Connect with us

Πολιτισμός

ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας: «ΛΙΒΙΝΓΚ ΡΟΥΜ» της Εύας Οικονόμου- Βαμβακά ή Πότε Ήταν Η Τελευταία Φορά Που Ονειρεύτηκες Κάτι;

ΔΗΠΕΘΕ-Καβάλας:-«ΛΙΒΙΝΓΚ-ΡΟΥΜ»-της-Εύας-Οικονόμου-Βαμβακά-ή-Πότε-Ήταν-Η-Τελευταία-Φορά-Που-Ονειρεύτηκες-Κάτι;

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Πέρα από την εικόνα, θαρρείς αυτό το έργο είναι ένας τηλεβόας, δηλαδή μια μεγάλη συσκευή σε σχήμα χοάνης που συλλέγει ηχητικά κύματα απ’ όσα διαμείβονται στη σκηνή και τα οδηγεί στο αυτί του θεατή: «το παρόν είναι μια παγκόσμια ή, έστω, μια ελληνική κοινότητα, αν όχι μελαγχολικών, βαθύτατα προβληματισμένων νεαρών ανέργων. Το δε μέλλον, δυσοίωνο!»

Επειδή όλοι μεγαλώσαμε στους κόλπους μιας οικογένειας, θεωρούμε αυτονόητο ότι κατέχουμε και το νόημά της. Πιστεύουμε ότι οι εμπειρίες μας περί οικογενειακής ζωής είναι «φυσιολογικές» και ότι όλες οι οικογένειες μοιάζουν με τη δική μας. 

Κι επειδή νομίζουμε πως ξέρουμε, καλλιεργούμε λάθος αντιλήψεις και για ολόκληρη την κοινωνία μας.

H οικογένεια, ως θεσμός, έχει υποστεί σαρωτικές και ταχύρρυθμες αλλαγές στη δομή, στη λειτουργία και στη διάρθρωσή της, ιδιαίτερα τις τελευταίες δεκαετίες. Η δύσκολη εποχή έφερε στο προσκήνιο παλιά οικογενειακά μοντέλα και σχήματα, καθρεφτίζοντας τις βαθιές κοινωνικοοικονομικές και πολιτικές μεταβολές, όπως τον εκφυλισμό των θεσμών, αλλά και το τέλμα που επιφέρει μια πνιγηρή σπιτική ατμόσφαιρα.

Οι εξ ανάγκης μορφές οικογένειας, που τελευταία ολοένα και πιο συχνά συναντούμε, μοιάζει να αποτελούν ένα πολυσύνθετο και πολυδιάστατο φαινόμενο, το οποίο προσαρμόζεται στη δυναμική ευρύτερων διεθνών και εγχώριων εξελίξεων.

Στην παράσταση του ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας, μένουμε στον τόπο μας.

Ελλάδα 2025. Σε μια επαρχιακή πόλη που φωτίζεται από τον λαμπερό ήλιο και την παντελή έλλειψη ελπίδας, ένα ζευγάρι γνωρίζεται, δοκιμάζει και αποτυγχάνει καθώς η έλλειψη ζωτικού χώρου έχει ήδη προδιαγράψει το μέλλον του. Μια οικογένεια εξαντλεί την εφευρετικότητά της προκειμένου να καταφέρει να επιβιώσει. Μια χώρα που καταρρέει οικονομικά, η στεγαστική κρίση που βαθαίνει, ανθρώπινες ζωές που βουλιάζουν καθώς δεν έχουν το απαραίτητο οξυγόνο για να αναπνεύσουν. Μια γλυκόπικρη ιστορία που, αν δεν ήταν τραγική, θα έμοιαζε αυθεντικά κωμική.

Σκηνοθετικό Σημείωμα

Ζούμε ιστορικές στιγμές. Στα χρόνια μας, οι οικονομικές συνθήκες έχουν αλλάξει άρδην, έχει αναδυθεί το ζήτημα της στεγαστικής κρίσης αλλά και του brain drain, οι κοινωνικές ανισότητες τείνουν να διογκώνονται και το μέλλον φαντάζει σκοτεινό. Το καινούργιο καταφθάνει αλλά δε μοιάζει να είναι αυτό που περιμέναμε. Κι εμείς δεν έχουμε καν τα όπλα να το αντιμετωπίσουμε. Και έτσι ίσως το μόνο που μας μένει είναι να το καταγράψουμε, να το μεταποιήσουμε σε τέχνη και κάπως έτσι να το ξορκίσουμε. Να αποτυπώσουμε αυτό το γλίστρημα από τη ζωή στην επιβίωση, που δεν ξέρουμε σε ποια ακριβώς χρονιά συνέβη και πώς του επιτρέψαμε να φράξει και το δικό μας δρόμο.

Εύα Οικονόμου- Βαμβακά

Το ζευγάρι αντιπροσωπεύει μια ολόκληρη γενιά, η οποία ερωτεύεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μαθαίνει ξένες γλώσσες μέσα από εφαρμογές, μένει ακόμη στο πατρικό σπίτι και αναγκάζεται να τραβήξει ξεχωριστούς δρόμους. Η κοπέλα φεύγει στο εξωτερικό, ο νεαρός μένει στον τόπο του, εφόσον εξασφαλίζει μόνιμη εργασία.

Είναι όμως οι δυο κύριοι ήρωες τόσο ζεστοί και οικείοι, η ιστορία τους τόσο πραγματική και ρομαντική ταυτόχρονα, που η γλυκύτητα της υπόθεσης υπερβαίνει την αισθητική της, καταλήγοντας σ’ ένα φινάλε που απογειώνει τη συμπάθεια αλλά και τη ματαιότητα.

Ο Κωστής (Αλέξανδρος Σκουρλέτης) και η Ελένη (Κωνσταντίνα Βέρρου) είναι ένα δυνάμει ζευγάρι, που βλέπει τις επιλογές στη ζωής του να καθορίζονται από τα χρήματα, συγκεκριμένα από την απουσία τους, στην Ελλάδα της αβεβαιότητας και της καθίζησης ονείρων.

Το ζευγάρι δεν έχει λεφτά για να νοικιάσει σπίτι ή να αγοράσει αυτοκίνητο κάποιος από τους δύο, δεν μπορεί να συνευρεθεί μόνο του, παρά σε δημόσιους χώρους. Έτσι, αδυνατώντας να πληρώσουν ακόμη και για ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, αναζητούν κάθε φορά δημόσια μέρη που χρησιμοποιούνται για σεξ, γεγονός που αρχίζει να επηρεάζει τη σχέση τους, η οποία είναι δέσμια του οικογενειακού κομφορμισμού, της οικονομικής ασφυξίας και μιας ανύπαρκτης προοπτικής.

Η χαρισματική Μαρία Τσιμά είναι η μητέρα Νέλλη, που μαγειρεύει περίπου επαγγελματικά, για να εξοικονομήσει κάποια χρήματα. Ταυτόχρονα, είναι στρατηγικής αντίληψης ηνίοχος της μικρής της οικογένειας, αλλά είναι και ο κυματοθραύστης δύσκολων καταστάσεων. Εξαιρετική στον ρόλο της, χαρίζει γενναιόδωρα απολαυστικές στιγμές στο κοινό είτε φορτισμένες συναισθηματικά με πικρία και άγχος είτε με χιούμορ και τη γνωστή ιδιοσυγκρασία μιας Ελληνίδας μάνας.

 Ο αδερφός της, ο Μανώλης, είναι ο συνταξιούχος θείος (Δημήτρης Πετρόπουλος), που ζει στο ίδιο σπίτι, βρίσκει διαρκώς λόγους να μιλά διαδικτυακά με μια Γερμανίδα, ενώ λατρεύει την ηλιόλουστη Ελλάδα και θέλει να τη φέρει εδώ, ως νύφη.

Ο έμπειρος ηθοποιός ερμηνεύει αξιοθαύμαστα όλες τις λεπτές αποχρώσεις ενός ηλικιωμένου άνδρα, παραδομένου στο καθεστώς που διέπει ανθρώπους στη δύση τους και λαχταρούν έναν απτό έρωτα.

Οι δύο νεανικοί ανδρικοί χαρακτήρες δουλεύουν σε ένα συσκευαστήριο, ενώ ο φίλος του Κωστή, ο Άλκης, θέλει να μεταναστεύσει στη Γαλλία, να γίνει αμπελουργός και η Ελένη που σπούδασε χορό ονειρεύεται καριέρα στην Ολλανδία.

Όμως, ο Κωστής παραμένει με τη μάνα, λόγω οικονομικής δυσχέρειας, οπότε ασφυκτιούν τα μέλη στο λίβινγκ ρουμ (χώρος ζωής), ο έρωτας στραγγαλίζεται και οι ορίζοντες προς την ευτυχία είναι θολοί.

 Ο Άλκης (Νικόλας Μίχας) εμφορείται από το όνειρο της φυγής και την αναζήτηση ανώτερου βιοτικού επιπέδου και, σαφώς, είναι πιο δυναμικός, πιο τολμηρός στις αποφάσεις του.

Έτσι, συμπληρώνεται στη σκηνή μια ετερόκλητη πεντάδα ανθρώπων, διαφορετικής ηλικίας, διαφορετικών καταβολών και διαφορετικών ονείρων.

Ωστόσο, τα πράγματα δεν είναι ποτέ τόσο εύκολα όσο ελπίζουν, και η σχέση τους περνάει κι αυτή τη δική της κρίση, καθώς οι δυο νέοι προσπαθούν να βρουν τρόπους διαφυγής από τα πολλαπλά «δεσμά» της οικογένειας, μιας ετοιμόρροπης οικονομίας και ενός αβέβαιου μέλλοντος.

Η ξεκάθαρη πρόθεση της συγγραφέως και σκηνοθέτιδας Εύας Οικονόμου Βαμβακά δεν είναι να καταγγείλει πολιτικά, αλλά να αφηγηθεί θεατρικά μια ερωτική ιστορία που πατάει και με τα δύο πόδια στην πραγματικότητα. Πραγματικότητα καυτή και αναγνωρίσιμη, αλλά όχι φτηνά νατουραλιστική, με πρωταγωνίστρια μια γενιά που αγωνίζεται να αποδείξει πως δε θα χαθεί σε μια πατρίδα με ελάχιστες προοπτικές ανέλιξης, ακόμα και στην τρέχουσα χρονική περίοδο, όπου πολλοί νέοι ήδη συμμάζεψαν βαλίτσες και πτυχία και μετανάστευσαν σε τόπους, αν όχι με υψηλό βιοτικό επίπεδο, τουλάχιστον ικανό να τους καλύπτει ανάγκες καθημερινότητας.

Η σκηνοθεσία, τρυφερή και την ίδια στιγμή χιουμοριστική, ισορροπεί γοητευτικά­ ανάμεσα στον ρεαλισμό και στην υπέρβασή του, στο δράμα και στην κωμωδία, στη «μικρή» (προσωπική) και «μεγάλη» (κοινωνική) αλήθεια, αλλά επιβάλλει αργούς ρυθμούς, οι οποίοι, πιστεύω, λειτουργούν εναντίον της παράστασης.

Καθώς η μουντή, άσχημη καθημερινότητα είναι η κυρίαρχη συνθήκη, η Εύα Οικονόμου Βαμβακά έντυσε το κείμενό της με πρωτότυπη, διασκεδαστική μουσική και, μάλιστα, επί σκηνής παίζει το ντόπιο συγκρότημα Acid Plato, οπότε, όλη αυτή η μιζέρια καταφέρνει να πετύχει τον στόχο του κειμένου: Να καταγράψει το αδιέξοδο μιας νέας γενιάς δίχως ιδιαίτερα προσόντα, αδιέξοδο που αιτία του είναι η οικονομική κρίση και η συνεπαγόμενη ανεργία.

Το αποτέλεσμα είναι ότι αυτοί οι νέοι άνθρωποι να μην ελπίζουν ότι θα ζήσουν αξιοπρεπώς και με ενδιαφέροντα, αλλά απλώς θα επιβιώσουν.

Από την άλλη, σε προσωπικό επίπεδο, ο με ελάχιστα ενδιαφέροντα νεαρός ήρωας διχάζεται ανάμεσα στην προοπτική του έρωτα αφ’ ενός, ο οποίος όμως δεν παρέχει την παραμικρή ασφάλεια για το μέλλον, και αφετέρου, του βολέματος (και ταυτόχρονα βαλτώματος) σε έναν ασφαλή, γκρίζο και μίζερο κομφορμισμό. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα, δηλαδή.

Οι τρείς νέοι ηθοποιοί: Αλέξανδρος Σκουρλέτης, Νκόλας Μίχας και Κωνσταντίνα Βέρρου ερμηνεύουν τους ρόλους τους σύμφωνα με τις σκηνοθετικές οδηγίες.

Η γραφή της Εύας Βαμβακά-Οικονόμου, αν θέλουμε να την κατατάξουμε σε ένα είδος, θα έλεγα ότι είναι ποιητικός ρεαλισμός. Ρεαλιστικός και καθημερινός λόγος, σχεδόν απλός, με κάποιες ποιητικές αναγωγές και συνειρμούς πιο στοχαστικούς. 

Το σκηνικό των: Βασίλη Αποστολάτου και Μιχαήλας Πλιαπλιά ορίζεται από έξι χώρους που μοιάζουν με κινηματογραφικό πλατό. Απαλά χρώματα κάθε εποχής, δημόσιοι χώροι (ουρητήρια) και ιδιωτικοί ( σπιτική κουζίνα όπου η Νέλλη μαγειρεύει στ’ αλήθεια) δημιουργούν έναν κοινό τόπο, όπου οι: Κωνσταντίνα Βέρρου, Νικόλας Μίχας, Δημήτρης Πετρόπουλος, Αλέξανδρος Σκουρλέτης και Μαρία Τσιμά ζουν τις μικρές φανερές ζωές τους και υφαίνουν τις μεγάλες εσωτερικές επιθυμίες τους.

 Στο δεύτερο μέρος του έργου το σκηνικό μεταλλάσσεται σε μια ονειρική ατμόσφαιρα, απλωμένη σε ενιαία έκταση.

Το «Λίβινγκ ρουμ» κρύβει μια αγριότητα, δοσμένη με τέτοιον τρόπο, ώστε οι ελπίδες παραμένουν ζωντανές. Η δομή της παράστασης θυμίζει σκόρπια καρέ που συναντήθηκαν στο μοντάζ, ενώθηκαν και διηγήθηκαν μια ιστορία. Η σκηνοθεσία ακολουθεί μια φωτορεαλιστική, τρισδιάστατη οπτική, που διευκολύνει τον θεατή να κατανοήσει καλύτερα το κείμενο, εφόσον ξεπεράσει τον σκόπελο των αργών ρυθμών.

Διαβάζοντας την παράσταση μ’ ένα πιο διεισδυτικό βλέμμα, αποκομίζεις συμπεράσματα πέρα από τα προφανή, όπως: Άραγε, και στις σχέσεις όλα έχουν μια τιμή;

 Όταν ένα ζευγάρι έρχεται σε απόσταση με κύρια αιτία το οικονομικό θέμα, το πρόβλημα της σχέσης είναι μάλλον πολύ πιο σημαντικό και βαθύτερο, από το ίδιο το χρήμα.

Είτε ο ένας κερδίζει περισσότερα, είτε κάποιος από τους δυο είναι άνεργος, είτε υπάρχει απληστία, τσιγκουνιά, ζηλοτυπία, καταπίεση, άγχος, ανασφάλεια σχετικά με την εξέλιξη της πορείας του ζευγαριού, υπάρχει μια κρυφή σημασία από πίσω.

Ο καθένας από τους δύο έχει διαμορφωμένη την προσωπική του «ψυχική λογιστική», μια οικονομική νοοτροπία, που υποσυνείδητα καθρεφτίζει τις πρώιμες εμπειρίες και τις ριζωμένες πεποιθήσεις γύρω από τον εαυτό, επειδή το βίωμα της στέρησης ή της αφθονίας στην τρυφερή ηλικία καλλιεργεί, σταδιακά, και την οικονομική σκέψη και συμπεριφορά.

Ένα ζευγάρι καλείται να «παντρέψει» τις διαφορετικές ανάγκες και προσεγγίσεις γύρω από τη συμβίωση και αν δεν τα καταφέρνει, οι συγκρούσεις το φέρνουν στον χωρισμό.

Τελικά, φταίει το οικονομικό για τη ρήξη στα ζευγάρια; Είναι το χρήμα η πηγή του προβλήματος; Ή μήπως είναι η αφορμή;

Συντελεστές:

Κείμενο/Σκηνοθεσία: Εύα Οικονόμου – Βαμβακά

Σκηνικός χώρος: Βασίλης Αποστολάτος & Μιχαήλα Πλιαπλιά

Σχεδιασμός φωτισμών: Βασίλης Αποστολάτος

Βοηθός σκηνοθέτης & ενδυματολόγος: Βάσια Χρονοπούλου

Πρωτότυπη Μουσική & Μουσικοί επί σκηνής: Acid Plato

Κινησιολογία: Αλέξανδρος Σταυρόπουλος

Οργάνωση Παραγωγής – Επικοινωνία: Γιώτα Δημητριάδη

Οργάνωση Παραγωγής – φωτογραφίες & trailer: Λιλή Νταλανίκα

Κατασκευή σκηνικού: Γιώργος Μαστοράκης, Γιάννης Σταυρίδης, Κώστας Γαρουφαλίδης

Συμπαραγωγή: ΔΗΠΕΘΕ ΚΑΒΑΛΑΣ Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν

Με την υποστήριξη της Εθνικής Λυρικής Σκηνής

Παίζουν οι ηθοποιοί (αλφαβητικά): Κωνσταντίνα Βέρρου, Νικόλας Μίχας, Δημήτρης Πετρόπουλος, Αλέξανδρος Σκουρλέτης, Μαρία Τσιμά

Διάρκεια: 80 λεπτά

 ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«Πιτσιμπούργκο» της Σώτης Τριανταφύλλου στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

«Πιτσιμπούργκο»-της-Σώτης-Τριανταφύλλου-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Ποιος θεωρείται μετανάστης; Έχει ο μετανάστης χρώμα; Έχει ταυτότητα; Πρώτα γίνεσαι φτωχός και μετά μετανάστης.

Η παλιά πληγή της μετανάστευσης σε μικρογραφία είναι το θέμα της ιστορίας της Σώτης Τριανταφύλλου με τον τίτλο Πιτσιμπούργκο. Πρόκειται για την αφαίμαξη από το πιο σημαντικό και ακμαίο δυναμικό του πληθυσμού της Ελλάδας, τους νέους της που έφευγαν για να βρουν μια καλύτερη τύχη σε όποια χώρα της πλατιάς ξενιτιάς, όπου έβρισκαν τόπο να δουλέψουν, να εξοντωθούν, να πεθάνουν και χάθηκαν απ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς να μάθει τίποτα κανείς γι’ αυτούς, ενώ άλλοι κατάφεραν να επιβιώσουν και να ζήσουν εκεί κι άλλοι να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και να συνεχίσουν με κάποια άνεση τη ζωή τους.

Το Πιτσιμπούργκο είναι ένα αφήγημα που περιλαμβάνει την αλληλογραφία ενός τέτοιου δυστυχισμένου νέου, νιόπαντρου, του Δημοσθένη, με τη γυναίκα το την Ελέγκω.

Ο Δημοσθένης από τη Χίο μεταναστεύει στο Πίτσμπουργκ, τη μεγαλύτερη πόλη στην αμερικανική Πενσυλβανία, η οποία θεωρείται η «Πόλη του Χάλυβα» για τις πάνω από 300 επιχειρήσεις της και «Πόλη των Γεφυρών» για τις 446 γέφυρές της, αφού είναι χτισμένη στη συμβολή τριών μεγάλων ποταμών. Στη Χίο δεν υπάρχει «μέλλο», όπως λέει ο Δημοσθένης, σεισμοί, ναυάγια, πειρατές και το χώμα «που ’ναι στέρφο».

Το αφήγημα, λόγω των ημερολογιακών καταγραφών του ζεύγους, μοιάζει και με ημερολόγιο, από το οποίο πληροφορούμαστε τις ένθεν και εκείθεν του μεσολαβούντος ωκεανού, δυστυχίες. Της πόλης που θα δώσει στον Δημοσθένη και στους άλλους εργάτες της βιομηχανίας τα μέσα για να ζήσουν και της γενέθλιας γης της Χίου, που δεν μπορεί να τους τα εξασφαλίσει. Το μεροκάματο του τρόμου καταλήγει στο ημερολόγιο της δυστυχίας, αλλά και της ιστορικής ενημέρωσης, αφού ο καθένας από την πλευρά του περιγράφει την κακή του μοίρα και οραματίζεται την ελπίδα που αργεί πολύ, μέσα σε μια κοινωνία που διαρκώς πάσχει από πόλεμο, φτώχεια, βία και δυστυχία.

Χίος 28 Μάρτη 1913. Η Ελέγκω παίρνει στα χέρια της το πρώτο γράμμα, έπειτα από οκτώμισι μήνες, από τον ξενιτεμένο στο Πίτσμπουργκ της Αμερικής άντρα της Δημοσθένη.

«Τίλως είσαι, Ελέγκω μου; Τρως; Κοιμάσαι; Αχ, να ’μουνα κει πέρα την Πρωτοχρονιά, να πηαίναμε στον Βροντάδο να τρώγαμε τα μαμούλια της Μαριόγκας!»

Μέσα από την αλληλογραφία τους ξεδιπλώνεται η ζωή στο νησί, αμέσως μετά την απελευθέρωσή του από τους Τούρκους.

Φτώχεια, πείνα, μπάρκα, προσφυγιά, αρρώστιες, μα και τηλέφωνα και κινηματόγραφος. Ένα νησί πληγωμένο και σαστισμένο.

«ΥΓ. Τώρα θυμήθηκα πως αυτοκίνητα έχομε κι εδώ, πάνε κι έρχονται σαν δαίμονες. Εγώ εν τα δα, μου το ’πε η Ειρήνη».

Από την άλλη, η βιομηχανική πόλη του Πίτσμπουργκ.

«Βρέχει νερό μαύρο, Ελέγκω μου, αφ’ τα εργοστάσια, καταλαβαίνεις».

«Αγαπημένη μου Ελέγκω, άργησα να σου γράψω γιατί εν ήβρισκα γραμματικό».

«Δημοστένη μου, μόλις έλαβα το γράμμα σου μου ’ρθε λιγοθυμιά».

Τα γράμματα πηγαινοέρχονται, ο Δημοσθένης γράφει τα προβλήματα της ζωής στο Πιτσιμπούργκο και η Ελέγκω παραπονιέται πως δεν της γράφει συχνά και ανησυχεί. Εκείνος την καθησυχάζει – είναι και τα γραμματόσημα ακριβά και κάνει οικονομίες, παράλληλα της δίνει συμβουλές τι να κάνει, τι να προσέχει, ποιον να αποφεύγει, για να μην της βγει κακό όνομα, κι εκείνη του γράφει να προσέχει γιατί φοβάται…

Εν πάση περιπτώσει, αυτή η αλληλογραφία φέρνει στην επιφάνεια το τι τράβηξε αυτός ο καημένος άνθρωπος και τι η οικογένειά του πίσω στο χωριό, στη Χίο, όπου ο αέρας μοσκοβολάει μαστίχα, ενώ στο Πιτσιμπούργκο μυρίζει χάλυβα.

Η συγγραφέας με τον τρόπο της θίγει το πολύ σοβαρό θέμα του μετανάστη, του φτωχού, του μόνου κι έρημου ανθρώπου, που αγωνιά γι’ αυτούς που άφησε πίσω του, ενώ εκείνος ξένος ανάμεσα σε ξένους και κάποιους Έλληνες –«Σλάβοι, Αράπηδες, Έλληνες, ένα και το αυτό»– αγωνιά να επιβιώσει στην άγνωστη, άγρια και αφιλόξενη γη.

Παράλληλα, αναφέρονται ήθη, έθιμα, απλά καθημερινά κουτσομπολιά, ευρύτερα πολιτικά, ο καιρός ή η δολοφονία τού βασιλιά και η θέση της γυναίκας:

 «Δημοσθένη, Λες πως στο Πιτσιμπούργκο χιονίζει, αμ εδώ ήντα κάμνει; […] Σκοτώσανε και τον βασιλιά, λένε, το ’μαθες, Δημοσθένη μου; Εγώ τον βασιλιά εν τον ήξερα, αλλά για να τον σκοτώσουνε κάτι θα ’κανε… Εσύ Δημοσθένη μου, ήντα λες; Οι γυναίκες εν πρέπει να ’χουνε εμυαλό για τέτοια πράματα, βασιλιάδες, πολέμοι, αλλά, μες στη μοναξιά που με δέρνει και τον καμό, φοβούμαι ήμπα στο νησί έχουν έρθει οι βουρβούλακες κι έχει πέσει κατσικοποδιά […] έγινε κι άλλος σεισμός […] μια γίδα γέννησε τέρας δίχως μάτια…». Μέχρι και παράπονα του γράφει, γιατί ο Δημοσθένης είπε πως η Μαριόγκα κάνει τα «μαμούλια» καλύτερα από εκείνην. Με την ευκαιρία η Ελέγκω μάς δίνει τις λεπτομέρειες: ψιλοκόβει το αμύγδαλο, προσθέτει καρύδι, βάζει και μοσκοκάρφι: «Τίλως μπορείς να λες πως τα μαμούλια της Μαριόγκας είναι πεντανόστιμα;». Παράλληλα, λέει πως ο θείος θα την πάρει μαζί με τη Μαριόγκα να δούνε την Εσμέ την Τουρκοπούλα. «Αχ Δημοσθένη, να με πήαινες εσύ!». Αλλά σαν την Ελέγκω είναι κι άλλες πολλές που οι άντρες τους ταξιδεύουν με τα «παπόρια». «Ήντα παπόρια ήντα Πιτσιμπούργκο, καλύτερα το Πιτσιμπούργκο, που δεν θα ρουφήξει ποτές η θάλασσα».

Έτσι, εκκινώντας από το προσωπικό, στη δραματοποιημένη λογοτεχνία, η σκηνοθέτρια Αρκαδία Ψάλτη, σταδιακά απλώνει την αφήγηση στο γενικό κακό, εκείνο από το οποίο υποφέρει η ελληνική οικογένεια, η φτωχή επαρχία, η Ευρώπη που ετοιμάζεται για πόλεμο, αλλά και στην Πενσυλβανία, όπου η ζωή είναι τρόμος, σκληρή δουλειά, αμφίβολη βελτίωση, υπόκοσμος και ύποπτος πλουτισμός.

 Όπως βλέπουμε από τον διάλογο, η εξομολόγηση, το παράπονο, η περιγραφή, η εξήγηση, η ερμηνεία, η κοινωνική παρατήρηση, ό,τι κι αν δείχνει αυτή η αλληλογραφία, είναι μια καταγραφή των προβλημάτων που αρχίζει με εστίαση πάνω σε ένα οικογενειακό θέμα, για να ανοίξει σε έναν ευρύτερο κοινωνικό κύκλο, στη Χίο ή στο Πίτσμπουργκ, και στη συνέχεια στον κόσμο όλο, με τον πόλεμο ενόψει.

Το γλωσσικό ιδίωμα, η ντοπιολαλιά της Χίου, προσδίδει αληθοφάνεια στον ιδιαίτερο, μεταποιημένο λόγο των αλληλογράφων, οι οποίοι πέρα από την ιδιάζουσα λέξη αποδεικνύονται άριστοι στη σύνταξη. Αυτό, βέβαια, οφείλεται στην ικανότητα της συγγραφέως, η οποία έχει συγγράψει πάνω από σαράντα βιβλία και ξέρει πολύ καλά πώς να μεταβάλει τον διάλογο δύο επαρχιωτών σε απλό, κατανοητό, γοητευτικό και συγκινητικό λογοτεχνικό λόγο.

Η συγκεκριμένη θέση του Δημοσθένη και της Ελέγκως είναι θέμα που δεν αφορά μόνο τη Χίο, αλλά όλη την Ελλάδα, όλον τον κόσμο, που μεταναστεύει στην υπερατλαντική χώρα της ευκαιρίας.

Η Αρκαδία Ψάλτη σκηνοθετεί με τρυφερότητα το κείμενο της Σώτης Τριανταφύλλου Πιτσιμπούργκο, και οι δύο νέοι και καλοί ηθοποιοί Τζωρτζίνα Λιώση και Σταμάτης Μπάκνης, ζωντανεύουν στη σκηνή μοναδικά μια ιστορία αγάπης στη διάρκεια του πρώτου μεγάλου μεταναστευτικού κύματος από την Ελλάδα προς την Αμερική.

Το αφήγημα είναι γραμμένο στο χαρακτηριστικό Χιώτικο γλωσσικό ιδίωμα, μια γλώσσα εύληπτη και άμεσα συνδεδεμένη με την αρχαία ελληνική.

Όλα τα επιστολικά μυθιστορήματα καλούν τον αναγνώστη – θεατή, να ανασυστήσει, μέσα από ενδείξεις της αλληλογραφίας, τη ροή των γεγονότων, ως σκιώδης αφηγητής μιας ανείπωτης ιστορίας.

 Και σαν να μην έφτανε αυτό, η επιστολική μορφή του έργου και το κυρίως προσωπικό περιεχόμενο των γραμμάτων, γεννούν μια εντύπωση αδιάκριτης παρέμβασης στις ζωές των άλλων. Σαν να ανοίγεις στα κρυφά ξένους φακέλους. Γοητευτική τακτική, από την πλευρά του συγγραφέα. Από την πλευρά του αναγνώστη – θεατή, , η ψυχολογική ένταση ενισχύει την εμπλοκή.

Η σκηνοθέτρια δηλώνει – σε συνέντευξή της – για το έργο και την παράσταση: «Το έργο διαδραματίζεται το 1913, στην Χίο. Αμέσως μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων και πληθυσμιακών μετακινήσεων. 

 Κάθε χρόνο 25.000 άνθρωποι εγκαταλείπουν μια χώρα οικονομικά εξουθενωμένη και πολιτικά αβέβαιη. Μπαίνουν στα καράβια να κυνηγήσουν το αμερικάνικο όνειρο που υπόσχεται ευκαιρίες πλούτου και ευημερία. Ελπίζουν σε καλύτερη ζωή για αυτούς και τις οικογένειές τους και λειώνουν και στραγγίζονται στις μεγάλες βιομηχανικές πόλεις.

Το όνειρο αποδεικνύεται εφιάλτης. Ευτυχώς υπάρχει αλληλεγγύη και στήριξη ανάμεσα στους συμπατριώτες, που τους δυναμώνει. Έτσι καταφέρνουν να κάνουν κοινότητες και μέσα από μια πολύ σκληρή ζωή να ορθοποδήσουν. Πόσο μακρινό είναι όλο αυτό; Πόσο όμοιες εικόνες και καταστάσεις υπάρχουν σήμερα; Σε ποια θέση είμαστε; Η ηθική μας πως πλάθεται; Πως αξιολογούμε και ιεραρχούμε τις ανάγκες μας; Τι πιστεύουμε ότι μπορεί να είναι τελικά η σανίδα της σωτηρίας μας, αν αυτή υπάρχει; Αυτά και ίσως κι άλλα τα ερωτηματικά, που ο καθένας δίνει τις δικές του απαντήσεις και έτσι προχωράει η ζωή όπως προχωράει. Τα υστερινά τιμούν τα πρώτα. Το παρελθόν έχει τις απαντήσεις για το μέλλον».

Γραμμένο με έναν λόγο καθαρό, με στοιχεία Χιώτικης ντοπιολαλιάς, με πολύ ενδιαφέρουσα ροή, κινηματογραφικές περιγραφές και με δυνατές σκηνές που συνδυάζουν την συγκίνηση και το κωμικό στοιχείο σε τέλεια αρμονία, το έργο δε μας προσφέρει απλώς την τοιχογραφία μιας εποχής, αλλά κυρίως, μας μιλά για τους επιζήσαντες και τους αδικοχαμένους μιας γενιάς που όρθωσε ανάστημα, σε μια από τις πλέον δύσκολες περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Μιας γενιάς που πέρασε πολλά σ’ αυτόν τον κακοτράχαλο δρόμο της ξενιτιάς, έχασε πολλά και θυσίασε πολλά, που πληγώθηκε, αδικήθηκε, περιπλανήθηκε, υποτιμήθηκε, βίωσε ρατσισμό και εξευτελισμούς, μα αγωνίστηκε μέχρι τέλους για να σταθεί στα πόδια της και να επιβιώσει.

Αυτή η γενιά μνημονεύεται με τρόπο ευαίσθητο και σεβαστικό μέσα από το αφήγημα της Σώτης Τριανταφύλλου και πραγματικά αυτή η μνεία της αξίζει, όπως αξίζουν συγχαρητήρια στους συντελεστές της ιδιαίτερης αυτής παράστασης.

Συντελεστές

Κείμενο: Σώτη Τριανταφύλλου

Σκηνοθεσία: Αρκαδία Ψάλτη 

Μουσική επιμέλεια, φωτισμοί: Αρκαδία Ψάλτη

Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή

Παίζουν: Τζωρτζίνα Λιώση, Σταμάτης Μπάκνης

Παραγωγή: ΑΜΚΕ Αγγελοπετριά

Διάρκεια: 60 λεπτά

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Οι  καθηλωτικές «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

Οι- καθηλωτικές-«Στρακαστρούκες»-του-Δημήτρη-Σαμόλη-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Συγκινητική, συναρπαστική, σαγηνευτική η παράσταση του Δημήτρη Σαμόλη που, πέρα από το όποιο μάθημα – σπουδή σε γονείς, σε εφήβους, σε άνδρες, στην ελληνική κοινωνία, είναι κι ένα όψιμο μνημόσυνο στον φονευθέντα από νταήδες Κρητικούς αγριάνθρωπους συμφοιτητές του, για τον άδικο θάνατό του, για την τιμωρία- χάδι που τους επιβλήθηκε, ύστερα από πολλά χρόνια αναβολής της δίκης. Κι ο ηθικός αυτουργός; Τίποτα! Κύριος!

Η ομοφοβία δεν είναι έμφυτη. Διδάσκεται! Είναι ένας συνδυασμός κοινωνικής πίεσης για συμμόρφωση και προσωπικής ανασφάλειας απέναντι στην ελευθερία του άλλου να αυτοπροσδιορίζεται.

Ο Δημήτρης Σαμόλης, ένας ιδιαίτερα ταλαντούχος ηθοποιός και τραγουδιστής, επέλεξε να μιλήσει με ειλικρίνεια και τόλμη για κάποια πράγματα που προφανώς τον αφορούν. Πράγματα που συνέβησαν στο πρόσφατο παρελθόν και απ’ ό,τι φαίνεται εξακολουθούν να συμβαίνουν.

Στο πρώτο του θεατρικό έργο, βάζει στο μικροσκόπιο την «αγία ελληνική οικογένεια», τη ζωή στην επαρχία και τον εκφοβισμό σε ένα συνταρακτικό μονόλογο-κατάθεση. Οι «Στρακαστρούκες» είναι μια καθηλωτική ελεγεία αγάπης για την ανθρώπινη φύση, αλλά και ένα φωτεινό βέλος σε αυτά που μας πόνεσαν βαθιά.

Η επίσημη πρώτη του έργου πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2023 στο θέατρο «Μικρό Γκλόρια» στην Αθήνα.

Η παράσταση γνώρισε τεράστια επιτυχία (sold out) από την πρώτη κιόλας χρονιά, γεγονός που την οδήγησε να συνεχίσει για τρεις συνεχόμενες σεζόν (2023-24, 2024-25 και 2025-26) και στις μέρες μας περιοδεύει τη χώρα.

Ο έφηβος Κωνσταντής, το μικρότερο παιδί μιας οικογένειας που αποτελείται από τις τέσσερις μεγαλύτερες αδελφές του, οι οποίες τον αγαπούν και τον προστατεύουν από τη μητέρα του, για την οποία δεν μαθαίνουμε πολλά, και από έναν πατέρα στα όρια του κακοποιητή, έναν αψύ Κρητικό μεγαλωμένο στη κακοφορμισμένη κρητική παράδοση που θέλει κυρίαρχο το αρσενικό σε όλα τα καθωσπρέπει της, έναν τυποποιημένο γονέα, που δεν περιμένει πια από τον γιό του όλα όσα, συνήθως, κάνουν περήφανους πατεράδες σαν κι αυτόν.

 Ο Κωνσταντής, όμως, κακοποιείται καθημερινά και από τους νταήδες του σχολείου του, που του έχουν βγάλει το παρατσούκλι «Μπέντζι», το οποίο ενίοτε μετατρέπεται στο πιο θηλυκό «Μπεντζίνα», και του απευθύνουν σκληρά σεξουαλικά, άκρως προσβλητικά πειράγματα, που για κάποιο λόγο οι Έλληνες πάντα θεωρούσαν ότι έχουν το δικαίωμα να ξεστομίζουν.

Η καθημερινότητά του είναι βασανιστική, οι συμμαθητές του τού κάνουν τη ζωή μαρτύριο, πάντα με την ανοχή των καθηγητών. Κοντολογίς, όλα όσα περνάνε κάποια αγόρια στα σχολεία όταν ορισμένα χαρακτηριστικά τους προδίδουν το διαφορετικό ή όταν αυθαίρετα τους αποδίδονται ερωτικές προτιμήσεις αντίθετες από τις «κανονικές» των περισσότερων. 

Ο Κωνσταντής «αποδρά» από την κόλαση που βιώνει είτε χάρη στην πλούσια φαντασία του, καθώς ονειρεύεται ένα μέλλον σπουδαίο και λαμπερό, είτε μέσα από τη μουσική, μαζί με τον κολλητό του, τον Ασκομπαντούρα, έναν άλλο αποσυνάγωγο, για διαφορετικούς από εκείνον λόγους.

Ωστόσο, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να «ανδρωθεί». Μια από τις πρακτικές που ακολουθεί είναι να συμμετέχει στην προετοιμασία του ρουκετοπόλεμου της Ανάστασης, ώστε να ανέβει στα μάτια των συμμαθητών του, μήπως και ξεφύγει από το bullying, τα χυδαία λόγια και από την καζούρα.

 Φτάνει στο σημείο να σχεδιάζει σχέση με μια συμμαθήτριά του, τη Σωτηρούλα, ώστε να έχει κι αυτός το κορίτσι του.

Η αδεξιότητά του, βέβαια, φέρνει εντελώς άλλα αποτελέσματα, καθώς λίγο πριν την Ανάσταση, τη βραδιά που ετοιμάζεται να της δώσει το πρώτο φιλί, αντί να της προσφέρει καραμέλες που έχει στην τσέπη του, κατά λάθος της δίνει μια χούφτα στρακαστρούκες από τη λάθος τσέπη. Η Σωτηρούλα χάνει το δόντι της κι εκείνος την ευκαιρία να αναβαθμιστεί στα μάτια των άλλων αγοριών.

Με αυτό το πανέξυπνο εύρημα ξεκινάει ουσιαστικά ο μονόλογος του Κωνσταντή, που ξεδιπλώνει μια ζωή ενοχών, φόβου, τρόμου και βαθιάς απαξίωσης από τον πατέρα του, έναν άνθρωπο που φέρει το δικό του «τραύμα», καθώς τον είχε κάποτε ταπεινώσει μπροστά σε όλο το χωριό ο δικός του πατέρας, με αποτέλεσμα να είναι σκληρός και μονίμως προσβλητικός απέναντι στον γιο του. 

Ο Δημήτρης Σαμόλης ξεπροβάλλει από ένα όρθιο κιβώτιο (σκηνογραφία Λουκάς Μπάκας), γεμάτο άλλα κουτιά, αναπόσπαστα υλικά της μνήμης, σαν ο Κωνσταντής να αναδύεται μέσα από τον μικρόκοσμό του, και με μοναδικό κωμικό μπρίο, χρησιμοποιώντας κρητική προφορά, αφηγείται τον κακό χαμό που ακολούθησε το χάσιμο του δοντιού της Σωτηρούλας.

Ο ήρωας που γεννάνε οι λέξεις του Δημήτρη Σαμόλη δε φλυαρεί, θυμάται. Δεν ομολογεί, εξομολογείται. Δεν ομιλεί, συνομιλεί. Μας αποκαλύπτει την ιστορία του, που σχεδόν την ξέρουμε, σχεδόν την έχουμε ξανακούσει, σχεδόν την έχουμε αποφύγει και σχεδόν την έχουμε πετάξει στο μπαούλο της λήθης.

Μια γνώριμη ιστορία που ζωντανεύει ένας καταιγιστικός μονόλογος, του οποίου η μόνη αγωνία είναι να βγουν από το κουτί οι μνήμες μας, όποιες κι αν είναι, οι στιγμές που έχουμε καταπιεστεί μέσα στην « παραδοσιακή ελληνική κοινωνία», που ό,τι δε δέχεται, ό,τι δε χωράει στα ασφαλή σύνορα της συνηθίζει να το πνίγει, να το καταπιέζει, να το εξουσιάζει, να το εξαφανίζει.

 Έτσι, από την πρώτη κιόλας σκηνή, κατακτάει το ενδιαφέρον του κοινού, το οποίο στο υπόλοιπο της παράστασης κυριολεκτικά κρέμεται από τα χείλη του.

 Η ιστορία που ακολουθεί είναι η αφήγηση ενός πονεμένου παιδιού που αυτοσαρκάζεται για να εξιλεωθεί απέναντι σε έναν πατέρα και μια κοινωνία, ακόμα και απέναντι στον εαυτό του, επειδή τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα περίμεναν. 

Ο σκηνοθέτης Μάριος Κακουλλής αφήνει ελεύθερο τον Δημήτρη Σαμόλη να πλάσει με ανάσες, λέξεις και δικές του νότες, έναν πραγματικό ήρωα που σκαλίζει τη μνήμη μας, αλλά και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, πότε με χιούμορ και πότε με αυτό το μούδιασμα που προκαλούν στα αυτιά μας οι στρακαστρούκες, καθώς συγκρούονται με την κανονικότητα.

Ο Δημήτρης Σαμόλης φαντάζεται, φτιάχνει και παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο ήρωα. Η αφήγησή του είναι τέτοια που στη σκηνή βρίσκουν χώρο και οι υπόλοιποι ήρωες, κι ας μην έχουν φυσική παρουσία.

Η ιστορία του ξεκινάει ως μια γλυκόπικρη ανάμνηση των παιδικών του χρόνων για να γίνει μια πλημμύρα συναισθημάτων, για τον ίδιο αλλά και για το κοινό, για την καταπίεση που έχουμε νιώσει οι ίδιοι, για την βία που είδαμε αλλά δεν κάναμε αρκετά, ή και τίποτα, για τις ιστορίες που έχουν βγει από την ειδησεογραφία.

Κι όλα αυτά χωρίς διάθεση καταγγελίας ή διδακτισμού, αλλά με τον ήρωα να εκφράζει το παράπονό του. Το γιατί του, σε μια καλοστημένη παράσταση -περφόρμανς, έμπλεη ευρημάτων και εξαιρετικής ερμηνείας.

Οι «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη δεν είναι ένα παραδοσιακό μάθημα, αλλά ένα τραγούδι-μανιφέστο για την αυτοπεποίθηση, την αποδοχή της διαφορετικότητας και τη δύναμη του να «κάνεις θόρυβο» με την προσωπικότητά σου.

Το τραγούδι προτρέπει τον ακροατή να αγκαλιάσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ακόμα και αυτά που οι άλλοι μπορεί να θεωρούν «περίεργα» ή «υπερβολικά.

Αν και ξεκινά από το άτομο, το τραγούδι συχνά λειτουργεί ως ένας ύμνος για όλους όσοι νιώθουν έξω από τας κελύφη των κανόνων, θυμίζοντάς τους ότι δεν είναι μόνοι.

Οι «Στρακαστρούκες», εντέλει, διδάσκουν πως η μεγαλύτερη επανάσταση είναι να είσαι ο εαυτός σου σε έναν κόσμο που προσπαθεί να σε κάνει ίδιο με όλους τους άλλους, με τα πρέπει, δηλαδή τη βία.

 Αν μένει κάτι στο θυμικό όλων των θεατών από την σπουδαία αυτή δουλειά, στην κάθε φορά ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα, είναι σίγουρα το σπαρακτικό φινάλε. Ανατριχιαστικό, συγκλονιστικό, ένα δυνατό ράπισμα στον καθωσπρεπισμό που επιβάλει μια στημένη από δόγματα και από κακοφορμισμένες συνήθειες κανονικότητα, και που σαπίζει συνειδήσεις. Δυστυχώς, η αφύπνιση έρχεται όταν είναι πια αργά… πολύ αργά.

Συντελεστές

Κείμενο – Ερμηνεία – Τραγούδια : Δημήτρης Σαμόλης

Σκηνοθεσία : Μάριος Κακουλλής

Σκηνικά – Κοστούμια : Λουκάς Μπάκας

Φωτιστικός σχεδιασμός – Δραματουργία : Στέφανος Δρουσιώτης

Μουσική: ECATI

Βοηθός σκηνοθέτη : Δανάη – Αρσενία Φιλίδου

Φωτογραφίες : Ελίνα Γιουνανλή

Graphic design : Μιχάλης Δέμελης

Trailer : Θωμάς Παλυβός

Social media : Κάλλη Μαυρογένη

Οργάνωση Παραγωγής : Μαρία Παπαφωτίου

Παραγωγή: Ars Aeterna – Σταμάτης Μουμουλίδης

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Ο Αρχέλαος Γρανάς πλέκει το εγκώμιο της Εύας Οικονόμου – Βαμβακά

Ο-Αρχέλαος-Γρανάς-πλέκει-το-εγκώμιο-της-Εύας-Οικονόμου-–-Βαμβακά

Η Εύα Οικονόμου Βαμβακά θα είναι και για τα επόμενα τρία χρόνια στη θέση της καλλιτεχνικής διευθύντριας του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας, όπως αποφάσισε την Τρίτη (17/3) κατά πλειοψηφία το διοικητικό συμβούλιο του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.
Για το θέμα μίλησε στην ΕΡΑ Καβάλας, ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., Αρχέλαος Γρανάς.

Με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους

«Στην τελευταία συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας κάναμε την επιλογή του καλλιτεχνικού διευθυντή για την επόμενη τριετία. Με μυστική ψηφοφορία προέκυψαν 7 ψήφοι για την κ. Οικονόμου Βαμβακά, οπότε με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους. Εκείνο που επικράτησε είναι ότι έχει την καλλιτεχνική εμπειρία, διετέλεσε ξανά καλλιτεχνική διευθύντρια, έχει διοικητικές και οργανωτικές ικανότητες, έχει αποστολή να φέρει το θέατρο κοντά στην κοινωνία. Υπάρχει συνεργασία με τα σχολεία, με τους τοπικούς φορείς, με τους πολιτιστικούς οργανισμούς και προωθεί και τη θεατρική παιδεία. Έχει καλή δικτύωση με διάφορους παραγωγούς, αλλά και με άλλα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. της χώρας και συνεργασίες που έχει αναπτύξει με αυτούς. Όλα αυτά εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. και την επιλέξαμε για ακόμη μία τριετία», ανέφερε σχετικά ο κ. Γρανάς.

”Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε…”

”Έχει ικανότητες για να παίρνει αποφάσεις και να επιλύει προβλήματα που δημιουργούνται ούτως ή άλλως σε τέτοιες περιπτώσεις. Όλα αυτά επίσης εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία μας. Όχι ότι και οι άλλοι υποψήφιοι που ανέπτυξαν εν ολίγοις τα δικά τους επιχειρήματα δεν ήταν καλοί, αλλά εφόσον είμαστε ευχαριστημένοι από την προηγούμενη θητεία της κ. Οικονόμου Βάμβακα της εμπιστευτήκαμε και πάλι τη νέα τριετία ως καλλιτεχνική διευθύντρια στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας και έτσι έληξε η ιστορία αυτή. Δεν ήταν τόσο η αμφισβήτηση της καλλιτεχνικής διεύθυνσης, αλλά όσον αφορά τη νομιμότητα των διαδικασιών. Εφόσον πλέον έγιναν όλα νόμιμα και κανείς δεν μπορεί να πει τίποτα, προχωράμε. Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε”, επισήμανε καταληκτικά ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας.

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα