Connect with us

Πολιτισμός

«Βάκχες» του Ευριπίδη στο 64ο Φεστιβάλ Φιλίππων με την υπογραφή της Νικαίτης Κοντούρη!

«Βάκχες»-του-Ευριπίδη-στο-64ο-Φεστιβάλ-Φιλίππων-με-την-υπογραφή-της-Νικαίτης-Κοντούρη!

Οι Βάκχες στον 21ο αιώνα

Την τελευταία θεατρική δεκαετία είχαμε αρκετές και πολύ διαφορετικές μεταξύ τους σκηνοθετικές προτάσεις γύρω από το ανέβασμα των Βακχών, οι οποίες σε βάθος χρόνου μπορούν να εκτιμηθούν σε μια συγκριτική ερμηνευτική ανάλυση. Πρόκειται για ένα έργο ιδιαιτέρως δεκτικό σε διαφορετικές προσεγγίσεις παραμένοντας, ωστόσο, «ρευστό» και «χιμαιρικό». Από την πολυσυζητημένη εμφάνιση του Σάκη Ρουβά, ως Διόνυσου στην παράσταση του Δημήτρη Λιγνάδη το 2013, για την οποία τιμήθηκε με το βραβείο «Κάρολος Κουν», μέχρι τις «Βάκχες δωματίου» του Έκτορα Λυγίζου (Υπόγειο Θεάτρου Νέου Κόσμου – 2013) και από τις «θρακιώτικες» Βάκχες σε σκηνοθεσία Τάσου Ράτζου του ΚΘΒΕ το 2006, μέχρι τον «γυναικείο» Διόνυσο της Αγλαΐας Παππά στην παράσταση της Άντζελας Μπρούσκου στην Επίδαυρο (2014), είχαμε την ευκαιρία να «βακχευτούμε» και να ξαναγνωρίσουμε την αγαπημένη ευριπίδεια τραγωδία.

Το 2013 επίσης, η Μάρθα Φριντζήλα ανέβασε τις «Βάκχες» μ’ έναν 60μελή θίασο, ως μουσικό θεραπευτικό δρώμενο. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσίασε και η ροκ εκδοχή από τον Άρη Μπινιάρη, πριν από δύο χρόνια στη Στέγη, με πρωταγωνιστές τους: Χρήστο Λούλη, Γιώργο Γάλλο, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, την οποία είχαμε την ευκαιρία να ξαναδούμε εν μέσω καραντίνας στο επίσημο κανάλι της Στέγης στο youtube.

Στο πλαίσιο του περσινού θεσμού « Όλη η Ελλάδα ένας πολιτισμός», το Ίδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης» παρουσίασε τις «Βάκχες» του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Χατζή σε εμβληματικούς αρχαιολογικούς χώρους, με την Κωνσταντίνα Τάκαλου σε δυο ρόλους: Πενθέα και Αγαύης.

Ο Χρήστος Σουγάρης, επίσης πέρυσι, επέλεξε μια κωμικοτραγική γραμμή στο ανέβασμα των Βακχών, τοποθετώντας τη δράση σε μια παρηκμασμένη παιδική χαρά, αναδεικνύοντας το κομμάτι της τρέλας που είναι εγγενές στην βακχεία. Σ’ αυτό το πλαίσιο απέδωσε τους χαρακτήρες του δράματος, ως τους «τρελούς» του πάρκου, αξιοποιώντας στοιχεία του τσίρκου αλλά και αναγνωρίσιμων φιγούρων από τον αχανή αστικό κόσμο.

Κορυφαία θεωρείται η ιστορική παράσταση των Βακχών από την ομάδα του Θεόδωρου Τερζόπουλου (1986), που έχει κυκλοφορήσει κινηματογραφημένη, ενώ προβλήθηκε και στο θεατρικό Φεστιβάλ Dubitanda το 2017.

Τέλος, η διεθνώς πολυβραβευμένη Izumi Ashizawa το 2019 συμπράττει με το κυπριακό θεατρικό σχήμα Belacqua Theatre και σκηνοθετεί τις «Βάκχες» του Ευριπίδη, συνδυάζοντας τους κώδικες του Ιαπωνικού θεάτρου Νο και του αρχαίου Ελληνικού δράματος.

Φέτος η Νικαίτη Κοντούρη σκηνοθετεί την τραγωδία του Ευριπίδη για λογαριασμό των: «Εταιρεία Τέχνης «Αrs Aeterna» και ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Ιωαννίνων. Την περιοδεύει και τη φέρνει και στο φεστιβάλ Φιλίππων.

Υπόθεση

Ο Διόνυσος, γιος του Δία και της κόρης τού Κάδμου Σεμέλης, φτάνει στη Θήβα με ανθρώπινη μορφή για να επιβάλει εκεί τη λατρεία του. Οι κόρες του Κάδμου αρχικά αμφισβητούν τη θεϊκή καταγωγή του κι εκείνος, εκδικητικά, εμβάλλει μανία στις γυναίκες και ως ακόλουθές του -Μαινάδες- παραμένουν στον Κιθαιρώνα. Ο Πενθέας, γιος της Αγαύης, αρνείται να δεχτεί τη λατρεία του νέου θεού και στρέφεται εναντίον τους. Συλλαμβάνει τον Διόνυσο, ο οποίος με τη σειρά του ελευθερώνεται και με σεισμό καταστρέφει το παλάτι. Ο Διόνυσος εκδικείται τον Πενθέα για την ασέβειά του. Τον πείθει να μεταμφιεσθεί σε Μαινάδα για να κατασκοπεύσει τις Θηβαίες στον Κιθαιρώνα και, όταν φτάνει στο βουνό, οι Μαινάδες με πρώτη τη μητέρα του, τον διαμελίζουν.

Η Αγαύη επιστρέφει θριαμβευτικά στην πόλη μεταφέροντας το κεφάλι του Πενθέα, ως τρόπαιο λιονταριού πάνω στον θύρσο.

Στη συνέχεια, ο Κάδμος την ωθεί να συνειδητοποιήσει τι έχει πράγματι διαπράξει και το έργο τελειώνει με την εμφάνιση του Διόνυσου, ως θεού πλέον, που ανακοινώνει τη δυσοίωνη τύχη των ηρώων και εδραιώνει τη θρησκεία του.Οι Βάκχες είναι το τελευταίο και το πιο αινιγματικό έργο του Ευριπίδη. «Επικίνδυνο» το χαρακτηρίζει η σκηνοθέτις, επειδή έχει συνδεθεί με μεγάλες καταστροφές. Είναι η μοναδική σωζόμενη τραγωδία με διονυσιακό θέμα. Ένας περιπλανώμενος θίασος ακολουθεί έναν καινούργιο θεό σ’ ένα μαγικό ταξίδι αυτογνωσίας και έκστασης. Ο θεός Διόνυσος μεταμφιέζεται σε άνθρωπο και σαν «θηλύμορφος» ξένος επιστρέφει στη γενέθλια πόλη Θήβα, για να καθιερώσει τη λατρεία του. Είναι ο θεός της ετερότητας, της διαφορετικότητας, της μεταμφίεσης και της αμφισεξουαλικότητας. Ο θεός που καταργεί τα σύνορα που υπάρχουν ανάμεσα στους ανθρώπους, τόσο του πλούτου όσο και του φύλου, της ηλικίας, ακόμα και τη διαφορά ανάμεσα στην ανθρώπινη και θεία ιδιότητα. Η πόλη που αρνείται την ύπαρξή του θα γνωρίσει τη δύναμη και την κυριαρχία του θεού μέσα από την τιμωρία. Ο ενθουσιασμός των Βακχών θα μετατραπεί σε έναν αιματηρό εφιάλτη.

Το ιστορικό

Ο Ευριπίδης φεύγοντας από την Αθήνα για τη Μακεδονία (Πέλλα), απογοητευμένος από τον τρόπο με τον οποίο τον δέχτηκαν οι Αθηναίοι, γράφει το 406- 405 π. Χ. ένα πολύ ενδιαφέρον έργο για το ίδιο το θέατρο και για το πώς συμπαρασύρεται ο θεατής στη δράση.

Αναφέρεται σε μια περίοδο κρίσης μιας πόλης που πέρασε πολλές δεκαετίες οργάνωσης, αλλά επέδειξε μια κάποια αντίσταση σε πνεύματα ριζοσπαστικά. Είμαστε στο τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, όπου έχει ηττηθεί η Αθήνα και διολισθαίνει προς τον λαϊκισμό.

Στη μέση της σύγκρουσης είναι ο Βασιλιάς Πενθέας , ο οποίος δέχεται επίθεση από αυτή την καινούργια θρησκεία του Διόνυσου, του θεού του θεάτρου και του ενστίκτου, του ορμέμφυτου. Αντιστέκεται στη νέα λατρεία παλεύοντας με όλες τις δυνάμεις του να οχυρώσει τον εαυτό του και την πόλη του ενάντια σ’ αυτήν την κακόβουλη εισβολή.

Το έργο παρατηρεί τον τρόπο με τον οποίο ο Διόνυσος σπάει τις αντιστάσεις, οδηγεί τον Πενθέα στον αφανισμό του στο βουνό «Κιθαιρώνας», όπου κατασπαράσσεται από την ίδια του τη μάνα και τις Μαινάδες, δηλαδή τις γυναίκες που έχουν φύγει από την πόλη και έχουν ασπαστεί αυτή την καινούργια λατρεία.

Εφόσον το κείμενο εκθέτει τη δύναμη του Διονύσου και τη φοβερή τύχη εκείνων που του αντιστέκονταν, η πρώτη εξήγηση που ήρθε στο νου των φιλολόγων – περί τα τέλη του 19ου αιώνα – ήταν ότι ο ποιητής είχε δοκιμάσει (ή νόμισε σκόπιμο να το προσποιηθεί) στη δύση της ζωής του μια μεταστροφή προς τη θρησκεία. Έτσι, οι Βάκχες είναι μια «παλινωδία», μια αναίρεση του «αθεϊσμού», για τον οποίο ο Αριστοφάνης είχε κατηγορήσει τον συγγραφέα τους στις «Θεσμοφοριάζουσες». Γράφτηκαν για να υπερασπίσουν τον Ευριπίδη απέναντι στην κατηγορία της ασέβειας, η οποία συνέθλιψε τον φίλο του Σωκράτη ή για να τον συμβιβάσουν με το κοινό πάνω σε θέματα, όπου είχε παρεξηγηθεί ή από μια αληθινή πεποίθηση «πως η θρησκεία δεν πρέπει να υποβάλλεται στο ψιλοκοσκίνισμα της λογικής».

Εκείνη την εποχή εμφανίστηκε μια νέα γενιά που, έχοντας διαφορετικές προκαταλήψεις, θαύμασε τον Ευριπίδη για εντελώς διαφορετικούς λόγους κι επιδίωξε να φέρει τις «Βάκχες» στο ύψος των δικών της απόψεων ανανεώνοντας ριζικά την ερμηνεία τους. Έτσι, υποστήριξαν (σωστά) ότι ο Κάδμος και ο Τειρεσίας είναι θλιβεροί εκπρόσωποι της ορθοδοξίας και ότι ο Διόνυσος συμπεριφέρεται με ανελέητη σκληρότητα, όχι μόνο στους αντιπάλους του, τον Πενθέα και την Αγαύη, αλλά και στον υποστηρικτή του, τον Κάδμο. Αυτή η ερμηνεία αναπτύχθηκε την τελευταία δεκαετία του 20ου αιώνα σε Γερμανία και Αγγλία. Ο θρησκευτικός ζήλος των χορικών, προσβολή και πέτρα του σκανδάλου, σε αυτούς τους κριτικούς εξηγήθηκε με διάφορους τρόπους, σαν παραχώρηση στις δεισιδαιμονίες του μακεδονικού κοινού ή σαν επιτυχημένος χαρακτηρισμός του φανατισμού.

Σύμφωνα με τον Γιώργο Χειμωνά –στη μετάφραση του οποίου στηρίζεται το ανέβασμα των «Βακχών»– η τραγωδία του Ευριπίδη «τελειώνει παράξενα». Απέναντι στον θρήνο των ανθρώπων για την τρομερή εκδικητικότητα του Διονύσου, ο θεός στέκεται σιωπηλός και αμήχανος. Γράφει ο Χειμωνάς: «Ο Ευριπίδης, που επινόησε τον από μηχανής θεό, φτάνει εδώ στο άλλο άκρο: Δημιουργεί τον αμήχανο θεό. Ο Διόνυσος μοναχός στο βάθος της σκηνής, αβέβαιος, σχεδόν τρομαγμένος. Η τελευταία του φράση είναι ένας ψίθυρος, μια άναρθρη απολογία: «Δεν φταίω εγώ για όλα αυτά. Άλλος τα αποφάσισε και, μάλιστα, από πολύ παλιά. Υποτίθεται ο Δίας. Και η οδύνη, που δοκιμάζει ο θεατής των «Βακχών» για τα βάσανα των ανθρώπων, μεταβάλλεται ξαφνικά σε οίκτο για τον αξιολύπητο, δειλό θεό που τα προκαλεί.»

Η παράσταση

Με εφόδιο το κύρος και τον πλούτο της γλώσσας του Γιώργου Χειμωνά ξεκινά ο Διόνυσος, αρχικά ως απόκοσμη, υπερφυσική φιγούρα κι ύστερα ως άνθρωπος, να προετοιμάζει το κοινό με τον πρόλογό του, στον οποίο παραθέτει όσα πρόκειται να συμβούν. Η πρώτη αυτή εικόνα μάς προϊδεάζει πως ό,τι ακολουθεί εντάσσεται στην ιερουργία μιας ανορθόδοξης τελετής. Θαρρείς, μας εισάγει στην άγρια χαρά και στον υπόκωφο θρήνο του παράξενου πονήματος του πιο απελπισμένου, αλλά και πιο ειρωνικού από τους τραγικούς ποιητές της αρχαιότητας. Άλλωστε, η σκηνοθεσία ανασύρει -όπως διαπιστώνουμε – τόσο την απελπισία, όσο και την κωμικοτραγική ειρωνεία των «Βακχών», επομένως διαβάζει με καθαρότητα το έργο, διασώζει την ποίηση και το κοσμεί με άλλα επιτεύγματα.

Όντως, ένας Χορός ξεπηδά από το κείμενο του Ευριπίδη. Το τραγούδισμά του διακόπτεται από αναπαραστάσεις – μνήμες ενός τετελεσμένου γεγονότος – με κεντρικό ήρωα τον Πενθέα και την οργή του. Μια νέα δραματουργία στήνεται στη Θυμέλη, ως σχόλιο στο έργο του Ευριπίδη. Στην παράσταση ο Χορός, δηλαδή ο θίασος γυναικών και, ταυτόχρονα, στρατός του θεού Διονύσου, είναι ο αδιαφιλονίκητος βασικός φορέας της αφήγησης.

Ειδικά η επαφή των ηθοποιών με το γυμνό χώμα παραπέμπει ευθέως στο αρχέγονο διονυσιακό στοιχείο, το οποίο έλκει την καταγωγή του στην επαφή με τη γη, τον αδόμητο χώρο, την άγρια φύση και την ιερή μανία που προκαλεί η οινοποσία και η ένωση με τον Θεό.

Στην πολυεπίπεδη τραγωδία, η Νικαίτη Κοντούρη στρέφει την προσοχή της στον Διόνυσο τον διπλογεννημένο, αλλά και στη μορφή του Πενθέα. Αυτός ο νέος βασιλιάς της Θήβας είναι ο εκφραστής της ανάγκης για το μέτρο και την εγκράτεια. Φτάνει στην αποστείρωση. Καταλήγει στο φόβο για τον Ξένο, στην βίαιη αντίδραση σε κάθε τι που δεν κατανοεί. Ο ερχομός του θεού Διόνυσου σε τούτη την παράσταση, μας καλεί να αποδεχτούμε την ύπαρξη των ενστίκτων. Μας υπενθυμίζει την ανάγκη για αναγνώριση της τελετουργικής φύσης μας και την ανάγκη για συλλογικότητα.

Ακολουθώντας η σκηνοθέτις ένα ταιριαστό τελετουργικό ύφος στο δράμα, συνθέτει σε αρμονικό σύνολο τους επιμέρους τομείς: ερμηνείες, μουσική, σκηνικά, κοστούμια, κίνηση, φωτισμούς. Έχει δε επιλέξει για τα πρόσωπα, εξαιρετικούς ηθοποιούς.

Δεσπόζει στην ορχήστρα ένα κεκλιμένο επίπεδο, ένα σκαληνό τρίγωνο, ένα ορμητήριο του Βάκχου και των ακολούθων του, ενώ η χρήση πλαστικού εξυπηρετεί ανάγκες υλοποίησης σκηνογραφικής άποψης και σκηνοθετικού ευρήματος, αφού μεταβάλλεται έξυπνα σε οθόνη θέατρου σκιών, σε πύλη εισόδου – εξόδου. Ταυτόχρονα, δίνει εικαστική διάσταση στον όρο «μίνιμαλ».

Ο Τειρεσίας, ο τυφλός μάντης της Θήβας, έρχεται στη σκηνή ως Μαινάδα. Η καθόλου συνάδουσα με την ηλικία και το φύλο του ενδυμασία, το παρουσιαστικό και η στάση του «εικονογραφούν» τη δύναμη του Διονύσου. Πολύ καλή η επιλογή της Ιωάννας Παππά για τον Τειρεσία, η οποία ερμηνεύει με ασίγαστο οίστρο ένα αλλόκοτο πλάσμα, έμπλεο σεξουαλικών εμμονών, δάνειο, θαρρείς, από τον αλληγορικό «Λαβύρινθο του Πάνα» του Γκιγιέρμο ντελ Τόρο. Απλώνει επιδέξια ένα τεράστιο κύμα ηχοχρωμάτων στην ορχήστρα και με σπασμωδικές κινήσεις ολοκληρώνει αριστοτεχνικά την ιδέα της Κοντούρη. Εξαιρετική η Ιωάννα Παππά.

Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος είναι ένας γήινος Πενθέας. Ο καλός ηθοποιός υποδύεται με εντυπωσιακή δεινότητα τον δύσκολο ρόλο του Βασιλιά, πριν και μετά την παρενδυσία.

Η Κωνσταντίνα Τάκαλου και ο Δημήτρης Πετρόπουλος είναι δοκιμασμένοι ηθοποιοί, έμπειροι, με ισχυρό ένστικτο κι όπου τους είδα τους θαύμασα, όπως κι εδώ. Μια σπαρακτική Αγαύη κι ένας στιβαρός Κάδμος. Μάλιστα, η Κωνσταντίνα Τάκαλου κερδίζει ένα επικό ρίγος στην «ανάνηψη», σκηνή – από μόνη της- ένα καθηλωτικό θεατρικό αναλόγιο. Ο Αγγελιαφόρος του Κωνσταντίνου Ασπιώτη, στο μέγεθος που του πρέπει.

Ευχάριστη έκπληξη το Εβρίτικο μουσικό συγκρότημα Θραξ- Runks που ντύνει την παράσταση. Σχετικά, βέβαια, με τη μουσική στους βακχικούς παθιασμένους χορούς, δεν υπάρχουν δεδομένα. Μπορούμε μόνο να προβούμε σε κάποιες εικασίες, αναφορικά με τα όργανα και τον θόρυβο που προκαλούσαν ( βαρυβρόμων ὑπὸ τυμπάνων). Οπωσδήποτε εδώ η μουσική οδηγεί σε ενθουσιασμό. Πρόκειται για μια εξαίσια παραδοσιακή θρακιώτικη μουσική, παντρεμένη έξοχα με δυτικότροπους ηλεκτρονικούς ήχους. Έπαινοι ψυχής στη συνολική δουλειά του συγκροτήματος.

Η χορογραφημένη από την Ανδρονίκη Μαραθάκη κίνηση των σωμάτων του Χορού των γυναικών και των άλλων ηρώων, έχει έναν σταθερό ρυθμό και όλα κυλούν σε απόλυτη συμμετρία. Μουσική και κείμενο γίνονται τα μέρη μιας οδυνηρής τελετουργίας, έτσι όπως μαεστρικά την ενορχήστρωσε η Νικαίτη Κοντούρη. Εξαιρετικές και οι επτά «Μαινάδες».

Το λιτό, πλην περιεκτικό σκηνικό της Λουκίας Μινέτου, όπως και τα ωχρόχρωμα κοστούμια της, παίζουν θετικό ρόλο στην αναπαράσταση ενός διαχρονικού έργου. Διακοσμούν περίτεχνα τη δράση και αναδεικνύουν αφενός τη μεγαλοπρέπεια του κύριου Υποκριτή, του Διονύσου, κι αφετέρου την αναγκαστική στράτευση των γυναικών στην ακολουθία του.

Εξαιρετικός ο Άκης Σακελλαρίου στον ρόλο. Η θητεία του πλάι στον Τερζόπουλο του έδωσε μέγιστη ικανότητα χειρισμού των εκφραστικών του μέσων. Είναι σαρωτικός στην κυριολεξία. Πληθωρικό ταλέντο, κερδίζει το κοινό από την πρώτη ως την τελευταία σκηνή του έργου. Άξιος Διόνυσος. Θεός!!

Το «δια ταύτα» της παράστασης: Ο άνθρωπος, ως μονάδα , μέσα από τις ψευδαισθήσεις γνωρίζει τα μυστικά της ψυχής του, χαλαρώνει, ενδυναμώνεται και ύστερα αποκτά την ικανότητα να μεγαλουργήσει για τη δική του πρόοδο, αλλά και της κοινότητας. Λατρεύει τον Διόνυσο για να προσεγγίσει και να κατανοήσει τον Απόλλωνα.

Αλλά το κάνει προσεκτικά, όπως επισημαίνει κι ο Νίτσε: «Από το διονυσιακό θεμέλιο δεν πρέπει να εισχωρήσει στη συνείδηση του ανθρώπου τίποτα παραπάνω από ό, τι μπορεί να ξεπεράσει πάλι από την απολλώνια δύναμη της μεταμόρφωσης».

Η ισορροπημένη διαχείριση αυτής της αρχέγονης δύναμης είναι ο μόνος τρόπος να διαχειριστεί κανείς, με το μικρότερο δυνατό κόστος, ταραγμένες περιόδους που οδηγούν στην παρακμή. Ο στείρος ορθολογισμός δεν έχει κανένα αποτέλεσμα, όταν ο εσωτερικός πόνος έχει απενεργοποιήσει τις λογικές δυνάμεις. Δεν μπορεί κανείς να νικήσει αυτό που δεν κατανοεί και δεν μπορεί να το κατανοήσει αν το υποτιμά.

Το έργο τελειώνει έτσι όπως άρχισε. Με τον Διόνυσο. Μετά την έξοδο όλων, μένει η θυμέλη να καίει προς τιμήν του θεού του θεάτρου. Μένουν κι οι θεατές με το πικρό δίδαγμα του ανήμπορου μπροστά στο θείο ανθρώπου και, ταυτόχρονα, του ισχυρού θεού που λατρεύουν και μέσα από την ίδια τη θεατρική παράσταση προς τιμήν του, σ’ ένα έργο διπλής όψης (όπου κάθε πρόσωπο υποδύθηκε κάτι άλλο από αυτό που ήταν), σαν τη φύση και τη ζωή.

Εν κατακλείδι, με ενδιαφέρουσες ιδέες και σαφές όραμα η μεστή ματιά της σκηνοθέτιδας στην ευριπίδεια τραγωδία, είναι – με το παραπάνω – παραστασιακά ενεργής, εγείρει την ενσυναίσθηση στους θεατές, τόσο για τις αισθητικές όσο και τις ερμηνευτικές επιλογές της, αλλά, κυρίως, για τα πολυσήμαντα μηνύματα, όπως η απορρόφηση της ατομικής συνείδησης μέσα από μια ομαδική συνείδηση: ο λατρευτής «θιασεύεται ψυχάν» με τον «κύριο της ζωής» Διόνυσο, και με τους συντρόφους του στη λατρεία γίνεται ένα με τη ζωή της γης.

Σ’ ένα αβέβαιο μέλλον, όπου όλα είναι ρευστά, αυτές οι «Βάκχες» συνθέτουν αναμφίβολα μία παράσταση που μας προβληματίζει για την εξέλιξη της δικής μας ιστορίας, έτσι όπως τώρα γράφεται.

Συντελεστές

Μετάφραση: Γιώργος Χειμωνάς
Σκηνοθεσία: Νικαίτη Κοντούρη
Δραματουργία: Μάνος Λαμπράκης, Νικαίτη Κοντούρη
Σκηνικά – Κοστούμια: Λουκία Μινέτου
Μουσική σύνθεση & διδασκαλία: Θραξ-Punks
Χορογραφία: Ανδρονίκη Μαραθάκη
Φωτισμοί: Νίκος Σωτηρόπουλος
Α΄ βοηθός σκηνοθέτιδας: Θάλεια Γρίβα
Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Κατερίνα Κανελλοπούλου
Σύμβουλος δραματολόγος: Νίκος Μαθιουδάκης
Επιστημονική σύμβουλος: Κατερίνα Διακουμοπούλου
Επικοινωνία: Ειρήνη Λαγουρού
Διεύθυνση παραγωγής: Σταμάτης Μουμουλίδης

Παίζουν: Άκης Σακελλαρίου (Διόνυσος), Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος (Πενθέας), Κωνσταντίνα Τάκαλου (Αγαύη), Ιωάννα Παππά (Τειρεσίας), Δημήτρης Πετρόπουλος (Κάδμος), Κωνσταντίνος Ασπιώτης (Αγγελιοφόρος)

Χορός Βακχών: Θάλεια Γρίβα, Σμαράγδα Κάκκινου, Ελένη Στεργίου, Φραγκίσκη Μουστάκη, Ιουλία Γεωργίου, Σοφία Κουλέρα, Ιωάννα Τζίκα

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Συνέχεια ανάγνωσης
Διαφήμιση1
Κάντε κλικ για να σχολιάσετε

You must be logged in to post a comment Login

Γράψτε μας το σχόλιο σας

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Πολιτισμός

Το καθαρό σπίτι της Sarah Ruhl στο θέατρο «Τ»! Επιτέλους, ζωντανό θέατρο!

Το-καθαρό-σπίτι-της-sarah-ruhl-στο-θέατρο-«Τ»!-Επιτέλους,-ζωντανό-θέατρο!

Πρόλογος

Η πολυβραβευμένη Αμερικανή συγγραφέας, υποψήφια το 2005 για βραβείο Pulitzer, Sarah Ruhl, γράφει για την αγάπη, την απώλεια, τις ανατροπές στη ζωή, για τη χαρά και τη θλίψη σε μια ρομαντική κωμωδία με πλούσιο αλλά μαύρο χιούμορ.

Το έργο διαδραματίζεται σ’ αυτό που η συγγραφέας περιγράφει ως “μεταφυσικό Κονέκτικατ”, εννοώντας το σπίτι ενός παντρεμένου ζευγαριού ιατρών.

Πρόκειται για ένα εξαιρετικό δείγμα σύγχρονης γραφής, μία σύνθετη αφήγηση πολλών φωνών που διεισδύουν η μία στην άλλη, που κρίνει η μία την άλλη φωτίζοντας τον ψυχισμό των πέντε προσώπων, αλλά και την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα που καθορίζει τόσο τις επιλογές τους, όσο και τις αντιδράσεις που προκαλούν.

Υπόθεση

Η σύζυγος Λέιν, σοβαρή γιατρός αφοσιωμένη στην καριέρα της, προσλαμβάνει μια ιδιόμορφη Βραζιλιάνα υπηρέτρια. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι η υπηρέτρια, η Ματθίλδη, μισεί να καθαρίζει. Αντίθετα, λαχταρά να γίνει κωμικός.

Η Λέιν εγκαταλείπεται από τον σύζυγό της Τσαρλς για χάρη της ερωμένης του Άνα, μιας παθιασμένης, μεγαλύτερής του Λατίνας, στην οποία είχε κάνει μαστεκτομή.

Η Ματθίλδη, που δεν της αρέσει διόλου να καθαρίζει, λατρεύει να λέει και ν’ ακούει χαριτωμένα αστεία. Η μητέρα της πέθανε, καθώς χαριεντιζόταν με τον πατέρα της, ο οποίος στη συνέχεια αυτοπυροβολήθηκε. Φεύγει από τη Βραζιλία αναζητώντας το τέλειο αστείο, παρότι φοβάται ότι, όταν το βρει, αυτό θα τη σκοτώσει.

Αν και η πλοκή είναι κάπως ιδιόμορφη, επειδή δίνει μέγεθος στις γυναικείες συναναστροφές, είναι πολύ ενδιαφέρουσα. Η Ματθίλδη πιστεύει βαθιά στη δύναμη του γέλιου, το οποίο έχει την ικανότητα να φέρει ανατροπές στα άσχημα και στα δύσκολα. Τελικά, προσλαμβάνεται στο σπίτι των δυο γιατρών. Εξαιτίας της περίεργης εμμονής της, προτιμά να αστειεύεται παρά να εργάζεται. Εύκολα φορτώνει όλες τις δουλειές του σπιτιού στην αδερφή της γιατρού, τη Βιρτζίνια, η οποία υπεραγαπά την καθαριότητα και θεωρεί τη σκόνη – φετίχ μια κινητήρια δύναμη ζωής, εφόσον υποστηρίζει ότι: «αν δεν υπήρχε η σκόνη, νομίζω ότι θα πέθαινα».

Όταν ο σύζυγος Τσαρλς ερωτεύεται την ασθενή του Άνα, το χιούμορ της υπηρέτριας γίνεται σημαντικός καταλύτης στη διαχείριση της έντασης. Επιπλέον, πετυχαίνει να φέρει όλες τις γυναίκες κοντά, για να αλληλοβοηθηθούν, επαληθεύοντας την προφητεία του αισιόδοξου πρωταγωνιστή ότι, «αν οι γυναίκες είχαν πηγαίο χιούμορ, τότε θα υπήρχε περισσότερη δικαιοσύνη στον κόσμο». Αυτό το φεμινιστικό κομμάτι τονίζεται περισσότερο, όταν ο Τσαρλς καταφεύγει σε ηρωισμούς για να σώσει τη ζωή της ερωμένης του και οι εμπλεκόμενες κυρίες στην ιστορία αντιδρούν με απροσδόκητα καλές προθέσεις και με στοργή.

Το μαγευτικό παιχνίδι των απρόσμενων καταστάσεων μάς θυμίζει ότι υπάρχει χιούμορ και ομορφιά στα πιο απίθανα μπερδέματα της ζωής.

Ανάγνωση

Ένα πνευματώδες αστείο που λέγεται στα πορτογαλικά, χωρίς μετάφραση. Μια ανάλυση της έννοιας της ακαταστασίας. Ένα ταξίδι στην Αλάσκα προς εύρεση αντικαρκινικού συγκεκριμένου φαρμάκου και η μέση ηλικία σε όλα τα πρόσωπα. Αυτά τα ασύνδετα, πρωτίστως, «υλικά» δε μοιάζουν με πολλά υποσχόμενα δομικά στοιχεία για μια σύγχρονη αμερικάνικη θεατρική κωμωδία. Ωστόσο, εισπράττουμε με καλοδεχούμενη έκπληξη τη αποτελεσματική σύζευξή τους στη δράση.

Πράγματι, χάρις στην αλχημική φαντασία της Sarah Ruhl, της χαρισματικής συγγραφέως του «The Clean House», αυτή η περίεργη σκευή ιδεών και εικόνων, μαζί με μερικά πιο εξωγενή συστατικά, συγκροτούνται μαγικά για να δημιουργήσουν μία από τις καλύτερες φρέσκιες αμερικανικές κωμωδίες.

Στην αλληγορική κωμωδία της η Ruhl υποστηρίζει ότι τα καλύτερα πράγματα στη ζωή, όπως ένα υπέροχο αστείο, ένας εκπληρωμένος σκοπός, ένας σύντροφος ψυχής, ακόμη κι ένα τέλος στην ώρα του, αξίζουν δεινά και υπομονή περιμένοντάς τα.

Παρόλο που το έργο αντιπαραβάλλει την αμερικανική τάξη με το λατινικό πηγαίο κι αυθόρμητο ταμπεραμέντο, οι πέντε πολύ διαφορετικοί χαρακτήρες σχηματίζουν μια εκπληκτικά αρμονική ροή στα δρώμενα επί σκηνής.

Η παράσταση

Συναντάμε πρώτη τη Ματθίλδη στην έναρξη, τη νεαρή Βραζιλιάνα υπηρέτρια που μισεί να καθαρίζει και προτιμά να αναζητά αστεία. Ενσαρκώνεται φιλότιμα από την Ευγενία Παναγιωτίδου, η οποία φέρνει στη σκηνή τον εσωτερικό πόνο του χαρακτήρα, ενώ προσπαθεί να βρει το τέλειο αστείο για να αντιμετωπίσει την προσωπική της θλίψη.

Η Άννα Σωτηρούδη είναι απόλυτα πιστευτή ως Λέιν. Αρχικά ατάραχη, απαθής, ψύχραιμη σύζυγος και γιατρός. Στη συνέχεια, γυναίκα εύθραυστη κι ευαίσθητη. Η ερμηνεία της ακροβατεί επιδέξια μεταξύ κλάματος και γέλιου.

Ως Βιρτζίνια, αδερφή της Λέιν που βρίσκει νόημα στη ζωή της καθαρίζοντας, η Νανά Παπαγαβριήλ είναι ένα καζάνι που βράζει από καταπιεσμένα συναισθήματα. Οι εκρήξεις στην έκφρασή της συγκροτούν ένα από τα υψηλά κωμικά σημεία του έργου.

Ο Κυριάκος Δανιηλίδης είναι εξαιρετικός ως Τσαρλς, ο σύζυγος χειρουργός, ο οποίος έχει εμπλακεί σε μια σχέση τύπου: «αγάπη με την πρώτη ματιά» με την καρκινοπαθή ασθενή του και βιώνει με εφηβική χαρά τον έρωτά του, πράγμα που τον κάνει από συμπαθή έως αξιαγάπητο, ώστε γρήγορα τού συγχωρούμε την «αμαρτία» της απιστίας. Χαριτωμένη η σκηνή στο βίντεο που τον δείχνει στην παγωμένη Αλάσκα, σε μια απέλπιδα προσπάθεια σωτηρίας της καλής του.

Τέλος, η Ειρήνη Σεβαστοπούλου στον ρόλο της Άνα, μιας αντικομφορμίστριας ασθενούς, είναι απολαυστική και, ίσως, ο πιο «ζωντανός» χαρακτήρας του έργου, που αποδέχεται τα ελαττώματά του αλλά και τις αλήθειες γύρω από τη ζωή και τον θάνατο, αντιμετωπίζοντας κάθε ζοφερή κατάσταση με λεπτό χιούμορ.

Το εξυπηρετικό λευκό σετ της Μαρίας Καραδελόγλου, με τους αντικριστούς καναπέδες του, δεν παρέχει μόνο έναν ατμοσφαιρικό χώρο δράσης, αλλά κι έναν καμβά για τον ταιριαστό φωτισμό του Σωτήρη Ρουμελιώτη, ο οποίος επιμελήθηκε και τα casual κοστούμια της παράστασης. Οι χρωματικές επιλογές ρούχων στους χαρακτήρες και οι λεπτές αλλαγές χρώματος στις σκηνές, στοχεύουνε ευθέως ένα συναισθηματικό επίπεδο. Η αυθεντική μουσική του καταξιωμένου Κώστα Βόμβολου είναι εξαιρετική.

Η σκηνοθέτις Γλυκερία ΚαλαΪτζή έχει κάνει μια θαυμάσια δουλειά, καθώς δεν αρκείται να παρουσιάσει μια έξυπνη σάτιρα των εργασιακών σχέσεων μεταξύ των εργοδοτών και των μεταναστών υπηρετών στη σύγχρονη Αμερική. Η κοινωνιολογία δεν είναι μόνο ένα μικρό νήμα στο πολύχρωμο «ύφασμα» του “The Clean House”, αλλά αποκαλύπτει εκπληκτικές ιδέες, ιδιότροπες εικόνες και στρώματα πλούσιων συναισθημάτων,έτσι όπως εξελίσσεται η υπόθεση κι έτσι όπως – με ισχυρά αντανακλαστικά απέναντι στην κωμωδία – καθοδηγεί εύστοχα τους ηθοποιούς της, ανάμεσα στα εναλλασσόμενα κύματα πραγματικότητας και ονειροπόλησης. Παρά τις φαινομενικά αλαζονικές στάσεις των χαρακτήρων δεν καταλύεται εντελώς ο νατουραλισμός στις αλληλεπιδράσεις τους. Εύρημα χωροχρονικό το πατάρι και η χρήση της κάμερας ως ρεαλιστική μηχανή και ως εσωτερικός μονόλογος προσώπων.

Η μετάφραση της Ευαγγελίας Κιρκινέ συμβάλλει στην επιτυχία, καθώς μας δίνει την πληρότητα με την οποία βλέπει η συγγραφέας τους ήρωές της, όταν όλοι έχουν περίπλοκες εσωτερικές ζωές, όταν αρχίζουν να επηρεάζουν ο ένας τον άλλον με μυστηριώδεις τρόπους.

“Ποιοι είναι αυτοί;” ρωτάει έκπληκτη η υπηρέτρια Ματθίλδη, μπαίνοντας στο σαλόνι της Κυρίας της και βλέποντας ένα άγνωστο ζευγάρι να αγκαλιάζεται. «Ο άντρας μου και η γυναίκα που αγαπά», απαντά η γιατρός Λέιν ψύχραιμα. Η συνειδητά ονειροπόλος υπηρέτρια έχει τη δική της φιλοσοφία: «αν το πάτωμα είναι βρώμικο, κοιτάξτε το ταβάνι». Με άλλα λόγια, το «Καθαρό σπίτι» χαρίζει μια πολύ διασκεδαστική βραδιά και αρκετή τροφή για σκέψη.

Στην παράσταση του θεάτρου « Τ » μπορείτε να απολαύσετε ένα έργο που ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα, ένα έργο που αντιστέκεται στη λογική ανάλυση και, αντί να κάνει ρητορικές ασκήσεις επί σκηνής και να σκορπίσει μερικές βαριές συναισθηματικές εκκλήσεις, χαρίζει διασκεδαστική ευκαιρία επαναπροσδιορισμού της άποψης για τη ζωή και τον θάνατο. Το κοινό πρέπει να ασχοληθεί σοβαρά με τους υπαινιγμούς κάτω από τις λέξεις, ώστε να αξιοποιήσει στο έπακρο αυτήν την ευκαιρία, δηλαδή να συμβιβαστεί με την ιδέα: «ό,τι αρχίζει με ανοικτούς ορίζοντες, τελειώνει με σκοτάδι».

Οι παραστάσεις κάθε Παρασκευή και Σάββατο στις 21,30.Κυριακη στις 20,00

Με την επίδειξη ταυτότητας , πιστοποιητικού εμβολιασμού και η παρακολούθηση υποχρεωτικά με μάσκα.

Συντελεστές

Μετάφραση: Ευαγγελία Κιρκινέ

Σκηνοθεσία: Γλυκερία Καλαϊτζή

Σκηνικά – Κοστούμια: Μαρία Καραδελόγλου

Μουσική: Κώστας Βόμβολος

Κίνηση: Ιωάννα Μήτσικα

Φωτισμοί: Σωτήρης Ρουμελιώτης

Βοηθός σκηνοθέτη: Ελευθερία Καμπαγιοβάνη

Κατασκευή σκηνικού: Γιώργος Μαυρόπουλος

Τεχνική υποστήριξη: Κωνσταντίνος Ξανθόπουλος

Φωτογραφίες: Χρήστος Κυριαζίδης

Γραφιστική επιμέλεια αφίσας: Μαριέττα Πανίδου

Επικοινωνία: Λία Κεσοπούλου

Επί σκηνής

Άννα Σωτηρούδη

Νανά Παπαγαβριήλ

Ευγενία Παναγιωτίδου

Ειρήνη Σεβαστοπούλου

Ανδρική συμμετοχή: Κυριάκος Δανιηλίδης

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Συνέχεια ανάγνωσης

Πολιτισμός

Ευγένιος Ο, Νηλ: «Ταξίδι μιας Μεγάλης Μέρας μέσα στη Νύχτα» από το Κ.Θ.Β.Ε.

Ευγένιος-Ο,-Νηλ:-«Ταξίδι-μιας-Μεγάλης-Μέρας-μέσα-στη-Νύχτα»-από-το-ΚΘΒΕ.

Πρόλογος

Ξεκίνησε στα μέσα Ιουλίου ως συμμετοχή στο φεστιβάλ της Μονής Λαζαριστών, έκανε μια μεγάλη βόλτα σε διάφορες πόλεις της χώρας, παραστάθηκε μπροστά σε χιλιάδες θεατές ως πρόσκληση – πρόκληση κι επέστρεψε στον αύλιο χώρο της Μονής Λαζαριστών , για να κλείσει ένα θερμό ελληνικό καλοκαίρι με την ομίχλη και την υγρασία του Νέου Λονδίνου Κονέκτικατ Αμερικής, όπου διαγραμμίζεται το δράμα της οικογένειας Τάϊρον.

Το επικό έργο του Ευγένιου Ο, Νηλ γράφτηκε το 1941 και θεωρείται ένα από τα κορυφαία κλασικά αριστουργήματα του 20ού αιώνα. Αντανακλώντας την ελληνική τραγωδία, σαν ένα φαύλο, αναπόδραστο οικογενειακό δράμα, δεν εμπεριέχει ευχάριστες ανατροπές ή τη δικαίωση – κάθαρση. Καθένα από τα μέλη της οικογένειας και μέσα από ό,τι θεωρείται ανυπέρβλητη περίσταση, βυθίζεται στην αυτολύπηση, στην παντελή έλλειψη αυτοσεβασμού και στην ανάγκη, ως μονόδρομος, λεκτικών επιθέσεων – κατηγοριών του ενός στον άλλον.

Είναι, ακόμη, μια ζωντανή απεικόνιση της βιωματικής εμπειρίας του συγγραφέα, ο οποίος μεγάλωσε σε μια οικογένεια μ’ έναν πατέρα- αφέντη και, λόγω του αυτοβιογραφικού περιεχομένου του, το απαγόρευσε να δημοσιοποιηθεί κατά τη διάρκεια της ζωής του. Ανέβηκε για πρώτη φορά στη Σουηδία το 1956, τρία χρόνια μετά τον θάνατό του, και μέσα στην ίδια χρονιά στο Broadway, όπου κέρδισε πολλά βραβεία κι ανάμεσά τους ένα «Tony» καλύτερου έργου.

Κάθε φορά που ένα θέατρο ανακοινώνει μια νέα παραγωγή του μεταθανάτιου αριστουργήματος του Ευγένιου Ο, Νηλ, σκιρτώ. Πρόκειται για ένα μακρύ ταξίδι ημέρας μέσα στη νύχτα. Ένα ταξίδι στην κόλαση της δυσλειτουργικής οικογενειακής ζωής που μαστίζεται από τηνχρήση ναρκωτικών, το μεθύσι, την αναπόφευκτη σύγκρουση και την τρέλα που συνοδεύει τον μεγάλο θυμό. Θυμός που εκρήγνυται σε βάρος του εαυτού σου ή σε βάρος άλλων. Θυμός που βγαίνει σε αγαπημένα πρόσωπα αλλά και σε αγνώστους, σε συνεργάτες ή σε γυναίκες ποθητές του αγοραίου έρωτα. Φοβικά γεγονότα.

Αυτό που δεν παύει ποτέ να εκπλήσσει είναι η ιλιγγιώδης συναισθηματική αντίφαση των χαρακτήρων του O’ Νηλ. Μέσα από μια σφιχτή κλασική δομή, αναπηδούν πυροτεχνήματα ανάμεσα στην πραγματικότητα και στην ψευδαίσθηση.

Η υπόθεση

Το έργο εκτυλίσσεται κατά τη διάρκεια μιας ημέρας στη ζωή της οικογένειας Τάιρον σε μια παραθαλάσσια πόλη, το Νέο Λονδίνο, του Κονέκτικατ, το καλοκαίρι του 1912. Ο πατέρας Τζέιμς Τάιρον είναι ένας πολύ επιτυχημένος ηθοποιός, που έχει σφυρηλατήσει μια μακροχρόνια καριέρα στο σανίδι. Ωστόσο, η φιλαργυρία του καταφέρνει οδυνηρά κτυπήματα στην οικογένεια. Η σύζυγος, Μαίρη Τάιρον, βιώνει την πλήρη εξάρτηση από την μορφίνη. Ζει σχεδόν τυλιγμένη σ’ ένα σάβανο πικρών αναμνήσεων και κατηγοριών, οι περισσότερες εκ των οποίων επιβάλλονται από τον σύζυγό της Τζέιμς.

Ο μεγαλύτερος γιος τους, Τζέιμς τζούνιορ , είναι ένας αποτυχημένος ηθοποιός που απολαμβάνει τη ζωή με ποτό και ιερόδουλες, ενώ ο μικρότερος γιος τους Έντμοντ, επιστρέφει από τα καράβια, στα οποία δούλευε ως ναυτικός, για να ανακαλύψει ότι πάσχει από φυματίωση. Όλα τα μέλη της οικογένειας είναι εγωκεντρικά και μεμψίμοιρα, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να αλληλοβοηθηθούν. Κανείς τους δεν έχει καταλάβει τι ακριβώς ζητάει από τη ζωή και αυτό καθιστά την κατάστασή τους όλο και πιοανυπόφορη.Ως εκ τούτου, ένας τοξικός κύκλος ενοχών και εθισμών περικλείει διαρκώς τους ήρωες του έργου, αλλά οι ανατροπές και οι παλινδρομήσεις ανάμεσα στις ατομικές και συλλογικές ευθύνες, αναγκάζουν τον θεατή να «παραδοθεί» στην ψευδαίσθηση της πλοκής και στην βιωματική του πραγματικότητα.

Ο συγγραφέας

Ο Αμερικανός θεατρικός συγγραφέας Ευγένιος Ο, Νηλ, από τους πλέον σημαντικούς του 20ου αιώνα, τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας (1936) και τέσσερις φορές με το βραβείο Πούλιτζερ για τα έργα: “Beyond the horizon” (1920), “Anna Christie” (1922), “Strange Interlude” (1928), “Long day’s journey into night” (1957).

Τρίτος γιός του διάσημου ηθοποιού της εποχής Τζέιμς Ο΄Νηλ και της Έλλα Κουίνλαν, γεννήθηκε σε ξενοδοχείο του Μπρόντγουέι και έζησε τραυματικά παιδικά χρόνια, γεγονός που επηρέασε τόσο την προσωπική του ζωή, όσο και το έργο του. Εισήχθη στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, αποβλήθηκε και δεν επέστρεψε ποτέ. Εργάστηκε ως κλητήρας στη Νέα Υόρκη, έφυγε ως χρυσοθήρας στην Ονδούρα και ταξίδεψε ως ναύτης με εμπορικά πλοία, αποκομίζοντας γνώσεις και παρατηρήσεις ιδιαίτερα χρήσιμες στη σκιαγράφηση των ηρώων του. Αποφασισμένος να αφοσιωθεί στη συγγραφή θεατρικών έργων, εγκατέλειψε την περιπλάνηση και παρακολούθησε τα σχετικά μαθήματα που πρόσφερε το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ.

Το σύνολο του έργου του κατατάσσεται σε τρεις περιόδους: στην πρώιμη ρεαλιστική περίοδο με διακριτές τις εμπειρίες από την προσωπική του περιπλάνηση στον εξπρεσιονισμό, που αρχίζει το 1920, αλλά και με εμφανείς τις φιλοσοφικές επιρροέςτου Νίτσε, τις ψυχαναλυτικές του Φρόυντ και του Γιούνγκ, τις δραματουργικές του Στρίντμπεργκ και, τέλος, στην ώριμη ρεαλιστική περίοδο, με εμφανέστατες τις βαθιές επιρροές από τους Έλληνες τραγικούς.

Τα κείμενα της τελευταίας περιόδου, διαποτισμένα από την τραγική αίσθηση της ζωής του, συνιστούν τα μεγάλα έργα του Ο΄ Νηλ και έγιναν γνωστά στην χώρα μας, κυρίως, από την Κατίνα Παξινού και τον Αλέξη Μινωτή, όπως συνέβη και με το “Ταξίδι μιας μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα” στη συγκεκριμένη απόδοση του Νίκου Γκάτσου.

Η παράσταση

Ο σκηνοθέτης, ακολουθώντας τα βήματα του συγγραφέα, στέκεται με ιδιαίτερη συμπάθεια απέναντι στους τσακισμένους ήρωες. Η παράσταση δε φιλοδοξεί να κάνει τίποτε άλλο από το να αναδείξει τις σχέσεις των μελών της οικογένειας σε όλον τον βασανισμένο κύκλο άρνησης ανάληψης ευθυνών τους. Και το επιτυγχάνει σε αξιόλογο βαθμό. Το ταξίδι μεγάλο, εξοντωτικό, μοιάζει ατελείωτο και απαιτεί προσήλωση, υπομονή, αντοχή εκ μέρους του θεατή. Ωστόσο, χρειάζεται ο πολύς χρόνος σ’ αυτή τη διαδρομή, για να καταλυθούν οι αντιστάσεις, να αναδυθεί το απέραντο τοπίο θλίψης, αγωνίας και συγχώρεσης σε μια οικογένεια που ταλανίζεται από ενοχές, καθόλου μικρά καθημερινά εγκλήματα, χρονικά και συναισθηματικά πισωγυρίσματα, αλληλοκατηγορίες και, που όμως, παραμένει με όλα αυτά μια σφιχτοδεμένη οικογένεια. Θα πρέπει να πω ότι η σκηνοθεσία τόλμησε να περικόψει το τεράστιο κείμενο που είναι θαμμένο κυριολεκτικά στην πολυλογία, χωρίς να του στερήσει τους γλυκόπικρους χυμούς του.

Οι χαρακτήρες του έργου είναι απογυμνωμένοι με ανοικτίρμονα ευθύτητα από κάθε είδους συμβατική αισθηματολογία. Οι σκηνές είναι στυγνές και δυνατές, ο χρόνος ενιαίος, ο τόπος το ίδιο. Οι διάλογοι αψείς, σχεδόν σκαιοί, καταλυτικοί. Το δράμα προχωρεί από σκηνή σε σκηνή με ανηλεή ρυθμό που φτάνει προς το τέλος σε μια υπνωτισμένη φρενίτιδα, σάμπως η εφιαλτική περιπέτεια να’ χει συμβεί στο χείλος της λησμοσύνης.

Οφείλω να ομολογήσω ότι με ελκύει η σκοτεινή πλευρά των πραγμάτων και αυτό το έργο προσφέρει πολύ θάμπος και βαριές σκιές. Όταν ερμηνεύεται από μια επαγγελματική ομάδα ηθοποιών, που μπορούν να χειριστούν το σκοτάδι με τη δική τους εσωτερική λάμψη, φωτίζοντας τους χαρακτήρες και επιτυγχάνοντας μια φυσικότητα, παρά τη σκληρότητα που αυτοί αποπνέουν, οι ώρες περνούν σαν μια βόλτα σε απότομη πλαγιά λόφου, μ’ έναν άνεμο στην πλάτη σου.

Ως εθισμένη στη μορφίνη Mαίρη Κάβαν Τάιρον – Βέρα Κρούσκα, φέρνει εκπληκτικά χρώματα στον ρόλο μιας γυναίκας που ξανοίγει την ομίχλη που μπαίνει από παντού στο σπίτι. Δεν μπορείς να πάρεις τα μάτια σου από πάνω της, επειδή αναγνωρίζει ότι το ταξίδι του τίτλου είναι δικαίως δικό της και ότι οι άντρες τής ιστορίας είναι υποδεέστεροί της, έστω κι αν δείχνουν οργισμένοι, θλιμμένοι, εγωιστές αλλά είναι ανίκανοι μάρτυρές της. Έτσι, λοιπόν, η Μαίρη- Βέρα Κρούσκα είναι μια απελπισμένη μαχήτρια, αμυντική και χειριστική. Κι όχι μόνο. Είναι ποθητή αλλά και τρομαχτική, μοναχική, περήφανη, μοχθηρή και μπερδεμένη, αλλά πάνω απ’ όλα είναι δέσμια μιας εξάρτησης. Πολυκύμαντη η φωνή της, τη χρησιμοποιεί σαν μουσικό απαλό όργανο και φινετσάτο, ζεστό και μητρικό, στη συνέχεια αγκαθωτό και βάναυσο σαν να ξεβράζει λέξεις από ένα απύθμενο πηγάδι απελπισίας και, στο τέλος, σαν άηχη κραυγή αναχώρησης με εισιτήριο τις μνήμες.

Ο Πέρης Μιχαηλίδης υποδύεται τον σύζυγό της Τζέιμς, με συγκρατημένη αντοχή στις συνεχείς διακυμάνσεις ενός αλλοπρόσαλλου χαρακτήρα και με συμπαθητική αυτοσυγκράτηση στο ζοφερό οικογενειακό τοπίο. Ενίοτε, καταφέρνει να μετατρέπεται από ανθρώπινο ζεστό σύζυγο σε απάνθρωπο άγριο πατριάρχη.

Καθώς είναι διαλυμένος από τον έκκλητο βίο του, ο μεγαλύτερος γιος Τζέημς τζούνιορ, ενσαρκώνεται από τον Θανάση Σαράντο, ο οποίος γεμίζει την αποκορυφωμένη μεθυσμένη σκηνή του με έντονο σκοτεινό χιούμορ και με απρόθυμη, επιδερμική τρυφερότητα προς τον καχεκτικό μικρότερο αδερφό του, Έντμουντ – Χρήστο Διαμαντούδη.

Ως Έντμουντ ο Διαμαντούδης είναι μια επιπόλαιη προσωπικότητα. Η σπουδή του, η σάπια οικογενειακή υποδομή και η ασθένειά του μεταφέρονται στη σκηνή με ακρίβεια.

Η Σταυριάνα Παπαδάκη είναι η υπηρέτρια και ό,τι δήλωσε η ίδια πριν από την παράσταση, αυτό ακριβώς είναι και στον ρόλο: «αφελής, συμπονετική, μοναχική, με τσαγανό και ευαισθησία, φλύαρη κι ανυπόμονη, η ιρλανδή μετανάστρια Καθλίν με τις φωναχτές σκέψεις, υπηρετώντας το βαρύ τοπίο στο εξοχικό των Τάϊρον, είναι η μόνη υγιής, φωτεινή και κάποτε κωμική πινελιά του έργου».

Η σκηνογραφία της Άσης Δημητροπούλου φέρνει μια καλοκαιρινή εξοχική κατοικία, ξεθωριασμένη από τον χρόνο και ποτισμένη από την ομίχλη σκληρών αντιπαραθέσεων που τυλίγουν τα πρόσωπα. Οι σκάλες που οδηγούν στο επάνω δωμάτιο είναι μια σκοτεινή εξωπραγματική απόχρωση και χαρίζει την αίσθηση ωκεανού που ξεθωριάζει σε ένα κανονικό ξύλινο πάτωμα. Έξω από τους γυάλινους τοίχους του σαλονιού, το Νέο Λονδίνο του Κονέκτικατ μοιάζει με την Αρκτική, καθώς τα φώτα του Λευτέρη Παυλόπουλου δημιουργούν ένα σταθερό εφέ εντυπωσιακού σέλαος .

Η παράσταση, εν τέλει, είναι ένα ευπρόσδεκτο άγγιγμα ψυχής σε ένα έργο που, αν παρασταθεί σωστά, δίνει την αίσθηση ότι ο Ο’Νηλ, παρέχοντας ένα αναπάντεχο πορτρέτο της οικογένειάς του, ζητά τη μεταθανάτια συγχώρεση τους.

Ταυτότητα Παραγωγής:

Απόδοση: Νίκος Γκάτσος

Σκηνοθεσία- Δραματουργική επεξεργασία: Θανάσης Σαράντος

Σκηνικά: Άση Δημητρολοπούλου

Κοστούμια: Μπιάνκα Νικολαρεϊζη

Μουσική: Κώστας Ευαγγελίδης

Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος

Επιμέλεια Βίντεο: Άντα Λιάκου

Βοηθός σκηνοθέτη: Παναγιώτης Γκιζώτης, Γιάννης Γκρέζιος

Δραματουργική συνεργασία: Μάρκος Τσούμας

Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Δανάη Πανά

Οργάνωση παραγωγής: Εύα Κουμανδράκη

Οδηγός σκηνής: Καλλιόπη Παπαθανασίου

Φωτογράφιση παράστασης: Τάσος Θώμογλου

Σχεδιασμός αφίσας: Σιμώνη Γρηγορουδη

Διανομή (κατά σειρά εμφάνισης):

Πέρης Μιχαηλίδης (Τζέιμς Τάιρον)

Βέρα Κρούσκα (Μαίρη Κάβαν Τάιρον)

Θανάσης Σαράντος (Τζέιμς Τάιρον Τζούνιορ)

Χρήστος Διαμαντούδης (Έντμοντ Τάιρον)

Σταυριάνα Παπαδάκη (Κάθλιν)

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Συνέχεια ανάγνωσης

Πολιτισμός

“Εμείς και οι άλλοι”. Το νέο μυθιστόρημα του Γιάννη Στρουμπούλη

“Εμείς-και-οι-άλλοι”.-Το-νέο-μυθιστόρημα-του-Γιάννη-Στρουμπούλη

Εκτός από το να ψυχαγωγηθείτε, ο Γιάννης Στρουμπούλης, μέσα από το νέο του μυθιστόρημα σας ζητά αυτή τη φορά και να προβληματιστείτε.

Εμείς σαν KavalaWebNews.gr του ευχόμαστε όπως και τα άλλα βιβλία του, να είναι καλοτάξιδο!

Πηγή: KavalaWebNews

Συνέχεια ανάγνωσης
Διαφήμιση1

Προτεινόμενα