Connect with us

Πολιτισμός

To «Θέατρο Πορεία» φέρνει στο Φεστιβάλ Φιλίππων τον «Προμηθέα Δεσμώτη»

to-«Θέατρο-Πορεία»-φέρνει-στο-Φεστιβάλ-Φιλίππων-τον-«Προμηθέα-Δεσμώτη»

Πρόλογος

Ο «Προμηθέας Δεσμώτης» είναι το μεσαίο μέρος μιας τριλογίας -κατ’ άλλους το πρώτο – τα δύο δράματα της οποίας (Προμηθέας Λυόμενος και Προμηθέας Πυρφόρος) έχουν σωθεί αποσπασματικά. Ο Αισχύλος ήταν φυσικό να υμνήσει τον Προμηθέα, ο οποίος όχι μόνο έδωσε την ευεργετική φωτιά στους ανθρώπους, αλλά έθεσε τις βάσεις για την υλική και πνευματική πρόοδο της Αθήνας, η οποία μεταλαμπαδεύτηκε στον υπόλοιπο κόσμο. Μάλιστα, ο ίδιος απευθυνόμενος στον χορό των Ωκεανίδων στο κείμενο, μιλά για τις καθοριστικής σημασίας εφευρέσεις του για την εξέλιξη του ανθρώπου. Αναφέρει την αρχιτεκτονική και την ξυλουργική, τη μετεωρολογία και την αστρονομία, την επινόηση των αριθμών και της γραφής, την εξημέρωση και τη ζέψη των ζώων, τη ναυσιπλοΐα, την ιατρική, την πρόγνωση του μέλλοντος και τη μεταλλουργία.

Πρόκειται για τη μόνη σωζόμενη τραγωδία, στην οποία κανένας από τους χαρακτήρες δεν είναι κοινός θνητός, διαφέρει αισθητά από τις υπόλοιπες τραγωδίες του Αισχύλου. Αρκετοί μελετητές -ίσως η πλειονότητα- θεωρούν το έργο ψευδεπίγραφο. Ωστόσο, ο «Προμηθέας Δεσμώτης» είναι μια ποιητική-φιλοσοφική πραγματεία, εξιχνίαση βήμα – βήμα των παραμέτρων της ανθρώπινης συνείδησης, καθώς τούτη θεμελιώνεται τη δεδομένη εποχή, για πρώτη φορά ως Λόγος, ως θεσπισμένη σκέψη και φιλοσοφία, ως ενότητα εννοιών και νοημάτων, για να σηματοδοτηθεί μια πορεία δυόμισι χιλιετιών δυτικής σκέψης.

Υπόθεση

Στην αρχή του έργου το Κράτος και η Βία, μαζί με τον απρόθυμο Ήφαιστο, εκτελώντας τη διαταγή του Δία, οδηγούν τον Προμηθέα σ᾽ ένα έρημο μέρος της Σκυθίας και τον καθηλώνουν πάνω σ᾽ ένα βράχο του Καυκάσου, επειδή έκλεψε από τους θεούς τη φωτιά και τη χάρισε στους ανθρώπους. Στον τόπο εκείνο φθάνουν με τη σειρά οι Ωκεανίδες (ο χορός), που άκουσαν το σφοδρό σφυροκόπημα, ο συμπάσχων Ωκεανός, που συμβουλεύει τον Προμηθέα να αλλάξει την άκαμπτη στάση του απέναντι στον Δία και προσφέρεται ο ίδιος να βοηθήσει, η “ομοιοπαθής” Ιώ, η κόρη του βασιλιά του Άργους Ίναχου που την ερωτεύτηκε ο Δίας και που τώρα, μεταμορφωμένη σε αγελάδα, περιπλανιέται ασταμάτητα κυνηγημένη απ᾽ τον οἶστρον (τη μύγα) που έστειλε η Ήρα.

Στους επισκέπτες αυτούς ο Προμηθέας μιλάει για τη βοήθεια που προσέφερε στον Δία, για την προσφορά του στους ανθρώπους, για το μαρτύριό του, για τη δική τους μελλοντική τύχη (Ιώ) και για κάποιο μυστικό που κατέχει σχετικά με την επικείμενη πτώση του Δία, την οποία μόνο αυτός θα μπορούσε να αποτρέψει. Τελευταίος έρχεται ο Ερμής, απεσταλμένος του Δία, που άδικα επιχειρεί με απειλές να αποσπάσει από τον Προμηθέα το μυστικό που γνωρίζει. Εκείνος αρνείται με πείσμα και καταβαραθρώνεται χτυπημένος από τον κεραυνό του έχοντος την πρωτοκαθεδρία στον Όλυμπο.

«Ανάγνωση»

Το κείμενο του Αισχύλου που διασώζεται και η συνέχεια, όπως τη γνωρίζουμε από τη μυθολογική παράδοση, έχει νοηματική αυτάρκεια και αρθρώνει έναν βαθύτατο πολιτικό λόγο, ένα αίτημα δημοκρατίας μπροστά και πολύ μακριά από την εποχή του, που δρασκελίζει τους αιώνες κι έρχεται στο ζοφερό σήμερα.

