Connect with us

Πολιτισμός

Βιβλιοπαρουσίαση: «ΣΚΟΡΣΟ» της Μαρίας Φαρμάκη

Βιβλιοπαρουσίαση:-«ΣΚΟΡΣΟ»-της-Μαρίας-Φαρμάκη

του Παύλου Λεμοντζή

Αν η πλοκή του μυθιστορήματος χαρακτηρίζεται από στιβαρότητα και μετρημένη πολυπλοκότητα, αν η γλώσσα του ρέει ομαλά και συστήνει λογοτεχνικό ύφος, αν ο κόσμος που το έργο (ανα)πλάθει εμβαθύνει στο άτομο ή στην κοινωνία, τότε έχουμε το τρίπτυχο που χρειαζόμαστε για να καταξιώσουμε ένα βιβλίο. Να το καταξιώσουμε, ακόμα κι αν προέρχεται από έναν άγνωστο συγγραφέα.

Δυο πλεξούδες συμπλέκονται εναλλάξ μέσα στις σελίδες αυτού του πολύμορφου βιβλίου, που λειτουργεί σαν εργαλείο για την ενίσχυση και την ανάπτυξη γλωσσικών δεξιοτήτων του αναγνώστη, καθώς είναι γραμμένο σε υπέροχη λυρική γλώσσα, άκρως λογοτεχνική, αλλά και σε απολαυστική κεφαλλονίτικη ντοπιολαλιά, η μία από τις οποίες προχωρά προς τα μπροστά κοιτώντας πίσω και η άλλη προχωρά προς τα πίσω κοιτώντας μπροστά!

Η ιστορία ενός ρημαγμένου νησιού από τους σεισμούς, της Κεφαλονιάς, και των τσακισμένων φτωχών κατοίκων του, μέσα από τα πάθη, τα όνειρα, τις τραγωδίες, τις προδοσίες, τις ανακαλύψεις, τα θαύματα, τα μυστήρια και τις διαψεύσεις τους και, ταυτόχρονα, η ιστορία μιας παραπαίουσας χώρας, μιας ηπείρου και, γιατί όχι, ολόκληρου του κόσμου που δεινοπάθησε και δεινοπαθεί.

Μυθοπλασία συνυφασμένη με πραγματικότητα, ηθογραφία αριστοτεχνικά δεμένη με ιστορικές αλήθειες που στοιχειοθετούν ντοκιμαντορίστικες εικόνες, προσωπικές ιστορίες και, ταυτόχρονα, καθηλωτική, ρεαλιστική περιγραφή σημαντικής χρονικής περιόδου στην ελληνική επικράτεια, από το τέλος του Εμφυλίου και μετά. Άλλωστε, ο πρωταγωνιστής χρόνος είναι αυτός που δομεί όλο το μυθιστόρημα της Μαρίας Φαρμάκη – μιας από αυτές τις σπάνιες, υπέροχες περιπτώσεις, που δεν έχουν στριμωχτεί στον φιλολογικό/ιδεολογικό κανόνα – καθώς μας το χωρίζει σε δύο μεγάλα μέρη δίχως να ακολουθείται μία γραμμική αφήγηση.

Στη μία βρισκόμαστε στο 1953, όπου οι τρεις αλλεπάλληλοι σεισμοί στο Αργοστόλι θα σταθούν η αφορμή της αφήγησης, αλλά και το ιστορικό γεγονός γύρω από το οποίο πλέκεται ο μυθιστορηματικός ιστός του βιβλίου. Άλλωστε, σκόρσο σημαίνει ταρακούνημα.

Τετάρτη, 12 Αυγούστου του 1953 ένας ισχυρός σεισμός μεγέθους 5.2 θα αποτελέσει το προμήνυμα για την καταστροφή που πρόκειται να ακολουθήσει. Ο επόμενος μεγάλος σεισμός που γίνεται την ίδια μέρα θα έχει μέγεθος 7.2 και θα είναι ο καταστροφικότερος στην ιστορία των Επτανήσων και ένας από τους καταστροφικότερους σεισμούς που έζησε ποτέ η Ελλάδα.
Ένας υπέροχος και ζωντανός νησιωτικός πολιτισμός θάφθηκε κάτω από τα συντρίμμια που άφησαν οι σεισμοί.
Ο πληθυσμός άλλαξε δραματικά. Η κυβέρνηση αδύναμη, δεν μπόρεσε να βοηθήσει ούτε να σταματήσει τους χιλιάδες κάτοικους που διέφυγαν τρομαγμένοι και απελπισμένοι με κάθε μέσο προς την ηπειρωτική Ελλάδα κι έτσι η Κεφαλονιά στερήθηκε το σημαντικότερο και δημιουργικότερο κομμάτι του πληθυσμού της, μέσω της μετανάστευσης.

Στη δεύτερη περίοδο κοινωνούμε οι αναγνώστες μέσα από τη γλαφυρή εξιστόρηση γεγονότων και τη σπαρακτική αφήγηση – σε πραγματικό χρόνο – των συναναστροφών των ηρώων, στην ξενιτιά, όμως με τα χρονικά της άλματα η συγγραφέας μάς ξαναγυρίζει στην Ελλάδα, στην Κεφαλονιά, στην Αθήνα, ακόμα και στα χρόνια του εμφυλίου, σαν ένας μάστορας χτίστης, με κύριο υλικό τον μαγικό ρεαλισμό ενός Γκαμπριέλ Μάρκες.

(….Ο Ιορδάνης απών. Απών και Κέρβερος απέναντί της. Κρατούσε τότε το καφενείο «η Μαύρη Θάλασσα», το δούλευε σχεδόν μόνος του και η κούραση του περίσσευε……όταν γύριζε όμως στο σπίτι, ξέσπαγε στη γυναίκα, κουβέντα ήρεμη δεν ξεστόμιζε, φώναζε, έβριζε με το παραμικρό, συχνά πήγαινε να σηκώσει χέρι πάνω της, αλλά την τελευταία στιγμή σταματούσε. Τον αφόπλιζε η υπομονή της Αγλαΐας. Μέχρι που μια μέρα του ανακοίνωσε πως περίμενε και το τρίτο παιδί…..θα το ρίξω του είπε. Ήταν αποφασισμένη και δε σήκωνε αντίρρησή……)

 Τα βασικά αφηγηματικά νήματα ξετυλίγονται με σχολαστική προσοχή. Από την εμμονική αναζήτηση της γνώσης από την Μαρκέλλα της Μελβούρνης, την αφήγηση της Ελευθερίας στη σύγχρονη εποχή, μέχρι το τραγικό πάθος της Πανωραίας και τον ανεκπλήρωτο έρωτά της, κάθε ιστορία αντανακλά μια μοναδική πτυχή της ανθρώπινης επιθυμίας και τρέλας.

Ο σεισμός! Διαβάζει ο αναγνώστης και ντύνεται την ενσυναίσθηση. Συμπάσχει, αγανακτεί, λυπάται, πονάει, καθώς αντιλαμβάνεται το αίσθημα παράξενης αναμονής, φόβου και απόγνωσης που είχε φωλιάσει σε κάθε ζωή. Τα μαντάτα από τα χωριά του νησιού, άσχημα. Νεκροί, τραυματίες, γειτονιές καταπλακωμένες από τους βράχους των βουνών, δρόμοι σχισμένοι, ανοίγματα στο έδαφος, καταστροφή παντού. Ηλεκτρισμός δεν υπήρχε. Χρόνος γεμάτος αγωνία και δέος.

 Ζωντανός ρεαλισμός σε μυθιστόρημα.

Κι όμως. Ο σεισμός, μια τερατώδης αντικειμενική συνθήκη θα προκαλέσει στο πολυπρόσωπο μυθιστόρημα τις αντοχές των ηρώων, των δημιουργημάτων, της ιστορίας τους. Θα κεντρίσει το ένστικτο της αυτοσυντήρησής τους, για να επιβιώσουν, να κερδίσουν τα δίκαια ή τα άδικα που τους μοίρασε η ζωή, να διατηρήσουν τα κεκτημένα τους.

Στον σπασμωδικό τους αγώνα οι κάτοικοι του Αργοστολιού θα υποπέσουν σε λάθη ή θα υποκύψουν σε πάθη. Θα αναζητήσουν τη συνδρομή του έρωτα, για την τελική αλήθεια του ανθρώπου, τη θέωση.

Οι λιγότερο ευνοημένοι θα πιάσουν το χέρι του διπλανού κι έτσι, ως υπεράνθρωποι, θα αυτοοργανωθούν, για να δημιουργήσουν μια δική τους συνοικία, τα Ποβεράτα, τη συνοικία των φτωχών. Κάποιοι θα εγκαταλείψουν την πατρίδα σε αναζήτηση μιας νέας γης στην Αυστραλία και στην Αμερική.

Τα δεινά τους κληροδοτούνται από γενιά σε γενιά για εξήντα περίπου χρόνια προκαλώντας δύσκολες διαδρομές και αδιέξοδα στους νεότερους. Έτσι, όλοι ανεξαιρέτως γίνονται τραγικοί ήρωες μιας τραγωδίας που νομοτελειακά θα πορευτεί προς τη δικαίωση, τη συγχώρεση, την κάθαρση. Με όποιον τρόπο, διαφορετικό για τον καθένα.

 Η συγγραφέας, Μαρία Φαρμάκη, λέει για το «Σκόρσο» μεταξύ άλλων: «Ανάμεσα στην επίγεια κόλαση και στον επίγειο παράδεισο μετεωρίζεται ο άνθρωπος διαχρονικά. Όταν η ατομική μνήμη αισθητή και αδιόρατη διασταυρώνεται με τη συλλογική, όταν το παρελθόν εγκιβωτίζεται στο παρόν με ρυθμιστικό τρόπο -καταστροφές, παρελθούσες απώλειες, τραύματα, αλλά και επιλογές- τότε ο άνθρωπος μάχεται να ξεπεράσει τις υπαρξιακές του αγωνίες και ανάγκες κατά πώς μπορεί. Να πλησιάσει τον Παράδεισο. Κι αν δεν το μπορεί, αντλεί παρηγοριά από το όνειρο, για να γλυκάνει την κόλασή του ή δύναμη από τον αγώνα του, για να μη λυγίσει…».

Ο συγγραφέας-επιμελητής του «Σκόρσο», Τάσος Αγγελίδης-Γκέντζος σημειώνει μεταξύ άλλων: «Το μυθιστόρημα της Φαρμάκη δε μιμείται κάποιο άλλο έργο! Το ύφος της φαντάζει μοναδικό και η ποιότητα του λόγου της αξιοθαύμαστη!»

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου: “Στο Αργοστόλι μετά τους τρεις καταστροφικούς σεισμούς τον Αύγουστο του 1953 η ισορροπία της ιστορίας των κατοίκων διαταράσσεται. Άλλοι χάνουν τη ζωή τους, άλλοι μεταναστεύουν. Οι περισσότεροι όμως μένουν στον τόπο τους και εκεί παλεύουν με τα προαιώνια τρωκτικά της ανθρώπινης ψυχής. Η συνθήκη και οι συγκυρίες, η φτώχεια, ο εαυτός τους, τα πάθη και τα λάθη τους, ο έρωτας, η ανοχή, η αντοχή, η πρόκληση. Όλα απέναντί τους, για να τους ενώνουν ή να τους διχάζουν. Σκόρσο! Στη δίνη του ένα τσούρμο άνθρωποι από τους λιγότερο ευνοημένους ψάχνουν τη σωτηρία στη συλλογική προσπάθεια και δημιουργούν μια δική τους κοινότητα, τα Ποβεράτα. Ο Σόλωνας, ο Γαβρίλης, ο Γεράσιμος, ο Αναστάσης ανάμεσά τους. Η νόνα Ασημίνα και η Μαρκέλλα, ο Βενέτης και η Πανωραία, ο Δημητράκης και η Ρωξάνη, η Ριρίκα, ο Κουρλογέρακας…, ο καθένας στο δικό του σκόρσο ψάχνουν τον Παράδεισο ή τουλάχιστον την πιο γαλήνια Κόλαση. Η αναζήτηση όλων μια περιπέτεια που συνεχίζεται στις επόμενες γενιές και διαρκεί περισσότερο από εξήντα χρόνια. Μέχρι το 2011. Κληρονομιά που παραδίδεται στον Χαρίτο και την Ελευθερία, για να βιώσουν τα δικά τους αδιέξοδα…»

Το «Σκόρσο» είναι διαθέσιμο σε φυσικά και ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία.

Λίγα λόγια για τη συγγραφέα 

Η Μαρία Φαρμάκη γεννήθηκε και ζει στην Καβάλα. Υπήρξε για δεκαετίες φιλόλογος σε σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Κατάφερε να «παντρέψει» τη λογοτεχνία με το θέατρο, δημιουργώντας μαθητικές ομάδες με τις οποίες συμμετείχε και σε πανελλαδικούς διαγωνισμούς θεάτρου. Συνεργάστηκε με το Ταμιείον Θράκης στη Διαπολιτισμική και Διεκπαιδευτική κατασκήνωση στα Άβδηρα της Ξάνθης. Στο πλαίσιο της προβολής και διάδοσης του ελληνικού πολιτισμού και της ελληνικής γλώσσας, δίδαξε γλώσσα και αρχαία ελληνική τραγωδία σε εφήβους από διάφορες περιοχές, όπως Ρουμανία, Βουλγαρία, Μολδαβία, Ιορδανία κ.ά. Έχει γράψει μια ποιητική συλλογή, από την οποία δέκα ποιήματα έχουν συμπεριληφθεί στην ανθολογία «Εκκύκλημα», που εκδόθηκε από τη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Ν. Καβάλας. Το 2013 είχε κυκλοφορήσει το πρώτο της μυθιστόρημα, με τίτλο «Αλήθειες Παράλληλες» από τις εκδόσεις «Άνεμος». 

*Σκόρσο: αποτελεί ιδιωματισμό της Κεφαλονιάς και σημαίνει τράνταγμα, ταρακούνημα. 

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

Εκδότης: Ρώμη

Αριθμός σελίδων: 398

ISBN: 9606550052

Έτος έκδοσης: 2020

Πλάτος (cm): 14

Ύψος (cm): 21

Συντελεστές: Φαρμάκη, Μαρία

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«Οι Δούλες» του Ζενέ στο «Kouinta Pocket Theatre»

«Οι-Δούλες»-του-Ζενέ-στο-«kouinta-pocket-theatre»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

 
Ξεκινώντας από την κλασική θεατρική σύμβαση της αλλαγής των ρόλων, ο αντισυμβατικός Ζαν Ζενέ παγιδεύει τα πρόσωπά του σε ένα ανελέητο σκηνικό παιχνίδι όπου τα όρια δεν ορίζονται και τα άκρα δεν τελειώνουν. Τα μυστικά πάθη των γυναικών εκρήγνυνται και το παιχνίδι γίνεται τελετουργία εξόντωσης. Ένα έργο με απροσδόκητες τροπές, που μετατρέπει τη σκηνή «σε έναν χώρο όπου όλα επιτρέπονται».

Γραμμένο το 1947, βασίζεται σε μια πραγματική ιστορία που συγκλόνισε τη Γαλλία (την υπόθεση των αδελφών Παπέν) και εξερευνά τα όρια της ταυτότητας, του μίσους και της κοινωνικής καταπίεσης.

Ο «αιρετικός» Ζενέ (1910 – 1986) ταρακούνησε το θεατρικό γίγνεσθαι της εποχής με το «Les Bonnes», του οποίου η ακριβής μετάφραση στα ελληνικά είναι «οι Υπηρέτριες», αλλά και «οι Καλές». Πρώτη δημοσίευση του έργου: περιοδικό L’ Arbalete, τον Μάιο του 1947.

Ο Ζενέ έγραψε τις «Δούλες» κατά παράκληση του Louis Jouvet, που τις ανέβασε στο Theatre de l’ Athenee των Παρισίων, τον Απρίλη του 1947. Ο Jouvet χρησιμοποίησε στην παράστασή του ένα ελαφρώς παραλλαγμένο κείμενο, που εκδόθηκε το 1958 και αποτελεί το στερεότυπο σήμερα κείμενο του έργου.

Ο Ζαν Ζενέ, ένας περιθωριακός εκδιδόμενος ομοφυλόφιλος, κατάδικος και εγκαταλειμμένος από τη μητέρα του, περνάει στα χέρια της πρόνοιας, των αναμορφωτηρίων και των φυλακών, ενώ βρίσκει τον εαυτό του στη συγγραφή. Στη φυλακή έγραψε τα περισσότερα έργα του. Καταλυτικό ρόλο στη ζωή και το έργο του διαδραμάτισε η γνωριμία του με τον Σαρτρ, οπότε μπορούμε σήμερα να πούμε πως ο Ζενέ υπήρξε σημαντικό κομμάτι της γαλλικής διανόησης, καθώς και ένας ιδιαίτερος εκπρόσωπος του θεάτρου του παραλόγου.

Σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου του συγγραφέα το έργο δε γράφτηκε για να δικαιώσει την τάξη των υπηρετών και ν’ ασχοληθεί με τα ζητήματα τους, αλλά πρόκειται για μια αλληγορία. «Οι Δούλες» είμαστε όλοι εμείς με τα όνειρα μας, τις ψευδαισθήσεις μας, τις αρρωστημένες φαντασιώσεις μας, τις ανάγκες διαφυγής μας από την πραγματικότητα.

Ακόμα, «Οι Δούλες» είναι ο αντικατοπτρισμός όλων εκείνων που φοβόμαστε, που αγαπάμε να μισούμε, συμπεριλαμβανομένης και της εξουσίας, η οποία στο έργο απεικονίζεται με την παρουσία της Κυρίας, που με τη σειρά της εξουσιάζει τις δούλες της και ορίζει το παρόν και το μέλλον τους, αλλά είναι και ‘’δούλα’’ του Κυρίου, ωσεί παρών στο έργο, όμως η δύναμή του την παραλύει.

Παρακολουθούμε, λοιπόν, τη διάλυση της προσωπικότητας του ανθρώπου, σε κατάσταση ανελευθερίας και εξάρτησης, μέσα από την ποιητική, «συμβολική» γλώσσα του θεάτρου του Παραλόγου.

Η «Κυρία» αντιπροσωπεύει συμβολικά τον κόσμο των άστοργων ανθρώπων, που, κατά τον Ζενέ, πρέπει να πεθάνει. Γύρω από αυτή τη σκέψη και το πάθος της εκδίκησης περιστρέφεται ο μύθος του έργου.

Απόκληρος στη ζωή του ο συγγραφέας, συμπαθεί και συμπονά τους ομοίους του, ενώ μισεί αυτούς που τους βλάπτουν. Ολόκληρο το έργο κρύβει ένα τραγικό μεγαλείο: την άρνηση του ανθρώπου να υποδουλωθεί.

«ΣΟΛΑΝΖ: Καί δέ μοῦ λές, ὅλες αὐτές τίς λεπτομέρειες τῆς ζωῆς μας, τί τίς ἤθελες… Ἦταν ἀνάγκη νά μποῦνε κι αὐτές μέσα στό… στό… ΚΛΑΙΡΗ : Στό… στό… σέ ποιό; Ἄντε λοιπόν! Βρές του ἕνα ὄνομα! Βάφτισέ το! Μήπως ξέρουμε κι ἐμεῖς τί ‘ναι αὐτό πού κάνουμε; «Παιχνίδι» εἶναι; «Θέατρο»; Τέλος πάντων! Καλύτερα νά μήν ἀρχίσουμε τώρα αὐτή τή συζήτηση. Ὅπου νά ‘ναι ἡ Λεγάμενη θά γυρίσει. ᾿Αλλ’ αὐτή τή φορά, Σολάνζ, ἔ; Τήν κρατᾶμε γερά, δέ μᾶς ξεφεύγει…»

 Πρόκειται για μια ιστορία τεράτων (η λέξη είναι του ίδιου του Ζενέ ). Είναι μια ονειρική προβολή σ’ ένα σκοτεινό σύμπαν, το οποίο ξεφεύγει από τις κατηγορίες της σκεπτόμενης λογικής. Παίζοντας την Κυρία τους οι υπηρέτριές της, η Κλαίρη και η Σολάνζ, τακτοποιούν έναν διπλό λογαριασμό μαζί της. Συγχρόνως δε, την απεχθάνονται και τη λατρεύουν, ακόμη και σωματικώς. Το εκ βαθέων μίσος τους φτάνει έως την απόπειρα δολοφονίας, ενώ βρίσκονται σε προβεβλημένη ανήθικη σχέση. Παίζουν το: να απεχθάνονται η μία την άλλη. Το παιχνίδι τους, όμως, παροξύνει την αμοιβαία τους απέχθεια. Στην πραγματικότητα, οι δούλες είναι το είδωλο η μία της άλλης.

Παρασυρόμενες από τη ζήλια τους, όντας αδικημένες από τη ζωή και από την κοινωνία για το στάτους στο οποίο είναι καταδικασμένες να ζουν, καταστρώνουν σχέδια να καταστρέψουν την κυρία. Αρχικά, στέλνουν ανώνυμα γράμματα στην αστυνομία που αποκαλύπτουν πως ο σύζυγος (Κύριος) είναι απατεώνας, κλέφτης και λωποδύτης και πως τα πλούτη του είναι παράνομα και δεν είναι αποτέλεσμα τίμιου, εργασιακού μόχθου. Αποκαλύπτεται επίσης υποψία μιας ενδεχόμενης δολοφονίας της Κυρίας, ώσπου το ενδεχόμενο γίνεται απόφαση και προμελετημένο έγκλημα. Οι δύο δούλες καταστρώνουν το σχέδιο της δολοφονίας, το οποίο αποτυγχάνει και οδηγεί τη μία από τις δύο σε αυτοκτονία.

Κάθε φορά που η Κυρία τους λείπει, οι δύο αδελφές παίζουν ένα επικίνδυνο παιχνίδι ρόλων. Η μία υποδύεται την «Κυρία» και η άλλη την «υπηρέτρια».

Μέσα από αυτό το παιχνίδι, εκτονώνουν το μίσος τους για την εργοδότριά τους, φτάνοντας κάθε φορά μέχρι το σημείο της εικονικής δολοφονίας της.

Η φαντασίωση αρχίζει να μπερδεύεται με την πραγματικότητα. Όταν μια προσπάθειά τους να παγιδεύσουν τον εραστή της Κυρίας αποτυγχάνει, ο φόβος της αποκάλυψης τις οδηγεί σε μια απεγνωσμένη απόφαση: να μετατρέψουν το παιχνίδι σε αληθινό φόνο.

Ο Ζενέ χρησιμοποιεί την τεχνική του καθρεφτισμού. Οι δούλες δεν θέλουν απλώς να σκοτώσουν την Κυρία· θέλουν να γίνουν η Κυρία. Είναι μια συνεχής εναλλαγή προσωπείων, όπου η αλήθεια χάνεται.

Επί της ουσίας, οι τρείς ηρωίδες κάνουν μια οργισμένη συνειδησιακή επανάσταση ενάντια στον εαυτό τους για να εξαφανίσουν τη βασανιστική σχέση αφεντικού -δούλου, με την οποία είναι δεμένες ανέκκλητα, αλλά αγωνίζονται μάταια. Από την αρχή της παράστασης είναι εμφανής η κρίση των σχέσεων Κυρίας- υπηρετριών, οι οποίες οικειοποιούνται τον πολιτισμό της, προσπαθούν να μπουν στο «πετσί» της, πράγμα το οποίο τις καθιστά απάνθρωπες, κυνικές και υποκρίτριες.

Σημείωση: Το έργο θεωρείται κορυφαίο δείγμα του Θεάτρου του Παραλόγου και της σκληρότητας, καθώς δεν προσφέρει μια εύκολη λύση ή μια ηθική δικαίωση, παρά μόνο μια τραγική κάθαρση.

  • Εδώ δεν έχουμε «καλούς» και «κακούς», αλλά ανθρώπους παγιδευμένους σε ρόλους που τους επιβάλλει η κοινωνία και οι ίδιοι οι εαυτοί τους.

Οι χαρακτήρες: Κλαίρη: Είναι η πιο «εύθραυστη» αλλά και η πιο επικίνδυνη. Στο παιχνίδι των ρόλων, συνήθως υποδύεται την Κυρία. Μέσα από αυτή τη μεταμφίεση, βιώνει μια ναρκισσιστική ηδονή, αλλά ταυτόχρονα νιώθει απέχθεια για το σώμα της και την τάξη της.

Σολάνζ: Η μεγαλύτερη αδελφή, η πιο «γειωμένη» και σκληρή. Συχνά λειτουργεί ως ο προστάτης της Κλαίρης, αλλά η σχέση τους είναι τοξική, γεμάτη ενοχές και αμοιβαία εξάρτηση. Είναι αυτή που στο τέλος καλείται να διαχειριστεί την τραγική κατάληξη.

Η Κυρία: Αν και εμφανίζεται λίγο, η παρουσία της είναι καταλυτική. Είναι η ενσάρκωση της επιφανειακής ευγένειας που κρύβει μια βαθιά περιφρόνηση. Δεν είναι ένα «τέρας» με την μεταφορική έννοια, αλλά η αδιαφορία της για την ανθρώπινη υπόσταση των υπηρετριών της, είναι αυτό που τις εξωθεί στα άκρα.

Πολύ καλή στον ρόλο η Ναταλία- Άννα Βασιλέκα.

Η Ελένη Μόμτσου (Κλαίρη) και η Νατάσα Σταύρακα ( Σολάνζ) είναι εξαιρετικές ηθοποιοί. Δοτικές, σε βαθμό να ελευθερώσω τη δύναμη της αυθαιρεσίας μου. Στις ονειροπολήσεις τους μέσα σε πύργους και σε τεράστιους κήπους, εγώ σεργιάνιζα στο «lifestyle περιοδικό.

 Στις εξομολογήσεις κρυφών επιθυμιών τους, έτσι όπως η κινηματογραφική μουσική τις έντυνε, εγώ κολυμπούσα μέσα στις εικόνες του Πολάνσκι από το «Μαχαίρι στο Νερό».

 Στις εκρήξεις της Κυρίας (Ναταλία – Άννα Βασιλέκα) , εγώ γινόμουν εκτιμητής του «επαίνου ερμηνείας».

Στις αψιμαχίες των υπηρετριών, εγώ χάζευα την Μπέτι Ντέιβις με την Τζόαν Κρόφορντ στην «Κακιά αδελφή». 

 Σ’ όλες τις σκηνές κυριαρχίας των «Δούλων», εγώ τις στεφάνωνα με κλαδιά ελιάς, ως ένδειξη απεριόριστης εκτίμησης, θαυμασμού και συγκίνησης. Υπέροχες και οι δύο.

Η αδιαμφισβήτητη σκηνική χημεία τους «φωνάζει» τη συλλογική προσπάθεια, τον σπάνιο επαγγελματισμό, τον συνειδητό κόπο που καταβάλουν, αλλά και την άριστη τεχνική δομή, τις αρετές, το ήθος και την αρτιότητα της προσωπικής τους «εργαλειοθήκης». Κλαίρη και Σολάνζ μπλέκονται η μία μέσα στην άλλη, κατακτώντας κάθε κομμάτι του καθρέφτη αλλά και της ύπαρξής τους.

Η Κλαίρη της Μόμτσου είναι τόσο εσωτερική και τρυφερή σαν κλωναράκι κι όμως τόσο σκληρή, σαν κεντρί. Στον αντίποδα, η Σολάνζ της Σταύρακα δείχνει τόσο ενεργειακά ακέραιη σε όλη τη διάρκεια, όσο και παραληρηματικά συντονισμένη στο «εγώ» του ρόλου. Είναι ο αέρας που μπαίνει από τις χαραμάδες και ψυχραίνει κάθε ένταση, από τη δροσερή υγρασία ως τη θανατερή παγωνιά.

Ο Ζενέ λέει ότι το έργο του είναι αλληγορικό και ότι οι Δούλες είμαστε εμείς, ο κάθε αναγνώστης, ο κάθε θεατής. Ο κάθε άνθρωπος που διαψεύδεται, πέφτει και σηκώνεται, ονειροπολεί, απελπίζεται, είναι θύμα της εξουσίας, αλλά και θύτης ταυτόχρονα. Ο κάθε άνθρωπος και κάθε συναίσθημα που κουβαλά: μίσος, φόβο, φθόνο, λατρεία. Που θέλει να ζήσει μια άλλη ζωή από αυτήν που του επιβάλλει η μοίρα.

Η Ναταλία- Άννα Βασιλέκα, που σκηνοθετεί την παράσταση στο Θέατρο « Kouinta Pocket Theatre» της Καβάλας , στην εξαίσια μετάφραση του ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, βρίσκει τον δρόμο, ξετυλίγει το νήμα ευθύγραμμα, στοχεύει κατ’ ευθείαν στον ποιητικό πυρήνα χωρίς να στέκει στο γράμμα, και αποφεύγει – όσο γίνεται- τους περίπλοκους μαιάνδρους μιας αέναα ελισσόμενης, ενδοστρεφούς σκέψης, που « Φυσις κρύπτεσθαι φιλεί», φράση του Ηράκλειτου που δηλώνει ότι η αλήθεια και η βαθύτερη ουσία των πραγμάτων δεν είναι φανερές, αλλά απαιτούν αναζήτηση, νόηση και διείσδυση πέρα από τις επιφανειακές εντυπώσεις.

Η παράσταση έχει εξαιρετικούς ρεαλιστικούς-ονειρικούς – την ίδια στιγμή – χρόνους και ρυθμούς και μια συμπάγεια ύφους διαυγούς, μέσα στη «θολότητά» του, που την αναδεικνύουν ως μια αξιόλογη προσέγγιση του δημοφιλούς έργου, που ανεβαίνει πολύ συχνά στη χώρα μας.

Και στην Καβαλιώτικη παρουσίαση των «Υπηρετριών», η συγγραφική μαεστρία του Ζενέ να φέρει το θέατρο μέσα στο θέατρο, οι δύο αδερφές δονούνται από δολοφονικά ένστικτα, εκδηλώνουν νευρώσεις και ζουν τη μεγάλη σύγκρουση, μιας και η «Κυρία» – που πλέον είναι υποχείριό τους, εφόσον την υποδύονται – φαίνεται να τις αγαπά, να θέλει να τους δίνει πράγματα, να στηρίζεται επάνω τους.

Παγιδευμένες αιώνια μέσα στην κρεβατοκάμαρα της Κυρίας, βεβηλώνουν με λύσσα τα αντικείμενα-σύμβολα της εξουσίας και αναβιώνουν επίμονα, σχεδόν εμμονικά, τον ίδιο φαύλο κύκλο. Το παιχνίδι των ρόλων ξερνάει τις αλήθειες τους και δυναμιτίζει τις ναρκωμένες τους αισθήσεις. Μήπως όμως είναι και αυτό μια πλάνη;

Κάθε φορά που το παιχνίδι κορυφώνεται, η «Κυρία» αναπάντεχα επιστρέφει, έτσι όλα μένουν στην μέση ανολοκλήρωτα μέχρι να φύγει πάλι εκείνη και να αρχίσουν όλα από την αρχή. Όμως μια φορά η Κλαίρη αποφασίζει να το πραγματώσει το έργο, αποφασίζει να πιει το θανατηφόρο τίλιο, ώστε να επιτευχθεί η δολοφονία. Το τέλος είναι συγκλονιστικό και δίνει μια γερή γροθιά στο στομάχι. Σοκάρει τον αναγνώστη, επειδή ο Ζενέ τολμά να βάλει το μαχαίρι στο κόκαλο.

Τα σκηνικά και τα κοστούμια της παράστασης από Ν.Ο. λιτά, μαύρα, συμβολίζουν τη σκοτεινή ψυχή των υπηρετριών και, σαφώς, εξυπηρετούν την μετακόμιση. Η ενδυμασία της Κυρίας, ανάλογη του πλούτου και της τάξης της.

Οι φωτισμοί (Σαράντη Ζορντού) τονίζουν τη σκηνοθετική άποψη. Μοναδική καλαίσθητη εξαίρεση, ο φωτισμός της ονειρικής τουαλέτας – κάδρο, που καμαρώσαμε όλοι. Πάνω και κάτω από τη σκηνή.

Η μετάφραση του σπουδαίου Οδυσσέα Ελύτη πρωτοπαρουσιάστηκε το 1968 από το Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Χατζημάρκου. Ο Έλληνας, νομπελίστας ποιητής, έβαλε την υπογραφή του σε τρία συνολικά θεατρικά έργα ως μεταφραστής, εκτός από τις «Δούλες», στον «Κύκλο με την κιμωλία» του Μπέρτολτ Μπρεχτ και στην «Οντίν» του Ζαν Ζιροντού.

 «Οι Δούλες» της «Κουΐντα» είναι μια παράσταση αφιερωμένη στην καταπίεση και στην κοινωνική ανισότητα, θύματα των οποίων υπήρξαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν άνθρωποι, όσο ο κόσμος μας υπάρχει, έστω κι αν ζει και κινείται σε γήινες πλαστικές κατασκευές ή επιπλέει σε πλαστικές υδάτινες επιφάνειες.

 Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Ναταλία Άννα Βασιλέκα
Μετάφραση: Οδυσσέας Ελύτης
Ηθοποιοί: Έλενα Μόμτσου, Νατάσα Σταύρακα, Ναταλία Άννα Βασιλέκα
Σκηνικά: Ν.Ο.
Φωτισμοί: Σαράντος Ζουρντός
Ενδυματολογική και μουσική επιμέλεια: Ναταλία Άννα Βασιλέκα
Μουσική επεξεργασία: Παναγιώτης Λαζαρίδης
Φωτογραφίες, Βίντεο: microfilming: Γιάννης Τεκερίδης
Παραγωγή: Kouinta Theatre Productions

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Αλέκος Σακελλάριος – Χρήστος Γιαννακόπουλος: «Η δεξιά, η αριστερά και ο κυρ-Παντελής» στο θέατρο της Ε.Μ.Σ. Θεσσαλονίκης

Αλέκος-Σακελλάριος-–-Χρήστος-Γιαννακόπουλος:-«Η-δεξιά,-η-αριστερά-και-ο-κυρ-Παντελής»-στο-θέατρο-της-ΕΜΣ.-Θεσσαλονίκης

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Το δίδυμο Αλέκος Σακελλάριος – Χρήστος Γιαννακόπουλος αποτελεί το «χρυσό πρότυπο» καλλιτεχνικής συνεργασίας στην Ελλάδα. Η χημεία τους ήταν τόσο σπάνια που κατέληξαν να γράφουν σαν ένας άνθρωπος, δημιουργώντας αυτό που ονομάζουμε «αστική κωμωδία».

Η συνεργασία τους δεν ήταν απλώς μια μοιρασιά ιδεών και σκέψεων, αλλά μια πλήρης ταύτιση. Λέγεται ότι ο Σακελλάριος αφουγκραζόταν τον κόσμο στα καφενεία, στους δημόσιους χώρους και μάζευε υλικό, ύστερα κάθονταν ο ένας απέναντι στον άλλο και «πετούσαν» ατάκες. Ο Σακελλάριος ήταν συνήθως ο πιο ορμητικός και πληθωρικός, ενώ ο Γιαννακόπουλος ήταν ο μεθοδικός, αυτός που «φίλτραρε» το χιούμορ και έδινε δομή.

Πολλά από τα έργα τους γράφτηκαν με τον έναν να περπατάει στο δωμάτιο και να υπαγορεύει, ενώ ο άλλος κρατούσε σημειώσεις, διορθώνοντας ταυτόχρονα τον ρυθμό της ατάκας.

Είχαν καταφέρει κάτι αδιανόητο για δημιουργούς: δεν τους ένοιαζε ποιος βρήκε την καλύτερη ατάκα. Το «Εγώ» είχε υποχωρήσει μπροστά στο «Εμείς».

Και οι δύο αγαπούσαν τον καθημερινό άνθρωπο, τις αδυναμίες του και τη γλώσσα του δρόμου. Δεν προσπαθούσαν να κάνουν «υψηλή τέχνη», αλλά αληθινό θέατρο.

 Ο Σακελλάριος ήταν ο εξωστρεφής σκηνοθέτης και στιχουργός, ο Γιαννακόπουλος ήταν η ήρεμη δύναμη, πιο χαμηλών τόνων αλλά με κοφτερό πνεύμα. Αριστεροί και οι δυο, αλλά χορτάτοι, καθότι ευτραφείς. Αλλιώς κατεβάζει ιδέες ο χορτάτος κι αλλιώς ο πεινασμένος. Το μυαλό ζητάει φαγητό για να γεννήσει πνεύμα, ενώ άλλοι λιμασμένοι έκαναν βουτιά στη ανάγκη, όπερ σημαίνει: στη φάκα ζωντανό δίποδο, τετράποδο, σε κλουβί ή αδέσποτο και «Θε’ μου συγχώρα με”.

Έγραψαν μαζί πάνω από 200 έργα. Αυτός ο όγκος δουλειάς τούς ανάγκασε να βρουν έναν αυτοματοποιημένο τρόπο συνεργασίας που δεν άφηνε περιθώρια για καβγάδες.

Το συγκεκριμένο έργο που επέλεξε να ανεβάσει ο Σταμάτης Φασουλής στο πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα, αφορά την περίοδο που η Ελλάδα ήταν μια χώρα με νωπές πληγές, όπου:

Η καχυποψία ήταν καθημερινό φαινόμενο.

Η λογοκρισία και ο έλεγχος των φρονημάτων ήταν στην ημερήσια διάταξη.

Η φτώχεια πίεζε τη μεσαία και χαμηλή τάξη.

Οι Σακελλάριος και Γιαννακόπουλος, όντες ευφυείς παρατηρητές, χρησιμοποίησαν το γέλιο ως «φάρμακο», για να εκτονώσουν την ένταση της εποχής, δείχνοντας ότι μέσα σε κάθε σπίτι υπήρχε ένας μικρός «εμφύλιος» πάνω από ένα πιάτο φαγητό.

«Η δεξιά, η αριστερά και ο κυρ-Παντελής» παρουσιάστηκε πρώτη φορά το 1946 από τον Θίασο Κοτοπούλη στο θέατρο Rex, με πρωταγωνιστή τον Βασίλη Λογοθετίδη.

«Η κωμωδία είναι λυτρωτική και μάλιστα είναι η μοναδική που έχει γραφτεί για τα Δεκεμβριανά! Πρόκειται για ένα διαχρονικό έργο! Ένα πραγματικό διαμάντι»! λέει ο σκηνοθέτης Σταμάτης Φασουλής.

 Θα περίμενε κανείς έναν κάποιο εκμοντερνισμό, μια αναγωγή στο σήμερα, επειδή ο διχασμός και η πόλωση υφίστανται σε υπερθετικό βαθμό στις μέρες μας, σαφώς και εξαιτίας της μεγέθυνσης που δίνουν τα ηλεκτρονικά Μέσα Ενημέρωσης, στο όποιο γεγονός, άξιο ή ανάξιο λόγου. Αλλά ο σκηνοθέτης προτίμησε ν’ αφήσει τη οσμή της ναφθαλίνης να πλανάται πάνω στα λόγια, στα κοστούμια, στα υπονοούμενα, στα ολοφάνερα αλληλομαχαιρώματα, αλλά και στα φθαρμένα έπιπλα και στα παλιομοδίτικα κοστούμια.

 Και καλά έκανε, γιατί αλλιώς, θα ρήμαζε την αυθεντικότητα του πρωτοτύπου. Επί πλέον, τι νόημα θα είχε , ας πούμε, η εμφάνιση μιας κοπελιάς είτε υπηρέτριας είτε χειραγωγημένης ακτιβίστριας από την αριστερά ή τη δεξιά, με νεύρα κουρέλι και σπασμωδικές εκφράσεις εν μέσω πολιτικής, εμπρηστικής συζήτησης ανδρών, περί εθνικοφροσύνης ή αντιστασιακών κινήσεων, εάν κατέθετε η γυναίκα με μορφασμούς ότι με καθυστέρηση δέκα ημερών, εμφανίστηκαν λαχανιασμένα, αναστατωμένα, αδικαιολόγητα, βιαστικά κι ανεξήγητα τα ματωμένα ρούχα της, που δεν χτυπήσανε κουδουνάκι, περάσανε μόνο την πόρτα γλοιώδικα, θανατερά και αν, με οργίλο μάτι που έσταζε ειρωνεία, κοίταζε με νόημα πότε τον αριστερό γιο, πότε τον δεξιό και πότε τον σοκαρισμένο πατέρα;

Μια άλλη προσέγγιση, θα μπορούσε να εμπνευστεί μια φρέσκια οδό που, ίσως, έφερνε και τα νιάτα στο θέατρο. Αλλά αυτό το μπαστάρδεμα, που πολλοί σημερινοί σκηνοθέτες στον βωμό της μεταμοντέρνας άποψης κουρελιάζουν τα παλαιά κλασικά έργα, θα δημιουργούσε σύγχυση και, γιατί όχι, προσβολή στο αυθεντικό.

 Οπότε, πάμε παρακάτω, έτσι όπως ήρθαμε.

Σ’ ένα λαϊκό σπίτι, η οικογένεια Βούλγαρη φωτίζει κάθε μικρό κενό στην υπόθεση «Δεκεμβιανά». Ο κυρ Παντελής προσπαθεί να βάλει σε τάξη το σπίτι του, το χωρισμένο στην Αριστερά από τον γιο του Κώστα και στη Δεξιά από τον άλλο γιο, τον Σταύρο.

Με τη σύζυγό του Αθηνά προσπαθούν να εξομαλύνουν την κατάσταση. Τα άλλα πρόσωπα, η Φρόσω που τραγουδά, ο πολιτοφύλακας και εθνοφύλακας ταυτόχρονα, η Φωφώ, η Πιπίτσα και ο φίλος κυρ Σωτήρης, προσπαθούν να βοηθήσουν με τον δικό τους τρόπο. Όλοι έχουν χωριστεί στα δύο. Μπορεί να αλλάξει άραγε αυτό; Ο σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής προσθέτει στο φινάλε ένα δικό του κείμενο που δίνει απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα.

Πειστική απόδοση του θεατρικού κειμένου στην εν λόγω παράσταση και, κυρίως, της ατμόσφαιρας της εποχής. Μολονότι η πλοκή εκτυλίσσεται σε μία από τις τραγικότερες περιόδους της σύγχρονης Ελληνικής ιστορίας, το έργο διακωμωδεί τις καταστάσεις με σχεδόν αριστοφανικό τρόπο και οι ηθοποιοί καταφέρνουν, με την ερμηνεία τους, να αναπαραστήσουν γλαφυρότατα την σύγχυση και την αντιπαλότητα που δημιούργησε ο εμφύλιος πόλεμος στην ελληνική κοινωνία.

Ο πατέρας, ο πολύπαθος κυρ Παντελής, που υποδύεται εξαιρετικά ο Σταμάτης Φασουλής, παλεύει να κρατήσει τις ισορροπίες ανάμεσα στους δύο γιους του, οι οποίοι βρίσκονται σε αντίπαλα στρατόπεδα. Ο ένας υποστηρίζει σθεναρά τη μία παράταξη, ενώ ο άλλος αγωνίζεται στο πλευρό της άλλης.

Ο ίδιος είναι παγιδευμένος στην ανασφάλεια που κερνούσε η περίοδος με τους διαχωρισμός και τη διχόνοια. Και το δείχνει απολαυστικά: Τρέμει μην μπλέξει με την αστυνομία ή την πολιτική.

Πιστεύει ότι αν βρει έναν «μπάρμπα στην Κορώνη» (ένα μέσο), θα λύσει το πρόβλημά του.

Αγανακτεί με την ακρίβεια και τη διαφθορά, αλλά στο τέλος, πληρώνει αυτός το «νόμισμα».

 Ωστόσο, οι συγκρούσεις των παιδιών του είναι έντονες, οι απόψεις τους αδιαπραγμάτευτες και ο ίδιος ο κυρ Παντελής γίνεται έρμαιο των δυο πλευρών, αναγκασμένος να ταλαντεύεται, ας πούμε ισόποσα, μεταξύ των δύο κόσμων, ισορροπώντας με μαεστρία ανάμεσα στο χιούμορ και στη συγκίνηση.

Με τη γνωστή εκφραστικότητα και σκηνική του παρουσία, ο Σταμάτης Φασουλής, ζωντανεύει έναν χαρακτήρα που παλεύει με τις κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις της εποχής. Κάθε του κίνηση και παύση είναι μελετημένη, αποδεικνύοντας τη δουλειά που προηγήθηκε της ερμηνείας.

Η μητέρα, Ελένη Καστάνη, μοιάζει να ζει σε μια φτιαχτή πραγματικότητα. Με την αφέλειά της βλέπει τα πάντα μέσα από έναν πιο φωτεινό και αισιόδοξο φακό. Η στάση της, ίσως κάπως υπερβολική, δεν είναι μόνο μια ασπίδα προστασίας από την αγριότητα των γεγονότων, αλλά και ένας τρόπος να κάνει την καθημερινότητα πιο ανεκτή, πιο υποφερτή.

Η παράσταση, ωστόσο, ισορροπεί επιτυχώς ανάμεσα στην κωμωδία και στο δράμα, προσφέροντας γέλιο και συγκίνηση στους θεατές, έστω κι αν απουσιάζει η νεολαία από την αίθουσα.

Η Δέσποινα Πολυκανδρίτου ενσαρκώνει ήσυχα τον ρόλο της Φρόσως, της οικιακής βοηθού της οικογένειας. Αυθεντικά αποδίδει την αθωότητα του χαρακτήρα, ενώ με το τραγούδι της μεγεθύνει την ικανοποίηση του κοινού.

Τους δύο γιους τής οικογένειας, που βρίσκονται σε αντίπαλα ιδεολογικά στρατόπεδα, ερμηνεύουν πειστικά ο Απόστολος Καμιτσάκης (Σταύρος – δεξιός) και ο Γιώργος Βουρδαμής (Κώστας – αριστερός). 

 Από την μία, ο Καμιτσάκης αποδίδει με στιβαρότητα και εσωτερική ένταση τον Σταύρο, μεταφέροντας στην πλατεία τον συντηρητισμό και την ανάγκη του χαρακτήρα του για τάξη και σταθερότητα.

Από την άλλη, ο Βουρδαμής, ζωντανεύει με πάθος και ευαισθησία τον Κώστα, που πιστεύει σε έναν πιο δίκαιο κόσμο.

Και οι δύο ηθοποιοί δημιουργούν μια δυναμική αντίθεση που μεγαλώνει την ένταση της παράστασης, ενώ οι συγκρούσεις τους στη σκηνή είναι εντυπωσιακές με την αληθοφάνειά τους.

«Η ελευθερία του Σταύρου τελειώνει εκεί που ξεκινάει η ελευθερία του Κώστα. Και η ελευθερία του Κώστα τελειώνει εκεί που ξεκινάει η ελευθερία του Σταύρου». Το μότο του κυρ – Παντελή.

Ο Γιώργος Δεπάστας είναι ο Σωτήρης, ο σταθερός, καλός φίλος του πατέρα. Με την ήρεμη παρουσία του λειτουργεί ως αγγελιοφόρος της οικογένειας, φέρνοντας άλλοτε ευχάριστα και άλλοτε δυσάρεστα νέα.

Ο Γιώργος Κορομπίλης υποκρίνεται αξιέπαινα τον Πολιτοφύλακα και τον Εθνοφύλακα, δύο ρόλους που αποτελούν τις δύο όψεις του αυτού νομίσματος. Με κάθε αλλαγή στο χαρακτήρα του φέρνει στο φως τις αντιφάσεις και τις αντιπαραθέσεις της εποχής, ωστόσο, οι ρόλοι φαίνονται τόσο παρόμοιοι και, ταυτόχρονα, τόσο διαφορετικοί.

Αντίστοιχα, η Μαρία Καραβά είναι απολαυστική και ως Φωφώ – Ελασίτισσα, και ως Πιπίτσα – Εθνικίστρια. Με την καλοδουλεμένη αλλαγή στην εκφραστικότητα, φανερώνει τη δυναμική των δύο εντελώς αντίθετων χαρακτήρων, δημιουργώντας μια ενδιαφέρουσα και έντονα αντιφατική σκηνική εικόνα.

Όσοι έζησαν ή μελέτησαν την εποχή αυτή, γνωρίζουν ότι στα γεγονότα που συμβαίνουν και διακωμωδούνται στο έργο έχουν εν πολλοίς λάβει χώρα : οικογένειες χωρισμένες στα δύο, έχθρες και μίση μεταξύ συγγενών και πρώην φίλων, εξορίες, μάχες δρόμο με δρόμο στην Αθήνα, έφοδοι σε σπίτια αντιφρονούντων και απαγωγές εκατέρωθεν, όπλα που εξαφανίζονταν και επανεμφανίζονταν, πολίτες που κρύβονταν από τον φόβο έκτροπων από τους αντιφρονούντες.

Όλα έχουν συμβεί και η παράσταση, εντός ορίων και όπως πρέπει για σατιρική κωμωδία. Πρόκειται για μία ικανοποιητική προσέγγιση καταστάσεων, σε μία τόσο άθλια και τραγική περίοδο της Ελληνικής ιστορίας, στη σκηνή του θέατρου της Ε.Μ.Σ.

Οι δύο συγγραφείς έχουν μεταφέρει ευφυώς την επικαιρότητα της μεταπολεμικής εποχής στο έργο τους, καθώς η δυσάρεστη πραγματικότητα ενός λαού αντικατοπτρίζεται στους τέσσερις τοίχους μιας μικροαστικής εστίας , που κι αυτή έχει μοιραστεί στα δύο, όπως και όλη η Ελλάδα.

Τα σκηνικά και κοστούμια του Πάρι Μέξη, στη φόρμα των απλοϊκών αστών, σ’ ένα σπίτι επιπλωμένο με ό,τι φοράει η εποχή.

Οι τέσσερις τοίχοι του σπιτιού αντικατοπτρίζουν ολόκληρη την πολύπαθη χώρα, σε μια ακόμη πικρή περίοδο, εφόσον ήταν ξανά μοιρασμένη στα δύο.

Το έργο δείχνει πώς η μεγάλη πολιτική ιστορία εισβάλλει βίαια στην ιδιωτική ζωή και διαλύει τους οικογενειακούς δεσμούς.

Ο σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής Σταμάτης Φασουλής έχει κατανοήσει σε βάθος ότι οι Σακελλάριος-Γιαννακόπουλος δεν ήθελαν να κάνουν πολιτική καθοδήγηση. Ήθελαν να δείξουν ότι ο Έλληνας, ανεξαρτήτως παράταξης, είναι θύμα μιας κακής οργάνωσης του κράτους.

Παρόλο που τα γεγονότα είναι δραματικά, οι συγγραφείς χρησιμοποιούν το χιούμορ ως μέσο εκτόνωσης και κριτικής. Το έργο χαρακτηρίζεται ως «λυτρωτικό» γιατί επιτρέπει στον θεατή να δει με μια πιο ψύχραιμη ματιά τα πάθη του παρελθόντος, ενώ δεν παίρνει το μέρος της μίας ή της άλλης πλευράς. Αντίθετα, εστιάζει στον «μέσο άνθρωπο» (τον κυρ-Παντελή), ο οποίος παγιδεύεται σε καταστάσεις που δεν ελέγχει. Το μήνυμα είναι βαθιά συμφιλιωτικό, αναδεικνύοντας τον παραλογισμό του διχασμού.

Το έργο παραμένει εξαιρετικά επίκαιρο, καθώς υπενθυμίζει τις συνέπειες της πόλωσης και τη διαχρονική ανάγκη για ενότητα και η σκηνοθεσία του Σταμάτη Φασουλής, έξυπνη, με γρήγορους ρυθμούς και καλή ενορχήστρωση όλων των δυνάμεων επί σκηνής, κάνει τη διαφορά ανάμεσα στο να παρακολουθείς, απλώς, ηθοποιούς να λένε τα λόγια τους και στο να νιώθεις ότι γίνεσαι μέρος ενός ολόκληρου κόσμου, που μετατρέπεται σε ενσυναίσθηση.

Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον το πώς το δίδυμο Σακελλάριου-Γιαννακόπουλου διαχειρίστηκε το δίπολο Δεξιά-Αριστερά, ειδικά στις δεκαετίες ’50 και ’60, όπου τα πάθη του Εμφυλίου ήταν ακόμα νωπά και η λογοκρισία αυστηρή.

Η προσέγγισή τους γέννησε αυτό που λέμε «ανθρωποκεντρική σάτιρα», με κεντρικό άξονα τον Κυρ-Παντελή, τον μέσο μικροαστό Έλληνα, που προσπαθεί να επιβιώσει ανάμεσα στις συμπληγάδες των ιδεολογιών και η παράσταση του Σταμάτη Φασουλή το αποτυπώνει με ακρίβεια.

«Η Δεξιά η Αριστερά και ο κυρ-Παντελής» είναι το δεύτερο έργο μιας άτυπης τριλογίας, που περιλαμβάνει την κωμωδία «Οι Γερμανοί ξανάρχονται», που γράφτηκε την περίοδο του Εμφυλίου και την «Ανώμαλη προσγείωση» που ανέβασε για πρώτη φορά το θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν και μετέπειτα, στη δεκαετία του ’60, την παρουσίασε ο θίασος του

Λάμπρου Κωνσταντάρα με τον τίτλο «Υπάρχει και φιλότιμο», ενώ μεταφέρθηκε αργότερα με μεγάλη επιτυχία και στον κινηματογράφο.

 Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Σταμάτης Φασουλής

Σκηνικά – Κοστούμια: Πάρις Μέξης

Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα

Ηχητικός σχεδιασμός: Αντώνης Παπακωνσταντίνου

Βοηθός σκηνοθέτη: Αιμιλία Καραντζούλη

Βοηθός σκηνογράφου: Μέλπω Κασαπίδου

Βοηθός ενδυματολόγου: Ελευθερία Πέτροβα

Ευχαριστούμε θερμά τη σκηνογράφο και ενδυματολόγο Γεωργίνα Γερμανού για την υποστήριξή της.

Φωτογραφίες παράστασης: Γιώργος Καβαλλιεράκης

Διεύθυνση καλλιτεχνικού προγραμματισμού & επικοινωνίας: Ελίνα Λαζαρίδου lazaridou@a-th.gr

Τμήμα Επικοινωνίας: Όλγα Κομνηνού okomninou@a-th.gr : Ιωάννα Ζωζέφα Πέγκου izpegkou@a-th.gr

Δημόσιες Σχέσεις: Μαργαρίτα Μαρμαρά mmarmara@dpgroup.gr

Διανομή

Σταμάτης Φασουλής

Ελένη Καστάνη

Γιώργος Δεπάστας

Δέσποινα Πολυκανδρίτου

Γιώργος Βουρδαμής

Απόστολος Καμιτσάκης

Γιώργος Κορομπίλης

Μαρία Καραβά

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Το πρόγραμμα της Β΄ Καλλιτεχνικής Περιόδου του ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας

Το-πρόγραμμα-της-Β΄-Καλλιτεχνικής-Περιόδου-του-ΔΗΠΕΘΕ-Καβάλας

Η Δημοτική Θεατρική Κοινωφελής Επιχείρησης Καβάλας (ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.Κ), παρουσιάζει το πρόγραμμα των εκδηλώσεων της Β Καλλιτεχνικής Περιόδου 2025 – 2026, όπως αναφέρεται παρακάτω αναλυτικά.
Πρόγραμμα παραστάσεων

Φεβρουάριος 2026

–«Σταθμός Ω» του Γιώργου Χριστοδούλου
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Τσικούρας (Τσικ)
Παρασκευή 27 και Σάββατο 28/2 στις 21.00
Παραγωγή: Εθνικό Θέατρο

Μάρτιος 2026

–Συναυλία Αργύρη Μπακιρτζή – Τότας Ευλαβή
«Τα τραγούδια της πιανόλας»
Σάββατο 7/3 στις 21.00

— «Η Φόνισσα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
Σκηνοθεσία: Θοδωρής Αμπαζής
Παρασκευή 13, Σάββατο 14 στις 21.00 και Κυριακή 15/3 στις 19.00
Παραγωγή: Χρυσή Τομή Φ

— «Η φάρμα των ζώων» του Τζωρτζ Όργουελ
Σκηνοθεσία: Τάσος Ράτζος
Κυριακή 15/3 στις 12.00
Δευτέρα 16 και Τρίτη 17/3 (πρωινές παραστάσεις για σχολεία)
Παραγωγή: Μικρός Βορράς

— «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη
Σκηνοθεσία: Μάριος Κακουλλής
Δευτέρα 23 και Τρίτη 24/3 στις 21.00
Παραγωγή: Ars Aeterna

Απρίλιος 2026

— «Πιτσιμπούργκο» της Σώτης Τριανταφύλλου
Σκηνοθεσία: Αρκαδία Ψάλτη
Παρασκευή 3, Σάββατο 4 στις 21.00 και Κυριακή 5/4 στις 19.00
Παραγωγή: Θέατρο του Νέου Κόσμου
Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να καλείτε στα τηλέφωνα του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας 2510. 220876 ώρες γραφείου.

ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας

Εφημερίδα ΕΝΗΜΕΡΟΣ

Έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωση από την εφημερίδα της Καβάλας “ΕΝΗΜΕΡΟΣ” και το Kavala Web News

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα