Πολιτισμός
«Οι μάγισσες του Σάλεμ» στο ανακαινισμένο “Ράδιο- Σίτυ”
Πρόλογος
Προκειμένου να κατανοήσει κανείς τα γεγονότα που περιστρέφονται γύρω από το κυνήγι και τη δίκη των μαγισσών του Σάλεμ, πρέπει να δώσει προσοχή στο χρονικό πλαίσιο κατά το οποίο έλαβαν χώρα οι κατηγορίες για εξάσκηση μαγείας. Κατά το 17ο αιώνα στην αποικία της Μασαχουσέτης, όπως και στις περισσότερες πουριτανικές αποικίες στο Νέο Κόσμο, υπήρχε η πεποίθηση στους κατοίκους ότι βρίσκονταν σε διαρκή μάχη με τον Σατανά. Επίσης, η αντιμαχία του Σάλεμ Βίλατζ με τη γειτονική Σάλεμ Τάουν, μια πρόσφατη επιδημία ευλογιάς και ο φόβος της επίθεσης από πολεμικές φυλές ιθαγενών δημιούργησαν ένα κλίμα φόβου και καχυποψίας.
Ο Άρθουρ Μίλερ ανέβασε το 1953 στο Μπρόντγουεϊ το έργο του «The Crucible», το οποίο βραβεύτηκε με Βραβείο «Τόνι». Είχε στόχο να καταγγείλει την αντικομουνιστική υστερία που επικράτησε στις ΗΠΑ την εποχή του μακαρθισμού και οδήγησε στη φυσική ή στην ηθική εξόντωση απλών πολιτών, ιδεολόγων και εκπροσώπων του πνευματικού κόσμου.
Επιρροές υπάρχουν τόσο στη μουσική, όσο και στη λογοτεχνία, στο χώρο των κόμικς, στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο.
Το 1996, σε διασκευασμένο σενάριο του ίδιου του Άρθουρ Μίλερ, παρουσιάστηκε η ταινία «The Crucible» (ελλ. τίτλος «Οι Μάγισσες του Σάλεμ»), με πρωταγωνιστές το Ντάνιελ Ντέι Λιούις και τη Γουινόνα Ράιντερ. Νωρίτερα, το 1957, το θεατρικό έργο του Μίλερ είχε μεταφερθεί στον κινηματογράφο σε ομώνυμη ταινία («The Crucible»), με πρωταγωνιστές τον Υβ Μοντάν και τη Σιμόν Σινιορέ, σε διασκευασμένο σενάριο Άρθουρ Μίλερ και Ζαν-Πωλ Σαρτρ.
Στην Ελλάδα το έργο του, ανέβηκε για πρώτη φορά το 1955 από το Εθνικό Θέατρο σε μετάφραση και σκηνοθεσία Αλέξη Σολωμού. Επαναλήφθηκε το 1996 σε σκηνοθεσία Νίκου Χαραλάμπους, ενώ το 1976 παρουσιάστηκε από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος σκηνοθετημένο από τον Νίκο Ραφτόπουλο.
Ο συγγραφέας
Ο Αμερικανός θεατρικός συγγραφέας Άρθουρ Μίλερ συγκαταλέγεται στους κορυφαίους δραματουργούς του 20ού αιώνα. Το έργο του συνδυάζει την επίγνωση της κοινωνικής πραγματικότητας με τη διερεύνηση της εσωτερικής ζωής των χαρακτήρων του.
Σε γενικές γραμμές στο έργο του Άρθουρ Μίλερ απεικονίζεται η σκοτεινή πλευρά του αμερικανικού ονείρου. Λογοτεχνικά, είναι περισσότερο γνωστός για το θεατρικό του «Ο θάνατος τού εμποράκου» («Death of a Salesman», 1941) και κοινωνικά, από τον γάμο του με την ντίβα του κινηματογράφου Μέριλιν Μονρόε (1956-1961).
Ο Άρθουρ Μίλερ γεννήθηκε στις 17 Οκτωβρίου 1915 στο Χάρλεμ της Νέας Υόρκης. Ήταν το δεύτερο από τα τρία παιδιά των Πολωνοεβραίων μεταναστών Άιζαντορ και Αουγκούστα Μίλερ. Ο πατέρας του ήταν ιδιοκτήτης βιοτεχνίας γυναικείων ενδυμάτων και η μητέρα του είχε εργαστεί ως δασκάλα στη δημόσια εκπαίδευση. Η προσωπικότητα του νεαρού Άρθουρ διαμορφώθηκε από την επίδραση που άσκησε στη ζωή του η Μεγάλη Οικονομική Κρίση, απότοκος του Χρηματιστηριακού Κραχ του 1929.
Ο Μίλερ αποφοίτησε από το λύκειο «Αβραάμ Λίνκολν» του Μπρούκλιν αλλά δεν έγινε δεκτός στα πανεπιστήμια Kορνέλ και Μίσιγκαν, εξαιτίας των κακών βαθμών του, αλλά και της αδυναμίας του πατέρα του να καλύψει τα δίδακτρα. Έκανε διάφορες δουλειές για να συγκεντρώσει το απαραίτητο ποσό και, τελικά, το 1934 έγινε δεκτός στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, όπου ξεκίνησε σπουδές δημοσιογραφίας. Παράλληλα εργαζόταν ως νυχτερινός ρεπόρτερ στην εφημερίδα «Michigan Daily» και παρακολούθησε μαθήματα θεατρικής γραφής. Κατά την διάρκεια της φοίτησής του ανέβασε στο πανεπιστήμιο το πρώτο του θεατρικό έργο με τίτλο «No Villain», το οποίο βραβεύτηκε.
Ο Κάρολος Κουν σύστησε στο ελληνικό κοινό και το επόμενο έργο του Μίλερ, το κλασικό πλέον «Ο θάνατος του εμποράκου», που πρωτοανέβηκε στη Νέα Υόρκη (Μπρόντγουεϊ) στις 10 Φεβρουαρίου 1949 σε σκηνοθεσία Ηλία Καζάν. Είναι η τραγωδία ενός ανθρωπάκου, του πλανόδιου έμπορου Γουίλι Λόμαν, που πέφτει θύμα κίβδηλων αξιών, οι οποίες αποτελούν κατά ένα μεγάλο μέρος τις αξίες της κοινωνίας όπου ζει.
Το 1955 παρουσίασε δύο μονόπρακτα τα: «Από Δευτέρα σε Δευτέρα» («Α Memory of Two Mondays») και «Πάνω από τη γέφυρα» («A View from the Bridge»), που παίχτηκαν σε ενιαία παράσταση.
Την ίδια περίοδο η προσωπική του ζωή σημαδεύτηκε με τον χωρισμό του από την πρώτη του σύζυγο και τον γάμο του με το σύμβολο του σεξ Μέριλιν Μονρόε. Ένωσαν τις τύχες τους με κάθε μυστικότητα, στις 29 Ιουνίου 1956, σ’ ένα δικηγορικό γραφείο της Νέας Υόρκης. Ο λαμπρός θεατρικός συγγραφέας ήταν 41 ετών και η σταρ, μόλις 30.
Ο Άρθουρ Μίλερ θα συνεχίσει να τροφοδοτεί το θέατρο με αξιόλογα έργα. Το 1964 παρουσίασε το «Μετά την πτώση» («After the Fall»), που αναφέρεται στο ναυάγιο των ανθρωπίνων σχέσεων και τις συνέπειές του. Στο θεατρικό «Η τιμή» («The Price», 1968), συνέχισε τη διερεύνηση τού θέματος της ενοχής και της ευθύνης τού ανθρώπου απέναντι στον εαυτό του και απέναντι στους άλλους, εξετάζοντας την ένταση στις σχέσεις ανάμεσα σε δύο αδελφούς. Το έργο αυτό σκηνοθέτησε ο ίδιος, το 1969.
Τον ίδιο χρόνο επισκέφτηκε την Σοβιετική Ένωση με την επόμενη γυναίκα του αυστριακή φωτογράφο Ινγκε Μόρατ και στην συνέχεια δημοσίευσε μαζί της το ταξιδιωτικό ημερολόγιο με τίτλο «In Russia». Γύρισε επίσης την αλληγορική αντιπολεμική ταινία «Τhe Reason Why» και αρνήθηκε την παρουσίαση της στην Ελλάδα, για να δείξει την αντίθεσή του στην καταπίεση που υφίσταντο οι Έλληνες συγγραφείς από το δικτατορικό καθεστώς.
Ο Άρθουρ Μίλερ πέθανε στις 10 Φεβρουαρίου 2005, λίγες εβδομάδες αφότου είχε ολοκληρώσει αντικαρκινική θεραπεία σε νοσοκομείο της Νέας Υόρκης.
Η Υπόθεση
Τον χειμώνα του 1692, στο Σάλεμ της Μασαχουσέτης, δύο κορίτσια, η κόρη του αιδεσιμότατου Σάμιουελ Πάρις, Μπέτυ και η κηδεμονευομένη του, Άμπιγκειλ Ουίλιαμς, άρχισαν να παρουσιάζουν περίεργη συμπεριφορά. Μιλούσαν παράξενα, κρύβονταν κάτω από πράγματα και σέρνονταν στο πάτωμα. Κανένας γιατρός δεν μπορούσε να εξηγήσει τα συμπτώματα, μέχρι που ένας εξ αυτών απεφάνθη ότι τα κορίτσια ήταν δαιμονισμένα. Έτσι, ο πάτερ Σάμιουελ και άλλοι ευλαβείς συμπολίτες του άρχισαν να πιέζουν τα κορίτσια -και άλλα παιδιά που αργότερα παρουσίασαν ανάλογη συμπεριφορά- να κατονομάσουν τους ανθρώπους που τους οδήγησαν στα μονοπάτια του διαβόλου.
Οι τρεις αυτές γυναίκες κατηγορήθηκαν για μαγεία και οδηγήθηκαν στη φυλακή. Ακολούθησαν δεκάδες ακόμα και, καθώς οι φυλακές του Σάλεμ, της Βοστόνης και των γύρω περιοχών γέμιζαν σιγά – σιγά, προέκυψε ένα νέο πρόβλημα: Λόγω της έλλειψης νομοθετικού πλαισίου, όλοι αυτοί οι κρατούμενοι δεν ήταν δυνατόν να δικαστούν. Τη λύση έδωσε ο βασιλικός κυβερνήτης της Μασαχουσέτης, σερ Ουίλιαμ Φιπς, αποφασίζοντας τη συγκρότηση ενός ειδικού δικαστηρίου για την περίπτωση. Στο μεταξύ, η Σάρα Όσμπορν είχε πεθάνει, η Σάρα Γκουντ είχε γεννήσει ένα κοριτσάκι, ενώ ο αριθμός των υπόδικων είχε φτάσει τους 80, πολλοί από τους οποίους είχαν αρρωστήσει.
Με συνοπτικές διαδικασίες όλοι οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι και καταδικάστηκαν σε θάνατο. Μόνο όσοι παραδέχτηκαν την ενοχή τους και κατέδωσαν άλλους, γλίτωσαν την εκτέλεση. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού απαγχονίστηκαν συνολικά 19 άτομα, μεταξύ των οποίων ένας σεβαστός υπουργός κι ένας πρώην αστυνομικός, που αρνήθηκε να συνεχίσει τις συλλήψεις υποτιθέμενων μαγισσών.
Οι δίκες σταμάτησαν στις 3 Οκτωβρίου του 1692, με απόφαση του κυβερνήτη της Μασαχουσέτης, μετά από έφεση ομάδας κληρικών από τη Βοστόνη.
Η ιστορική αφορμή στου συγγραφέα, δηλαδή οι δίκες μαγισσών στη Μασαχουσέτη, είχε ευθεία αναγωγή στην αντικομουνιστική υστερία του Μακάρθι κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου.
Η παράσταση
Η στιβαρή, νευρώδης σκηνοθεσία του Νικορέστη Χανιωτάκη αποκαλύπτει, αν μη τι άλλο, το παράλογο της δημόσιας ζωής και τη νοοτροπία του όχλου μέσα από φρενήρεις εκρήξεις. Εκμεταλλευόμενος τις σατιρικές νότες από το έργο του Μίλερ, δημιουργεί έναν τραγελαφικό ομιλούντα «πίνακα» ανθρώπινης παραφροσύνης, απόρροια αμορφωσιάς, χειραγώγησης και φανατισμού, γεμάτο ζοφερές γραμμές και σκοτεινές αποχρώσεις.
Θα ήταν άστοχο να πούμε ότι ένα τέτοιο έργο θα μπορούσε να είναι σήμερα διασκεδαστικό, αλλά αυτή η παραγωγή είναι σύγχρονη, μαγευτική, με μια διαβολική σπίθα εξωπραγματικού κόσμου.
Σε δική του μετάφραση, ο σκηνοθέτης Νικορέστης Χανιωτάκης, προσπαθεί με ευρηματικές μεθόδους αλλά και με σεβασμό στο έργο, να καταστήσει ενδιαφέρουσα την αλληγορία του Μίλερ. Αναζητώντας τρόπους μεταμόρφωσης του επίκαιρου στην εποχή του κειμένου σε διαχρονικό, διάλεξε την οδό του εικαστικού – φωτιστικού μπαρόκ και της υπογράμμισης του μελοδραματικού ιστού της υπόθεσης, ώστε να οικειώσει τον σύγχρονο θεατή συναισθηματικά, εφόσον ιδεολογικά δε θέλει κόπο σε μια τωρινή εποχή ελεύθερης έκφρασης, με υλικό μινιμαλιστικής εικαστικής εγκατάστασης, διανθισμένης με την αντίληψη Χορού αρχαίου δράματος, για τις μάγισσες.
Καθώς η πρώτη πράξη διογκώνεται, αλλάζει, η ενέργεια στη σκηνή αυξάνεται, η παραγωγή μάς δίνει μια ισχυρή αίσθηση του χωριού πέρα από αυτό το δωμάτιο δράσης, που έρχεται είτε για να κατασκοπεύσει είτε για να προσευχηθεί στο κρεβάτι της άρρωστης Μπέτυ. Η σκηνοθεσία είναι σφιχτή στους ρυθμούς κι εδώ, με κινήσεις σωμάτων διατεταγμένων αποτελεσματικά στη σκηνή.
Το δεύτερο μέρος προσεγγίζει περιστασιακά το μελόδραμα που τροφοδοτεί τον όγκο, μετά την καθαρή ένταση του πρώτου και υπάρχουν αισθητά περισσότερες στιγμές που το συμπυκνωμένο καστ των ηθοποιών ( από είκοσι ένας χαρακτήρες στο κείμενο μένουν δεκατρείς) παραδίδει δυνάμεις υπερβολής και οιμωγών. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Μίλερ συνθέτει ένα θέατρο ψυχογραφικό και συνάμα κοινωνικό, ενίοτε δε, πολιτικό.
Η διασκευασμένη παράσταση του Χανιωτάκη δεν κατορθώνει απόλυτα αυτή τη θεία μείξη. Στο έδαφός της κυκλοφορούν πρόσωπα υπερτονισμένα, που πρέπει, συχνά ερήμην του κειμένου, να οργανώσουν πειστικά τις έννοιες του δογματισμού, του φανατισμού, της ερωτικής εκδίκησης, της κατασκευής ενόχων και της εκβιασμένης ομολογίας. Δραματουργικά, όλα αυτά αφορούν ουσιαστικά τρία πρόσωπα: Τον ηρωικό Πρόκτορ, που τελικά αποκηρύσσει την αλήθεια και χάνει τη ζωή του, την αδίκως κατηγορούμενη γυναίκα του και τη δαιμονική μικρή Αμπιγκέϊλ.
Η διανομή αφήνει τον θεατή με έντονα συναισθήματα. Τα θετικότερα πιστεύω πως επιφυλάσσονται αφενός μεν για τις τραγικές παρυφές και την αγωνιούσα συνείδηση που εκφράζει ο Πρόκτορ του εξαίρετου Άκη Σακελλαρίου κι αφετέρου για το γνήσιο κράμα ανυπεράσπιστης αδυναμίας και βαθιάς ποιητικότητας που προσφέρει η Ρένια Λουϊζίδου, ως σύζυγος Ελισάβετ, ενώ η Ιωάννα Παππά (τι πληθωρικό ταλέντο αυτή η γυναίκα) κινείται αριστοτεχνικά σε σωστή γραμμή τραγικού μεν, φθονερού δε προσώπου, σε συναρπαστικούς ρυθμούς. Ήρεμη δύναμη ο Δημήτρης Πετρόπουλος, ως δικαστής. Εντυπωσιακή η Ρεβέκκα της σπουδαίας Μελίνας Βαμβακά. Πολύ, πάρα πολύ καλές οι νεαρές ηθοποιοί που συμπληρώνουν τις μάγισσες του Σάλεμ, όπως και ο υπόλοιπος θίασος.
Οι φωτισμοί της Χριστίνας Θανάσουλα, όπως και το σκηνικό της Αρετής Μουστάκα (ένας ευμεγέθης σταυρός στο κέντρο της σκηνής και γύρω του γυμνά κλαριά δένδρων που συνθέτουν μία απόκοσμη, φοβική ατμόσφαιρα), οργανώνουν εξπρεσιονιστικές φωτοσκιάσεις γύρω και μέσα στους δραματουργικούς πυρήνες, ώστε οι αρμοί του Μίλερ να θεμελιώνουν σκηνικά τα επιχειρήματά του και τα μηνύματα να περνούν στην πλατεία. Τα κοστούμια της Χριστίνας Πανοπούλου είναι καθαροί υπαινιγμοί του κόσμου του Σάλεμ του 17ου αιώνα, που δεν επιβάλλουν μιαν άλλη ανάγνωση στα γεγονότα του έργου, αλλά μας τοποθετούν σταθερά σ’ αυτόν τον κόσμο, όπου η μαγεία θεωρούνταν πραγματική απειλή.
Ο Γιάννης Μαθές έγραψε δραματική μουσική για να ερμηνεύσει επί σκηνής καταστάσεις στην εξέλιξη της ιστορίας.
Επίλογος
Έχουν περάσει σχεδόν εβδομήντα χρόνια από την πρώτη παράσταση και πολύ πάνω από τρεις αιώνες στέκονται μεταξύ του θεατή και των «δοκιμών» μαγείας του Σαλέμ του 1692. Ωστόσο, το αριστούργημα του Άρθουρ Μίλερ εξακολουθεί να χτυπά το κώδωνα κινδύνου. Ένας διαλογισμός σχετικά με την εκμετάλλευση του φόβου και τη διάλυση της αλήθειας για την προώθηση των προσωπικών στόχων κάποιου, το έργο παραμένει βαθιά επίκαιρο στον κόσμο της μετα-αλήθειας μας. Μάλιστα, όταν πέφτει η αυλαία, η παράσταση προσφέρει μια σαφώς βαθύτερη σκέψη στους θεατές, όχι ως παρατηρητές της ιστορίας και των πολιτικών γεγονότων τα εποχής, αλλά ως ενσυνείδητα συμμετέχοντες είτε ως δικαστές είτε ως ένορκοι και, γιατί όχι, ως υπερασπιστές των κρυφών , ανομολόγητων επιθυμιών του καθενός.
Συντελεστές:
Μετάφραση – Σκηνοθεσία: Νικορέστης Χανιωτάκης,
Σκηνικά: Αρετή Μουστάκα,
Κοστούμια: Χριστίνα Πανοπούλου,
Πρωτότυπη μουσική: Γιάννης Μαθές,
Επιμέλεια κίνησης: Αντιγόνη Γύρα,
Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα,
Βοηθός Σκηνογράφου: Φραντζέσκα Μπούτση,Έμιλυ Ονησιφόρου,
Βοηθός ενδυματολόγου: Μαρία Φέξη,
Συνεργάτις θεατρολόγος: Χριστιάννα Μαντζουράνη,
Βοηθός σκηνοθέτη: Ελευθερία Μπενοβία,
Οργάνωση παραγωγής: Αναστασία Γεωργοπούλου,
Διανομή:
Δικαστής Ντάνφορθ: Νικήτας Τσακίρογλου – Δημήτρης Πετρόπουλος
Τζον Πρόκτορ: Άκης Σακελλαρίου
Ελισάβετ Πρόκτορ: Ρένια Λουιζίδου
Άμπιγκεϊλ Γουίλλιαμς: Ιωάννα Παππά
Σαμουήλ Πάρις: Γιάννης Καλατζόπουλος
Ρεβέκκα Κόρει: Μελίνα Βαμβακά
Τζον Χέηλ: Γεράσιμος Σκαφίδας
Τόμας Πάτναμ: Θωμάς Γκαγκάς
Άννα Πάτναμ: Κατερίνα Νικολοπούλου
Μαίρη Γουόρεν: Ισιδώρα Δωροπούλου
Μπέτυ Πάρις: Μαρία Μοσχούρη
Μέρση Λιούις: Αντουανέτα Παπαδοπούλου
Τιτούμπα: Δανάη Ομορεγκιέ Νεάνθη
Διάρκεια έργου:
130 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Μπορεί να σας ενδιαφέρουν
Πολιτισμός
«Ο Γλάρος» του Τσέχοφ ή «Η ικανότητα να αντέχεις» στο «Αριστοτέλειον» Θεσσαλονίκης
«Ο Γλάρος» του Τσέχοφ ή «Η ικανότητα να αντέχεις» στο «Αριστοτέλειον» Θεσσαλονίκης
- ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
- «Είμαι ένας γλάρος… Όχι, δεν είναι αυτό. Είμαι μια ηθοποιός. Λοιπόν, ναι! Κι εκείνος είναι εκεί… Δεν πειράζει. Ναι, δεν πίστευε στο θέατρο, γελούσε με τα όνειρά μου, κι έτσι σιγά σιγά σταμάτησα να πιστεύω κι εγώ, έχασα το κουράγιο μου… Κι ύστερα ήρθαν τα βάσανα του έρωτα, η ζήλια, ο διαρκής φόβος για το παιδί… Έγινα μικροπρεπής, ασήμαντη, έπαιζα χωρίς ψυχή. Δεν ήξερα τι να κάνω τα χέρια μου στη σκηνή, δεν ήλεγχα τη φωνή μου. Δεν μπορείς να φανταστείς πώς είναι να νιώθεις ότι παίζεις φρικτά.Είμαι ένας γλάρος… Όχι, δεν είναι αυτό. Θυμάσαι που σκότωσες έναν γλάρο; Ένας άνθρωπος περνούσε τυχαία, τον είδε και, έτσι, επειδή δεν είχε τι άλλο να κάνει, τον κατέστρεψε… Μια ιδέα για μικρό διήγημα…» ΝΙΝΑ, από τη μετάφραση του Αντώνη Γαλέου.
Πρόκειται για μια τολμηρή και παρακινδυνευμένη σύγχρονη ανάγνωση του εμβληματικού έργου του Άντον Τσέχοφ, «Ο Γλάρος», όπως γράφει ο σκηνοθέτης Γιώργος Βάλαρης, που γεφυρώνει τον κλασικό λόγο με τη σημερινή καλλιτεχνική αναζήτηση.H παράσταση φωτίζει εκ νέου τα υπαρξιακά αδιέξοδα, τις συγκρούσεις ανάμεσα στον έρωτα και τη ματαίωση, τη σύγχρονη κοινωνική αδράνεια και την αγωνία της δημιουργίας σε έναν κόσμο που φθείρει τα όνειρα. - Ένα έργο μικρών καθημερινών πόνων, ανθρώπινης περηφάνιας, ματαιοδοξίας και χαμένης αξιοπρέπειας. Τα πρόσωπα του είναι απλοί άνθρωποι του καθημερινού βίου, που ζουν μίζερα στη μουντή και μελαγχολική πραγματικότητα της ρωσικής επαρχίας στα τέλη του 19ου αιώνα και αγωνίζονται να επανακτήσουν τη χαμένη τους αξιοπρέπεια. Ο βασικός καμβάς του έργου περιγράφει τον έρωτα δύο ευαίσθητων νέων και τον τρόπο που οι συνθήκες του περιβάλλοντος συντρίβουν τα όνειρα και τις φιλοδοξίες τους.Ο Τσέχοφ εμπλουτίζει τον απλό αυτό μύθο με παράλληλες συμπεριφορές, εσωτερικές συγκρούσεις και ερωτικά τρίγωνα.
Η Αρκάντινα, διάσημη ηθοποιός, της οποίας η έντονη παρουσία κυριαρχεί τόσο στη σκηνή όσο και στις προσωπικές της σχέσεις, φτάνοντας στο εξοχικό του αδελφού της Σόριν, για το Σαββατοκύριακο, βρίσκεται μπλεγμένη σε μια καταιγίδα αντικρουόμενων επιθυμιών.Ο γιος της Κονσταντίν, αγωνίζεται να βγει από τη σκιά της, καθώς κυνηγά τις δικές του καλλιτεχνικές φιλοδοξίες.Ο εραστής της, ο διάσημος συγγραφέας Τριγκόριν, γίνεται αντικείμενο θαυμασμού και έρωτα για την επίδοξη νεαρή ηθοποιό Νίνα.Οι ζωές τους μπλέκονται σε ένα τοπίο έρωτα, φιλοδοξίας και απογοήτευσης, όπου όλοι επιθυμούν κάτι που δεν μπορούν να αποκτήσουν.
Γραμμένος το 1895 ο «Γλάρος» εγκαινίασε μια νέα θεατρική γλώσσα, όπου το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από τα γεγονότα στις συνέπειές τους.Στον κόσμο του Τσέχοφ, οι πιο κρίσιμες πράξεις συμβαίνουν εκτός σκηνής και αυτό που παρακολουθούμε είναι το αποτύπωμά τους στις ζωές των ανθρώπων.Όλοι ονειρεύονται μια ζωή διαφορετική από αυτή που ζουν. Και όλοι αποτυγχάνουν, όχι θεαματικά, αλλά υπαρξιακά. - Στην παράσταση, βλέπουμε κι ακούμε μια περίπλοκη ιστορία, όπως περίπλοκη είναι και η πορεία των ανθρώπων στη ζωή.Στη σκηνή τα πρόσωπα του έργου περνούν τον χρόνο τους λέγοντας ιστορίες και σκέψεις. Μιλούν για τις ζωές τους και τα όνειρά τους.Είναι αδύναμοι άνθρωποι που οικτίρουν τις ζωές τους και ψάχνουν από κάπου να πιαστούν. Ματαιόδοξοι άνθρωποι που επιζητούν απεγνωσμένα την αναγνώριση.Άνθρωποι που βαριούνται, άνθρωποι που εξασκούνται στην αυτολύπηση, άνθρωποι που πενθούν τη ζωή τους, άνθρωποι που πασχίζουν να ερωτευθούν, να βιώσουν την ευτυχία.
Αυτοί είναι οι ήρωες στον Γλάρο (1895), το έργο του Τσέχοφ που εγκαινίασε ένα νέο είδος δραματουργίας, όπου αντί για έναν κεντρικό ήρωα, πρωταγωνιστούν πολλοί, μια μικρή κοινωνία. - Ο Τσέχοφ χαρακτήρισε το έργο του ως «κωμωδία σε τέσσερις πράξεις». Μια κωμωδία, όπου δε συμβαίνει σχεδόν τίποτα, και όμως, οι ήρωες είναι σπουδαίοι, αν και βουλιάζουν μέσα στην ανούσια καθημερινότητά τους.
Πέρα από το θέατρο, πέρα από τη λογοτεχνία, πέρα από τον έρωτα, η παράσταση αυτή μιλάει για την κοινωνία και, ταυτόχρονα, για τη θεοδικία και για τον υπαρξισμό (από φιλοσοφική σκοπιά) ή τον μυστικισμό (από καθαρά θρησκευτική σκοπιά) : ο Θεός και η απουσία του. Η πίστη και η δοκιμασία της. Η εξέγερση και η προετοιμασία της. Η ευτυχία και η ανάμνησή της. Η ποίηση και η επιβίωσή της. - Πώς παλεύουμε με τα κύματα του ανεξάντλητου Κόσμου; Τί αφήνει πίσω του το πέρασμά μας από τη ζωή; Υπάρχει ελπίδα για τους δυστυχισμένους;
Όλοι οι ήρωες ερωτεύονται κι απογοητεύονται. Εκρήγνυνται, φωνάζουν και κλαίνε κι έπειτα χορεύουν όλοι μαζί, αγαπημένοι πάλι. Αστειεύονται με θάρρος κοιτάζοντας την καταστροφή και τον θάνατο. Αυτοί οι ήρωες δεν είναι ούτε θεοί, ούτε βασιλιάδες, ούτε πολεμιστές.Είναι όπως ένα μερμήγκι που κατεβαίνει τον τοίχο, χωρίς καμιά αλαζονεία πως τάχα επιτελούν έναν άθλο. Οι ήρωες αυτοί δημιουργήθηκαν από τον Τσέχοφ, 21 χρόνια πριν από μια μεγάλη Επανάσταση. Άραγε σήμερα, που ξαναεμφανίζονται, τί προμηνύουν; - Είτε νέοι είτε ώριμοι και έμπειροι, οι ήρωες του Γλάρου ονειρεύονται τον έρωτα: τον κυνηγούν, τον εξυμνούν, τον αποθεώνουν, ακόμα και τη ζωή τους θυσιάζουν για χάρη του. Ο Μεντβεντένκο, ο δάσκαλος, ( Πάνος Κλάδης) αγαπά τη Μάσα (Νάνσυ Μπούκλη), εκείνη όμως θέλει διακαώς τον Κονσταντίν (Δημήτρης Τσίκλης), ο οποίος λιώνει για τη Νίνα (Αναστασία Γαλερού Βλάσση) , που με τη σειρά της λαχταρά τον Τριγκόριν (Παναγιώτη Μπουγιούρη) , που είναι υποταγμένος στην Αρκάντινα (Κατερίνα Διδασκάλου), και δεν έχει τέλος αυτός ο χορός κεραυνοβολημένων εξομολογήσεων, πονεμένων αναστεναγμών και μαζοχιστικών προσκολλήσεων.
Εν μέρει, όλη αυτή η ρομαντική υπερβολή οφείλεται στην καλλιτεχνική φύση των περισσοτέρων: ο Κονσταντίν αναζητεί τη φωνή του γράφοντας θεατρικά έργα, ενώ η Νίνα - αποτολμά την πρώτη της εμφάνιση ως ηθοποιού. Στον αντίποδα, ο Τριγκόριν θεωρείται καταξιωμένος συγγραφέας και η Αρκάντινα μια διάσημη κυρία του ρωσικού θεάτρου.
Η ευερέθιστη φαντασία πολλαπλασιάζει τις ταραχές της καρδιάς. Απομονωμένοι στην εξοχή, μακριά από τους αντιπερισπασμούς της μεγαλούπολης, οι ήρωες του Γλάρου διαθέτουν αναπόφευκτα περισσότερο χρόνο για παιχνίδια, ερωτικά ή άλλα, στα οποία επιδίδονται προκειμένου να νικήσουν την πλήξη. Ελεύθεροι να αυτοσχεδιάζουν εκεί όπου τίποτα δε συμβαίνει, οι τσεχοφικοί ήρωες φιλοσοφούν, ερωτοτροπούν, με λίγα λόγια κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν με τα γυμνά χέρια και τις μελαγχολικές διαθέσεις τους, ενώ στη σκηνή βρίσκονται όλοι σε όλη της διάρκεια του έργου, έτσι όπως το εμπνεύστηκε ο σκηνοθέτης και διασκευαστής του κειμένου Γιώργος Βάλαρης.
Η σκηνή στην παράσταση είναι σχεδόν γυμνή. Ο σκηνοθέτης υπογράφει και τη σκηνογραφία που είναι ένα χαλί, ένα τραπέζι και γύρω του καρέκλες. Ο Τσέχοφ δε χρειάζεται «σαμοβάρια» και «βαριά επίπλωση» για να λάμψει, όπως φαίνεται να «φωνάζει» το σκηνικό. Τα σύγχρονα κοστούμια πάντως, τα σχεδίασε η Ιωάννα Κουρμπέλα. - Ο υπότιτλος «η ικανότητα να αντέχεις» προστέθηκε από τον Γιώργο Βάλαρη που υπογράφει διασκευή και σκηνοθεσία και ο οποίος δηλώνει: «αυτό είναι το διακύβευμα για μένα στο έργο. Ποιος αντέχει την απόρριψη; Ποιος αντέχει την επιτυχία ή την αποτυχία σε κάθε τομέα, κοινωνικό ή προσωπικό; Ποιος αντέχει να δει τον εαυτό του χωρίς αυταπάτες; “Ο γλάρος” δεν είναι μόνο μια ιστορία απελπισμένου έρωτα ή καλλιτεχνικής φιλοδοξίας. Είναι μια μελέτη προσωπικής και κοινωνικής αντοχής. Και νομίζω ότι σήμερα, σε μια εποχή διαρκούς έκθεσης, εύκολης κρίσης και διαρκώς αυξανόμενης πίεσης, η αντοχή είναι ίσως η πιο σπάνια αρετή».
- Δυστυχώς, μια παράσταση δωματίου, όπως αυτή, παρουσιάζεται στη Θεσσαλονίκη στο αχανές «Αριστοτέλειον» και απώλεσε ένα τεράστιο ποσοστό επιτυχίας της.Θα έπρεπε, κανονικά, ο θεατής να αισθάνεται ότι βρίσκεται μέσα στον ίδιο τον μηχανισμό της σκηνής, επειδή από τα πρώτα λεπτά εγκαθιδρύεται μια συνεχής κινητικότητα: οι ηθοποιοί δεν εμφανίζονται μόνο όταν έρχεται η σειρά τους να μιλήσουν, αλλά παραμένουν παρόντες, κινούνται, στέκονται, παρατηρούν, διασχίζουν τον χώρο, σαν να μην εγκαταλείπουν ποτέ τον κόσμο του έργου.
Αυτή η διαρκής παρουσία θα έπρεπε να δημιουργεί σταδιακά την αίσθηση ότι η σκηνή δεν ορίζεται αυστηρά, ότι η δράση δεν ξεκινά και δεν τελειώνει με σαφή όρια, αλλά αναπνέει συνεχώς μπροστά στα μάτια του κοινού, πράγμα που δεν συμβαίνει, λόγω της αρχιτεκτονικής κατασκευής της. Τι κρίμα! - Η χρήση της κάμερας προσπαθεί να καταργήσει την απόσταση πλατείας- παλκοσένικου, αλλά, φευ, δεν τα καταφέρνει. Λειτουργεί ως απλό τεχνικό εύρημα. Αλλά επειδή υπάρχει μια φράση στη δράση από τον Κονσταντίν: «τη ζωή δεν τη γράφεις όπως είναι ούτε όπως θα έπρεπε να είναι. Τη ζωή τη γράφεις, όπως τη φαντάζεσαι», υποθέτω ότι λειτούργησε το ένστικτο των προσεχτικών θεατών και η εσωτερική ανάγκη ταύτισης με τους ήρωες, ώστε κερδίζει το όλο εγχείρημα μία αναγνώριση, αυτή που εκδηλώνεται στο χειροκρότημα της υπόκλισης από τους πολύ καλούς ηθοποιούς με μπροστάρισα την εμβληματική Αρκάντινα της έξοχης Κατερίνας Διδασκάλου.
- Ο ανερχόμενος συγγραφέας (τον υποδύεται μ ε πειθώ ο Παναγιώτης Μπουγιούρης), η νεαρή ηθοποιός Αναστασία Γαλερού Βάσση- ως Νίνα, που ονειρεύεται καριέρα, η διάσημη μητέρα, οι υπόλοιποι άνθρωποι της καθημερινότητας, όλοι κινούνται γύρω από την ίδια βαθιά ανικανοποίητη επιθυμία: να είναι αλλιώς η ζωή τους.
- Η ευπάθεια, η ανασφάλεια, η αίσθηση ότι διαρκώς βρίσκεται απέναντι σε κάτι μεγαλύτερο από τον ίδιο – κυρίως απέναντι στη μητέρα του και στην αποδοχή της – στον έρωτα της Νίνα, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό — αποδίδονται με αμεσότητα και εσωτερική ένταση από τον έξοχο Κονσταντίν -Δημήτρη Τσίκλη.
- Η Νάνσυ Μπούκλη ως Μάσα, αποδίδει πειστικά τη μόνιμη πληγή του ανεκπλήρωτου έρωτα, μια μορφή που κουβαλά διαρκώς απογοήτευση χωρίς να την εξωτερικεύει υπερβολικά.
- Ο Τάκης Σακελλαρίου είναι ο Σόριν, ο οποίος λειτουργεί σαν ήρεμη παρουσία μέσα στην ένταση των υπολοίπων, σχεδόν σαν η φωνή μιας εμπειρίας που έχει ήδη αποστασιοποιηθεί από τα μεγάλα πάθη.
- Ο Βασίλης Αφεντούλης και ο Πάνος Κλάδης συμπληρώνουν ουσιαστικά το σύνολο, κρατώντας τις απαραίτητες ισορροπίες μέσα στον κόσμο του έργου.
- Η μουσική-ηχητική επένδυση από τον Τζεφ Βάγγερ υπογραμμίζει τον σύγχρονο χαρακτήρα της παράστασης.
- Ο σχεδιασμός φωτισμών από τους Αλέκο Αναστασίου και Χάρη Δάλλα, ατμοσφαιρικοί και δυναμικοί, δημιουργούν σκηνές εντυπωσιακής αισθητικής.
- Στην εύληπτη μετάφραση του Αντώνη Γαλέου, ο γλάρος συμβολίζει την αθωότητα, την ελευθερία, τα ανεκπλήρωτα όνειρα και την καταστροφή που επιφέρει ο ανθρώπινος εγωισμός.
- Ταυτότητα παράστασης
- Μετάφραση: Αντώνης ΓαλέοςΔραματουργική επεξεργασία-Διασκευή -σκηνοθεσία -σχεδιασμός σκηνικού: Γιώργος Βάλαρης Μουσική σύνθεση: Τζεφ ΒάγγερΚοστούμια: Ιωάννα ΚουρμπέλαΚίνηση – χορογραφία: Αλέξανδρος ΣταυρόπουλοςΣχεδιασμός φωτισμών: Αλέκος Αναστασίου – Χάρης ΔάλλαςΒοηθός σκηνοθέτη: Κωνσταντίνος Φρίγγας Φωτογραφίες: Διόνυσος ΣούληςPromo artwork video: Φαίη ΣούκουSocial media-Διαφήμιση: Βασίλης ΛιάκοςΟργάνωση παραγωγής: Χρυσαντίνα Κούλουμπου
- Εκτέλεση παραγωγής: Ιουλιέτα ΚαραχάλιουΟργάνωση γραφείου Παραγωγής: Βικτώρια Λώλη, Χαρούλα ΛώληΓραφιστική επιμέλεια: Αργυρώ ΤσοτσώνηΠαραγωγή: Αrtinfo + Αττικές παραγωγές (Γιώργος Βάλαρης)
- Διανομή Αρκάντινα: Κατερίνα Διδασκάλου Τριγκόριν: Παναγιώτης Μπουγιούρης Σόριν: Τάκης Σακελλαρίου Κονσταντίν: Δημήτρης Τσίκλης Μάσα: Νάνσυ Μπούκλη Νίνα: Αναστασία Γαλερού Βλάσση Γιατρός: Βασίλης Αφεντούλης Δάσκαλος: Πάνος
- Διάρκεια: 90 λεπτά
- ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Πολιτισμός
CO-HOUSING του Παύλου Τσακαλίδη: Μια διαγενεακή θεατρική σύμπραξη
Μια ξεχωριστή θεατρική παράσταση, καρπός της συνεργασίας ανθρώπων διαφορετικών γενεών, παρουσιάζεται στο Αμφιθέατρο «Φρίξος Παπαχρηστίδης» στην Ελευθερούπολη από μια διαγενεακή ομάδα της περιοχής, με μέλη του ΚΑΠΗ Ελευθερούπολης επί σκηνής και εφήβους δημιουργούς στα παρασκήνια.
Τέσσερις ηλικιωμένες που μοιράζονται την καθημερινότητά τους σε έναν εναλλακτικό και σύγχρονο χώρο συγκατοίκησης (co-housing), αποφασίζουν να διεκδικήσουν ξανά μια θέση στο προσκήνιο της ζωής που αξίζει σε όλους μέσα από έναν θεατρικό διαγωνισμό του Δήμου τους. Ενώ αναζητούν το πέμπτο άτομο που θα συμπληρώσει την ομάδα τους, στην προσπάθειά τους να δημιουργήσουν τη δική τους παράσταση, ανακαλούν στιγμές από το παρελθόν τους και έρχονται αντιμέτωπες με τη μοναξιά, τον αποκλεισμό και τον ηλικιακό ρατσισμό. Θα καταφέρουν τελικά να ανέβουν στη σκηνή χωρίς να έρθουν αντιμέτωπες με όσα κουβαλούν;
Μια παράσταση που με όχημα το χιούμορ και την τρυφερότητα, και αξιοποιώντας παράλληλα τεχνικές του θεάτρου-ντοκουμέντου, αγγίζει ζητήματα όπως η μοναξιά, η μνήμη, η κοινωνική αορατότητα της τρίτης ηλικίας, αλλά και η ανάγκη όλων – ανεξαρτήτως ηλικίας – να ανήκουν κάπου και να ακούγονται.
ΣΚΗΝΟΘΕΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Τι συμβαίνει όταν η εμπειρία μιας ολόκληρης ζωής συναντά τη νεανική ορμή για δημιουργία; Ως έφηβος δημιουργός, η ιδέα της συνύπαρξης ηλικιωμένων performers στο προσκήνιο με έναν κήπο εφήβων δημιουργών της περιοχής στα παρασκήνια με γοήτευσε από την πρώτη στιγμή. Δύο κόσμοι, φαινομενικά τελείως διαφορετικοί, συναντηθήκαμε στον ίδιο χώρο για να μοιραστούμε συναισθήματα, σκέψεις και ιστορίες με την ελπίδα ότι θα μετατοπίσουν την οπτική μας. Παράλληλα, αξιοποιώντας εργαλεία του θεάτρου-ντοκουμέντου, επιδιώξαμε να αγγίξουμε καθολικά τη διαδρομή μιας ολόκληρης γενιάς και να ανασύρουμε τις αναμνήσεις, τις φοβίες της, το χιούμορ και τα όνειρα που η ζωή ή η κοινωνία επέλεξε να κρατήσει για καιρό στην άκρη. Και τελικά, αυτή η συνάντηση συνέβη. Συμβαίνει. Και έχει ως στόχο να αποδείξει πως η ανάγκη μας να ακουστούμε, να νοιαστούμε και να ανήκουμε κάπου δε γνωρίζει ηλικιακά σύνορα.
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Κείμενο & Σκηνοθεσία: Παύλος Τσακαλίδης
Βοηθός Σκηνοθέτη & Κινησιολογία: Βενετία Χαλοφτίδου
Σκηνογραφία & Συνδιαμόρφωση φωτισμών: Δημήτρης Κεστρίτσαλης
Μουσική: Magnus Moone
Συνεργασία στον ηχητικό σχεδιασμό: Φρατζέσκο Λούβαρης, Κώστας Ρέμπας
Έρευνα/ Συλλογή υλικού: Φώτης Τεκτονίδης, με τη συνεισφορά της ομάδας
Graffiti art/ Εικαστική παρέμβαση: Μαρίνα Β. Κιλινκαρίδου, Μαρίνα Π. Κιλινκαρίδου
Κατασκευή Σκηνικού: Λάζαρος Κυριακίδης, Βασίλης Παπαευαγγέλου
Τεχνικός Φωτισμών: Σαράντης Μιντζιρίκης
Τεχνικός Ήχου: Βασίλης Μπάμπας
Οργάνωση Παραγωγής: Κατερίνα Φιλιππίδου (κοινωνική λειτουργός του «Βοήθεια στο Σπίτι»
Ελευθερούπολης)
Παίζουν: Ελισάβετ Ακριβού, Βίκυ Καζόλη, Δήμητρα Ρουσοπούλου, Πετρινή Σουπιάδου
Συμμετέχουν: Μαρία Δεληκωνσταντίνου, Κωνσταντίνος Μενεξές, Βενετία Χαλοφτίδου
*ευχαριστούμε θερμά τον Δήμο Παγγαίου και ιδιαίτερα τον Δήμαρχο Φίλιππο Αναστασιάδη για την παραχώρηση του αμφιθεάτρου, την αντιδήμαρχο Ζωή Απαζίδου, καθώς και τους Ανδρέα Καλλινικίδη και Γιώργο Καλλινικίδη για την πολύτιμη βοήθειά τους
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ & ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ
Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026 στις 20:00
Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026 στις 20:00
Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026 στις 11:15 (μαθητική παράσταση)
Αμφιθέατρο «Φρίξος Παπαχρηστίδης», Ελευθερούπολη
Διάρκεια: 60 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)
Γενική είσοδος 5€
Μειωμένο (ΑμεΑ, μαθητικές παραστάσεις, μέλη ΚΑΠΗ, οργανωμένες ομάδες) 3€
**μέρος των εσόδων θα διατεθεί για φιλανθρωπικό σκοπό
Προπώληση φυσικών εισιτηρίων από 28/9 και καθημερινά στο ΚΑΠΗ Ελευθερούπολης τηλ. 2592023315 (10:00-13:00) και στο ζαχαροπλαστείο Ntinos Patisserie στην Καβάλα από 3-6/10 (18:00-20:00).
***η πρωινή παράσταση (Δευτέρα 12/10) είναι μαθητική και αφορά αποκλειστικά σχολεία που έχουν πραγματοποιήσει ομαδικές κρατήσεις
****η παρούσα παράσταση δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα της σύμπραξης μελών του ΚΑΠΗ Ελευθερούπολης και εφήβων της πόλης σε ένα πρωτότυπο διαγενεακό θεατρικό εργαστήρι με εμψυχώτρια τη Βενετία Χαλοφτίδου και εμψυχωτές τον Δημήτρη Κεστρίτσαλη και τον Παύλο Τσακαλίδη
Πολιτισμός
67ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης
Όπως κάθε χρόνο οι κινηματογραφιστές, οι ντόπιοι φίλοι του Φεστιβάλ, οι διοργανωτές, οι επισκέπτες, οι προσκεκλημένοι, οι εθελοντές είναι έτοιμοι για τη μεγάλη γιορτή του κινηματογράφου στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Ήδη γνωρίζουμε το πρόγραμμα όσοι αγαπάμε τον θεσμό και δίνουμε το παρών εκεί χρόνια τώρα. Ταυτόχρονα, ο θεσμός είναι και μια αφορμή για να περιπλανηθούν οι επισκέπτες στα σοκάκια της πόλης, στις μεγάλες λεωφόρους, στις αγορές, στα νυχτερινά μαγαζιά, στην υπέροχη τεράστια παραλία, οπουδήποτε μπορεί κανείς να γευτεί τις μυρωδιές της συμπρωτεύουσας και να νιώσει τις ιδιαιτερότητες που συγκεντρώνει η Θεσσαλονίκη , όπως το γοητευτικό δισυπόστατο χαρακτήρα της. Αυτόν της «επαρχίας» δεμένο άρρηκτα με εκείνον της μεγαλούπολης.
Αίθουσες στο λιμάνι και στο «Ολύμπιον», περίπτερα στην Αριστοτέλους και στις αποθήκες, ασφυκτικά γεμάτα, αγαπημένες εικόνες κι είναι σίγουρο ότι ο αριθμός των επισκεπτών θα γίνει φέτος ακόμη μεγαλύτερος. Έτσι συμβαίνει. Κάθε που ανεβαίνει ο αριθμός του Φεστιβάλ στο πέρασμα των χρόνων, ανεβαίνει αντίστοιχα και ο αριθμός των σινεφίλ.
Φέτος είναι η ευκαιρία να ανακαλύψουμε ανατρεπτικούς δημιουργούς, πρωτότυπα αφιερώματα, τις καλύτερες ταινίες του ανεξάρτητου σινεμά, σχεδόν όλες τις ελληνικές παραγωγές της χρονιάς, νέες δράσεις στην Αγορά, παράλληλες εκδηλώσεις.
Το 67ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (5-15 Νοεμβρίου 2026) υποδέχεται με μεγάλη χαρά τον πολυβραβευμένο Γαλικιανό σκηνοθέτη, σεναριογράφο και ηθοποιό Όλιβερ Λάσε, δημιουργό της ταινίας Sirãt, η οποία λατρεύτηκε από κοινό και κριτικούς και ήταν η πιο καθηλωτική κινηματογραφική εμπειρία των τελευταίων ετών. Το Φεστιβάλ διοργανώνει ένα μεγάλο αφιέρωμα με τίτλο Καλωσήλθατε στην έρημο, και προσκάλεσε τον Λάσε να επιλέξει ως guest curator 17 ταινίες για ένα σκηνικό που μας έχει χαρίσει αξέχαστα κινηματογραφικά αριστουργήματα.
Oliver Laxe
Επίσης, το Φεστιβάλ παρουσιάζει, σε συνεργασία με τον Μητροπολιτικό Οργανισμό Μουσείων Εικαστικών Τεχνών Θεσσαλονίκης-MOMUS, μία πολυμεσική εγκατάσταση, η οποία θα φιλοξενηθεί στο MOMUS-Πειραματικό Κέντρο Τεχνών, με curator τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, Ορέστη Ανδρεαδάκη και σε αρχιτεκτονικό σχεδιασμό της Ειρήνης Σάπκα. Το Φεστιβάλ προσκαλεί το κοινό να περιηγηθεί σε ένα περιβάλλον ερήμου, μέσα στο οποίο κεντρικό ρόλο έχει ένα οπτικοακουστικό installation του Όλιβερ Λάσε, σε παραγωγή του Μουσείου Reina Sofia της Μαδρίτης.
Παράλληλα, ο Όλιβερ Λάσε θα δώσει ένα συναρπαστικό open talk, το οποίο θα φωτίσει την καλλιτεχνική του πορεία και τη δημιουργική διαδικασία πίσω από τις ταινίες του, ενώ το Φεστιβάλ θα κυκλοφορήσει και μια ειδική δίγλωσση έκδοση για το αφιέρωμα.
Η έρημος δεν είναι μόνο ένας τόπος, αλλά αποτελεί επίσης και μία μεταφορά για την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη. Ένα τοπίο αχανές, σχεδόν αχαρτογράφητο και γι’ αυτό γοητευτικό, η έρημος καθρεφτίζει τις εσωτερικές αναζητήσεις του ανθρώπου, την απεραντοσύνη του χρόνου, το μεγαλείο της φύσης, τον αγώνα για επιβίωση. Οι ταινίες του αφιερώματος, αγαπημένες δημιουργίες σπουδαίων σκηνοθετών, αλλά και ελάχιστα προβεβλημένα διαμάντια, θα μας αποκαλύψουν μυστικά που κρύβονται στην άμμο και θα μας μεταφέρουν σε απομακρυσμένες γωνιές του πλανήτη, όπου συναντάμε κινηματογραφικούς ήρωες που κινούνται σε ακραία όρια.
«Είμαι πολύ χαρούμενος που συμμετέχω στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης φέτος, ένα Φεστιβάλ που έχει στηρίξει τη δουλειά μου από τις πρώτες μου ταινίες. Το Φεστιβάλ αποτελεί σίγουρα ένα από τα φεστιβάλ – σημεία αναφοράς στην Ευρώπη για την αρτιότητα και την ποιότητα του προγραμματισμού του. Με μεγάλη χαρά θα μοιραστώ τις νέες μου περιπέτειες με το ελληνικό κοινό» σημειώνει ο Όλιβερ Λάσε.
«Ο Όλιβερ Λάσε είναι ένας από τους πιο συναρπαστικούς νέους σκηνοθέτες και το Φεστιβάλ παρακολουθεί την κινηματογραφική του πορεία από την αρχή με μεγάλη χαρά. Φέτος, με αφορμή το έργο του Λάσε, θα περιπλανηθούμε στην έρημο, σε έναν τόπο που έχει υπάρξει εμβληματικό σκηνικό σε ταινίες, συμβολίζοντας την εσωτερική αναζήτηση, την ανθρώπινη επιβίωση αλλά και το άγνωστο» αναφέρει ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, Ορέστης Ανδρεαδάκης.
Ο Λάσε έρχεται ως guest curator σε συνέχεια του Κάρλο Σατριάν, πρώην Καλλιτεχνικού Διευθυντή των Φεστιβάλ Βερολίνου και Λοκάρνο, της Μύριαμ Μπεν Σαλά, επιμελήτριας τέχνης και διευθύντριας του The Renaissance Society στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο και του Ντένις Λιμ, καλλιτεχνικού διευθυντή του Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Νέας Υόρκης.
Ο Όλιβερ Λάσε είναι παλιός και αγαπημένος γνώριμος του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Στην επετειακή 60ή διοργάνωση κέρδισε Χρυσό Αλέξανδρο στο Διεθνές Διαγωνιστικό Τμήμα με την ταινία Θα ’ρθει η φωτιά (Fire Will Come) που κέρδισε στις Κάννες το Βραβείο της Επιτροπής στο Ένα Κάποιο Βλέμμα. Όλες οι μεγάλου μήκους ταινίες του έχουν βραβευτεί στις Κάννες, με αφετηρία το σκηνοθετικό του ντεμπούτο με τίτλο You All Are Captains (2010), το οποίο συμμετείχε στο Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών, κερδίζοντας το Βραβείο της FIPRESCI. Τη σκυτάλη πήρε το Mimosas (2016), το οποίο απέσπασε το μεγάλο βραβείο στην Εβδομάδα της Κριτικής. Το εντυπωσιακό σερί συνεχίστηκε με το Sirãt (2025), το οποίο τιμήθηκε με το Βραβείο της Επιτροπής στο Διαγωνιστικό Τμήμα του Φεστιβάλ των Καννών και ήταν υποψήφιο για Όσκαρ Διεθνούς Ταινίας και Καλύτερου Ήχου.
Οι ταινίες
Στο αφιέρωμα θα προβληθούν κλασικές ταινίες σπουδαίων δημιουργών, αλλά και λιγότερο γνωστά κινηματογραφικά διαμάντια που εκτείνονται από το 1930 έως σήμερα. Μεταξύ άλλων θα προβληθούν:
Το οπτικά εντυπωσιακό Το γυμνό νησί / The Naked Island (Ιαπωνία, 1960) του πρωτοποριακού σκηνοθέτη Κανέτο Σίντο.
The Naked Island
Το αριστούργημα των επτά βραβείων Όσκαρ Ο Λόρενς της Αραβίας / Lawrence of Arabia (Ηνωμένο Βασίλειο, 1962) του Ντέιβιντ Λιν με τον συγκλονιστικό Πήτερ Ο’ Τουλ.
Lawrence of Arabia
Το σουρεαλιστικό Ο Σιμών της Ερήμου / Simon of the Desert (Μεξικό, 1965) του Λουί Μπουνιουέλ που γυρίστηκε στα τέλη της μεξικανικής περιόδου του σκηνοθέτη, μια βιτριολική σάτιρα κατά της θρησκοληψίας.
Simon of the Desert
Ο Ξέγνοιαστος καβαλάρης / Easy Rider (ΗΠΑ, 1969) του Ντένις Χόπερ, η ταινία που επανακαθόρισε το αμερικανικό σινεμά της δεκαετίας του 1970 με τους κινηματογραφικούς θρύλους Ντένις Χόπερ, Πήτερ Φόντα και Τζακ Νίκολσον στους κεντρικούς ρόλους.
Easy Rider
Το υβριδικό ντοκιμαντέρ του Βέρνερ Χέρτσογκ Fata Morgana (Δυτική Γερμανία, 1971), μια παραισθησιογόνα περιπλάνηση στην έρημο Σαχάρα.
Fata Morgana
Το σπάνια προβεβλημένο Wake in Fright (Αυστραλία, 1971) του Τεντ Κότσεφ (σκηνοθέτη του Ράμπο: το πρώτο αίμα), μια οδύσσεια γυρισμένη στις άνυδρες, απομονωμένες εκτάσεις της Αυστραλίας.
Wake in Fright
Η εντυπωσιακή και υπνωτιστική Περιπλάνηση / Walkabout (Βρετανία-Αυστραλία-ΗΠΑ, 1970) του Νίκολας Ρεγκ, μία ταινία-στοχασμό πάνω στον πολιτισμό και τον χρόνο.
Walkabout
Το ποιητικό Στάλκερ (Σοβιετική Ένωση, 1979) του Αντρέι Ταρκόφσκι, μία ταινία για την ανθρώπινη ύπαρξη και την πίστη που ενέπνευσε νέους κινηματογραφιστές σε ολόκληρο τον κόσμο.
Stalker
Το υπέροχο Beau Travail (Γαλλία, 1999) της Κλαιρ Ντενί, μία από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών, μια ταινία υπόγειας έντασης και εντυπωσιακής ομορφιάς.
Beau Travail
Το ντοκιμαντέρ Highway (Καζακστάν, 1999) του Σεργκέι Ντβορτσεβόι μάς ταξιδεύει σε έναν χωμάτινο αυτοκινητόδρομο στο Καζακστάν. Μια ρεαλιστική καταγραφή του αγώνα μιας οικογένειας για επιβίωση και της σχέσης τους με τη φύση.
Highway
Το μυστικιστικό Mimosas (Ισπανία-Μαρόκο-Γαλλία-Κατάρ, 2016) του Όλιβερ Λάσε, ένα υπέροχα κινηματογραφημένο road movie γυρισμένο με μη επαγγελματίες ηθοποιούς.
Mimosas
Το εσωτερικής έντασης 143 Rue de desert (Αλγερία-Γαλλία-Κατάρ, 2019) του Χασέν Φερχανί, ένα ντοκιμαντέρ για ένα απομονωμένο καφέ στην Αλγερία.
143 Rue de désert
Το εκστατικό, υπερβατικό Sirât (Ισπανία-Γαλλία, 2025) του Όλιβερ Λάσε, ένα αγωνιώδες οδοιπορικό στην έρημο.
Sirāt
Σύντομα θα ανακοινωθούν περισσότεροι συναρπαστικοί τίτλοι στο πλαίσιο του αφιερώματος.
Πολυμεσική εγκατάσταση
Στο πλαίσιο του αφιερώματος, το MOMUS-Πειραματικό Κέντρο Τεχνών στην Αποθήκη Β1, στο Λιμάνι Θεσσαλονίκης, μεταμορφώνεται σε ένα περιβάλλον ερήμου. Η πολυμεσική εγκατάσταση που θα παρουσιάσει το Φεστιβάλ θα εκτείνεται σε όλο τον χώρο του MOMUS-Πειραματικού Κέντρου Τεχνών, μεταφέροντάς μας στην έρημο μέσα από αναπάντεχες εικόνες και αντικείμενα.
Στο κέντρο του χώρου θα τοποθετηθεί μια τρικάναλη βίντεο-εγκατάσταση, παραγωγή του Μουσείου Reina Sofia της Μαδρίτης, με υλικό που έχει τραβήξει από την έρημο ο Όλιβερ Λάσε.
Oliver Laxe Multimedia Installation
Στη Θεσσαλονίκη θα έρθει και ο Τσέμα Γκονθάλεθ, επικεφαλής κινηματογράφου και νέων μέσων του Μουσείου Reina Sofia, co-curator της τρικάναλης βίντεο-εγκατάστασης, ο οποίος θα συμμετάσχει στην κριτική επιτροπή του διαγωνιστικού τμήματος Immersive.
Η εγκατάσταση αυτή, σε σύλληψη του Όλιβερ Λάσε, με co-curators τους Χούλια Μορανδέιρα Αριθαμπαλάγα και Τσέμα Γκονθάλεθ θα συνοδεύεται από ειδικά σχεδιασμένο ηχοτοπίο από τον βραβευμένο συνθέτη και δημιουργό του soundtrack του Sirāt, Κανγκντίνγκ Ρέι. Η εγκατάσταση HU/هُوَ. Dance as if no one were watching you προέκυψε από την έρευνα και το οπτικό υλικό της ταινίας Sirāt. Η τρικάναλη προβολή παρουσιάζει ερημικά τοπία που κυριαρχούνται από έναν αμείλικτο ήλιο και κατοικούνται από τις αυστηρές σιλουέτες ναών και ηχείων, ανάμεσα στις οποίες ανθρώπινες μορφές χορεύουν. Γυρισμένες από τον Λάσε πριν από μία δεκαετία στο Ιράν, αυτές οι αρχιτεκτονικές μορφές παραπέμπουν στις αναζητήσεις των μοναχών-αρχιτεκτόνων που επιδίωκαν να καταστήσουν αντιληπτή την ιερή γεωμετρία μέσω των μορφών και των αναλογιών, ακριβώς εκεί όπου γίνεται αισθητό το όριο ανάμεσα στον υλικό και τον άυλο κόσμο. Η ηχητική σύνθεση του Κανγκντίνγκ Ρέι προσεγγίζει, μέσα από τη δομική υλικότητα του ήχου, το μυστήριό του και την εγγενή άυλη διάστασή του.
Oliver Laxe Multimedia Installation 1
Ο όρος sirāt δηλώνει τη γέφυρα που διασχίζει την κόλαση οδηγώντας στον παράδεισο, ενώ στα αραβικά το HU/هُوَ αναφέρεται στην πρωταρχική ηχητική εκδήλωση της θεότητας: τη θεϊκή πνοή και την πρώτη εκφορά του λόγου που εγκαινιάζει τη δημιουργία. Ο υπότιτλος του έργου προέρχεται από έναν στίχο του Ρουμί (1207–1273), του Πέρση μυστικιστή και λογίου, του οποίου το έργο και η πνευματική πρακτική διερεύνησαν την υπέρβαση και τη διάλυση του εγώ μέσα στο θείο, μέσω της μουσικής, του χορού, της ποίησης και της προσευχής.
Ειδική έκδοση
Τέλος, το Φεστιβάλ θα κυκλοφορήσει μια ειδική δίγλωσση έκδοση αφιερωμένη στην έρημο, με τίτλο Welcome to the Desert. Σχεδιασμένο με αφαιρετικότητα και ποιητική διάθεση, το βιβλίο διευρύνει τον ορισμό της ερήμου καθώς τη φαντάζεται να εκτείνεται στο χαρτί και να δημιουργεί τους δικούς της αντικατοπτρισμούς μέσω της τυπογραφίας. Η έκδοση περιλαμβάνει πρωτότυπες αναλύσεις για τη σχέση της κινούμενης εικόνας με την έρημο, καθώς και παλαιότερα εμβληματικά κείμενα που μεταφράζονται για πρώτη φορά στα ελληνικά.
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Προτεινόμενα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΠροκήρυξη Διεθνούς Διαγωνισμού Ποίησης εις Μνήμη του Πρωτοπρεσβύτερου Ποιητή Γεωργίου Ι. Διαμαντόπουλου. Με θέμα ꓽ «Υπάρχουν Άνθρωποι»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΘάσος: Αναστέλλεται η λειτουργία σχολικών τμημάτων και του «Θεαγένη»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμαρχος Θάσου για το πρόγραμμα ενίσχυσης επιχειρήσεων της ΑΜΘ με την διαδικασία της μη επιστρεπτέας προκαταβολής
-
ΚαβάλαΠριν 6 έτηΚαμπανάκι για την μείωση των δρομολογίων στη γραμμή Πρίνος-Καβάλα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΧορωδίες δήμου θάσου 2020
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμος Θάσου κοντά στον πολίτη, δίνει χρήσιμες συμβουλές για την εξοικονόμηση ενέργειας
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΞεκινούν οι εγγραφές στην Παιδική Θεατρική Σκηνή του Δήμου Θάσου
-
ΕλλάδαΠριν 6 έτηΣε κακούργημα μετατρέπεται το αδίκημα βασανισμού των ζώων

You must be logged in to post a comment Login