Πολιτισμός
68ο Φεστιβάλ Φιλίππων: «ζ – η – θ, ο ξένος», επίσκεψη σε τρεις ραψωδίες της Οδύσσειας
Από: Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος – Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου – Μιχαήλ Μαρμαρινό
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
Με δεδομένο την προϋπόθεση ύπαρξης αποδεκτών για τη διαιώνιση και δικαίωση κάθε καλλιτεχνικού δημιουργήματος κι εφόσον στη μνήμη αυτών εγγράφεται η δημιουργία ως σαγηνευτική εμπειρία, ειδικά στην παρουσίαση μιας θεατρικής παράστασης στην – έτσι κι αλλιώς – σύντομη καταληκτική πορεία της, σχολιάζουμε την τωρινή συμπαραγωγή του ΚΘΒΕ και του ΘΟΚ, που φέρει την υπογραφή του θεατράνθρωπου Μιχαήλ Μαρμαρινού.
Άλλωστε, ένα συνολικό μνημονικό διατρέχει τις ζωές και το Θέατρο συμβάλει στην αφύπνισή του. Με τις απρόσμενες λοξοδρομήσεις του, γίνεται εφαλτήριο συμφιλίωσης των αντιθέσεων, λύνει τους αόρατους κόμπους, αναστατώνει τα μυαλά, μεθάει καθέναν ξέχωρα και τον φέρνει ενώπιον των βαθύτερων αναγκών του.
Η σπουδαιότητα κάθε έργου έγκειται στην ικανότητά του να απευθύνεται σε όλους αδιακρίτως, ανεξαρτήτως μορφωτικού επιπέδου, όχι απαραίτητα την ίδια στιγμή. Να προκαλεί τρικυμία στα ένστικτα και στους εγκεφαλικούς νευρώνες, να ξεθάβει ευαισθησίες, να αναμοχλεύει βιώματα, να επιφέρει ταχυπαλμίες. Οι επιπτώσεις του καθηλωτικά ωραίου αναγνωρίζονται από την ανατριχίλα που διατρέχει τον παραλήπτη και συντελεί στην πλήρη αποκοπή του από το περιβάλλον, όσο τουλάχιστον διαρκεί η έκσταση.
Από τι εκλάμψεις ευφυίας εμφορούνταν όσοι εκμεταλλεύονταν ως εφαλτήριο τις πιο ασήμαντες αφορμές, προκειμένου να μετασχηματίσουν πρόδηλα γεγονότα και σχεδόν κοινότοπες ιδέες, σε πανούργες εμπνεύσεις. Οπότε, προχωράμε στην παρούσα παράσταση που φιλοξενεί το 68ο Φεστιβάλ Φιλίππων.
Η άφιξη του Οδυσσέα στη Σχερία – το νησί των Φαιάκων – αποτελεί την πρώτη, μετά από οκτώ χρόνια συνάντηση με ανθρώπους και τον τελευταίο σταθμό του πριν την Ιθάκη. Στις ραψωδίες «ζ, η και θ» παρουσιάζεται η άφιξή του στο νησί και η φιλοξενία από τους κατοίκους του.
Ο πραγματικός χρόνος παραμονής του Οδυσσέα στη Σχερία είναι τρεις μέρες, ενώ μέσα από μία αναδρομική αφήγηση με αποδέκτη τον βασιλιά Αλκίνοο, ο ήρωας ανακαλεί τα προηγούμενα χρόνια των περιπλανήσεών του.
Η ηρεμία του οίκου του Αλκίνοου και η άριστη συζυγική του σχέση με την Αρήτη προοικονομούν την αρμονία που θα επέλθει και στον οίκο του Οδυσσέα, καθώς και την επανασύνδεσή του με την Πηνελόπη. Ύστερα από τους υπερφυσικούς αγώνες, την επτάχρονη απραξία και το ναυάγιο, ο Οδυσσέας περνά σε μια νέα κατάσταση. Αναγεννιέται στη Σχερία, ανακτά οριστικά πλέον την ταυτότητά του και είναι έτοιμος να εισέλθει στον πραγματικό κόσμο.
Παράσταση υψηλής αισθητικής για μερίδα κοινού, ένα χορόδραμα θα έλεγα, όπου η κίνηση, η μουσική και η υπόκριση ενσωματώνονται διαδραστικά, μέσα στη σκηνοθετική πειραματική σύνθεση, εξωραΐζοντας και εκπέμποντας έντεχνα το θέμα που αναπτύσσουν.
Ο καινοτόμος σκηνοθέτης Μιχαήλ Μαρμαρινός επιχείρησε να αξιοποιήσει πλήρως την άρτια τεχνική κατάρτιση των μελών του θιάσου από τα μέλη του ΚΘΒΕ και του ΘΟΚ, αλλά και το σκηνοθετικό του ταλέντο, ώστε να μεγιστοποιήσει την απόδοση του έργου, με την ιδιαίτερη σκηνική προσέγγισή της και την επιλογή έντονης έκφρασης των συναισθημάτων και των γεγονότων, μέσω της κίνησης των χορευτών – ηθοποιών, προκειμένου ο θεατής να λαμβάνει ήχους και εικόνες πέρα από το ορατό, αλλά κοντά στο ρεαλιστικό.
Εάν το κατάφερε ή όχι είναι ζήτημα προσωπικής αντίληψης, σχετικής θεατρικής παιδείας, γνώση της Οδύσσειας, αλλά και συναισθηματικής κατάστασης ενός εκάστου στο κοίλο.
Το ιδιαίτερο, βέβαια, δεν είναι πάντα κατανοητό. Η μεγάλη διάρκεια, οι απλωμένες σκηνές στη σιγή, οι εναλλαγές ρόλων στα πρόσωπα του θιάσου, για παράδειγμα, είναι αστραπιαίες, με αποτέλεσμα να χάνεται ο ειρμός και να μη γνωρίζει το κοινό ποιος είναι ποιος. Ας πούμε ότι ο Δημόδοκος γίνεται Αγαμέμνωνας και Νέστωρας, ενώ ο οδηγός του μεταμορφώνεται αυτόματα σε Μούσα που τραγουδά τον θυμό του Αχιλλέα.
Από την άλλη, υπάρχει η αφηγηματική οθόνη σαν συνδετικός κρίκος του παρόντος με το αρχέτυπο.
Η μουσική, φυσικά, και γενικότερα ο μουσικός και ρυθμικός χρωματισμός του λόγου (αγαπημένο ιδίωμα του Μιχαήλ Μαρμαρινού), δεν είναι απλώς καρύκευμα, εξωτερικό στοιχείο που προσδίδει μόνο «γεύση» στην παράσταση. Η μουσική – κάπως αλλόκοτη, περίεργη – είναι αναπαλλοτρίωτο της αρχαιοελληνικής τραγικής και κωμικής σημειολογίας. Παράγει νόημα τόσο, όσο και ο λόγος, η όψη (η οπτική διάσταση των πραγμάτων) ή η κίνηση. «Ευγενικέ μου Αλκίνοε, που ξεχωρίζεις πρώτος στον λαό σου,
ωραίο πράγματι ν’ ακούς έναν καλό αοιδό,
όπως αυτός εδώ, με θεία θα ’λεγες φωνή.
Κι ομολογώ, απόλαυση άλλη δεν υπάρχει πιο χαριτωμένη,
απ’ όταν σμίγει ο κόσμος όλος σ’ ευφροσύνη: στην αίθουσα
οι καλεσμένοι, καθισμένοι στη σειρά, ακούν τον αοιδό
προσηλωμένοι, και τα τραπέζια εκεί μπροστά γεμάτα
ψωμί και κρέας· ο οινοχόος να τραβά απ’ τον κρατήρα
το κρασί και να περνά, να το κερνά στις κούπες.
Βαθιά το αισθάνομαι πως είναι αυτό ό,τι πιο ωραίο υπάρχει».
Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία ι, στ. 2-11, μτφ. Δ.Ν. Μαρωνίτη,
Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη), ΑΠΘ, 2006 Μετά τη «ΝΕΚΥΙΑ» ( Ο Οδυσσέας στην πύλη του ΄Άδη) με το ιαπωνικό θέατρο ΝΟ το 2015 και τους «Ιχνευτές» του Σοφοκλή το 2021, παραστάσεις αξιομνημόνευτες, ο Μιχαήλ Μαρμαρινός επανέρχεται με μια ακόμα αναπάντεχη δραματουργική πρόταση καθοδηγώντας μια επιστροφή στις πηγές.
Μια επίσκεψη σε τρεις ραψωδίες του έπους, που αποκαλύπτει πώς αυτό το ατελεύτητο μυστήριο της προφορικής Αφήγησης (το βαθύ μυστήριο του θεάτρου) έχει τη δυνατότητα να μας εξακοντίζει συναρπαστικά «εκεί που η ιστορία ακόμα συμβαίνει».
*Τα πρόσθετα αποσπάσματα από την Ιλιάδα στη δραματουργία της παράστασης είναι σε μετάφραση Δημήτρη Ν. Μαρωνίτη, Άγρα, 2012
*Τα πρόσθετα αποσπάσματα από την Αινειάδα Βιβλίο ΙΙ στη δραματουργία της παράστασης είναι σε μετάφραση Θεόδωρου Παπαγγελή (εκδόσεις ΜΙΕΤ).
Επιπλέον, υπάρχουν θραύσματα, από τον Κόιντο «Τα μεθ’ Όμηρον» Βιβλίο ΧΙΙ σε μετάφραση Γιάννη Δούκα.
Στην παράστασή του ο Μιχαήλ Μαρμαρινός εστιάζει τη σκέψη του στην ιδιότητα του ξένου, που φέρει ο Οδυσσέας. ΄Άλλωστε και η Οδύσσεια είναι μία περιπέτεια του όντος. Στο έπος του ο ΄Όμηρος δεν κυριολεκτεί ως περιπέτεια ενός προσώπου, οπότε έχει τη δύναμη της μεταφοράς ο όρος «Οδύσσεια». Ξεκάθαρα δηλωμένο μέσα στον Όμηρο η ρήση: «είναι του Δία αποσταλμένοι». Πιο συγκεκριμένα: «οι φτωχοί και οι ξένοι είναι του Δία αποσταλμένοι». Έτσι, ο σκηνοθέτης και η συνεργάτις του στη δραματουργία Ελένη Μολέσκη, εστιάζουν στον ξένο και όχι στον Οδυσσέα. Ο Οδυσσέας είναι μια μορφή που είναι εύκολο να καταχωρηθεί στο παραμύθι του μυαλού μας. Και το παραμύθι σε μια οποιασδήποτε αφήγηση είναι γοητευτικότατο, αλλά αφοπλισμένο. «Δε θέλω να το αφοπλίσω, θέλω να το επανα-οπλίσω», τονίζει ο Μιχαήλ Μαρμαρινός.
Για 1263 στίχους ο ήρωας παραμένει άγνωστος, απρόσωπος, ξένος και μόνο μετά το πρώτο του δάκρυ – και το μετέπειτα γοερό κλάμα – αρχίζει μια διαδρομή «αναγνώρισης». Προσπαθώντας να τον τιμήσουν, επειδή σε έναν ξένο πάντα υπαινίσσεται η θεότητα, προσπαθώντας να διασκεδάσουν τις οδύνες του με Ωδές από ιστορίες ηρώων και θεών, δεν γνωρίζουν ότι τραγουδούν τη ζωή του. Κι όταν εκείνος, μέσα από την αξιοπρέπεια των δακρύων, ζητά να επιτρέψουν σ’ έναν ξένο να συνεχίσει ο ίδιος την ιστορία, γίνεται ένα δραματικό πρόσωπο, ένα είδωλο, στο θέατρο της ζωής του, η «αναγνώριση δε θ’ αργήσει. Αυτός ο νόστος, αυτό το άλγος του ξένου ανήκει ουσιαστικά σε όλους μας, όταν νιώθουμε ξένοι ως προς τον εαυτό μας. Υπάρχει η «Οδύσσεια» της εσωτερικής γεωγραφίας, δηλαδή αν έχει ο άνθρωπος συναίσθηση της απόστασης του εαυτού του από τον εαυτό του, αρχίζει η μικρή «Οδύσσειά» του να προσεγγίσει εκείνη την πατρίδα που λέγεται «εαυτός».
Χάρη σε μια μοναδικής δραματουργικής έμπνευσης ίντριγκα του ποιητή της Οδύσσειας, (μοναδική σχεδόν στο παγκόσμιο ρεπερτόριο), τα δάκρυα τον έκαναν θεατή, αφηγητή Ραψωδό, ποιητή – της ίδιας του της ζωής . Μαζί με την «αναγνώριση» ανακτά και το όνομα του.
Μπορεί, άραγε, η συμπάθεια – αυτή με την οποία γενναιόδωρα μπορεί να μας ελεήσει η σκηνική εμπειρία του έπους – να λειτουργήσει σαν μια τρυφερή αφή, μια κατανόηση για το δράμα του Άλλου; Τη δυσχερή θέση του ξένου – όπως μας διδάσκει η Ιστορία – όπου τίποτα δε διασφαλίζει πως ο οποιοσδήποτε σύγχρονος άνθρωπος δε θα βρεθεί σε ανάλογη θέση, σε μια απότομη στροφή της ζωής;
Στην παράσταση του ΚΘΒΕ και του ΘΟΚ, ο Μιχαήλ Μαρμαρινός δούλεψε τις τρεις ομηρικές ραψωδίες του νόστου, πάνω στη μετάφραση του σπουδαίου Δημήτρη Μαρωνίτη.
Ραψωδία Ζ:
Η ραψωδία εισάγει τον Οδυσσέα στο νησί των Φαιάκων, τον τελευταίο σταθμό του πριν τον νόστο. Αποτελεί ένα είδος «λογοτεχνικής γέφυρας ανάμεσα στον κόσμο του παραμυθιού και στον πραγματικό κόσμο της Ιθάκης». Ο Οδυσσέας, με τη βοήθεια της θεάς Αθηνάς, φτάνει στην άγνωστη χώρα και αναγνωρίζεται από την κόρη του βασιλιά Αλκίνοου, τη Ναυσικά: (…..) Μόνο του Αλκινόου η θυγατέρα παραμένει ακίνητη·
η Αθηνά τής έδωσε το θάρρος της καρδιάς,
140αυτή της πήρε την τρομάρα από τα μέλη.
Κι όπως απέναντί του στάθηκε αποφασισμένη,
ο Οδυσσέας διχογνώμησε· την κόρη την πεντάμορφη
να την παρακαλέσει στα γόνατά της πέφτοντας,
ή σε απόσταση και με μειλίχια λόγια να της ζητήσει, αν ήθελε,
την πόλη να του δείξει και να του δώσει ρούχα.
Κι όπως το συλλογίστηκε του φάνηκε καλύτερο
κρατώντας την απόσταση και με μειλίχια λόγια να την παρακαλέσει,
μήπως κι αν άγγιζε το γόνα της, η κόρη χολωθεί.
Έτσι μειλίχιος κίνησε τον λόγο του, με σύνεση και πονηριά:
«Γονατιστός προσπέφτω, δέσποινά μου. Είσαι θνητή; θεά; Δεν ξέρω..(μετάφραση Δημήτρης Μαρωνίτης) Η Ναυσικά τον υποδέχεται με φιλοξενία και μαζί με τη μητέρα της Αρήτη, τον βοηθάνε να συνεχίσει το ταξίδι του.
Ραψωδία Η:
H Αθηνά μεταμορφώνεται σε «κόρη παρθενική» και γίνεται οδηγός του Οδυσσέα για να φτάσει στο παλάτι του Αλκίνοου. Με ασπίδα προστασίας του ένα σύννεφο ομίχλης να τον καλύπτει, σταλμένο από τη θεά, ο Οδυσσέας κατορθώνει να μπει στο παλάτι και να φανερωθεί μπροστά στην Αρήτη και τον Αλκίνοο. Ο βασιλιάς των Φαιάκων τον φιλοξενεί στο παλάτι του, προσφέροντάς του πλουσιοπάροχο γεύμα, ως είθισται σε έναν ξένο. Ο Οδυσσέας διηγείται τις περιπέτειές του μετά την αναχώρησή του από την Ωγυγία, αποκρύπτοντας όμως ποιος είναι, και ο Αλκίνοος του υπόσχεται να τον βοηθήσει να επιστρέψει στην πατρίδα του. (…)Αμέσως, λάμποντας τα μάτια, ανταποκρίθηκε η θεά Αθηνά:
«Μετά χαράς, πατέρα ξένε, θα σου δείξω το σπίτι εκείνο που γυρεύεις·
είναι γειτονικό στο τιμημένο πατρικό μου.
30Μόνο ξοπίσω μου να προχωρείς αμίλητος, εγώ θα προπορεύομαι,
το μάτι σου μην πέσει σε περαστικό, μήτε και να ρωτήσεις πια
άλλον κανένα. Να ξέρεις πως στα μέρη αυτά δεν υποφέρουν
οι άνθρωποι τους ξένους, δεν καταδέχονται να χαιρετήσουν φιλικά,
αν κάποιος φτάσει από αλλού.
Καμάρι τους τα γρήγορα καράβια· ταχύπλοα, μ᾽ αυτά περνούν
το μέγα κύμα· έχουν του Κοσμοσείστη χάρισμα να τρέχουν
με τα πλεούμενά τους σαν πουλιά κι όπως πετά του ανθρώπου η σκέψη.» (Μετάφραση Δ. Μαρωνίτης)
Ραψωδία Θ:
Ο Αλκίνοος προσφέρει στον Οδυσσέα επίσημο γεύμα προς τιμήν του. Κατά τη διάρκεια του γεύματος, ο Δημόδοκος, ο θείος αοιδός, καλείται να τραγουδήσει το επεισόδιο του Τρωικού Πολέμου όπου ο Οδυσσέας και ο Αχιλλέας φιλονίκησαν. Στο άκουσμα του τραγουδιού, ο Οδυσσέας συγκινείται. Όμως καταφέρνει να συγκρατηθεί, από φόβο μήπως τον αναγνωρίσουν. Το βράδυ της ίδιας μέρας ακολουθεί ακόμα ένα τραγούδι από τον Δημόδοκο, που τραγουδά για τον Δούρειο Ίππο. Ο Οδυσσέας, αυτή τη φορά, δεν μπορεί να κρύψει τα συναισθήματά του και κλαίει με αναφιλητά. Τότε ο Αλκίνοος του ζητά να αποκαλύψει την πραγματική του ταυτότητα και τον ρωτάει γιατί θρηνεί.
Ο τυφλός αοιδός. …μας συγκινεί με το άσμα του και αποκαλυπτόμαστε άρα απεκδύουμε κι από τα δώρα και τον ξένο σε μας ρόλο που μας δόθηκε ως ξένοι; Δεν είναι ακριβώς ότι μας συγκινεί με το άσμα του. Ναι, πολλά άσματα μας συγκινούν και κυρίως μας συγκινούν γιατί είναι ωραία ή μας συνδέουν με εμάς με έναν τρόπο. Αυτό κάνει το τραγούδι. Το τραγούδι είναι γράσο. Είναι ένα γλιστερό πράγμα που σε πετάει εκεί που νομίζεις ότι δεν ήσουνα. Εκεί λοιπόν που ξαφνικά, γιατί αυτό που συμβαίνει είναι όντως συναρπαστικό, αυτός αρχίζει να τραγουδάει αλλά αυτό που τραγουδάει είναι γι’ αυτόν που έχει βρεθεί εκεί κατά λάθος. Συγκυριακό, συνταρακτικό και ασύλληπτο. Άφατο. Ανάρθρωτο δεν μπορεί να το περιγράψει κανείς γι’ αυτό και εκεί καταρρέει. Εκεί κλαίει. Στο σημείο αυτό, στον κλαυθμό, ανατέλλει μια ανάμνηση ταυτότητας, με αφορμή το τραγούδι, καθώς το τραγούδι είναι και άλογο. Δεν περιγράφει τίποτα, χτυπάει κατάκαρδα, όπως και η μουσική. Γράφεται ένα τραγούδι που είναι και ωραίο και πετυχημένο, με άλλα ερεθίσματα, με άλλες αιτίες. Το θέμα είναι ποιες αιτίες, ποιες ζωές θα συναντήσει επάνω του, ποιες θα αγγίξουν το συναίσθημα. Από εκεί αρχίζει να διαμορφώνεται η επιτυχία ενός τραγουδιού. Σημαδεύει τη συλλογικότητα χωρίς να έχει την πρόθεση να εκβιάσει συναισθήματα.
(….)Κι όταν πια συναθροίστηκαν και βρέθηκαν συγκεντρωμένοι,
πήρε αγορεύοντας τον λόγο ο Αλκίνοος, να πει:
«Ακούστε, των Φαιάκων αρχηγοί και σύμβουλοι,
όσα μου παραγγέλλει η ψυχή στα στήθη· αυτός ο ξένος
(ποιος είναι δεν τον ξέρω) έφτασε στο παλάτι μου περιπλανώμενος,
μπορεί απ᾽ της ανατολής τα μέρη, ίσως κι από της δύσης.
Επιθυμεί να τον ξεπροβοδίσουμε, παρακαλεί για την ασφάλειά του·
εμείς (δεν είναι η πρώτη μας φορά) προτείνω να επισπεύσουμε
την προπομπή του. Γιατί ποιος άλλος, δυστυχής και μόνος,
έφτασε σπίτι μου κι έμεινε περιμένοντας καιρό
με τον καημό της προπομπής του;
Ας ρίξουμε λοιπόν στην άγια θάλασσα μαύρο καράβι
πρωτοτάξιδο· να ξεχωρίσουν και πενήντα δύο αγόρια
διαλεχτά στην πόλη, άριστοι και δοκιμασμένοι ναυτικοί.
Δέσετε πρώτα τα κουπιά σας στους σκαρμούς με τάξη,
ύστερα βγείτε στη στεριά κι ελάτε κατευθείαν σπίτι μου,
σας περιμένει γεύμα· αναλαμβάνω εγώ το χρέος να προσφέρω
πλούσιο δείπνο σ᾽ όλους(…) (μετάφραση Δ.Μαρωνίτης) Η ραψωδία ολοκληρώνεται με την άφιξη του Οδυσσέα στην Ιθάκη. Η «Οδύσσεια» περιέχει έναν ωκεανό συμβόλων και οι ερμηνείες που επιδέχεται ανά τα χρόνια είναι ποικίλες. Ο Οδυσσέας στις περισσότερες ερμηνευτικές προσεγγίσεις αναδεικνύεται ως σύμβολο αρρενωπότητας, πατριωτικής φιγούρας, πολεμικής ιδιοφυΐας, πολυμήχανης σκέψης και πιστού συζύγου. Κατά μία ερμηνεία, η «Οδύσσεια» αποτελεί έναν ύμνο στην πατριαρχία και στο πατριωτικό φαντασιακό ενός λαού, στην παρούσα παράσταση όμως, ο Μιχαήλ Μαρμαρινός και οι συνεργάτες του εστιάζουν σ’ έναν ξένο, όπου γης, τοποθετώντας το κέντρο δράσης στο νησί των Φαιάκων, αλλά με εμφανείς προεκτάσεις στον σύγχρονο κόσμο και στην «Οδύσσεια» των ξεριζωμένων του.
Ο ηθοποιός Χάρης Φραγκούλης ερμηνεύει αριστοτεχνικά τον Οδυσσέα, τον ξένο που εισέρχεται στη χώρα των Φαιάκων. Ο ήρωας φτάνει στο νησί ναυαγός, σχεδόν γυμνός, εξαντλημένος και εντελώς μόνος. Ως ξένος είναι στη χειρότερη θέση που βρέθηκε ποτέ, από τότε που ξεκίνησε το ταξίδι της επιστροφής. Έχει υπομείνει τα πάνδεινα, έχει χάσει τα αναγκαία και βιώνει την υψίστη ταπείνωση (γυμνός να εξαρτάται όχι από μια θεά, αλλά από ένα απλό κορίτσι). Από αυτό το σημείο μηδέν θα ξεκινήσει η τελευταία φάση της επιστροφής του και πάλι με την επέμβαση της Αθηνάς. Ο Χάρης Φραγκούλης είτε ενστικτωδώς είτε καθοδηγημένος από τον σκηνοθέτη αποδίδει όλα τα παραπάνω με περίσσεια δεινότητα και συγκινεί το κοίλο. Η Κλέλια Ανδριολάτου είναι η Ναυσικά πλαισιωμένη από τις υπόλοιπες υποψήφιες «νύμφες» των Φαιάκων: τη Γαλάτεια Αγγέλη, την Ερατώ – Μαρία Μανδαλενάκη, τη Στέλλα Παπανικολάου και τη Χριστίνα Μπακαστάθη. Είναι η βασιλοκόρη σε ηλικία γάμου, αγνή, παρθενική, ευλογημένη, κινούμενη οριακά ανάμεσα στην «ιστορία» και στο παραμύθι, ανάμεσα στη γυναίκα και τη θεά και συνιστά ό,τι πλησιέστερο προς την Πηνελόπη έχει μέχρι τώρα βρεθεί στον δρόμο τού Οδυσσέα. Όπως και στην περίπτωση της Καλυψώς, όμως, ο Οδυσσέας παραμένει απερίσπαστα προσηλωμένος στον νόστο. Η νεαρή και όμορφη ηθοποιός, υποστηρίζει φιλότιμα τον ρόλο. Η Έλενα Τοπαλίδου είναι η λιγομίλητη αλλά εκφραστικότατη Αρήτη, η βασίλισσα των Φαιάκων, σύζυγος του στιβαρού Αλκινόου (Χρήστος Παπαδημητρίου) και μητέρα της Ναυσικάς, οι οποίοι βοηθούν τον Οδυσσέα να επιστρέψει στην πατρίδα του και ο εκλεκτός θίασος μοιράζεται όλους τους άλλους ρόλους, τους οποίους αποδίδουν με ακρίβεια, συγχρωτισμό, συνεργασία, εξαιρετική άρθρωση και φωνητικές, σωματικές ικανότητες και εκτελέσεις, που επιτρέπουν στο κοινό να αντιληφθεί την επίπονη προεργασία αφενός κι αφετέρου να συναισθανθεί το μέγεθος της ταλαιπωρίας του άγνωστου ξένου. Παράλληλα, η παράσταση φωτίζει – εξ αντανακλάσεως – τον εσωτερικό κόσμο του θεατή, εφόσον εκείνος αντιλαμβάνεται την οξυδερκή ματιά του αρχιτέκτονα Μιχαήλ Μαραμαρινού, τις καινοτόμες ιδέες του και τα πολλαπλά στρώματα παιδείας που υφαίνουν τον καμβά της αφήγησής του και μπολιάζουν το παραμύθι με αξίες ζωής. Την εξεζητημένη μουσική σύνθεση υπογραφεί ο Κύπριος συνθέτης ΄Αντης Σκορδής, ο οποίος δημιουργεί ηχοτοπία με κυρίαρχα όργανα το βιολοντσέλο και τη φωνή, συμπαθητικό συνταίριασμα με τη συνθήκη δράσης του έργου.
Στο βάθος, πίσω από τις καλαμιές, πάνω σε ένα βάθρο οι τρεις τσελίστες: Εύη Καζαντζή, Άλμπα Λυμτσιούλη, Αλίκη Μάρδα ερμηνεύουν τη μουσική επί σκηνής .
Τα κοστούμια, σύγχρονα μεν, αλλά με κάποια αναγωγή στο αρχέτυπο, σχεδίασε η Ελευθερία Αράπογλου σε συνεργασία με τη Δανάη Πανά και τη σκηνογραφία υπογράφει ο Γιώργος Σαπουντζής. Λίγες καλαμιές να υποστηρίζουν την παραποτάμια όχθη, ένας διάδρομος για τους μουσικούς που μετατρέπεται σε τραπεζαρία, ένα κατάρτι, ένα τεράστιο πανί- απομεινάρι καραβιού – μερικές μπάλες ως παιχνίδια των κοριτσιών και μια οθόνη που προβάλλει στίχους, συνθέτουν ένα περιβάλλον που υποστηρίζει την ατμόσφαιρα, χωρίς ποτέ να την επισκιάζει.
Η Λένια Ζαφειροπούλου, λυρική τραγουδίστρια, ποιήτρια και μεταφράστρια, φορά την ενδιαφέρουσα μάσκα της Μάρθας Φωκά και ενσαρκώνει, με φωνητική μουσική του Άντη Σκορδή, τον τυφλό καλλιτέχνη της αυλής των Φαιάκων (τον Δημόδοκο, που στα συμπόσια του βασιλιά Αλκινόου τραγουδά ιστορίες κοινές σε όλον τον τότε ελληνόφωνο κόσμο για τις περιπέτειες των θεών και για τους άθλους των ανδρών στον Τρωικό Πόλεμο). Οι αφηγήσεις του τυφλού τραγουδιστή γίνονται γέφυρα μεταξύ των Φαιάκων και του Ξένου, ώστε οι άλλοτε αφιλόξενοι Φαίακες να μετατραπούν σε «ξένιους», φιλόξενους και περιποιητικούς οικοδεσπότες. Ο σχεδιασμός του ατμοσφαιρικού φωτισμού που συμβάλλει τα μέγιστα στην καθηλωτική ατμόσφαιρα, σχεδίασε η βραβευμένη και πολύπειρη Ελευθερία Ντεκώ, χαρίζοντάς μας ποιητικές εικόνες, όπως αυτή του περάσματος στην Αυγή, όπου ο Όμηρος δηλώνει τη λαχτάρα του δακρυσμένου Οδυσσέα να έβλεπε τον καπνό της πατρίδες του να ανεβαίνει, κι ας πέθαινε. Την κίνηση των ηθοποιών στη σκηνή είτε ομοθυμαδόν είτε κατά μονάδα, δίδαξε η Gloria Dorliguzzo. Η χορογραφία της αφορά τη δισκοβολία, την πάλη, το ακόντιο και τον αγώνα δρόμου, αλλά και μετατρέπει τη συνύπαρξη όλου του θιάσου σε μια δραστική ομάδα χορευτών που, σαν Χορός αρχαίου δράματος, ζωντανεύουν μουσικοχορευτικά την αφήγηση, παροτρύνοντας τον Ξένο να συμμετάσχει και αυτός.
Η διασκευή – σκηνοθεσία των ραψωδιών Ζ,Η,Θ της Οδύσσειας θέτουν ευρύτερους προβληματισμούς, σε σχέση με την αναπλαισίωση της γνώσης που πρέπει να εισπράττει το κοινό από τις θεατρικές παραστάσεις, μέσω της αξιοθαύμαστης μετάφρασης του Δημήτρη Μαρωνίτη, ο οποίος αναπαράγει με φιλολογική ακρίβεια και πιστότητα, αλλά και βαθιά γνώση της πρωτότυπης αρχαίας γλώσσας τον κόσμο του Ομήρου, αποδίδοντας ταυτόχρονα τις αναπνοές, τους εσωτερικούς κυματισμούς και την προφορικότητα του ομηρικού λόγου. Το πιο έξυπνο εύρημα του σκηνοθέτη είναι η «αφηγηματική οθόνη», που διαφοροποιεί πλήρως τον σύγχρονο από τον αρχαίο αφηγητή, όμως η μετακύλιση της αφήγησης από στόμα σε στόμα αναγκάζει το κοινό να αγνοήσει το ποιος μιλά και να επικεντρωθεί μόνο στην αφήγηση, ίσως επειδή δεν προλαβαίνει να εμπεδώσει ποιος ηθοποιός υποδύεται τι, εφόσον οι εναλλαγές ρόλων γίνονται αστραπιαία στη διάρκεια της δράσης. Το μεγάλο μακρύ λευκό τραπέζι του συμποσίου (ένα ακόμη εύρημα – εμβληματικό στοιχείο του σκηνοθέτη), λίγο πριν το τέλος της παράστασης, επιμηκύνεται συμβολικά σε ένδειξη συμφιλίωσης, συνύπαρξης, αποδοχής και ευωχίας.
Βέβαια, τα αποσπάσματα από την Αινειάδα Βιβλίο ΙΙ στη δραματουργία της παράστασης είναι σε μετάφραση Θεόδωρου Παπαγγελή (εκδόσεις ΜΙΕΤ) και τα σπαράγματα από τον Κόιντο «Τα μεθ’ Όμηρον» Βιβλίο ΧΙΙ7 είναι σε μετάφραση Γιάννη Δούκα, όπως τα διαβάσαμε από το πρόγραμμα, ωστόσο δεν έχουμε παρά να τα αντιμετωπίσουμε ως ζωτικά μέρη ενός ολοκαίνουργιου κειμένου.
Σ’ αυτή την παραγωγή του ΚΘΒΕ και του ΘΟΚ, ο Μιχαήλ Μαρμαρινός σκηνοθετεί μια παράσταση με σεβασμό στον αφηγηματικό λόγο, με μακρόσυρτες σιωπές, ρωγμές, έντονο τελετουργικό χαρακτήρα και με στοιχεία από παλαιότερες σκηνοθεσίες του, πλήρως ενταγμένα και αφομοιωμένα στην παρούσα παράσταση, χωρίς όμως να τις ξεπερνά. Ας θυμηθούμε την εξαιρετική, καινοτόμα «Λυσιστράτη» του 2016, που είδαμε και πάλι στο αρχαίο θέατρο Φιλίππων σε δική του σκηνοθεσία, η οποία εστίαζε στην αποδόμηση των συνθηκών που κουβαλάμε μέσα μας και επηρεάζουν την κατανόηση του έργου και του μηνύματός του, καθώς και στην αναζήτηση της ειρήνης, τόσο σε προσωπικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο.
Ασφαλώς, δεν είναι δυνατόν να γνωρίζω αν ο «συνεταιρισμός» μεταξύ των δυο φορέων Ελλάδος και Κύπρου αποδειχθεί, εν τέλει, ετεροβαρής, αν τηρήθηκαν όλοι οι όροι της συμφωνίας τους. Οι Νομικοί Σύμβουλοι, ως αρμόδιοι, θα το μάθουν και, ίσως, το μάθουν και τα δύο Υπουργεία Πολιτισμού που πληρώνουν τη συνεργασία και την περιοδεία. ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Μετάφραση: Δημήτρης Μαρωνίτης
Σκηνοθεσία: Μιχαήλ Μαρμαρινός
Δραματουργική επεξεργασία: Ελένη Μολέσκη-Μιχαήλ Μαρμαρινός
Σκηνογραφία: Γιώργος Σαπουντζής
Σχεδιασμός κοστουμιών: Ελευθερία Αράπογλου
Μουσική σύνθεση: Άντης Σκορδής
Χορογραφία: Gloria Dorliguzzo
Σχεδιασμός φωτισμού: Ελευθερία Ντεκώ
Μάσκες: Μάρθα Φωκά
Α΄ βοηθός σκηνοθέτη: Ελένη Μολέσκη
Β΄ βοηθός σκηνοθέτη: Αλεξία Παραμύθα
Βοηθός σκηνογράφου: Kατερίνα Ζυρπιάδου
Βοηθός ενδυματολόγου: Ερνέστα Χατζηλεμονίδου
Βοηθός χορογράφου: Στέλλα Μαστοροστέριου
Βοηθοί φωτισμού: Νάσια Λάζου, Σωτήρης Ρουμελιώτης
Μουσική διδασκαλία: Παναγιώτης Μπάρλας
Συνεργάτης από πλευράς ΚΘΒΕ για σκηνικά και κοστούμια: Δανάη Πανά
Oργάνωση παραγωγής: Εύα Κουμανδράκη
Φωτογραφίες: Mike Rafail (That Long Black Cloud)
ο ξένος και εμείς
ξένος: Χάρης Φραγκούλης εμείς/Φαίακες:
Γαλάτεια Αγγέλη, Κλέλια Ανδριολάτου, Γιάννης Βάρσος, Νικόλας Γραμματικόπουλος, Ηλέκτρα Γωνιάδου, Λένια Ζαφειροπούλου, Νεκτάριος Θεοδώρου, Νίκος Καπέλιος, Κωστής Καπελλίδης, Νίκος Κουκάς, Τίτος Μακρυγιάννης, Ερατώ Μαρία Μανδαλενάκη, Χριστίνα Μπακαστάθη, Κλειώ- Δανάη Οθωναίου, Χρήστος Παπαδημητρίου, Στέλλα Παπανικολάου, Φωτεινή Τιμοθέου, Γιάννης Τομάζος, Έλενα Τοπαλίδου, Χάρης Φραγκούλης, Γιάννης Χαρίσης
Μουσικοί επί σκηνής-τσέλο: Εύη Καζαντζή, Άλμπα Λυμτσιούλη, Αλίκη Μάρδα
|
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ |
Μπορεί να σας ενδιαφέρουν
Πολιτισμός
«ΠΕΡΣΕΣ» του Αισχύλου στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων
Η εμβληματική τραγωδία «ΠΕΡΣΕΣ» του Αισχύλου, που έγινε SOLD OUT στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη, έρχεται στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, το Σάββατο 22 και την Κυριακή 23 Αυγούστου 2026
Στην παράσταση πρωταγωνιστούν οι: Μαρία Ναυπλιώτου, Δημήτρης Καταλειφός, Αναστάσης Ροϊλός και Σταύρος Σβήγκος, πλαισιωμένοι από έναν δυναμικό 18μελή Χορό.
Οι «Πέρσες» αποτελούν το αρχαιότερο σωζόμενο ολοκληρωμένο έργο της αρχαίας ελληνικής δραματουργίας και ταυτόχρονα την πρώτη θεατρική καταγραφή ιστορικών γεγονότων. Ο Αισχύλος, αυτόπτης μάρτυρας της Ναυμαχίας της Σαλαμίνας, δημιουργεί ένα «σκηνικό ρεπορτάζ» πολέμου, μόλις οκτώ χρόνια μετά την καταστροφή.
Ο Χρήστος Θεοδωρίδης προσεγγίζει το έργο ως μια βαθιά αντιπολεμική κραυγή, συνεχίζοντας τη σκηνοθετική του πορεία πάνω σε πολιτικά φορτισμένα και καίρια σύγχρονα ζητήματα.
«Αχ, μια φορά πόσο μεγάλη και γλυκιά ήταν στ’ αλήθεια η ζωή μας…»
Είκοσι δύο άνθρωποι περιμένουν τα νέα μιας συντελεσμένης καταστροφής. Όταν ο αγγελιοφόρος επιστρέφει από το μέτωπο, ο λόγος του δίνει μορφή στον φόβο: η απώλεια είναι απόλυτη. Το σώμα και η σκέψη παραλύουν. Καμία πράξη δεν μοιάζει δυνατή. Μόνο ο θρήνος απομένει.
«Αχ, αχ, μιλάς για των δικών μας τα σώματα…»
Ο θρήνος γίνεται συλλογικός, επίμονος, αδιαπραγμάτευτος. Για τους νεκρούς. Για το παρελθόν που χάθηκε. Για το μέλλον που βυθίστηκε μαζί τους.
«Τώρα πάει του βασιλιά μας η εξουσία…»
Στο επίκεντρο της παράστασης βρίσκεται ο άνθρωπος απέναντι στην απώλεια. Η «τραγωδία των ηττημένων» ανοίγει έναν διαχρονικό διάλογο: οι ηττημένοι δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν, αλλά σε κάθε εποχή, σε κάθε πλευρά. Τα ονόματα που αναζητά ο Χορός είναι τα ονόματα όλων όσοι χάθηκαν και συνεχίζουν να χάνονται στους πολέμους του κόσμου…
Είκοσι δύο ηθοποιοί, σε μια σκηνή σχεδόν γυμνή, συγκροτούν έναν Χορό-πρωταγωνιστή. Με εργαλεία τον λόγο, την κίνηση και τη μουσική, αποτυπώνουν το συλλογικό τραύμα μιας κοινωνίας που στέκεται μουδιασμένη μπροστά στην καταστροφή.
«Τόσοι άνθρωποι, να ξέρεις, ποτέ δεν χάθηκαν σε μία και μόνο μέρα…»
Μια παράσταση που στοχάζεται πάνω στη μνήμη και την ήττα, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την ακατάλυτη ανθρώπινη ανάγκη για δημοκρατία και δικαιοσύνη, μέσα σε έναν κόσμο που ολοένα και θεμελιώνει την εξουσία και την άκριτη υποταγή!
Διανομή:
Άτοσσα: Ναυπλιώτου Μαρία
Δαρείος: Καταλειφός Δημήτρης
Ξέρξης: Ροϊλός Αναστάσης
Αγγελιοφόρος: Σβήγκος Σταύρος
Χορός (αλφαβητικά): Αλεξανδρόπουλος Πάρης, Δεληθανάση Αγγελική, Δερμεντζίδης Κρητικός Γιώργος, Εξακοΐδης Γιώργος , Θεμελή Ξένια,
Κισσανδράκης Γιώργος, Κωνσταντινίδης Γιώργος, Μακρής Ντένης,
Μανδρινός Δημήτρης, Μανωλάς Νίκος, Πατερμαλή Αγγελική,
Πίττα Τατιάνα- Άννα, Σακελλαριάδη Πέννυ, Σωτηροπούλου Σαββίνα
Τρυφουλτσάνης Βασίλης, Τσαλίκης Βασίλης , Φύτρος Σαμψών
Συντελεστές:
Μετάφραση: Παναγιώτης Μουλλάς
Σκηνοθεσία: Χρήστος Θεοδωρίδης
Δραματουργική επεξεργασία: Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου, Παύλος Σούλης, Χρήστος Θεοδωρίδης
Φωτισμοί: Ιωάννα Αθανασίου –Τάσος Παλαιορούτας
Μουσική: Jeph Vanger
Χορογραφία – Κίνηση: Ξένια Θεμελή
Επιστημονικός σύμβουλος: Παύλος Σούλης
Βοηθός σκηνοθέτη: Ιάσονας Ασημακόπουλος
Βοηθός χορογράφου: Ελίνα Παντελεμίδου
Social Media – Διαφήμιση: Renegade Media
Graphic Design – Photography: Mike Rafail
Οργάνωση παραγωγής: Λαμπρίνα Καραγιαννίδου
Παραγωγή: Marossoulis Productions
Διάρκεια : 1.45΄
Ώρα έναρξης : 9. 00 μμ
Προπώληση : more.com
https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/summer/perses-periodeia
Πολιτισμός
«Τρωάδες» του Ευριπίδη στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων
Το Εθνικό Θέατρο παρουσιάζει στις 29 Αυγούστου, στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, τις Τρωάδες του Ευριπίδη, σε μετάφραση Γιάννη Τσαρούχη και διασκευή—σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου. Το κατεξοχήν ανθρωποκεντρικό έργο του μεγάλου τραγικού ποιητή ζωντανεύει στην πρώτη επιδαύρια σκηνοθεσία της διακεκριμένης δημιουργού στην πλέον λυρική και συλλογική του διάσταση.
Ένα ensemble 22 ερμηνευτριών και ερμηνευτών —μεταξύ των οποίων μέλη των Εν Δυνάμει— διαφορετικών ηλικιών, με και χωρίς αναπηρία, με ζωντανή μουσική επί σκηνής, μέσα από τη συνύπαρξη διαφορετικών σωμάτων, φωνών και εμπειριών, καταθέτουν μια σκηνική αφήγηση με κέντρο τη μουσικότητα.
Ένα ποιητικό και βαθιά πολιτικό σκηνικό ανέβασμα χωρίς αποκλεισμούς στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, που για πρώτη φορά στην ιστορία του καθίσταται προσβάσιμο και σε άτομα με αισθητηριακές —οπτικές και ακουστικές— αναπηρίες [31/7]. Μια ξεχωριστή σκηνική ανάγνωση για τη φρίκη και το παράλογο του πολέμου μέσα από το φίλτρο του θηλυκού σώματος, που διεκδικεί το δικαίωμα της επιλογής, ακόμη και όταν βρίσκεται υπό κατοχή.
Οι Τρωάδες της Ελένης Ευθυμίου δεν είναι μόνο τα όμορφα, υγιή κορμιά των προνομιούχων γυναικών της οικογένειας του Πρίαμου, που αναμένουν την τελική διαλογή. Είναι και σώματα –ανήλικα, ανάπηρα, ηλικιωμένα– που ούτε πριν τον πόλεμο αποφάσιζαν για τον εαυτό τους, ενώ σπάνια είχαν το προνόμιο της αφήγησης. Αιχμάλωτες μετά την άλωση της πόλης τους, οι Τρωάδες αναμετρώνται και με τις δικές τους ευθύνες, όταν η σιωπηρή αποδοχή του πολέμου αποκαλύπτει τις ολέθριες συνέπειές της. Είναι πια φανερό πως ούτε οι θεοί, ούτε ο μύθος, ούτε η μοίρα ορίζουν τη ζωή τους. Παρά την οδύνη και την απόγνωση μπροστά στην καταστροφή, οι Τρωάδες βιώνουν την απώλεια, μα δεν παραδίδονται. Οι λέξεις γίνονται τα όπλα της αντίστασής τους —έστω και την ύστατη αυτή στιγμή— απέναντι στη σκλαβιά και την απώλεια της ταυτότητας που η νέα πραγματικότητα τους επιφυλάσσει. Στέκουν όρθιες, βρίσκουν τη φωνή τους και σταδιακά το πένθος τους μετασχηματίζεται σε μια εύθραυστη αλλά επίμονη μορφή εξέγερσης, με την αλληλεγγύη να είναι πλέον η μεγαλύτερή τους δύναμη.
Θα μπορέσουν άραγε οι καταπιεσμένες αυτού του κόσμου να ξανακερδίσουν το δικαίωμα της επιλογής; Να κραυγάσουν τον θυμό και το μίσος τους, να θρηνήσουν, να γελάσουν μες στο χάος και το αδιέξοδο; Θα επαναοικειοποιηθούν ποτέ οι γυναίκες της Τροίας τα σώματά τους;
Μετάφραση: Γιάννης Τσαρούχης
Διασκευή—Σκηνοθεσία: Ελένη Ευθυμίου
Σύμβουλος δραματουργίας: Σοφία Ευτυχιάδου
Σκηνικά: Ευαγγελία Κιρκινέ
Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Μουσική: Λευτέρης Βενιάδης
Κίνηση: Τάσος Παπαδόπουλος
Φωτισμοί: Ζωή Μολυβδά – Φαμέλη
Σχεδιασμός ήχου: Σοφία Καμαγιάννη
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά
Βοηθός σκηνοθέτριας: Θέμης Θεοχάρογλου
Βοηθός σκηνογράφου: Μαριάνθη Ράδου
Βοηθός ενδυματολόγου: Δέσποινα Μαρία Ζαχαρίου
Βοηθός φωτίστριας: Νατάσα Πετροπούλου
Β βοηθός σκηνογράφου: Ταξιάρχης Χούμος
Καλλιτεχνικές συνεργάτιδες για την υποστήριξη της ομάδας Εν Δυνάμει: Ελένη Ζαχοπούλου, Δάφνη Καφετζή, Αγγελική Τόμπρου
Παίζουν (αλφαβητικά): Αργύρης Ξάφης (Ταλθύβιος), Εύη Σαουλίδου (Ανδρομάχη), Νάνσυ Σιδέρη (Κασσάνδρα), Βασιλική Τρουφάκου (Ελένη), Λυδία Φωτοπούλου (Εκάβη), Γιώργος Χριστοδούλου (Μενέλαος)
Χορός: Μύριαμ Σοφία Αρτζανίδου, Μαρία Δαχλύθρα, Eλένη Δημοπούλου, Νίκος Κυπαρίσσης, Ειρήνη Κουρούβανη, Λωξάνδρα Λούκας, Λυγερή Μητροπούλου, Θεανώ Παπαβασιλείου, Κατερίνα Παπανδρέου, Νίκη Πεταλά, Χρύσα Τουμανίδου
Μαζί τους, στους ρόλους της νεαρής Πολυξένης και του μικρού Αστυάνακτα η Άνα Τζουλάκη Χριστοδούλου και ο Μιχάλης Μήτσης αντίστοιχα.
Μουσικοί επί σκηνής: Σοφία Καμαγιάννη (πιάνο), Γιώργος Μπουκαούρης (κρουστά), Σοφιανός Πεσιρίδης (όμποε)
Φωτογραφίες: Karol Jarek
Τρέιλερ: Χρήστος Συμεωνίδης
Προπώληση εισιτηρίων: ticketservices.gr
Το Εθνικό Θέατρο επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού
Πολιτισμός
«Η ΚΑΡΥΑΤΙΔΑ!» του Γιώργου Καπουτζίδη σε περιοδεία
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
«Και αφού ήταν σπασμένη έτσι και αλλιώς! Να κοίτα, Παναγιώτη, και η μύτη της ήταν σπασμένη! Στους Άγγλους που την σπάσανε δεν είπε κανείς τίποτα! Όλα σε εμένα θα τα ρίξουν τώρα! Που δεν είναι καθόλου σωστό να σπας την μύτη του άλλου! Την ξένη μύτη! Αλλά φταίνε και οι Έλληνες! Να γυρίσουν πίσω τα μάρμαρα! Τι καταλάβατε; Μια χαρά ήμασταν και με το αντίγραφο. Το έβλεπα εγώ στην Ακρόπολη και έλεγα «Πω! Πω! Τι ωραίο!» Ωραίο; Πιο ωραίο από το αληθινό!»
Αλεξάνδρα Βελλή, Υπουργός Πολιτισμού πρώην τηλεοπτική δημοσιογράφος και παντρεμένη με τον αδελφό του μεγαλύτερου εμπόρου ναρκωτικών των Βαλκανίων!
Τι συμβαίνει όταν η χαμένη έκτη Καρυάτιδα επιστρέφει επιτέλους στην πατρίδα;
Η χώρα φοράει τα καλά της. Οι κάμερες στήνονται. Οι λόγοι ετοιμάζονται. Οι δηλώσεις ξαναγράφονται. Οι μηχανισμοί δουλεύουν υπερωρίες. Οι τόνοι ανεβαίνουν.
Και κάπου εκεί, η εθνική συγκίνηση συναντά την πολιτική παράνοια, η επίσημη γραμμή συγκρούεται με τα κρυφά παρασκήνια και η Ελλάδα κάνει αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα: να μετατρέπει το μεγαλείο σε φιάσκο και το φιάσκο σε γελαστικό
θέαμα.
Με αφορμή μια εξαιρετική θεατρική ιδέα, η Καρυάτιδα γίνεται μια πικρή κωμωδία, μια σάτιρα εθνικής αυτογνωσίας, ένα φαρσοκωμικό πορτρέτο μιας χώρας που μπορεί να συγκινείται βαθιά, να διχάζεται θεαματικά και να αυτοϋπονομεύεται με
αξιοζήλευτη συνέπεια — συχνά όλα μαζί, ταυτόχρονα.
Ο Γιώργος Καπουτζίδης υπογράφει ένα έργο αιχμηρό, ευφυές και απολαυστικά άβολο, που πίσω από το γέλιο αποκαλύπτει με ακρίβεια χειρουργείου τα αντανακλαστικά, τις αντιφάσεις και τα εθνικά μας σπορ.
Η Κατερίνα Μαυρογεώργη σκηνοθετεί με ρυθμό, νεύρο και απόλυτη αίσθηση του κωμικού timing μια παράσταση που προχωρά με φόρα, εκπλήξεις και αλλεπάλληλα χτυπήματα στο κέντρο της ελληνικής ψυχής.
Όμως, ο ευφυής Γιώργος Καπουτζίδης έγραψε το έργο κατόπιν παραγγελίας του Εθνικού Θεάτρου. Ανέβηκε, σημείωσε τεράστια επιτυχία και φέτος το καλοκαίρι, οι παραγωγοί σεργιανάνε την παράσταση στη χώρα σε ανοικτούς χώρους.
Ατυχώς, σχεδόν πάντα μια παράσταση σε ανοικτό χώρο υφίσταται καλλιτεχνική απώλεια ή αναγκάζεται σε μερικούς συμβιβασμούς, καθώς τα έργα που σχεδιάζονται για κλειστή αίθουσα βασίζονται σε διαφορετική αισθητική, κλίμακα και τεχνικές ισορροπίες.
Στους κλειστούς χώρους οι ηθοποιοί εκμεταλλεύονται τις ψιθυριστές εντάσεις, τις λεπτές παύσεις και την απόλυτη σιωπή του κοινού. Στα ανοιχτά θέατρα, η ανάγκη για μικροφωνική ενίσχυση ή για πιο εξωτερική/διογκωμένη ερμηνεία, συχνά, καταστρέφει την οικειότητα και τις εσωτερικές διακυμάνσεις του λόγου.
Στο κλειστό θέατρο το σκοτάδι είναι απόλυτο εργαλείο κατεύθυνσης της προσοχής. Στα θερινά θέατρα, το φυσικό φως του σούρουπου, ο περιβάλλοντας αστικός φωτισμός και η απουσία “μαύρου” ακυρώνουν τις λεπτές αντιθέσεις, τις σκιές και την ατμόσφαιρα που είχε στήσει ο φωτιστής.
Ένα σκηνικό που λειτουργεί υποβλητικά σε μια μικρή ή μεσαία σκηνή μπορεί να δείχνει “φτωχό”, αποκομμένο ή χαμένο στον αχανή χώρο ενός ανοιχτού αμφιθεάτρου.
Και, τέλος, οι εξωτερικοί θόρυβοι και το ανοιχτό τοπίο διασπούν τη συγκέντρωση τόσο των θεατών όσο και των ηθοποιών, δυσκολεύοντας τη διατήρηση της δραματικής έντασης.
Όλα αυτά πρέπει να ειπωθούν χωρίς φόβο και πάθος, επειδή και η «ΚΑΡΥΑΤΙΔΑ!» του Γιώργου Καπουτζίδη δε γλυτώνει τις αρνητικές συνέπειες.
Ωστόσο, σύμφωνα με το κείμενο η έκτη Καρυάτιδα έχει επιστρέψει στην Ελλάδα, μετά από δεκαετίες αιχμαλωσίας στο Βρετανικό Μουσείο. Η επιστροφή αυτή θεωρείται ένα μοναδικό γεγονός, καθώς η Καρυάτιδα θεωρείται σύμβολο του πολιτισμού και της ιστορίας της χώρας μας. Αυτή η Καρυάτιδα συγκεντρώνει τα πλήθη θεατρόφιλων, όπου παίζεται και, μπορεί ο Καπουτζίδης να είναι ένας τηλεοπτικός πετυχημένος συγγραφέας, πασίγνωστος στο ελληνικό κοινό, αγαπητός και δικαίως δημοφιλής, με τη συγγραφή θεατρικών έργων τελευταία, καταφέρνει κάτι αξιοσημείωτο. Να σηκώσει τους θεατές από τον καναπέ τους και να τους στείλει στις θεατρικές αίθουσες.
Η έλευση σημαντικής μερίδας κοινού που δεν πηγαίνει συχνά στο θέατρο, μέσω παραστάσεων με «τηλεοπτική αισθητική» (αναγνωρίσιμοι ηθοποιοί – συγγραφείς από την τηλεόραση, γρήγοροι ρυθμοί, εύπεπτη πλοκή, σπαρταριστό χιούμορ), είναι ένα από τα πιο πολυσυζητημένα θέματα στον χώρο των παραστατικών τεχνών.
Το θέατρο απομυθοποιείται στα μάτια του κόσμου. Παύει να θεωρείται μια τέχνη ελιτίστικη για μυημένους θεατές ή οικονομικά ευκατάστατους.
Αυτό το νέο κοινό έρχεται σε επαφή με τη ζωντανή εμπειρία της σκηνής. Αυτό το πρώτο βήμα μπορεί να του ανοίξει δρόμο να αναζητήσει αργότερα πιο απαιτητικά έργα.
Εξάλλου, οι γεμάτες αίθουσες εξασφαλίζουν θέσεις εργασίας και καλύτερες αμοιβές για ηθοποιούς, τεχνικούς και λοιπούς συντελεστές παραστάσεων.
Βέβαια, οι παραγωγοί κυνηγώντας το εύκολο κέρδος, ενδέχεται να επενδύουν μόνο σε εμπορικά θεάματα, αφήνοντας χωρίς στέγη και χρηματοδότηση νέους δημιουργούς, κλασικά κείμενα ή πρωτοποριακές ομάδες.
Η τηλεοπτική αισθητική, εντέλει, λειτουργεί ως γέφυρα. Το αν αυτή η γέφυρα θα οδηγήσει σε ένα ουσιαστικό, μόνιμο κοινό ή στην εμπορευματοποίηση της τέχνης εξαρτάται από τους ίδιους τους δημιουργούς: αν χρησιμοποιήσουν την προσέλευση του κόσμου για να του δείξουν κάτι βαθύτερο, το κέρδος για το θέατρο είναι τεράστιο.
Στη συγκεκριμένη κωμωδία με σατιρική πρόθεση του Γιώργου Καπουτζίδη, η υπουργός Πολιτισμού, Αλεξάνδρα Βελλή, προετοιμάζεται για την επίσημη παρουσίασή της στους δημοσιογράφους, όμως το σχέδιο ανατρέπεται και όλα πηγαίνουν λάθος από την αδεξιότητά της. Η ανατροπή αυτή προκαλεί μια σειρά από σουρεαλιστικές καταστάσεις και κωμικές ανατροπές.
Η «Καρυάτιδα!» ακολουθεί τα βήματα από τη μια πλευρά μιας Υπουργού Πολιτισμού (Αγορίτσα Οικονόμου), ενός Πρωθυπουργού (Στέλιος Ξανθουδάκης), της συμβούλου του (Μαρία Φιλίνη), ενός αρχηγού ακροδεξιού κόμματος στην κυβέρνηση (Δρόσος Σκώτης) και από την άλλη πλευρά, ακολουθεί τη ρότα του τίμιου γραμματέα της Υπουργού (Στέλιος Ιακωβίδης ), μιας νεαρής αρχαιολόγου (Ασημίνα Αναστασοπούλου) που είναι γραμματέας της Υπουργού και ενός νεαρού που ντύνεται Καρυάτιδα (Σωτήρης Μανίκας) και ποζάρει με τους τουρίστες.
Αυτοί οι πολύ ανθρώπινοι χαρακτήρες κλείνονται σε ένα δωμάτιο και τσακώνονται για το πώς θα διαχειριστούν το θέμα μιας κατεστραμμένης Καρυάτιδας. Και αυτό που εκτυλίσσεται σ’ ένα φανταστικό δωμάτιο ενός φανταστικού υπουργείου είναι τόσο κοντά στην πραγματικότητα της Ελλάδας, που, παρά το άφθονο γέλιο στο σενάριο, καταντά σχεδόν επαχθές.
Όμως, μια πολιτική σάτιρα θεωρείται επιτυχημένη και ποιοτική όταν καταφέρνει να συνδυάσει το χιούμορ με την ουσιαστική κοινωνική και πολιτική κριτική, αποφεύγοντας τον ευτελισμό ή την απλή εμπάθεια ή τον σκόπιμο διδακτισμό.
Ξεπερνά την επιφανειακή διακωμώδηση και εστιάζει στις πολιτικές πράξεις, την υποκρισία, τις αντιφάσεις και τη δημαγωγία. Χρησιμοποιεί την ειρωνεία, την υπερβολή και την αλληγορία, για να αποκαλύψει παρασκηνιακές αλήθειες.
Η καλή σάτιρα βασίζεται σε μια βαθιά κατανόηση της επικαιρότητας και της ανθρώπινης ψυχολογίας. Το αιχμηρό αστείο στηλιτεύει διεφθαρμένες καταστάσεις, επειδή ο αποδέκτης αναγνωρίζει σε αυτό μια πυρηνική αλήθεια που συχνά δε λέγεται ανοιχτά στον δημόσιο λόγο.
Δε λειτουργεί ως κομματικό εργαλείο ή προπαγάνδα. Ακόμη κι αν ο δημιουργός έχει προσωπικές πολιτικές πεποιθήσεις, η σάτιρα οφείλει να ασκεί κριτική σε κάθε μορφή εξουσίας, ανεξαρτήτως ιδεολογικού χώρου. Ο στόχος της δεν είναι απλώς το γέλιο, αλλά η αφύπνιση, ο προβληματισμός και η αμφισβήτηση του status quo. Προκαλεί το κοινό να σκεφτεί κριτικά για τα κοινά, χωρίς όμως να καταλήγει σε στείρο μηδενισμό.
«Η Καρυάτιδα!» του Γιώργου Καπουτζίδη ευφυώς δε μένει στην επιφανειακή χαρά της επιστροφής ενός μνημείου, αλλά σχολιάζει δηκτικά τον τρόπο με τον οποίο το πολιτικό σύστημα και τα ΜΜΕ σπεύδουν να καπηλευτούν ένα εθνικό γεγονός για ψηφοθηρικούς και επικοινωνιακούς λόγους. Αποκαλύπτει την αντίφαση ανάμεσα στην επιφανειακή πρόβα «εθνικής υπερηφάνειας» και στην παρασκηνιακή μικροπολιτική σκοπιμότητα.
Η σάτιρα εδώ λειτουργεί μέσα από την αμήχανη σύγκρουση: από τη μία πλευρά το «απαστράπτον σύμβολο» του αρχαίου πολιτισμού και από την άλλη τα κωμικοτραγικά αντανακλαστικά, η προχειρότητα και η γραφειοκρατία της σύγχρονης Ελλάδας. Το φαντασιακό μεγαλείο συγκρούεται με τη νεοελληνική καθημερινότητα.
Το κέντρο βάρους της κριτικής δεν πέφτει στους απλούς πολίτες, αλλά στους μηχανισμούς εξουσίας, στους πολιτικούς που ετοιμάζουν λόγους, στα δημοσιογραφικά επιτελεία που στήνουν το «θέαμα» και στη συστηματική τάση της πολιτείας να μετατρέπει μια ιστορική στιγμή σε επικοινωνιακό φιάσκο.
Η πρόθεση του συγγραφέα δεν είναι ο μηδενισμός, αλλά ο καθρέφτης. Το κοινό γελά με τις οικείες παθογένειες, αναγνωρίζοντας ότι η τάση να αυτοϋπονομευόμαστε ως χώρα είναι σχεδόν «εθνικό σπορ».
Παρόλο που το έργο γέρνει δραματουργικά προς τηλεοπτική κωμωδία καταστάσεων, η σκηνοθέτρια Κατερίνα Μαυρογεώργη δημιουργεί το κατάλληλο πλαίσιο και σκηνοθετεί εύστοχα μία σατιρική κωμωδία, δίνοντας τη δυνατότητα στους ηθοποιούς να αναδείξουν το ταλέντο τους.
Η υποκριτική ομάδα συνθέτει ένα άρτιο σύνολο και δίνει την αίσθηση ενός πλήρως ενορχηστρωμένου θεατρικού σχήματος δίνοντας επί σκηνής τον καλύτερό της εαυτό.
Η μοναδική Αγορίτσα Οικονόμου είναι απολαυστική στον ρόλο της υπουργού Πολιτισμού, Αλεξάνδρας Βελλή, ενώ με τον ξεχωριστό Στέλιο Ιακωβίδη, συνθέτουν ένα ταιριαστό και εξαιρετικά κωμικό δίδυμο. Στον ρόλο του βοηθού της Υπουργού Πολιτισμού, τον Παναγιώτη, αποκαλύπτει με ευφυή και θαυμάσιο τρόπο όλες τις αδυναμίες και τις παθογένειες που διατρέχουν το πολιτικό πλαίσιο, ιδίως όταν αυτό καλείται να διαχειριστεί μια τόσο σοβαρή και ευαίσθητη θεσμική θέση.
Ακολουθούν όλοι οι καλοί ηθοποιοί που στελεχώνουν τον θίασο, ως μια πηγή αβίαστου γέλιου με τον άψογο συγχρονισμό τους, τη χημεία που γεννά η καλή συνεργασία, το συνταίριασμα στους τόνους και στο ύφος που απαιτεί το κείμενο.
Τα σκηνικά της Άρτεμης Φλέσσα και τα κοστούμια της Ιφιγένειας Νταουντάκη, εξυπηρετούν τη δράση και την περιοδεία του έργου.
Η μουσική του Larry Gus γεμίζει την παράσταση με ενέργεια και σύγχρονο παλμό. Συνδέει παρελθόν και παρόν με παιχνιδιάρικη διάθεση.
Η Σοφία Πάσχου στη κίνηση προσέδωσε στο θίασο ρυθμό, αρμονία και ένα αίσθημα ελευθερίας, που παρασύρει και το κοινό.
Τέλος, η Βάσια Ατταριάν σχεδίασε τους φωτισμούς σύμφωνα με τις σκηνοθετικές οδηγίες.
«Με αυτήν εδώ βγάζεις είκοσι χιλιάδες κομματάκια! Να μου την έδιναν εμένα, ξέρεις πόσα λεφτά θα μπορούσα να βγάλω που έσπασε;
Μα αυτή είναι ανεκτίμητη!
Τι ανεκτίμητη βρε κορίτσι μου!; Για ποιόν; Για εσένα; Ρώτα όποιον θέλεις εδώ έξω! Τι θα προτιμούσε μέσα στο σπίτι του; Αυτό το ερείπιο ή πενήντα χιλιάδες ευρώ; Βάζω στοίχημα οτι όλοι θα παίρναν τα λεφτά!
Εγώ όχι!
Εσύ είσαι χαζή!»
Έξυπνη και ιδιαίτερα αστεία είναι η συμμετοχή στο τέλος της παράστασης μέσω προβολής βίντεο του ίδιου του Γιώργου Καπουτζίδη, πλάι στον Αλέξη Κωστάλα, ο οποίος καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης δανείζει τη φωνή του στα ηχητικά μηνύματα που ακούγονται, προσθέτοντας μια έξτρα δόση χιούμορ και αυτοσαρκασμού.
Εν πολλοίς, πρόκειται για μια ευθύβολη -γιατί όχι μαύρη- κωμωδία, σαρκαστική και καυστική, αφιερωμένη στην ιστορικά εγνωσμένη ικανότητα του τόπου μας να μπλέκει σε κωμικοτραγικές καταστάσεις, ένα κείμενο που ξεχειλίζει σπιρτάδα, στοχευμένη κριτική και μπόλικο χιούμορ με την υπογραφή του ευφυούς Γιώργου Καπουτζίδη.
Συντελεστές
Κείμενο: Γιώργος Καπουτζίδης
Σκηνοθεσία: Κατερίνα Μαυρογεώργη
Σύμβουλος δραματουργίας-Καλλιτεχνικός συνεργάτης: Αντώνης Αντωνόπουλος
Σκηνικά: Άρτεμις Φλέσσα
Κοστούμια: Ιφιγένεια Νταουντάκη
Μουσική: Larry Gus
Κίνηση: Σοφία Πάσχου
Φωτισμοί: Βάσια Ατταριάν
Σχεδιασμός βίντεο: Τάσος Γκολέτσος
Δραματολόγος παράστασης: Βιβή Σπαθούλα
Βοηθός σκηνοθέτιδος: Σοφία Σταθάτου
Βοηθός σκηνογράφου: Αγγελική Βασιλοπούλου-Καμπίτση
Βοηθός φωτίστριας: Σεραφείμ Ράδης
Βοηθός ενδυματολόγου: Αλεξάνδρα – Αναστασία Φτούλη
Β βοηθός σκηνοθέτιδος: Κορίνα Βεζυργιάννη
Σχεδιασμός κομμώσεων: Κωνσταντίνος Κολιούσης
Σχεδιασμός μακιγιάζ: Olga Faleichyk
Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή
Παίζουν (με αλφαβητική σειρά): Ασημίνα Αναστασοπούλου, Στέλιος Ιακωβίδης, Στέλιος Ξανθουδάκης, Αγορίτσα Οικονόμου, Δρόσος Σκώτης, Σταμάτης Φακορέλης, Μαρία Φιλίνη
Η παράσταση «Η Καρυάτιδα!» είχε παρουσιαστεί από το Εθνικό Θέατρο για πρώτη φορά
την περίοδο 2024-2025 και σε επανάληψη την περίοδο 2025-2026.
Η νέα παράσταση που βγαίνει σε καλοκαιρινή περιοδεία το 2026 πραγματοποιείται σε
συνεργασία της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ARK PRODUCTIONS E.E. και του Εθνικού Θεάτρου.
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Προτεινόμενα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΠροκήρυξη Διεθνούς Διαγωνισμού Ποίησης εις Μνήμη του Πρωτοπρεσβύτερου Ποιητή Γεωργίου Ι. Διαμαντόπουλου. Με θέμα ꓽ «Υπάρχουν Άνθρωποι»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΘάσος: Αναστέλλεται η λειτουργία σχολικών τμημάτων και του «Θεαγένη»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμαρχος Θάσου για το πρόγραμμα ενίσχυσης επιχειρήσεων της ΑΜΘ με την διαδικασία της μη επιστρεπτέας προκαταβολής
-
ΚαβάλαΠριν 6 έτηΚαμπανάκι για την μείωση των δρομολογίων στη γραμμή Πρίνος-Καβάλα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΧορωδίες δήμου θάσου 2020
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμος Θάσου κοντά στον πολίτη, δίνει χρήσιμες συμβουλές για την εξοικονόμηση ενέργειας
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΞεκινούν οι εγγραφές στην Παιδική Θεατρική Σκηνή του Δήμου Θάσου
-
ΕλλάδαΠριν 6 έτηΣε κακούργημα μετατρέπεται το αδίκημα βασανισμού των ζώων

You must be logged in to post a comment Login