Connect with us

Πολιτισμός

«Οι Δούλες» του Ζενέ στο «Kouinta Pocket Theatre»

«Οι-Δούλες»-του-Ζενέ-στο-«kouinta-pocket-theatre»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

 
Ξεκινώντας από την κλασική θεατρική σύμβαση της αλλαγής των ρόλων, ο αντισυμβατικός Ζαν Ζενέ παγιδεύει τα πρόσωπά του σε ένα ανελέητο σκηνικό παιχνίδι όπου τα όρια δεν ορίζονται και τα άκρα δεν τελειώνουν. Τα μυστικά πάθη των γυναικών εκρήγνυνται και το παιχνίδι γίνεται τελετουργία εξόντωσης. Ένα έργο με απροσδόκητες τροπές, που μετατρέπει τη σκηνή «σε έναν χώρο όπου όλα επιτρέπονται».

Γραμμένο το 1947, βασίζεται σε μια πραγματική ιστορία που συγκλόνισε τη Γαλλία (την υπόθεση των αδελφών Παπέν) και εξερευνά τα όρια της ταυτότητας, του μίσους και της κοινωνικής καταπίεσης.

Ο «αιρετικός» Ζενέ (1910 – 1986) ταρακούνησε το θεατρικό γίγνεσθαι της εποχής με το «Les Bonnes», του οποίου η ακριβής μετάφραση στα ελληνικά είναι «οι Υπηρέτριες», αλλά και «οι Καλές». Πρώτη δημοσίευση του έργου: περιοδικό L’ Arbalete, τον Μάιο του 1947.

Ο Ζενέ έγραψε τις «Δούλες» κατά παράκληση του Louis Jouvet, που τις ανέβασε στο Theatre de l’ Athenee των Παρισίων, τον Απρίλη του 1947. Ο Jouvet χρησιμοποίησε στην παράστασή του ένα ελαφρώς παραλλαγμένο κείμενο, που εκδόθηκε το 1958 και αποτελεί το στερεότυπο σήμερα κείμενο του έργου.

Ο Ζαν Ζενέ, ένας περιθωριακός εκδιδόμενος ομοφυλόφιλος, κατάδικος και εγκαταλειμμένος από τη μητέρα του, περνάει στα χέρια της πρόνοιας, των αναμορφωτηρίων και των φυλακών, ενώ βρίσκει τον εαυτό του στη συγγραφή. Στη φυλακή έγραψε τα περισσότερα έργα του. Καταλυτικό ρόλο στη ζωή και το έργο του διαδραμάτισε η γνωριμία του με τον Σαρτρ, οπότε μπορούμε σήμερα να πούμε πως ο Ζενέ υπήρξε σημαντικό κομμάτι της γαλλικής διανόησης, καθώς και ένας ιδιαίτερος εκπρόσωπος του θεάτρου του παραλόγου.

Σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου του συγγραφέα το έργο δε γράφτηκε για να δικαιώσει την τάξη των υπηρετών και ν’ ασχοληθεί με τα ζητήματα τους, αλλά πρόκειται για μια αλληγορία. «Οι Δούλες» είμαστε όλοι εμείς με τα όνειρα μας, τις ψευδαισθήσεις μας, τις αρρωστημένες φαντασιώσεις μας, τις ανάγκες διαφυγής μας από την πραγματικότητα.

Ακόμα, «Οι Δούλες» είναι ο αντικατοπτρισμός όλων εκείνων που φοβόμαστε, που αγαπάμε να μισούμε, συμπεριλαμβανομένης και της εξουσίας, η οποία στο έργο απεικονίζεται με την παρουσία της Κυρίας, που με τη σειρά της εξουσιάζει τις δούλες της και ορίζει το παρόν και το μέλλον τους, αλλά είναι και ‘’δούλα’’ του Κυρίου, ωσεί παρών στο έργο, όμως η δύναμή του την παραλύει.

Παρακολουθούμε, λοιπόν, τη διάλυση της προσωπικότητας του ανθρώπου, σε κατάσταση ανελευθερίας και εξάρτησης, μέσα από την ποιητική, «συμβολική» γλώσσα του θεάτρου του Παραλόγου.

Η «Κυρία» αντιπροσωπεύει συμβολικά τον κόσμο των άστοργων ανθρώπων, που, κατά τον Ζενέ, πρέπει να πεθάνει. Γύρω από αυτή τη σκέψη και το πάθος της εκδίκησης περιστρέφεται ο μύθος του έργου.

Απόκληρος στη ζωή του ο συγγραφέας, συμπαθεί και συμπονά τους ομοίους του, ενώ μισεί αυτούς που τους βλάπτουν. Ολόκληρο το έργο κρύβει ένα τραγικό μεγαλείο: την άρνηση του ανθρώπου να υποδουλωθεί.

«ΣΟΛΑΝΖ: Καί δέ μοῦ λές, ὅλες αὐτές τίς λεπτομέρειες τῆς ζωῆς μας, τί τίς ἤθελες… Ἦταν ἀνάγκη νά μποῦνε κι αὐτές μέσα στό… στό… ΚΛΑΙΡΗ : Στό… στό… σέ ποιό; Ἄντε λοιπόν! Βρές του ἕνα ὄνομα! Βάφτισέ το! Μήπως ξέρουμε κι ἐμεῖς τί ‘ναι αὐτό πού κάνουμε; «Παιχνίδι» εἶναι; «Θέατρο»; Τέλος πάντων! Καλύτερα νά μήν ἀρχίσουμε τώρα αὐτή τή συζήτηση. Ὅπου νά ‘ναι ἡ Λεγάμενη θά γυρίσει. ᾿Αλλ’ αὐτή τή φορά, Σολάνζ, ἔ; Τήν κρατᾶμε γερά, δέ μᾶς ξεφεύγει…»

 Πρόκειται για μια ιστορία τεράτων (η λέξη είναι του ίδιου του Ζενέ ). Είναι μια ονειρική προβολή σ’ ένα σκοτεινό σύμπαν, το οποίο ξεφεύγει από τις κατηγορίες της σκεπτόμενης λογικής. Παίζοντας την Κυρία τους οι υπηρέτριές της, η Κλαίρη και η Σολάνζ, τακτοποιούν έναν διπλό λογαριασμό μαζί της. Συγχρόνως δε, την απεχθάνονται και τη λατρεύουν, ακόμη και σωματικώς. Το εκ βαθέων μίσος τους φτάνει έως την απόπειρα δολοφονίας, ενώ βρίσκονται σε προβεβλημένη ανήθικη σχέση. Παίζουν το: να απεχθάνονται η μία την άλλη. Το παιχνίδι τους, όμως, παροξύνει την αμοιβαία τους απέχθεια. Στην πραγματικότητα, οι δούλες είναι το είδωλο η μία της άλλης.

Παρασυρόμενες από τη ζήλια τους, όντας αδικημένες από τη ζωή και από την κοινωνία για το στάτους στο οποίο είναι καταδικασμένες να ζουν, καταστρώνουν σχέδια να καταστρέψουν την κυρία. Αρχικά, στέλνουν ανώνυμα γράμματα στην αστυνομία που αποκαλύπτουν πως ο σύζυγος (Κύριος) είναι απατεώνας, κλέφτης και λωποδύτης και πως τα πλούτη του είναι παράνομα και δεν είναι αποτέλεσμα τίμιου, εργασιακού μόχθου. Αποκαλύπτεται επίσης υποψία μιας ενδεχόμενης δολοφονίας της Κυρίας, ώσπου το ενδεχόμενο γίνεται απόφαση και προμελετημένο έγκλημα. Οι δύο δούλες καταστρώνουν το σχέδιο της δολοφονίας, το οποίο αποτυγχάνει και οδηγεί τη μία από τις δύο σε αυτοκτονία.

Κάθε φορά που η Κυρία τους λείπει, οι δύο αδελφές παίζουν ένα επικίνδυνο παιχνίδι ρόλων. Η μία υποδύεται την «Κυρία» και η άλλη την «υπηρέτρια».

Μέσα από αυτό το παιχνίδι, εκτονώνουν το μίσος τους για την εργοδότριά τους, φτάνοντας κάθε φορά μέχρι το σημείο της εικονικής δολοφονίας της.

Η φαντασίωση αρχίζει να μπερδεύεται με την πραγματικότητα. Όταν μια προσπάθειά τους να παγιδεύσουν τον εραστή της Κυρίας αποτυγχάνει, ο φόβος της αποκάλυψης τις οδηγεί σε μια απεγνωσμένη απόφαση: να μετατρέψουν το παιχνίδι σε αληθινό φόνο.

Ο Ζενέ χρησιμοποιεί την τεχνική του καθρεφτισμού. Οι δούλες δεν θέλουν απλώς να σκοτώσουν την Κυρία· θέλουν να γίνουν η Κυρία. Είναι μια συνεχής εναλλαγή προσωπείων, όπου η αλήθεια χάνεται.

Επί της ουσίας, οι τρείς ηρωίδες κάνουν μια οργισμένη συνειδησιακή επανάσταση ενάντια στον εαυτό τους για να εξαφανίσουν τη βασανιστική σχέση αφεντικού -δούλου, με την οποία είναι δεμένες ανέκκλητα, αλλά αγωνίζονται μάταια. Από την αρχή της παράστασης είναι εμφανής η κρίση των σχέσεων Κυρίας- υπηρετριών, οι οποίες οικειοποιούνται τον πολιτισμό της, προσπαθούν να μπουν στο «πετσί» της, πράγμα το οποίο τις καθιστά απάνθρωπες, κυνικές και υποκρίτριες.

Σημείωση: Το έργο θεωρείται κορυφαίο δείγμα του Θεάτρου του Παραλόγου και της σκληρότητας, καθώς δεν προσφέρει μια εύκολη λύση ή μια ηθική δικαίωση, παρά μόνο μια τραγική κάθαρση.

  • Εδώ δεν έχουμε «καλούς» και «κακούς», αλλά ανθρώπους παγιδευμένους σε ρόλους που τους επιβάλλει η κοινωνία και οι ίδιοι οι εαυτοί τους.

Οι χαρακτήρες: Κλαίρη: Είναι η πιο «εύθραυστη» αλλά και η πιο επικίνδυνη. Στο παιχνίδι των ρόλων, συνήθως υποδύεται την Κυρία. Μέσα από αυτή τη μεταμφίεση, βιώνει μια ναρκισσιστική ηδονή, αλλά ταυτόχρονα νιώθει απέχθεια για το σώμα της και την τάξη της.

Σολάνζ: Η μεγαλύτερη αδελφή, η πιο «γειωμένη» και σκληρή. Συχνά λειτουργεί ως ο προστάτης της Κλαίρης, αλλά η σχέση τους είναι τοξική, γεμάτη ενοχές και αμοιβαία εξάρτηση. Είναι αυτή που στο τέλος καλείται να διαχειριστεί την τραγική κατάληξη.

Η Κυρία: Αν και εμφανίζεται λίγο, η παρουσία της είναι καταλυτική. Είναι η ενσάρκωση της επιφανειακής ευγένειας που κρύβει μια βαθιά περιφρόνηση. Δεν είναι ένα «τέρας» με την μεταφορική έννοια, αλλά η αδιαφορία της για την ανθρώπινη υπόσταση των υπηρετριών της, είναι αυτό που τις εξωθεί στα άκρα.

Πολύ καλή στον ρόλο η Ναταλία- Άννα Βασιλέκα.

Η Ελένη Μόμτσου (Κλαίρη) και η Νατάσα Σταύρακα ( Σολάνζ) είναι εξαιρετικές ηθοποιοί. Δοτικές, σε βαθμό να ελευθερώσω τη δύναμη της αυθαιρεσίας μου. Στις ονειροπολήσεις τους μέσα σε πύργους και σε τεράστιους κήπους, εγώ σεργιάνιζα στο «lifestyle περιοδικό.

 Στις εξομολογήσεις κρυφών επιθυμιών τους, έτσι όπως η κινηματογραφική μουσική τις έντυνε, εγώ κολυμπούσα μέσα στις εικόνες του Πολάνσκι από το «Μαχαίρι στο Νερό».

 Στις εκρήξεις της Κυρίας (Ναταλία – Άννα Βασιλέκα) , εγώ γινόμουν εκτιμητής του «επαίνου ερμηνείας».

Στις αψιμαχίες των υπηρετριών, εγώ χάζευα την Μπέτι Ντέιβις με την Τζόαν Κρόφορντ στην «Κακιά αδελφή». 

 Σ’ όλες τις σκηνές κυριαρχίας των «Δούλων», εγώ τις στεφάνωνα με κλαδιά ελιάς, ως ένδειξη απεριόριστης εκτίμησης, θαυμασμού και συγκίνησης. Υπέροχες και οι δύο.

Η αδιαμφισβήτητη σκηνική χημεία τους «φωνάζει» τη συλλογική προσπάθεια, τον σπάνιο επαγγελματισμό, τον συνειδητό κόπο που καταβάλουν, αλλά και την άριστη τεχνική δομή, τις αρετές, το ήθος και την αρτιότητα της προσωπικής τους «εργαλειοθήκης». Κλαίρη και Σολάνζ μπλέκονται η μία μέσα στην άλλη, κατακτώντας κάθε κομμάτι του καθρέφτη αλλά και της ύπαρξής τους.

Η Κλαίρη της Μόμτσου είναι τόσο εσωτερική και τρυφερή σαν κλωναράκι κι όμως τόσο σκληρή, σαν κεντρί. Στον αντίποδα, η Σολάνζ της Σταύρακα δείχνει τόσο ενεργειακά ακέραιη σε όλη τη διάρκεια, όσο και παραληρηματικά συντονισμένη στο «εγώ» του ρόλου. Είναι ο αέρας που μπαίνει από τις χαραμάδες και ψυχραίνει κάθε ένταση, από τη δροσερή υγρασία ως τη θανατερή παγωνιά.

Ο Ζενέ λέει ότι το έργο του είναι αλληγορικό και ότι οι Δούλες είμαστε εμείς, ο κάθε αναγνώστης, ο κάθε θεατής. Ο κάθε άνθρωπος που διαψεύδεται, πέφτει και σηκώνεται, ονειροπολεί, απελπίζεται, είναι θύμα της εξουσίας, αλλά και θύτης ταυτόχρονα. Ο κάθε άνθρωπος και κάθε συναίσθημα που κουβαλά: μίσος, φόβο, φθόνο, λατρεία. Που θέλει να ζήσει μια άλλη ζωή από αυτήν που του επιβάλλει η μοίρα.

Η Ναταλία- Άννα Βασιλέκα, που σκηνοθετεί την παράσταση στο Θέατρο « Kouinta Pocket Theatre» της Καβάλας , στην εξαίσια μετάφραση του ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, βρίσκει τον δρόμο, ξετυλίγει το νήμα ευθύγραμμα, στοχεύει κατ’ ευθείαν στον ποιητικό πυρήνα χωρίς να στέκει στο γράμμα, και αποφεύγει – όσο γίνεται- τους περίπλοκους μαιάνδρους μιας αέναα ελισσόμενης, ενδοστρεφούς σκέψης, που « Φυσις κρύπτεσθαι φιλεί», φράση του Ηράκλειτου που δηλώνει ότι η αλήθεια και η βαθύτερη ουσία των πραγμάτων δεν είναι φανερές, αλλά απαιτούν αναζήτηση, νόηση και διείσδυση πέρα από τις επιφανειακές εντυπώσεις.

Η παράσταση έχει εξαιρετικούς ρεαλιστικούς-ονειρικούς – την ίδια στιγμή – χρόνους και ρυθμούς και μια συμπάγεια ύφους διαυγούς, μέσα στη «θολότητά» του, που την αναδεικνύουν ως μια αξιόλογη προσέγγιση του δημοφιλούς έργου, που ανεβαίνει πολύ συχνά στη χώρα μας.

Και στην Καβαλιώτικη παρουσίαση των «Υπηρετριών», η συγγραφική μαεστρία του Ζενέ να φέρει το θέατρο μέσα στο θέατρο, οι δύο αδερφές δονούνται από δολοφονικά ένστικτα, εκδηλώνουν νευρώσεις και ζουν τη μεγάλη σύγκρουση, μιας και η «Κυρία» – που πλέον είναι υποχείριό τους, εφόσον την υποδύονται – φαίνεται να τις αγαπά, να θέλει να τους δίνει πράγματα, να στηρίζεται επάνω τους.

Παγιδευμένες αιώνια μέσα στην κρεβατοκάμαρα της Κυρίας, βεβηλώνουν με λύσσα τα αντικείμενα-σύμβολα της εξουσίας και αναβιώνουν επίμονα, σχεδόν εμμονικά, τον ίδιο φαύλο κύκλο. Το παιχνίδι των ρόλων ξερνάει τις αλήθειες τους και δυναμιτίζει τις ναρκωμένες τους αισθήσεις. Μήπως όμως είναι και αυτό μια πλάνη;

Κάθε φορά που το παιχνίδι κορυφώνεται, η «Κυρία» αναπάντεχα επιστρέφει, έτσι όλα μένουν στην μέση ανολοκλήρωτα μέχρι να φύγει πάλι εκείνη και να αρχίσουν όλα από την αρχή. Όμως μια φορά η Κλαίρη αποφασίζει να το πραγματώσει το έργο, αποφασίζει να πιει το θανατηφόρο τίλιο, ώστε να επιτευχθεί η δολοφονία. Το τέλος είναι συγκλονιστικό και δίνει μια γερή γροθιά στο στομάχι. Σοκάρει τον αναγνώστη, επειδή ο Ζενέ τολμά να βάλει το μαχαίρι στο κόκαλο.

Τα σκηνικά και τα κοστούμια της παράστασης από Ν.Ο. λιτά, μαύρα, συμβολίζουν τη σκοτεινή ψυχή των υπηρετριών και, σαφώς, εξυπηρετούν την μετακόμιση. Η ενδυμασία της Κυρίας, ανάλογη του πλούτου και της τάξης της.

Οι φωτισμοί (Σαράντη Ζορντού) τονίζουν τη σκηνοθετική άποψη. Μοναδική καλαίσθητη εξαίρεση, ο φωτισμός της ονειρικής τουαλέτας – κάδρο, που καμαρώσαμε όλοι. Πάνω και κάτω από τη σκηνή.

Η μετάφραση του σπουδαίου Οδυσσέα Ελύτη πρωτοπαρουσιάστηκε το 1968 από το Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Χατζημάρκου. Ο Έλληνας, νομπελίστας ποιητής, έβαλε την υπογραφή του σε τρία συνολικά θεατρικά έργα ως μεταφραστής, εκτός από τις «Δούλες», στον «Κύκλο με την κιμωλία» του Μπέρτολτ Μπρεχτ και στην «Οντίν» του Ζαν Ζιροντού.

 «Οι Δούλες» της «Κουΐντα» είναι μια παράσταση αφιερωμένη στην καταπίεση και στην κοινωνική ανισότητα, θύματα των οποίων υπήρξαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν άνθρωποι, όσο ο κόσμος μας υπάρχει, έστω κι αν ζει και κινείται σε γήινες πλαστικές κατασκευές ή επιπλέει σε πλαστικές υδάτινες επιφάνειες.

 Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Ναταλία Άννα Βασιλέκα
Μετάφραση: Οδυσσέας Ελύτης
Ηθοποιοί: Έλενα Μόμτσου, Νατάσα Σταύρακα, Ναταλία Άννα Βασιλέκα
Σκηνικά: Ν.Ο.
Φωτισμοί: Σαράντος Ζουρντός
Ενδυματολογική και μουσική επιμέλεια: Ναταλία Άννα Βασιλέκα
Μουσική επεξεργασία: Παναγιώτης Λαζαρίδης
Φωτογραφίες, Βίντεο: microfilming: Γιάννης Τεκερίδης
Παραγωγή: Kouinta Theatre Productions

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«Πιτσιμπούργκο» της Σώτης Τριανταφύλλου στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

«Πιτσιμπούργκο»-της-Σώτης-Τριανταφύλλου-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Ποιος θεωρείται μετανάστης; Έχει ο μετανάστης χρώμα; Έχει ταυτότητα; Πρώτα γίνεσαι φτωχός και μετά μετανάστης.

Η παλιά πληγή της μετανάστευσης σε μικρογραφία είναι το θέμα της ιστορίας της Σώτης Τριανταφύλλου με τον τίτλο Πιτσιμπούργκο. Πρόκειται για την αφαίμαξη από το πιο σημαντικό και ακμαίο δυναμικό του πληθυσμού της Ελλάδας, τους νέους της που έφευγαν για να βρουν μια καλύτερη τύχη σε όποια χώρα της πλατιάς ξενιτιάς, όπου έβρισκαν τόπο να δουλέψουν, να εξοντωθούν, να πεθάνουν και χάθηκαν απ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς να μάθει τίποτα κανείς γι’ αυτούς, ενώ άλλοι κατάφεραν να επιβιώσουν και να ζήσουν εκεί κι άλλοι να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και να συνεχίσουν με κάποια άνεση τη ζωή τους.

Το Πιτσιμπούργκο είναι ένα αφήγημα που περιλαμβάνει την αλληλογραφία ενός τέτοιου δυστυχισμένου νέου, νιόπαντρου, του Δημοσθένη, με τη γυναίκα το την Ελέγκω.

Ο Δημοσθένης από τη Χίο μεταναστεύει στο Πίτσμπουργκ, τη μεγαλύτερη πόλη στην αμερικανική Πενσυλβανία, η οποία θεωρείται η «Πόλη του Χάλυβα» για τις πάνω από 300 επιχειρήσεις της και «Πόλη των Γεφυρών» για τις 446 γέφυρές της, αφού είναι χτισμένη στη συμβολή τριών μεγάλων ποταμών. Στη Χίο δεν υπάρχει «μέλλο», όπως λέει ο Δημοσθένης, σεισμοί, ναυάγια, πειρατές και το χώμα «που ’ναι στέρφο».

Το αφήγημα, λόγω των ημερολογιακών καταγραφών του ζεύγους, μοιάζει και με ημερολόγιο, από το οποίο πληροφορούμαστε τις ένθεν και εκείθεν του μεσολαβούντος ωκεανού, δυστυχίες. Της πόλης που θα δώσει στον Δημοσθένη και στους άλλους εργάτες της βιομηχανίας τα μέσα για να ζήσουν και της γενέθλιας γης της Χίου, που δεν μπορεί να τους τα εξασφαλίσει. Το μεροκάματο του τρόμου καταλήγει στο ημερολόγιο της δυστυχίας, αλλά και της ιστορικής ενημέρωσης, αφού ο καθένας από την πλευρά του περιγράφει την κακή του μοίρα και οραματίζεται την ελπίδα που αργεί πολύ, μέσα σε μια κοινωνία που διαρκώς πάσχει από πόλεμο, φτώχεια, βία και δυστυχία.

Χίος 28 Μάρτη 1913. Η Ελέγκω παίρνει στα χέρια της το πρώτο γράμμα, έπειτα από οκτώμισι μήνες, από τον ξενιτεμένο στο Πίτσμπουργκ της Αμερικής άντρα της Δημοσθένη.

«Τίλως είσαι, Ελέγκω μου; Τρως; Κοιμάσαι; Αχ, να ’μουνα κει πέρα την Πρωτοχρονιά, να πηαίναμε στον Βροντάδο να τρώγαμε τα μαμούλια της Μαριόγκας!»

Μέσα από την αλληλογραφία τους ξεδιπλώνεται η ζωή στο νησί, αμέσως μετά την απελευθέρωσή του από τους Τούρκους.

Φτώχεια, πείνα, μπάρκα, προσφυγιά, αρρώστιες, μα και τηλέφωνα και κινηματόγραφος. Ένα νησί πληγωμένο και σαστισμένο.

«ΥΓ. Τώρα θυμήθηκα πως αυτοκίνητα έχομε κι εδώ, πάνε κι έρχονται σαν δαίμονες. Εγώ εν τα δα, μου το ’πε η Ειρήνη».

Από την άλλη, η βιομηχανική πόλη του Πίτσμπουργκ.

«Βρέχει νερό μαύρο, Ελέγκω μου, αφ’ τα εργοστάσια, καταλαβαίνεις».

«Αγαπημένη μου Ελέγκω, άργησα να σου γράψω γιατί εν ήβρισκα γραμματικό».

«Δημοστένη μου, μόλις έλαβα το γράμμα σου μου ’ρθε λιγοθυμιά».

Τα γράμματα πηγαινοέρχονται, ο Δημοσθένης γράφει τα προβλήματα της ζωής στο Πιτσιμπούργκο και η Ελέγκω παραπονιέται πως δεν της γράφει συχνά και ανησυχεί. Εκείνος την καθησυχάζει – είναι και τα γραμματόσημα ακριβά και κάνει οικονομίες, παράλληλα της δίνει συμβουλές τι να κάνει, τι να προσέχει, ποιον να αποφεύγει, για να μην της βγει κακό όνομα, κι εκείνη του γράφει να προσέχει γιατί φοβάται…

Εν πάση περιπτώσει, αυτή η αλληλογραφία φέρνει στην επιφάνεια το τι τράβηξε αυτός ο καημένος άνθρωπος και τι η οικογένειά του πίσω στο χωριό, στη Χίο, όπου ο αέρας μοσκοβολάει μαστίχα, ενώ στο Πιτσιμπούργκο μυρίζει χάλυβα.

Η συγγραφέας με τον τρόπο της θίγει το πολύ σοβαρό θέμα του μετανάστη, του φτωχού, του μόνου κι έρημου ανθρώπου, που αγωνιά γι’ αυτούς που άφησε πίσω του, ενώ εκείνος ξένος ανάμεσα σε ξένους και κάποιους Έλληνες –«Σλάβοι, Αράπηδες, Έλληνες, ένα και το αυτό»– αγωνιά να επιβιώσει στην άγνωστη, άγρια και αφιλόξενη γη.

Παράλληλα, αναφέρονται ήθη, έθιμα, απλά καθημερινά κουτσομπολιά, ευρύτερα πολιτικά, ο καιρός ή η δολοφονία τού βασιλιά και η θέση της γυναίκας:

 «Δημοσθένη, Λες πως στο Πιτσιμπούργκο χιονίζει, αμ εδώ ήντα κάμνει; […] Σκοτώσανε και τον βασιλιά, λένε, το ’μαθες, Δημοσθένη μου; Εγώ τον βασιλιά εν τον ήξερα, αλλά για να τον σκοτώσουνε κάτι θα ’κανε… Εσύ Δημοσθένη μου, ήντα λες; Οι γυναίκες εν πρέπει να ’χουνε εμυαλό για τέτοια πράματα, βασιλιάδες, πολέμοι, αλλά, μες στη μοναξιά που με δέρνει και τον καμό, φοβούμαι ήμπα στο νησί έχουν έρθει οι βουρβούλακες κι έχει πέσει κατσικοποδιά […] έγινε κι άλλος σεισμός […] μια γίδα γέννησε τέρας δίχως μάτια…». Μέχρι και παράπονα του γράφει, γιατί ο Δημοσθένης είπε πως η Μαριόγκα κάνει τα «μαμούλια» καλύτερα από εκείνην. Με την ευκαιρία η Ελέγκω μάς δίνει τις λεπτομέρειες: ψιλοκόβει το αμύγδαλο, προσθέτει καρύδι, βάζει και μοσκοκάρφι: «Τίλως μπορείς να λες πως τα μαμούλια της Μαριόγκας είναι πεντανόστιμα;». Παράλληλα, λέει πως ο θείος θα την πάρει μαζί με τη Μαριόγκα να δούνε την Εσμέ την Τουρκοπούλα. «Αχ Δημοσθένη, να με πήαινες εσύ!». Αλλά σαν την Ελέγκω είναι κι άλλες πολλές που οι άντρες τους ταξιδεύουν με τα «παπόρια». «Ήντα παπόρια ήντα Πιτσιμπούργκο, καλύτερα το Πιτσιμπούργκο, που δεν θα ρουφήξει ποτές η θάλασσα».

Έτσι, εκκινώντας από το προσωπικό, στη δραματοποιημένη λογοτεχνία, η σκηνοθέτρια Αρκαδία Ψάλτη, σταδιακά απλώνει την αφήγηση στο γενικό κακό, εκείνο από το οποίο υποφέρει η ελληνική οικογένεια, η φτωχή επαρχία, η Ευρώπη που ετοιμάζεται για πόλεμο, αλλά και στην Πενσυλβανία, όπου η ζωή είναι τρόμος, σκληρή δουλειά, αμφίβολη βελτίωση, υπόκοσμος και ύποπτος πλουτισμός.

 Όπως βλέπουμε από τον διάλογο, η εξομολόγηση, το παράπονο, η περιγραφή, η εξήγηση, η ερμηνεία, η κοινωνική παρατήρηση, ό,τι κι αν δείχνει αυτή η αλληλογραφία, είναι μια καταγραφή των προβλημάτων που αρχίζει με εστίαση πάνω σε ένα οικογενειακό θέμα, για να ανοίξει σε έναν ευρύτερο κοινωνικό κύκλο, στη Χίο ή στο Πίτσμπουργκ, και στη συνέχεια στον κόσμο όλο, με τον πόλεμο ενόψει.

Το γλωσσικό ιδίωμα, η ντοπιολαλιά της Χίου, προσδίδει αληθοφάνεια στον ιδιαίτερο, μεταποιημένο λόγο των αλληλογράφων, οι οποίοι πέρα από την ιδιάζουσα λέξη αποδεικνύονται άριστοι στη σύνταξη. Αυτό, βέβαια, οφείλεται στην ικανότητα της συγγραφέως, η οποία έχει συγγράψει πάνω από σαράντα βιβλία και ξέρει πολύ καλά πώς να μεταβάλει τον διάλογο δύο επαρχιωτών σε απλό, κατανοητό, γοητευτικό και συγκινητικό λογοτεχνικό λόγο.

Η συγκεκριμένη θέση του Δημοσθένη και της Ελέγκως είναι θέμα που δεν αφορά μόνο τη Χίο, αλλά όλη την Ελλάδα, όλον τον κόσμο, που μεταναστεύει στην υπερατλαντική χώρα της ευκαιρίας.

Η Αρκαδία Ψάλτη σκηνοθετεί με τρυφερότητα το κείμενο της Σώτης Τριανταφύλλου Πιτσιμπούργκο, και οι δύο νέοι και καλοί ηθοποιοί Τζωρτζίνα Λιώση και Σταμάτης Μπάκνης, ζωντανεύουν στη σκηνή μοναδικά μια ιστορία αγάπης στη διάρκεια του πρώτου μεγάλου μεταναστευτικού κύματος από την Ελλάδα προς την Αμερική.

Το αφήγημα είναι γραμμένο στο χαρακτηριστικό Χιώτικο γλωσσικό ιδίωμα, μια γλώσσα εύληπτη και άμεσα συνδεδεμένη με την αρχαία ελληνική.

Όλα τα επιστολικά μυθιστορήματα καλούν τον αναγνώστη – θεατή, να ανασυστήσει, μέσα από ενδείξεις της αλληλογραφίας, τη ροή των γεγονότων, ως σκιώδης αφηγητής μιας ανείπωτης ιστορίας.

 Και σαν να μην έφτανε αυτό, η επιστολική μορφή του έργου και το κυρίως προσωπικό περιεχόμενο των γραμμάτων, γεννούν μια εντύπωση αδιάκριτης παρέμβασης στις ζωές των άλλων. Σαν να ανοίγεις στα κρυφά ξένους φακέλους. Γοητευτική τακτική, από την πλευρά του συγγραφέα. Από την πλευρά του αναγνώστη – θεατή, , η ψυχολογική ένταση ενισχύει την εμπλοκή.

Η σκηνοθέτρια δηλώνει – σε συνέντευξή της – για το έργο και την παράσταση: «Το έργο διαδραματίζεται το 1913, στην Χίο. Αμέσως μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων και πληθυσμιακών μετακινήσεων. 

 Κάθε χρόνο 25.000 άνθρωποι εγκαταλείπουν μια χώρα οικονομικά εξουθενωμένη και πολιτικά αβέβαιη. Μπαίνουν στα καράβια να κυνηγήσουν το αμερικάνικο όνειρο που υπόσχεται ευκαιρίες πλούτου και ευημερία. Ελπίζουν σε καλύτερη ζωή για αυτούς και τις οικογένειές τους και λειώνουν και στραγγίζονται στις μεγάλες βιομηχανικές πόλεις.

Το όνειρο αποδεικνύεται εφιάλτης. Ευτυχώς υπάρχει αλληλεγγύη και στήριξη ανάμεσα στους συμπατριώτες, που τους δυναμώνει. Έτσι καταφέρνουν να κάνουν κοινότητες και μέσα από μια πολύ σκληρή ζωή να ορθοποδήσουν. Πόσο μακρινό είναι όλο αυτό; Πόσο όμοιες εικόνες και καταστάσεις υπάρχουν σήμερα; Σε ποια θέση είμαστε; Η ηθική μας πως πλάθεται; Πως αξιολογούμε και ιεραρχούμε τις ανάγκες μας; Τι πιστεύουμε ότι μπορεί να είναι τελικά η σανίδα της σωτηρίας μας, αν αυτή υπάρχει; Αυτά και ίσως κι άλλα τα ερωτηματικά, που ο καθένας δίνει τις δικές του απαντήσεις και έτσι προχωράει η ζωή όπως προχωράει. Τα υστερινά τιμούν τα πρώτα. Το παρελθόν έχει τις απαντήσεις για το μέλλον».

Γραμμένο με έναν λόγο καθαρό, με στοιχεία Χιώτικης ντοπιολαλιάς, με πολύ ενδιαφέρουσα ροή, κινηματογραφικές περιγραφές και με δυνατές σκηνές που συνδυάζουν την συγκίνηση και το κωμικό στοιχείο σε τέλεια αρμονία, το έργο δε μας προσφέρει απλώς την τοιχογραφία μιας εποχής, αλλά κυρίως, μας μιλά για τους επιζήσαντες και τους αδικοχαμένους μιας γενιάς που όρθωσε ανάστημα, σε μια από τις πλέον δύσκολες περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Μιας γενιάς που πέρασε πολλά σ’ αυτόν τον κακοτράχαλο δρόμο της ξενιτιάς, έχασε πολλά και θυσίασε πολλά, που πληγώθηκε, αδικήθηκε, περιπλανήθηκε, υποτιμήθηκε, βίωσε ρατσισμό και εξευτελισμούς, μα αγωνίστηκε μέχρι τέλους για να σταθεί στα πόδια της και να επιβιώσει.

Αυτή η γενιά μνημονεύεται με τρόπο ευαίσθητο και σεβαστικό μέσα από το αφήγημα της Σώτης Τριανταφύλλου και πραγματικά αυτή η μνεία της αξίζει, όπως αξίζουν συγχαρητήρια στους συντελεστές της ιδιαίτερης αυτής παράστασης.

Συντελεστές

Κείμενο: Σώτη Τριανταφύλλου

Σκηνοθεσία: Αρκαδία Ψάλτη 

Μουσική επιμέλεια, φωτισμοί: Αρκαδία Ψάλτη

Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή

Παίζουν: Τζωρτζίνα Λιώση, Σταμάτης Μπάκνης

Παραγωγή: ΑΜΚΕ Αγγελοπετριά

Διάρκεια: 60 λεπτά

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Οι  καθηλωτικές «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

Οι- καθηλωτικές-«Στρακαστρούκες»-του-Δημήτρη-Σαμόλη-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Συγκινητική, συναρπαστική, σαγηνευτική η παράσταση του Δημήτρη Σαμόλη που, πέρα από το όποιο μάθημα – σπουδή σε γονείς, σε εφήβους, σε άνδρες, στην ελληνική κοινωνία, είναι κι ένα όψιμο μνημόσυνο στον φονευθέντα από νταήδες Κρητικούς αγριάνθρωπους συμφοιτητές του, για τον άδικο θάνατό του, για την τιμωρία- χάδι που τους επιβλήθηκε, ύστερα από πολλά χρόνια αναβολής της δίκης. Κι ο ηθικός αυτουργός; Τίποτα! Κύριος!

Η ομοφοβία δεν είναι έμφυτη. Διδάσκεται! Είναι ένας συνδυασμός κοινωνικής πίεσης για συμμόρφωση και προσωπικής ανασφάλειας απέναντι στην ελευθερία του άλλου να αυτοπροσδιορίζεται.

Ο Δημήτρης Σαμόλης, ένας ιδιαίτερα ταλαντούχος ηθοποιός και τραγουδιστής, επέλεξε να μιλήσει με ειλικρίνεια και τόλμη για κάποια πράγματα που προφανώς τον αφορούν. Πράγματα που συνέβησαν στο πρόσφατο παρελθόν και απ’ ό,τι φαίνεται εξακολουθούν να συμβαίνουν.

Στο πρώτο του θεατρικό έργο, βάζει στο μικροσκόπιο την «αγία ελληνική οικογένεια», τη ζωή στην επαρχία και τον εκφοβισμό σε ένα συνταρακτικό μονόλογο-κατάθεση. Οι «Στρακαστρούκες» είναι μια καθηλωτική ελεγεία αγάπης για την ανθρώπινη φύση, αλλά και ένα φωτεινό βέλος σε αυτά που μας πόνεσαν βαθιά.

Η επίσημη πρώτη του έργου πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2023 στο θέατρο «Μικρό Γκλόρια» στην Αθήνα.

Η παράσταση γνώρισε τεράστια επιτυχία (sold out) από την πρώτη κιόλας χρονιά, γεγονός που την οδήγησε να συνεχίσει για τρεις συνεχόμενες σεζόν (2023-24, 2024-25 και 2025-26) και στις μέρες μας περιοδεύει τη χώρα.

Ο έφηβος Κωνσταντής, το μικρότερο παιδί μιας οικογένειας που αποτελείται από τις τέσσερις μεγαλύτερες αδελφές του, οι οποίες τον αγαπούν και τον προστατεύουν από τη μητέρα του, για την οποία δεν μαθαίνουμε πολλά, και από έναν πατέρα στα όρια του κακοποιητή, έναν αψύ Κρητικό μεγαλωμένο στη κακοφορμισμένη κρητική παράδοση που θέλει κυρίαρχο το αρσενικό σε όλα τα καθωσπρέπει της, έναν τυποποιημένο γονέα, που δεν περιμένει πια από τον γιό του όλα όσα, συνήθως, κάνουν περήφανους πατεράδες σαν κι αυτόν.

 Ο Κωνσταντής, όμως, κακοποιείται καθημερινά και από τους νταήδες του σχολείου του, που του έχουν βγάλει το παρατσούκλι «Μπέντζι», το οποίο ενίοτε μετατρέπεται στο πιο θηλυκό «Μπεντζίνα», και του απευθύνουν σκληρά σεξουαλικά, άκρως προσβλητικά πειράγματα, που για κάποιο λόγο οι Έλληνες πάντα θεωρούσαν ότι έχουν το δικαίωμα να ξεστομίζουν.

Η καθημερινότητά του είναι βασανιστική, οι συμμαθητές του τού κάνουν τη ζωή μαρτύριο, πάντα με την ανοχή των καθηγητών. Κοντολογίς, όλα όσα περνάνε κάποια αγόρια στα σχολεία όταν ορισμένα χαρακτηριστικά τους προδίδουν το διαφορετικό ή όταν αυθαίρετα τους αποδίδονται ερωτικές προτιμήσεις αντίθετες από τις «κανονικές» των περισσότερων. 

Ο Κωνσταντής «αποδρά» από την κόλαση που βιώνει είτε χάρη στην πλούσια φαντασία του, καθώς ονειρεύεται ένα μέλλον σπουδαίο και λαμπερό, είτε μέσα από τη μουσική, μαζί με τον κολλητό του, τον Ασκομπαντούρα, έναν άλλο αποσυνάγωγο, για διαφορετικούς από εκείνον λόγους.

Ωστόσο, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να «ανδρωθεί». Μια από τις πρακτικές που ακολουθεί είναι να συμμετέχει στην προετοιμασία του ρουκετοπόλεμου της Ανάστασης, ώστε να ανέβει στα μάτια των συμμαθητών του, μήπως και ξεφύγει από το bullying, τα χυδαία λόγια και από την καζούρα.

 Φτάνει στο σημείο να σχεδιάζει σχέση με μια συμμαθήτριά του, τη Σωτηρούλα, ώστε να έχει κι αυτός το κορίτσι του.

Η αδεξιότητά του, βέβαια, φέρνει εντελώς άλλα αποτελέσματα, καθώς λίγο πριν την Ανάσταση, τη βραδιά που ετοιμάζεται να της δώσει το πρώτο φιλί, αντί να της προσφέρει καραμέλες που έχει στην τσέπη του, κατά λάθος της δίνει μια χούφτα στρακαστρούκες από τη λάθος τσέπη. Η Σωτηρούλα χάνει το δόντι της κι εκείνος την ευκαιρία να αναβαθμιστεί στα μάτια των άλλων αγοριών.

Με αυτό το πανέξυπνο εύρημα ξεκινάει ουσιαστικά ο μονόλογος του Κωνσταντή, που ξεδιπλώνει μια ζωή ενοχών, φόβου, τρόμου και βαθιάς απαξίωσης από τον πατέρα του, έναν άνθρωπο που φέρει το δικό του «τραύμα», καθώς τον είχε κάποτε ταπεινώσει μπροστά σε όλο το χωριό ο δικός του πατέρας, με αποτέλεσμα να είναι σκληρός και μονίμως προσβλητικός απέναντι στον γιο του. 

Ο Δημήτρης Σαμόλης ξεπροβάλλει από ένα όρθιο κιβώτιο (σκηνογραφία Λουκάς Μπάκας), γεμάτο άλλα κουτιά, αναπόσπαστα υλικά της μνήμης, σαν ο Κωνσταντής να αναδύεται μέσα από τον μικρόκοσμό του, και με μοναδικό κωμικό μπρίο, χρησιμοποιώντας κρητική προφορά, αφηγείται τον κακό χαμό που ακολούθησε το χάσιμο του δοντιού της Σωτηρούλας.

Ο ήρωας που γεννάνε οι λέξεις του Δημήτρη Σαμόλη δε φλυαρεί, θυμάται. Δεν ομολογεί, εξομολογείται. Δεν ομιλεί, συνομιλεί. Μας αποκαλύπτει την ιστορία του, που σχεδόν την ξέρουμε, σχεδόν την έχουμε ξανακούσει, σχεδόν την έχουμε αποφύγει και σχεδόν την έχουμε πετάξει στο μπαούλο της λήθης.

Μια γνώριμη ιστορία που ζωντανεύει ένας καταιγιστικός μονόλογος, του οποίου η μόνη αγωνία είναι να βγουν από το κουτί οι μνήμες μας, όποιες κι αν είναι, οι στιγμές που έχουμε καταπιεστεί μέσα στην « παραδοσιακή ελληνική κοινωνία», που ό,τι δε δέχεται, ό,τι δε χωράει στα ασφαλή σύνορα της συνηθίζει να το πνίγει, να το καταπιέζει, να το εξουσιάζει, να το εξαφανίζει.

 Έτσι, από την πρώτη κιόλας σκηνή, κατακτάει το ενδιαφέρον του κοινού, το οποίο στο υπόλοιπο της παράστασης κυριολεκτικά κρέμεται από τα χείλη του.

 Η ιστορία που ακολουθεί είναι η αφήγηση ενός πονεμένου παιδιού που αυτοσαρκάζεται για να εξιλεωθεί απέναντι σε έναν πατέρα και μια κοινωνία, ακόμα και απέναντι στον εαυτό του, επειδή τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα περίμεναν. 

Ο σκηνοθέτης Μάριος Κακουλλής αφήνει ελεύθερο τον Δημήτρη Σαμόλη να πλάσει με ανάσες, λέξεις και δικές του νότες, έναν πραγματικό ήρωα που σκαλίζει τη μνήμη μας, αλλά και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, πότε με χιούμορ και πότε με αυτό το μούδιασμα που προκαλούν στα αυτιά μας οι στρακαστρούκες, καθώς συγκρούονται με την κανονικότητα.

Ο Δημήτρης Σαμόλης φαντάζεται, φτιάχνει και παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο ήρωα. Η αφήγησή του είναι τέτοια που στη σκηνή βρίσκουν χώρο και οι υπόλοιποι ήρωες, κι ας μην έχουν φυσική παρουσία.

Η ιστορία του ξεκινάει ως μια γλυκόπικρη ανάμνηση των παιδικών του χρόνων για να γίνει μια πλημμύρα συναισθημάτων, για τον ίδιο αλλά και για το κοινό, για την καταπίεση που έχουμε νιώσει οι ίδιοι, για την βία που είδαμε αλλά δεν κάναμε αρκετά, ή και τίποτα, για τις ιστορίες που έχουν βγει από την ειδησεογραφία.

Κι όλα αυτά χωρίς διάθεση καταγγελίας ή διδακτισμού, αλλά με τον ήρωα να εκφράζει το παράπονό του. Το γιατί του, σε μια καλοστημένη παράσταση -περφόρμανς, έμπλεη ευρημάτων και εξαιρετικής ερμηνείας.

Οι «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη δεν είναι ένα παραδοσιακό μάθημα, αλλά ένα τραγούδι-μανιφέστο για την αυτοπεποίθηση, την αποδοχή της διαφορετικότητας και τη δύναμη του να «κάνεις θόρυβο» με την προσωπικότητά σου.

Το τραγούδι προτρέπει τον ακροατή να αγκαλιάσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ακόμα και αυτά που οι άλλοι μπορεί να θεωρούν «περίεργα» ή «υπερβολικά.

Αν και ξεκινά από το άτομο, το τραγούδι συχνά λειτουργεί ως ένας ύμνος για όλους όσοι νιώθουν έξω από τας κελύφη των κανόνων, θυμίζοντάς τους ότι δεν είναι μόνοι.

Οι «Στρακαστρούκες», εντέλει, διδάσκουν πως η μεγαλύτερη επανάσταση είναι να είσαι ο εαυτός σου σε έναν κόσμο που προσπαθεί να σε κάνει ίδιο με όλους τους άλλους, με τα πρέπει, δηλαδή τη βία.

 Αν μένει κάτι στο θυμικό όλων των θεατών από την σπουδαία αυτή δουλειά, στην κάθε φορά ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα, είναι σίγουρα το σπαρακτικό φινάλε. Ανατριχιαστικό, συγκλονιστικό, ένα δυνατό ράπισμα στον καθωσπρεπισμό που επιβάλει μια στημένη από δόγματα και από κακοφορμισμένες συνήθειες κανονικότητα, και που σαπίζει συνειδήσεις. Δυστυχώς, η αφύπνιση έρχεται όταν είναι πια αργά… πολύ αργά.

Συντελεστές

Κείμενο – Ερμηνεία – Τραγούδια : Δημήτρης Σαμόλης

Σκηνοθεσία : Μάριος Κακουλλής

Σκηνικά – Κοστούμια : Λουκάς Μπάκας

Φωτιστικός σχεδιασμός – Δραματουργία : Στέφανος Δρουσιώτης

Μουσική: ECATI

Βοηθός σκηνοθέτη : Δανάη – Αρσενία Φιλίδου

Φωτογραφίες : Ελίνα Γιουνανλή

Graphic design : Μιχάλης Δέμελης

Trailer : Θωμάς Παλυβός

Social media : Κάλλη Μαυρογένη

Οργάνωση Παραγωγής : Μαρία Παπαφωτίου

Παραγωγή: Ars Aeterna – Σταμάτης Μουμουλίδης

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Ο Αρχέλαος Γρανάς πλέκει το εγκώμιο της Εύας Οικονόμου – Βαμβακά

Ο-Αρχέλαος-Γρανάς-πλέκει-το-εγκώμιο-της-Εύας-Οικονόμου-–-Βαμβακά

Η Εύα Οικονόμου Βαμβακά θα είναι και για τα επόμενα τρία χρόνια στη θέση της καλλιτεχνικής διευθύντριας του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας, όπως αποφάσισε την Τρίτη (17/3) κατά πλειοψηφία το διοικητικό συμβούλιο του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.
Για το θέμα μίλησε στην ΕΡΑ Καβάλας, ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., Αρχέλαος Γρανάς.

Με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους

«Στην τελευταία συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας κάναμε την επιλογή του καλλιτεχνικού διευθυντή για την επόμενη τριετία. Με μυστική ψηφοφορία προέκυψαν 7 ψήφοι για την κ. Οικονόμου Βαμβακά, οπότε με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους. Εκείνο που επικράτησε είναι ότι έχει την καλλιτεχνική εμπειρία, διετέλεσε ξανά καλλιτεχνική διευθύντρια, έχει διοικητικές και οργανωτικές ικανότητες, έχει αποστολή να φέρει το θέατρο κοντά στην κοινωνία. Υπάρχει συνεργασία με τα σχολεία, με τους τοπικούς φορείς, με τους πολιτιστικούς οργανισμούς και προωθεί και τη θεατρική παιδεία. Έχει καλή δικτύωση με διάφορους παραγωγούς, αλλά και με άλλα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. της χώρας και συνεργασίες που έχει αναπτύξει με αυτούς. Όλα αυτά εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. και την επιλέξαμε για ακόμη μία τριετία», ανέφερε σχετικά ο κ. Γρανάς.

”Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε…”

”Έχει ικανότητες για να παίρνει αποφάσεις και να επιλύει προβλήματα που δημιουργούνται ούτως ή άλλως σε τέτοιες περιπτώσεις. Όλα αυτά επίσης εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία μας. Όχι ότι και οι άλλοι υποψήφιοι που ανέπτυξαν εν ολίγοις τα δικά τους επιχειρήματα δεν ήταν καλοί, αλλά εφόσον είμαστε ευχαριστημένοι από την προηγούμενη θητεία της κ. Οικονόμου Βάμβακα της εμπιστευτήκαμε και πάλι τη νέα τριετία ως καλλιτεχνική διευθύντρια στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας και έτσι έληξε η ιστορία αυτή. Δεν ήταν τόσο η αμφισβήτηση της καλλιτεχνικής διεύθυνσης, αλλά όσον αφορά τη νομιμότητα των διαδικασιών. Εφόσον πλέον έγιναν όλα νόμιμα και κανείς δεν μπορεί να πει τίποτα, προχωράμε. Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε”, επισήμανε καταληκτικά ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας.

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα