Connect with us

Πολιτισμός

Είδαμε την ταινία «Σμύρνη μου αγαπημένη» σε σκηνοθεσία Γρηγόρη Καραντινάκη

Είδαμε-την-ταινία-«Σμύρνη-μου-αγαπημένη»-σε-σκηνοθεσία-Γρηγόρη-Καραντινάκη

Αναμέναμε την πολυδιαφημισμένη και πολυδάπανη ταινία με ενδιαφέρον. Διάρκειας δυόμιση ωρών και τεσσερισήμισι εκατομμυρίων υπερπαραγωγή- για τα ελληνικά δεδομένα – υπερθέαμα, υπέρ εκείνου του φρονήματος που θέλει τους Έλληνες θύματα μιας άγριας εμπόλεμης κατάστασης, απόρροια λαθών από δικής μας πλευράς και απόρροια μίσους και εκδίκησης της απέναντι οθωμανικής.

Όταν μιλάμε για τη Σμύρνη σήμερα, μεταφερόμαστε νοητά στα ματωμένα χώματα του τόπου που αμαύρωσαν για πάντα τις σελίδες της ελληνικής ιστορίας. Στα 100 χρόνια από την ολοσχερή καταστροφή, αξίζει να θυμόμαστε πως προηγήθηκαν άλλα, με σεβασμό σε θεσμούς, παραδόσεις, ανεκτίμητες ηθικές αξίες που έσβησαν μαζί με εδάφη και ανθρώπινες ζωές.

Όσοι γνώρισαν τη Σμύρνη από κοντά ευτύχησαν να αποθαυμάσουν τις φυσικές ομορφιές της. Ο πολυταξιδεμένος και ανοιχτόμυαλος Ηρόδοτος έγραψε πως δεν αντίκρισαν τα μάτια του ωραιότερη πόλη. Ο μέγιστος ρήτορας Κικέρων κατέθεσε ότι δεν υπάρχει σημείο της πόλης που δε θα γοητεύσει τον ταξιδιώτη. Τοπίο, αρχαιότητες, άνθρωποι. Ο Σικελιανός στον πρόλογο του μυθιστορήματος «Αιολική γη» του Βενέζη έγραψε: «Είναι η γλυκιά ιωνική ατμόσφαιρα, είναι η κρυφή, χαμένη θαλπωρή της μυστικής του κόσμου σάρκας, που απροσδόκητα ξανάρχεται και πάλι σ’ επαφή μητριαρχική μαζί μου, είναι η αγνή ιωνική πνοή του ξεχασμένου και νοσταλγημένου πολιτισμού». Το γράφει ο Θωμάς Κοροβίνης στο «Σμύρνη: Μια πόλη στη λογοτεχνία».

Η Μιμή Ντενίση μελέτησε εμβριθώς επί σειρά χρόνων γραφές και ντοκουμέντα, ερεύνησε, διασταύρωσε πηγές κι έγραψε το χρονικό της καταστροφής της Σμύρνης ξεκινώντας την αφήγηση από τα χρόνια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1914-1918), όταν η Σμύρνη ήταν η πόλη των πόλεων, ανθισμένη εμφανώς στο ελληνικό τμήμα της, σε όλες τις μορφές μιας αναπτυγμένης κοινωνίας. Στις τέχνες, στα γράμματα, στον πολιτισμό, στον τρόπο ζωής. Υψηλό πνευματικό και βιοτικό επίπεδο και μια διάχυτη υπερεκτιμημένη άποψη για τη μάνα Ελλάδα. Το υλικό που συγκέντρωσε το διασκεύασε σε θεατρικό έργο ισορροπώντας την ηθογραφία με την ιστορία, το σκηνοθέτησε ευρηματικά και το ανέβασε σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη με τεράστια επιτυχία.

Βασισμένη τώρα στο ομώνυμο θεατρικό της έργο, η Μιμή Ντενίση με τη συνδρομή του Μάρτιν Σέρμαν στο σενάριο, μέσα από την ιστορία της Φιλιώς Μπαλτατζή, μιας κοσμοπολίτισσας Σμυρνιάς που βιώνει τη τραγωδία της Μικρασιατικής Καταστροφής, καταφέρνει να μας ταξιδέψει στον χρόνο και να ζωντανέψει ένα από τα πιο τραγικά κεφάλαια της Ελληνικής ιστορίας.

Πιο αναλυτικά, η Φιλιώ Γουίλιαμς, μία ηλικιωμένη Ελληνοαμερικανίδα, σπεύδει στη Μυτιλήνη με την εγγονή της για να συμπαρασταθεί στους Σύριους πρόσφυγες. Κανείς δεν ξέρει την καταγωγή της, κανείς δεν ξέρει ότι η Σμυρνιά γιαγιά της βρέθηκε κάποτε στο ίδιο νησί κατατρεγμένη και προσφυγοπούλα. Το τεφτεράκι με τις συνταγές της συνονόματης γιαγιάς Φιλιώς ξετυλίγει την πολυτάραχη ιστορία της κοσμοπολίτικης οικογένειας Μπαλτατζή, όπως διαμορφώνεται από τις τραγικές διεθνείς εξελίξεις, που καθόρισαν τη μοίρα των λαών.

Με άξονα την προαναφερθείσα μεγαλοαστική οικογένεια και τις διακυμάνσεις που της έφερνε ο χρόνος και με δορυφόρους του όλα τα ιστορικά γεγονότα που αφορούσαν Ελλάδα και Μικρά Ασία: πολιτικές αναταραχές, χρόνια εθνικού διχασμού, τουρκικές εσωτερικές ανατροπές κι έναν Κεμάλ να προχωρά από το όραμα στην πράξη δημιουργώντας τον στρατό Νεότουρκων, «γευόμαστε» οι θεατές μυρωδιές από Σμυρνέϊκη κουζίνα, αριστοκρατικές βεγγέρες, ερωτοπαιχνιδίσματα και καμώματα, ειρηνική ελληνοτουρκική συνύπαρξη- συμβίωση, έως φρικαλεότητες και θηριωδίες ανθρώπων σε ανθρώπους, αλλά κοινωνούμε και τη μεγάλη Αυγουστιάτικη μέρα του 1922 της καταστροφής της Σμύρνης κι όλα όσα την ακολούθησαν. Με χρονική ακρίβεια και ιστορική τεκμηρίωση.

Η μεγαλύτερη και ακριβότερη παραγωγή στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου μάς μεταφέρει στη Σμύρνη του 1922, ξεκινώντας από τη Μυτιλήνη του σήμερα. Τα γυρίσματα της ταινίας πραγματοποιήθηκαν σε: Λέσβο, Χίο, Αθήνα, Πειραιά και Φάληρο.

Με την αρωγή μιας παραγωγής, που ανέλαβε ο Διονύσης Σαμιώτης, αλλά και την αριστοτεχνική διεύθυνση φωτογραφίας του Σίμου Σαρκετζή, ο Γρηγόρης Καραντινάκης ( Η Χορωδία του Χαρίτωνα) κινείται επιδέξια στην προκυμαία που στήθηκε στο Φάληρο, χρησιμοποιεί σωστά τα ειδικά ψηφιακά εφέ, αποδίδει πιστά τη ζωή στη Σμύρνη, αλλά και το μέγεθος της καταστροφής , προβάλλοντας δύο πραγματικότητες. Την ευμάρεια και την ανεμελιά από τη μια, την απόλυτη τραγωδία από την άλλη, ενώ ταυτόχρονα μέσα από ένθετα κομμάτια κινηματογραφημένα στη λογική των επίκαιρων, μας μεταφέρει και στο μέτωπο, εκεί που μαινόταν ο πόλεμος, προσφέροντάς μας την εικόνα του τι συνέβη τότε.

Σαφώς, η κινηματογράφηση της αποσπασματικής αφήγησης δεν είναι στο σύνολο της άψογη, υπάρχουν εμφανείς ατέλειες, αλλά ο σκηνοθέτης, σαν άλλος Τάσος Μπιρσίμ, καταφέρνει να δώσει την αίσθηση του πλήθους με τα κοντινά πλάνα στους λιγοστούς κομπάρσους, συνεπικουρούμενος από το επιτυχές μοντάζ των σκηνών που κατέγραψε κινούμενη ατάκτως η κάμερα και των ψηφιακών εφέ.

Στο σενάριο δεν υπάρχει μια αναφορά, έστω, της σκληρής συμπεριφοράς Ελλήνων στρατιωτών (περίπτωση Νικομήδειας 1921), αλλά και κατά την αποχώρησή τους, όταν έσπασε το μέτωπο στην Ανατολία, ενώ θα έπρεπε, με τη λογική του σινεμά, η ταινία να τελειώνει όπως ακριβώς άρχισε. Με την ηλικιωμένη Φιλιώ Γουίλιαμς και την εγγονή της στη Μυτιλήνη, ανάμεσα στους φρέσκους μετανάστες που ξεβράζει η θάλασσα μέχρι σήμερα. Αστοχίες που δεν περνούν απαρατήρητες.

Θα πρέπει να τονίσουμε ότι η έννοια της ανθρωπιστικής καταστροφής, της παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σε αντίθεση με τη σημερινή εποχή, ήταν τότε έννοιες εντελώς ξένες. Για τον λόγο αυτόν σφαγές γυναικόπαιδων, μετακινήσεις πληθυσμών, πυρπολήσεις χωριών περνούν στα ψιλά των αναφορών και, συχνά, με το ερώτημα για τη στρατηγική τους σημασία. Όταν, για παράδειγμα, ο Γάλλος αξιωματικός Claude Farrère στα γαλλικά αρχεία αναφέρεται στις εξηγήσεις του Κεμάλ ότι οι μετακινήσεις πληθυσμών στο εσωτερικό της Ανατολίας οφείλονταν σε αμυντικούς λόγους, επειδή στα μετόπισθεν δρούσαν ένοπλα σώματα, θεωρεί περιττό να υπολογίσει πόσο κόστισε η στρατηγική αυτή σε ανθρώπινες ζωές (14.6.1922). Το ίδιο συμβαίνει και όταν αναφέρονται σε βιαιοπραγίες εναντίον μουσουλμάνων αμάχων από τον ελληνικό στρατό. Οι ιστορικοί συντάκτες αναρωτιούνται, κυρίως, για τη στρατηγική τους σκοπιμότητα. Αντίθετα, εκτενείς αναλύσεις γίνονται για τις πολιτικές διαφωνίες στο ελληνικό μέτωπο ή για τον κίνδυνο μιας συμμαχίας των κεμαλικών με τους μπολσεβίκους. Άλλωστε, στην τελική διαμόρφωση της γαλλικής στάσης βάρυνε όχι τόσο η πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα και η επιστροφή των αντιβενιζελικών στις εκλογές του 1920, όσο ο υπολογισμός ότι θα νικούσε ο Κεμάλ, σε συνδυασμό με τον φόβο ότι τη νίκη αυτή θα την πιστώνονταν οι Σοβιετικοί, αν δεν προλάβαιναν να προσεταιριστούν τον νικητή οι Σύμμαχοι.

Επανέρχομαι στην ταινία, όπου εντυπωσιάζουν τα σκηνικά: των Ηλία Λεδάκη, Γιάννη Παπαδόπουλου, Μιχάλη Σαμιώτη, τα κοστούμια της Φωτεινή Δήμου, η φωτογραφία του Σίμου Σαρκετζή, η μουσική του Ανδρέα Κατσιγιάννη.

Με επικεφαλής την κ. Μιμή Ντενίση, το διεθνές καστ υπηρετεί το σενάριο με τρόπο που καθοδήγησε, υποθέτω, ο σκηνοθέτης. Αξιοπρόσεχτες είναι όλες οι ερμηνείες των ηθοποιών μικρών και μεγαλύτερων ρόλων, όμως ξεχωρίζουν αυτές της Ντίνας Μιχαηλίδου – Εφταλίας, του Θόδωρου Κατσαφάδου ως Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος, των Τούρκων ηθοποιών Burak Hakki και Ozdemir Cifticioglou που υποδύονται εξαιρετικά τους υπηρέτες -πάτερα και γιο – της αριστοκρατικής οικογένειας Μπαλτατζή και του Κρατερού Κατσούλη ως Σπύρος Μπαλτατζής.

Σύμφωνα με την παραγωγή, αποστολή της ταινίας «ΣΜΥΡΝΗ ΜΟΥ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ», δεν είναι να αναμοχλεύσει πάθη του παρελθόντος, αλλά να μιλήσει για ένα τεράστιο διεθνές πρόβλημα, το μεγαλύτερο ίσως σήμερα. Το προσφυγικό. Να θυμίσει πως ιστορίες σαν αυτή της σημερινής Συρίας, έχουν ξανασυμβεί στο παρελθόν και, μάλιστα, στους Έλληνες, που ίσως γι’ αυτό αγκαλιάζουν μ’ αγάπη και γενναιοδωρία τους σημερινούς πρόσφυγες.

Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Γρηγόρης Καραντινάκης

Παίζουν: Μιμή Ντενίση, Λεωνίδας Κακούρης, Burak Hakki, Κρατερός Κατσούλης, Ταμίλλα Κουλίεβα, Κατερίνα Γερονικολού, Ντίνα Μιχαηλίδου, Αναστασία Παντούση, Ozdemir Ciftcioglu, Νέδη Αντωνιάδη, Γιάννης Εγγλέζος, Έφη Γούση, Nathan Thomas, Χρήστος Στέργιογλου, Θοδωρής Κατσαφάδος, Daniel Crossley, Dunkan Skinner, Δάφνη Αλεξάντερ, Μιχάλης Μητρούσης, Nαταλία Δραγούμη, Μανώλης Γεραπετρίτης, Ανδρέας Νάτσιος, Ian Roberson, Joanna Kalafatis, ο Γιάννης Βογιατζής και ο Özdemir Çiftçioglu.

Διεύθυνση Φωτογραφίας: Σίμος Σαρκετζής

Μοντάζ: Λάμπης Χαραλαμπίδης

Μουσική: Ανδρέας Κατσιγιάννης

Production design: Ηλίας Λεδάκης, Γιάννης Παπαδόπουλος, Μιχάλης Σαμιώτης

Κοστούμια: Φωτεινή Δήμου

Casting Director: Μάκης Γαζής

Ήχος : Νίκος Μπουγιούκος

Makeup & prosthetics designer: Δήμητρα Γιατράκου

Hair stylist: Ιουλία Συγριμή

VFX: Αντώνης Κοτζιάς – Υafka

SFX: Alpha Stunt

Line producer: Φένια Κοσοβίτσα

Associate producers: Martin Sherman, Νάνσυ Κοκολάκη

Εκτέλεση Παραγωγής: Blonde

Διανομή: Tanweer Alliances

Συμπαραγωγοί: Central Stage, ANT1, EΡT, Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, Tsiatlino, Finos Film, Barking Well Media, York Films, Ευρώπη ασφαλιστική.

Μέγας Χορηγός: Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού Μεγάλοι Χορηγοί: Ε.Ι. Παπαδόπουλος Α.Ε, X.A. Παπαέλληνας Εμπορική

Χορηγοί: ΟΠΑΠ, Aegean oil, Optima Bank, Όμιλος Ιατρικού Αθηνών, M/Maritime, Protergia, Ήλιος Μπαχαρικά, Μαρίνα Γιαβρόγλου, Petra & Fos.

Με την υποστήριξη της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου, της Περιφερειακής Ενότητας Χίου, του Δήμου Χίου, του Δήμου Δυτικής Λέσβου, του Δήμου Μυτιλήνης, του Κοινωφελούς Ιδρύματος Μαρία Τσάκος, της Περιφέρειας Αττικής, της Περιφερειακής Ενότητας Νοτίου Τομέα Αθηνών, του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, της Ιαπωνικής Πρεσβείας στην Ελλάδα και του Εθνικού Κέντρου Οπτικοακουστικών Μέσων και Επικοινωνίας (ΕΚΟΜΕ Α.Ε.).

Υπό την Αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού & Αθλητισμού, του Υπουργείου Παιδείας & Θρησκευμάτων, του Υπουργείου Μετανάστευσης & Ασύλου, του Υπουργείου Εξωτερικών- Γενική Γραμματεία Απόδημου Ελληνισμού και Δημόσιας Διπλωματίας.

Υ.Σ. Κριτικές για κινηματόγραφο δεν γράφω, πλην εξαιρέσεων. Αύτη είναι η δεύτερη, επειδή η ταινία ακολούθησε τη θεατρική παράσταση της κ. Ντενίση, την οποία παρακολούθησα στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης.

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

Αισχύλου «Πέρσες» στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη

Αισχύλου-«Πέρσες»-στο-69ο-Φεστιβάλ-Φιλίππων-σε-σκηνοθεσία-Χρήστου-Θεοδωρίδη

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Με αφηγηματικό σημείο εκκίνησης την είδηση της καταστροφικής ήττας στη Σαλαμίνα, κεντρικός άξονας της ιστορίας είναι ο θρήνος –αδιαπραγμάτευτος, διαρκής, επαναλαμβανόμενος– για όσους χάθηκαν, για το ευτυχισμένο παρελθόν που απωλέσθηκε.

Στην πρώτη του κάθοδο στο αργολικό θέατρο, αυτός ο νεαρός σκηνοθέτης από τη Θεσσαλονίκη αναμετριέται με την αισχύλεια τραγωδία. Γραμμένη το 472 π.Χ., αποτελεί το αρχαιότερο σωζόμενο πλήρες έργο της αρχαίας ελληνικής δραματουργίας και, ταυτόχρονα, την παλαιότερη μεταγραφή γεγονότων της Ιστορίας σε θέατρο.

Ο σκηνοθέτης Χρήστος Θεοδωρίδης εργάζεται πάνω στο αντιπολεμικό έργο των Περσών, συνεχίζοντας έτσι τη νοητή πορεία που έχει σχηματίσει τα τελευταία χρόνια με έργα πολιτικά φορτισμένα και ιδιαίτερα επίκαιρα (Σ’ εσάς που με ακούτε / Λούλα Αναγνωστάκη, Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου / Εντουάρ Λουί, Συνέδριο για το Ιράν / Ιβάν Βιριπάγεφ, κ.ά.).

Οι Πέρσες του Αισχύλου δεν είναι απλώς το αρχαιότερο σωζόμενο θεατρικό έργο της ανθρωπότητας. Είναι μία απόδειξη ότι η Ιστορία δεν κινείται από τους θριάμβους αλλά από τις καταρρεύσεις. Οι νικητές αφηγούνται τον εαυτό τους ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα μιας λογικής πορείας. Οι ηττημένοι, αντίθετα, αποκαλύπτουν την πραγματική φύση της ανθρώπινης κατάστασης: την αβεβαιότητα, την ευθραυστότητα και την αδυναμία μας να προβλέψουμε τις συνέπειες της ίδιας μας της ισχύος.

Αυτός είναι και ο λόγος που το έργο μοιάζει τόσο οικείο σήμερα. Από τα στενά της Σαλαμίνας μέχρι τα Στενά του Ορμούζ, η γεωγραφία εξακολουθεί να επιβάλλει τα όρια στις αυτοκρατορίες. Η αρχαία Περσία έγινε το σύγχρονο Ιράν, οι θαλάσσιοι δίαυλοι παραμένουν οι αρτηρίες του παγκόσμιου εμπορίου και οι ηγεμονικές δυνάμεις συνεχίζουν να πιστεύουν ότι η κλίμακα και η ισχύς τις προστατεύουν από την έκπληξη.

Ο Αισχύλος όμως δεν προειδοποιεί μόνο τους Πέρσες. Προειδοποιεί κυρίως τους Αθηναίους, τη δική του πόλη -για κάποιους οι ΗΠΑ είναι η Αθήνα της εποχής μας, η οποία εκείνη ακριβώς την περίοδο μετατρεπόταν από ελεύθερη πόλη σε ηγεμονική δύναμη του ελληνικού κόσμου. Είναι μια υπενθύμιση ότι κάθε αυτοκρατορία θεωρεί τον εαυτό της εξαίρεση μέχρι τη στιγμή που ανακαλύπτει πως δεν είναι.

Είναι οι «Πέρσες» αντιπολεμικό έργο; Όχι με τη σύγχρονη, πασιφιστική έννοια του όρου, αλλά ναι ως προς την ανάδειξη της κοινής ανθρώπινης οδύνης.

Για να καταλάβουμε το έργο, πρέπει να δούμε τις δύο όψεις του. Την πατριωτική -θεολογική διάστασή του, αρχικά. Ο Αισχύλος γράφει για ένα κοινό Αθηναίων, που λίγα χρόνια πριν είδε την πόλη του να καίγεται από τους Πέρσες. Το έργο λειτουργεί και ως ένας ύμνος στον θρίαμβο της αθηναϊκής δημοκρατίας έναντι του ανατολικού δεσποτισμού.

Η ήττα των Περσών παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα της Ύβρεως του Ξέρξη, ο οποίος ξεπέρασε τα ανθρώπινα όρια, γεφυρώνοντας τον Ελλήσποντο και προκάλεσε τη Νέμεση, τη θεϊκή τιμωρία.

Η δεύτερη όψη είναι η συγκλονιστική ενσυναίσθηση. Εδώ κρύβεται η ιδιοφυΐα του Αισχύλου. Αντί να στήσει ένα νικητήριο γλέντι, τοποθετεί τη δράση στα Σούσα, στο παλάτι του εχθρού. Το κοινό δε βλέπει τους Έλληνες να πανηγυρίζουν, αλλά τον θρήνο της βασιλομήτορος Άτοσσας, του Χορού των γερόντων (στην εκδοχή τού Θεοδωρίδη ο Χορός αποτελείται από νέους ανθρώπους) και του ηττημένου Ξέρξη.

Ο Αισχύλος δε δαιμονοποιεί τον εχθρό. Του δίνει φωνή, αξιοπρέπεια και δικαίωμα στον πόνο. Με αυτή την έννοια, το έργο ξεπερνά τα όρια της προπαγάνδας και γίνεται βαθιά ανθρωπιστικό, καθώς δείχνει ότι οι συνέπειες του πολέμου και της αλαζονείας είναι καθολικές και ισοπεδωτικές.

Στο ανέβασμα της συγκεκριμένης τραγωδίας σχεδόν πάντα προκύπτει ένα μεγάλο εμπόδιο στον εκάστοτε σκηνοθέτη. Να αποκρυπτογραφήσει το τραγικό στοιχείο πίσω από το ανδραγάθημα, να αναδείξει την τραγικότητα μέσα από τον ηρωισμό. Επειδή, εδώ δεν είναι ούτε η πλοκή ούτε η δομή της τραγωδίας αναμενόμενη και απλή, και, ως εκ τούτου, η τραγική κορύφωση και κάθαρση επέρχεται από άλλους δρόμους.

Ο τραγικός ήρωας, ο Ξέρξης (Αναστάσης Ροϊλός), στο μεγαλύτερο μέρος της μόνο μνημονεύεται, δε δρα. Εμφανίζεται στο τέλος και για πολύ λίγο τσακισμένος και εξευτελισμένος, έχοντας χάσει την αίγλη και την παντοδυναμία του, τρανό τρόπαιο της Θείας Δίκης. Τον κυρίαρχο λόγο τον έχει ο Χορός, που είναι και ο μέγας πρωταγωνιστής.

Οι σύγχρονες σκηνοθετικές προσεγγίσεις των Περσών, συχνά, διχάζουν το κοινό και την κριτική. Η «ανεκτικότητα» μιας παράστασης εξαρτάται από το πώς ισορροπεί ανάμεσα στον σεβασμό του ποιητικού λόγου και την ανάγκη για πολιτικό σχολιασμό.

Επειδή το έργο μιλά για μια υπερδύναμη που καταρρέει λόγω αλαζονείας, πολλοί σύγχρονοι σκηνοθέτες το χρησιμοποιούν για να σχολιάσουν τη σύγχρονη γεωπολιτική κατάσταση στον κόσμο μας.

 Όταν η μεταφορά αναδεικνύει την οικουμενικότητα του κειμένου, όταν τα κοστούμια ή τα σκηνικά βοηθούν τον θεατή να συνδέσει το τότε με το τώρα, χωρίς όμως να αλλοιώνεται το νόημα των λέξεων, τότε μιλάμε για μια πετυχημένη σκηνοθεσία.

 Όταν η παράσταση μετατρέπεται σε μια φτηνή, διδακτική πολιτική μπροσούρα, αν ο Ξέρξης παρουσιαστεί απλώς σαν μια καρικατούρα σύγχρονου δικτάτορα ή δυτικού ηγέτη, χάνεται το τραγικό του μέγεθος και η θεολογική διάσταση της Ύβρεως, τότε είναι σαφής η διολίσθηση στα κλισέ. Εδώ, ο Ξέρξης παρουσιάστηκε άχρωμος, άοσμος, επίπεδος. Έτσι τον θέλησε ο σκηνοθέτης.

Το δεύτερο μισό των Περσών είναι ένας παρατεταμένος, μουσικός θρήνος (κομμός).

Στο αρχαίο θέατρο, αυτό λειτουργούσε μέσω της ρυθμικής απαγγελίας και της μουσικής.

Στις σύγχρονες μεταφορές, αν ο σκηνοθέτης δε βρει έναν ισχυρό κώδικα (μέσω της κίνησης, της σύγχρονης μουσικής ή της χορογραφίας), ο συνεχής θρήνος μπορεί να κουράσει τον σύγχρονο θεατή ή, ακόμα χειρότερα, να φανεί μελοδραματικός και γραφικός.

Κλείνοντας, οι Πέρσες αντέχουν σε κάθε σύγχρονη μεταφορά —ακόμα και την πιο ακραία οπτικά— αρκεί ο σκηνοθέτης να εμπιστεύεται τη δύναμη του λόγου του Αισχύλου και να μην προσπαθεί να γίνει πιο «έξυπνος» από το ίδιο το κείμενο.

Δυστυχώς, ο νεαρός σκηνοθέτης στην προσπάθειά του να πρωτοτυπήσει, να ξεχωρίσει, να διαφοροποιηθεί από την πεπατημένη, που όμως την απαιτεί ο Αισχύλος, κατήργησε τους γέροντες Πέρσες κι αράδιασε στην ορχήστρα μια χαρά νέους ανθρώπους που, λογικά, δεν έχουν εμπειρίες και γνώσεις, κι αν αυτό το προσπερνάμε σαν μοντερνισμό και άποψη που αναφέρω παρακάτω, διολίσθησε σε μέγα ατόπημα να αναθέσει τον ρόλο της Άτοσσας στην όμορφη, ταλαντούχα, πλην ακατάλληλη για αυτόν, Μαρία Ναυπλιώτου, δείχνοντας ασέβεια στο κείμενο.

 Όλοι ξέρουμε πως αυτή η γυναίκα έχει, για την εποχή της μάλιστα, μεγάλη ηλικία. Η «γριά μητέρα» αναφέρεται σε όλες τις ξενόγλωσσες αναλύσεις του έργου, διότι δεν ήταν

μόνο μητέρα των δύο αγοριών, που είχε αποκτήσει από τον Δαρείο, αλλά και ο Δαρείος ήταν ο τρίτος σύζυγός της. Κόρη του Κόρου, η Άτοσσα είχε παντρευτεί τον αδελφό του τον Καμβύση, κατόπιν τον μάγο Σμερδή και μετά τον Δαρείο.

Την εποχή του έργου ο Ξέρξης είχε σαρανταρίσει, και μόνο η ανάγκη του συγγραφέα να τον παρουσιάσει εύκολα παρασυρόμενο από τις κοροϊδίες των φίλων του και, γενικά, «οξύ», με την αψάδα των νιάτων, υποχρεώθηκε – ας πούμε – να αγνοήσει την ιστορία, όπως άλλωστε την αγνόησε σε πλείστα όσα σημεία, όπως τα ονόματα των νεκρών αρχηγών του περσικού στρατού (που δε συμφωνούν καθόλου μ’ αυτά που μας αναφέρει ο Ηρόδοτος, ο οποίος είχε προβεί σε τεράστιες έρευνες παίρνοντας «συνεντεύξεις» από τους ελάχιστους επιζώντες), αλλά και τη σχεδόν αγιοσύνη του Δαρείου, που κι αυτός είχε «ζεύξει» (το Βόσπορο) κι αυτός ονειρευόταν συνεχώς να εκδικηθεί τους Αθηναίους.

Όλα αυτά είναι γνωστά. Από κει και πέρα, όμως, η όμορφη και καλή ηθοποιός Μαρία Ναυπλιώτου, τι σχέση έχει σ’ αυτή την παράσταση με τη μητέρα και σύζυγο θεού που ήταν η Άτοσσα, η οποία για τους υπηκόους της ήταν είδωλο απροσπέλαστο, καταστόλιστο με τόσο βαριά κεντημένα χρυσά ρούχα, πυργωτά στέμματα κ.λπ., όπως άρμοζε σε μια Βασίλισσα τέτοιου μεγέθους;

Άποψη του σκηνοθέτη, θα πείτε. Ναι, μα ο Αισχύλος δεν είναι απλός παραμυθατζής. Είναι ο μεγαλύτερος ποιητής σε μια χώρα τεράστιων ποιητών, το έργο του, ειδικά αυτό, ως στίχος είναι ό,τι πιο «μοντέρνα» ποιητικό έχει γραφτεί ποτέ, αλλά συγχρόνως, είναι μια «τελετή».

Μια τελετή γραμμένη από έναν ανώτερο άνθρωπο, τον Αισχύλο, που η ευγένειά του έναντι του εχθρού είναι το θαύμα του διεθνούς θεάτρου.

Αποκλίνοντας από τη μυθική αφήγηση που κατά κανόνα κυριαρχεί στην τραγωδία, ο Αισχύλος, συνθέτει το μοναδικό έργο του είδους «θέατρο-ντοκουμέντο» που απαντάται στο σώμα της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας.

Αυτόπτης μάρτυρας και στρατιώτης των Αθηναίων στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας (480 π.Χ.), ο ίδιος δημιουργεί μια πρωτοφανή μορφή παραστατικού «ρεπορτάζ» πολέμου μόλις οχτώ χρόνια μετά. Η Ιστορία ανεβαίνει πρώτη φορά στη σκηνή.

Σε αυτό το καλλιτεχνικό εγχείρημα συναντάμε στο επίκεντρο τον άνθρωπο και την απώλεια. Τα ονόματα ανθρώπων, για τα οποία με τόση εμμονή ρωτάει ο Χορός τον αγγελιοφόρο, δεν είναι μόνο περσικά, αλλά είναι ονόματα ανθρώπων που χάθηκαν και χάνονται κάθε λεπτό στο σήμερα. Είκοσι δύο ηθοποιοί, που παραμένουν διαρκώς επί σκηνής, συνθέτουν έναν Χορό-πρωταγωνιστή, που με μόνα εργαλεία τον λόγο, την κίνηση και τη μουσική, εκφράζει το συλλογικό τραύμα μιας μουδιασμένης κοινωνίας.

Άνδρες και γυναίκες, με σακίδια στην πλάτη, φούστες και κοντά ή μακριά παντελόνια δεν είναι οι γέροντες – σύμφωνα με τη σκηνοθετική γραμμή – οι συνομήλικοι του νεκρού βασιλιά Δαρείου που είχαν μείνει στα μετόπισθεν, στα Σούσα, αναμένοντας νέα από την εκστρατεία στην Ελλάδα του νεαρού Ξέρξη. Είναι υπήκοοι μιας χώρας αφυδατωμένης από νιάτα (οξύμωρο στον νεανικό Χορό) και ελπίδα, ξερής, όπως το χώμα γύρω από τη θυμέλη. Σιωπηλοί στην αρχή και με το βλέμμα τους στραμμένο εμμονικά προς τη Δύση, εκεί όπου βρίσκεται η Ελλάδα, άρχισαν να εκφράζουν την αγωνία για την τύχη των δικών τους και συνάμα αναπολούσαν τις όμορφες μέρες που είχαν ζήσει.

Αντί για την πολυπόθητη είδηση, από τη Δύση φτάνει η Άτοσσα. Με το άστοχο για βασίλισσα κοστούμι της Τίνας Τζόκα, στέκεται μπροστά στο μικρόφωνο και, εν είδει διαγγέλματος, μοιράζεται με όσους την ακούνε υποταγμένοι με το κεφάλι χαμηλά, τα δυσοίωνα όνειρά της, ενώ η ορχήστρα στο αρχαίο θέατρο διαιρείται από μια κατακόκκινη φωτεινή γραμμή, μαρτυρώντας όχι μόνο το αίμα των νεκρών που αποκαλύπτονται αργότερα, αλλά και τον καίριο, σχεδόν ομιλούντα ρόλο, που έχει ο φωτισμός στην παράσταση (Ιωάννα Αθανασίου, Τάσος Παλαιορούτας), αναδεικνύοντας συναισθήματα κι αντιδράσεις, υποκαθιστώντας- κατά κάποιον τρόπο – τα απόντα σκηνικά.

Από την πρώτη κιόλας εικόνα γίνεται σαφές ότι η παράσταση θα αφηγηθεί την ιστορία, κυρίως, μέσα από τη δύναμη των εικόνων. Τα μέλη του Χορού- όχι γέροντες, αλλά νέοι άνθρωποι και το δεχτήκαμε – εισέρχονται αργά κι ένα-ένα στην ορχήστρα, ντυμένα σύγχρονα – θα πω σαν δικαιολογία – ότι είναι μια ευθεία αναφορά στον πόλεμο που δε σταμάτησε να σκοτώνει ανθρώπους είτε στο πλήθος πέριξ του Περσικού Κόλπου είτε στην Ουκρανία είτε στη Γάζα ή τον Λίβανο.

Γύρω από κάθε σώμα σχηματίζονται σκιές που συμβολίζουν όλο το φορτίο που φέρει κάθε άνθρωπος: την οικογένεια, τους προγόνους, τη μνήμη, τις ρίζες του. Κανείς δε βαδίζει μόνος, ακόμη και όταν η σκιά γίνεται μία. Αυτό δείχνει, θαρρώ, πως πίσω από κάθε σώμα υπάρχει η προσωπική του ιστορία.

Τα μέλη του Χορού στρέφονται προς τη Δύση, προς την κατεύθυνση από όπου αναμένεται να φτάσει η είδηση από τη Σαλαμίνα. Έχουν την πλάτη στραμμένη στο κοινό. Για αρκετή ώρα δε συμβαίνει τίποτα. Κι όμως, αυτή η ακινησία είναι από τις πιο δυνατές στιγμές της παράστασης. Η αναμονή γίνεται πρωταγωνιστής. Μια σιωπή γεμάτη αγωνία, προσμονή και ελπίδα. Όλοι περιμένουν ότι ο πανίσχυρος περσικός στόλος θα έχει επικρατήσει. Το κοινό γνωρίζει ήδη την αλήθεια, όμως οι ήρωες όχι. Έτσι δημιουργείται μια δραματική ένταση που κορυφώνεται, χωρίς να χρειάζονται λόγια.

Ο Χρήστος Θεοδωρίδης προσεγγίζει το έργο με τη δική του ματιά, ως μια αντιπολεμική κραυγή, συνεχίζοντας τη σκηνοθετική του πορεία πάνω σε πολιτικά φορτισμένα και καίρια σύγχρονα ζητήματα.

Είκοσι ένας άνθρωποι περιμένουν τα νέα μιας συντελεσμένης καταστροφής. Όταν ο αγγελιοφόρος ( Σταύρος Σβήγκος) επιστρέφει από το μέτωπο, ο λόγος του δίνει μορφή στον φόβο. Η απώλεια είναι απόλυτη. Το σώμα και η σκέψη παραλύουν. Καμία πράξη δεν μοιάζει δυνατή. Μόνο ο θρήνος απομένει.

«Αχ, αχ, μιλάς για των δικών μας τα σώματα…»

Η δραματουργική επεξεργασία των: Ιζαμπέλας Κωνσταντινίδου, Παύλου Σούλη, Χρήστου Θεοδωρίδη, η εύληπτη μετάφραση του Παναγιώτη Μουλλά, η μουσική του Jeph Vanger, οι φωτισμοί των: Ιωάννας Αθανασίου – Τάσου Παλαιορούτα και τα κοστούμια της Τίνας Τζόκα, συμβάλουν στη δημιουργία μιας παράστασης με μπερδεμένη καλλιτεχνική ταυτότητα, όπου εικόνα, λόγος και ήχος λειτουργούν μεν, αλλά όχι καθηλωτικά.

Ο Χορός στην ορχήστρα, ακολουθώντας τη χορογραφία της Ξένιας Θεμελή, επιδίδεται σ’ έναν θρήνο συλλογικό, επίμονο, αδιαπραγμάτευτο, για τους νεκρούς, για το παρελθόν που χάθηκε, για το μέλλον που βυθίστηκε μαζί τους.

«Τώρα πάει του βασιλιά μας η εξουσία…»

Στο επίκεντρο της παράστασης βρίσκεται ο άνθρωπος απέναντι στην απώλεια.

Η «τραγωδία των ηττημένων» ανοίγει έναν διαχρονικό διάλογο: οι ηττημένοι δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν, αλλά σε κάθε εποχή, σε κάθε πλευρά. Τα ονόματα που αναζητά ο Χορός είναι τα ονόματα όλων όσοι χάθηκαν και συνεχίζουν να χάνονται στους πολέμους του κόσμου!

«Τόσοι άνθρωποι, να ξέρεις, ποτέ δεν χάθηκαν σε μία και μόνο μέρα…»

Ένα καταλυτικό συναίσθημα αγωνίας, ένα προμήνυμα κατακλυσμιαίας καταστροφής διαβρώνει σταδιακά τη δραματική στατικότητα των «Περσών». Η αγωνία αυτή αναβλύζει από τα λόγια του Χορού – συμβούλων, κορυφώνεται με το προφητικό όνειρο της βασιλομήτορα Άτοσσας, μετατρέπεται σε τρόμο με την άφιξη του Αγγελιοφόρου που

διηγείται την πανωλεθρία των περσικών στρατευμάτων στη Σαλαμίνα, μετουσιώνεται σε απόγνωση όταν το φάντασμα του βασιλιά Δαρείου ( Δημήτρης Καταλειφός) αποκαλύπτει την πραγματική διάσταση και αιτία της συμφοράς και καταλήγει σε θρήνο με την εμφάνιση του ντυμένου με απομεινάρια δόξας του, Ξέρξη, η υπέρμετρη εγωπάθεια του οποίου προκάλεσε μοιραία, τη θεία δίκη.

Ωστόσο, η παράσταση έχει ασύμμετρους ρυθμούς, αταίριαστους στο σύνολο των κινήσεων, με πολλές αμήχανες στιγμές, ιδίως άκαρπες παύσεις και μια δυστοκία στη διανομή, εμφανής ολωσδιόλου. Η βασίλισσα Άτοσσα δίχως ηγεμονική μεγαλοπρέπεια. Ο Δαρείος του Δημήτρη Καταλειφού, σχεδόν ήρωας άλλου έργου, ίσως του Σοφοκλή με τέτοιες δόσεις ρεαλισμού και ο Χορός, σαν σε άλλη τραγωδία.

Η σύγχυση με όλα τα παραπάνω, δεν αναδύεται τελικά ως δραματική διάσταση και ψυχολογική κατάσταση των ηρώων, αλλά ως βασικό γνώρισμα της σκηνοθετικής προσέγγισης.

Είναι φανερό ότι υπήρχαν σοβαρές προθέσεις και ιδέες με πειραματική διάθεση

πίσω από το εγχείρημα, έμειναν όμως ακατέργαστες, ανολοκλήρωτες και αχαλιναγώγητες συνθέτοντας ένα αποτέλεσμα πολύ κατώτερο των προσδοκιών των μυημένων στο αρχαίο δράμα, θεατών.

Ευτυχές είναι το γεγονός – σπάνιο φαινόμενο – ότι δεν ξεχώρισα κανένα ηθοποιό, καμία ερμηνεία άξια να μνημονευθεί ξεχωριστά, επειδή όλοι ακολούθησαν πειθήνια τη σκηνοθετική γραμμή, όμως χειροκροτήθηκαν το ίδιο ζεστά από το κοινό.

Συντελεστές:

Μετάφραση: Παναγιώτης Μουλλάς 

Σκηνοθεσία: Χρήστος Θεοδωρίδης 

Δραματουργική επεξεργασία: Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου, Παύλος Σούλης, Χρήστος Θεοδωρίδης 

Φωτισμοί: Ιωάννα Αθανασίου – Τάσος Παλαιορούτας 

Μουσική: Jeph Vanger

Ενδυματολόγος: Τίνα Τζόκα

Χορογραφία – Κίνηση: Ξένια Θεμελή 

Επιστημονικός σύμβουλος: Παύλος Σούλης

Βοηθός σκηνοθέτη: Ιάσονας Ασημακόπουλος

Βοηθός χορογράφου: Ελίνα Παντελεμίδου

Social Media – Διαφήμιση: Renegade Media

Graphic Design – Photography: Mike Rafail

Επικοινωνία – προβολή: Μαρκέλλα Καζαμία

Σχεδιασμός αφίσας: Θοδωρής Λαλάγγας

Οργάνωση παραγωγής: Λαμπρίνα Καραγιαννίδου

 Παραγωγή: Marossoulis Productions

Συμπαραγωγή: Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου

Διανομή:

Άτοσσα: Ναυπλιώτου Μαρία

Δαρείος: Καταλειφός Δημήτρης

Ξέρξης: Ροϊλός Αναστάσης

Αγγελιοφόρος: Σβήγκος Σταύρος

Χορός (αλφαβητικά):

Αλεξανδρόπουλος Πάρης

Δεληθανάση Αγγελική

Δερμεντζίδης Κρητικός Γιώργος

Εξακοΐδης Γιώργος 

Θεμελή Ξένια

Κισσανδράκης Γιώργος

Κωνσταντινίδης Γιώργος

Μακρής Ντένης

Μανδρινός Δημήτρης

Μανωλάς Νίκος

Παντερμαλή Αγγελική

Πίττα Τατιάνα- Άννα

Σακελλαριάδη Πέννυ

Σωτηροπούλου Σαββίνα

Τρυφουλτσάνης Βασίλης

Τσαλίκης Βασίλης

Φύτρος Σαμψών

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Βάκχες» με τους The Tiger Lillies στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

«Βάκχες»-με-τους-the-tiger-lillies-στο-Αρχαίο-Θέατρο-Φιλίππων

Βάκχες, έρχονται στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων την Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου, σε σκηνοθεσία του διακεκριμένου δημιουργού Γιάβορ Γκάρντεφ,  με την ειδική συμμετοχή  του διεθνούς φήμης βρετανικού  συγκροτήματος, The Tiger Lillies, οι οποίοι όχι μόνον  υπογράφουν τη μουσική αλλά και ερμηνεύουν ζωντανά επί σκηνής,  συμμετέχοντας ταυτόχρονα στη δράση  του έργου.

Η παράσταση είναι μια σημαντική συμπαραγωγή του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου με το Εθνικό Θέατρο Βουλγαρίας «Ιβάν Βάζοφ» και με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (ΚΘΒΕ), με τη σκηνοθετική υπογραφή του  Γιάβορ Γκάρντεφ και τη συμμετοχή ενός μεικτού θιάσου Ελλήνων και Βούλγαρων ηθοποιών μεταξύ των οποίων ο διιεθνούς ακτινοβολίας γερμανοβούλγαρος ηθοποιός Σάμουελ Φίντζι  και η δική μας Λουκία Μιχαλοπούλου.

Στις Βάκχες του Γκάρντεφ τίθεται ένα καίριο ερώτημα σχετικά με την ανοχή της κοινωνίας στην αποσταθεροποίηση. Πώς μεταβολίζεται στον συλλογικό οργανισμό το συμβάν –διανοητικά, ψυχικά, πολιτικά– πριν μετατραπεί σε τραύμα; Το έργο λειτουργεί ως αναμέτρηση με τα όρια της ευταξίας, δοκιμάζοντας την αντοχή κανόνων και θεσμών. Στον Ευριπίδη, η διονυσιακή μανία δεν είναι μια αθώα γιορτή αλλά δοκιμασία της ίδιας της ιδέας του πολιτισμού, που ωθεί στα άκρα τη διατήρηση του ελέγχου, των ηθών/εθών, των νόμων και της αυτό-εικόνας μας.

Η παράσταση έκανε πρεμιέρα στην Επίδαυρο 11 και 12 Ιουλίου  και απέσπασε διθυραμβικά σχόλια από κοινό και κριτικούς.

ΒΑΚΧΕΣ

Συμπαραγωγή του ΙΒΑΝ ΒΑΖΟΒ ΕΘΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ, του

ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ – ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ, του ΚΘΒΕ και της ΒΕΓΑΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ

Βάκχες του Ευριπίδη

Με την ειδική συμμετοχή των The Tiger Lillies

Μετάφραση στα Αγγλικά: Robin Robertson

Μετάφραση  στα Νέα Ελληνικά (Υπέρτιτλοι):  Θεόδωρος Στεφανόπουλος

Μετάφραση στα Βουλγαρικά (Υπέρτιτλοι): Doroteya Tabakova

Θεατρική διασκευή: Ιωάννα Ρεμεδιάκη  και Javor Gardev

Ιδέα και σκηνοθεσία: Javor Gardev

Μουσική και στίχοι Ραψωδιών: Martyn Jacques (Copyright and publishing

Misery Guts Music Ltd., 2026)

Σκηνικά: Nikola Toromanov

Κοστούμια: Ηλένια Δουλαδίρη

Χορογραφία: Uršula Teržan

Φωνητική διδασκαλία Χορού: Kalin Nikolov

Σχεδιασμός φωτισμών:Στέλλα Κάλτσου

Γραφιστικός σχεδιασμός: Teodora Simova

Δραματουργία:  Ιωάννα Ρεμεδιάκη και Pavlina Doublekova

Διδασκαλία αγγλικού λόγου: Nathan Cooper και Mark Modzelewski

Βοηθός σκηνοθέτη και χειρισμός υπερτίτλων: Lyuba Todorova

Σύμβουλος σκηνοθέτη: Valleri Robinson

Stage Manager: Bogdan Dimitrov

Δεύτερη βοηθός σκηνοθέτη: Elena Kostova

Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή

Διαφήμιση: Renegade Media

Γραφιστικός Σχεδιασμός: Μαύρα Γίδια – Τeodora Simova

Make up: Όλγα Φαλέι

Κομμώσεις: Θωμάς Γαλαζούλας

Επικοινωνία – Δημόσιες σχέσεις : ART WAYS Δήμητρα Παπαδοπούλου

Οργάνωση  – εκτέλεση περιοδείας : ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΕΡΓΑ

Ραψωδοί (The Tiger Lillies)

Μεσαίος — Martyn Jacques

Aιθέριος — Adrian Stout

Χθόνιος — Budi Butenop

Διανομή

Διόνυσος — Leonid Yovchev

Κάδμος — Αλέξανδρος Μυλωνάς

Τειρεσίας — Samuel Finzi

Αγαύη — Λουκία Μιχαλοπούλου

Πενθέας — Mιχαήλ Ταμπακάκης

Υπηρέτης — Ivan Nikolov

Πρώτος Αγγελιαφόρος — Ivan Yurukov

Δεύτερος Αγγελιαφόρος — Martin Dimitrov

Χορός των Βακχών —Νεφέλη Ανθοπούλου, Aλεξάνδα Γαϊδατζή, Ξένια

Γραμματικού, Ευθυμία Δανιηλίδου, Ζωή Ευθυμίου, Ελένη Θυμιοπούλου,

Αγγελική Κιντώνη, Πολυξένη Σπυροπούλου, Δανάη Σταματοπούλου, Nadya

Keranova, Kremena Slavcheva, Alexandra Svilenova

 VIDEO : https://youtu.be/U4fzuu4mOfU

Φωτογραφικό υλικό  https://drive.google.com/drive/folders/1pmZyJO8sGyRBdquSxirQ0i1sNaqt7J-Z?usp=share_link

ΔΙΑΡΚΕΙΑ : 120’

Η παράσταση θα αποδοθεί στα αγγλικά, με ελληνικούς υπέρτιτλους

Ώρα έναρξης : 9.00 μμ

Προπώληση : more.com

https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/festival/bakxes

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Γη της Επαγγελίας» στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

«Γη-της-Επαγγελίας»-στο-Αρχαίο-Θέατρο-Φιλίππων

Μετά τη μεγάλη επιτυχία που σημείωσε στο Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, η «Γη της Επαγγελίας», σε σκηνοθεσία Γεωργίας Μαυραγάνη, έρχεται στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων την Τετάρτη 26 Αυγούστου, στις 21:00 στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων.

Πρόκειται για μια συμπαραγωγή του Δημοτικού Περιφερειακού Θεάτρου Κοζάνης με το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου για την ιστορική συγκυρία του κλεισίματος των λιγνιτικών εργοστασίων.

Μια συγκλονιστική αφήγηση που επιστρέφει στις ρίζες της ενεργειακής ιστορίας της Δυτικής Μακεδονίας και φέρνει στη σκηνή το ζήτημα της απολιγνητοποίησης ή αλλιώς ενεργειακής, οικονομικής και υπαρξιακής «μετάβασης» αντικατοπτρίζοντας όσα συμβαίνουν στον τόπο, τη χώρα αλλά και σε όλο τον κόσμο.

Η «Γη της Επαγγελίας» είναι μια ποιητική «αντιπαράσταση» θεάτρου ντοκουμέντο, στην οποία οι συνεντεύξεις και οι μαρτυρίες κατοίκων και εργαζομένων που έδεσαν τη ζωή τους με τον λιγνίτη και την ελληνική παραγωγή Ηλεκτρικού Ρεύματος, μετατρέπονται σε άμεσο τεκμήριο μνήμης για την ενέργεια, την απώλεια και τη μετάβαση.

Ακούμε τις σκέψεις, βλέπουμε την πραγματικότητα και τα βιώματά τους και παρακολουθούμε μια σκηνική σύνθεση που στόχο έχει να αναδείξει την ποίηση και το αίσθημα όσων μαρτυρούνται.

Σκηνοθεσία – Δραματουργία: Γεωργία Μαυραγάνη

Επιμέλεια κίνησης: Μαριάννα Καβαλλιεράτου

Σκηνικά – κοστούμια: Εύη Μιμίκου, Βενετία Νάση

Μουσική: Χάρης Νείλας

Σχεδιασμός φωτισμών: Εμορφίλη Τσιμπλίδου

Κινηματογράφηση υλικού – Επεξεργασία με ΑΙ: Στάθης Γαλαζούλας

Βοηθοί σκηνοθέτη: Μαρία Ηλιάδη, Νικολέτα Σιώμου

Βοηθός φωτίστριας: Ηρώ Μεταξά

Ηθοποιοί: Δημήτρης Γαλανάκης, Συμεών Κωστάκογλου, Γρηγόρης Ποιμενίδης, Ιωάννα Σίσκου, Ανατολή Τσακαλίδου

Άνθρωποι της κοινότητας: Νίκος Λόφτσαλης, Παναγιώτης Χλιαράς

Φωτογραφίες – Βίντεο παράστασης: Κωνσταντίνος Μανουσαρίδης και Χρήστος Συμεωνίδης

Εικονογράφηση αφίσας: Lekõ

Σχεδιασμός προγράμματος – Επικοινωνία: Παναγιώτης Τσαρτσιανίδης

Κατασκευή σκηνικού: Νίκος Λαβαντσιώτης, Γιάννης Λυγκώνης, Τάκης Συνδουκάς

Τεχνικοί σκηνής: Βαγγέλης Καραθανάσης, Νίκος Λαβαντσιώτης, Τάκης Συνδουκάς

Ηλεκτρολόγος – χειριστής φώτων: Τάσος Διδασκάλου

Ηχολήπτης: Μάνος Κόμπος

Υπεύθυνος περιοδείας: Στέλιος Σωτηρόπουλος

Γη της Επαγγελίας

Τετάρτη 26 Αυγούστου / 21:00

Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

Διάρκεια: 75 λεπτά

Τιμές εισιτηρίων: 15€ Γενική Είσοδος • 10€ Φοιτητικό, Μαθητικό, Ανέργων, ΑμεΑ, Τριτέκνων και Πολυτέκνων

Ηλεκτρονική Προπώληση: https://www.ticketservices.gr/event/dipethe-kozanis-gi-tis-epaggelias/?lang=el

Προπώληση

Καβάλα: Κέντρο Πληροφόρησης Επισκεπτών Δήμου Καβάλας (πρώην ΕΟΤ) Κεντρική Πλατεία, τηλ: 2510-620566, καθημερινά από Δευτέρα έως Σάββατο (10:00 – 14:00 και 18:00 – 21:00) και Κυριακή (10.00 – 14.00), ενώ την ημέρα της παράστασης θα γίνεται προπώληση στο ταμείο του χώρου της εκδήλωσης από τις 19:00 το απόγευμα.

Κρηνίδες: Café «Προσκήνιο», Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, τηλ. 2510516090

*Απαγορεύεται η είσοδος στο χώρο μετά την έναρξη της παράστασης.

**Για άλλη μία χρονιά, θα υπάρξει δυνατότητα μεταφοράς θεατών από λεωφορείο του ΚΤΕΛ Καβάλας από και προς το αρχαίο θέατρο Φιλίππων με την επίδειξη εισιτηρίου της εκάστοτε θεατρικής παράστασης και ειδικό αντίτιμο 4.40€.

Αναχώρηση από το ΚΤΕΛ Καβάλας στις 18.45 και επιστροφή μετά το πέρας της παράστασης.

Σημ. Οι κάτοχοι ονομαστικών προσκλήσεων του 69ου Φεστιβάλ Φιλίππων καλούνται να δηλώσουν την πρόθεσή τους να τις χρησιμοποιήσουν έως την Δευτέρα 24/8, ενώ ο έλεγχος ταυτοπροσωπίας θα γίνεται στην είσοδο του θεάτρου τη μέρα της παράστασης.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να καλείτε στα τηλέφωνα του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας 2510. 220876 (10:00-14:00).

ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα