Connect with us

Πολιτισμός

«Βάκχες» του Ευριπίδη στο 64ο Φεστιβάλ Φιλίππων με την υπογραφή της Νικαίτης Κοντούρη!

«Βάκχες»-του-Ευριπίδη-στο-64ο-Φεστιβάλ-Φιλίππων-με-την-υπογραφή-της-Νικαίτης-Κοντούρη!

Οι Βάκχες στον 21ο αιώνα

Την τελευταία θεατρική δεκαετία είχαμε αρκετές και πολύ διαφορετικές μεταξύ τους σκηνοθετικές προτάσεις γύρω από το ανέβασμα των Βακχών, οι οποίες σε βάθος χρόνου μπορούν να εκτιμηθούν σε μια συγκριτική ερμηνευτική ανάλυση. Πρόκειται για ένα έργο ιδιαιτέρως δεκτικό σε διαφορετικές προσεγγίσεις παραμένοντας, ωστόσο, «ρευστό» και «χιμαιρικό». Από την πολυσυζητημένη εμφάνιση του Σάκη Ρουβά, ως Διόνυσου στην παράσταση του Δημήτρη Λιγνάδη το 2013, για την οποία τιμήθηκε με το βραβείο «Κάρολος Κουν», μέχρι τις «Βάκχες δωματίου» του Έκτορα Λυγίζου (Υπόγειο Θεάτρου Νέου Κόσμου – 2013) και από τις «θρακιώτικες» Βάκχες σε σκηνοθεσία Τάσου Ράτζου του ΚΘΒΕ το 2006, μέχρι τον «γυναικείο» Διόνυσο της Αγλαΐας Παππά στην παράσταση της Άντζελας Μπρούσκου στην Επίδαυρο (2014), είχαμε την ευκαιρία να «βακχευτούμε» και να ξαναγνωρίσουμε την αγαπημένη ευριπίδεια τραγωδία.

Το 2013 επίσης, η Μάρθα Φριντζήλα ανέβασε τις «Βάκχες» μ’ έναν 60μελή θίασο, ως μουσικό θεραπευτικό δρώμενο. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσίασε και η ροκ εκδοχή από τον Άρη Μπινιάρη, πριν από δύο χρόνια στη Στέγη, με πρωταγωνιστές τους: Χρήστο Λούλη, Γιώργο Γάλλο, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, την οποία είχαμε την ευκαιρία να ξαναδούμε εν μέσω καραντίνας στο επίσημο κανάλι της Στέγης στο youtube.

Στο πλαίσιο του περσινού θεσμού « Όλη η Ελλάδα ένας πολιτισμός», το Ίδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης» παρουσίασε τις «Βάκχες» του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Χατζή σε εμβληματικούς αρχαιολογικούς χώρους, με την Κωνσταντίνα Τάκαλου σε δυο ρόλους: Πενθέα και Αγαύης.

Ο Χρήστος Σουγάρης, επίσης πέρυσι, επέλεξε μια κωμικοτραγική γραμμή στο ανέβασμα των Βακχών, τοποθετώντας τη δράση σε μια παρηκμασμένη παιδική χαρά, αναδεικνύοντας το κομμάτι της τρέλας που είναι εγγενές στην βακχεία. Σ’ αυτό το πλαίσιο απέδωσε τους χαρακτήρες του δράματος, ως τους «τρελούς» του πάρκου, αξιοποιώντας στοιχεία του τσίρκου αλλά και αναγνωρίσιμων φιγούρων από τον αχανή αστικό κόσμο.

Κορυφαία θεωρείται η ιστορική παράσταση των Βακχών από την ομάδα του Θεόδωρου Τερζόπουλου (1986), που έχει κυκλοφορήσει κινηματογραφημένη, ενώ προβλήθηκε και στο θεατρικό Φεστιβάλ Dubitanda το 2017.

Τέλος, η διεθνώς πολυβραβευμένη Izumi Ashizawa το 2019 συμπράττει με το κυπριακό θεατρικό σχήμα Belacqua Theatre και σκηνοθετεί τις «Βάκχες» του Ευριπίδη, συνδυάζοντας τους κώδικες του Ιαπωνικού θεάτρου Νο και του αρχαίου Ελληνικού δράματος.

Φέτος η Νικαίτη Κοντούρη σκηνοθετεί την τραγωδία του Ευριπίδη για λογαριασμό των: «Εταιρεία Τέχνης «Αrs Aeterna» και ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Ιωαννίνων. Την περιοδεύει και τη φέρνει και στο φεστιβάλ Φιλίππων.

Υπόθεση

Ο Διόνυσος, γιος του Δία και της κόρης τού Κάδμου Σεμέλης, φτάνει στη Θήβα με ανθρώπινη μορφή για να επιβάλει εκεί τη λατρεία του. Οι κόρες του Κάδμου αρχικά αμφισβητούν τη θεϊκή καταγωγή του κι εκείνος, εκδικητικά, εμβάλλει μανία στις γυναίκες και ως ακόλουθές του -Μαινάδες- παραμένουν στον Κιθαιρώνα. Ο Πενθέας, γιος της Αγαύης, αρνείται να δεχτεί τη λατρεία του νέου θεού και στρέφεται εναντίον τους. Συλλαμβάνει τον Διόνυσο, ο οποίος με τη σειρά του ελευθερώνεται και με σεισμό καταστρέφει το παλάτι. Ο Διόνυσος εκδικείται τον Πενθέα για την ασέβειά του. Τον πείθει να μεταμφιεσθεί σε Μαινάδα για να κατασκοπεύσει τις Θηβαίες στον Κιθαιρώνα και, όταν φτάνει στο βουνό, οι Μαινάδες με πρώτη τη μητέρα του, τον διαμελίζουν.

Η Αγαύη επιστρέφει θριαμβευτικά στην πόλη μεταφέροντας το κεφάλι του Πενθέα, ως τρόπαιο λιονταριού πάνω στον θύρσο.

Στη συνέχεια, ο Κάδμος την ωθεί να συνειδητοποιήσει τι έχει πράγματι διαπράξει και το έργο τελειώνει με την εμφάνιση του Διόνυσου, ως θεού πλέον, που ανακοινώνει τη δυσοίωνη τύχη των ηρώων και εδραιώνει τη θρησκεία του.Οι Βάκχες είναι το τελευταίο και το πιο αινιγματικό έργο του Ευριπίδη. «Επικίνδυνο» το χαρακτηρίζει η σκηνοθέτις, επειδή έχει συνδεθεί με μεγάλες καταστροφές. Είναι η μοναδική σωζόμενη τραγωδία με διονυσιακό θέμα. Ένας περιπλανώμενος θίασος ακολουθεί έναν καινούργιο θεό σ’ ένα μαγικό ταξίδι αυτογνωσίας και έκστασης. Ο θεός Διόνυσος μεταμφιέζεται σε άνθρωπο και σαν «θηλύμορφος» ξένος επιστρέφει στη γενέθλια πόλη Θήβα, για να καθιερώσει τη λατρεία του. Είναι ο θεός της ετερότητας, της διαφορετικότητας, της μεταμφίεσης και της αμφισεξουαλικότητας. Ο θεός που καταργεί τα σύνορα που υπάρχουν ανάμεσα στους ανθρώπους, τόσο του πλούτου όσο και του φύλου, της ηλικίας, ακόμα και τη διαφορά ανάμεσα στην ανθρώπινη και θεία ιδιότητα. Η πόλη που αρνείται την ύπαρξή του θα γνωρίσει τη δύναμη και την κυριαρχία του θεού μέσα από την τιμωρία. Ο ενθουσιασμός των Βακχών θα μετατραπεί σε έναν αιματηρό εφιάλτη.

Το ιστορικό

Ο Ευριπίδης φεύγοντας από την Αθήνα για τη Μακεδονία (Πέλλα), απογοητευμένος από τον τρόπο με τον οποίο τον δέχτηκαν οι Αθηναίοι, γράφει το 406- 405 π. Χ. ένα πολύ ενδιαφέρον έργο για το ίδιο το θέατρο και για το πώς συμπαρασύρεται ο θεατής στη δράση.

Αναφέρεται σε μια περίοδο κρίσης μιας πόλης που πέρασε πολλές δεκαετίες οργάνωσης, αλλά επέδειξε μια κάποια αντίσταση σε πνεύματα ριζοσπαστικά. Είμαστε στο τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, όπου έχει ηττηθεί η Αθήνα και διολισθαίνει προς τον λαϊκισμό.

Στη μέση της σύγκρουσης είναι ο Βασιλιάς Πενθέας , ο οποίος δέχεται επίθεση από αυτή την καινούργια θρησκεία του Διόνυσου, του θεού του θεάτρου και του ενστίκτου, του ορμέμφυτου. Αντιστέκεται στη νέα λατρεία παλεύοντας με όλες τις δυνάμεις του να οχυρώσει τον εαυτό του και την πόλη του ενάντια σ’ αυτήν την κακόβουλη εισβολή.

Το έργο παρατηρεί τον τρόπο με τον οποίο ο Διόνυσος σπάει τις αντιστάσεις, οδηγεί τον Πενθέα στον αφανισμό του στο βουνό «Κιθαιρώνας», όπου κατασπαράσσεται από την ίδια του τη μάνα και τις Μαινάδες, δηλαδή τις γυναίκες που έχουν φύγει από την πόλη και έχουν ασπαστεί αυτή την καινούργια λατρεία.

Εφόσον το κείμενο εκθέτει τη δύναμη του Διονύσου και τη φοβερή τύχη εκείνων που του αντιστέκονταν, η πρώτη εξήγηση που ήρθε στο νου των φιλολόγων – περί τα τέλη του 19ου αιώνα – ήταν ότι ο ποιητής είχε δοκιμάσει (ή νόμισε σκόπιμο να το προσποιηθεί) στη δύση της ζωής του μια μεταστροφή προς τη θρησκεία. Έτσι, οι Βάκχες είναι μια «παλινωδία», μια αναίρεση του «αθεϊσμού», για τον οποίο ο Αριστοφάνης είχε κατηγορήσει τον συγγραφέα τους στις «Θεσμοφοριάζουσες». Γράφτηκαν για να υπερασπίσουν τον Ευριπίδη απέναντι στην κατηγορία της ασέβειας, η οποία συνέθλιψε τον φίλο του Σωκράτη ή για να τον συμβιβάσουν με το κοινό πάνω σε θέματα, όπου είχε παρεξηγηθεί ή από μια αληθινή πεποίθηση «πως η θρησκεία δεν πρέπει να υποβάλλεται στο ψιλοκοσκίνισμα της λογικής».

Εκείνη την εποχή εμφανίστηκε μια νέα γενιά που, έχοντας διαφορετικές προκαταλήψεις, θαύμασε τον Ευριπίδη για εντελώς διαφορετικούς λόγους κι επιδίωξε να φέρει τις «Βάκχες» στο ύψος των δικών της απόψεων ανανεώνοντας ριζικά την ερμηνεία τους. Έτσι, υποστήριξαν (σωστά) ότι ο Κάδμος και ο Τειρεσίας είναι θλιβεροί εκπρόσωποι της ορθοδοξίας και ότι ο Διόνυσος συμπεριφέρεται με ανελέητη σκληρότητα, όχι μόνο στους αντιπάλους του, τον Πενθέα και την Αγαύη, αλλά και στον υποστηρικτή του, τον Κάδμο. Αυτή η ερμηνεία αναπτύχθηκε την τελευταία δεκαετία του 20ου αιώνα σε Γερμανία και Αγγλία. Ο θρησκευτικός ζήλος των χορικών, προσβολή και πέτρα του σκανδάλου, σε αυτούς τους κριτικούς εξηγήθηκε με διάφορους τρόπους, σαν παραχώρηση στις δεισιδαιμονίες του μακεδονικού κοινού ή σαν επιτυχημένος χαρακτηρισμός του φανατισμού.

Σύμφωνα με τον Γιώργο Χειμωνά –στη μετάφραση του οποίου στηρίζεται το ανέβασμα των «Βακχών»– η τραγωδία του Ευριπίδη «τελειώνει παράξενα». Απέναντι στον θρήνο των ανθρώπων για την τρομερή εκδικητικότητα του Διονύσου, ο θεός στέκεται σιωπηλός και αμήχανος. Γράφει ο Χειμωνάς: «Ο Ευριπίδης, που επινόησε τον από μηχανής θεό, φτάνει εδώ στο άλλο άκρο: Δημιουργεί τον αμήχανο θεό. Ο Διόνυσος μοναχός στο βάθος της σκηνής, αβέβαιος, σχεδόν τρομαγμένος. Η τελευταία του φράση είναι ένας ψίθυρος, μια άναρθρη απολογία: «Δεν φταίω εγώ για όλα αυτά. Άλλος τα αποφάσισε και, μάλιστα, από πολύ παλιά. Υποτίθεται ο Δίας. Και η οδύνη, που δοκιμάζει ο θεατής των «Βακχών» για τα βάσανα των ανθρώπων, μεταβάλλεται ξαφνικά σε οίκτο για τον αξιολύπητο, δειλό θεό που τα προκαλεί.»

Η παράσταση

Με εφόδιο το κύρος και τον πλούτο της γλώσσας του Γιώργου Χειμωνά ξεκινά ο Διόνυσος, αρχικά ως απόκοσμη, υπερφυσική φιγούρα κι ύστερα ως άνθρωπος, να προετοιμάζει το κοινό με τον πρόλογό του, στον οποίο παραθέτει όσα πρόκειται να συμβούν. Η πρώτη αυτή εικόνα μάς προϊδεάζει πως ό,τι ακολουθεί εντάσσεται στην ιερουργία μιας ανορθόδοξης τελετής. Θαρρείς, μας εισάγει στην άγρια χαρά και στον υπόκωφο θρήνο του παράξενου πονήματος του πιο απελπισμένου, αλλά και πιο ειρωνικού από τους τραγικούς ποιητές της αρχαιότητας. Άλλωστε, η σκηνοθεσία ανασύρει -όπως διαπιστώνουμε – τόσο την απελπισία, όσο και την κωμικοτραγική ειρωνεία των «Βακχών», επομένως διαβάζει με καθαρότητα το έργο, διασώζει την ποίηση και το κοσμεί με άλλα επιτεύγματα.

Όντως, ένας Χορός ξεπηδά από το κείμενο του Ευριπίδη. Το τραγούδισμά του διακόπτεται από αναπαραστάσεις – μνήμες ενός τετελεσμένου γεγονότος – με κεντρικό ήρωα τον Πενθέα και την οργή του. Μια νέα δραματουργία στήνεται στη Θυμέλη, ως σχόλιο στο έργο του Ευριπίδη. Στην παράσταση ο Χορός, δηλαδή ο θίασος γυναικών και, ταυτόχρονα, στρατός του θεού Διονύσου, είναι ο αδιαφιλονίκητος βασικός φορέας της αφήγησης.

Ειδικά η επαφή των ηθοποιών με το γυμνό χώμα παραπέμπει ευθέως στο αρχέγονο διονυσιακό στοιχείο, το οποίο έλκει την καταγωγή του στην επαφή με τη γη, τον αδόμητο χώρο, την άγρια φύση και την ιερή μανία που προκαλεί η οινοποσία και η ένωση με τον Θεό.

Στην πολυεπίπεδη τραγωδία, η Νικαίτη Κοντούρη στρέφει την προσοχή της στον Διόνυσο τον διπλογεννημένο, αλλά και στη μορφή του Πενθέα. Αυτός ο νέος βασιλιάς της Θήβας είναι ο εκφραστής της ανάγκης για το μέτρο και την εγκράτεια. Φτάνει στην αποστείρωση. Καταλήγει στο φόβο για τον Ξένο, στην βίαιη αντίδραση σε κάθε τι που δεν κατανοεί. Ο ερχομός του θεού Διόνυσου σε τούτη την παράσταση, μας καλεί να αποδεχτούμε την ύπαρξη των ενστίκτων. Μας υπενθυμίζει την ανάγκη για αναγνώριση της τελετουργικής φύσης μας και την ανάγκη για συλλογικότητα.

Ακολουθώντας η σκηνοθέτις ένα ταιριαστό τελετουργικό ύφος στο δράμα, συνθέτει σε αρμονικό σύνολο τους επιμέρους τομείς: ερμηνείες, μουσική, σκηνικά, κοστούμια, κίνηση, φωτισμούς. Έχει δε επιλέξει για τα πρόσωπα, εξαιρετικούς ηθοποιούς.

Δεσπόζει στην ορχήστρα ένα κεκλιμένο επίπεδο, ένα σκαληνό τρίγωνο, ένα ορμητήριο του Βάκχου και των ακολούθων του, ενώ η χρήση πλαστικού εξυπηρετεί ανάγκες υλοποίησης σκηνογραφικής άποψης και σκηνοθετικού ευρήματος, αφού μεταβάλλεται έξυπνα σε οθόνη θέατρου σκιών, σε πύλη εισόδου – εξόδου. Ταυτόχρονα, δίνει εικαστική διάσταση στον όρο «μίνιμαλ».

Ο Τειρεσίας, ο τυφλός μάντης της Θήβας, έρχεται στη σκηνή ως Μαινάδα. Η καθόλου συνάδουσα με την ηλικία και το φύλο του ενδυμασία, το παρουσιαστικό και η στάση του «εικονογραφούν» τη δύναμη του Διονύσου. Πολύ καλή η επιλογή της Ιωάννας Παππά για τον Τειρεσία, η οποία ερμηνεύει με ασίγαστο οίστρο ένα αλλόκοτο πλάσμα, έμπλεο σεξουαλικών εμμονών, δάνειο, θαρρείς, από τον αλληγορικό «Λαβύρινθο του Πάνα» του Γκιγιέρμο ντελ Τόρο. Απλώνει επιδέξια ένα τεράστιο κύμα ηχοχρωμάτων στην ορχήστρα και με σπασμωδικές κινήσεις ολοκληρώνει αριστοτεχνικά την ιδέα της Κοντούρη. Εξαιρετική η Ιωάννα Παππά.

Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος είναι ένας γήινος Πενθέας. Ο καλός ηθοποιός υποδύεται με εντυπωσιακή δεινότητα τον δύσκολο ρόλο του Βασιλιά, πριν και μετά την παρενδυσία.

Η Κωνσταντίνα Τάκαλου και ο Δημήτρης Πετρόπουλος είναι δοκιμασμένοι ηθοποιοί, έμπειροι, με ισχυρό ένστικτο κι όπου τους είδα τους θαύμασα, όπως κι εδώ. Μια σπαρακτική Αγαύη κι ένας στιβαρός Κάδμος. Μάλιστα, η Κωνσταντίνα Τάκαλου κερδίζει ένα επικό ρίγος στην «ανάνηψη», σκηνή – από μόνη της- ένα καθηλωτικό θεατρικό αναλόγιο. Ο Αγγελιαφόρος του Κωνσταντίνου Ασπιώτη, στο μέγεθος που του πρέπει.

Ευχάριστη έκπληξη το Εβρίτικο μουσικό συγκρότημα Θραξ- Runks που ντύνει την παράσταση. Σχετικά, βέβαια, με τη μουσική στους βακχικούς παθιασμένους χορούς, δεν υπάρχουν δεδομένα. Μπορούμε μόνο να προβούμε σε κάποιες εικασίες, αναφορικά με τα όργανα και τον θόρυβο που προκαλούσαν ( βαρυβρόμων ὑπὸ τυμπάνων). Οπωσδήποτε εδώ η μουσική οδηγεί σε ενθουσιασμό. Πρόκειται για μια εξαίσια παραδοσιακή θρακιώτικη μουσική, παντρεμένη έξοχα με δυτικότροπους ηλεκτρονικούς ήχους. Έπαινοι ψυχής στη συνολική δουλειά του συγκροτήματος.

Η χορογραφημένη από την Ανδρονίκη Μαραθάκη κίνηση των σωμάτων του Χορού των γυναικών και των άλλων ηρώων, έχει έναν σταθερό ρυθμό και όλα κυλούν σε απόλυτη συμμετρία. Μουσική και κείμενο γίνονται τα μέρη μιας οδυνηρής τελετουργίας, έτσι όπως μαεστρικά την ενορχήστρωσε η Νικαίτη Κοντούρη. Εξαιρετικές και οι επτά «Μαινάδες».

Το λιτό, πλην περιεκτικό σκηνικό της Λουκίας Μινέτου, όπως και τα ωχρόχρωμα κοστούμια της, παίζουν θετικό ρόλο στην αναπαράσταση ενός διαχρονικού έργου. Διακοσμούν περίτεχνα τη δράση και αναδεικνύουν αφενός τη μεγαλοπρέπεια του κύριου Υποκριτή, του Διονύσου, κι αφετέρου την αναγκαστική στράτευση των γυναικών στην ακολουθία του.

Εξαιρετικός ο Άκης Σακελλαρίου στον ρόλο. Η θητεία του πλάι στον Τερζόπουλο του έδωσε μέγιστη ικανότητα χειρισμού των εκφραστικών του μέσων. Είναι σαρωτικός στην κυριολεξία. Πληθωρικό ταλέντο, κερδίζει το κοινό από την πρώτη ως την τελευταία σκηνή του έργου. Άξιος Διόνυσος. Θεός!!

Το «δια ταύτα» της παράστασης: Ο άνθρωπος, ως μονάδα , μέσα από τις ψευδαισθήσεις γνωρίζει τα μυστικά της ψυχής του, χαλαρώνει, ενδυναμώνεται και ύστερα αποκτά την ικανότητα να μεγαλουργήσει για τη δική του πρόοδο, αλλά και της κοινότητας. Λατρεύει τον Διόνυσο για να προσεγγίσει και να κατανοήσει τον Απόλλωνα.

Αλλά το κάνει προσεκτικά, όπως επισημαίνει κι ο Νίτσε: «Από το διονυσιακό θεμέλιο δεν πρέπει να εισχωρήσει στη συνείδηση του ανθρώπου τίποτα παραπάνω από ό, τι μπορεί να ξεπεράσει πάλι από την απολλώνια δύναμη της μεταμόρφωσης».

Η ισορροπημένη διαχείριση αυτής της αρχέγονης δύναμης είναι ο μόνος τρόπος να διαχειριστεί κανείς, με το μικρότερο δυνατό κόστος, ταραγμένες περιόδους που οδηγούν στην παρακμή. Ο στείρος ορθολογισμός δεν έχει κανένα αποτέλεσμα, όταν ο εσωτερικός πόνος έχει απενεργοποιήσει τις λογικές δυνάμεις. Δεν μπορεί κανείς να νικήσει αυτό που δεν κατανοεί και δεν μπορεί να το κατανοήσει αν το υποτιμά.

Το έργο τελειώνει έτσι όπως άρχισε. Με τον Διόνυσο. Μετά την έξοδο όλων, μένει η θυμέλη να καίει προς τιμήν του θεού του θεάτρου. Μένουν κι οι θεατές με το πικρό δίδαγμα του ανήμπορου μπροστά στο θείο ανθρώπου και, ταυτόχρονα, του ισχυρού θεού που λατρεύουν και μέσα από την ίδια τη θεατρική παράσταση προς τιμήν του, σ’ ένα έργο διπλής όψης (όπου κάθε πρόσωπο υποδύθηκε κάτι άλλο από αυτό που ήταν), σαν τη φύση και τη ζωή.

Εν κατακλείδι, με ενδιαφέρουσες ιδέες και σαφές όραμα η μεστή ματιά της σκηνοθέτιδας στην ευριπίδεια τραγωδία, είναι – με το παραπάνω – παραστασιακά ενεργής, εγείρει την ενσυναίσθηση στους θεατές, τόσο για τις αισθητικές όσο και τις ερμηνευτικές επιλογές της, αλλά, κυρίως, για τα πολυσήμαντα μηνύματα, όπως η απορρόφηση της ατομικής συνείδησης μέσα από μια ομαδική συνείδηση: ο λατρευτής «θιασεύεται ψυχάν» με τον «κύριο της ζωής» Διόνυσο, και με τους συντρόφους του στη λατρεία γίνεται ένα με τη ζωή της γης.

Σ’ ένα αβέβαιο μέλλον, όπου όλα είναι ρευστά, αυτές οι «Βάκχες» συνθέτουν αναμφίβολα μία παράσταση που μας προβληματίζει για την εξέλιξη της δικής μας ιστορίας, έτσι όπως τώρα γράφεται.

Συντελεστές

Μετάφραση: Γιώργος Χειμωνάς
Σκηνοθεσία: Νικαίτη Κοντούρη
Δραματουργία: Μάνος Λαμπράκης, Νικαίτη Κοντούρη
Σκηνικά – Κοστούμια: Λουκία Μινέτου
Μουσική σύνθεση & διδασκαλία: Θραξ-Punks
Χορογραφία: Ανδρονίκη Μαραθάκη
Φωτισμοί: Νίκος Σωτηρόπουλος
Α΄ βοηθός σκηνοθέτιδας: Θάλεια Γρίβα
Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Κατερίνα Κανελλοπούλου
Σύμβουλος δραματολόγος: Νίκος Μαθιουδάκης
Επιστημονική σύμβουλος: Κατερίνα Διακουμοπούλου
Επικοινωνία: Ειρήνη Λαγουρού
Διεύθυνση παραγωγής: Σταμάτης Μουμουλίδης

Παίζουν: Άκης Σακελλαρίου (Διόνυσος), Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος (Πενθέας), Κωνσταντίνα Τάκαλου (Αγαύη), Ιωάννα Παππά (Τειρεσίας), Δημήτρης Πετρόπουλος (Κάδμος), Κωνσταντίνος Ασπιώτης (Αγγελιοφόρος)

Χορός Βακχών: Θάλεια Γρίβα, Σμαράγδα Κάκκινου, Ελένη Στεργίου, Φραγκίσκη Μουστάκη, Ιουλία Γεωργίου, Σοφία Κουλέρα, Ιωάννα Τζίκα

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Συνέχεια ανάγνωσης
Διαφήμιση1
Κάντε κλικ για να σχολιάσετε

You must be logged in to post a comment Login

Γράψτε μας το σχόλιο σας

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Πολιτισμός

«Αρίστος» με Φιλαρέτη Κομνηνού στο Φρούριο της Καβάλας

«Αρίστος»-με-Φιλαρέτη-Κομνηνού-στο-Φρούριο-της-Καβάλας

Η βραβευμένη παράσταση του Γιώργου Παπαγεωργίου «Αρίστος» , με κεντρικό θέμα τη ζωή του Αριστείδη Παγκρατίδη, του φερόμενου ως «Δράκου του Σέιχ Σου», έχοντας συγκεντρώσει την ευρεία αποδοχή του κοινού και των κριτικών, έρχεται την Πέμπτη 29 Ιουλίου στις 21.30, στο Φρούριο Καβάλας, στο πλαίσιο του 64ου Φεστιβάλ Φιλίππων.

Εννέα χαρακτήρες που συνδέονται με τον Αριστείδη Παγκρατίδη, μέσα από τις χειμαρρώδεις, υποβλητικές εξομολογήσεις τους, μιλώντας διαφορετικές γλώσσες, ανάλογα με τα βιώματα, τον χαρακτήρα και τον ρόλο τους, συνθέτουν το προφίλ του Αρίστου.

Ο φίλος από την Τούμπα, η παραδουλεύτρα γειτόνισσα της μάνας του, ένας αχθοφόρος του λιμανιού, ο παρακρατικός δοσίλογος περιπτεράς, ένας χωροφύλακας δημοκρατικών φρονημάτων, ένας συντηρητικός αστός της παραλίας, το αφεντικό του σε ένα λαϊκό πανηγύρι, η τραβεστί Λολό και μία λαϊκή τραγουδίστρια – οι δύο έρωτες του, ερμηνευμένοι επί σκηνής από τρεις ηθοποιούς.

Οι ερμηνευτές ζωντανεύουν μια ιστορία που μεταφέρει τους θεατές στις αλάνες της Θεσσαλονίκης, στις σκοτεινές πλευρές του λιμανιού, στα υπαίθρια πανηγύρια και στα μπουζουξίδικα της παλιάς Θεσσαλονίκης, σε ένα σκηνικό χρόνο που φτάνει μέχρι το 1960 όταν γίνεται είκοσι χρονών ο βασικός ήρωας, στον οποίο όλοι αναφέρονται, που είναι ο Αριστείδης Παγκρατίδης, ο φερόμενος ως «Δράκος του Σέϊχ σου», τον οποίο ο τύπος του 1963 (Ελληνικός Βορράς) τον αποκαλούσε «νεαρό ανώμαλο». Το 1966 καταδικάστηκε τετράκις σε θάνατο από το πενταμελές εφετείο Θεσσαλονίκης. Η εκτέλεσή του έγινε στο μέρος που ήταν συνδεδεμένο με το όνομά του, το Δάσος του Σέιχ Σου. Οι τελευταίες λέξεις που ψέλλισε ήταν «Μανούλα μου, είμαι αθώος».

* Το βιβλίο του Θωμά Κοροβίνη «Ο Γύρος του Θανάτου» τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος

  • Η παράσταση τιμήθηκε με το βραβείο καλύτερης παράστασης από το ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ

Συντελεστές της παράστασης

Σκηνοθεσία: Γιώργος Παπαγεωργίου

Διασκευή: Θεοδώρα Καπράλου

Μουσική Σύνθεση: Γιώργος Δούσος

Μουσικός επί σκηνής: Γιώργος Δούσος

Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου

Κίνηση: Μαρίζα Τσίγκα

Σκηνογραφική/Ενδυματολογική επιμέλεια: Κατερίνα Αριανούτσου

Φωτογραφίες: Δομνίκη Μητροπούλου

Υπεύθυνη περιοδείας: Έφη Χριστοδουλοπούλου

Παίζουν

Φιλαρέτη Κομνηνού, Γιάννης Λεάκος, Ιωάννης Αθανασόπουλος

Απαγορεύεται η είσοδος στο θέατρο μετά την έναρξη των παραστάσεων.

Είναι υποχρεωτική η χρήση μη ιατρικής μάσκας από τους θεατές κατά την είσοδο και έξοδο από το χώρο, καθώς και σε όλη τη διάρκεια της παράστασης.

Τιμές εισιτηρίων: 15 € Γενική Είσοδος, 12 € Φοιτητικό (με την επίδειξη της φοιτητικής ταυτότητας) – Παιδιά μέχρι 12 ετών, Ανέργων (με προσκόμιση ηλεκτρονικής ανανέωσης της κάρτας ανεργίας), Πολυτέκνων, ΑΜΕΑ, Ομαδικά (άνω των 10 ατόμων)

Προπώληση: www.ticketservices.gr, καταστήματα public

Πληροφορίες:

  • ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας 220876 – 7 (ώρες γραφείου)

Κέντρο πληροφόρησης επισκεπτών Δήμου Καβάλας (πρώην ΕΟΤ) Κεντρική Πλατεία, τηλ: 2510-620566, καθημερινά 10:00 – 14:00 και 18:00 – 21:00.

*Το 64ο Φεστιβάλ Φιλίππων θα πραγματοποιηθεί ακολουθώντας τις ειδικές οδηγίες των υγειονομικών αρχών, με προτεραιότητα τη δημόσια υγεία και με αίσθημα ευθύνης απέναντι στο κοινό και τους καλλιτέχνες.

ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας

Πηγή: KavalaWebNews

Συνέχεια ανάγνωσης

Πολιτισμός

Αλλαγή χώρου παρουσίασης της παράστασης “Ειδικές Περιστάσεις”

Αλλαγή-χώρου-παρουσίασης-της-παράστασης-“Ειδικές-Περιστάσεις”

Το 64ο Φεστιβάλ Φιλίππων, ενημερώνει το θεατρόφιλο κοινό ότι η προγραμματισμένη για σήμερα Κυριακή 25/7 παράσταση του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κοζάνης «Ειδικές Περιστάσεις», θα παρουσιαστεί την ίδια ώρα (21.30) στο γήπεδο μπάσκετ του Πάρκου Φαλήρου Καβάλας και όχι στο Φρούριο Καβάλας, όπως αρχικά είχε προγραμματιστεί, για τεχνικούς λόγους.

 

Πηγή: KavalaWebNews

Συνέχεια ανάγνωσης

Πολιτισμός

Ευριπίδη «Ελένη» από το Κ.Θ.Β.Ε. στο Φεστιβάλ Φιλίππων

Ευριπίδη-«Ελένη»-από-το-ΚΘΒΕ.-στο-Φεστιβάλ-Φιλίππων

«Ένα κόκκινο ποτάμι διασχίζει την επικράτεια της αγάπης και με τη ροή του υπηρετεί τον μέγα στόχο: Να γίνει νόημα το αίμα. Να ειπωθούν καθαρά και να ακουστούν δίχως παρερμηνείες ιστορίες κορυφωμένων αισθημάτων ακόμα και καταστροφικών ή αυτοκαταστροφικών. Τα υψηλά -και τί υψηλότερο από την αγάπη- θίγονται με τον τρόπο του απλού που έχει την ισχύ να καθιερώνει και τη φαινομενική υπερβολή εντάσσοντάς τη στον κόσμο της φυσικότητας»

Παντελής Μπουκάλας.

Η «Ελένη» του Ευριπίδη γράφτηκε το 412 π.Χ και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά την ίδια εποχή δηλαδή μόλις είχε τελειώσει η Σικελική εκστρατεία με την πανωλεθρία του αθηναϊκού στόλου. Παράλληλα αναπτύχθηκε στην Αθήνα το σοφιστικό κίνημα που είχε αρχίσει να αμφισβητεί πατροπαράδοτες αξίες και προκαλούσε με την κριτική των εκπροσώπων του κρίση στο δημοκρατικό πολίτευμα και φαινόμενα ασέβειας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο Ευριπίδης με την τραγωδία του «Ελένη» καταδικάζει τον πόλεμο ως πρόξενο όλων των κακών.

Υπόθεση

Η ιστορία εκτυλίσσεται στο νησί Φάρος της Αιγύπτου όπου η ηρωίδα έχει μεταφερθεί από τον Ερμή. Έμενε στα ανάκτορα του βασιλιά Πρωτέα ενώ το είδωλό της ακολούθησε τον Μενέλαο στην Τροία. Μετά το θάνατο του Πρωτέα ο γιος του και διάδοχος Θεοκλύμενος επιμένει να την παντρευτεί. Η Ελένη αρνείται και παραμένει πιστή στον Μενέλαο. Φτάνει ο Τεύκρος (επικός ήρωας) και την πληροφορεί για την άλωση της Τροίας και για τον πιθανό θάνατο τού άνδρα της. Συντριμμένη εκείνη τον συμβουλεύει να κρυφτεί γιατί ο βάρβαρος βασιλιάς συνηθίζει να σκοτώνει όλους τους Έλληνες που φτάνουν στην Αίγυπτο. Έρχεται ο Χορός και της προτείνει να συμβουλευτεί τη μάντισσα Θεονόη (αδελφή του Θεοκλύμενου) για να εξακριβώσει την αλήθεια των πληροφοριών του Τεύκρου.

Εμφανίζεται εξαθλιωμένος ο Μενέλαος και διηγείται ότι περιπλανήθηκε στη θάλασσα και ναυάγησε σ’ αυτήν την άγνωστη χώρα φέρνοντας μαζί του τη γυναίκα του όπως πιστεύει. Από μια γερόντισσα θυρωρό του παλατιού μαθαίνει ότι η Ελένη βρίσκεται στον τόπο αυτόν από καιρό και εκπλήσσεται. Ακολουθεί η αναγνώριση και η χαρά των δύο συζύγων κορυφώνεται αλλά δεν διαρκεί πολύ αφού η Ελένη φοβάται τον Θεοκλύμενο και συμβουλεύει τον Μενέλαο να φύγει για να σωθεί. Η Θεονόη αναγνωρίζει τον βασιλιά της Σπάρτης αλλά τελικά πείθεται να μην τον αποκαλύψει στον αδελφό της. Η Ελένη ξεγελά τον Θεοκλύμενο ο οποίος της δίνει καράβι και ναύτες για να σκορπίσει – τάχα – την τέφρα του Μενέλαου στη θάλασσα σύμφωνα με τα ελληνικά έθιμα ταφής.

Ο σκληρός άρχοντας Θεοκλύμενος πληροφορείται από αγγελιαφόρο ότι το ζευγάρι δραπέτευσε. Έξαλλος θέλει να σκοτώσει την αδερφή του που τον πρόδωσε. Οι Διόσκουροι όμως εμφανίζονται σαν «από μηχανής Θεός» στο θεολογείο τον αποτρέπουν από τους σκοπούς του και το δράμα κλείνει ειρηνικά.

Ανάγνωση

Ο Ευριπίδης παρουσιάζει μία τελείως διαφορετική εικόνα της Ελένης. Εμφανίζεται σε πολλά έργα του και ιδιαίτερα στις Τρωάδες και στον Ορέστη. Τη δείχνει σαν μία γυναίκα φιλάρεσκη και ερωτομανή με πολλά ελαττώματα και άπιστη. Ωστόσο τα λόγια αυτά δεν είναι οι κρίσεις του ποιητή αλλά των ηρώων και απηχούν μόνο τις απόψεις της εποχής του. Ο ίδιος φαίνεται να θεωρεί την ομηρική ηρωίδα ως μία γυναίκα που απλά ερωτεύτηκε τον ωραίο και κατά πολύ νεότερο τού Μενελάου Πάρη. Την αποδέχεται ως ένοχη μοιχείας αλλά εξαιτίας του έρωτα. Εξάλλου ο τραγικός ποιητής δεν μπορούσε να δεχτεί ότι στην φαλλοκρατική εκείνη εποχή ήταν δυνατόν να γίνει ένας πόλεμος μόνο και μόνο για μία γυναίκα όσο κι αν ετίθετο ζήτημα τιμής για το Μενέλαο. Οπωσδήποτε δε θα γινόταν ένας γενικευμένος δεκαετής πόλεμος.

Η παράσταση

Ο δοκιμασμένος εμπειρότατος Βασίλης Παπαβασιλείου κατέβασε τους ήρωες από το βάθρο του έπους και τους παρουσιάζει ρεαλιστικά ως ανθρώπους ζωντανούς και όχι τέλειους βαδίζοντας σ’ έναν σύγχρονο θεατρικό δρόμο και ίσως πιο ανώδυνο εφόσον τον στολίζει με κωμικά στοιχεία και με γερές δόσεις παρωδίας. Θα έλεγα εμπνέεται από την περίφημη ομάδα Monty Python ως προς τη φόρμα και δουλεύει μια παράδοξη σύνθεση. Μια δραματουργική τεχνική δηλαδή που ανατρέπει τη δραματική δομή με την παρεμβολή κωμικής κατάστασης ή αλλιώς μια υπόδειξη της ειρωνείας της τύχης του δραματικού προσώπου όπως ακριβώς το ήθελε κι ο Ευριπίδης.

Ο Μενέλαος αν και είναι ο ηγέτης απομυθοποιείται και εμφανίζεται ως ένας κοινός καθημερινός άνθρωπος: ναυαγός περιπλανώμενος σε άθλια κατάσταση με συνείδηση της δεινής του κατάστασης με μια σκελέα μόνος συγκρούεται σαν απλός άνθρωπος με τη γερόντισσα δέχεται απειλές και οδηγίες από αυτήν προσπαθεί να βρει μέσα στην σύγχυση μια λύση αλλά η αδιέξοδη κατάσταση τον κάνει επιπόλαιο και αντιφατικό. Όλα αυτά τα στοιχεία τον χρίζουν ένα τυπικό ευριπίδειο ήρωα. Επίσης ο σκηνοθέτης φανερώνει ευκρινώς τις δίσημες φράσεις αυτές που χαρακτηρίζουν το έργο τραγικωμωδία. Το διαπιστώνουμε στον διάλογο Ελένης – Θεοκλύμενου λίγο πριν το φινάλε όπου άλλα λέει η ηρωίδα άλλα καταλαβαίνει ο αφελής Βασιλιάς.

Ο σημαντικός σκηνοθέτης Βασίλης Παπαβασιλείου στήνει την παράσταση άλλοτε σε συνθήκη καμπαρέ κι άλλοτε σε συνθήκη λαϊκού πανηγυριού. Άλλωστε τα Λαϊκά Ελληνικά πανηγύρια με τα ήθη και τα έθιμά τους με τους μύθους την ιστορία τους το γιορταστικό τους τυπικό στεφανώνονται από μεγαλοπρέπεια. Τα πανηγύρια είναι ένα μέρος τοπικού πολιτισμού και αφορμή κοινωνικής συνοχής. Το ύφος η γραμμή της παράστασης έχει εννοιολογική σημασία και στιγματίζει μια σύγχρονη αντίληψη ιλαροτραγωδίας. Στόχος της σκηνοθεσίας να περάσουν αντιπολεμικά μηνύματα στο κοινό δια μέσου κωμικών καταστάσεων λαμπερών εικόνων και χαρίεσσας ατμόσφαιρας. Τον πέτυχαν πιστεύω.

Η μετάφραση ενός δραματικού κειμένου μοιάζει να υποχρεώνει τον μεταφραστή να αναλάβει ρόλο σκηνοθέτη στον εγκέφαλό του προκειμένου να επιτευχθεί η μεταφορά από τον πολιτισμό εκκίνησης στον πολιτισμό προορισμού. Θα μπορούσε να θέσει κανείς δίλημμα: οι μεταφράσεις αποτελούν τμήμα της πρόσληψης του αρχαίου δράματος ως συνέχεια των πρωτοτύπων κειμένων ή είναι νέες πνευματικές δημιουργίες προϊόντα σύγχρονης λογοτεχνίας; Στην προκειμένη περίπτωση ο ποιητής Παντελής Μπουκάλας και ο σκηνοθέτης Βασίλης Παπαβασιλείου δούλεψαν στην τομή των δύο τεχνικών. Αποτέλεσμα τα ηθικά τα φιλοσοφικά ή τα κοινωνικά θέματα της τραγωδίας αναφύονται στη σκηνή και αποδεικνύουν ότι η ταραγμένη εποχή μας είναι γόνιμη περίοδος για την αναβίωση του αρχαίου ελληνικού δράματος.

Τα λιτά σκηνικά του Άγγελου Μέντη συμβολίζουν τη χώρα της Αιγύπτου με διάσπαρτα εμβληματικά της στοιχεία (πυραμίδες, φοίνικες) στην ορχήστρα. Τα κοστούμια του στις απαστράπτουσες αποχρώσεις του λαμέ υφάσματος. Όλα μαζί αγκαλιάζουν τον τάφο του Πρωτέα ενώ ο θίασος με συναίσθηση του σκηνικού χρόνου και κώδικες με ιδιαίτερο φορτίο ολοκληρώνουν έναν εναλλακτικό τρόπο προσέγγισης της τραγικής ποίησης ιδωμένης μέσα από έννοιες όπως μουσικότητα καθαρότητα ιλαρή «ανάγνωση».

Η λαμπερή καλλίφωνη Έμιλυ Κολιανδρή, ως ωραία Ελένη θα πω: «πολύ ωραία Ελένη» ακολουθεί τις σκηνοθετικές οδηγίες και μας χαρίζει μια πανέμορφη γυναίκα με ψυχολογικές μεταπτώσεις: χαρούμενη, αισιόδοξη από τα νέα της Θεονόης, έκπληκτη, φοβισμένη, πανικοβλημένη καθώς αντικρίζει έναν άντρα στο παλάτι να την κοιτάζει ερευνητικά αλλά και με αγαλλίαση όταν τον αναγνωρίζει ή με στενοχώρια απογοήτευση όταν αυτός δεν την πιστεύει και ετοιμάζεται να φύγει.

Ο Μενέλαος του Θέμη Πάνου απολαυστικός σαν άλλος John Cleese ζωγραφίζει επιδέξια έναν απίθανο χαρακτήρα εγκλωβισμένο στην πλάνη του περιπλανιέται αδιάκοπα ανάμεσα στο «είναι» και το «φαίνεσθαι». Έτσι μ’ αυτήν την αντίθεση εξυπηρετείται εξαιρετικά η οικονομία του έργου.

Η εμφάνιση του α’ αγγελιοφόρου (Δημήτρης Κολοβός) αποτελεί απρόοπτο σκηνικό επεισόδιο κάτι που κανείς δεν το περίμενε μήτε οι θεατές. Ο Ευριπίδης χρησιμοποίησε και πριν κάποια απρόοπτα: την εμφάνιση του Τεύκρου, την ξαφνική εμφάνιση του Μενέλαου, το γεγονός ότι μια γυναίκα άνοιξε στον Μενέλαο (Γερόντισσα) και όχι ένας άντρας. Και οι δύο αγγελιαφόροι (Δ. Κολοβός και Άγγελος Μπούρας) μέσα στο πνεύμα του ποιητή και στη σκηνοθετική άποψη, αν και ξένισε η γυμνή εμφάνιση του δεύτερου παρότι συμβόλιζε την ολοσχερή γύμνια του μοναδικού διασωθέντος από το καράβι της δραπέτευσης του πονηρού ζευγαριού.

Ο εξαιρετικός Δημήτρης Μορφακίδης ως Τεύκρος εδώ είναι παράδειγμα ανθρώπου που επάνω του φαίνονται όλα τα δεινά του πολέμου. Αν και τύποις νικητής είναι εξόριστος ταπεινωμένος και ανασφαλής. Μέσα από την ερμηνεία του φανερώνεται όλη η αντιηρωική διάσταση του πολέμου που μόνο να φθείρει ψυχικά ,ηθικά και σωματικά τους ανθρώπους μπορεί. Το φιλειρηνικό μήνυμά του είναι ολοφάνερο εφόσον απευθύνεται στους συμπολίτες του μετά από την πανωλεθρία των Αθηναίων στη Σικελία.

Η εμφάνιση της απαστράπτουσας περσόνας με λαμέ- υπερπαραγωγή ενδυμασία στην ορχήστρα θα μπορούσε να είναι το RuPaul αλλά είναι η δεινή καρατερίστα Αγορίτσα Οικονόμου ως μάντισσα Θεονόη η οποία «κλέβει» την παράσταση με την λεκτική της ευχέρεια την κίνησή της την έκφρασή της την ωραία «τρέλα» της.

Η πολύπειρη Έφη Σταμούλη ως γερόντισσα φέρνει στη σκηνή μια κόμικ φιγούρα και με το ισχυρό της ένστικτο την πολύχρονη θητεία της στο θέατρο επωμίζεται εύστροφα την ιλαρή διάθεση του ποιητή. Παράδειγμα η απορία της για το γεγονός ότι δε γνωρίζει τον Μενέλαο δημιουργεί ποικίλα συναισθήματα μιας και ο πόλεμος σε συνδυασμό με τις κακουχίες μπορεί να κάνει έναν βασιλιά να φαίνεται ζητιάνος.

Ο Γιώργος Καύκας πλάθει με πειθώ έναν αφελή Βασιλιά Θεοκλύμενο έναν άνθρωπο με μανδύα κακού αλλά ουσιαστικά έναν άνθρωπο που αφήνεται στα «έπεα πτερόεντα» και εύκολα τον εξαπατούν οι άλλοι.

Οι Διόσκουροι Νικόλας Μαραγκόπουλος και Ορέστης Παλιαδέλης εμφανίζονται στην τελευταία σκηνή με ασημένια τεφλόν φορεσιά κι από ένα συννεφάκι στα χέρια λικνίζονται χαριτωμένα και διασκεδάζουν εαυτούς και κοινό. Ο δε Παναγιώτης Παπαϊωάννου ως υπηρέτης συμπληρώνει στο αυτό ύφος τον θίασο- βαριετέ.

Άλλωστε η εποχή του Ευριπίδη είναι αυτή της αμφισβήτησης των μύθων και των ειδώλων: ο ποιητής απομυθοποιεί τον Μενέλαο τον επικό ήρωα. Η εποχή του είναι αυτή του σοφιστικού κινήματος του αρχαίου ελληνικού διαφωτισμού με κύρια χαρακτηριστικά: την κριτική κάθε αξίας και κάθε αυθεντίας τον έλεγχο κάθε δεδομένης αντίληψης την αμφισβήτηση των κοινωνικών στερεοτύπων. Ο Ευριπίδης ως μαθητής των σοφιστών υιοθετεί τις απόψεις τους.

Ο Χορός αποτελείται από Ελληνίδες αιχμάλωτες. Στον κομμό τα λόγια του Χορού αποτελούν την αντιστροφή στο θρήνο της Ελένης. Εδώ φθίνει ο βαρύς ρόλος του (τα τραγούδια γίνονται ακόμη και ξεχωριστά μέρη), ωστόσο, δε χάνει την επαφή µε τα πρόσωπα του δράματος. Αυτό επιβεβαιώνεται μέσα από τις συμβουλές, τις προτροπές, τις σκέψεις. Κι όταν δε δρα είναι παρών και κρίνει όσα συμβαίνουν. Διατυπώνει ηθικούς κανόνες, θρηνεί για τις ατυχίες ή έρχεται σε αντίθεση µε όποιον βρίσκεται στη σκηνή σε δεδομένη στιγμή. Δεκαπέντε εξαιρετικές γυναίκες ηθοποιοί του Κ.Θ.Β.Ε πλαισιώνουν την Ελένη, ερμηνεύουν, τραγουδούν, χορεύουν, παίζουν. Μεταμορφώνονται από γυναίκες- σκλάβες σε προκλητικά Pin-up models , σε δεσποινίδες της Αβινιόν, σε συγκρότημα τζαζ και μπλουζ, σε εμπνευσμένα ιντερμέδια, σε Χορό αρχαίου δράματος. Όλες καλλίφωνες, όμορφές και άψογα συντονισμένες.

Ο Δημήτρης Σωτηρίου, όπως πάντα, ευφάνταστος χορογράφος, μέσα στο συγγραφικό πνεύμα και αρωγός της σκηνοθεσίας.

Το δια ταύτα

Ο Ευριπίδης χαρακτηρίζεται ως ο από σκηνής φιλόσοφος.

Με την «Ελένη» ο Ευριπίδης εκφράζει τις δικές του απόψεις και τους προβληματισμούς για διάφορα θέματα: τον ορθολογισμό τη μαντική τον σωστό τρόπο σκέψης και δράσης τον Θεό το θεσμό της δουλείας. Τα θέματα αυτά απασχολούσαν τους φιλοσόφους της εποχής του έτσι και ο ίδιος φαίνεται να φιλοσοφεί στη σκηνή. Μέσω της διάνοιας των προσώπων εκφράζει τις φιλοσοφικές του ιδέες.

Θέσεις του Ευριπίδη που θα μπορούσαν να είναι σύγχρονες όπως οι σημερινές απόψεις για τις θρησκευτικές προλήψεις για τη συνήθεια των ανθρώπων να πιστεύουν σε ζώδια για τις αστρολογικές προβλέψεις για τις αλλαγές που συμβαίνουν τυχαία στην ανθρώπινη ζωή και που είναι ανεξέλεγκτες.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ:

Μετάφραση: Παντελής Μπουκάλας
Σκηνοθεσία: Βασίλης Παπαβασιλείου
Συνεργάτης σκηνοθέτης-Δραματουργία: Νικολέτα Φιλόσογλου
Σκηνικά- Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Μουσική: Άγγελος Τριανταφύλλου
Χορογραφία: Δημήτρης Σωτηρίου
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Ενορχήστρωση – Μουσική διδασκαλία: Γιώργος Δούσος,
Moυσική διδασκαλία: Χρύσα Τουμανίδου
Βοηθός χορογράφου: Σοφία Παπανικάνδρου
Βοηθός σκηνοθέτη: Άννα – Μαρία Ιακώβου
Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Έλλη Ναλμπάντη
Οργάνωση παραγωγής: Αθανασία Ανδρώνη
Οδηγοί σκηνής: Γιάννης Παλαμιώτης Μαρίνα Χατζηιωάννου
Παίζουν:

Έμιλυ Κολιανδρή (Ελένη)
Θέμης Πάνου (Μενέλαος)
Αγορίτσα Οικονόμου (Θεονόη)
Γιώργος Καύκας (Θεοκλύμενος)
Έφη Σταμούλη (Γερόντισσα)
Δημήτρης Κολοβός (Αγγελιοφόρος Α’)
Άγγελος Μπούρας (Αγγελιοφόρος Β’)
Δημήτρης Μορφακίδης (Τεύκρος)
Παναγιώτης Παπαϊωάννου (Θεράπων)
Νικόλας Μαραγκόπουλος Ορέστης Παλιαδέλης (Διόσκουροι)
Χορός:

Νεφέλη Ανθοπούλου Σταυρούλα Αραμπατζόγλου Λουκία Βασιλείου Μομώ Βλάχου Ελένη Γιαννούση Ηλέκτρα Γωνιάδου Νατάσα Δαλιάκα Χρύσα Ζαφειριάδου Σοφία Καλεμκερίδου Αίγλη Κατσίκη Άννα Κυριακίδου Κατερίνα Πλεξίδα Μαριάννα Πουρέγκα Φωτεινή Τιμοθέου Χρύσα Τουμανίδου
Μουσικοί επί σκηνής: Γιώργος Δούσος (φλάουτο κλαρίνο σαξόφωνο καβάλ) Δάνης Κουμαρτζής (κοντραμπάσο) Θωμάς Κωστούλας (κρουστά) Παύλος Μέτσιος (τρομπέτα ηλεκτρική κιθάρα) Χάρης Παπαθανασίου (βιολί) Μανώλης Σταματιάδης (πιάνο ακορντεόν).

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Συνέχεια ανάγνωσης
Διαφήμιση1

Προτεινόμενα