Connect with us

Πολιτισμός

Αλέκος Σακελλάριος – Χρήστος Γιαννακόπουλος: «Η δεξιά, η αριστερά και ο κυρ-Παντελής» στο θέατρο της Ε.Μ.Σ. Θεσσαλονίκης

Αλέκος-Σακελλάριος-–-Χρήστος-Γιαννακόπουλος:-«Η-δεξιά,-η-αριστερά-και-ο-κυρ-Παντελής»-στο-θέατρο-της-ΕΜΣ.-Θεσσαλονίκης

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Το δίδυμο Αλέκος Σακελλάριος – Χρήστος Γιαννακόπουλος αποτελεί το «χρυσό πρότυπο» καλλιτεχνικής συνεργασίας στην Ελλάδα. Η χημεία τους ήταν τόσο σπάνια που κατέληξαν να γράφουν σαν ένας άνθρωπος, δημιουργώντας αυτό που ονομάζουμε «αστική κωμωδία».

Η συνεργασία τους δεν ήταν απλώς μια μοιρασιά ιδεών και σκέψεων, αλλά μια πλήρης ταύτιση. Λέγεται ότι ο Σακελλάριος αφουγκραζόταν τον κόσμο στα καφενεία, στους δημόσιους χώρους και μάζευε υλικό, ύστερα κάθονταν ο ένας απέναντι στον άλλο και «πετούσαν» ατάκες. Ο Σακελλάριος ήταν συνήθως ο πιο ορμητικός και πληθωρικός, ενώ ο Γιαννακόπουλος ήταν ο μεθοδικός, αυτός που «φίλτραρε» το χιούμορ και έδινε δομή.

Πολλά από τα έργα τους γράφτηκαν με τον έναν να περπατάει στο δωμάτιο και να υπαγορεύει, ενώ ο άλλος κρατούσε σημειώσεις, διορθώνοντας ταυτόχρονα τον ρυθμό της ατάκας.

Είχαν καταφέρει κάτι αδιανόητο για δημιουργούς: δεν τους ένοιαζε ποιος βρήκε την καλύτερη ατάκα. Το «Εγώ» είχε υποχωρήσει μπροστά στο «Εμείς».

Και οι δύο αγαπούσαν τον καθημερινό άνθρωπο, τις αδυναμίες του και τη γλώσσα του δρόμου. Δεν προσπαθούσαν να κάνουν «υψηλή τέχνη», αλλά αληθινό θέατρο.

 Ο Σακελλάριος ήταν ο εξωστρεφής σκηνοθέτης και στιχουργός, ο Γιαννακόπουλος ήταν η ήρεμη δύναμη, πιο χαμηλών τόνων αλλά με κοφτερό πνεύμα. Αριστεροί και οι δυο, αλλά χορτάτοι, καθότι ευτραφείς. Αλλιώς κατεβάζει ιδέες ο χορτάτος κι αλλιώς ο πεινασμένος. Το μυαλό ζητάει φαγητό για να γεννήσει πνεύμα, ενώ άλλοι λιμασμένοι έκαναν βουτιά στη ανάγκη, όπερ σημαίνει: στη φάκα ζωντανό δίποδο, τετράποδο, σε κλουβί ή αδέσποτο και «Θε’ μου συγχώρα με”.

Έγραψαν μαζί πάνω από 200 έργα. Αυτός ο όγκος δουλειάς τούς ανάγκασε να βρουν έναν αυτοματοποιημένο τρόπο συνεργασίας που δεν άφηνε περιθώρια για καβγάδες.

Το συγκεκριμένο έργο που επέλεξε να ανεβάσει ο Σταμάτης Φασουλής στο πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα, αφορά την περίοδο που η Ελλάδα ήταν μια χώρα με νωπές πληγές, όπου:

Η καχυποψία ήταν καθημερινό φαινόμενο.

Η λογοκρισία και ο έλεγχος των φρονημάτων ήταν στην ημερήσια διάταξη.

Η φτώχεια πίεζε τη μεσαία και χαμηλή τάξη.

Οι Σακελλάριος και Γιαννακόπουλος, όντες ευφυείς παρατηρητές, χρησιμοποίησαν το γέλιο ως «φάρμακο», για να εκτονώσουν την ένταση της εποχής, δείχνοντας ότι μέσα σε κάθε σπίτι υπήρχε ένας μικρός «εμφύλιος» πάνω από ένα πιάτο φαγητό.

«Η δεξιά, η αριστερά και ο κυρ-Παντελής» παρουσιάστηκε πρώτη φορά το 1946 από τον Θίασο Κοτοπούλη στο θέατρο Rex, με πρωταγωνιστή τον Βασίλη Λογοθετίδη.

«Η κωμωδία είναι λυτρωτική και μάλιστα είναι η μοναδική που έχει γραφτεί για τα Δεκεμβριανά! Πρόκειται για ένα διαχρονικό έργο! Ένα πραγματικό διαμάντι»! λέει ο σκηνοθέτης Σταμάτης Φασουλής.

 Θα περίμενε κανείς έναν κάποιο εκμοντερνισμό, μια αναγωγή στο σήμερα, επειδή ο διχασμός και η πόλωση υφίστανται σε υπερθετικό βαθμό στις μέρες μας, σαφώς και εξαιτίας της μεγέθυνσης που δίνουν τα ηλεκτρονικά Μέσα Ενημέρωσης, στο όποιο γεγονός, άξιο ή ανάξιο λόγου. Αλλά ο σκηνοθέτης προτίμησε ν’ αφήσει τη οσμή της ναφθαλίνης να πλανάται πάνω στα λόγια, στα κοστούμια, στα υπονοούμενα, στα ολοφάνερα αλληλομαχαιρώματα, αλλά και στα φθαρμένα έπιπλα και στα παλιομοδίτικα κοστούμια.

 Και καλά έκανε, γιατί αλλιώς, θα ρήμαζε την αυθεντικότητα του πρωτοτύπου. Επί πλέον, τι νόημα θα είχε , ας πούμε, η εμφάνιση μιας κοπελιάς είτε υπηρέτριας είτε χειραγωγημένης ακτιβίστριας από την αριστερά ή τη δεξιά, με νεύρα κουρέλι και σπασμωδικές εκφράσεις εν μέσω πολιτικής, εμπρηστικής συζήτησης ανδρών, περί εθνικοφροσύνης ή αντιστασιακών κινήσεων, εάν κατέθετε η γυναίκα με μορφασμούς ότι με καθυστέρηση δέκα ημερών, εμφανίστηκαν λαχανιασμένα, αναστατωμένα, αδικαιολόγητα, βιαστικά κι ανεξήγητα τα ματωμένα ρούχα της, που δεν χτυπήσανε κουδουνάκι, περάσανε μόνο την πόρτα γλοιώδικα, θανατερά και αν, με οργίλο μάτι που έσταζε ειρωνεία, κοίταζε με νόημα πότε τον αριστερό γιο, πότε τον δεξιό και πότε τον σοκαρισμένο πατέρα;

Μια άλλη προσέγγιση, θα μπορούσε να εμπνευστεί μια φρέσκια οδό που, ίσως, έφερνε και τα νιάτα στο θέατρο. Αλλά αυτό το μπαστάρδεμα, που πολλοί σημερινοί σκηνοθέτες στον βωμό της μεταμοντέρνας άποψης κουρελιάζουν τα παλαιά κλασικά έργα, θα δημιουργούσε σύγχυση και, γιατί όχι, προσβολή στο αυθεντικό.

 Οπότε, πάμε παρακάτω, έτσι όπως ήρθαμε.

Σ’ ένα λαϊκό σπίτι, η οικογένεια Βούλγαρη φωτίζει κάθε μικρό κενό στην υπόθεση «Δεκεμβιανά». Ο κυρ Παντελής προσπαθεί να βάλει σε τάξη το σπίτι του, το χωρισμένο στην Αριστερά από τον γιο του Κώστα και στη Δεξιά από τον άλλο γιο, τον Σταύρο.

Με τη σύζυγό του Αθηνά προσπαθούν να εξομαλύνουν την κατάσταση. Τα άλλα πρόσωπα, η Φρόσω που τραγουδά, ο πολιτοφύλακας και εθνοφύλακας ταυτόχρονα, η Φωφώ, η Πιπίτσα και ο φίλος κυρ Σωτήρης, προσπαθούν να βοηθήσουν με τον δικό τους τρόπο. Όλοι έχουν χωριστεί στα δύο. Μπορεί να αλλάξει άραγε αυτό; Ο σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής προσθέτει στο φινάλε ένα δικό του κείμενο που δίνει απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα.

Πειστική απόδοση του θεατρικού κειμένου στην εν λόγω παράσταση και, κυρίως, της ατμόσφαιρας της εποχής. Μολονότι η πλοκή εκτυλίσσεται σε μία από τις τραγικότερες περιόδους της σύγχρονης Ελληνικής ιστορίας, το έργο διακωμωδεί τις καταστάσεις με σχεδόν αριστοφανικό τρόπο και οι ηθοποιοί καταφέρνουν, με την ερμηνεία τους, να αναπαραστήσουν γλαφυρότατα την σύγχυση και την αντιπαλότητα που δημιούργησε ο εμφύλιος πόλεμος στην ελληνική κοινωνία.

Ο πατέρας, ο πολύπαθος κυρ Παντελής, που υποδύεται εξαιρετικά ο Σταμάτης Φασουλής, παλεύει να κρατήσει τις ισορροπίες ανάμεσα στους δύο γιους του, οι οποίοι βρίσκονται σε αντίπαλα στρατόπεδα. Ο ένας υποστηρίζει σθεναρά τη μία παράταξη, ενώ ο άλλος αγωνίζεται στο πλευρό της άλλης.

Ο ίδιος είναι παγιδευμένος στην ανασφάλεια που κερνούσε η περίοδος με τους διαχωρισμός και τη διχόνοια. Και το δείχνει απολαυστικά: Τρέμει μην μπλέξει με την αστυνομία ή την πολιτική.

Πιστεύει ότι αν βρει έναν «μπάρμπα στην Κορώνη» (ένα μέσο), θα λύσει το πρόβλημά του.

Αγανακτεί με την ακρίβεια και τη διαφθορά, αλλά στο τέλος, πληρώνει αυτός το «νόμισμα».

 Ωστόσο, οι συγκρούσεις των παιδιών του είναι έντονες, οι απόψεις τους αδιαπραγμάτευτες και ο ίδιος ο κυρ Παντελής γίνεται έρμαιο των δυο πλευρών, αναγκασμένος να ταλαντεύεται, ας πούμε ισόποσα, μεταξύ των δύο κόσμων, ισορροπώντας με μαεστρία ανάμεσα στο χιούμορ και στη συγκίνηση.

Με τη γνωστή εκφραστικότητα και σκηνική του παρουσία, ο Σταμάτης Φασουλής, ζωντανεύει έναν χαρακτήρα που παλεύει με τις κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις της εποχής. Κάθε του κίνηση και παύση είναι μελετημένη, αποδεικνύοντας τη δουλειά που προηγήθηκε της ερμηνείας.

Η μητέρα, Ελένη Καστάνη, μοιάζει να ζει σε μια φτιαχτή πραγματικότητα. Με την αφέλειά της βλέπει τα πάντα μέσα από έναν πιο φωτεινό και αισιόδοξο φακό. Η στάση της, ίσως κάπως υπερβολική, δεν είναι μόνο μια ασπίδα προστασίας από την αγριότητα των γεγονότων, αλλά και ένας τρόπος να κάνει την καθημερινότητα πιο ανεκτή, πιο υποφερτή.

Η παράσταση, ωστόσο, ισορροπεί επιτυχώς ανάμεσα στην κωμωδία και στο δράμα, προσφέροντας γέλιο και συγκίνηση στους θεατές, έστω κι αν απουσιάζει η νεολαία από την αίθουσα.

Η Δέσποινα Πολυκανδρίτου ενσαρκώνει ήσυχα τον ρόλο της Φρόσως, της οικιακής βοηθού της οικογένειας. Αυθεντικά αποδίδει την αθωότητα του χαρακτήρα, ενώ με το τραγούδι της μεγεθύνει την ικανοποίηση του κοινού.

Τους δύο γιους τής οικογένειας, που βρίσκονται σε αντίπαλα ιδεολογικά στρατόπεδα, ερμηνεύουν πειστικά ο Απόστολος Καμιτσάκης (Σταύρος – δεξιός) και ο Γιώργος Βουρδαμής (Κώστας – αριστερός). 

 Από την μία, ο Καμιτσάκης αποδίδει με στιβαρότητα και εσωτερική ένταση τον Σταύρο, μεταφέροντας στην πλατεία τον συντηρητισμό και την ανάγκη του χαρακτήρα του για τάξη και σταθερότητα.

Από την άλλη, ο Βουρδαμής, ζωντανεύει με πάθος και ευαισθησία τον Κώστα, που πιστεύει σε έναν πιο δίκαιο κόσμο.

Και οι δύο ηθοποιοί δημιουργούν μια δυναμική αντίθεση που μεγαλώνει την ένταση της παράστασης, ενώ οι συγκρούσεις τους στη σκηνή είναι εντυπωσιακές με την αληθοφάνειά τους.

«Η ελευθερία του Σταύρου τελειώνει εκεί που ξεκινάει η ελευθερία του Κώστα. Και η ελευθερία του Κώστα τελειώνει εκεί που ξεκινάει η ελευθερία του Σταύρου». Το μότο του κυρ – Παντελή.

Ο Γιώργος Δεπάστας είναι ο Σωτήρης, ο σταθερός, καλός φίλος του πατέρα. Με την ήρεμη παρουσία του λειτουργεί ως αγγελιοφόρος της οικογένειας, φέρνοντας άλλοτε ευχάριστα και άλλοτε δυσάρεστα νέα.

Ο Γιώργος Κορομπίλης υποκρίνεται αξιέπαινα τον Πολιτοφύλακα και τον Εθνοφύλακα, δύο ρόλους που αποτελούν τις δύο όψεις του αυτού νομίσματος. Με κάθε αλλαγή στο χαρακτήρα του φέρνει στο φως τις αντιφάσεις και τις αντιπαραθέσεις της εποχής, ωστόσο, οι ρόλοι φαίνονται τόσο παρόμοιοι και, ταυτόχρονα, τόσο διαφορετικοί.

Αντίστοιχα, η Μαρία Καραβά είναι απολαυστική και ως Φωφώ – Ελασίτισσα, και ως Πιπίτσα – Εθνικίστρια. Με την καλοδουλεμένη αλλαγή στην εκφραστικότητα, φανερώνει τη δυναμική των δύο εντελώς αντίθετων χαρακτήρων, δημιουργώντας μια ενδιαφέρουσα και έντονα αντιφατική σκηνική εικόνα.

Όσοι έζησαν ή μελέτησαν την εποχή αυτή, γνωρίζουν ότι στα γεγονότα που συμβαίνουν και διακωμωδούνται στο έργο έχουν εν πολλοίς λάβει χώρα : οικογένειες χωρισμένες στα δύο, έχθρες και μίση μεταξύ συγγενών και πρώην φίλων, εξορίες, μάχες δρόμο με δρόμο στην Αθήνα, έφοδοι σε σπίτια αντιφρονούντων και απαγωγές εκατέρωθεν, όπλα που εξαφανίζονταν και επανεμφανίζονταν, πολίτες που κρύβονταν από τον φόβο έκτροπων από τους αντιφρονούντες.

Όλα έχουν συμβεί και η παράσταση, εντός ορίων και όπως πρέπει για σατιρική κωμωδία. Πρόκειται για μία ικανοποιητική προσέγγιση καταστάσεων, σε μία τόσο άθλια και τραγική περίοδο της Ελληνικής ιστορίας, στη σκηνή του θέατρου της Ε.Μ.Σ.

Οι δύο συγγραφείς έχουν μεταφέρει ευφυώς την επικαιρότητα της μεταπολεμικής εποχής στο έργο τους, καθώς η δυσάρεστη πραγματικότητα ενός λαού αντικατοπτρίζεται στους τέσσερις τοίχους μιας μικροαστικής εστίας , που κι αυτή έχει μοιραστεί στα δύο, όπως και όλη η Ελλάδα.

Τα σκηνικά και κοστούμια του Πάρι Μέξη, στη φόρμα των απλοϊκών αστών, σ’ ένα σπίτι επιπλωμένο με ό,τι φοράει η εποχή.

Οι τέσσερις τοίχοι του σπιτιού αντικατοπτρίζουν ολόκληρη την πολύπαθη χώρα, σε μια ακόμη πικρή περίοδο, εφόσον ήταν ξανά μοιρασμένη στα δύο.

Το έργο δείχνει πώς η μεγάλη πολιτική ιστορία εισβάλλει βίαια στην ιδιωτική ζωή και διαλύει τους οικογενειακούς δεσμούς.

Ο σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής Σταμάτης Φασουλής έχει κατανοήσει σε βάθος ότι οι Σακελλάριος-Γιαννακόπουλος δεν ήθελαν να κάνουν πολιτική καθοδήγηση. Ήθελαν να δείξουν ότι ο Έλληνας, ανεξαρτήτως παράταξης, είναι θύμα μιας κακής οργάνωσης του κράτους.

Παρόλο που τα γεγονότα είναι δραματικά, οι συγγραφείς χρησιμοποιούν το χιούμορ ως μέσο εκτόνωσης και κριτικής. Το έργο χαρακτηρίζεται ως «λυτρωτικό» γιατί επιτρέπει στον θεατή να δει με μια πιο ψύχραιμη ματιά τα πάθη του παρελθόντος, ενώ δεν παίρνει το μέρος της μίας ή της άλλης πλευράς. Αντίθετα, εστιάζει στον «μέσο άνθρωπο» (τον κυρ-Παντελή), ο οποίος παγιδεύεται σε καταστάσεις που δεν ελέγχει. Το μήνυμα είναι βαθιά συμφιλιωτικό, αναδεικνύοντας τον παραλογισμό του διχασμού.

Το έργο παραμένει εξαιρετικά επίκαιρο, καθώς υπενθυμίζει τις συνέπειες της πόλωσης και τη διαχρονική ανάγκη για ενότητα και η σκηνοθεσία του Σταμάτη Φασουλής, έξυπνη, με γρήγορους ρυθμούς και καλή ενορχήστρωση όλων των δυνάμεων επί σκηνής, κάνει τη διαφορά ανάμεσα στο να παρακολουθείς, απλώς, ηθοποιούς να λένε τα λόγια τους και στο να νιώθεις ότι γίνεσαι μέρος ενός ολόκληρου κόσμου, που μετατρέπεται σε ενσυναίσθηση.

Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον το πώς το δίδυμο Σακελλάριου-Γιαννακόπουλου διαχειρίστηκε το δίπολο Δεξιά-Αριστερά, ειδικά στις δεκαετίες ’50 και ’60, όπου τα πάθη του Εμφυλίου ήταν ακόμα νωπά και η λογοκρισία αυστηρή.

Η προσέγγισή τους γέννησε αυτό που λέμε «ανθρωποκεντρική σάτιρα», με κεντρικό άξονα τον Κυρ-Παντελή, τον μέσο μικροαστό Έλληνα, που προσπαθεί να επιβιώσει ανάμεσα στις συμπληγάδες των ιδεολογιών και η παράσταση του Σταμάτη Φασουλή το αποτυπώνει με ακρίβεια.

«Η Δεξιά η Αριστερά και ο κυρ-Παντελής» είναι το δεύτερο έργο μιας άτυπης τριλογίας, που περιλαμβάνει την κωμωδία «Οι Γερμανοί ξανάρχονται», που γράφτηκε την περίοδο του Εμφυλίου και την «Ανώμαλη προσγείωση» που ανέβασε για πρώτη φορά το θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν και μετέπειτα, στη δεκαετία του ’60, την παρουσίασε ο θίασος του

Λάμπρου Κωνσταντάρα με τον τίτλο «Υπάρχει και φιλότιμο», ενώ μεταφέρθηκε αργότερα με μεγάλη επιτυχία και στον κινηματογράφο.

 Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Σταμάτης Φασουλής

Σκηνικά – Κοστούμια: Πάρις Μέξης

Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα

Ηχητικός σχεδιασμός: Αντώνης Παπακωνσταντίνου

Βοηθός σκηνοθέτη: Αιμιλία Καραντζούλη

Βοηθός σκηνογράφου: Μέλπω Κασαπίδου

Βοηθός ενδυματολόγου: Ελευθερία Πέτροβα

Ευχαριστούμε θερμά τη σκηνογράφο και ενδυματολόγο Γεωργίνα Γερμανού για την υποστήριξή της.

Φωτογραφίες παράστασης: Γιώργος Καβαλλιεράκης

Διεύθυνση καλλιτεχνικού προγραμματισμού & επικοινωνίας: Ελίνα Λαζαρίδου lazaridou@a-th.gr

Τμήμα Επικοινωνίας: Όλγα Κομνηνού okomninou@a-th.gr : Ιωάννα Ζωζέφα Πέγκου izpegkou@a-th.gr

Δημόσιες Σχέσεις: Μαργαρίτα Μαρμαρά mmarmara@dpgroup.gr

Διανομή

Σταμάτης Φασουλής

Ελένη Καστάνη

Γιώργος Δεπάστας

Δέσποινα Πολυκανδρίτου

Γιώργος Βουρδαμής

Απόστολος Καμιτσάκης

Γιώργος Κορομπίλης

Μαρία Καραβά

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας: Τέσσερα εργαστήρια για όλους

ΔΗΠΕΘΕ-Καβάλας:-Τέσσερα-εργαστήρια-για-όλους

Το ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας ανοίγει τις πόρτες του για τη σεζόν 2026–2027 με τέσσερα εργαστήρια, από τον Νοέμβριο του 2026 έως τον Απρίλιο του 2027. Απευθύνονται σε εφήβους 12–18 ετών, σε ενήλικες κάθε ηλικίας και, για πρώτη φορά, σε άτομα με αναπηρία.

«WHAT IF? Vol. 5» — Βιωματικό εργαστήριο για εφήβους

Για πέμπτη συνεχόμενη χρονιά το ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας προσκαλεί εφήβους 12 έως 18 ετών στο WHAT IF?, ένα βιωματικό εργαστήριο όπου η θεατρική πράξη γίνεται τρόπος να μαθαίνεις, να εκφράζεσαι και να μεγαλώνεις. Διδάσκει και φέτος η θεατρολόγος Ελευθερία Μελά, με εξειδικευμένη εμπειρία σε εργαστήρια ερασιτεχνών. Φέτος το εργαστήριο λειτουργεί σε ένα ενιαίο τμήμα.

  • Πότε: Κάθε Δευτέρα, 19:00–21:00
  • Που: Θέατρο ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΒΑΛΑΚΟΥ
  • Έναρξη: Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2026

«Ο Ποιητικός Εαυτός Επιστρέφει» — Εργαστήριο αγωγής προφορικού λόγου και ορθοφωνίας

Για δεύτερη χρονιά η Καβαλιώτισσα ηθοποιός και εμψυχώτρια Δέσποινα Παπάζογλου συνεχίζει στο ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας το ξεχωριστό της σεμινάριο. Απευθύνεται σε ανθρώπους κάθε ηλικίας που θέλουν να διερευνήσουν τα όρια και τη δύναμη της φωνής τους και να χρησιμοποιήσουν το σώμα τους ως ηχείο.

  • Πότε: Κάθε Σάββατο, 12:00–14:00
  • Που: Θέατρο ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΒΑΛΑΚΟΥ
  • Έναρξη: Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2026

«Μετατοπίσεις» — Εργαστήριο θεατρικής κινησιολογίας

Για πρώτη φορά το ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας προσφέρει εργαστήριο θεατρικής κινησιολογίας, με διδάσκοντα τον Καβαλιώτη ηθοποιό Δημήτρη Γαλανάκη, απόφοιτο του Τμήματος Θεάτρου του Α.Π.Θ. Αφετηρία είναι η παρατήρηση και η εξερεύνηση του σώματος. Με κινητικούς αυτοσχεδιασμούς και στοιχεία σύγχρονου χορού, οι συμμετέχοντες θα ερευνήσουν τις δυναμικές του σώματος και θα διευρύνουν το κινητικό τους λεξιλόγιο. Θα έρθουν επίσης σε επαφή με τη σύνθεση και τη χορογραφία, δημιουργώντας τις δικές τους κινητικές συνθέσεις. Δεν απαιτείται προηγούμενη εμπειρία στον χορό ή στο θέατρο.

  • Πότε: Κάθε Τετάρτη, 18:00–20:00
  • Που: Θέατρο ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΒΑΛΑΚΟΥ
  • Έναρξη: Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2026

«Ένας Κόσμος Αλλιώς» — Θεατρικό εργαστήριο για άτομα με αναπηρία

Για πρώτη φορά το ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας προσφέρει θεατρικό εργαστήριο για άτομα με αναπηρία που αγαπούν το παιχνίδι, τη φαντασία και τη δημιουργική έκφραση. Διδάσκουν οι θεατρολόγοι και εμψυχώτριες Ελευθερία Μελά και Γεωργία Χουχούμη. Με θεατρικά παιχνίδια, αυτοσχεδιασμούς, μουσική και δημιουργικές δραστηριότητες, οι συμμετέχοντες θα πειραματιστούν, θα φανταστούν και θα επικοινωνήσουν με τρόπους που δεν χρειάζονται πάντα λέξεις. Ο καθένας μας βλέπει τον κόσμο διαφορετικά· όταν οι διαφορετικές ματιές συναντιούνται, μπορεί να γεννηθεί ένας κόσμος αλλιώς.

  • Πότε: Κάθε Πέμπτη, 16:30–18:00
  • Που: Πολιτιστικό Κέντρο “Πυθαγόρας”
  • Έναρξη: Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2026
  • Κόστος: 20 ευρώ / μήνα, με σημαντικές μειώσεις ή δωρεάν συμμετοχή σε ειδικές περιπτώσεις. Για πληροφορίες, επικοινωνήστε μαζί μας.

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

  • Διάρκεια: Νοέμβριος 2026 – Απρίλιος 2027
  • Κόστος συμμετοχής: 20 ευρώ / μήνα για κάθε εργαστήριο
  • Δηλώσεις συμμετοχής: έως τις 5 Νοεμβρίου 2026, στο 2510 220 876 (10:00–14:00) και στο thkavala@otenet.gr

Τα εργαστήρια θα πραγματοποιηθούν εφόσον συμπληρωθεί ο ελάχιστος αριθμός συμμετοχών.

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Black Birthday» του Κώστα Σταύρου στο Φουαγιέ Θεάτρου Ε.Μ.Σ. σε σκηνοθεσία Νίκου Νικολάου

«black-birthday»-του-Κώστα-Σταύρου-στο-Φουαγιέ-Θεάτρου-ΕΜΣ.-σε-σκηνοθεσία-Νίκου-Νικολάου

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Η παράσταση του ΚΘΒΕ, γεμάτη ανατροπές, ευφυές χιούμορ, έξυπνους και γρήγορους διαλόγους και στιγμές αυτοσαρκασμού, αναδεικνύει τις σχέσεις των δυο φύλων και αποδεικνύει ότι τελικά τα φαινόμενα απατούν.

Τα εξηκοστά γενέθλια του Κώστα δεν προμηνύονται γιορτινά. Το αντίθετο. Αρρωστοφοβικός και αγχώδης θεωρεί ότι θα πεθάνει μόλις μπει η μέρα των γενεθλίων του, πεπεισμένος ότι θα έχει την ίδια τύχη με τον θείο του, που πέθανε στην ίδια ηλικία. Και καθώς η γυναίκα του βρίσκεται στο μαιευτήριο, περιμένοντας την κόρη τους να γεννήσει, εκείνος καλεί τον κολλητό και κουμπάρο του, για να μην περάσει μόνος την… τελευταία νύχτα της ζωής του. Από την άλλη ο Στάθης, έρχεται στο σπίτι, χωρίς καμία διάθεση να συμμεριστεί τον πανικό του. Άνθρωπος της δράσης, της απόλαυσης και της αισιοδοξίας, προσπαθεί να τον προσγειώσει στην πραγματικότητα. Όμως, όσο περνά η ώρα, οι δύο φίλοι παρασύρονται σε ένα αλλόκοτο παιχνίδι υποθέσεων, αναμνήσεων και εξομολογήσεων. Θα κάνουν έναν απρόσμενο απολογισμό ζωής, οργανώνοντας την κηδεία του Κώστα. Ποιος θα έρθει; Ποιος θα λείψει; Και σε ποιους θα λείψει ο ίδιος;

Το έργο του Κώστα Σταύρου «Black Birthday» είναι μια μαύρη κωμωδία με γρήγορο ρυθμό, αιχμηρό χιούμορ και πολλές ανατροπές, που μετατρέπει μια νύχτα πανικού σε μια αναμέτρηση με τις μικρές εμμονές, τις μεγάλες φιλίες, τις ματαιώσεις και όλα εκείνα που συνθέτουν μια ζωή.

Σκηνοθετικό σημείωμα

Το ανέβασμα του έργου «Black Birthtay» του Κώστα Σταύρου, αποτελεί ένα γοητευτικό στοίχημα. Πίσω απ’ την επιφάνεια αυτής της εξαιρετικής κωμωδίας, που ξετυλίγει το νήμα μιας μακροχρόνιας φιλίας και κουμπαριάς, ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος μιας επιδερμικής ανάγνωσης. Οι ήρωες του Κώστα Σταύρου οχυρώνονται πίσω από προσωπεία-μάσκες κοινωνικής επιβίωσης, που κρύβουν επιμελώς την αληθινή τους γύμνια. Ο ένας, ένας σύγχρονος «κατά φαντασίαν ασθενής» παγιδευμένος στον λαβύρινθο των εμμονών της υποχονδρίας και των ακραίων του φόβων. Ο άλλος, ορθολογιστής, κυνικός και οπλισμένος με ένα αιχμηρό χιούμορ. Όμως αυτές οι στερεοτυπικές ταυτότητες δεν είναι παρά η προθήκη. Σκοπός της παράστασής μας είναι να γκρεμίσει αυτά τα προσωπεία, να σπάσει τους καθρέπτες της ψευδαίσθησης και να φέρει στο φως τους ήρωες στην πιο καθαρή, ανθρώπινη και ανυπεράσπιστη αλήθεια τους.

Νίκος Νικολάου

Το κείμενο του Κώστα Σταύρου αντλεί έμπνευση και από τον Μολιέρο και από τον Παύλο Μάτεσι. Από τον «Κατά φαντασίαν ασθενή» και από την «Τελετή».

Ο Μάτεσις παραδίδει ένα αριστουργηματικό δείγμα μαύρου χιούμορ, όπου ο θάνατος υποβιβάζεται σε ένα κοσμικό γεγονός, ξεσκεπάζοντας τον απόλυτο μικροαστισμό και ο Μολιέρος «κοροϊδεύει» με σαρκασμό τις αρρωστημένες εμμονές του ανθρώπου.

 Ο Κώστας Σταύρου έρχεται με το αυτό μοτίβο να αποδείξει ότι η κωμωδία και, μάλιστα, η σκοτεινή κωμωδία με μακάβριο χιούμορ, μπορεί να διασκεδάσει την κατήφεια, τη μαύρη στεναχώρια, τη θλίψη, επειδή έχει η ζωή γυρίσματα.

 Η σκηνοθεσία του Νίκου Νικολάου έχει τοποθετήσεις τους ήρωες σε μια συνθήκη, όπου τα «δύσκολα» θέματα μπορούν να αποδοθούν θαυμάσια με γέλιο. Ο κατακερματισμός κάθε δύσκολου, βαρύ θέματος, από τον θάνατο μέχρι τον φόβο και από την πολιτική έως τη θρησκεία, περνάνε ανώδυνα, κάνοντας απλά χιούμορ. Τα αστεία στοιχεία προβάλλονται μέσα από την θλιβερότητα της κατάστασης και η σοβαρότητα του θέματος μέσα από το πρίσμα μιας άλλης γεμάτης χιούμορ πραγματικότητας. Ταυτόχρονα, αποτίνει φόρο τιμής στη μακροχρόνια φιλία.

Στην παράσταση του ΚΘΒΕ , δύο εξαιρετικοί ηθοποιοί, ο Νίκος Νικολάου και ο Δημήτρης Σιακάρας, υποδύονται τον Στάθη και τον Κώστα, εκ διαμέτρου αντίθετοι χαρακτήρες, που, ωστόσο, στην πολύχρονη φιλία τους ο ένας συμπλήρωνε τον άλλο, μέχρι να ξεχυθούν στη σκήνη εσώψυχα, αποκυήματα της αρρωστοφοβικής ψύχωσης του ενός και σπαράγματα ορθολογιστικά της μποέμικης αντίληψης περί ζωής, του άλλου.

Ο Κώστας, αρρωστομανής, εξηνταρίζει και είναι πεπεισμένος ότι δε θα τα προλάβει να γιορτάσει τα εξηκοστά γενέθλιά του. Ο φόβος πως θα έχει την ίδια τύχη με τον θείο του, που πέθανε στην ίδια ηλικία, τον οδηγεί να καλέσει τον κολλητό και κουμπάρο του, για να μη μείνει μόνος στην – κατ’ αυτόν – τελευταία νύχτα της ζωής του.

Ο Στάθης, αλέγκρος τύπος, βλέπει τη ζωή με θετική ματιά, με όρεξη για δράση, με αισιοδοξία και διάθεση για νέες περιπέτειες. Καθώς οι ώρες κυλούν, οι δύο άντρες μπλέκουν σε ένα παράξενο παιχνίδι υποθέσεων, αναμνήσεων και εξομολογήσεων, μέχρι να φτάσουν στο σημείο να οργανώσουν την κηδεία του φαντασιόπληκτου «συγχωρεμένου».

Οι δύο κόσμοι συγκρούονται με φόντο την υποτιθέμενη κηδεία του Κώστα, οι ανατροπές χαρίζουν εκρήξεις γέλιου, οι καταιγιστικοί ρυθμοί δεν επιτρέπουν τον αποπροσανατολισμό των θεατών από το θέμα που γέννησε η φαντασία του συγγραφέα, ο οποίος καταφεύγει στις λέξεις, άλλες μικρές και γλυκές, άλλες βαθιές και σκοτεινές, όλες, όμως, με μια κοινή ρίζα: την ανάγκη του ανθρώπου να νιώσει, να τολμήσει, να λυτρωθεί, να παραβεί τους κανόνες, να τιμωρήσει, να ξορκίσει.

 Οι φράσεις δημιουργούν εικόνες που, σε μια σειρά σχηματίζουνε ιστορίες, όπως αυτή των ταραγμένων γενεθλίων ενός μεσήλικα. Παραδόξως, τα κεριά της τούρτας μετατρέπονται στη φαντασία του σε εκείνα που φιλοξενεί το μανουάλι εκκλησιάς, σε μια μακάβρια τελετή.

 Το οξύμωρο στο έργο και, ταυτόχρονα ελπιδοφόρο, είναι το γεγονός ότι ενώ μονοπωλεί τη συζήτηση ο χάρος, η κόρη του «ετοιμοθάνατου» ετοιμάζεται στο μαιευτήριο να φέρει στη ζωή ένα νέο πλάσμα. Το τέλος γεννά μια αρχή, κατά τα ειωθότα, άσχετα εάν συμβαίνει στην πραγματικότητα ή στα παραμύθια. Επί της ουσίας, το «φύγε εσύ ο παλιός, έλα εσύ ο καινούργιος», είναι ένα αέναο γεγονός στο γένος των έμβιων όντων.

Αν αφουγκραστούμε την «πλατεία» στη διάρκεια της δράσης , ίσως να αντιληφθούμε από τις εκφράσεις και τις αυθόρμητες εκρήξεις γέλιου στο κοινό, ότι ο θάνατος παραμένει θέμα ταμπού σε πολλές σύγχρονες κοινωνίες και ότι η επιθυμία να μάθουμε ποιοι θα μας αποχαιρετήσουν πηγάζει από πολύ συγκεκριμένες ανάγκες, όπως η απάντηση στα ερωτήματα : τι αποτύπωμα αφήνουμε στις ζωές των άλλων; Είναι ένας τρόπος να μετρήσουμε την αγάπη, τη φιλία και τη σημασία που είχαμε για τον περίγυρό μας;

Ακόμα, το να επιθυμούμε μια γεμάτη αίθουσα ή έναν γεμάτο περίβολο, μας προσφέρει, ίσως, μια αίσθηση παρηγοριάς ότι δεν θα ξεχαστούμε αμέσως.

Πολλοί άνθρωποι, ειδικά όσο μεγαλώνουν, θέλουν να έχουν τον έλεγχο της τελευταίας τους «δημόσιας εμφάνισης». Η συζήτηση για την κηδεία (από τη λίστα των καλεσμένων μέχρι τη μουσική ή τα λουλούδια) είναι ένας τρόπος να συμφιλιωθεί κανείς με το αναπόφευκτο.

Στην τέχνη του θεάτρου και στη λογοτεχνία, το μοτίβο αυτό εμφανίζεται συχνά (από τον Τομ Σόγιερ που κρύβεται για να δει την ίδια του την κηδεία, μέχρι σύγχρονες ταινίες και σειρές και, βέβαια, σε θεατρικά έργα).

 Θα τολμήσω να πω, πως όλη αυτή η ανησυχία ή ο πανικός ή οι ενδόμυχες επιθυμίες, είναι απλώς ένας έμμεσος τρόπος να πούνε οι άνθρωποι : «Θέλω να ξέρω ότι η ζωή μου είχε σημασία για κάποιους ανθρώπους».

Ακόμα, η παράσταση είναι μια απόδειξη ότι στη μέση ηλικία, ας πούμε στη μεταβατική περίοδο της ζωής, η οποία συχνά χαρακτηρίζεται από έντονες αλλαγές και κρίσεις, οι φίλοι λειτουργούν ως το απόλυτο σύστημα υποστήριξης.

 Επίσης, ανεξάρτητα από εμμονές που πιθανώς να έχει ο μεσήλικας, η συνειδητοποίηση του χρόνου που περνά και χάνεται, οδηγεί συχνά στην κλασική «κρίση της μέσης ηλικίας». Οπότε, κρατάμε από την παράσταση κι ένα ακόμη μήνυμα: η φιλία δεν είναι πολυτέλεια, είναι ανάγκη επιβίωσης και ευημερίας. Οι ποιοτικές σχέσεις σε αυτή τη φάση λειτουργούν ως προστατευτικό δίχτυ για το πέρασμα στην επόμενη χρονική περίοδο, με αισιοδοξία.

Απολαυστικές οι ερμηνείες των δύο καλών ηθοποιών, με την εξαιρετική τους χημεία στη σκηνή, την οποία «στολίζει» με τα απαραίτητα σκηνικά ενός κλασικού σαλονιού και με σημερινά κοστούμια η Χρύσα Δαπόντε, ενώ ο Στέλιος Τζολόπουλος τη φωτίζει όπως πρεπει, ενώ ο Μάριος Στρόφαλης με τη μουσική του ντύνει το έργο.

 Οι ρυθμοί γρήγοροι, οι ατάκες απολαυστικές, «δολοφονικό» το χιούμορ, ενώ η σκηνοθετική άποψη μεγεθύνει αυτή του συγγραφέα, αντιμετωπίζοντας αυτόν τον ίδιο τον θάνατο με ειρωνεία, διδακτικό σαρκασμό και, οπωσδήποτε, εξορκισμό.

Δωρίζει δε ένα «δια ταύτα» πολύχρωμο, εφόσον όσο δυσάρεστος κι αν είναι ο τελευταίος μας προορισμός, η ζωή, μέσα από τις πράξεις μας, τις μικρές χαρές, τις όχι πάντα ευχάριστες συγκινήσεις της, μπορεί να τον ακυρώσει με τον πιο θετικό τρόπο.

Όλοι οι συντελεστές δίνουν την ιλαρή ατμόσφαιρα που γεύεται το κοινό, το οποίο τους αποδίδει τα εύσημα με το θερμό τους χειροκρότημα.

Συντελεστές      

Συγγραφέας: Κώστας Σταύρου

Σκηνοθεσία – Επιμέλεια κειμένου: Νίκος Νικολάου

Σκηνικά – Κοστούμια: Χρύσα Δαπόντε

Μουσική: Μάριος Στρόφαλης

Φωτισμοί: Στέλιος Τζολόπουλος

Βοηθός σκηνοθέτη: Λίλη Αδρασκέλα

Οργάνωση παραγωγής: Πέτρος Κοκόζης

Φωτογραφίες: Mike Rafail

Διανομή

Νίκος Νικολάου (Στάθης)

Δημήτρης Σιακάρας (Κώστας)

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Μηνάς Βιντιάδης «ΤΟ ΜΙΣΟ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝ» στο «Μικρό» της Μονής Λαζαριστών σε σκηνοθεσία Γιώργου Κιουρτσίδη

Μηνάς-Βιντιάδης-«ΤΟ-ΜΙΣΟ-ΤΟΥ-ΜΗΔΕΝ»-στο-«Μικρό»-της-Μονής-Λαζαριστών-σε-σκηνοθεσία-Γιώργου-Κιουρτσίδη

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Πώς τα παιχνίδια του μυαλού μπορούν να ξεχωρίσουν τη φαντασία από την πραγματικότητα; Σε αυτό το ερώτημα καλούνται να απαντήσουν οι θεατές που παρακολουθούν το νέο θεατρικό έργο του Μηνά Βιντιάδη «Το μισό του μηδέν» που παρουσιάζεται, σε πρώτη πανελλήνια, από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος.

Στην πιο γενικευμένη έννοια της η λέξη «παράσταση» αναφέρεται στην ενέργεια, τη δράση ή τη συμπεριφορά. Ειδικότερα, η ψυχολογία της «παράστασης» αναφέρεται στη συνθήκη κατά την οποία το άτομο σκέφτεται, αισθάνεται και συμπεριφέρεται, όπως συμβαίνει στο έργο που σκηνοθετεί έξυπνα ο Γιώργος Κιουρτζίδης.

Όπως σε έναν λαβύρινθο υπάρχουν αμέτρητα αδιέξοδα και δρόμοι που μπερδεύουν, έτσι και το μυαλό μπορεί να χαθεί σε αναμνήσεις, υπερανάλυση, εσωτερικές συγκρούσεις ή ανασφάλειες. Στον συμβολισμό του λαβύρινθου, η πορεία προς το κέντρο είναι ένα ταξίδι προς την αυτογνωσία, την επαφή με το ασυνείδητο και τις βαθύτερες υπαρξιακές αγωνίες.

Στο αλληγορικό σκηνικό της Άννας- Μαρίας Αγγελίδου, κυριαρχεί ο «Λαβύρινθος» των σχέσεών μας, του νου μας, των αληθειών μας, των κινήτρων μας, των συναισθημάτων μας, της ταυτότητάς μας και ως σκηνοθετικό μοτίβο αλληλεπίδρασης κυριαρχεί η εναλλαγή, η περιστροφή και η αποδόμηση του «οικείου», η σχεδόν παντελής κι απόκοσμη απουσία οπτικής επαφής κι επικοινωνίας, συμπληρωμένη από μια εικονική διάσταση της φαντασίας και ένα είδος λόγου, που καθιστά τον θεατή προβληματισμένο, έστω κι αν είναι πραγματικός διάλογος ή φανταστικός μονόλογος!

Σε όλο το έργο κυλάει ένας κομψός κι απέριττος συγγραφικός λόγος, μελετημένος, ρεαλιστικός και συγκινητικός.

Σκηνοθετικό σημείωμα

Ένα σύγχρονο νεοελληνικό έργο, που κινείται στον χώρο του κοινωνικού-ψυχολογικού θεάτρου.

«Το μισό του μηδέν», πέρα από ευφάνταστος τίτλος έργου, λειτουργεί ως σύμβολο απουσίας, κενού, έλλειψης και μοναξιάς. Πάνω σε έναν πολυμορφικό και πολυεπίπεδο καμβά εξυφαίνονται οι διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων, αποκαλύπτοντας ανάγκες, εξαρτήσεις, μυστικά και απογοητεύσεις.

Εδώ όμως υπεισέρχεται και η ιδιαιτερότητα του έργου, καθώς όλα τα ανωτέρω καλύπτονται κάτω από την ομπρέλα της ασθένειας του ήρωα. Μια ασθένεια, η οποία προσβάλλει τους μετωπιαίους λοβούς, οδηγώντας αργά αλλά σταθερά στην έλλειψη της συνείδησης, στη λήθη στην απουσία και τέλος στο θάνατο.

Ό,τι διαδραματίζεται στο έργο, συμβαίνει μέσα στο μυαλό του ήρωα σε παγωμένο χρόνο. Σε μια ρωγμή αυτού του σταματημένου χρόνου προβάλλονται όλες οι σκέψεις του, ως διάλογοι, εικόνες, επαναλήψεις, σε έναν λαβύρινθο από: κενό, απουσία, έκλαμψη, βύθιση και συνειδητότητα.

«Το μισό του μηδέν» παραπέμπει στο ανύπαρκτο. Ωστόσο, αποκτά ένα ιδιαίτερο δραματικό βάρος, όταν συνδέεται με την ανθρώπινη εμπειρία και υπόσταση.

Ένα έργο -εργαλείο, καθώς επιτρέπει δραματουργικά μέσα από σουρεαλιστικές φόρμες, να προσπαθήσει κανείς να προσεγγίσει και να ανιχνεύσει τη χαοτική διαδικασία σκέψης του μυαλού. Κάτω από το βάρος της ασθένειας, ο χαρακτήρας δίνει μια σκληρή και εναγώνια νοητική μάχη, καθώς προσπαθεί να επεξεργαστεί και να κατανοήσει την ίδια του τη ζωή.

 Υπάρχουν πολλές ψυχολογικές και φιλοσοφικές προεκτάσεις, δίνοντας έτσι στον θεατή τροφή για σκέψη και αναζήτηση.

Γιώργος Κιουρτσίδης

Ένα ξαφνικό γεγονός έρχεται να ανατρέψει τη ζωή ενός τραπεζικού υπαλλήλου, ο οποίος ζει με την οικογένειά του μια φαινομενικά συμβατική ζωή. Μια αναπάντεχη είδηση θα τον οδηγήσει στον απολογισμό των επιλογών του, των σχέσεών του και της ίδιας του της ύπαρξης. Θα βρεθεί αντιμέτωπος με τους μεγαλύτερους φόβους του, αλλά και με τις πιο τολμηρές του φαντασιώσεις. Θα αναμετρηθεί με τον εαυτό του, με πολλά και με τίποτα, αναζητώντας μέχρι το τέλος ένα ουσιαστικό νόημα.

Στο «Μισό του μηδέν», ο Μηνάς Βιντιάδης ξεκινά από μια σχεδόν κινηματογραφική συνθήκη: ένας άντρας ονειρεύεται ότι κερδίζει δέκα εκατομμύρια ευρώ σε τυχερό παιχνίδι. Το όνειρο μοιάζει τόσο αληθινό, ώστε αποφασίζει να το διηγηθεί στη γυναίκα του, στην κόρη του και στον καλύτερό του φίλο. Εκείνοι τον ακούν και, με έναν παράξενο τρόπο, συμπεριφέρονται σαν τα χρήματα να έχουν πράγματι κερδηθεί.

 Και τότε το όνειρο γίνεται πραγματικότητα.

Ή τουλάχιστον έτσι μοιάζει.

Λίγες μέρες αργότερα ο άντρας εξαφανίζεται, έχοντας μαζί του το αμύθητο ποσό. Όταν επιστρέφει, η ζωή των ανθρώπων γύρω του έχει ήδη αλλάξει. Παρεμπιπτόντως, έχει αλλάξει και η δική του ζωή. Ωστόσο, τα χρήματα, όσο μεγάλη δύναμη κι αν έχουν, δεν είναι τελικά το πιο επικίνδυνο πράγμα στην ιστορία.

Το πιο επικίνδυνο είναι η μνήμη.

Ο σκηνοθέτης, ακολουθώντας τη δομή του έργου στήνει ένα παιχνίδι, όπου η πραγματικότητα διαρκώς γλιστρά κάτω από τα πόδια των ηρώων. Οι αναμνήσεις δε λειτουργούν ως ασφαλές καταφύγιο. Δεν είναι ένα αρχείο στο οποίο επιστρέφουμε για να ανασύρουμε με ακρίβεια όσα συνέβησαν. Είναι υλικό εύπλαστο, ευάλωτο στην επιθυμία, στον φόβο, στην ενοχή και στην ανάγκη μας να αφηγηθούμε διαφορετικά τη ζωή μας.

Ο κεντρικός ήρωας (πολύ καλός ο Θοδωρής Πολυζώης) βρίσκεται αντιμέτωπος με αυτήν ακριβώς τη ρωγμή. Θεωρεί πως όσα θυμάται αποτελούν πιστά αντίγραφα του παρελθόντος. Σταδιακά όμως, ανακαλύπτει ότι κάθε ανάκληση μπορεί να είναι και μια καινούργια εκδοχή της ίδιας ιστορίας. Και κάπου εκεί το ερώτημα παύει να αφορά μόνο εκείνον.

 Αξιοσημείωτες οι ερμηνείες των συμπρωταγωνιστών του στους ρόλους του φίλου, της συζύγου και της κόρης , αυτών των ξυπόλυτων οικείων αερικών, που κυριολεκτικά στριφογυρίζουν στον λαβύρινθο του νου του.

Ο Αλέξανδρος Ζαφειριάδης, η Ελένη Τέτουλα κι η Ρέα Καραδέδου – Ισουά, μας ταξιδεύουν στην υπόθεση σουρεαλιστικά μεν, υπαρξιακά δε!

Ο στόχος της παράστασης είναι να γεννήσει ερωτήσεις, τις απαντήσεις των οποίων καλούνται να δώσουν οι θεατές. Πόσο καλά γνωρίζουμε τους ανθρώπους που αγαπάμε; Και πόσο καλά γνωρίζουμε τον εαυτό μας;

Οι ήρωες τοποθετούνται σε ένα περίπλοκο τοπίο, όπου η αλήθεια δεν είναι ποτέ απολύτως ασφαλής. Η οικογένεια, η φιλία, οι παλιές σχέσεις, οι κοινές αναμνήσεις, όλα όσα θεωρούμε δεδομένα, μπορούν ξαφνικά να αποκτήσουν μια δεύτερη ανάγνωση. Μια ανάγνωση που αλλάζει το παρελθόν, αλλά και το παρόν.

Και, ίσως, αυτό να είναι το διακύβευμα. Ότι πίσω από την ιστορία ενός ανθρώπου που κερδίζει ένα τεράστιο ποσό, κρύβεται μια ψυχανάλυση για την ανθρώπινη ανάγκη να επινοεί τη δική της αλήθεια.

Ο ίδιος ο Μηνάς Βιντιάδης περιγράφει τον ήρωά του, ως έναν άντρα που γίνεται έρμαιο του μυαλού του, που τον οδηγεί να πιστεύει πως οι αναμνήσεις του είναι πιστά αντίγραφα στιγμών του παρελθόντος, ενώ στην πραγματικότητα μεταμορφώνονται κάθε φορά που επιστρέφει σε αυτές.

Κι έτσι, πίσω από τα εκατομμύρια, το ψέμα και την εξαφάνιση, το κείμενο ανοίγει μια πολύ πιο προσωπική συζήτηση: τι κρατάμε από τη ζωή μας και τι ξαναγράφουμε χωρίς καν να το αντιλαμβανόμαστε;

Πιθανώς, η μνήμη να μην είναι ο μηχανισμός που διασώζει το παρελθόν, αλλά ο τρόπος με τον οποίο το παρελθόν συνεχίζει να μας διαμορφώνει.

Και μέσα σε αυτή τη συνθήκη η απόδοση στη σκηνή αφήνει χώρο και για κάτι ακόμη: το συναίσθημα. Για όσα δεν καταγράφονται εύκολα, για όσα το μυαλό παραμορφώνει ή κρύβει, αλλά επιστρέφουν από έναν διαφορετικό δρόμο.

«Το μισό του μηδέν» είναι ένα ψυχογράφημα της φύσης μας, γραμμένο με τρυφερότητα και ευαισθησία. Τα πρόσωπα του έργου καλούνται να αντιμετωπίσουν τις απρόβλεπτες εκδοχές της ζωής είτε αυτές προκύπτουν από την τύχη είτε από την ατυχία, αποκαλύπτοντας τις πολλαπλές όψεις της ανθρώπινης υπόστασης.

Ακροβατώντας ανάμεσα στο όνειρο και τον εφιάλτη, τη φαντασία και την πραγματικότητα, ο σκηνοθέτης χειρίζεται με δεξιοτεχνία τα διαφορετικά επίπεδα τόπου και χρόνου, μέσα σε ένα σκηνικό σύμπαν, όπου η φαντασία και η πραγματικότητα διαπλέκονται, όπως η περιπλάνηση μέσα σ’ έναν λαβύρινθο, όπου η έξοδος είναι το κερδισμένο στοίχημα, εφόσον υπάρξει έξοδος.

Χρησιμοποιώντας το εύρημα του αναπάντεχου γεγονότος δοκιμάζει τα όρια των ανθρώπινων σχέσεων και διερευνά την ειλικρίνεια, την αγάπη και τη σταθερότητά τους, διεισδύοντας κάτω από την επιφάνεια των κοινωνικών συμβάσεων.

 Οι ερμηνείες των τεσσάρων ηθοποιών πειθαρχημένες στη σκηνοθετική γραμμή, η μουσική του Γιώργου Μάρκου και οι φωτισμοί του Γιάννη Τούμπα συνεπικουρούν στη μυστηριώδη, σουρεαλιστική ατμόσφαιρα, ενώ το λευκό των κοστουμιών και του σκηνικού θυμίζει κενά μνήμης, όμως στιγματίζεται από το μαύρο κοστούμι του κεντρικού ήρωα, σαν ένα παράθυρο στην άνοια, σαν ένα βιολογικό ρολόι που οδεύει στο μηδέν και του απέμεινε το μισό του, μπορεί και το αντίστροφο, όσον αφορά στα χρώματα.

Διάρκεια παράστασης: 75′

*Κατάλληλο για θεατές άνω των 12 ετών

Συντελεστές

Συγγραφέας: Μηνάς Βιντιάδης

Σκηνοθεσία: Γιώργος Κιουρτσίδης

Σκηνικά – Κοστούμια: Άννα-Μαρία Αγγελίδου

Μουσική: Γεώργιος Μάρκος

Φωτισμοί: Γιάννης Τούμπας

Video Art: Άντα Λιάκου

Βοηθός φωτιστή: Τουλίν Οσμάν

Οργάνωση παραγωγής: Πέτρος Κοκόζης

Φωτογραφίες: Mike Rafail

*Βοηθός σκηνοθέτη στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης: Μαρία ΑλεξούδΗ

Διανομή

Αλέξανδρος Ζαφειριάδης – Βήτα

Ρέα Καραδέδου Ισουά – Κόρη

Θοδωρής Πολυζώνης – Άλφα

Ελευθερία Τέτουλα – Γυναίκα

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα