Connect with us

Πολιτισμός

Παύλου Μάτεσι «Η μητέρα του Σκύλου» από την ομάδα Male Di Luna στο θέατρο «Τ»

Παύλου-Μάτεσι-«Η-μητέρα-του-Σκύλου»-από-την-ομάδα-male-di-luna-στο-θέατρο-«Τ»

Πρόλογος

Στη μεταπολεμική λογοτεχνία, τόσο ο Ταχτσής με το “Τρίτο Στεφάνι” όσο και ο Μάτεσις με τη “Μητέρα του Σκύλου”, έδωσαν τον λόγο στη γυναίκα. Αυτό για μένα ονομάζεται γλωσσικός ρεαλισμός.

Η μητέρα του σκύλου είναι βραβευμένο και πολυμεταφρασμένο μυθιστόρημα του Παύλου Μάτεσι. Πρώτη φορά εκδόθηκε το 1990 από τις Εκδόσεις Καστανιώτη και από τότε έχει επανεκδοθεί δεκάδες φορές. Μεταφράστηκε αρχικά στα γαλλικά το 1993 από τον Ζακ Μπουσάρ και σε άλλες γλώσσες. Βραβεύτηκε με το βραβείο της κοινότητας Ελληνοφώνων της Νότιας Ιταλίας το 1998, με το μεγάλο βραβείο των κριτικών το 2000 και το βραβείο Acerbi στην Ιταλία το 2002.

«Η μητέρα του σκύλου» έχει παιχτεί στο θέατρο ως δραματοποιημένο μυθιστόρημα το 2011 στο Εθνικό Θέατρο και στο «Σύγχρονο Θέατρο» το 2014 , ενώ το 2008 παίχτηκε με επιτυχία στην Τσεχία ένας θεατρικός μονόλογος βασισμένος στη «Μητέρα του σκύλου», που έγραψε ο Πάβελ Κόχοουτ.

Υπόθεση

Η ζωή της Ραραού, «μεγάλης φίρμας της επιθεώρησης» όπως η ίδια αυτοσυστήνεται, ζωντανεύει στη σκηνή μέσα από την αναδρομή παρελθοντολογικών εικόνων, μιας κοινωνίας που προσπαθεί να τα «βολέψει» σε συνθήκες ανέχειας. Ο αγώνας της είναι αδιάκοπος κι εκείνη θα χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα για να βγει αλώβητη από αυτόν. Ακόμη κι αν χρειαστεί να αποδράσει σε μια δική της πραγματικότητα.

Από την αρχή γίνεται φανερή η ιδιαίτερη σχέση με τη μητέρα της Ασημίνα, καθώς και ο τρόπος που της καθόρισε την πορεία που χάραξε στη μετέπειτα ζωή της. Εκείνη, στην προσπάθειά της να εξασφαλίσει τα προς το ζην για τα τρία της παιδιά συνάπτει σχέση με τον εχθρό, έναν Ιταλό, ο οποίος σε αντάλλαγμα παρέχει τρόφιμα για όλη την οικογένεια.

Δίνεται έμφαση στις πληγές της Ελλάδας από τη Γερμανοϊταλική κατοχή, ενώ ταυτόχρονα περιγράφονται σκηνές από ήθη και νοοτροπίες της εποχής: η πείνα, η έφοδος στην αποθήκη με τις πατάτες, η συμπαράσταση στα δύσκολα, τα σπίτια με τις αυλές και τ’ ανοιχτά παράθυρα και η άμεση επικοινωνία μεταξύ τους. Ακόμα, η μικρή Αφροδίτη που πάσχει από φυματίωση, αλλά αυτό δεν εμποδίζει τις γυναίκες να την κουβαλήσουν στα χέρια πάνω σε μια καρέκλα για χιλιόμετρα, μόνο και μόνο για να αντικρίσει για τελευταία φορά τη θάλασσα.

Όταν έρχεται η απελευθέρωση, η Ασημίνα καλείται να πληρώσει το ακριβό τίμημα μαζί με όλους τους άλλους Έλληνες «δωσίλογους». Την κουρεύουν και τη φορτώνουν σε ένα καμιόνι, διαπομπεύοντάς τη σε ολόκληρη την πόλη. Μετακομίζουν στην Αθήνα όπου η Ραραού παίρνει τη ζωή στα χέρια της, αλλάζει, γίνεται πιο σκληρή, διεκδικητική, επιθετική, αντιδραστική. Μάλιστα, όταν μετά από δεκαετίες ολόκληρες συναντά τον πατέρα της ο οποίος τελικά είχε λιποτακτήσει κι επιζήσει, του απαγορεύει να εμφανιστεί ξανά για να μην χάσει τη σύνταξη. Στην πρωτεύουσα λοιπόν θα κυνηγήσει το όνειρό της να γίνει ηθοποιός. Ονειρεύεται ρόλους πρωταγωνίστριας, αλλά εργάζεται ως κομπάρσα. Μέσα στη φαντασία της, όμως, είναι επιτυχημένη κι ευτυχισμένη.

Ο Παύλος Μάτεσις «ξαναγράφει» σε θεατρική μορφή το αριστουργηματικό του μυθιστόρημα και καταθέτει με το δικό του μοναδικό τρόπο, πότε δηκτικό και πότε χιουμοριστικό, πότε δραματικό και πότε σουρεαλιστικό, την οπτική του, για ένα κομμάτι της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Η εμβληματική Ραραού γίνεται το σύμβολο του ανθρώπου που δε θα σταματήσει ποτέ να παλεύει στον καθημερινό στίβο της ζωής.

Η ιστορία της Ραραού, έτσι όπως η ίδια την αφηγείται, είναι ταυτόχρονα η ιστορία της κατοχικής και μεταπολεμικής Ελλάδας. Της Ελλάδας που ποτέ δεν πεθαίνει αλλά και ποτέ δεν ανασταίνεται.

Ο Π. Μάτεσις, στην τελευταία του «απολογία» το 2009, η οποία δημοσιεύτηκε το 2013 στο «ΒΗΜΑ», λέγει χαρακτηριστικά: «Το έργο θέλει τον θεατή κοντά στη σκηνή, αμήχανα κοντά στον ηθοποιό. Ορισμένα κενά στη δράση, επίτηδες αφημένα από τον συγγραφέα, τα συμπληρώνει ο θεατής και γίνεται έτσι συμμέτοχος, συνένοχος στη σύνθεση του έργου. Το βάρος του το φέρει το δρών γεγονός, η δράση, ο μύθος του έργου. Πιστεύω, ως πρωτοπόρα, τα έργα αυτής της χρονικής φάσης προηγήθηκαν της εποχής τους και μάλλον μια νέα συνάντησή τους σήμερα με τον θεατή θα είναι ευπρόσδεκτη αλλά θα μπορούσαν και να επανακριθούν. Προσωπικά τα κρίνω ως δημιουργήματα με υψηλή πνευματικότητα και θεατρικότητα, από τα ισχυρότερα στην Ευρώπη. Έχουν καθιερώσει μέσα στο πραγματικό, και το ονειρικό και το φαντασιακό. Στοιχεία που ο θεατής δέχεται πλέον ως μέρος του πραγματικού. Να μην ξεχνάμε ότι στον θεατρικό λόγο μόνιμα εποπτεύει και ενεδρεύει η μουσική, επειδή ο ήχος είναι η πρώτη ύλη για τον σχηματισμό της λέξης και ο ρυθμός είναι η βακτηρία της. Όσο για τη βιωσιμότητά τους, βλέπω τα πρόσωπα κάθε έργου να λοξοκοιτάζουν τον συγγραφέα τους λέγοντας «άσ’ τον αυτόν, ίσως εμείς να ζήσουμε περισσότερο».

Ο συγγραφέας

Ο Παύλος Μάτεσις είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες θεατρικούς συγγραφείς. Διακρίθηκε επίσης ως πεζογράφος και μεταφραστής. «Με ύφος βιτριολικό και γλώσσα ευφάνταστη και οξεία μελέτησε τη μικροαστική νοοτροπία και τη βλακεία των ανθρώπινων καταναλωτικών επιδιώξεων. Μελέτησε τους θεσμούς, τις τελετές, τις διαδικασίες – των πάσης φύσεως εξουσιών και απογύμνωσε πολλές συνήθειες από τη γοητεία τού μύθου τους», σύμφωνα με τον θεατρικό κριτικό Κώστα Γεωργουσόπουλο.

Γεννήθηκε στη Δίβρη της Ηλείας στις 12 Ιανουαρίου 1933. Σπούδασε υποκριτική στη Δραματική Σχολή Βαχλιώτη, μουσική και ξένες γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά). Εργάστηκε ως τραπεζικός υπάλληλος και εγκατέλειψε τη σταδιοδρομία του για να αφοσιωθεί στο θέατρο και τη λογοτεχνία.
Ως ηθοποιός εμφανίστηκε παίζοντας τον Υιό στη «Φαύστα» του Μποστ και τον Αϊνστάιν στην κωμωδία «Αρσενικό και παλιά δαντέλα» του Κέσελρινγκ. Δίδαξε υποκριτική (1963-1964) στη σχολή Σταυράκου και διετέλεσε βοηθός – δραματουργός στο Εθνικό θέατρο(1971-1973).

Στα ελληνικά γράμματα πρωτοεμφανίστηκε με το μονόπρακτο θεατρικό έργο «Ο σταθμός», που διακρίθηκε στο διαγωνισμού του θιάσου «Δωδέκατη Αυλαία». Το 1967 ανέβηκε στο θέατρο «Νέας Ιωνίας» του Γιώργου Μιχαηλίδη το έργο του «Τελετή», το οποίο τον προηγούμενο χρόνο είχε τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο Θεάτρου. Το ίδιο έργο ανέβηκε και στο Εθνικό Θέατρο το 1969, όπως και τα περισσότερα από τα έργα του.

Ακολούθησαν τα έργα: «Βιοχημεία» (1971, Πειραματικό Θέατρο), «Το φάντασμα του κυρίου Ραμόν Ναβάρο» (1973, Εθνικό Θέατρο), «Η ποδοσφαιρική βραδιά της μεγαλειοτάτης» (1973, Θέατρο Διονύσια), «Μικροαστικό δίκαιο» (1983, Θέατρο τού Πειραιά), «Εξορία» (1983, Λαϊκό Πειραματικό Θέατρο και, 1986, Εθνικό Θέατρο), «Περιποιητής φυτών» (1989, Εθνικό Θέατρο), το οποίο τιμήθηκε με το Βραβείο Καρόλου Κουν από τον Δήμο Αθηναίων, και «Προς Ελευσίνα» (1995, Εθνικό Θέατρο).

Στην πρώτη φάση της θεατρικής του δημιουργίας, ο Παύλος Μάτεσις κινήθηκε στο χώρο της σκληρής απομυθοποίησης του ελληνικού μικροαστισμού και στη συνέχεια – με οριακή δημιουργία το «Φάντασμα του κυρίου Ραμόν Νοβάρο» – στράφηκε προς μια γραφή που παραπέμπει στο λεγόμενο θέατρο του παραλόγου με σαφείς αναφορές στο έργο του Σάμουελ Μπέκετ.

Στο μεταφραστικό του έργο περιλαμβάνονται θεατρικά έργα των Σέξπιρ, Μπεν Τζόνσον, Αριστοφάνη, Μπομαρσέ, Μολιέρου, Ίψεν, Μπρεχτ, Αρτό, Μρόζεκ, Βιτράκ, Πίντερ, Άρντεν, Ιονέσκο, Αραμπάλ, Όρτον κ.ά.

Στην πεζογραφία πρωτοεμφανίστηκε το 1978 με την συλλογή διηγημάτων «Διηγήματα» και ακολούθησε η νουβέλα «Αφροδίτη» (1988). Ευρύτερα γνωστός έγινε το 1990 με το μυθιστόρημα «Η Μητέρα του Σκύλου», στο οποίο αντιμετωπίζει τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία μέσα από τη ματιά της κεντρικής ηρωίδας του, της ψυχωτικήςΡαραού. Το έργο αυτό μεταφράστηκε σε πολλές ξένες γλώσσες και περιλήφθηκε στη λίστα του αγγλικού εκδοτικού οίκου QuintetPublishing με τα «1001 βιβλία της παγκόσμιας λογοτεχνίας που πρέπει να έχει διαβάσει κάποιος μέχρι το τέλος της ζωής του».

Την ίδια προβληματική συνέχισε ο Μάτεσις με τη συλλογή διηγημάτων του «Ύλη Δάσους» και το μυθιστόρημα «Ο παλαιός των Ημερών». Ανατρεπτικής γραφής ήταν και το μυθιστόρημά του «Πάντα καλά», το οποίο ο ίδιος ο συγγραφέας χαρακτήρισε αισθηματικό μυθιστόρημα, καθώς και τα «Σκοτεινός οδηγός», «Μύρτος», «Αλδεβαράν» και το παρωδιακό «Graffito»

Ο Παύλος Μάτεσις είχε, επίσης, σημαντικό στιχουργικό έργο, τόσο
σε επίπεδο μετάφρασης και απόδοσης ξένων ποιημάτων, όσο και σε επίπεδο
πρωτότυπων δημιουργιών. Έγραψε περισσότερα από εκατό τραγούδια. Γνωστότερα αυτών είναι τα «Κουρσάρος» και «Φυλακαί Κερκύρας», σε μουσική Λάκη Παπαδόπουλου και τα «Κόκκινα τριαντάφυλλα», «Πουλημένοι», «Αγόρι αφίλητο», σε μουσική Σταύρου Ξαρχάκου).

Τον Δεκέμβριο του 2010, ο Παύλος Μάτεσις υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο, κατά τη διάρκεια μιας παράστασης στο θέατρο Τέχνης. Το πρωί της 20ης Ιανουαρίου 2013, άφησε την τελευταία του πνοή σε ιδιωτικό θεραπευτήριο των Αθηνών, όπου νοσηλευόταν.

Η ανάγνωση

Μια συναρπαστική αφήγηση από μία ακόμα πιο συναρπαστική, αν και ίσως όχι τόσο αξιόπιστη, αφηγήτρια. Η ιστορία της Ραραού, μιας ξεπεσμένης θεατρίνας, από τα παιδικά της χρόνια υπό ιταλική κατοχή, έως και τη μεταπολεμική Αθήνα. Μία ιστορία ειπωμένη άλλοτε με πάθος, άλλοτε αποστασιοποιημένα, αλλά πάντα με ένα γλυκόπικρο χιούμορ και μία αφελή αθωότητα. Ο λόγος της ιστορίας, ωστόσο, συνδιαλέγεται με τον λόγο της τρέλας, σε ένα κωμικοτραγικό ξετύλιγμα της ζωής της ηρωίδας, βάζοντας στο κέντρο της την Ελλάδα στην εποχή της κατοχής.

Προς το τέλος ο συγγραφέας μπάζει στην μυθοπλασία από το φαινομενικώς πουθενά της μετεμφυλιακής Ελλάδας, έναν μη κατονομαζόμενο με σαφήνεια ζητιάνο και σακάτη άνδρα, ηττημένη και καταλυτική περσόνα στην ιστορία κι αφηγούμενος πια τριτοπρόσωπα το κομμάτι αλληγορίας που του αναλογεί, φέρνει την Ραραού-Ρουμπίνη αντιμέτωπη με τους δαίμονές της, ολότελα στην κρίση των αναγνωστών – θεατών.

Η παράσταση

Η συγκεκριμένη δεν είναι εξομολόγηση, ούτε αφήγηση σελίδα τη σελίδα. Δεν είναι ένα παιχνίδι-θέατρο, ούτε θέατρο μέσα στο θέατρο. Είναι μια διαθλασμένη παρακολούθηση της πραγματικότητας, όπως την αντιλαμβάνεται το «ταραγμένο μυαλό» της ηρωίδας. Η Ραραού, απόμαχη ηθοποιός περιοδευόντων θιάσων, είναι μια γυναίκα – σύμβολο του ανθρώπου που δεν σταματά ποτέ να μάχεται.

«Έπρεπε να κολακεύω για να επιζήσω, και επέζησα», είναι το μότο της, και το σχέδιό της για τη ζωή. Ο Μέγας χρόνος συναντά το παρόν και το παρελθόν σαν μια ενιαία οντότητα, όπως μπορούν να τη συλλάβουν οι τρελοί και τα παιδιά.

Στη σκηνή υπάρχουν ένα βεστιάριο πολύχρωμο, μερικές καρέκλες, ένα «μπουντουάρ» φορτωμένο καλλυντικά, ένα τραπέζι κι ένα μικρόφωνο τοτέμ λατρεμένο της θεατρίνας. Μέσα σε κάθε ελεύθερο χώρο της αίθουσας , ακόμη κι έξω από αυτήν, εκτυλίσσεται ένα λαϊκό παραμύθι που μιλάει για αισθήματα, για απορρίψεις, για άκυρες ζωές. Μέσα από την προσχηματική μουσική, τα αντικείμενα, το χώμα των δρόμων, προβάλλει η Αγιοσύνη των παρεξηγημένων ανθρώπων και των απόβλητων από την κοινωνική ανοχή. Η ιερότητα της μυστικής ζωής των ασήμαντων.

Αφθονία τα σκηνοθετικά ευρήματα. Από τη λεκτική σκυταλοδρομία, έως την καταλυτική αφήγηση του προτζέκτορα κι από το ευφάνταστο παιγνίδι με το φτερό της πουλακίδας, έως τον καπνό του ηλεκτρονικού τσιγάρου. Σε γρήγορους ρυθμούς η σπουδαία ομάδα νέων ηθοποιών, ταξιδεύει τους θεατές σε μια εποχή που δε ζήσανε, αφηγείται γεγονότα, ερμηνεύει δραματοποιημένες εικόνες, καταθέτει ταλέντο και ψυχή και αφήνει το κομμάτι «μηνύματα» ανοικτό, ώστε η πληρότητά του να αποτελέσει προσωπική υπόθεση του καθενός.

Υπάρχουν εξαιρετικά επιτυχημένες σκηνές, άλλοτε χιουμοριστικές κι άλλοτε συγκινητικές, αλλά και μια ιδιαιτέρως εμπνευσμένη στο τελευταίο μέρος, αυτή της διαπόμπευσης της «δωσίλογης» και «πόρνης» μητέρας της Ραραού «Ασημίνας» που, πραγματικά, είναι από τις ευφυέστερες που έχουμε δει σε διασκευασμένο θεατρικά μυθιστόρημα, ώστε μένει στο θυμικό και μετά την αυλαία. Θεωρώ ότι περικλείει όλα τα συναισθήματα και τις σκέψεις των ανθρώπων σε μια κρίσιμη καμπή της ζωής τους, όταν ο «κόσμος» τους καταρρέει.

Θα ήθελα να έβλεπα δραματοποιημένη και τη σκηνή με τις πεσμένες πατάτες από τα σακιά του μαυραγορίτη που άρπαξαν οι Γερμανοί, αλλά ο σκηνοθέτης προτίμησε να την παραλείψει. Θα αρκεστώ στο κείμενο.

“ …Από ένα τσουβάλι κύλησαν τρεις πατάτες. Εμείς, μάζα στον τοίχο, βογκήξαμε. Μην κουνηθεί καμιά σας… και ξεκόβει τότε ο Φανούλης, το καημένο μου, κι όταν τις πήρε στη χούφτα του, σαλτάρει ο Γερμανός με το μυδράλιο και του βαράει με τον υποκόπανο το χέρι…και ούτε με ταράζει πια που άρχισα να λησμονάω τη ματιά της μητέρας μου. Ξέχασα και ποιο χεράκι του Φάνη μας είναι το χαλασμένο. Ούτε και τι χρώμα μαλλιά είχε ο Φάνης μας θυμάμαι. Ξεχνάω και να λυπηθώ. Αυτό, λιγάκι με μελαγχολεί. Που ξεβάφουνε οι λύπες μου.
Τι να κάνουμε…”

Ο συγγραφέας έκανε μια αριστοτεχνική δουλειά αποτυπώνοντας στο χαρτί μια εξαιρετική καταγραφή γεγονότων καταφέρνοντας να δημιουργήσει μια ηρωϊδα αληθινή, άκρως παραστατική αλλά και ρεαλιστική.

Ο σκηνοθέτης Σωτήρης Ρουμελιώτης διασκεύασε ιδιοφυώς για το θέατρο το μυθιστόρημα του Μάτεσι και μας δίνει μια γυναίκα Ραραού, που υποστηρίζει πως, καλώς ή κακώς, αυτή είναι η ζωή της, πως κάποια πράγματα έγιναν όπως έπρεπε να γίνουν και κάποια άλλα όχι, σίγουρα όμως τα έζησε όλα στον υπερθετικό βαθμό.

Στη σφιχτή, απρόσμενα ευφραντική παράσταση, οι θεατές βιώνουμε όλα όσα βίωσε η ηρωίδα, αισθανόμαστε τον πόνο, την απόγνωση, αλλά και τη συνεχή προσπάθεια για επιβίωση μέσα από άγριες συνθήκες. Αντιλαμβανόμαστε ότι η ιστορία της είναι παράδειγμα δύναμης σωματικής και πνευματικής, σε μια εποχή που τίποτα δεν θεωρείτο δεδομένο και όλα άλλαζαν με αστραπιαίους, σχεδόν, ρυθμούς.

Στη «Μητέρα του Σκύλου» της ομάδας Male Di Luna, σε μια σκηνοθεσία συνόλου, διαμορφώνεται σπονδυλωτή πλοκή , παιγνιώδης, μα και ατμοσφαιρική, με έμφαση στη γενικότερη ελλαδική εικόνα της μιζέριας, παρά στη σειρά των γεγονότων. Οι πέντε νεαροί ηθοποιοί ξοδεύουν θετική ενέργεια, στηρίζουν άριστα τη σκηνοθετική άποψη, συνεργάζονται άψογα στη σκηνή, κερδίζουν την προσοχή και την επευφημία μας. Ισότιμοι και ταλαντούχοι όλοι τους.

Λίγο πριν το τέλος, όλη η βαθιά ευαισθησία αυτής της ψυχής και η συμφιλίωσή της με τον θάνατο συμπυκνώνονται σε μια συγκινητική ποιητική εικόνα: «λέω, μετά από δύο, τρεις αιώνες, όταν η πουλακίδα μου κι εγώ θα έχουμε γίνει δυο σκόνες αμέριμνες, μπορεί να μας ανασηκώσει μια μέρα το ίδιο αεράκι και να μας ενώσει για λίγο στον αέρα. Δυο στιγμές παρέα…»

Επίλογος

Ο Παύλος Μάτεσις, πολυγραφότατος τω όντι, όχι αριθμητικώς αλλά σε αρμονική αναλογία με την ποιότητα των έργων του, θεατρικός όσο λίγοι, παραδειγματικά ταλαντούχος, μεστός μάστορας της γλώσσας, αμέριμνα ενδιαφέρων, πνευματώδης, ευρηματικός, πανάξιος εργάτης της Τέχνης, στη “Μητέρα του Σκύλου”, με γλώσσα καταιγιστικά αφοπλιστική, διηγείται εξήντα χρόνια πικρής κι αμφίδρομης εθνικής αλήθειας και δραματικής νεοελληνικής ιστορίας βυθίζοντας βαθιά το μαχαίρι αυτής της Αλήθειας σε καρδιά και συνείδηση.

Συντελεστές

Σκηνοθεσία – Δραματουργία – Φωτισμοί: Σωτήρης Ρουμελιώτης

Σκηνικός χώρος: Χρήστος Παπαδημητρίου

Ενδυματολογική επιμέλεια: Μάγδα Δήμου

Πρωτότυπη μουσική & ηχητικό περιβάλλον: Γιώργος Χρυσικός

Ψιμυθιολόγος: Κώστας Δάφτσιος

Γραφιστική επιμέλεια: Χριστίνα Ελευθεριάδου

Φωτογραφίες: Χρύσα Γούτου

Οργάνωση παραγωγής: ΝικολίναΤσιμίνου

Επικοινωνία: Λία Κεσοπούλου

Επί σκηνής

Χριστίνα Δαγκάκη
Πάνος Κεφαλούρος
Γιάννης Μονοκρούσος
Ανδρομάχη Μπάρδη
Δέσπω Πύρτσιου

Πληροφορίες

Θέατρο Τ
Αλεξάνδρου Φλέμιγκ 16, Θεσσαλονίκη

Θέατρο: Η Μητέρα του Σκύλου του Παύλου Μάτεσι
Πρεμιέρα Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2021 στις 21:30
Ημέρες και ώρες παραστάσεων : Παρασκευή & Σάββατο στις 21:30 – Κυριακή στις 19:00
(εκτός από την Παραμονή των Χριστουγέννων και την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς)
Παραστάσεις έως Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2022
Διάρκεια 90 λεπτά

Εισιτήρια
Τιμές εισιτηρίων: 12€ κανονικό | 10€ μειωμένο (φοιτητών, ανέργων, ΑΜΕΑ, πολυτέκνων & άνω των 65) | Ατέλειες κάθε Παρασκευή, με σειρά προτεραιότητας
Προπώληση εισιτηρίων: Viva.gr

Πληροφορίες / Κρατήσεις: 2310 854 333
Ιδιωτικός χώρος parking ακριβώς δίπλα από το θέατρο. Τιμές: 3€ οι πρώτες 2 ώρες | +1€ για κάθε επόμενη ώρα

Ενημέρωση:
Μέτρα προστασίας: Ακολουθώντας τις οδηγίες υγειονομικής προστασίας, η είσοδος στο Θέατρο Τ επιτρέπεται με την επίδειξη πιστοποιητικού εμβολιασμού ή νόσησης. Η μάσκα είναι υποχρεωτική καθόλη τη διάρκεια παραμονής των θεατών μέσα στο θέατρο.

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

 

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«Ο Γλάρος» του Τσέχοφ ή «Η ικανότητα να αντέχεις» στο «Αριστοτέλειον» Θεσσαλονίκης

«Ο-Γλάρος»-του-Τσέχοφ-ή-«Η-ικανότητα-να-αντέχεις»-στο-«Αριστοτέλειον»-Θεσσαλονίκης

Τελευταία Θέματα

ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ

«Ο Γλάρος» του Τσέχοφ ή «Η ικανότητα να αντέχεις» στο «Αριστοτέλειον» Θεσσαλονίκης

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
  • «Είμαι ένας γλάρος… Όχι, δεν είναι αυτό. Είμαι μια ηθοποιός. Λοιπόν, ναι! Κι εκείνος είναι εκεί… Δεν πειράζει. Ναι, δεν πίστευε στο θέατρο, γελούσε με τα όνειρά μου, κι έτσι σιγά σιγά σταμάτησα να πιστεύω κι εγώ, έχασα το κουράγιο μου… Κι ύστερα ήρθαν τα βάσανα του έρωτα, η ζήλια, ο διαρκής φόβος για το παιδί… Έγινα μικροπρεπής, ασήμαντη, έπαιζα χωρίς ψυχή. Δεν ήξερα τι να κάνω τα χέρια μου στη σκηνή, δεν ήλεγχα τη φωνή μου. Δεν μπορείς να φανταστείς πώς είναι να νιώθεις ότι παίζεις φρικτά.Είμαι ένας γλάρος… Όχι, δεν είναι αυτό. Θυμάσαι που σκότωσες έναν γλάρο; Ένας άνθρωπος περνούσε τυχαία, τον είδε και, έτσι, επειδή δεν είχε τι άλλο να κάνει, τον κατέστρεψε… Μια ιδέα για μικρό διήγημα…» ΝΙΝΑ, από τη μετάφραση του Αντώνη Γαλέου.
    Πρόκειται για μια τολμηρή και παρακινδυνευμένη σύγχρονη ανάγνωση του εμβληματικού έργου του Άντον Τσέχοφ, «Ο Γλάρος», όπως γράφει ο σκηνοθέτης Γιώργος Βάλαρης, που γεφυρώνει τον κλασικό λόγο με τη σημερινή καλλιτεχνική αναζήτηση.H παράσταση φωτίζει εκ νέου τα υπαρξιακά αδιέξοδα, τις συγκρούσεις ανάμεσα στον έρωτα και τη ματαίωση, τη σύγχρονη κοινωνική αδράνεια και την αγωνία της δημιουργίας σε έναν κόσμο που φθείρει τα όνειρα.
  • Ένα έργο μικρών καθημερινών πόνων, ανθρώπινης περηφάνιας, ματαιοδοξίας και χαμένης αξιοπρέπειας. Τα πρόσωπα του είναι απλοί άνθρωποι του καθημερινού βίου, που ζουν μίζερα στη μουντή και μελαγχολική πραγματικότητα της ρωσικής επαρχίας στα τέλη του 19ου αιώνα και αγωνίζονται να επανακτήσουν τη χαμένη τους αξιοπρέπεια. Ο βασικός καμβάς του έργου περιγράφει τον έρωτα δύο ευαίσθητων νέων και τον τρόπο που οι συνθήκες του περιβάλλοντος συντρίβουν τα όνειρα και τις φιλοδοξίες τους.Ο Τσέχοφ εμπλουτίζει τον απλό αυτό μύθο με παράλληλες συμπεριφορές, εσωτερικές συγκρούσεις και ερωτικά τρίγωνα.
    Η Αρκάντινα, διάσημη ηθοποιός, της οποίας η έντονη παρουσία κυριαρχεί τόσο στη σκηνή όσο και στις προσωπικές της σχέσεις, φτάνοντας στο εξοχικό του αδελφού της Σόριν, για το Σαββατοκύριακο, βρίσκεται μπλεγμένη σε μια καταιγίδα αντικρουόμενων επιθυμιών.Ο γιος της Κονσταντίν, αγωνίζεται να βγει από τη σκιά της, καθώς κυνηγά τις δικές του καλλιτεχνικές φιλοδοξίες.Ο εραστής της, ο διάσημος συγγραφέας Τριγκόριν, γίνεται αντικείμενο θαυμασμού και έρωτα για την επίδοξη νεαρή ηθοποιό Νίνα.Οι ζωές τους μπλέκονται σε ένα τοπίο έρωτα, φιλοδοξίας και απογοήτευσης, όπου όλοι επιθυμούν κάτι που δεν μπορούν να αποκτήσουν.
    Γραμμένος το 1895 ο «Γλάρος» εγκαινίασε μια νέα θεατρική γλώσσα, όπου το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από τα γεγονότα στις συνέπειές τους.Στον κόσμο του Τσέχοφ, οι πιο κρίσιμες πράξεις συμβαίνουν εκτός σκηνής και αυτό που παρακολουθούμε είναι το αποτύπωμά τους στις ζωές των ανθρώπων.Όλοι ονειρεύονται μια ζωή διαφορετική από αυτή που ζουν. Και όλοι αποτυγχάνουν, όχι θεαματικά, αλλά υπαρξιακά.
  • Στην παράσταση, βλέπουμε κι ακούμε μια περίπλοκη ιστορία, όπως περίπλοκη είναι και η πορεία των ανθρώπων στη ζωή.Στη σκηνή τα πρόσωπα του έργου περνούν τον χρόνο τους λέγοντας ιστορίες και σκέψεις. Μιλούν για τις ζωές τους και τα όνειρά τους.Είναι αδύναμοι άνθρωποι που οικτίρουν τις ζωές τους και ψάχνουν από κάπου να πιαστούν. Ματαιόδοξοι άνθρωποι που επιζητούν απεγνωσμένα την αναγνώριση.Άνθρωποι που βαριούνται, άνθρωποι που εξασκούνται στην αυτολύπηση, άνθρωποι που πενθούν τη ζωή τους, άνθρωποι που πασχίζουν να ερωτευθούν, να βιώσουν την ευτυχία.
    Αυτοί είναι οι ήρωες στον Γλάρο (1895), το έργο του Τσέχοφ που εγκαινίασε ένα νέο είδος δραματουργίας, όπου αντί για έναν κεντρικό ήρωα, πρωταγωνιστούν πολλοί, μια μικρή κοινωνία. 
  • Ο Τσέχοφ χαρακτήρισε το έργο του ως «κωμωδία σε τέσσερις πράξεις». Μια κωμωδία, όπου δε συμβαίνει σχεδόν τίποτα, και όμως, οι ήρωες είναι σπουδαίοι, αν και βουλιάζουν μέσα στην ανούσια καθημερινότητά τους.
    Πέρα από το θέατρο, πέρα από τη λογοτεχνία, πέρα από τον έρωτα, η παράσταση αυτή μιλάει για την κοινωνία και, ταυτόχρονα, για τη θεοδικία και για τον υπαρξισμό (από φιλοσοφική σκοπιά) ή τον μυστικισμό (από καθαρά θρησκευτική σκοπιά) : ο Θεός  και η απουσία του. Η πίστη  και η δοκιμασία της. Η εξέγερση  και η προετοιμασία της. Η ευτυχία και η ανάμνησή της. Η ποίηση και η επιβίωσή της.
  • Πώς παλεύουμε με τα κύματα του ανεξάντλητου Κόσμου; Τί αφήνει πίσω του το πέρασμά μας από τη ζωή; Υπάρχει ελπίδα για τους δυστυχισμένους;
    Όλοι οι ήρωες ερωτεύονται κι απογοητεύονται. Εκρήγνυνται, φωνάζουν και κλαίνε κι έπειτα χορεύουν όλοι μαζί, αγαπημένοι πάλι. Αστειεύονται με θάρρος κοιτάζοντας την καταστροφή και τον θάνατο. Αυτοί οι ήρωες δεν είναι ούτε θεοί, ούτε βασιλιάδες, ούτε πολεμιστές.Είναι όπως ένα μερμήγκι που κατεβαίνει τον τοίχο, χωρίς καμιά αλαζονεία πως τάχα επιτελούν έναν άθλο. Οι ήρωες αυτοί δημιουργήθηκαν από τον Τσέχοφ, 21 χρόνια πριν από μια μεγάλη Επανάσταση. Άραγε σήμερα, που ξαναεμφανίζονται, τί προμηνύουν;
  • Είτε νέοι είτε ώριμοι και έμπειροι, οι ήρωες του Γλάρου ονειρεύονται τον έρωτα: τον κυνηγούν, τον εξυμνούν, τον αποθεώνουν, ακόμα και τη ζωή τους θυσιάζουν για χάρη του. Ο Μεντβεντένκο, ο δάσκαλος, ( Πάνος Κλάδης) αγαπά τη Μάσα (Νάνσυ Μπούκλη), εκείνη όμως θέλει διακαώς τον Κονσταντίν (Δημήτρης Τσίκλης), ο οποίος λιώνει για τη Νίνα (Αναστασία Γαλερού Βλάσση) , που με τη σειρά της λαχταρά τον Τριγκόριν (Παναγιώτη Μπουγιούρη) , που είναι υποταγμένος στην Αρκάντινα (Κατερίνα Διδασκάλου), και δεν έχει τέλος αυτός ο χορός κεραυνοβολημένων εξομολογήσεων, πονεμένων αναστεναγμών και μαζοχιστικών προσκολλήσεων.
    Εν μέρει, όλη αυτή η ρομαντική υπερβολή οφείλεται στην καλλιτεχνική φύση των περισσοτέρων: ο Κονσταντίν αναζητεί τη φωνή του γράφοντας θεατρικά έργα, ενώ η Νίνα
  • αποτολμά την πρώτη της εμφάνιση ως ηθοποιού. Στον αντίποδα, ο Τριγκόριν θεωρείται καταξιωμένος συγγραφέας και η Αρκάντινα μια διάσημη κυρία του ρωσικού θεάτρου.
    Η ευερέθιστη φαντασία πολλαπλασιάζει τις ταραχές της καρδιάς. Απομονωμένοι στην εξοχή, μακριά από τους αντιπερισπασμούς της μεγαλούπολης, οι ήρωες του Γλάρου διαθέτουν αναπόφευκτα περισσότερο χρόνο για παιχνίδια, ερωτικά ή άλλα, στα οποία επιδίδονται προκειμένου να νικήσουν την πλήξη. Ελεύθεροι να αυτοσχεδιάζουν εκεί όπου τίποτα δε συμβαίνει, οι τσεχοφικοί ήρωες φιλοσοφούν, ερωτοτροπούν, με λίγα λόγια κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν με τα γυμνά χέρια και τις μελαγχολικές διαθέσεις τους, ενώ στη σκηνή βρίσκονται όλοι σε όλη της διάρκεια του έργου, έτσι όπως το εμπνεύστηκε ο σκηνοθέτης και διασκευαστής του κειμένου Γιώργος Βάλαρης.
     Η σκηνή στην παράσταση είναι σχεδόν γυμνή. Ο σκηνοθέτης υπογράφει και τη σκηνογραφία που είναι ένα χαλί, ένα τραπέζι και γύρω του καρέκλες. Ο Τσέχοφ δε χρειάζεται «σαμοβάρια» και «βαριά επίπλωση» για να λάμψει, όπως φαίνεται να «φωνάζει» το σκηνικό. Τα σύγχρονα κοστούμια πάντως, τα σχεδίασε η Ιωάννα Κουρμπέλα.
  • Ο υπότιτλος «η ικανότητα να αντέχεις» προστέθηκε από τον Γιώργο Βάλαρη που υπογράφει διασκευή και σκηνοθεσία και ο οποίος δηλώνει: «αυτό είναι το διακύβευμα για μένα στο έργο. Ποιος αντέχει την απόρριψη; Ποιος αντέχει την επιτυχία ή την αποτυχία σε κάθε τομέα, κοινωνικό ή προσωπικό; Ποιος αντέχει να δει τον εαυτό του χωρίς αυταπάτες; “Ο γλάρος” δεν είναι μόνο μια ιστορία απελπισμένου έρωτα ή καλλιτεχνικής φιλοδοξίας. Είναι μια μελέτη προσωπικής και κοινωνικής αντοχής. Και νομίζω ότι σήμερα, σε μια εποχή διαρκούς έκθεσης, εύκολης κρίσης και διαρκώς αυξανόμενης πίεσης, η αντοχή είναι ίσως η πιο σπάνια αρετή».
  • Δυστυχώς, μια παράσταση δωματίου, όπως αυτή, παρουσιάζεται στη Θεσσαλονίκη στο αχανές «Αριστοτέλειον» και απώλεσε ένα τεράστιο ποσοστό επιτυχίας της.Θα έπρεπε, κανονικά, ο θεατής να αισθάνεται ότι βρίσκεται μέσα στον ίδιο τον μηχανισμό της σκηνής, επειδή από τα πρώτα λεπτά εγκαθιδρύεται μια συνεχής κινητικότητα: οι ηθοποιοί δεν εμφανίζονται μόνο όταν έρχεται η σειρά τους να μιλήσουν, αλλά παραμένουν παρόντες, κινούνται, στέκονται, παρατηρούν, διασχίζουν τον χώρο, σαν να μην εγκαταλείπουν ποτέ τον κόσμο του έργου.
    Αυτή η διαρκής παρουσία θα έπρεπε να δημιουργεί σταδιακά την αίσθηση ότι η σκηνή δεν ορίζεται αυστηρά, ότι η δράση δεν ξεκινά και δεν τελειώνει με σαφή όρια, αλλά αναπνέει συνεχώς μπροστά στα μάτια του κοινού, πράγμα που δεν συμβαίνει, λόγω της αρχιτεκτονικής κατασκευής της. Τι κρίμα!
  • Η χρήση της κάμερας προσπαθεί να καταργήσει την απόσταση πλατείας- παλκοσένικου, αλλά, φευ, δεν τα καταφέρνει. Λειτουργεί ως απλό τεχνικό εύρημα. Αλλά επειδή υπάρχει μια φράση στη δράση από τον Κονσταντίν: «τη ζωή δεν τη γράφεις όπως είναι ούτε όπως θα έπρεπε να είναι. Τη ζωή τη γράφεις, όπως τη φαντάζεσαι», υποθέτω ότι λειτούργησε το ένστικτο των προσεχτικών θεατών και η εσωτερική ανάγκη ταύτισης με τους ήρωες, ώστε κερδίζει το όλο εγχείρημα μία αναγνώριση, αυτή που εκδηλώνεται στο χειροκρότημα της υπόκλισης από τους πολύ καλούς ηθοποιούς με μπροστάρισα την εμβληματική Αρκάντινα της έξοχης Κατερίνας Διδασκάλου.
  •  Ο ανερχόμενος συγγραφέας (τον υποδύεται μ ε πειθώ ο Παναγιώτης Μπουγιούρης), η νεαρή ηθοποιός Αναστασία Γαλερού Βάσση- ως Νίνα, που ονειρεύεται καριέρα, η διάσημη μητέρα, οι υπόλοιποι άνθρωποι της καθημερινότητας, όλοι κινούνται γύρω από την ίδια βαθιά ανικανοποίητη επιθυμία: να είναι αλλιώς η ζωή τους.
  • Η ευπάθεια, η ανασφάλεια, η αίσθηση ότι διαρκώς βρίσκεται απέναντι σε κάτι μεγαλύτερο από τον ίδιο – κυρίως απέναντι στη μητέρα του και στην αποδοχή της – στον έρωτα της Νίνα, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό — αποδίδονται με αμεσότητα και εσωτερική ένταση από τον έξοχο Κονσταντίν -Δημήτρη Τσίκλη.
  • Η Νάνσυ Μπούκλη ως Μάσα, αποδίδει πειστικά τη μόνιμη πληγή του ανεκπλήρωτου έρωτα, μια μορφή που κουβαλά διαρκώς απογοήτευση χωρίς να την εξωτερικεύει υπερβολικά.
  • Ο Τάκης Σακελλαρίου  είναι ο Σόριν, ο οποίος λειτουργεί σαν ήρεμη παρουσία μέσα στην ένταση των υπολοίπων, σχεδόν σαν η φωνή μιας εμπειρίας που έχει ήδη αποστασιοποιηθεί από τα μεγάλα πάθη.
  • Ο Βασίλης Αφεντούλης και ο Πάνος Κλάδης συμπληρώνουν ουσιαστικά το σύνολο, κρατώντας τις απαραίτητες ισορροπίες μέσα στον κόσμο του έργου.
  • Η μουσική-ηχητική επένδυση από τον Τζεφ Βάγγερ υπογραμμίζει τον σύγχρονο χαρακτήρα της παράστασης.
  • Ο σχεδιασμός φωτισμών από τους Αλέκο Αναστασίου και Χάρη Δάλλα, ατμοσφαιρικοί και δυναμικοί, δημιουργούν σκηνές εντυπωσιακής αισθητικής. 
  • Στην εύληπτη μετάφραση του Αντώνη Γαλέου, ο γλάρος συμβολίζει την αθωότητα, την ελευθερία, τα ανεκπλήρωτα όνειρα και την καταστροφή που επιφέρει ο ανθρώπινος εγωισμός.
  • Ταυτότητα παράστασης
  • Μετάφραση: Αντώνης ΓαλέοςΔραματουργική επεξεργασία-Διασκευή -σκηνοθεσία -σχεδιασμός σκηνικού: Γιώργος Βάλαρης Μουσική σύνθεση: Τζεφ ΒάγγερΚοστούμια: Ιωάννα ΚουρμπέλαΚίνηση – χορογραφία: Αλέξανδρος ΣταυρόπουλοςΣχεδιασμός φωτισμών: Αλέκος Αναστασίου – Χάρης ΔάλλαςΒοηθός σκηνοθέτη: Κωνσταντίνος Φρίγγας Φωτογραφίες: Διόνυσος ΣούληςPromo artwork video: Φαίη ΣούκουSocial media-Διαφήμιση: Βασίλης ΛιάκοςΟργάνωση παραγωγής: Χρυσαντίνα Κούλουμπου
  • Εκτέλεση παραγωγής: Ιουλιέτα ΚαραχάλιουΟργάνωση γραφείου Παραγωγής: Βικτώρια Λώλη, Χαρούλα ΛώληΓραφιστική επιμέλεια: Αργυρώ ΤσοτσώνηΠαραγωγή: Αrtinfo + Αττικές παραγωγές (Γιώργος Βάλαρης)
  • Διανομή Αρκάντινα: Κατερίνα Διδασκάλου Τριγκόριν: Παναγιώτης Μπουγιούρης Σόριν: Τάκης Σακελλαρίου Κονσταντίν: Δημήτρης Τσίκλης Μάσα: Νάνσυ Μπούκλη Νίνα: Αναστασία Γαλερού Βλάσση Γιατρός: Βασίλης Αφεντούλης Δάσκαλος: Πάνος
  • Διάρκεια: 90 λεπτά
  • ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

CO-HOUSING του Παύλου Τσακαλίδη: Μια διαγενεακή θεατρική σύμπραξη

co-housing-του-Παύλου-Τσακαλίδη:-Μια-διαγενεακή-θεατρική-σύμπραξη

Μια ξεχωριστή θεατρική παράσταση, καρπός της συνεργασίας ανθρώπων διαφορετικών γενεών, παρουσιάζεται στο Αμφιθέατρο «Φρίξος Παπαχρηστίδης» στην Ελευθερούπολη από μια διαγενεακή ομάδα της περιοχής, με μέλη του ΚΑΠΗ Ελευθερούπολης επί σκηνής και εφήβους δημιουργούς στα παρασκήνια.

Τέσσερις ηλικιωμένες που μοιράζονται την καθημερινότητά τους σε έναν εναλλακτικό και σύγχρονο χώρο συγκατοίκησης (co-housing), αποφασίζουν να διεκδικήσουν ξανά μια θέση στο προσκήνιο της ζωής που αξίζει σε όλους μέσα από έναν θεατρικό διαγωνισμό του Δήμου τους. Ενώ αναζητούν το πέμπτο άτομο που θα συμπληρώσει την ομάδα τους, στην προσπάθειά τους να δημιουργήσουν τη δική τους παράσταση, ανακαλούν στιγμές από το παρελθόν τους και έρχονται αντιμέτωπες με τη μοναξιά, τον αποκλεισμό και τον ηλικιακό ρατσισμό. Θα καταφέρουν τελικά να ανέβουν στη σκηνή χωρίς να έρθουν αντιμέτωπες με όσα κουβαλούν;

Μια παράσταση που με όχημα το χιούμορ και την τρυφερότητα, και αξιοποιώντας παράλληλα τεχνικές του θεάτρου-ντοκουμέντου, αγγίζει ζητήματα όπως η μοναξιά, η μνήμη, η κοινωνική αορατότητα της τρίτης ηλικίας, αλλά και η ανάγκη όλων – ανεξαρτήτως ηλικίας – να ανήκουν κάπου και να ακούγονται.

ΣΚΗΝΟΘΕΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Τι συμβαίνει όταν η εμπειρία μιας ολόκληρης ζωής συναντά τη νεανική ορμή για δημιουργία; Ως έφηβος δημιουργός, η ιδέα της συνύπαρξης ηλικιωμένων performers στο προσκήνιο με έναν κήπο εφήβων δημιουργών της περιοχής στα παρασκήνια με γοήτευσε από την πρώτη στιγμή. Δύο κόσμοι, φαινομενικά τελείως διαφορετικοί, συναντηθήκαμε στον ίδιο χώρο για να μοιραστούμε συναισθήματα, σκέψεις και ιστορίες με την ελπίδα ότι θα μετατοπίσουν την οπτική μας. Παράλληλα, αξιοποιώντας εργαλεία του θεάτρου-ντοκουμέντου, επιδιώξαμε να αγγίξουμε καθολικά τη διαδρομή μιας ολόκληρης γενιάς και να ανασύρουμε τις αναμνήσεις, τις φοβίες της, το χιούμορ και τα όνειρα που η ζωή ή η κοινωνία επέλεξε να κρατήσει για καιρό στην άκρη. Και τελικά, αυτή η συνάντηση συνέβη. Συμβαίνει. Και έχει ως στόχο να αποδείξει πως η ανάγκη μας να ακουστούμε, να νοιαστούμε και να ανήκουμε κάπου δε γνωρίζει ηλικιακά σύνορα.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Κείμενο & Σκηνοθεσία: Παύλος Τσακαλίδης

Βοηθός Σκηνοθέτη & Κινησιολογία: Βενετία Χαλοφτίδου

Σκηνογραφία & Συνδιαμόρφωση φωτισμών: Δημήτρης Κεστρίτσαλης

Μουσική: Magnus Moone

Συνεργασία στον ηχητικό σχεδιασμό: Φρατζέσκο Λούβαρης, Κώστας Ρέμπας

Έρευνα/ Συλλογή υλικού: Φώτης Τεκτονίδης, με τη συνεισφορά της ομάδας

Graffiti art/ Εικαστική παρέμβαση: Μαρίνα Β. Κιλινκαρίδου, Μαρίνα Π. Κιλινκαρίδου

Κατασκευή Σκηνικού: Λάζαρος Κυριακίδης, Βασίλης Παπαευαγγέλου

Τεχνικός Φωτισμών: Σαράντης Μιντζιρίκης

Τεχνικός Ήχου: Βασίλης Μπάμπας

Οργάνωση Παραγωγής: Κατερίνα Φιλιππίδου (κοινωνική λειτουργός του «Βοήθεια στο Σπίτι»

Ελευθερούπολης)

Παίζουν: Ελισάβετ Ακριβού, Βίκυ Καζόλη, Δήμητρα Ρουσοπούλου, Πετρινή Σουπιάδου

Συμμετέχουν: Μαρία Δεληκωνσταντίνου, Κωνσταντίνος Μενεξές, Βενετία Χαλοφτίδου

*ευχαριστούμε θερμά τον Δήμο Παγγαίου και ιδιαίτερα τον Δήμαρχο Φίλιππο Αναστασιάδη για την παραχώρηση του αμφιθεάτρου, την αντιδήμαρχο Ζωή Απαζίδου, καθώς και τους Ανδρέα Καλλινικίδη και Γιώργο Καλλινικίδη για την πολύτιμη βοήθειά τους

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ & ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026 στις 20:00

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026 στις 20:00

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026 στις 11:15 (μαθητική παράσταση)

Αμφιθέατρο «Φρίξος Παπαχρηστίδης», Ελευθερούπολη

Διάρκεια: 60 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)

Γενική είσοδος 5€

Μειωμένο (ΑμεΑ, μαθητικές παραστάσεις, μέλη ΚΑΠΗ, οργανωμένες ομάδες) 3€

**μέρος των εσόδων θα διατεθεί για φιλανθρωπικό σκοπό

Προπώληση φυσικών εισιτηρίων από 28/9 και καθημερινά στο ΚΑΠΗ Ελευθερούπολης τηλ. 2592023315 (10:00-13:00) και στο ζαχαροπλαστείο Ntinos Patisserie στην Καβάλα από 3-6/10 (18:00-20:00).

***η πρωινή παράσταση (Δευτέρα 12/10) είναι μαθητική και αφορά αποκλειστικά σχολεία που έχουν πραγματοποιήσει ομαδικές κρατήσεις

****η παρούσα παράσταση δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα της σύμπραξης μελών του ΚΑΠΗ Ελευθερούπολης και εφήβων της πόλης σε ένα πρωτότυπο διαγενεακό θεατρικό εργαστήρι με εμψυχώτρια τη Βενετία Χαλοφτίδου και εμψυχωτές τον Δημήτρη Κεστρίτσαλη και τον Παύλο Τσακαλίδη

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

67ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

67ο-Φεστιβάλ-Κινηματογράφου-Θεσσαλονίκης

 Όπως κάθε χρόνο  οι κινηματογραφιστές, οι  ντόπιοι φίλοι του Φεστιβάλ, οι διοργανωτές, οι επισκέπτες, οι προσκεκλημένοι, οι εθελοντές  είναι έτοιμοι για τη μεγάλη γιορτή  του κινηματογράφου στην πόλη της Θεσσαλονίκης.  Ήδη γνωρίζουμε το πρόγραμμα όσοι αγαπάμε τον θεσμό και δίνουμε το παρών εκεί  χρόνια τώρα. Ταυτόχρονα, ο θεσμός είναι και μια αφορμή για να περιπλανηθούν οι επισκέπτες στα σοκάκια της πόλης, στις μεγάλες λεωφόρους, στις αγορές, στα νυχτερινά μαγαζιά, στην υπέροχη τεράστια παραλία, οπουδήποτε μπορεί κανείς να γευτεί τις μυρωδιές της συμπρωτεύουσας και να νιώσει τις ιδιαιτερότητες που συγκεντρώνει η  Θεσσαλονίκη , όπως το γοητευτικό  δισυπόστατο χαρακτήρα της. Αυτόν της «επαρχίας»  δεμένο  άρρηκτα με εκείνον της μεγαλούπολης.

  Αίθουσες στο λιμάνι και στο «Ολύμπιον», περίπτερα στην Αριστοτέλους και στις αποθήκες, ασφυκτικά γεμάτα, αγαπημένες εικόνες κι είναι σίγουρο ότι ο αριθμός των επισκεπτών θα γίνει φέτος ακόμη  μεγαλύτερος. Έτσι συμβαίνει. Κάθε που ανεβαίνει ο αριθμός του Φεστιβάλ στο πέρασμα των χρόνων, ανεβαίνει αντίστοιχα και ο αριθμός των σινεφίλ.

 Φέτος είναι η ευκαιρία να ανακαλύψουμε ανατρεπτικούς δημιουργούς, πρωτότυπα αφιερώματα, τις καλύτερες ταινίες του ανεξάρτητου σινεμά, σχεδόν όλες τις ελληνικές παραγωγές της χρονιάς, νέες δράσεις στην Αγορά, παράλληλες εκδηλώσεις.

Το 67ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (5-15 Νοεμβρίου 2026) υποδέχεται με μεγάλη χαρά τον πολυβραβευμένο Γαλικιανό σκηνοθέτη, σεναριογράφο και ηθοποιό Όλιβερ Λάσε, δημιουργό της ταινίας Sirãt, η οποία λατρεύτηκε από κοινό και κριτικούς και ήταν η πιο καθηλωτική κινηματογραφική εμπειρία των τελευταίων ετών. Το Φεστιβάλ διοργανώνει ένα μεγάλο αφιέρωμα με τίτλο Καλωσήλθατε στην έρημο, και προσκάλεσε τον Λάσε να επιλέξει ως guest curator 17 ταινίες για ένα σκηνικό που μας έχει χαρίσει αξέχαστα κινηματογραφικά αριστουργήματα.

Oliver Laxe

Επίσης, το Φεστιβάλ παρουσιάζει, σε συνεργασία με τον Μητροπολιτικό Οργανισμό Μουσείων Εικαστικών Τεχνών Θεσσαλονίκης-MOMUS, μία πολυμεσική εγκατάσταση, η οποία θα φιλοξενηθεί στο MOMUS-Πειραματικό Κέντρο Τεχνών, με curator τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, Ορέστη Ανδρεαδάκη και σε αρχιτεκτονικό σχεδιασμό της Ειρήνης Σάπκα. Το Φεστιβάλ προσκαλεί το κοινό να περιηγηθεί σε ένα περιβάλλον ερήμου, μέσα στο οποίο κεντρικό ρόλο έχει ένα οπτικοακουστικό installation του Όλιβερ Λάσε, σε παραγωγή του Μουσείου Reina Sofia της Μαδρίτης.

Παράλληλα, ο Όλιβερ Λάσε θα δώσει ένα συναρπαστικό open talk, το οποίο θα φωτίσει την καλλιτεχνική του πορεία και τη δημιουργική διαδικασία πίσω από τις ταινίες του, ενώ το Φεστιβάλ θα κυκλοφορήσει και μια ειδική δίγλωσση έκδοση για το αφιέρωμα.

Η έρημος δεν είναι μόνο ένας τόπος, αλλά αποτελεί επίσης και μία μεταφορά για την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη. Ένα τοπίο αχανές, σχεδόν αχαρτογράφητο και γι’ αυτό γοητευτικό, η έρημος καθρεφτίζει τις εσωτερικές αναζητήσεις του ανθρώπου, την απεραντοσύνη του χρόνου, το μεγαλείο της φύσης, τον αγώνα για επιβίωση. Οι ταινίες του αφιερώματος, αγαπημένες δημιουργίες σπουδαίων σκηνοθετών, αλλά και ελάχιστα προβεβλημένα διαμάντια, θα μας αποκαλύψουν μυστικά που κρύβονται στην άμμο και θα μας μεταφέρουν σε απομακρυσμένες γωνιές του πλανήτη, όπου συναντάμε κινηματογραφικούς ήρωες που κινούνται σε ακραία όρια.

«Είμαι πολύ χαρούμενος που συμμετέχω στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης φέτος, ένα Φεστιβάλ που έχει στηρίξει τη δουλειά μου από τις πρώτες μου ταινίες. Το Φεστιβάλ αποτελεί σίγουρα ένα από τα φεστιβάλ – σημεία αναφοράς στην Ευρώπη για την αρτιότητα και την ποιότητα του προγραμματισμού του. Με μεγάλη χαρά θα μοιραστώ τις νέες μου περιπέτειες με το ελληνικό κοινό» σημειώνει ο Όλιβερ Λάσε.

«Ο Όλιβερ Λάσε είναι ένας από τους πιο συναρπαστικούς νέους σκηνοθέτες και το Φεστιβάλ παρακολουθεί την κινηματογραφική του πορεία από την αρχή με μεγάλη χαρά. Φέτος, με αφορμή το έργο του Λάσε, θα περιπλανηθούμε στην έρημο, σε έναν τόπο που έχει υπάρξει εμβληματικό σκηνικό σε ταινίες, συμβολίζοντας την εσωτερική αναζήτηση, την ανθρώπινη επιβίωση αλλά και το άγνωστο» αναφέρει ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, Ορέστης Ανδρεαδάκης.

Ο Λάσε έρχεται ως guest curator σε συνέχεια του Κάρλο Σατριάν, πρώην Καλλιτεχνικού Διευθυντή των Φεστιβάλ Βερολίνου και Λοκάρνο, της Μύριαμ Μπεν Σαλά, επιμελήτριας τέχνης και διευθύντριας του The Renaissance Society στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο και του Ντένις Λιμ, καλλιτεχνικού διευθυντή του Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Νέας Υόρκης.

Ο Όλιβερ Λάσε είναι παλιός και αγαπημένος γνώριμος του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Στην επετειακή 60ή διοργάνωση κέρδισε Χρυσό Αλέξανδρο στο Διεθνές Διαγωνιστικό Τμήμα με την ταινία Θα ’ρθει η φωτιά (Fire Will Come) που κέρδισε στις Κάννες το Βραβείο της Επιτροπής στο Ένα Κάποιο Βλέμμα. Όλες οι μεγάλου μήκους ταινίες του έχουν βραβευτεί στις Κάννες, με αφετηρία το σκηνοθετικό του ντεμπούτο με τίτλο You All Are Captains (2010), το οποίο συμμετείχε στο Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών, κερδίζοντας το Βραβείο της FIPRESCI. Τη σκυτάλη πήρε το Mimosas (2016), το οποίο απέσπασε το μεγάλο βραβείο στην Εβδομάδα της Κριτικής. Το εντυπωσιακό σερί συνεχίστηκε με το Sirãt (2025), το οποίο τιμήθηκε με το Βραβείο της Επιτροπής στο Διαγωνιστικό Τμήμα του Φεστιβάλ των Καννών και ήταν υποψήφιο για Όσκαρ Διεθνούς Ταινίας και Καλύτερου Ήχου.

Οι ταινίες

Στο αφιέρωμα θα προβληθούν κλασικές ταινίες σπουδαίων δημιουργών, αλλά και λιγότερο γνωστά κινηματογραφικά διαμάντια που εκτείνονται από το 1930 έως σήμερα. Μεταξύ άλλων θα προβληθούν:

Το οπτικά εντυπωσιακό Το γυμνό νησί / The Naked Island (Ιαπωνία, 1960) του πρωτοποριακού σκηνοθέτη Κανέτο Σίντο.

The Naked Island

Το αριστούργημα των επτά βραβείων Όσκαρ Ο Λόρενς της Αραβίας / Lawrence of Arabia (Ηνωμένο Βασίλειο, 1962) του Ντέιβιντ Λιν με τον συγκλονιστικό Πήτερ Ο’ Τουλ.

Lawrence of Arabia

Το σουρεαλιστικό Ο Σιμών της Ερήμου / Simon of the Desert (Μεξικό, 1965) του Λουί Μπουνιουέλ που γυρίστηκε στα τέλη της μεξικανικής περιόδου του σκηνοθέτη, μια βιτριολική σάτιρα κατά της θρησκοληψίας.

Simon of the Desert

Ο Ξέγνοιαστος καβαλάρης / Easy Rider (ΗΠΑ, 1969) του Ντένις Χόπερ, η ταινία που επανακαθόρισε το αμερικανικό σινεμά της δεκαετίας του 1970 με τους κινηματογραφικούς θρύλους Ντένις Χόπερ, Πήτερ Φόντα και Τζακ Νίκολσον στους κεντρικούς ρόλους.

Easy Rider

Το υβριδικό ντοκιμαντέρ του Βέρνερ Χέρτσογκ Fata Morgana (Δυτική Γερμανία, 1971), μια παραισθησιογόνα περιπλάνηση στην έρημο Σαχάρα.

Fata Morgana

Το σπάνια προβεβλημένο Wake in Fright (Αυστραλία, 1971) του Τεντ Κότσεφ (σκηνοθέτη του Ράμπο: το πρώτο αίμα), μια οδύσσεια γυρισμένη στις άνυδρες, απομονωμένες εκτάσεις της Αυστραλίας.

Wake in Fright

Η εντυπωσιακή και υπνωτιστική Περιπλάνηση / Walkabout (Βρετανία-Αυστραλία-ΗΠΑ, 1970) του Νίκολας Ρεγκ, μία ταινία-στοχασμό πάνω στον πολιτισμό και τον χρόνο.

Walkabout

Το ποιητικό Στάλκερ (Σοβιετική Ένωση, 1979) του Αντρέι Ταρκόφσκι, μία ταινία για την ανθρώπινη ύπαρξη και την πίστη που ενέπνευσε νέους κινηματογραφιστές σε ολόκληρο τον κόσμο.

Stalker

Το υπέροχο Beau Travail (Γαλλία, 1999) της Κλαιρ Ντενί, μία από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών, μια ταινία υπόγειας έντασης και εντυπωσιακής ομορφιάς.

Beau Travail

Το ντοκιμαντέρ Highway (Καζακστάν, 1999) του Σεργκέι Ντβορτσεβόι μάς ταξιδεύει σε έναν χωμάτινο αυτοκινητόδρομο στο Καζακστάν. Μια ρεαλιστική καταγραφή του αγώνα μιας οικογένειας για επιβίωση και της σχέσης τους με τη φύση.

Highway

Το μυστικιστικό Mimosas (Ισπανία-Μαρόκο-Γαλλία-Κατάρ, 2016) του Όλιβερ Λάσε, ένα υπέροχα κινηματογραφημένο road movie γυρισμένο με μη επαγγελματίες ηθοποιούς.

Mimosas

Το εσωτερικής έντασης 143 Rue de desert (Αλγερία-Γαλλία-Κατάρ, 2019) του Χασέν Φερχανί, ένα ντοκιμαντέρ για ένα απομονωμένο καφέ στην Αλγερία.

143 Rue de désert

Το εκστατικό, υπερβατικό Sirât (Ισπανία-Γαλλία, 2025) του Όλιβερ Λάσε, ένα αγωνιώδες οδοιπορικό στην έρημο.

Sirāt

Σύντομα θα ανακοινωθούν περισσότεροι συναρπαστικοί τίτλοι στο πλαίσιο του αφιερώματος.

Πολυμεσική εγκατάσταση

Στο πλαίσιο του αφιερώματος, το MOMUS-Πειραματικό Κέντρο Τεχνών στην Αποθήκη Β1, στο Λιμάνι Θεσσαλονίκης, μεταμορφώνεται σε ένα περιβάλλον ερήμου. Η πολυμεσική εγκατάσταση που θα παρουσιάσει το Φεστιβάλ θα εκτείνεται σε όλο τον χώρο του MOMUS-Πειραματικού Κέντρου Τεχνών, μεταφέροντάς μας στην έρημο μέσα από αναπάντεχες εικόνες και αντικείμενα.

Στο κέντρο του χώρου θα τοποθετηθεί μια τρικάναλη βίντεο-εγκατάσταση, παραγωγή του Μουσείου Reina Sofia της Μαδρίτης, με υλικό που έχει τραβήξει από την έρημο ο Όλιβερ Λάσε.

Oliver Laxe Multimedia Installation

Στη Θεσσαλονίκη θα έρθει και ο Τσέμα Γκονθάλεθ, επικεφαλής κινηματογράφου και νέων μέσων του Μουσείου Reina Sofia, co-curator της τρικάναλης βίντεο-εγκατάστασης, ο οποίος θα συμμετάσχει στην κριτική επιτροπή του διαγωνιστικού τμήματος Immersive.

Η εγκατάσταση αυτή, σε σύλληψη του Όλιβερ Λάσε, με co-curators τους Χούλια Μορανδέιρα Αριθαμπαλάγα και Τσέμα Γκονθάλεθ θα συνοδεύεται από ειδικά σχεδιασμένο ηχοτοπίο από τον βραβευμένο συνθέτη και δημιουργό του soundtrack του Sirāt, Κανγκντίνγκ Ρέι. Η εγκατάσταση HU/هُوَ. Dance as if no one were watching you προέκυψε από την έρευνα και το οπτικό υλικό της ταινίας Sirāt. Η τρικάναλη προβολή παρουσιάζει ερημικά τοπία που κυριαρχούνται από έναν αμείλικτο ήλιο και κατοικούνται από τις αυστηρές σιλουέτες ναών και ηχείων, ανάμεσα στις οποίες ανθρώπινες μορφές χορεύουν. Γυρισμένες από τον Λάσε πριν από μία δεκαετία στο Ιράν, αυτές οι αρχιτεκτονικές μορφές παραπέμπουν στις αναζητήσεις των μοναχών-αρχιτεκτόνων που επιδίωκαν να καταστήσουν αντιληπτή την ιερή γεωμετρία μέσω των μορφών και των αναλογιών, ακριβώς εκεί όπου γίνεται αισθητό το όριο ανάμεσα στον υλικό και τον άυλο κόσμο. Η ηχητική σύνθεση του Κανγκντίνγκ Ρέι προσεγγίζει, μέσα από τη δομική υλικότητα του ήχου, το μυστήριό του και την εγγενή άυλη διάστασή του.

Oliver Laxe Multimedia Installation 1

Ο όρος sirāt δηλώνει τη γέφυρα που διασχίζει την κόλαση οδηγώντας στον παράδεισο, ενώ στα αραβικά το HU/هُوَ αναφέρεται στην πρωταρχική ηχητική εκδήλωση της θεότητας: τη θεϊκή πνοή και την πρώτη εκφορά του λόγου που εγκαινιάζει τη δημιουργία. Ο υπότιτλος του έργου προέρχεται από έναν στίχο του Ρουμί (1207–1273), του Πέρση μυστικιστή και λογίου, του οποίου το έργο και η πνευματική πρακτική διερεύνησαν την υπέρβαση και τη διάλυση του εγώ μέσα στο θείο, μέσω της μουσικής, του χορού, της ποίησης και της προσευχής.

Ειδική έκδοση

Τέλος, το Φεστιβάλ θα κυκλοφορήσει μια ειδική δίγλωσση έκδοση αφιερωμένη στην έρημο, με τίτλο Welcome to the Desert. Σχεδιασμένο με αφαιρετικότητα και ποιητική διάθεση, το βιβλίο διευρύνει τον ορισμό της ερήμου καθώς τη φαντάζεται να εκτείνεται στο χαρτί και να δημιουργεί τους δικούς της αντικατοπτρισμούς μέσω της τυπογραφίας. Η έκδοση περιλαμβάνει πρωτότυπες αναλύσεις για τη σχέση της κινούμενης εικόνας με την έρημο, καθώς και παλαιότερα εμβληματικά κείμενα που μεταφράζονται για πρώτη φορά στα ελληνικά.

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα