβουλοι, ως αρμόδιοι, θα το μάθουν και, ίσως, το μάθουν και τα δύο Υπουργεία Πολιτισμού που πληρώνουν τη συνεργασία και την περιοδεία.       ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Μετάφραση: Δημήτρης Μαρωνίτης 
Σκηνοθεσία: Μιχαήλ Μαρμαρινός
Δραματουργική επεξεργασία: Ελένη Μολέσκη-Μιχαήλ Μαρμαρινός 
Σκηνογραφία: Γιώργος Σαπουντζής 
Σχεδιασμός κοστουμιών: Ελευθερία Αράπογλου 
Μουσική σύνθεση: Άντης Σκορδής 
Χορογραφία: Gloria Dorliguzzo 
Σχεδιασμός φωτισμού: Ελευθερία Ντεκώ 
Μάσκες: Μάρθα Φωκά 
Α΄ βοηθός σκηνοθέτη: Ελένη Μολέσκη 
Β΄ βοηθός σκηνοθέτη: Αλεξία Παραμύθα
Βοηθός σκηνογράφου: Kατερίνα Ζυρπιάδου
Βοηθός ενδυματολόγου: Ερνέστα Χατζηλεμονίδου
Βοηθός χορογράφου: Στέλλα Μαστοροστέριου
Βοηθοί φωτισμού: Νάσια Λάζου, Σωτήρης Ρουμελιώτης
Μουσική διδασκαλία: Παναγιώτης Μπάρλας
Συνεργάτης από πλευράς ΚΘΒΕ για σκηνικά και κοστούμια: Δανάη Πανά
Oργάνωση παραγωγής: Εύα Κουμανδράκη
Φωτογραφίες: Mike Rafail (That Long Black Cloud)

ο ξένος και εμείς
ξένος: Χάρης Φραγκούλης   εμείς/Φαίακες:
 Γαλάτεια Αγγέλη, Κλέλια Ανδριολάτου, Γιάννης Βάρσος, Νικόλας Γραμματικόπουλος, Ηλέκτρα Γωνιάδου, Λένια Ζαφειροπούλου, Νεκτάριος Θεοδώρου, Νίκος Καπέλιος, Κωστής Καπελλίδης, Νίκος Κουκάς, Τίτος Μακρυγιάννης, Ερατώ Μαρία Μανδαλενάκη, Χριστίνα Μπακαστάθη, Κλειώ- Δανάη Οθωναίου, Χρήστος Παπαδημητρίου, Στέλλα Παπανικολάου, Φωτεινή Τιμοθέου, Γιάννης Τομάζος, Έλενα Τοπαλίδου, Χάρης Φραγκούλης, Γιάννης Χαρίσης  
Μουσικοί επί σκηνής-τσέλο: Εύη Καζαντζή, Άλμπα Λυμτσιούλη, Αλίκη Μάρδα  

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«Οι Δούλες» του Ζενέ στο «Kouinta Pocket Theatre»

«Οι-Δούλες»-του-Ζενέ-στο-«kouinta-pocket-theatre»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

 
Ξεκινώντας από την κλασική θεατρική σύμβαση της αλλαγής των ρόλων, ο αντισυμβατικός Ζαν Ζενέ παγιδεύει τα πρόσωπά του σε ένα ανελέητο σκηνικό παιχνίδι όπου τα όρια δεν ορίζονται και τα άκρα δεν τελειώνουν. Τα μυστικά πάθη των γυναικών εκρήγνυνται και το παιχνίδι γίνεται τελετουργία εξόντωσης. Ένα έργο με απροσδόκητες τροπές, που μετατρέπει τη σκηνή «σε έναν χώρο όπου όλα επιτρέπονται».

Γραμμένο το 1947, βασίζεται σε μια πραγματική ιστορία που συγκλόνισε τη Γαλλία (την υπόθεση των αδελφών Παπέν) και εξερευνά τα όρια της ταυτότητας, του μίσους και της κοινωνικής καταπίεσης.

Ο «αιρετικός» Ζενέ (1910 – 1986) ταρακούνησε το θεατρικό γίγνεσθαι της εποχής με το «Les Bonnes», του οποίου η ακριβής μετάφραση στα ελληνικά είναι «οι Υπηρέτριες», αλλά και «οι Καλές». Πρώτη δημοσίευση του έργου: περιοδικό L’ Arbalete, τον Μάιο του 1947.

Ο Ζενέ έγραψε τις «Δούλες» κατά παράκληση του Louis Jouvet, που τις ανέβασε στο Theatre de l’ Athenee των Παρισίων, τον Απρίλη του 1947. Ο Jouvet χρησιμοποίησε στην παράστασή του ένα ελαφρώς παραλλαγμένο κείμενο, που εκδόθηκε το 1958 και αποτελεί το στερεότυπο σήμερα κείμενο του έργου.

Ο Ζαν Ζενέ, ένας περιθωριακός εκδιδόμενος ομοφυλόφιλος, κατάδικος και εγκαταλειμμένος από τη μητέρα του, περνάει στα χέρια της πρόνοιας, των αναμορφωτηρίων και των φυλακών, ενώ βρίσκει τον εαυτό του στη συγγραφή. Στη φυλακή έγραψε τα περισσότερα έργα του. Καταλυτικό ρόλο στη ζωή και το έργο του διαδραμάτισε η γνωριμία του με τον Σαρτρ, οπότε μπορούμε σήμερα να πούμε πως ο Ζενέ υπήρξε σημαντικό κομμάτι της γαλλικής διανόησης, καθώς και ένας ιδιαίτερος εκπρόσωπος του θεάτρου του παραλόγου.

Σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου του συγγραφέα το έργο δε γράφτηκε για να δικαιώσει την τάξη των υπηρετών και ν’ ασχοληθεί με τα ζητήματα τους, αλλά πρόκειται για μια αλληγορία. «Οι Δούλες» είμαστε όλοι εμείς με τα όνειρα μας, τις ψευδαισθήσεις μας, τις αρρωστημένες φαντασιώσεις μας, τις ανάγκες διαφυγής μας από την πραγματικότητα.

Ακόμα, «Οι Δούλες» είναι ο αντικατοπτρισμός όλων εκείνων που φοβόμαστε, που αγαπάμε να μισούμε, συμπεριλαμβανομένης και της εξουσίας, η οποία στο έργο απεικονίζεται με την παρουσία της Κυρίας, που με τη σειρά της εξουσιάζει τις δούλες της και ορίζει το παρόν και το μέλλον τους, αλλά είναι και ‘’δούλα’’ του Κυρίου, ωσεί παρών στο έργο, όμως η δύναμή του την παραλύει.

Παρακολουθούμε, λοιπόν, τη διάλυση της προσωπικότητας του ανθρώπου, σε κατάσταση ανελευθερίας και εξάρτησης, μέσα από την ποιητική, «συμβολική» γλώσσα του θεάτρου του Παραλόγου.

Η «Κυρία» αντιπροσωπεύει συμβολικά τον κόσμο των άστοργων ανθρώπων, που, κατά τον Ζενέ, πρέπει να πεθάνει. Γύρω από αυτή τη σκέψη και το πάθος της εκδίκησης περιστρέφεται ο μύθος του έργου.

Απόκληρος στη ζωή του ο συγγραφέας, συμπαθεί και συμπονά τους ομοίους του, ενώ μισεί αυτούς που τους βλάπτουν. Ολόκληρο το έργο κρύβει ένα τραγικό μεγαλείο: την άρνηση του ανθρώπου να υποδουλωθεί.

«ΣΟΛΑΝΖ: Καί δέ μοῦ λές, ὅλες αὐτές τίς λεπτομέρειες τῆς ζωῆς μας, τί τίς ἤθελες… Ἦταν ἀνάγκη νά μποῦνε κι αὐτές μέσα στό… στό… ΚΛΑΙΡΗ : Στό… στό… σέ ποιό; Ἄντε λοιπόν! Βρές του ἕνα ὄνομα! Βάφτισέ το! Μήπως ξέρουμε κι ἐμεῖς τί ‘ναι αὐτό πού κάνουμε; «Παιχνίδι» εἶναι; «Θέατρο»; Τέλος πάντων! Καλύτερα νά μήν ἀρχίσουμε τώρα αὐτή τή συζήτηση. Ὅπου νά ‘ναι ἡ Λεγάμενη θά γυρίσει. ᾿Αλλ’ αὐτή τή φορά, Σολάνζ, ἔ; Τήν κρατᾶμε γερά, δέ μᾶς ξεφεύγει…»

 Πρόκειται για μια ιστορία τεράτων (η λέξη είναι του ίδιου του Ζενέ ). Είναι μια ονειρική προβολή σ’ ένα σκοτεινό σύμπαν, το οποίο ξεφεύγει από τις κατηγορίες της σκεπτόμενης λογικής. Παίζοντας την Κυρία τους οι υπηρέτριές της, η Κλαίρη και η Σολάνζ, τακτοποιούν έναν διπλό λογαριασμό μαζί της. Συγχρόνως δε, την απεχθάνονται και τη λατρεύουν, ακόμη και σωματικώς. Το εκ βαθέων μίσος τους φτάνει έως την απόπειρα δολοφονίας, ενώ βρίσκονται σε προβεβλημένη ανήθικη σχέση. Παίζουν το: να απεχθάνονται η μία την άλλη. Το παιχνίδι τους, όμως, παροξύνει την αμοιβαία τους απέχθεια. Στην πραγματικότητα, οι δούλες είναι το είδωλο η μία της άλλης.

Παρασυρόμενες από τη ζήλια τους, όντας αδικημένες από τη ζωή και από την κοινωνία για το στάτους στο οποίο είναι καταδικασμένες να ζουν, καταστρώνουν σχέδια να καταστρέψουν την κυρία. Αρχικά, στέλνουν ανώνυμα γράμματα στην αστυνομία που αποκαλύπτουν πως ο σύζυγος (Κύριος) είναι απατεώνας, κλέφτης και λωποδύτης και πως τα πλούτη του είναι παράνομα και δεν είναι αποτέλεσμα τίμιου, εργασιακού μόχθου. Αποκαλύπτεται επίσης υποψία μιας ενδεχόμενης δολοφονίας της Κυρίας, ώσπου το ενδεχόμενο γίνεται απόφαση και προμελετημένο έγκλημα. Οι δύο δούλες καταστρώνουν το σχέδιο της δολοφονίας, το οποίο αποτυγχάνει και οδηγεί τη μία από τις δύο σε αυτοκτονία.

Κάθε φορά που η Κυρία τους λείπει, οι δύο αδελφές παίζουν ένα επικίνδυνο παιχνίδι ρόλων. Η μία υποδύεται την «Κυρία» και η άλλη την «υπηρέτρια».

Μέσα από αυτό το παιχνίδι, εκτονώνουν το μίσος τους για την εργοδότριά τους, φτάνοντας κάθε φορά μέχρι το σημείο της εικονικής δολοφονίας της.

Η φαντασίωση αρχίζει να μπερδεύεται με την πραγματικότητα. Όταν μια προσπάθειά τους να παγιδεύσουν τον εραστή της Κυρίας αποτυγχάνει, ο φόβος της αποκάλυψης τις οδηγεί σε μια απεγνωσμένη απόφαση: να μετατρέψουν το παιχνίδι σε αληθινό φόνο.

Ο Ζενέ χρησιμοποιεί την τεχνική του καθρεφτισμού. Οι δούλες δεν θέλουν απλώς να σκοτώσουν την Κυρία· θέλουν να γίνουν η Κυρία. Είναι μια συνεχής εναλλαγή προσωπείων, όπου η αλήθεια χάνεται.

Επί της ουσίας, οι τρείς ηρωίδες κάνουν μια οργισμένη συνειδησιακή επανάσταση ενάντια στον εαυτό τους για να εξαφανίσουν τη βασανιστική σχέση αφεντικού -δούλου, με την οποία είναι δεμένες ανέκκλητα, αλλά αγωνίζονται μάταια. Από την αρχή της παράστασης είναι εμφανής η κρίση των σχέσεων Κυρίας- υπηρετριών, οι οποίες οικειοποιούνται τον πολιτισμό της, προσπαθούν να μπουν στο «πετσί» της, πράγμα το οποίο τις καθιστά απάνθρωπες, κυνικές και υποκρίτριες.

Σημείωση: Το έργο θεωρείται κορυφαίο δείγμα του Θεάτρου του Παραλόγου και της σκληρότητας, καθώς δεν προσφέρει μια εύκολη λύση ή μια ηθική δικαίωση, παρά μόνο μια τραγική κάθαρση.

  • Εδώ δεν έχουμε «καλούς» και «κακούς», αλλά ανθρώπους παγιδευμένους σε ρόλους που τους επιβάλλει η κοινωνία και οι ίδιοι οι εαυτοί τους.

Οι χαρακτήρες: Κλαίρη: Είναι η πιο «εύθραυστη» αλλά και η πιο επικίνδυνη. Στο παιχνίδι των ρόλων, συνήθως υποδύεται την Κυρία. Μέσα από αυτή τη μεταμφίεση, βιώνει μια ναρκισσιστική ηδονή, αλλά ταυτόχρονα νιώθει απέχθεια για το σώμα της και την τάξη της.

Σολάνζ: Η μεγαλύτερη αδελφή, η πιο «γειωμένη» και σκληρή. Συχνά λειτουργεί ως ο προστάτης της Κλαίρης, αλλά η σχέση τους είναι τοξική, γεμάτη ενοχές και αμοιβαία εξάρτηση. Είναι αυτή που στο τέλος καλείται να διαχειριστεί την τραγική κατάληξη.

Η Κυρία: Αν και εμφανίζεται λίγο, η παρουσία της είναι καταλυτική. Είναι η ενσάρκωση της επιφανειακής ευγένειας που κρύβει μια βαθιά περιφρόνηση. Δεν είναι ένα «τέρας» με την μεταφορική έννοια, αλλά η αδιαφορία της για την ανθρώπινη υπόσταση των υπηρετριών της, είναι αυτό που τις εξωθεί στα άκρα.

Πολύ καλή στον ρόλο η Ναταλία- Άννα Βασιλέκα.

Η Ελένη Μόμτσου (Κλαίρη) και η Νατάσα Σταύρακα ( Σολάνζ) είναι εξαιρετικές ηθοποιοί. Δοτικές, σε βαθμό να ελευθερώσω τη δύναμη της αυθαιρεσίας μου. Στις ονειροπολήσεις τους μέσα σε πύργους και σε τεράστιους κήπους, εγώ σεργιάνιζα στο «lifestyle περιοδικό.

 Στις εξομολογήσεις κρυφών επιθυμιών τους, έτσι όπως η κινηματογραφική μουσική τις έντυνε, εγώ κολυμπούσα μέσα στις εικόνες του Πολάνσκι από το «Μαχαίρι στο Νερό».

 Στις εκρήξεις της Κυρίας (Ναταλία – Άννα Βασιλέκα) , εγώ γινόμουν εκτιμητής του «επαίνου ερμηνείας».

Στις αψιμαχίες των υπηρετριών, εγώ χάζευα την Μπέτι Ντέιβις με την Τζόαν Κρόφορντ στην «Κακιά αδελφή». 

 Σ’ όλες τις σκηνές κυριαρχίας των «Δούλων», εγώ τις στεφάνωνα με κλαδιά ελιάς, ως ένδειξη απεριόριστης εκτίμησης, θαυμασμού και συγκίνησης. Υπέροχες και οι δύο.

Η αδιαμφισβήτητη σκηνική χημεία τους «φωνάζει» τη συλλογική προσπάθεια, τον σπάνιο επαγγελματισμό, τον συνειδητό κόπο που καταβάλουν, αλλά και την άριστη τεχνική δομή, τις αρετές, το ήθος και την αρτιότητα της προσωπικής τους «εργαλειοθήκης». Κλαίρη και Σολάνζ μπλέκονται η μία μέσα στην άλλη, κατακτώντας κάθε κομμάτι του καθρέφτη αλλά και της ύπαρξής τους.

Η Κλαίρη της Μόμτσου είναι τόσο εσωτερική και τρυφερή σαν κλωναράκι κι όμως τόσο σκληρή, σαν κεντρί. Στον αντίποδα, η Σολάνζ της Σταύρακα δείχνει τόσο ενεργειακά ακέραιη σε όλη τη διάρκεια, όσο και παραληρηματικά συντονισμένη στο «εγώ» του ρόλου. Είναι ο αέρας που μπαίνει από τις χαραμάδες και ψυχραίνει κάθε ένταση, από τη δροσερή υγρασία ως τη θανατερή παγωνιά.

Ο Ζενέ λέει ότι το έργο του είναι αλληγορικό και ότι οι Δούλες είμαστε εμείς, ο κάθε αναγνώστης, ο κάθε θεατής. Ο κάθε άνθρωπος που διαψεύδεται, πέφτει και σηκώνεται, ονειροπολεί, απελπίζεται, είναι θύμα της εξουσίας, αλλά και θύτης ταυτόχρονα. Ο κάθε άνθρωπος και κάθε συναίσθημα που κουβαλά: μίσος, φόβο, φθόνο, λατρεία. Που θέλει να ζήσει μια άλλη ζωή από αυτήν που του επιβάλλει η μοίρα.

Η Ναταλία- Άννα Βασιλέκα, που σκηνοθετεί την παράσταση στο Θέατρο « Kouinta Pocket Theatre» της Καβάλας , στην εξαίσια μετάφραση του ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, βρίσκει τον δρόμο, ξετυλίγει το νήμα ευθύγραμμα, στοχεύει κατ’ ευθείαν στον ποιητικό πυρήνα χωρίς να στέκει στο γράμμα, και αποφεύγει – όσο γίνεται- τους περίπλοκους μαιάνδρους μιας αέναα ελισσόμενης, ενδοστρεφούς σκέψης, που « Φυσις κρύπτεσθαι φιλεί», φράση του Ηράκλειτου που δηλώνει ότι η αλήθεια και η βαθύτερη ουσία των πραγμάτων δεν είναι φανερές, αλλά απαιτούν αναζήτηση, νόηση και διείσδυση πέρα από τις επιφανειακές εντυπώσεις.

Η παράσταση έχει εξαιρετικούς ρεαλιστικούς-ονειρικούς – την ίδια στιγμή – χρόνους και ρυθμούς και μια συμπάγεια ύφους διαυγούς, μέσα στη «θολότητά» του, που την αναδεικνύουν ως μια αξιόλογη προσέγγιση του δημοφιλούς έργου, που ανεβαίνει πολύ συχνά στη χώρα μας.

Και στην Καβαλιώτικη παρουσίαση των «Υπηρετριών», η συγγραφική μαεστρία του Ζενέ να φέρει το θέατρο μέσα στο θέατρο, οι δύο αδερφές δονούνται από δολοφονικά ένστικτα, εκδηλώνουν νευρώσεις και ζουν τη μεγάλη σύγκρουση, μιας και η «Κυρία» – που πλέον είναι υποχείριό τους, εφόσον την υποδύονται – φαίνεται να τις αγαπά, να θέλει να τους δίνει πράγματα, να στηρίζεται επάνω τους.

Παγιδευμένες αιώνια μέσα στην κρεβατοκάμαρα της Κυρίας, βεβηλώνουν με λύσσα τα αντικείμενα-σύμβολα της εξουσίας και αναβιώνουν επίμονα, σχεδόν εμμονικά, τον ίδιο φαύλο κύκλο. Το παιχνίδι των ρόλων ξερνάει τις αλήθειες τους και δυναμιτίζει τις ναρκωμένες τους αισθήσεις. Μήπως όμως είναι και αυτό μια πλάνη;

Κάθε φορά που το παιχνίδι κορυφώνεται, η «Κυρία» αναπάντεχα επιστρέφει, έτσι όλα μένουν στην μέση ανολοκλήρωτα μέχρι να φύγει πάλι εκείνη και να αρχίσουν όλα από την αρχή. Όμως μια φορά η Κλαίρη αποφασίζει να το πραγματώσει το έργο, αποφασίζει να πιει το θανατηφόρο τίλιο, ώστε να επιτευχθεί η δολοφονία. Το τέλος είναι συγκλονιστικό και δίνει μια γερή γροθιά στο στομάχι. Σοκάρει τον αναγνώστη, επειδή ο Ζενέ τολμά να βάλει το μαχαίρι στο κόκαλο.

Τα σκηνικά και τα κοστούμια της παράστασης από Ν.Ο. λιτά, μαύρα, συμβολίζουν τη σκοτεινή ψυχή των υπηρετριών και, σαφώς, εξυπηρετούν την μετακόμιση. Η ενδυμασία της Κυρίας, ανάλογη του πλούτου και της τάξης της.

Οι φωτισμοί (Σαράντη Ζορντού) τονίζουν τη σκηνοθετική άποψη. Μοναδική καλαίσθητη εξαίρεση, ο φωτισμός της ονειρικής τουαλέτας – κάδρο, που καμαρώσαμε όλοι. Πάνω και κάτω από τη σκηνή.

Η μετάφραση του σπουδαίου Οδυσσέα Ελύτη πρωτοπαρουσιάστηκε το 1968 από το Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Χατζημάρκου. Ο Έλληνας, νομπελίστας ποιητής, έβαλε την υπογραφή του σε τρία συνολικά θεατρικά έργα ως μεταφραστής, εκτός από τις «Δούλες», στον «Κύκλο με την κιμωλία» του Μπέρτολτ Μπρεχτ και στην «Οντίν» του Ζαν Ζιροντού.

 «Οι Δούλες» της «Κουΐντα» είναι μια παράσταση αφιερωμένη στην καταπίεση και στην κοινωνική ανισότητα, θύματα των οποίων υπήρξαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν άνθρωποι, όσο ο κόσμος μας υπάρχει, έστω κι αν ζει και κινείται σε γήινες πλαστικές κατασκευές ή επιπλέει σε πλαστικές υδάτινες επιφάνειες.

 Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Ναταλία Άννα Βασιλέκα
Μετάφραση: Οδυσσέας Ελύτης
Ηθοποιοί: Έλενα Μόμτσου, Νατάσα Σταύρακα, Ναταλία Άννα Βασιλέκα
Σκηνικά: Ν.Ο.
Φωτισμοί: Σαράντος Ζουρντός
Ενδυματολογική και μουσική επιμέλεια: Ναταλία Άννα Βασιλέκα
Μουσική επεξεργασία: Παναγιώτης Λαζαρίδης
Φωτογραφίες, Βίντεο: microfilming: Γιάννης Τεκερίδης
Παραγωγή: Kouinta Theatre Productions

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Αλέκος Σακελλάριος – Χρήστος Γιαννακόπουλος: «Η δεξιά, η αριστερά και ο κυρ-Παντελής» στο θέατρο της Ε.Μ.Σ. Θεσσαλονίκης

Αλέκος-Σακελλάριος-–-Χρήστος-Γιαννακόπουλος:-«Η-δεξιά,-η-αριστερά-και-ο-κυρ-Παντελής»-στο-θέατρο-της-ΕΜΣ.-Θεσσαλονίκης

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Το δίδυμο Αλέκος Σακελλάριος – Χρήστος Γιαννακόπουλος αποτελεί το «χρυσό πρότυπο» καλλιτεχνικής συνεργασίας στην Ελλάδα. Η χημεία τους ήταν τόσο σπάνια που κατέληξαν να γράφουν σαν ένας άνθρωπος, δημιουργώντας αυτό που ονομάζουμε «αστική κωμωδία».

Η συνεργασία τους δεν ήταν απλώς μια μοιρασιά ιδεών και σκέψεων, αλλά μια πλήρης ταύτιση. Λέγεται ότι ο Σακελλάριος αφουγκραζόταν τον κόσμο στα καφενεία, στους δημόσιους χώρους και μάζευε υλικό, ύστερα κάθονταν ο ένας απέναντι στον άλλο και «πετούσαν» ατάκες. Ο Σακελλάριος ήταν συνήθως ο πιο ορμητικός και πληθωρικός, ενώ ο Γιαννακόπουλος ήταν ο μεθοδικός, αυτός που «φίλτραρε» το χιούμορ και έδινε δομή.

Πολλά από τα έργα τους γράφτηκαν με τον έναν να περπατάει στο δωμάτιο και να υπαγορεύει, ενώ ο άλλος κρατούσε σημειώσεις, διορθώνοντας ταυτόχρονα τον ρυθμό της ατάκας.

Είχαν καταφέρει κάτι αδιανόητο για δημιουργούς: δεν τους ένοιαζε ποιος βρήκε την καλύτερη ατάκα. Το «Εγώ» είχε υποχωρήσει μπροστά στο «Εμείς».

Και οι δύο αγαπούσαν τον καθημερινό άνθρωπο, τις αδυναμίες του και τη γλώσσα του δρόμου. Δεν προσπαθούσαν να κάνουν «υψηλή τέχνη», αλλά αληθινό θέατρο.

 Ο Σακελλάριος ήταν ο εξωστρεφής σκηνοθέτης και στιχουργός, ο Γιαννακόπουλος ήταν η ήρεμη δύναμη, πιο χαμηλών τόνων αλλά με κοφτερό πνεύμα. Αριστεροί και οι δυο, αλλά χορτάτοι, καθότι ευτραφείς. Αλλιώς κατεβάζει ιδέες ο χορτάτος κι αλλιώς ο πεινασμένος. Το μυαλό ζητάει φαγητό για να γεννήσει πνεύμα, ενώ άλλοι λιμασμένοι έκαναν βουτιά στη ανάγκη, όπερ σημαίνει: στη φάκα ζωντανό δίποδο, τετράποδο, σε κλουβί ή αδέσποτο και «Θε’ μου συγχώρα με”.

Έγραψαν μαζί πάνω από 200 έργα. Αυτός ο όγκος δουλειάς τούς ανάγκασε να βρουν έναν αυτοματοποιημένο τρόπο συνεργασίας που δεν άφηνε περιθώρια για καβγάδες.

Το συγκεκριμένο έργο που επέλεξε να ανεβάσει ο Σταμάτης Φασουλής στο πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα, αφορά την περίοδο που η Ελλάδα ήταν μια χώρα με νωπές πληγές, όπου:

Η καχυποψία ήταν καθημερινό φαινόμενο.

Η λογοκρισία και ο έλεγχος των φρονημάτων ήταν στην ημερήσια διάταξη.

Η φτώχεια πίεζε τη μεσαία και χαμηλή τάξη.

Οι Σακελλάριος και Γιαννακόπουλος, όντες ευφυείς παρατηρητές, χρησιμοποίησαν το γέλιο ως «φάρμακο», για να εκτονώσουν την ένταση της εποχής, δείχνοντας ότι μέσα σε κάθε σπίτι υπήρχε ένας μικρός «εμφύλιος» πάνω από ένα πιάτο φαγητό.

«Η δεξιά, η αριστερά και ο κυρ-Παντελής» παρουσιάστηκε πρώτη φορά το 1946 από τον Θίασο Κοτοπούλη στο θέατρο Rex, με πρωταγωνιστή τον Βασίλη Λογοθετίδη.

«Η κωμωδία είναι λυτρωτική και μάλιστα είναι η μοναδική που έχει γραφτεί για τα Δεκεμβριανά! Πρόκειται για ένα διαχρονικό έργο! Ένα πραγματικό διαμάντι»! λέει ο σκηνοθέτης Σταμάτης Φασουλής.

 Θα περίμενε κανείς έναν κάποιο εκμοντερνισμό, μια αναγωγή στο σήμερα, επειδή ο διχασμός και η πόλωση υφίστανται σε υπερθετικό βαθμό στις μέρες μας, σαφώς και εξαιτίας της μεγέθυνσης που δίνουν τα ηλεκτρονικά Μέσα Ενημέρωσης, στο όποιο γεγονός, άξιο ή ανάξιο λόγου. Αλλά ο σκηνοθέτης προτίμησε ν’ αφήσει τη οσμή της ναφθαλίνης να πλανάται πάνω στα λόγια, στα κοστούμια, στα υπονοούμενα, στα ολοφάνερα αλληλομαχαιρώματα, αλλά και στα φθαρμένα έπιπλα και στα παλιομοδίτικα κοστούμια.

 Και καλά έκανε, γιατί αλλιώς, θα ρήμαζε την αυθεντικότητα του πρωτοτύπου. Επί πλέον, τι νόημα θα είχε , ας πούμε, η εμφάνιση μιας κοπελιάς είτε υπηρέτριας είτε χειραγωγημένης ακτιβίστριας από την αριστερά ή τη δεξιά, με νεύρα κουρέλι και σπασμωδικές εκφράσεις εν μέσω πολιτικής, εμπρηστικής συζήτησης ανδρών, περί εθνικοφροσύνης ή αντιστασιακών κινήσεων, εάν κατέθετε η γυναίκα με μορφασμούς ότι με καθυστέρηση δέκα ημερών, εμφανίστηκαν λαχανιασμένα, αναστατωμένα, αδικαιολόγητα, βιαστικά κι ανεξήγητα τα ματωμένα ρούχα της, που δεν χτυπήσανε κουδουνάκι, περάσανε μόνο την πόρτα γλοιώδικα, θανατερά και αν, με οργίλο μάτι που έσταζε ειρωνεία, κοίταζε με νόημα πότε τον αριστερό γιο, πότε τον δεξιό και πότε τον σοκαρισμένο πατέρα;

Μια άλλη προσέγγιση, θα μπορούσε να εμπνευστεί μια φρέσκια οδό που, ίσως, έφερνε και τα νιάτα στο θέατρο. Αλλά αυτό το μπαστάρδεμα, που πολλοί σημερινοί σκηνοθέτες στον βωμό της μεταμοντέρνας άποψης κουρελιάζουν τα παλαιά κλασικά έργα, θα δημιουργούσε σύγχυση και, γιατί όχι, προσβολή στο αυθεντικό.

 Οπότε, πάμε παρακάτω, έτσι όπως ήρθαμε.

Σ’ ένα λαϊκό σπίτι, η οικογένεια Βούλγαρη φωτίζει κάθε μικρό κενό στην υπόθεση «Δεκεμβιανά». Ο κυρ Παντελής προσπαθεί να βάλει σε τάξη το σπίτι του, το χωρισμένο στην Αριστερά από τον γιο του Κώστα και στη Δεξιά από τον άλλο γιο, τον Σταύρο.

Με τη σύζυγό του Αθηνά προσπαθούν να εξομαλύνουν την κατάσταση. Τα άλλα πρόσωπα, η Φρόσω που τραγουδά, ο πολιτοφύλακας και εθνοφύλακας ταυτόχρονα, η Φωφώ, η Πιπίτσα και ο φίλος κυρ Σωτήρης, προσπαθούν να βοηθήσουν με τον δικό τους τρόπο. Όλοι έχουν χωριστεί στα δύο. Μπορεί να αλλάξει άραγε αυτό; Ο σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής προσθέτει στο φινάλε ένα δικό του κείμενο που δίνει απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα.

Πειστική απόδοση του θεατρικού κειμένου στην εν λόγω παράσταση και, κυρίως, της ατμόσφαιρας της εποχής. Μολονότι η πλοκή εκτυλίσσεται σε μία από τις τραγικότερες περιόδους της σύγχρονης Ελληνικής ιστορίας, το έργο διακωμωδεί τις καταστάσεις με σχεδόν αριστοφανικό τρόπο και οι ηθοποιοί καταφέρνουν, με την ερμηνεία τους, να αναπαραστήσουν γλαφυρότατα την σύγχυση και την αντιπαλότητα που δημιούργησε ο εμφύλιος πόλεμος στην ελληνική κοινωνία.

Ο πατέρας, ο πολύπαθος κυρ Παντελής, που υποδύεται εξαιρετικά ο Σταμάτης Φασουλής, παλεύει να κρατήσει τις ισορροπίες ανάμεσα στους δύο γιους του, οι οποίοι βρίσκονται σε αντίπαλα στρατόπεδα. Ο ένας υποστηρίζει σθεναρά τη μία παράταξη, ενώ ο άλλος αγωνίζεται στο πλευρό της άλλης.

Ο ίδιος είναι παγιδευμένος στην ανασφάλεια που κερνούσε η περίοδος με τους διαχωρισμός και τη διχόνοια. Και το δείχνει απολαυστικά: Τρέμει μην μπλέξει με την αστυνομία ή την πολιτική.

Πιστεύει ότι αν βρει έναν «μπάρμπα στην Κορώνη» (ένα μέσο), θα λύσει το πρόβλημά του.

Αγανακτεί με την ακρίβεια και τη διαφθορά, αλλά στο τέλος, πληρώνει αυτός το «νόμισμα».

 Ωστόσο, οι συγκρούσεις των παιδιών του είναι έντονες, οι απόψεις τους αδιαπραγμάτευτες και ο ίδιος ο κυρ Παντελής γίνεται έρμαιο των δυο πλευρών, αναγκασμένος να ταλαντεύεται, ας πούμε ισόποσα, μεταξύ των δύο κόσμων, ισορροπώντας με μαεστρία ανάμεσα στο χιούμορ και στη συγκίνηση.

Με τη γνωστή εκφραστικότητα και σκηνική του παρουσία, ο Σταμάτης Φασουλής, ζωντανεύει έναν χαρακτήρα που παλεύει με τις κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις της εποχής. Κάθε του κίνηση και παύση είναι μελετημένη, αποδεικνύοντας τη δουλειά που προηγήθηκε της ερμηνείας.

Η μητέρα, Ελένη Καστάνη, μοιάζει να ζει σε μια φτιαχτή πραγματικότητα. Με την αφέλειά της βλέπει τα πάντα μέσα από έναν πιο φωτεινό και αισιόδοξο φακό. Η στάση της, ίσως κάπως υπερβολική, δεν είναι μόνο μια ασπίδα προστασίας από την αγριότητα των γεγονότων, αλλά και ένας τρόπος να κάνει την καθημερινότητα πιο ανεκτή, πιο υποφερτή.

Η παράσταση, ωστόσο, ισορροπεί επιτυχώς ανάμεσα στην κωμωδία και στο δράμα, προσφέροντας γέλιο και συγκίνηση στους θεατές, έστω κι αν απουσιάζει η νεολαία από την αίθουσα.

Η Δέσποινα Πολυκανδρίτου ενσαρκώνει ήσυχα τον ρόλο της Φρόσως, της οικιακής βοηθού της οικογένειας. Αυθεντικά αποδίδει την αθωότητα του χαρακτήρα, ενώ με το τραγούδι της μεγεθύνει την ικανοποίηση του κοινού.

Τους δύο γιους τής οικογένειας, που βρίσκονται σε αντίπαλα ιδεολογικά στρατόπεδα, ερμηνεύουν πειστικά ο Απόστολος Καμιτσάκης (Σταύρος – δεξιός) και ο Γιώργος Βουρδαμής (Κώστας – αριστερός). 

 Από την μία, ο Καμιτσάκης αποδίδει με στιβαρότητα και εσωτερική ένταση τον Σταύρο, μεταφέροντας στην πλατεία τον συντηρητισμό και την ανάγκη του χαρακτήρα του για τάξη και σταθερότητα.

Από την άλλη, ο Βουρδαμής, ζωντανεύει με πάθος και ευαισθησία τον Κώστα, που πιστεύει σε έναν πιο δίκαιο κόσμο.

Και οι δύο ηθοποιοί δημιουργούν μια δυναμική αντίθεση που μεγαλώνει την ένταση της παράστασης, ενώ οι συγκρούσεις τους στη σκηνή είναι εντυπωσιακές με την αληθοφάνειά τους.

«Η ελευθερία του Σταύρου τελειώνει εκεί που ξεκινάει η ελευθερία του Κώστα. Και η ελευθερία του Κώστα τελειώνει εκεί που ξεκινάει η ελευθερία του Σταύρου». Το μότο του κυρ – Παντελή.

Ο Γιώργος Δεπάστας είναι ο Σωτήρης, ο σταθερός, καλός φίλος του πατέρα. Με την ήρεμη παρουσία του λειτουργεί ως αγγελιοφόρος της οικογένειας, φέρνοντας άλλοτε ευχάριστα και άλλοτε δυσάρεστα νέα.

Ο Γιώργος Κορομπίλης υποκρίνεται αξιέπαινα τον Πολιτοφύλακα και τον Εθνοφύλακα, δύο ρόλους που αποτελούν τις δύο όψεις του αυτού νομίσματος. Με κάθε αλλαγή στο χαρακτήρα του φέρνει στο φως τις αντιφάσεις και τις αντιπαραθέσεις της εποχής, ωστόσο, οι ρόλοι φαίνονται τόσο παρόμοιοι και, ταυτόχρονα, τόσο διαφορετικοί.

Αντίστοιχα, η Μαρία Καραβά είναι απολαυστική και ως Φωφώ – Ελασίτισσα, και ως Πιπίτσα – Εθνικίστρια. Με την καλοδουλεμένη αλλαγή στην εκφραστικότητα, φανερώνει τη δυναμική των δύο εντελώς αντίθετων χαρακτήρων, δημιουργώντας μια ενδιαφέρουσα και έντονα αντιφατική σκηνική εικόνα.

Όσοι έζησαν ή μελέτησαν την εποχή αυτή, γνωρίζουν ότι στα γεγονότα που συμβαίνουν και διακωμωδούνται στο έργο έχουν εν πολλοίς λάβει χώρα : οικογένειες χωρισμένες στα δύο, έχθρες και μίση μεταξύ συγγενών και πρώην φίλων, εξορίες, μάχες δρόμο με δρόμο στην Αθήνα, έφοδοι σε σπίτια αντιφρονούντων και απαγωγές εκατέρωθεν, όπλα που εξαφανίζονταν και επανεμφανίζονταν, πολίτες που κρύβονταν από τον φόβο έκτροπων από τους αντιφρονούντες.

Όλα έχουν συμβεί και η παράσταση, εντός ορίων και όπως πρέπει για σατιρική κωμωδία. Πρόκειται για μία ικανοποιητική προσέγγιση καταστάσεων, σε μία τόσο άθλια και τραγική περίοδο της Ελληνικής ιστορίας, στη σκηνή του θέατρου της Ε.Μ.Σ.

Οι δύο συγγραφείς έχουν μεταφέρει ευφυώς την επικαιρότητα της μεταπολεμικής εποχής στο έργο τους, καθώς η δυσάρεστη πραγματικότητα ενός λαού αντικατοπτρίζεται στους τέσσερις τοίχους μιας μικροαστικής εστίας , που κι αυτή έχει μοιραστεί στα δύο, όπως και όλη η Ελλάδα.

Τα σκηνικά και κοστούμια του Πάρι Μέξη, στη φόρμα των απλοϊκών αστών, σ’ ένα σπίτι επιπλωμένο με ό,τι φοράει η εποχή.

Οι τέσσερις τοίχοι του σπιτιού αντικατοπτρίζουν ολόκληρη την πολύπαθη χώρα, σε μια ακόμη πικρή περίοδο, εφόσον ήταν ξανά μοιρασμένη στα δύο.

Το έργο δείχνει πώς η μεγάλη πολιτική ιστορία εισβάλλει βίαια στην ιδιωτική ζωή και διαλύει τους οικογενειακούς δεσμούς.

Ο σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής Σταμάτης Φασουλής έχει κατανοήσει σε βάθος ότι οι Σακελλάριος-Γιαννακόπουλος δεν ήθελαν να κάνουν πολιτική καθοδήγηση. Ήθελαν να δείξουν ότι ο Έλληνας, ανεξαρτήτως παράταξης, είναι θύμα μιας κακής οργάνωσης του κράτους.

Παρόλο που τα γεγονότα είναι δραματικά, οι συγγραφείς χρησιμοποιούν το χιούμορ ως μέσο εκτόνωσης και κριτικής. Το έργο χαρακτηρίζεται ως «λυτρωτικό» γιατί επιτρέπει στον θεατή να δει με μια πιο ψύχραιμη ματιά τα πάθη του παρελθόντος, ενώ δεν παίρνει το μέρος της μίας ή της άλλης πλευράς. Αντίθετα, εστιάζει στον «μέσο άνθρωπο» (τον κυρ-Παντελή), ο οποίος παγιδεύεται σε καταστάσεις που δεν ελέγχει. Το μήνυμα είναι βαθιά συμφιλιωτικό, αναδεικνύοντας τον παραλογισμό του διχασμού.

Το έργο παραμένει εξαιρετικά επίκαιρο, καθώς υπενθυμίζει τις συνέπειες της πόλωσης και τη διαχρονική ανάγκη για ενότητα και η σκηνοθεσία του Σταμάτη Φασουλής, έξυπνη, με γρήγορους ρυθμούς και καλή ενορχήστρωση όλων των δυνάμεων επί σκηνής, κάνει τη διαφορά ανάμεσα στο να παρακολουθείς, απλώς, ηθοποιούς να λένε τα λόγια τους και στο να νιώθεις ότι γίνεσαι μέρος ενός ολόκληρου κόσμου, που μετατρέπεται σε ενσυναίσθηση.

Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον το πώς το δίδυμο Σακελλάριου-Γιαννακόπουλου διαχειρίστηκε το δίπολο Δεξιά-Αριστερά, ειδικά στις δεκαετίες ’50 και ’60, όπου τα πάθη του Εμφυλίου ήταν ακόμα νωπά και η λογοκρισία αυστηρή.

Η προσέγγισή τους γέννησε αυτό που λέμε «ανθρωποκεντρική σάτιρα», με κεντρικό άξονα τον Κυρ-Παντελή, τον μέσο μικροαστό Έλληνα, που προσπαθεί να επιβιώσει ανάμεσα στις συμπληγάδες των ιδεολογιών και η παράσταση του Σταμάτη Φασουλή το αποτυπώνει με ακρίβεια.

«Η Δεξιά η Αριστερά και ο κυρ-Παντελής» είναι το δεύτερο έργο μιας άτυπης τριλογίας, που περιλαμβάνει την κωμωδία «Οι Γερμανοί ξανάρχονται», που γράφτηκε την περίοδο του Εμφυλίου και την «Ανώμαλη προσγείωση» που ανέβασε για πρώτη φορά το θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν και μετέπειτα, στη δεκαετία του ’60, την παρουσίασε ο θίασος του

Λάμπρου Κωνσταντάρα με τον τίτλο «Υπάρχει και φιλότιμο», ενώ μεταφέρθηκε αργότερα με μεγάλη επιτυχία και στον κινηματογράφο.

 Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Σταμάτης Φασουλής

Σκηνικά – Κοστούμια: Πάρις Μέξης

Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα

Ηχητικός σχεδιασμός: Αντώνης Παπακωνσταντίνου

Βοηθός σκηνοθέτη: Αιμιλία Καραντζούλη

Βοηθός σκηνογράφου: Μέλπω Κασαπίδου

Βοηθός ενδυματολόγου: Ελευθερία Πέτροβα

Ευχαριστούμε θερμά τη σκηνογράφο και ενδυματολόγο Γεωργίνα Γερμανού για την υποστήριξή της.

Φωτογραφίες παράστασης: Γιώργος Καβαλλιεράκης

Διεύθυνση καλλιτεχνικού προγραμματισμού & επικοινωνίας: Ελίνα Λαζαρίδου lazaridou@a-th.gr

Τμήμα Επικοινωνίας: Όλγα Κομνηνού okomninou@a-th.gr : Ιωάννα Ζωζέφα Πέγκου izpegkou@a-th.gr

Δημόσιες Σχέσεις: Μαργαρίτα Μαρμαρά mmarmara@dpgroup.gr

Διανομή

Σταμάτης Φασουλής

Ελένη Καστάνη

Γιώργος Δεπάστας

Δέσποινα Πολυκανδρίτου

Γιώργος Βουρδαμής

Απόστολος Καμιτσάκης

Γιώργος Κορομπίλης

Μαρία Καραβά

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Το πρόγραμμα της Β΄ Καλλιτεχνικής Περιόδου του ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας

Το-πρόγραμμα-της-Β΄-Καλλιτεχνικής-Περιόδου-του-ΔΗΠΕΘΕ-Καβάλας

Η Δημοτική Θεατρική Κοινωφελής Επιχείρησης Καβάλας (ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.Κ), παρουσιάζει το πρόγραμμα των εκδηλώσεων της Β Καλλιτεχνικής Περιόδου 2025 – 2026, όπως αναφέρεται παρακάτω αναλυτικά.
Πρόγραμμα παραστάσεων

Φεβρουάριος 2026

–«Σταθμός Ω» του Γιώργου Χριστοδούλου
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Τσικούρας (Τσικ)
Παρασκευή 27 και Σάββατο 28/2 στις 21.00
Παραγωγή: Εθνικό Θέατρο

Μάρτιος 2026

–Συναυλία Αργύρη Μπακιρτζή – Τότας Ευλαβή
«Τα τραγούδια της πιανόλας»
Σάββατο 7/3 στις 21.00

— «Η Φόνισσα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
Σκηνοθεσία: Θοδωρής Αμπαζής
Παρασκευή 13, Σάββατο 14 στις 21.00 και Κυριακή 15/3 στις 19.00
Παραγωγή: Χρυσή Τομή Φ

— «Η φάρμα των ζώων» του Τζωρτζ Όργουελ
Σκηνοθεσία: Τάσος Ράτζος
Κυριακή 15/3 στις 12.00
Δευτέρα 16 και Τρίτη 17/3 (πρωινές παραστάσεις για σχολεία)
Παραγωγή: Μικρός Βορράς

— «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη
Σκηνοθεσία: Μάριος Κακουλλής
Δευτέρα 23 και Τρίτη 24/3 στις 21.00
Παραγωγή: Ars Aeterna

Απρίλιος 2026

— «Πιτσιμπούργκο» της Σώτης Τριανταφύλλου
Σκηνοθεσία: Αρκαδία Ψάλτη
Παρασκευή 3, Σάββατο 4 στις 21.00 και Κυριακή 5/4 στις 19.00
Παραγωγή: Θέατρο του Νέου Κόσμου
Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να καλείτε στα τηλέφωνα του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας 2510. 220876 ώρες γραφείου.

ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας

Εφημερίδα ΕΝΗΜΕΡΟΣ

Έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωση από την εφημερίδα της Καβάλας “ΕΝΗΜΕΡΟΣ” και το Kavala Web News

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα