Connect with us

Πολιτισμός

«Οι μάγισσες του Σάλεμ» στο ανακαινισμένο “Ράδιο- Σίτυ”

«Οι-μάγισσες-του-Σάλεμ»-στο-ανακαινισμένο-“Ράδιο-Σίτυ”

Πρόλογος

Προκειμένου να κατανοήσει κανείς τα γεγονότα που περιστρέφονται γύρω από το κυνήγι και τη δίκη των μαγισσών του Σάλεμ, πρέπει να δώσει προσοχή στο χρονικό πλαίσιο κατά το οποίο έλαβαν χώρα οι κατηγορίες για εξάσκηση μαγείας. Κατά το 17ο αιώνα στην αποικία της Μασαχουσέτης, όπως και στις περισσότερες πουριτανικές αποικίες στο Νέο Κόσμο, υπήρχε η πεποίθηση στους κατοίκους ότι βρίσκονταν σε διαρκή μάχη με τον Σατανά. Επίσης, η αντιμαχία του Σάλεμ Βίλατζ με τη γειτονική Σάλεμ Τάουν, μια πρόσφατη επιδημία ευλογιάς και ο φόβος της επίθεσης από πολεμικές φυλές ιθαγενών δημιούργησαν ένα κλίμα φόβου και καχυποψίας.

Ο Άρθουρ Μίλερ ανέβασε το 1953 στο Μπρόντγουεϊ το έργο του «The Crucible», το οποίο βραβεύτηκε με Βραβείο «Τόνι». Είχε στόχο να καταγγείλει την αντικομουνιστική υστερία που επικράτησε στις ΗΠΑ την εποχή του μακαρθισμού και οδήγησε στη φυσική ή στην ηθική εξόντωση απλών πολιτών, ιδεολόγων και εκπροσώπων του πνευματικού κόσμου.

Επιρροές υπάρχουν τόσο στη μουσική, όσο και στη λογοτεχνία, στο χώρο των κόμικς, στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο.

Το 1996, σε διασκευασμένο σενάριο του ίδιου του Άρθουρ Μίλερ, παρουσιάστηκε η ταινία «The Crucible» (ελλ. τίτλος «Οι Μάγισσες του Σάλεμ»), με πρωταγωνιστές το Ντάνιελ Ντέι Λιούις και τη Γουινόνα Ράιντερ. Νωρίτερα, το 1957, το θεατρικό έργο του Μίλερ είχε μεταφερθεί στον κινηματογράφο σε ομώνυμη ταινία («The Crucible»), με πρωταγωνιστές τον Υβ Μοντάν και τη Σιμόν Σινιορέ, σε διασκευασμένο σενάριο Άρθουρ Μίλερ και Ζαν-Πωλ Σαρτρ.

Στην Ελλάδα το έργο του, ανέβηκε για πρώτη φορά το 1955 από το Εθνικό Θέατρο σε μετάφραση και σκηνοθεσία Αλέξη Σολωμού. Επαναλήφθηκε το 1996 σε σκηνοθεσία Νίκου Χαραλάμπους, ενώ το 1976 παρουσιάστηκε από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος σκηνοθετημένο από τον Νίκο Ραφτόπουλο.

Ο συγγραφέας

Ο Αμερικανός θεατρικός συγγραφέας Άρθουρ Μίλερ συγκαταλέγεται στους κορυφαίους δραματουργούς του 20ού αιώνα. Το έργο του συνδυάζει την επίγνωση της κοινωνικής πραγματικότητας με τη διερεύνηση της εσωτερικής ζωής των χαρακτήρων του.

Σε γενικές γραμμές στο έργο του Άρθουρ Μίλερ απεικονίζεται η σκοτεινή πλευρά του αμερικανικού ονείρου. Λογοτεχνικά, είναι περισσότερο γνωστός για το θεατρικό του «Ο θάνατος τού εμποράκου» («Death of a Salesman», 1941) και κοινωνικά, από τον γάμο του με την ντίβα του κινηματογράφου Μέριλιν Μονρόε (1956-1961).

Ο Άρθουρ Μίλερ γεννήθηκε στις 17 Οκτωβρίου 1915 στο Χάρλεμ της Νέας Υόρκης. Ήταν το δεύτερο από τα τρία παιδιά των Πολωνοεβραίων μεταναστών Άιζαντορ και Αουγκούστα Μίλερ. Ο πατέρας του ήταν ιδιοκτήτης βιοτεχνίας γυναικείων ενδυμάτων και η μητέρα του είχε εργαστεί ως δασκάλα στη δημόσια εκπαίδευση. Η προσωπικότητα του νεαρού Άρθουρ διαμορφώθηκε από την επίδραση που άσκησε στη ζωή του η Μεγά­λη Οικονομική Κρίση, απότοκος του Χρηματιστηριακού Κραχ του 1929.

Ο Μίλερ αποφοίτησε από το λύκειο «Αβραάμ Λίνκολν» του Μπρούκλιν αλλά δεν έγινε δεκτός στα πανεπιστήμια Kορνέλ και Μίσιγκαν, εξαιτίας των κακών βαθμών του, αλλά και της αδυναμίας του πατέρα του να καλύψει τα δίδακτρα. Έκανε διάφορες δουλειές για να συγκεντρώσει το απαραίτητο ποσό και, τελικά, το 1934 έγινε δεκτός στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, όπου ξεκίνησε σπουδές δημοσιογραφίας. Παράλληλα εργαζόταν ως νυχτερινός ρεπόρτερ στην εφημερίδα «Michigan Daily» και παρακολούθησε μαθήματα θεατρικής γραφής. Κατά την διάρκεια της φοίτησής του ανέβασε στο πανεπιστήμιο το πρώτο του θεατρικό έργο με τίτλο «No Villain», το οποίο βραβεύτηκε.

Ο Κάρολος Κουν σύστησε στο ελληνικό κοινό και το επόμενο έργο του Μίλερ, το κλασικό πλέον «Ο θάνατος του εμποράκου», που πρωτοανέβηκε στη Νέα Υόρκη (Μπρόντγουεϊ) στις 10 Φεβρουαρίου 1949 σε σκηνοθεσία Ηλία Καζάν. Είναι η τραγωδία ενός ανθρωπάκου, του πλανόδιου έμπορου Γουίλι Λόμαν, που πέφτει θύμα κίβδηλων αξιών, οι οποίες αποτελούν κατά ένα μεγάλο μέρος τις αξίες της κοινωνίας όπου ζει.

Το 1955 παρουσίασε δύο μονόπρακτα τα: «Από Δευτέρα σε Δευτέρα» («Α Memory of Two Mondays») και «Πάνω από τη γέφυρα» («A View from the Bridge»), που παίχτηκαν σε ενιαία παράσταση.

Την ίδια περίοδο η προσωπική του ζωή σημαδεύτηκε με τον χωρισμό του από την πρώτη του σύζυγο και τον γάμο του με το σύμβολο του σεξ Μέριλιν Μονρόε. Ένωσαν τις τύχες τους με κάθε μυστικότητα, στις 29 Ιουνίου 1956, σ’ ένα δικηγορικό γραφείο της Νέας Υόρκης. Ο λαμπρός θεατρικός συγγραφέας ήταν 41 ετών και η σταρ, μόλις 30.

Ο Άρθουρ Μίλερ θα συνεχίσει να τροφοδοτεί το θέατρο με αξιόλογα έργα. Το 1964 παρουσίασε το «Μετά την πτώση» («After the Fall»), που αναφέρεται στο ναυάγιο των ανθρωπίνων σχέσεων και τις συνέπειές του. Στο θεατρικό «Η τιμή» («The Price», 1968), συνέχισε τη διερεύνηση τού θέματος της ενοχής και της ευθύνης τού ανθρώπου απέναντι στον εαυτό του και απέναντι στους άλλους, εξετάζοντας την ένταση στις σχέσεις ανάμεσα σε δύο αδελφούς. Το έργο αυτό σκηνοθέτησε ο ίδιος, το 1969.

Τον ίδιο χρόνο επισκέφτηκε την Σοβιετική Ένωση με την επόμενη γυναίκα του αυστριακή φωτογράφο Ινγκε Μόρατ και στην συνέχεια δημοσίευσε μαζί της το ταξιδιωτικό ημερολόγιο με τίτλο «In Russia». Γύρισε επίσης την αλληγορική αντιπολεμική ταινία «Τhe Reason Why» και αρνήθηκε την παρουσίαση της στην Ελλάδα, για να δείξει την αντίθεσή του στην καταπίεση που υφίσταντο οι Έλληνες συγγραφείς από το δικτατορικό καθεστώς.

Ο Άρθουρ Μίλερ πέθανε στις 10 Φεβρουαρίου 2005, λίγες εβδομάδες αφότου είχε ολοκληρώσει αντικαρκινική θεραπεία σε νοσοκομείο της Νέας Υόρκης.

Η Υπόθεση

Τον χειμώνα του 1692, στο Σάλεμ της Μασαχουσέτης, δύο κορίτσια, η κόρη του αιδεσιμότατου Σάμιουελ Πάρις, Μπέτυ και η κηδεμονευομένη του, Άμπιγκειλ Ουίλιαμς, άρχισαν να παρουσιάζουν περίεργη συμπεριφορά. Μιλούσαν παράξενα, κρύβονταν κάτω από πράγματα και σέρνονταν στο πάτωμα. Κανένας γιατρός δεν μπορούσε να εξηγήσει τα συμπτώματα, μέχρι που ένας εξ αυτών απεφάνθη ότι τα κορίτσια ήταν δαιμονισμένα. Έτσι, ο πάτερ Σάμιουελ και άλλοι ευλαβείς συμπολίτες του άρχισαν να πιέζουν τα κορίτσια -και άλλα παιδιά που αργότερα παρουσίασαν ανάλογη συμπεριφορά- να κατονομάσουν τους ανθρώπους που τους οδήγησαν στα μονοπάτια του διαβόλου.

Οι τρεις αυτές γυναίκες κατηγορήθηκαν για μαγεία και οδηγήθηκαν στη φυλακή. Ακολούθησαν δεκάδες ακόμα και, καθώς οι φυλακές του Σάλεμ, της Βοστόνης και των γύρω περιοχών γέμιζαν σιγά – σιγά, προέκυψε ένα νέο πρόβλημα: Λόγω της έλλειψης νομοθετικού πλαισίου, όλοι αυτοί οι κρατούμενοι δεν ήταν δυνατόν να δικαστούν. Τη λύση έδωσε ο βασιλικός κυβερνήτης της Μασαχουσέτης, σερ Ουίλιαμ Φιπς, αποφασίζοντας τη συγκρότηση ενός ειδικού δικαστηρίου για την περίπτωση. Στο μεταξύ, η Σάρα Όσμπορν είχε πεθάνει, η Σάρα Γκουντ είχε γεννήσει ένα κοριτσάκι, ενώ ο αριθμός των υπόδικων είχε φτάσει τους 80, πολλοί από τους οποίους είχαν αρρωστήσει.

Με συνοπτικές διαδικασίες όλοι οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι και καταδικάστηκαν σε θάνατο. Μόνο όσοι παραδέχτηκαν την ενοχή τους και κατέδωσαν άλλους, γλίτωσαν την εκτέλεση. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού απαγχονίστηκαν συνολικά 19 άτομα, μεταξύ των οποίων ένας σεβαστός υπουργός κι ένας πρώην αστυνομικός, που αρνήθηκε να συνεχίσει τις συλλήψεις υποτιθέμενων μαγισσών.

Οι δίκες σταμάτησαν στις 3 Οκτωβρίου του 1692, με απόφαση του κυβερνήτη της Μασαχουσέτης, μετά από έφεση ομάδας κληρικών από τη Βοστόνη.

Η ιστορική αφορμή στου συγγραφέα, δηλαδή οι δίκες μαγισσών στη Μασαχουσέτη, είχε ευθεία αναγωγή στην αντικομουνιστική υστερία του Μακάρθι κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου.

Η παράσταση

Η στιβαρή, νευρώδης σκηνοθεσία του Νικορέστη Χανιωτάκη αποκαλύπτει, αν μη τι άλλο, το παράλογο της δημόσιας ζωής και τη νοοτροπία του όχλου μέσα από φρενήρεις εκρήξεις. Εκμεταλλευόμενος τις σατιρικές νότες από το έργο του Μίλερ, δημιουργεί έναν τραγελαφικό ομιλούντα «πίνακα» ανθρώπινης παραφροσύνης, απόρροια αμορφωσιάς, χειραγώγησης και φανατισμού, γεμάτο ζοφερές γραμμές και σκοτεινές αποχρώσεις.

Θα ήταν άστοχο να πούμε ότι ένα τέτοιο έργο θα μπορούσε να είναι σήμερα διασκεδαστικό, αλλά αυτή η παραγωγή είναι σύγχρονη, μαγευτική, με μια διαβολική σπίθα εξωπραγματικού κόσμου.

Σε δική του μετάφραση, ο σκηνοθέτης Νικορέστης Χανιωτάκης, προσπαθεί με ευρηματικές μεθόδους αλλά και με σεβασμό στο έργο, να καταστήσει ενδιαφέρουσα την αλληγορία του Μίλερ. Αναζητώντας τρόπους μεταμόρφωσης του επίκαιρου στην εποχή του κειμένου σε διαχρονικό, διάλεξε την οδό του εικαστικού – φωτιστικού μπαρόκ και της υπογράμμισης του μελοδραματικού ιστού της υπόθεσης, ώστε να οικειώσει τον σύγχρονο θεατή συναισθηματικά, εφόσον ιδεολογικά δε θέλει κόπο σε μια τωρινή εποχή ελεύθερης έκφρασης, με υλικό μινιμαλιστικής εικαστικής εγκατάστασης, διανθισμένης με την αντίληψη Χορού αρχαίου δράματος, για τις μάγισσες.

Καθώς η πρώτη πράξη διογκώνεται, αλλάζει, η ενέργεια στη σκηνή αυξάνεται, η παραγωγή μάς δίνει μια ισχυρή αίσθηση του χωριού πέρα ​​από αυτό το δωμάτιο δράσης, που έρχεται είτε για να κατασκοπεύσει είτε για να προσευχηθεί στο κρεβάτι της άρρωστης Μπέτυ. Η σκηνοθεσία είναι σφιχτή στους ρυθμούς κι εδώ, με κινήσεις σωμάτων διατεταγμένων αποτελεσματικά στη σκηνή.

Το δεύτερο μέρος προσεγγίζει περιστασιακά το μελόδραμα που τροφοδοτεί τον όγκο, μετά την καθαρή ένταση του πρώτου και υπάρχουν αισθητά περισσότερες στιγμές που το συμπυκνωμένο καστ των ηθοποιών ( από είκοσι ένας χαρακτήρες στο κείμενο μένουν δεκατρείς) παραδίδει δυνάμεις υπερβολής και οιμωγών. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Μίλερ συνθέτει ένα θέατρο ψυχογραφικό και συνάμα κοινωνικό, ενίοτε δε, πολιτικό.

Η διασκευασμένη παράσταση του Χανιωτάκη δεν κατορθώνει απόλυτα αυτή τη θεία μείξη. Στο έδαφός της κυκλοφορούν πρόσωπα υπερτονισμένα, που πρέπει, συχνά ερήμην του κειμένου, να οργανώσουν πειστικά τις έννοιες του δογματισμού, του φανατισμού, της ερωτικής εκδίκησης, της κατασκευής ενόχων και της εκβιασμένης ομολογίας. Δραματουργικά, όλα αυτά αφορούν ουσιαστικά τρία πρόσωπα: Τον ηρωικό Πρόκτορ, που τελικά αποκηρύσσει την αλήθεια και χάνει τη ζωή του, την αδίκως κατηγορούμενη γυναίκα του και τη δαιμονική μικρή Αμπιγκέϊλ.

Η διανομή αφήνει τον θεατή με έντονα συναισθήματα. Τα θετικότερα πιστεύω πως επιφυλάσσονται αφενός μεν για τις τραγικές παρυφές και την αγωνιούσα συνείδηση που εκφράζει ο Πρόκτορ του εξαίρετου Άκη Σακελλαρίου κι αφετέρου για το γνήσιο κράμα ανυπεράσπιστης αδυναμίας και βαθιάς ποιητικότητας που προσφέρει η Ρένια Λουϊζίδου, ως σύζυγος Ελισάβετ, ενώ η Ιωάννα Παππά (τι πληθωρικό ταλέντο αυτή η γυναίκα) κινείται αριστοτεχνικά σε σωστή γραμμή τραγικού μεν, φθονερού δε προσώπου, σε συναρπαστικούς ρυθμούς. Ήρεμη δύναμη ο Δημήτρης Πετρόπουλος, ως δικαστής. Εντυπωσιακή η Ρεβέκκα της σπουδαίας Μελίνας Βαμβακά. Πολύ, πάρα πολύ καλές οι νεαρές ηθοποιοί που συμπληρώνουν τις μάγισσες του Σάλεμ, όπως και ο υπόλοιπος θίασος.

Οι φωτισμοί της Χριστίνας Θανάσουλα, όπως και το σκηνικό της Αρετής Μουστάκα (ένας ευμεγέθης σταυρός στο κέντρο της σκηνής και γύρω του γυμνά κλαριά δένδρων που συνθέτουν μία απόκοσμη, φοβική ατμόσφαιρα), οργανώνουν εξπρεσιονιστικές φωτοσκιάσεις γύρω και μέσα στους δραματουργικούς πυρήνες, ώστε οι αρμοί του Μίλερ να θεμελιώνουν σκηνικά τα επιχειρήματά του και τα μηνύματα να περνούν στην πλατεία. Τα κοστούμια της Χριστίνας Πανοπούλου είναι καθαροί υπαινιγμοί του κόσμου του Σάλεμ του 17ου αιώνα, που δεν επιβάλλουν μιαν άλλη ανάγνωση στα γεγονότα του έργου, αλλά μας τοποθετούν σταθερά σ’ αυτόν τον κόσμο, όπου η μαγεία θεωρούνταν πραγματική απειλή.

Ο Γιάννης Μαθές έγραψε δραματική μουσική για να ερμηνεύσει επί σκηνής καταστάσεις στην εξέλιξη της ιστορίας.

Επίλογος

Έχουν περάσει σχεδόν εβδομήντα χρόνια από την πρώτη παράσταση και πολύ πάνω από τρεις αιώνες στέκονται μεταξύ του θεατή και των «δοκιμών» μαγείας του Σαλέμ του 1692. Ωστόσο, το αριστούργημα του Άρθουρ Μίλερ εξακολουθεί να χτυπά το κώδωνα κινδύνου. Ένας διαλογισμός σχετικά με την εκμετάλλευση του φόβου και τη διάλυση της αλήθειας για την προώθηση των προσωπικών στόχων κάποιου, το έργο παραμένει βαθιά επίκαιρο στον κόσμο της μετα-αλήθειας μας. Μάλιστα, όταν πέφτει η αυλαία, η παράσταση προσφέρει μια σαφώς βαθύτερη σκέψη στους θεατές, όχι ως παρατηρητές της ιστορίας και των πολιτικών γεγονότων τα εποχής, αλλά ως ενσυνείδητα συμμετέχοντες είτε ως δικαστές είτε ως ένορκοι και, γιατί όχι, ως υπερασπιστές των κρυφών , ανομολόγητων επιθυμιών του καθενός.

Συντελεστές:

Μετάφραση – Σκηνοθεσία: Νικορέστης Χανιωτάκης,

Σκηνικά: Αρετή Μουστάκα,

Κοστούμια: Χριστίνα Πανοπούλου,

Πρωτότυπη μουσική: Γιάννης Μαθές,

Επιμέλεια κίνησης: Αντιγόνη Γύρα,

Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα,

Βοηθός Σκηνογράφου: Φραντζέσκα Μπούτση,Έμιλυ Ονησιφόρου,

Βοηθός ενδυματολόγου: Μαρία Φέξη,

Συνεργάτις θεατρολόγος: Χριστιάννα Μαντζουράνη,

Βοηθός σκηνοθέτη: Ελευθερία Μπενοβία,

Οργάνωση παραγωγής: Αναστασία Γεωργοπούλου,

Διανομή:

Δικαστής Ντάνφορθ: Νικήτας Τσακίρογλου – Δημήτρης Πετρόπουλος

Τζον Πρόκτορ: Άκης Σακελλαρίου

Ελισάβετ Πρόκτορ: Ρένια Λουιζίδου

Άμπιγκεϊλ Γουίλλιαμς: Ιωάννα Παππά

Σαμουήλ Πάρις: Γιάννης Καλατζόπουλος

Ρεβέκκα Κόρει: Μελίνα Βαμβακά

Τζον Χέηλ: Γεράσιμος Σκαφίδας

Τόμας Πάτναμ: Θωμάς Γκαγκάς

Άννα Πάτναμ: Κατερίνα Νικολοπούλου

Μαίρη Γουόρεν: Ισιδώρα Δωροπούλου

Μπέτυ Πάρις: Μαρία Μοσχούρη

Μέρση Λιούις: Αντουανέτα Παπαδοπούλου

Τιτούμπα: Δανάη Ομορεγκιέ Νεάνθη

Διάρκεια έργου:

130 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«Πολυάννα Το παιχνίδι της χαράς» στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

«Πολυάννα-Το-παιχνίδι-της-χαράς»-στο-Αρχαίο-Θέατρο-Φιλίππων

    Η παιδική σκηνή Κάρμεν Ρουγγέρη έρχεται στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων και παρουσιάζει την παράσταση «Πολυάννα Το παιχνίδι της χαράς», την Κυριακή 30 Αυγούστου στις 21:00 στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων.

    Πρόκειται για ένα «παιχνίδι» της Πολυάννας, ενός δωδεκάχρονου τρισχαριτωμένου κοριτσιού, που κατέκτησε ολοκληρωτικά τις καρδιές μικρών και μεγάλων τον χειμώνα που ανέβηκε στο Θέατρο Κιβωτός..

    Η Πολυάννα, η ηρωίδα της ιστορίας, γίνεται σύμβολο αγάπης και καλοσύνης για όλους όσους θα βρεθούν στο δρόμο της. Βλέπει πάντα τη ρόδινη πλευρά της ζωής, και πιστεύει ότι κάποιος μπορεί να βρει χαρά ακόμα και σε κάτι δυσάρεστο που θα του συμβεί.

    Χαρά που ομορφαίνει και καλυτερεύει τα πάντα στη ζωή.

    Η παράσταση έχει πολλή ενδιαφέρουσα πλοκή. Έξυπνα σκηνικά και παραμυθένια κοστούμια προσεγμένα στη λεπτομέρεια και ακόμα εμπνευσμένες χορογραφίες πάνω σε πρωτότυπη μουσική και τραγούδια με ρυθμούς country, foxtrot, rock and roll, godspell και blues.

    Τα πιόνια του παιχνιδιού αυτού είναι:

    •​ η αισιοδοξία απέναντι στην απαισιοδοξία,

    •​ η καλοσύνη απέναντι στην κακία,

    •​ το ενδιαφέρον απέναντι στην αδιαφορία

    •​ η θετική σκέψη απέναντι στην αρνητική σκέψη

    •​ το γέλιο απέναντι στο κλάμα

    •​ η συγχώρηση απέναντι στην εκδίκηση

    •​ η χαρά απέναντι στην θλίψη

    Promo Trailer: https://youtu.be/wibWlmDhQaQ

    Λίγα λόγια για το έργο:

    Ήταν μια φορά σ’ ένα μακρινό μέρος, κάπου στην Αμερική, πολλά χρόνια πριν, ένα μελαγχολικό χωριουδάκι.

    Σ’ αυτό το χωριό οι κάτοικοι ήταν κάπως απρόσιτοι. Δεν πιάνανε κουβέντα εύκολα, χαμογελούσαν πολύ δύσκολα. Με άλλα λόγια… σ’ αυτό το χωριό λες ΚΑΙ ΕΙΧΕ ΧΑΘΕΙ Η ΧΑΡΑ.

    Η μικρή μας ηρωίδα καταφθάνει μόνη της σε αυτό το χωριουδάκι με τους αδιάφορους και λυπημένους κατοίκους και εφαρμόζοντας το «παιχνίδι της χαράς» κατορθώνει μέσα σε λίγο διάστημα, να τους ξεσηκώσει όλους και να τους γεμίσει με αισιοδοξία, χαρά και ελπίδα.

    Δήλωση της Κάρμεν Ρουγγέρη

    «Το έργο έχει μια τόσο ενδιαφέρουσα πλοκή και ένα τόσο όμορφο τέλος που μπορεί να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον μικρών και μεγάλων. Κατά την γνώμη μου είναι για όλες τις ηλικίες. Οι Θησαυροί –μηνύματα που έχει το έργο αυτό είναι τόσοι που σίγουρα οι μικροί και μεγάλοι θεατές μας θα φύγουν πολύ πιο πλούσιοι από την παράσταση αυτή».

    Δήλωση της Χριστίνας Κουλουμπή

    «Το παιχνίδι της χαράς» της Eleanor Porter είναι το αριστούργημα της Αμερικάνικης Λογοτεχνίας που σημάδεψε τα παιδικά μου χρόνια! Ένα βιβλίο που επηρέασε τον τρόπο που βλέπω την ζωή με αφάνταστα θετικό τρόπο!

    Ηρωίδα, ένα μικρό κορίτσι 12 χρονών που- παρά τις αντιξοότητες που παρουσιάζονται στην ζωή της – καταφέρνει να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες με χαμόγελο και αισιοδοξία! Ο πατέρας της, ένας φτωχός ιεραπόστολος, της είχε μάθει να παίζει το «παιχνίδι της χαράς» που είναι το μυστικό της ευτυχίας! Μέσα από τις περιπέτειες της μικρής Πολυάννας καταλαβαίνουμε την αξία της ευγνωμοσύνης, την αγάπη που μεταδίδεται μέσα από την καλοσύνη, την φιλία και την ελπίδα που φωτίζει την σκέψη μας να επιλέγει το καλό ακόμα κι όταν όλα μοιάζουν δύσκολα…

    Κείμενο: Κάρμεν Ρουγγέρη

    Σκηνοθεσία: Κάρμεν Ρουγγέρη – Χριστίνα Κουλουμπή

    Σκηνικά – Κοστούμια: Χριστίνα Κουλουμπή

    Κίνηση – Χορογραφίες – Φωτισμοί: Πέτρος Γάλλιας

    Πρωτότυπη μουσική – VideoArt: Αντώνης Δελαπόρτας

    Στίχοι: Ανδρέας Κουλουμπής – Κάρμεν Ρουγγέρη

    Διδασκαλία τραγουδιών: Ελένη Ζιώγα

    Διεύθυνση παραγωγής – Υπεύθυνη περιοδείας: Ελένη Καρτάση

    Παίζουν οι ηθοποιοί (με αλφαβητική σειρά):

    Αναγνωστοπούλου Αναστασία, Ζωγραφόπουλος Κώστας, Κορλός Θανάσης, Κύρτσος Νίκος, Λιναρδάτου Κωνσταντίνα, Μιχαλάκη Έλενα, Παπαδόπουλος Χάρης, Πικιώνη Ινώ

    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: ΠΑΙΔΙΚΗ ΣΚΗΝΗ ΚΑΡΜΕΝ ΡΟΥΓΓΕΡΗ

    Πολυάννα Το Παιχνίδι της Χαράς

    Κυριακή 30 Αυγούστου / 21:00

    Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

    Τιμές εισιτηρίων: 14€ Γενική Είσοδος (Δωρεάν είσοδος για παιδιά έως 2 ετών)

    Ηλεκτρονική Προπώληση: https://www.ticketservices.gr/event/polyanna-to-paixnidi-tis-xaras/?lang=el

    Προπώληση

    Καβάλα: Κέντρο Πληροφόρησης Επισκεπτών Δήμου Καβάλας (πρώην ΕΟΤ) Κεντρική Πλατεία, τηλ: 2510-620566, καθημερινά από Δευτέρα έως Σάββατο (10:00 – 14:00 και 18:00 – 21:00) και Κυριακή (10.00 – 14.00), ενώ την ημέρα της παράστασης θα γίνεται προπώληση στο ταμείο του χώρου της εκδήλωσης από τις 19:00 το απόγευμα.

    Πηγή: KavalaWebNews

    Continue Reading

    Πολιτισμός

    «ΡΩΜΑΙΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΕΤΑ» του Μποστ! σε περιοδεία από ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κρήτης 

    «ΡΩΜΑΙΟΣ-ΚΑΙ-ΙΟΥΛΙΕΤΑ»-του-Μποστ!-σε-περιοδεία-από-ΔΗΠΕΘΕ.-Κρήτης 

    Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

    Διαβάζοντας ξανά και ξανά κείμενα και σκίτσα του Μέντη Μποσταντζόγλου κάνουμε συχνά το ίδιο λάθος: προσπαθούμε να κρατήσουμε παραπομπές, μνημόνια εδαφίων. Όμως, στο μποστικό σύμπαν δε βρίσκουν έδαφος τα μνημόνια. Οι σελιδοδείκτες θα ‘πρεπε να είναι όσοι είναι οι λαχνοί στο κοντάρι του λαχειοπώλη την ώρα που βγαίνει για δουλειά! Δεν είναι μόνο εύλογη η αμηχανία όποιου επιχείρησε να χωρέσει σε ταξινομημένα ράφια το έργο του Μποσταντζόγλου.

    Σκιτσογράφος, θεατρικός συγγραφέας, στιχουργός, σατιρικός, λαϊκός ζωγράφος, σαρκαστικός αφηγητής και καλλιτέχνης, διαφημιστής, σχεδιαστής όμορφων δώρων, κατεδαφιστής της κοινωνικής και γλωσσικής υποκρισίας…

    Ανεπαρκείς οι ορισμοί, τόσο αληθινοί ο καθένας χωριστά, τόσο λίγοι, όμως, για να κλείσουν μέσα τους αυτόν τον Ανατολίτη αυθεντικό άρχοντα της πένας και του πινέλου.

    Είπαν για αυτόν πως ζωγράφιζε τη γλώσσα και μιλούσε τις εικόνες: ένα ισόβιο, εύφορο μποστάνι, που θα ‘λεγε κανείς ότι το σκάλισαν, το πότισαν και το ευλόγησαν ο Αριστοφάνης, ο Θεόφιλος, ο Βυζάντιος, ο Σουρής, ο Ροΐδης, ο Θέμος Άννινος και ο αδελφός του ο Μπάμπης, αλλά μαζί και όλοι οι μάστορες του Θεάτρου Σκιών και οι ακαδημαϊκοί του Σουρρεαλισμού.

     Το συνολικό έργο του Μποστ είναι ίσως το πιο αδιάσειστο τεκμήριο εκείνου του αξιώματος που έλεγε πως στην Ελλάδα δεν χρειάζεται κανείς να εισάγει τον Σουρρεαλισμό, καθότι υπάρχει επάρκεια.

     Ιδού το δείγμα: «Σε κάποια πόλη μακρινή, στην πόλη της Βερόνας

    Μοντέγοι από τη μία μεριά, και κάτι Καπουλέτοι

    είχανε έχθρα φοβερή που εκρατούσε έτη.

    Κι έτυχε τότε έρωτας να μπει εις την καρδιά

    και να θρονιάσει για καλά σε δυό μικρά παιδιά.

    Αυτά υπήρξαν θύματα ετούτης της βεντέτας

    Κάποιου Μοντέγου δηλαδή και κάποιας Καπουλέτας.

    Ρωμαίος λέγεται ο γιός από Μοντέγου γένος

    Και με την κόρη του εχθρού βαριά ερωτευμένος.

    Ιουλιέτα λέγετο η κόρη που αγαπούσε

     και Καπουλέτους έλεγαν το γένος που κρατούσε.

    Η μοίρα όμως το’ φερε η αγάπη των να σβήσει.

    Θα δείτε πώς συνέβηκε στο έργο που θ’ αρχίσει».

    Ο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Μποστ δεν είναι απλώς μια κωμωδία, αλλά είναι ένα γλωσσικό και κοινωνικό φαινόμενο. Με τον χαρακτηριστικό δεκαπεντασύλλαβο και την σκοπίμως ανατρεπτική γλώσσα του, το έργο σατιρίζει τον μικροαστικό καθωσπρεπισμό, τις διαχρονικές ελληνικές παθογένειες και τις αντιφάσεις της σύγχρονης κοινωνίας, προκαλώντας ουσιαστικά ερωτήματα αβίαστο γέλιο.

    Ο Μποστ εμπνέεται από την πασίγνωστη ρομαντική σαιξπηρική ιστορία. Οι ήρωες έρχονται από το παρελθόν στο παρόν, λέγοντας την ιστορία με το δικό τους τρόπο μέσα από τον αυτοσαρκασμό, το χιούμορ και τις ανατροπές.

    Ο Ρωμαίος γεμάτος από έρωτα για την Ιουλιέτα αντιπροσωπεύει το πάθος, το αίσθημα, αλλά και τη δύναμη, έτοιμος να θυσιαστεί για τα ιδανικά της αγάπης. Η Ιουλιέτα, μέσα πάντα από τον ανατρεπτικό όσο και σουρεαλιστικό λόγο του Μποστ, είναι ένα κορίτσι και αργότερα γυναίκα που τη διακρίνει η δυναμικότητα και αποφασιστικότητα, έτοιμη να διεκδικήσει μέχρι τέλους την αγάπη της για τον Ρωμαίο.

    Και εδώ πρωταγωνιστής είναι η γλώσσα. Μέσα σε αυτόν τον ευρηματικό και απροσδόκητο δεκαπεντασύλλαβο, ο Μποστ σατιρίζει με το δικό του υπονομευτικό τρόπο τα κακώς κείμενα της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας.

    Ο σουρεαλισμός, ο γνωστός δεκαπεντασύλλαβος, οι ήρωες που μοιάζουν με τα σκίτσα του, η υπόγεια κριτική , είναι τα στοιχεία εκείνα που κάνουν το έργο να αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα δείγματα ενός θεάτρου που δεν υπήρξε όμοιο στην Ελλάδα.
    Αιχμηρός, αληθινός, αλλά και πολύ ευαίσθητος στίχος.

     Ο πολυμήχανος σατιριστής Μποστ βάζει δύσκολα στον εαυτό του, εφόσον χρησιμοποιεί ως θεματική αφετηρία του και ως πλαίσιο του μύθου του ένα άλλο έργο, άλλης εποχής, άλλης δραματουργικής πλοκής και υφής και, μάλιστα, τραγικής, όπως είναι και η «Μήδεια».

     Διακινδυνεύει κινούμενος στην κόψη του ξυραφιού, καθώς πλέκει το πρωτότυπο Σαιξπηρικό έργο και τα πρόσωπά του με το σύγχρονο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι στον δικό του μύθο, τον φαινομενικά παράλογο, αλλά στο βάθος του ορθολογικά δομημένο και κριτικά καυστικό, ακριβώς γιατί θέλει να στηλιτεύσει τον σύγχρονο βίο του Έλληνα, του εκτροχιασμένου και εξαιτίας της κατακλυσμιαίας υποκουλτούρας, που σαρώνει τα πάντα.

    ‘Ήθη, παραδόσεις αιώνων, πολιτιστικές αξίες και τέχνες.

    Μια κοινωνία σε πλήρη σύγχυση αποκαλύπτει η παράσταση, μέσα από ένα παιχνίδι σκόπιμης, δαιμόνιας , χιουμοριστικά εύφορης δραματουργικής ασάφειας. Πρόκειται για μια επιτηδευμένη σύγχυση που λυτρώνει τον θεατή από τη σαβούρα της τηλεοπτικής υποκουλτούρας, αυτής που συντηρεί μελοδραματικές λαϊκίστικες ιστορίες, προκαλεί μαζική αποχαύνωση στη σημερινή Ελλάδα του κακόγουστου διπολικού σκηνικού των «Πράσινων» και «Βένετων».

    Τα λογοπαίγνια του Μποστ, δια στόματος των ανεκδιήγητων ηρώων του «σπάνε κόκαλα» με την αιχμηρότητά τους και ευεργετούν τον θεατή με το εύστοχο, ανατρεπτικό τους χιούμορ.

    Ο Νικορέστης Χανιωτάκης σκηνοθετεί το έργο και το μπολιάζει με πάμπολλα, ευφυή ευρήματα και με φρέσκους στίχους ομοιοκατάληκτους που στηλιτεύουν τη σημερινή επικαιρότητα, ντυμένο με την πρωτότυπη μουσική του Γιώργου Ανδρέου, που «γλεντά» την παράσταση με τα τραγούδια του και τη ζωντανή μουσική του.

     Ο σκηνοθέτης προσφέρει στο κοινό ένα θέαμα λευτερωμένο από κάθε υποκριτική αναστολή από έναν «εξωφρενικό θίασο», με προεξάρχοντες την έξοχη Υρώ Μανέ, που σκορπά κύματα γέλιου στον ρόλο της Ιουλιέτας και τον πολυτάλαντο Άκη Σακελλαρίου, ως έναν πολυδιάστατο Ρωμαίο, ενώ η σκηνική δράση εμπλουτίζεται σε υπερθετικό βαθμό από τον Γιάννη Ζουγανέλη στον ρόλο της Παραμάνας.

    Ακόμη, ο Σπύρος Μπιμπίλας με απίστευτη ενέργεια και μπρίο ως Μερκούτιος, ο απολαυστικός Γιάννης Δρακόπουλος στον ρόλο του αντισυμβατικού Πάτερα Λαυρέντιου, μαζί με τους εξαιρετικούς Δαυίδ Μαλτέζε, Παναγιώτη Γουρζουλίδη, Βασίλη Παπαδημητρίου, Αρετή Πασχάλη και Νίνα Φώσκολου, με το πληθωρικό τους ταλέντο, τον γρήγορο ρυθμό και το χιούμορ, εναλλάσσουν ρόλους με γρήγορα αντανακλαστικά και απογειώνουν το κοινό.

     Είναι ένας θίασος υπέροχος, διαρκώς σχολιαστικός, μέσα σ’ ένα σκηνικό «όργιο» της Μαρίας Φιλίππου και της δημιουργικής συνεργασίας της Ιωάννας Καλαβρού με τα κοστούμια της, καθοδηγούμενου κινητικά από την Φαίδρα Νταϊόγλου.

    Συντελεστές

    Σκηνοθεσία-Φωτισμοί: Νικορέστης Χανιωτάκης

    Πρωτότυπη μουσική: Γιώργος Ανδρέου

    Σκηνικά: Μαρία Φιλίππου

    Κοστούμια: Ιωάννα Καλαβρού

    Χορογραφίες: Φαίδρα Νταϊόγλου

    Σχεδιασμός ήχου – ηχοληψία: Μανώλης Καραδημητράκης

    Βοηθός σκηνοθέτη: Θεοδώρα Κοκκινίδη

    Οργάνωση παραγωγής: Χρυσαντίνα Κούλουμπου, Χαρούλα Λώλη

    Εκτέλεση παραγωγής: Ιουλιέτα Καραχάλιου

    Οργάνωση γραφείου παραγωγής: Βικτώρια Λώλη, Αργυρώ Τσοτσώνη

    Επικοινωνία: Ελένη Λιλή – elenanlily@gmail.com

    Creative Agency : GridFox

    Social media: Social Wave

    Παίζουν: Υρώ Μανέ, Άκης Σακελλαρίου, Σπύρος Μπιμπίλας, Γιάννης Δρακόπουλος, Δαυΐδ Μαλτέζε, Παναγιώτης Γουρζουλίδης, Βασίλης Παπαδημητρίου, Αρετή Πασχάλη, Νίνα Φώσκολου, Οδυσσέας Κωνσταντόπουλος

    Στον ρόλο της Παραμάνας ο Γιάννης Ζουγανέλης!

    ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

    Πηγή: KavalaWebNews

    Continue Reading

    Πολιτισμός

    «Γη της Επαγγελίας» της Γεωργίας Μαυραγάνη στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων!

    «Γη-της-Επαγγελίας»-της-Γεωργίας-Μαυραγάνη-στο-69ο-Φεστιβάλ-Φιλίππων!

    Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

    «Πίσω από κάθε διακόπτη ρεύματος κρύβονται χιλιάδες ανθρώπινες ιστορίες που συνθέτουν ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της σύγχρονης Ελλάδας»

    Γεωργία Μαυραγάνη

    Η ενεργειακή μετάβαση στην Πτολεμαΐδα και η οριστική παύση του λιγνίτη, με επίκεντρο τη μετατροπή της μονάδας «Πτολεμαΐδα 5» σε φυσικό αέριο έως το 2028, αντιμετωπίζεται από την εξουσία ως μονόδρομος πράσινης ανάπτυξης, ενώ από τους πολίτες και φορείς της Δυτικής Μακεδονίας εκλαμβάνεται συχνά ως βίαιη και οικονομικά επισφαλής αποβιομηχάνιση.

    «Το θέμα της ενεργειακής πολιτικής μιας χώρας είναι μεγάλο και πολυδιάστατο. Ήταν για μένα δύσκολο να επιλέξω τα σημεία που θα αναδείξει η παράσταση. Επέλεξα να ακούσουμε μόνο τις φωνές των ανθρώπων της Δυτικής Μακεδονίας. Εργαζόμενους στο λιγνιτωρυχεία και στους ΑΗΣ (ατμοηλεκτρικούς σταθμούς), αλλά και πολιτικούς φορείς. Είδα από κοντά τη δύσκολη εργασία στο ορυχεία και άκουσα προσεκτικά τα σχέδια και τα έργα που εκπονούνται στη Μετάβαση Α.Ε. Αυτές τις μαρτυρίες, προσεκτικά επιλεγμένες, επιστρέφω και στο κοινό». Δηλώνει η σκηνοθέτρια.

    Η παράσταση αντλεί υλικό από τη συλλογική μνήμη και την ιστορική εμπειρία της λιγνιτικής δραστηριότητας στη Δυτική Μακεδονία. Μέσα από ιστορικά ντοκουμέντα, προσωπικές συνεντεύξεις, βιώματα και μαρτυρίες, αναδεικνύει ένα κεφάλαιο που σφράγισε την ταυτότητα της περιοχής, ενώ ταυτόχρονα θέτει στο προσκήνιο το μείζον ζήτημα της ενέργειας – ένα θέμα που διαπερνά ολόκληρη τη χώρα και αφορά το κοινό μας μέλλον.

    Η Γεωργία Μαυραγάνη ασχολήθηκε επισταμένως με το ακανθώδες θέμα της απολιγνιτοποίησης της Δυτικής Μακεδονίας, το οποίο αποκτά πλέον μη αναστρέψιμα χαρακτηριστικά.

    Διεξήγαγε μια ενδελεχή έρευνα μηνών σε ζωντανές πηγές (συνεντεύξεις) και σε γραπτές (αρχεία), διασκεύασε το κείμενό της ως μια ποιητική μεν, καταγγελτική δε παράσταση και παρουσιάζει σε επιλεγμένα σημεία της χώρας ένα θέατρο ντοκουμέντο, με κύριο στόχο την ενσυναίσθηση και, κυρίως, τη διάσωση της συλλογικής μνήμης, μετατρέποντας τις προσωπικές συνεντεύξεις, τις αληθινές αφηγήσεις και τις μαρτυρίες των βιομηχανικών εργατών σε άμεσο τεκμήριο μνήμης, για την εργασία και την απώλεια.

    Αυτή ήταν και η μεγάλη πρόκληση για τη Γεωργία Μαυραγάνη. Από πού ξεκινά κανείς; Από την ιστορία του λιγνίτη; Από το παγκόσμιο ζήτημα της ενέργειας; Από την οικονομική διάσταση; Από τη ζωή των εργαζομένων; Από τις περιβαλλοντικές συνέπειες; Είναι ένα θέμα γεμάτο αντιφάσεις. Από τη μία πλευρά , ο λιγνίτης στήριξε οικονομικά την περιοχή, δημιούργησε χιλιάδες θέσεις εργασίας και διαμόρφωσε την ανάπτυξή της. Από την άλλη, υπήρξαν σοβαρές επιπτώσεις στο περιβάλλον, στην υγεία και στην ποιότητα ζωής των κατοίκων. Όλα αυτά συνυπάρχουν στην παράσταση, επειδή δεν έπρεπε να αγνοηθούν.

     Στον βαθμό που η δραματουργία δε δημιουργεί οτιδήποτε εκ του μηδενός, αλλά καταφεύγει σε πηγές, κάθε δραματική σύνθεση περιλαμβάνει ένα μέρος ντοκουμέντων.

    Διακρίνουμε αναμφίβολα σ’ αυτή τη μέθοδο την ανταπόκριση στη σύγχρονη προτίμηση στο ρεπορτάζ και στο αληθινό ντοκουμέντο, την επιρροή των Μέσων που κατακλύζουν τους θεατές- ακροατές με αντιφατικές και κατευθυνόμενες πληροφορίες και την επιθυμία του δημιουργού να απαντήσει με ανάλογη τεχνική.

     Επομένως, η κίνηση είναι ορθώς πολιτική και, θαρρώ, πως το θέατρο ντοκουμέντου είναι ο κληρονόμος του ιστορικού δράματος. Αντίθετα, το θέατρο μυθοπλασίας το εισπράττω ως ιδεαλιστικό και απολιτικό, ίσως, εφόσον χειρίζεται τα γεγονότα με στόχο την ψυχαγωγία.

    Ωστόσο, αν εκλάβουμε την πολιτική με την ετυμολογική έννοια του όρου, θα συμφωνήσουμε ότι το θέατρο είναι κατ’ ανάγκη πολιτικό, αφού εγγράφει τους πρωταγωνιστές στην πόλη ή την ομάδα. Ο όρος δηλώνει με ακρίβεια, επιτρέψτε μου, το αγωνιστικό θέατρο, το λαϊκό, το προπαγανδιστικό, το επικό, αλλά και το μπρεχτικό.

     Όλα αυτά τα είδη έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό τη θέληση των συντελεστών μιας παράστασης να θριαμβεύσει μια αλήθεια, μια αναγκαία πίστη, ένα φιλοσοφικό ή και ένα στρατηγικό σχέδιο. Οπότε, η αισθητική υπάγεται στον πολιτικό αγώνα, μέχρι του σημείου -γιατί, όχι – η θεατρική μορφή να ακυρώνει τον αγώνα των ιδεών που ενστερνίζεται η εξουσία, που, πιθανώς, να πρόκειται για αγώνα- άλλοθι.

     Στη «Γη της Επαγγελίας» ( τίτλος – δάνειο από τη «Γένεση» της Παλαιάς Διαθήκης) οι θεατές κοινωνούμε το κυρίως θέμα ως μείζον πρόβλημα, μέσα από τις συνεντεύξεις εργαζομένων που δραματοποιούνται, μέσα από το υλικό που απλώνεται στη σκηνή και θυμίζει εργοτάξιο- ακόμα και ο λιγνίτης είναι παρών – έτσι όπως το σχεδίασαν οι Εύη Μιμίκου και Βενετία Νάση, αλλά και μέσα από τις εικόνες που εμπεριέχουν καθαρή ποίηση στη μεταφορά της πραγματικότητας, ενώ ξετυλίγονται σκηνές με ανθρώπινες αντιδράσεις όπως πικρό γέλιο, θυμός, αγανάκτηση, οργή για την ανυπαρξία ενός σχεδίου σωτηρίας.

    Η περιοχή ζει με τις κοιλότητες των ορυχείων, τα κουφάρια των εργοστασίων και την παλιά της δόξα. Οι νέοι φεύγουν μαζικά. Όσοι έχουν μείνει βρίσκονται σε πένθος. Χρειάζονται πράξεις. Όσο συντηρείται η μικροπολιτική με την επιδοματική λογική των ανοικονόμητων χρηματοδοτήσεων από το ΔΑΜ (Δίκαιη αναπτυξιακή μετάβαση) δεν θα αλλάξει τίποτα.

    Η παράσταση ξεχωρίζει και για τις συγκλονιστικές αφηγήσεις εργατών και για το κινηματογραφικό της υλικό, με την υπογραφή του Στάθη Γαλαζούλα, το οποίο αποκαλύπτει σημαντικά τεκμήρια για όσα συμβαίνουν αυτή τη στιγμή στα χωριά και στα παροπλισμένα ορυχεία της Δυτικής Μακεδονίας, με αισθητική ντοκιμαντέρ αλλά και με ποιητική ματιά. Στο ενδιαφέρον οπτικό υλικό, θα πρέπει προσθέσουμε τις συγκλονιστικές φωτογραφίες του Νίκου Λόφτσαλη από τον κρανίου τόπο των ορυχείων.

    Το τέλος της λιγνιτικής εποχής γίνεται το εφαλτήριο αυτής της παράστασης θεάτρου-ντοκουμέντου. Μαρτυρίες κατοίκων και εργαζομένων μετατρέπονται σε σκηνική πρώτη ύλη, σε μια αφήγηση που επιστρέφει στις ρίζες της ενεργειακής ιστορίας της Δυτικής Μακεδονίας. Ένα άμεσο τεκμήριο μνήμης για την ενέργεια, την απώλεια και τη μετάβαση, που αφορά όχι μόνο έναν τόπο, αλλά ολόκληρη τη χώρα.

     Διαπιστώνουμε ότι η παράσταση αποκαλύπτει μια θολή πλευρά ενός ζητήματος με το οποίο όλοι συνδεόμαστε, χωρίς όμως να το γνωρίζουμε πραγματικά. Όλοι πατάμε τον διακόπτη για να έχουμε ηλεκτρικό ρεύμα, όμως ελάχιστοι γνωρίζουμε τι κρύβεται πίσω από αυτή την καθημερινή πράξη. Οι θεατές ανοίγουμε ένα παράθυρο στη σκέψη μας. Μοιραστήκαμε μια ιστορία, που μέχρι σήμερα παρέμενε σχεδόν άγνωστη, μέσα από τις μαρτυρίες ανθρώπων που εργάστηκαν στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

    Το θέατρο δίνει πρόσωπο σ’ αυτή την ιστορία και την κάνει από κρυμμένη, ορατή. Λογικό να απορεί η παραγωγή αν μια παράσταση μπορεί να αλλάξει την πραγματικότητα ή να επισπεύσει εξελίξεις. Δεν μπορεί να ξέρουν η Κοζάνη, η Πτολεμαΐδα, το Αμύνταιο, εάν η «Γη της Επαγγελίας» θα στρέψει περισσότερο τα φώτα της επικαιρότητας στη Δυτική Μακεδονία ή αν τελικά θα υλοποιηθούν όλα όσα είχαν εξαγγελθεί για τη δίκαιη μετάβαση.

    Η σκηνοθεσία δεν αποσιωπά τις περιβαλλοντικές και τις υγειονομικές συνέπειες της λιγνιτικής δραστηριότητας. Είναι προφανές ότι οι κάτοικοι της περιοχής επιθυμούνε ένα καθαρότερο περιβάλλον και καλύτερες συνθήκες ζωής. Το θέμα που υπαινίσσεται η παράσταση είναι ότι η μετάβαση σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, θα έπρεπε να συνοδεύεται από μια ουσιαστική αντιπρόταση για την περιοχή.

    Η Γεωργία Μαυραγάνη εργάστηκε για δύο μήνες πραγματοποιώντας δεκάδες συνεντεύξεις και συγκεντρώνοντας αρχειακό υλικό. Μίλησε με εργαζομένους της ΔΕΗ, ανθρώπους της αυτοδιοίκησης, πολιτικούς, κατοίκους της περιοχής και πολλούς ακόμη που είχαν προσωπική γνώση της ιστορίας. Στη συνέχεια συνέθεσε όλο αυτό το υλικό δραματουργικά, επιλέγοντας να εστιάσει κυρίως στους εργαζομένους. Συνειδητή η επιλογή της να φέρει αυτούς τους ανθρώπους στο προσκήνιο και, μέσα από τις προσωπικές τους διαδρομές, να φωτίσει μια πολύ σημαίνουσα ιστορία. 

    Επέλεξε να δώσει πρωταγωνιστικό ρόλο στις ίδιες τις μαρτυρίες. Ακούμε τις φωνές των ανθρώπων, βλέπουμε ορισμένους σε βίντεο, υπάρχουν αρχειακές εικόνες, φωτογραφίες και οπτικό υλικό από τα εργοστάσια και τα μηχανήματα. Οι ηθοποιοί ( Δημήτρης Γαλανάκης, Συμεών Κωστάκογλου, Γρηγόρης Ποιμενίδης, Ιωάννα Σίσκου, Ανατολή Τσακαλίδου), δε λειτουργούν ως οι αποκλειστικοί φορείς της αφήγησης, αλλά υπηρετούν τη μαρτυρία και το υλικό που έχει συγκεντρωθεί. Η μουσική του Χάρη Νείλα ντύνει την αφήγηση.

    Η δράση στη σκηνή εξελίσσεται σε μια πολύ συγκεκριμένη δραματουργική δομή. Η παράσταση αναπτύσσεται σε επτά ημέρες. Η επιλογή αυτή συνδέεται αφενός με τον τίτλο, «Γη της Επαγγελίας», αφετέρου με την ίδια τη λειτουργία των μονάδων, η οποία δεν σταματούσε ποτέ. Συνεχιζόταν επτά ημέρες την εβδομάδα, είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο.

     Ιδιαίτερα σημαντική είναι η παρουσία δύο ανθρώπων της κοινότητας (Νίκος Λόφτσαλης, Παναγιώτης Χλιαράς), που συμμετέχουν στην παράσταση. Ενός εν ενεργεία εργαζομένου, που είναι και καλλιτέχνης και ενός συνταξιούχου. Ο δεύτερος είναι άνθρωπος που έχει υποβληθεί σε τραχειοτομή. Η φωνή του υπόκωφη, αδύναμη, λιγοστή και η σκηνή στην οποία αφηγείται την ιστορία του είναι από τις πιο συγκινητικές της παράστασης.

    Οι ηθοποιοί τον ρωτούν αν, γνωρίζοντας όσα ακολούθησαν, θα ξαναέκανε την ίδια δουλειά. Και εκείνος απαντά χωρίς δισταγμό: «Βεβαίως. Εκεί ήταν το σπίτι μου». Στη συνέχεια τον ρωτούν αν θα ήθελε ο γιος του να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο. «Με τίποτα», απαντά. Σε αυτή την αντίφαση συμπυκνώνεται ολόκληρη η ιστορία της περιοχής και αυτός ο απόμαχος εργάτης αποτελεί το μέτρο της παράστασης. 

    Η Γεωργία Μαυραγάνη ακολουθεί μια πολύ λιτή σκηνοθετική γραμμή. Δεν επιδιώκει την ένταση μέσα από δυνατές μουσικές ή εξάρσεις των ηθοποιών. Υπάρχει μια βραδύτητα και μια απλότητα. Η αφήγηση είναι τόσο πυκνή, ώστε τα 90 λεπτά της διάρκειάς της κυλάνε γρήγορα και δημιουργικά, εφόσον η παράσταση ήρθε για να δώσει δημόσιο χώρο σε ανθρώπους και εμπειρίες, που διαφορετικά μπορεί να έμεναν αθέατες.

     Ουσιαστικά, η παράσταση θέτει στο επίκεντρο το μείζον ζήτημα της ενέργειας, της ανάπτυξης και του κοινού μας μέλλοντος, δείχνοντας ότι όσα συμβαίνουν στη Δυτική Μακεδονία αντικατοπτρίζουν παγκόσμιες προκλήσεις.

     Η «Γη της Επαγγελίας» περιοδεύει σε επιλεγμένα ανοικτά θέατρα της χώρας.

    Συντελεστές

    Σκηνοθεσία – Δραματουργία: Γεωργία Μαυραγάνη
    Επιμέλεια κίνησης: Μαριάννα Καβαλλιεράτου
    Σκηνικά – κοστούμια: Εύη Μιμίκου, Βενετία Νάση
    Μουσική: Χάρης Νείλας
    Σχεδιασμός φωτισμών: Εμορφίλη Τσιμπλίδου
    Κινηματογράφηση υλικού – Επεξεργασία με ΑΙ: Στάθης Γαλαζούλας
    Βοηθοί σκηνοθέτη: Μαρία Ηλιάδη, Νικολέτα Σιώμου
    Βοηθός φωτίστριας: Ηρώ Μεταξά

    Ηθοποιοί: Δημήτρης Γαλανάκης, Συμεών Κωστάκογλου, Γρηγόρης Ποιμενίδης, Ιωάννα Σίσκου, Ανατολή Τσακαλίδου

    Άνθρωποι της κοινότητας: Νίκος Λόφτσαλης, Παναγιώτης Χλιαράς

    Φωτογραφίες – Βίντεο παράστασης: Κωνσταντίνος Μανουσαρίδης
    Εικονογράφηση αφίσας: Lekõ
    Σχεδιασμός προγράμματος – Επικοινωνία: Παναγιώτης Τσαρτσιανίδης
    Επιμέλεια προγράμματος: Κατερίνα Λάκκα

    Κατασκευή σκηνικού: Νίκος Λαβαντσιώτης, Γιάννης Λυγκώνης, Τάκης Συνδουκάς
    Ζωγραφική επιμέλεια σκηνικού: Νίκος Καρράς, Νίκος Αθανασάκης, Παναγιώτης Μεϊντάνης, Δημοσθένης Καρράς

    Τεχνικοί σκηνής: Βαγγέλης Καραθανάσης, Νίκος Λαβαντσιώτης, Τάκης Συνδουκάς
    Ηλεκτρολόγος – χειριστής φώτων: Τάσος Διδασκάλου
    Ηχολήπτης προβών: Λευτέρης Φερλαχίδης
    Ηχολήπτης περιοδείας: Μάνος Κόμπος
    Υπεύθυνη παραγωγής Δη.Πε.Θε. Κοζάνης: Δήμητρα Σωτηροπούλου
    Υπεύθυνη παραγωγής Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου: Ηλέκτρα Καρατζά
    Υπεύθυνος περιοδείας: Στέλιος Σωτηρόπουλος

    Πρόκειται για μια συμπαραγωγή του Δημοτικού Περιφερειακού Θεάτρου Κοζάνης με το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου για την ιστορική συγκυρία του κλεισίματος των λιγνιτικών εργοστασίων.

    ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

    Πηγή: KavalaWebNews

    Continue Reading
    Advertisement

    Προτεινόμενα