Ένας λόγος επίκαιρος που ορθώνει ανάστημα απέναντι σε οποιαδήποτε μορφή τυραννίας και, μάλιστα, παρουσιάζει τούτη την Ανταρσία ως μέσο “εξανθρωπισμού” του γένους!
Ο Προμηθέας είναι όντως η εξέγερση του πνεύματος, ο άνθρωπος που δεν κρύβεται πίσω από την ευθυνοφοβία των ειδώλων, αυτός που αμφισβητεί οποιονδήποτε αυτόκλητο Σωτήρα, αλλά πιστεύει στον ίδιο τον άνθρωπο και παίρνει τη ζωή στα χέρια του!
Η φωτιά που κλέβει ο Προμηθέας συμβολίζει τη Γνώση -όχι μόνο πρακτικά και «τεχνοκρατικά», αλλά την επίγνωση και την κοινωνική συνειδητοποίηση.

Ο Προμηθέας κηρύττει ηχηρά, όσο κανένα άλλο γνωστό αρχαίο κείμενο, την ελευθερία. Την ελευθερία με όποιο κόστος. Την ελευθερία που είναι ένα οδυνηρό μαρτύριο, σαν τις πληγές του Καυκάσου, ωστόσο, αυτή και μόνο οδηγεί στον εξανθρωπισμό και στην αυτοπραγμάτωση.

Η παράσταση

Η μετάφραση του ποιητή Γιώργου Μπλάνα και η σκηνοθεσία του καινοτόμου Άρη Μπινιάρη μας αποσαφηνίζουν ότι η τραγωδία του Αισχύλου είναι ένα κοσμογονικό έργο, ένα κείμενο με φιλοσοφικό και πολιτικό υπόβαθρο, ένα ποιητικό αριστούργημα που μιλά για την ελεύθερη βούληση και την αμφισβήτηση της εξουσίας.

Ο Προμηθέας – Γιάννης Στάνκογλου σέρνεται σαν επικίνδυνο σκυλί με φίμωτρο ως την κορυφή του βράχου, όπου αλυσοδένεται από τον απρόθυμο Ήφαιστο, αλλά αυτό το «αδέσποτο κτήνος», γρήγορα αφήνει φωνή μεγάλη. Κραυγάζει δέσμιος πια, πως η αμφισβήτηση της εξουσίας είναι πάντα ένα ρήγμα, ένα άλμα, ένα δημιουργικό ξέσπασμα της ελεύθερης βούλησης, χωρίς τακτικούς ελιγμούς, χωρίς «στρατηγικούς» περιορισμούς κι αποτελεί την πρώτη φωνή στην ανθρώπινη Ιστορία που δηλώνει ευθαρσώς: Είμαι ρεαλιστής, γιατί ζητώ το αδύνατο. Και το ζητώ, χωρίς άλλον λόγο από τον εαυτό μου.

Πρόκειται για μια ευρηματική παράσταση με πολυεπίπεδη σημειολογία που ενεργοποιεί την αδιάλειπτη εναλλαγή κίνησης και ακινησίας, σε ένα έργο, όπου η ιστορία γίνεται για πρώτη φορά αντικείμενο φιλοσοφίας και θεολογικού προβληματισμού. H σκηνοθεσία του Άρη Μπινιάρη διαμόρφωσε ένα πολυδιάστατο παραστασιακό σύμπαν, γεμάτο συμβολισμούς και αρχετυπικές σημάνσεις.

Όλα τα μυθολογικά και μεταφυσικά στοιχεία του έργου ενσαρκώνονται μέσα από την κινησιολογία του χορού υπό την επιμέλεια της Εύης Οικονόμου. Ο χορός των αρχέγονων στοιχείων αποτυπώνει εναλλασσόμενα αισθήματα χαράς και πάθους ύμνου και θρήνου.

Η παράσταση ακολουθεί μια αυστηρή μουσική και κινησιολογική παρτιτούρα, που επιτρέπει στον ηθοποιό να εκφραστεί, και να εκφράσει, μέσα από ένα ορισμένο αισθητικό πλαίσιο.

Ο Γιάννης Στάνκογλου συγκλονίζει. Αποδίδει αριστοτεχνικά τον αποστάτη Τιτάνα, τόσο φωνητικά όσο και εκφραστικά, ενώ η στατικότητα του σώματός του, κατά την μεγαλύτερη διάρκεια του έργου, δεν οδηγεί τη δραματικότητα σε καμία χαλάρωση αλλά αντίθετα, προσδίδει υφολογικά την συνειδησιακή υπεροχή και την επαναστατική θέρμη του φιλανθρώπου.

Να σημειώσω ότι ο ίδιος ο ηθοποιός πρότεινε τον «Προμηθέα Δεσμώτη» στον Άρη Μπινιάρη: «Γιατί είναι άμεσο και πολύ επίκαιρο έργο. Ένας καθρέφτης που δεν παρουσιάζει μόνο την κόντρα του Προμηθέα με την εξουσία, τον Δία, αλλά γίνεται και καθρέφτης του εαυτού μας».

Ο Δαυίδ Μαλτέζε κι ο Αλέκος Συσσοβίτης υποδύονται με αρτιότητα τον κουτσό Ήφαιστο και τον Τιτάνα Ωκεανό αντίστοιχα, τονίζοντας την κωμικοτραγική βαρύτητα που φέρουν τα διαφορετικά τους προσωπεία. Ιδιαιτέρως επιτυχείς οι ερμηνείες των δυο προαναφερθέντων ηθοποιών, κερδίζουν εντυπώσεις, ως χωλός θεός ο πρώτος και ως άλλος «Τζόκερ» ο δεύτερος, ο οποίος κατορθώνει να γίνει γλοιώδης και απεχθής.

Ενεργητικοί και παθιασμένοι είναι στη σκηνή και ο Άρης Μπινιάρης με τον Κωνσταντίνο Γεωργαλή, οι οποίοι ενσαρκώνουν το Κράτος και τη Βία, ενώ δικές τους είναι και οι ευφυείς εμβόλιμες σκηνές , ως άτομα απρόσωπα , ασυγκίνητα, αδιάλλακτα, αυταρχικά.

Ο Ιωάννης Παπαζήσης ερμηνεύει πειστικά έναν Ερμή – Μπράβο του Δία, που αναλαμβάνει «βρώμικες» δουλειές. Ευφυής σκηνοθετική ιδέα να σέρνει κι αυτός μαζί του δυο «hannibal lecter», ως σύμβολα ωμοφαγίας, συνηθισμένη τακτική πριν από την έλευση της φωτιάς στους ανθρώπους.

Η Ηρώ Μπέζου πάνω σε μακροσκελή ευφάνταστα αρθρωτά ξυλοπόδαρα, για να αποδοθεί η μορφή της αγελάδας, παίζει σπαραχτικά τον ρόλο της Ιούς και, πράγματι, συνεπαίρνει με τον πόνο της. Σημαίνουσα είναι η παρουσία της, επειδή μας δωρίζει τις πολιτικές προεκτάσεις που εκλύονται από το κείμενο. Αντιλαμβανόμαστε σαφέστατα ότι θύματα της αυθαίρετης εξουσίας γίνονται όλοι, ανεξαιρέτως οικονομικής δύναμης και ισχύος.

Ο χαρακτηριστικός παλλόμενος ρυθμός των σκηνικών του προσεγγίσεων ακολουθεί τον Άρη Μπινιάρη στην παράσταση και η συνέχεια της έρευνάς του πάνω στο αρχαίο δράμα, με όχημα την πρωτότυπη μουσική σύνθεση του Φώτη Σιώτα (που ερμηνεύεται ζωντανά επί σκηνής από τον Νίκο Παπαϊωάννου), ακολουθεί τη φωνή και το σώμα των ηθοποιών.

Επί μέρους συγκίνηση στους θεατές χαρίζει η στάση συμπόνοιας και συμπάθειας του Ηφαίστου, μια θέση που τον διαφοροποιεί από το Κράτος και τη Βία (αλήθεια πόσο ευφυής επιλογή ονομάτων), οι οποίοι επιμένουν σαδιστικά στην εκτέλεση της τιμωρίας του αντιστασιακού Προμηθέα, ως ευλαβικοί υπηρέτες της δεσποτικής εξουσίας του Δία.

Η σκηνική εγκατάσταση της Μαγδαληνής Αυγερινού, μια μαύρη παραλληλόγραμμη κατασκευή που υψώνεται απειλητικά αντί βράχου, σε αντίστιξη με το λευκό σε κοστούμια και οι ατμοσφαιρικοί φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου, συνάδουν με την σκηνοθετική προσέγγιση του Άρη Μπινιάρη, ο οποίος έχει εξαιρετικούς συντελεστές με εμπειρία και αφοσίωση στο έργο τους. Ομολογουμένως, εντυπωσιάζει η είσοδος της Ιούς, τα αέρινα γυναικεία κοστούμια και τα ανδρικά, κομψά, υψηλής αισθητικής ρούχα, από την Βασιλική Σύρμα.

Η κίνηση από την Εύη Οικονόμου, αλλά και οι μάσκες ( δεν αναφέρεται πουθενά ο κατασκευαστής) , ως μίμηση στοιχείων, ως δοξασίες μετουσίωσης, προάγουν τη σωματική έκφραση ηθοποιών, μεγαλοποιώντας κάθε χειρονομία κι αναγκάζοντας το σώμα να και το πρόσωπο να αποστασιοποιήσουν τους χαρακτήρες. Σκηνοθετική καινοτόμα άποψη, που διαφοροποιεί τους ήρωες από τα γήινα πλάσματα

Ο εννεαμελής γυναικείος Χορός διακρίνεται για την υποκριτική και τη μουσική τους κατάρτιση, άρα η συμβολή στην εξέλιξη της τραγωδίας, καθοριστική.

Μάλιστα, ένας ξεχωριστός καταπληκτικός χορωδιακός ψαλμός σε σκηνή του έργου, θέλει «τον άνθρωπο να περπατήσει στην έρημο του χρόνου, μέχρι να βρεθεί όρθιος στην μέση της απεραντοσύνης».

Τέλος, η μουσική του Φώτη Σιώτα οργανώνει τον χρόνο με ακρίβεια, δημιουργεί δυνητικό κόσμο, συγκινησιακό πλαίσιο, στο οποίο φωτίζεται η υπόκριση των ηθοποιών και, συνάμα, δίνει ρυθμό σε ολόκληρη την παράσταση.

Χαρακτηριστική η δήλωση του σκηνοθέτη: « Οι ηθοποιοί αντλούν πληροφορίες από τη ρυθμικότητα του κειμένου και μεταβολίζουν, με το σώμα και τη φωνή, σε θεατρική δράση, τον ήχο και τον ρυθμό του ποιητικού λόγου. Με όχημα τη μουσική, δημιουργούν μια δυναμική πλατφόρμα σκηνικής αναπαράστασης και αναδεικνύουν το έργο σαν μια σπαρακτική και με συνεχή κλιμάκωση, επίκληση ενός πάσχοντος θεού για τον άνθρωπο. Χορωδιακά μέρη, μελωδίες και δυναμικοί ρυθμοί, δημιουργούν ένα παλλόμενο και ζωντανό ηχητικό περιβάλλον, μέσα από το οποίο αναδεικνύονται τα πρόσωπα μιας παλιάς μα πάντοτε διαχρονικής και επίκαιρης ιστορίας. Μιας ιστορίας που μπορεί να ακουστεί ως σκοτεινό σχόλιο για το παρόν ή ως φωτεινή ελπίδα για το μέλλον».

Επίλογος

Οι αρχαίες τραγωδίες έχουν τη δύναμη να ρίχνουν χαστούκια και να αγκαλιάζουν ύστερα τη σκέψη και την ψυχή με την ίδια δύναμη τόσο στον αρχαίο Αθηναίο όσο και στον Νεοέλληνα που επιμένει να σκέφτεται.

Η ιδέα και η εικόνα επιβολής της βίας από το «Κράτος» συνιστά μια καινοφανή σύλληψη του Αισχύλου, η οποία έκτοτε έμελλε να επαληθεύεται και ως ιστορική πραγματικότητα με τις διάφορες μορφές κράτους και κρατικής βίας που έχουμε γνωρίσει ως τώρα. Εάν κανείς κάνει αφαίρεση από την απατηλή θεωρία περί κράτους δικαίου, αποθησαυρίζει πολλαπλές εμπειρίες «πεφωτισμένης» βίας και δουλικότητας. Όταν, για παράδειγμα, ρώτησαν τον Χίτλερ πώς θα μπορούσε να ελέγξει πολιτικά και να κυβερνήσει όλες εκείνες τις χώρες που κατακτούσε, απάντησε: «θα βρεθούν αρκετοί προδότες της πατρίδας τους που θα θελήσουν να με υπηρετήσουν».

Υπάρχουν κάποιοι Ήρωες που κουβαλάνε τον μύθο τους σαν μια αναπόδραστη συνέπεια στους Αιώνες. Όπως ένας Σίσυφος μια πέτρα, ένας Άτλας τον κόσμο που περπατάμε ή ο Προμηθέας την τιμωρία του.
Στην παράσταση με την υπογραφή του Άρη Μπινιάρη, διαπιστώσαμε ιδίοις όμμασι, πώς ένα ελάχιστο ταπεινό σώμα ηθοποιού, ιερού, σχεδόν ακίνητο, κυριολεκτικά κάτω από ένα φως αυτής της δικής μας εποχής, είναι ικανό να μας υπενθυμίσει την μυθική ακινησία Εκείνου, που αδιάλειπτα καρφωμένος πάνω της, μπορεί ακόμα να συγκινεί να υποκινεί ή να ρίχνει λάμψη στις συνειδήσεις αυτού που συνηθίσαμε να ονομάζουμε ανθρώπινο γένος.

Κι εφόσον δεχτούμε ότι ο «Προμηθέας Δεσμώτης» είναι έργο που βρίθει οπτικών γωνιών και επιπέδων ανάγνωσης, εμείς παρακολουθήσαμε τις πλέον ενδιαφέρουσες.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας

Σκηνοθεσία: Άρης Μπινιάρης

Μουσική Σύνθεση: Φώτης Σιώτας

Σκηνικά: Μαγδαληνή Αυγερινού

Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα

Σχεδιασμός φωτισμών: Αλέκος Αναστασίου

Χορογραφίες: Εύη Οικονόμου

Σύμβουλος δραματουργίας: Έλενα Τριανταφυλλοπούλου

Μετρική ανάλυση πρωτοτύπου: Καίτη Διαμαντάκου

Επιστημονική συνεργάτης: Κατερίνα Διακουμοπούλου

Βοηθός σκηνοθέτη: Δώρα Ξαγοράρη

Βοηθός σκηνογράφου: Ξένια Παπατριανταφύλλου

Βοηθός ενδυματολόγου: Αλέξανδρος Γαρνάβος

Διεύθυνση Παραγωγής: Στέλλα Γιοβάνη

Οργάνωση και εκτέλεση παραγωγής: Βασιλεία Τάσκου

ΔΙΑΝΟΜΗ

Προμηθέας: Γιάννης Στάνκογλου

Κράτος: Άρης Μπινιάρης

Βία: Κωνσταντίνος Γεωργαλής

Ήφαιστος: Δαυίδ Μαλτέζε

Ωκεανός: Αλέκος Συσσοβίτης

Ιώ: Ηρώ Μπέζου

Ερμής: Ιωάννης Παπαζήσης

ΧΟΡΟΣ (Αλφαβητικά)

Αντριάνα Αντρέοβιτς

Δήμητρα Βήττα

Φιόνα Γεωργιάδη

Κατερίνα Δημάτη

Γρηγορία Μεθενίτη

Νάνσυ Μπούκλη

Δώρα Ξαγοράρη

Λεωνή Ξεροβάσιλα

Αλεξία Σαπρανίδου

Μουσικός επί σκηνής: Νίκος Παπαϊωάννου (Βιολοντσέλο, effects)

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«Πιτσιμπούργκο» της Σώτης Τριανταφύλλου στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

«Πιτσιμπούργκο»-της-Σώτης-Τριανταφύλλου-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Ποιος θεωρείται μετανάστης; Έχει ο μετανάστης χρώμα; Έχει ταυτότητα; Πρώτα γίνεσαι φτωχός και μετά μετανάστης.

Η παλιά πληγή της μετανάστευσης σε μικρογραφία είναι το θέμα της ιστορίας της Σώτης Τριανταφύλλου με τον τίτλο Πιτσιμπούργκο. Πρόκειται για την αφαίμαξη από το πιο σημαντικό και ακμαίο δυναμικό του πληθυσμού της Ελλάδας, τους νέους της που έφευγαν για να βρουν μια καλύτερη τύχη σε όποια χώρα της πλατιάς ξενιτιάς, όπου έβρισκαν τόπο να δουλέψουν, να εξοντωθούν, να πεθάνουν και χάθηκαν απ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς να μάθει τίποτα κανείς γι’ αυτούς, ενώ άλλοι κατάφεραν να επιβιώσουν και να ζήσουν εκεί κι άλλοι να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και να συνεχίσουν με κάποια άνεση τη ζωή τους.

Το Πιτσιμπούργκο είναι ένα αφήγημα που περιλαμβάνει την αλληλογραφία ενός τέτοιου δυστυχισμένου νέου, νιόπαντρου, του Δημοσθένη, με τη γυναίκα το την Ελέγκω.

Ο Δημοσθένης από τη Χίο μεταναστεύει στο Πίτσμπουργκ, τη μεγαλύτερη πόλη στην αμερικανική Πενσυλβανία, η οποία θεωρείται η «Πόλη του Χάλυβα» για τις πάνω από 300 επιχειρήσεις της και «Πόλη των Γεφυρών» για τις 446 γέφυρές της, αφού είναι χτισμένη στη συμβολή τριών μεγάλων ποταμών. Στη Χίο δεν υπάρχει «μέλλο», όπως λέει ο Δημοσθένης, σεισμοί, ναυάγια, πειρατές και το χώμα «που ’ναι στέρφο».

Το αφήγημα, λόγω των ημερολογιακών καταγραφών του ζεύγους, μοιάζει και με ημερολόγιο, από το οποίο πληροφορούμαστε τις ένθεν και εκείθεν του μεσολαβούντος ωκεανού, δυστυχίες. Της πόλης που θα δώσει στον Δημοσθένη και στους άλλους εργάτες της βιομηχανίας τα μέσα για να ζήσουν και της γενέθλιας γης της Χίου, που δεν μπορεί να τους τα εξασφαλίσει. Το μεροκάματο του τρόμου καταλήγει στο ημερολόγιο της δυστυχίας, αλλά και της ιστορικής ενημέρωσης, αφού ο καθένας από την πλευρά του περιγράφει την κακή του μοίρα και οραματίζεται την ελπίδα που αργεί πολύ, μέσα σε μια κοινωνία που διαρκώς πάσχει από πόλεμο, φτώχεια, βία και δυστυχία.

Χίος 28 Μάρτη 1913. Η Ελέγκω παίρνει στα χέρια της το πρώτο γράμμα, έπειτα από οκτώμισι μήνες, από τον ξενιτεμένο στο Πίτσμπουργκ της Αμερικής άντρα της Δημοσθένη.

«Τίλως είσαι, Ελέγκω μου; Τρως; Κοιμάσαι; Αχ, να ’μουνα κει πέρα την Πρωτοχρονιά, να πηαίναμε στον Βροντάδο να τρώγαμε τα μαμούλια της Μαριόγκας!»

Μέσα από την αλληλογραφία τους ξεδιπλώνεται η ζωή στο νησί, αμέσως μετά την απελευθέρωσή του από τους Τούρκους.

Φτώχεια, πείνα, μπάρκα, προσφυγιά, αρρώστιες, μα και τηλέφωνα και κινηματόγραφος. Ένα νησί πληγωμένο και σαστισμένο.

«ΥΓ. Τώρα θυμήθηκα πως αυτοκίνητα έχομε κι εδώ, πάνε κι έρχονται σαν δαίμονες. Εγώ εν τα δα, μου το ’πε η Ειρήνη».

Από την άλλη, η βιομηχανική πόλη του Πίτσμπουργκ.

«Βρέχει νερό μαύρο, Ελέγκω μου, αφ’ τα εργοστάσια, καταλαβαίνεις».

«Αγαπημένη μου Ελέγκω, άργησα να σου γράψω γιατί εν ήβρισκα γραμματικό».

«Δημοστένη μου, μόλις έλαβα το γράμμα σου μου ’ρθε λιγοθυμιά».

Τα γράμματα πηγαινοέρχονται, ο Δημοσθένης γράφει τα προβλήματα της ζωής στο Πιτσιμπούργκο και η Ελέγκω παραπονιέται πως δεν της γράφει συχνά και ανησυχεί. Εκείνος την καθησυχάζει – είναι και τα γραμματόσημα ακριβά και κάνει οικονομίες, παράλληλα της δίνει συμβουλές τι να κάνει, τι να προσέχει, ποιον να αποφεύγει, για να μην της βγει κακό όνομα, κι εκείνη του γράφει να προσέχει γιατί φοβάται…

Εν πάση περιπτώσει, αυτή η αλληλογραφία φέρνει στην επιφάνεια το τι τράβηξε αυτός ο καημένος άνθρωπος και τι η οικογένειά του πίσω στο χωριό, στη Χίο, όπου ο αέρας μοσκοβολάει μαστίχα, ενώ στο Πιτσιμπούργκο μυρίζει χάλυβα.

Η συγγραφέας με τον τρόπο της θίγει το πολύ σοβαρό θέμα του μετανάστη, του φτωχού, του μόνου κι έρημου ανθρώπου, που αγωνιά γι’ αυτούς που άφησε πίσω του, ενώ εκείνος ξένος ανάμεσα σε ξένους και κάποιους Έλληνες –«Σλάβοι, Αράπηδες, Έλληνες, ένα και το αυτό»– αγωνιά να επιβιώσει στην άγνωστη, άγρια και αφιλόξενη γη.

Παράλληλα, αναφέρονται ήθη, έθιμα, απλά καθημερινά κουτσομπολιά, ευρύτερα πολιτικά, ο καιρός ή η δολοφονία τού βασιλιά και η θέση της γυναίκας:

 «Δημοσθένη, Λες πως στο Πιτσιμπούργκο χιονίζει, αμ εδώ ήντα κάμνει; […] Σκοτώσανε και τον βασιλιά, λένε, το ’μαθες, Δημοσθένη μου; Εγώ τον βασιλιά εν τον ήξερα, αλλά για να τον σκοτώσουνε κάτι θα ’κανε… Εσύ Δημοσθένη μου, ήντα λες; Οι γυναίκες εν πρέπει να ’χουνε εμυαλό για τέτοια πράματα, βασιλιάδες, πολέμοι, αλλά, μες στη μοναξιά που με δέρνει και τον καμό, φοβούμαι ήμπα στο νησί έχουν έρθει οι βουρβούλακες κι έχει πέσει κατσικοποδιά […] έγινε κι άλλος σεισμός […] μια γίδα γέννησε τέρας δίχως μάτια…». Μέχρι και παράπονα του γράφει, γιατί ο Δημοσθένης είπε πως η Μαριόγκα κάνει τα «μαμούλια» καλύτερα από εκείνην. Με την ευκαιρία η Ελέγκω μάς δίνει τις λεπτομέρειες: ψιλοκόβει το αμύγδαλο, προσθέτει καρύδι, βάζει και μοσκοκάρφι: «Τίλως μπορείς να λες πως τα μαμούλια της Μαριόγκας είναι πεντανόστιμα;». Παράλληλα, λέει πως ο θείος θα την πάρει μαζί με τη Μαριόγκα να δούνε την Εσμέ την Τουρκοπούλα. «Αχ Δημοσθένη, να με πήαινες εσύ!». Αλλά σαν την Ελέγκω είναι κι άλλες πολλές που οι άντρες τους ταξιδεύουν με τα «παπόρια». «Ήντα παπόρια ήντα Πιτσιμπούργκο, καλύτερα το Πιτσιμπούργκο, που δεν θα ρουφήξει ποτές η θάλασσα».

Έτσι, εκκινώντας από το προσωπικό, στη δραματοποιημένη λογοτεχνία, η σκηνοθέτρια Αρκαδία Ψάλτη, σταδιακά απλώνει την αφήγηση στο γενικό κακό, εκείνο από το οποίο υποφέρει η ελληνική οικογένεια, η φτωχή επαρχία, η Ευρώπη που ετοιμάζεται για πόλεμο, αλλά και στην Πενσυλβανία, όπου η ζωή είναι τρόμος, σκληρή δουλειά, αμφίβολη βελτίωση, υπόκοσμος και ύποπτος πλουτισμός.

 Όπως βλέπουμε από τον διάλογο, η εξομολόγηση, το παράπονο, η περιγραφή, η εξήγηση, η ερμηνεία, η κοινωνική παρατήρηση, ό,τι κι αν δείχνει αυτή η αλληλογραφία, είναι μια καταγραφή των προβλημάτων που αρχίζει με εστίαση πάνω σε ένα οικογενειακό θέμα, για να ανοίξει σε έναν ευρύτερο κοινωνικό κύκλο, στη Χίο ή στο Πίτσμπουργκ, και στη συνέχεια στον κόσμο όλο, με τον πόλεμο ενόψει.

Το γλωσσικό ιδίωμα, η ντοπιολαλιά της Χίου, προσδίδει αληθοφάνεια στον ιδιαίτερο, μεταποιημένο λόγο των αλληλογράφων, οι οποίοι πέρα από την ιδιάζουσα λέξη αποδεικνύονται άριστοι στη σύνταξη. Αυτό, βέβαια, οφείλεται στην ικανότητα της συγγραφέως, η οποία έχει συγγράψει πάνω από σαράντα βιβλία και ξέρει πολύ καλά πώς να μεταβάλει τον διάλογο δύο επαρχιωτών σε απλό, κατανοητό, γοητευτικό και συγκινητικό λογοτεχνικό λόγο.

Η συγκεκριμένη θέση του Δημοσθένη και της Ελέγκως είναι θέμα που δεν αφορά μόνο τη Χίο, αλλά όλη την Ελλάδα, όλον τον κόσμο, που μεταναστεύει στην υπερατλαντική χώρα της ευκαιρίας.

Η Αρκαδία Ψάλτη σκηνοθετεί με τρυφερότητα το κείμενο της Σώτης Τριανταφύλλου Πιτσιμπούργκο, και οι δύο νέοι και καλοί ηθοποιοί Τζωρτζίνα Λιώση και Σταμάτης Μπάκνης, ζωντανεύουν στη σκηνή μοναδικά μια ιστορία αγάπης στη διάρκεια του πρώτου μεγάλου μεταναστευτικού κύματος από την Ελλάδα προς την Αμερική.

Το αφήγημα είναι γραμμένο στο χαρακτηριστικό Χιώτικο γλωσσικό ιδίωμα, μια γλώσσα εύληπτη και άμεσα συνδεδεμένη με την αρχαία ελληνική.

Όλα τα επιστολικά μυθιστορήματα καλούν τον αναγνώστη – θεατή, να ανασυστήσει, μέσα από ενδείξεις της αλληλογραφίας, τη ροή των γεγονότων, ως σκιώδης αφηγητής μιας ανείπωτης ιστορίας.

 Και σαν να μην έφτανε αυτό, η επιστολική μορφή του έργου και το κυρίως προσωπικό περιεχόμενο των γραμμάτων, γεννούν μια εντύπωση αδιάκριτης παρέμβασης στις ζωές των άλλων. Σαν να ανοίγεις στα κρυφά ξένους φακέλους. Γοητευτική τακτική, από την πλευρά του συγγραφέα. Από την πλευρά του αναγνώστη – θεατή, , η ψυχολογική ένταση ενισχύει την εμπλοκή.

Η σκηνοθέτρια δηλώνει – σε συνέντευξή της – για το έργο και την παράσταση: «Το έργο διαδραματίζεται το 1913, στην Χίο. Αμέσως μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων και πληθυσμιακών μετακινήσεων. 

 Κάθε χρόνο 25.000 άνθρωποι εγκαταλείπουν μια χώρα οικονομικά εξουθενωμένη και πολιτικά αβέβαιη. Μπαίνουν στα καράβια να κυνηγήσουν το αμερικάνικο όνειρο που υπόσχεται ευκαιρίες πλούτου και ευημερία. Ελπίζουν σε καλύτερη ζωή για αυτούς και τις οικογένειές τους και λειώνουν και στραγγίζονται στις μεγάλες βιομηχανικές πόλεις.

Το όνειρο αποδεικνύεται εφιάλτης. Ευτυχώς υπάρχει αλληλεγγύη και στήριξη ανάμεσα στους συμπατριώτες, που τους δυναμώνει. Έτσι καταφέρνουν να κάνουν κοινότητες και μέσα από μια πολύ σκληρή ζωή να ορθοποδήσουν. Πόσο μακρινό είναι όλο αυτό; Πόσο όμοιες εικόνες και καταστάσεις υπάρχουν σήμερα; Σε ποια θέση είμαστε; Η ηθική μας πως πλάθεται; Πως αξιολογούμε και ιεραρχούμε τις ανάγκες μας; Τι πιστεύουμε ότι μπορεί να είναι τελικά η σανίδα της σωτηρίας μας, αν αυτή υπάρχει; Αυτά και ίσως κι άλλα τα ερωτηματικά, που ο καθένας δίνει τις δικές του απαντήσεις και έτσι προχωράει η ζωή όπως προχωράει. Τα υστερινά τιμούν τα πρώτα. Το παρελθόν έχει τις απαντήσεις για το μέλλον».

Γραμμένο με έναν λόγο καθαρό, με στοιχεία Χιώτικης ντοπιολαλιάς, με πολύ ενδιαφέρουσα ροή, κινηματογραφικές περιγραφές και με δυνατές σκηνές που συνδυάζουν την συγκίνηση και το κωμικό στοιχείο σε τέλεια αρμονία, το έργο δε μας προσφέρει απλώς την τοιχογραφία μιας εποχής, αλλά κυρίως, μας μιλά για τους επιζήσαντες και τους αδικοχαμένους μιας γενιάς που όρθωσε ανάστημα, σε μια από τις πλέον δύσκολες περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Μιας γενιάς που πέρασε πολλά σ’ αυτόν τον κακοτράχαλο δρόμο της ξενιτιάς, έχασε πολλά και θυσίασε πολλά, που πληγώθηκε, αδικήθηκε, περιπλανήθηκε, υποτιμήθηκε, βίωσε ρατσισμό και εξευτελισμούς, μα αγωνίστηκε μέχρι τέλους για να σταθεί στα πόδια της και να επιβιώσει.

Αυτή η γενιά μνημονεύεται με τρόπο ευαίσθητο και σεβαστικό μέσα από το αφήγημα της Σώτης Τριανταφύλλου και πραγματικά αυτή η μνεία της αξίζει, όπως αξίζουν συγχαρητήρια στους συντελεστές της ιδιαίτερης αυτής παράστασης.

Συντελεστές

Κείμενο: Σώτη Τριανταφύλλου

Σκηνοθεσία: Αρκαδία Ψάλτη 

Μουσική επιμέλεια, φωτισμοί: Αρκαδία Ψάλτη

Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή

Παίζουν: Τζωρτζίνα Λιώση, Σταμάτης Μπάκνης

Παραγωγή: ΑΜΚΕ Αγγελοπετριά

Διάρκεια: 60 λεπτά

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Οι  καθηλωτικές «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

Οι- καθηλωτικές-«Στρακαστρούκες»-του-Δημήτρη-Σαμόλη-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Συγκινητική, συναρπαστική, σαγηνευτική η παράσταση του Δημήτρη Σαμόλη που, πέρα από το όποιο μάθημα – σπουδή σε γονείς, σε εφήβους, σε άνδρες, στην ελληνική κοινωνία, είναι κι ένα όψιμο μνημόσυνο στον φονευθέντα από νταήδες Κρητικούς αγριάνθρωπους συμφοιτητές του, για τον άδικο θάνατό του, για την τιμωρία- χάδι που τους επιβλήθηκε, ύστερα από πολλά χρόνια αναβολής της δίκης. Κι ο ηθικός αυτουργός; Τίποτα! Κύριος!

Η ομοφοβία δεν είναι έμφυτη. Διδάσκεται! Είναι ένας συνδυασμός κοινωνικής πίεσης για συμμόρφωση και προσωπικής ανασφάλειας απέναντι στην ελευθερία του άλλου να αυτοπροσδιορίζεται.

Ο Δημήτρης Σαμόλης, ένας ιδιαίτερα ταλαντούχος ηθοποιός και τραγουδιστής, επέλεξε να μιλήσει με ειλικρίνεια και τόλμη για κάποια πράγματα που προφανώς τον αφορούν. Πράγματα που συνέβησαν στο πρόσφατο παρελθόν και απ’ ό,τι φαίνεται εξακολουθούν να συμβαίνουν.

Στο πρώτο του θεατρικό έργο, βάζει στο μικροσκόπιο την «αγία ελληνική οικογένεια», τη ζωή στην επαρχία και τον εκφοβισμό σε ένα συνταρακτικό μονόλογο-κατάθεση. Οι «Στρακαστρούκες» είναι μια καθηλωτική ελεγεία αγάπης για την ανθρώπινη φύση, αλλά και ένα φωτεινό βέλος σε αυτά που μας πόνεσαν βαθιά.

Η επίσημη πρώτη του έργου πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2023 στο θέατρο «Μικρό Γκλόρια» στην Αθήνα.

Η παράσταση γνώρισε τεράστια επιτυχία (sold out) από την πρώτη κιόλας χρονιά, γεγονός που την οδήγησε να συνεχίσει για τρεις συνεχόμενες σεζόν (2023-24, 2024-25 και 2025-26) και στις μέρες μας περιοδεύει τη χώρα.

Ο έφηβος Κωνσταντής, το μικρότερο παιδί μιας οικογένειας που αποτελείται από τις τέσσερις μεγαλύτερες αδελφές του, οι οποίες τον αγαπούν και τον προστατεύουν από τη μητέρα του, για την οποία δεν μαθαίνουμε πολλά, και από έναν πατέρα στα όρια του κακοποιητή, έναν αψύ Κρητικό μεγαλωμένο στη κακοφορμισμένη κρητική παράδοση που θέλει κυρίαρχο το αρσενικό σε όλα τα καθωσπρέπει της, έναν τυποποιημένο γονέα, που δεν περιμένει πια από τον γιό του όλα όσα, συνήθως, κάνουν περήφανους πατεράδες σαν κι αυτόν.

 Ο Κωνσταντής, όμως, κακοποιείται καθημερινά και από τους νταήδες του σχολείου του, που του έχουν βγάλει το παρατσούκλι «Μπέντζι», το οποίο ενίοτε μετατρέπεται στο πιο θηλυκό «Μπεντζίνα», και του απευθύνουν σκληρά σεξουαλικά, άκρως προσβλητικά πειράγματα, που για κάποιο λόγο οι Έλληνες πάντα θεωρούσαν ότι έχουν το δικαίωμα να ξεστομίζουν.

Η καθημερινότητά του είναι βασανιστική, οι συμμαθητές του τού κάνουν τη ζωή μαρτύριο, πάντα με την ανοχή των καθηγητών. Κοντολογίς, όλα όσα περνάνε κάποια αγόρια στα σχολεία όταν ορισμένα χαρακτηριστικά τους προδίδουν το διαφορετικό ή όταν αυθαίρετα τους αποδίδονται ερωτικές προτιμήσεις αντίθετες από τις «κανονικές» των περισσότερων. 

Ο Κωνσταντής «αποδρά» από την κόλαση που βιώνει είτε χάρη στην πλούσια φαντασία του, καθώς ονειρεύεται ένα μέλλον σπουδαίο και λαμπερό, είτε μέσα από τη μουσική, μαζί με τον κολλητό του, τον Ασκομπαντούρα, έναν άλλο αποσυνάγωγο, για διαφορετικούς από εκείνον λόγους.

Ωστόσο, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να «ανδρωθεί». Μια από τις πρακτικές που ακολουθεί είναι να συμμετέχει στην προετοιμασία του ρουκετοπόλεμου της Ανάστασης, ώστε να ανέβει στα μάτια των συμμαθητών του, μήπως και ξεφύγει από το bullying, τα χυδαία λόγια και από την καζούρα.

 Φτάνει στο σημείο να σχεδιάζει σχέση με μια συμμαθήτριά του, τη Σωτηρούλα, ώστε να έχει κι αυτός το κορίτσι του.

Η αδεξιότητά του, βέβαια, φέρνει εντελώς άλλα αποτελέσματα, καθώς λίγο πριν την Ανάσταση, τη βραδιά που ετοιμάζεται να της δώσει το πρώτο φιλί, αντί να της προσφέρει καραμέλες που έχει στην τσέπη του, κατά λάθος της δίνει μια χούφτα στρακαστρούκες από τη λάθος τσέπη. Η Σωτηρούλα χάνει το δόντι της κι εκείνος την ευκαιρία να αναβαθμιστεί στα μάτια των άλλων αγοριών.

Με αυτό το πανέξυπνο εύρημα ξεκινάει ουσιαστικά ο μονόλογος του Κωνσταντή, που ξεδιπλώνει μια ζωή ενοχών, φόβου, τρόμου και βαθιάς απαξίωσης από τον πατέρα του, έναν άνθρωπο που φέρει το δικό του «τραύμα», καθώς τον είχε κάποτε ταπεινώσει μπροστά σε όλο το χωριό ο δικός του πατέρας, με αποτέλεσμα να είναι σκληρός και μονίμως προσβλητικός απέναντι στον γιο του. 

Ο Δημήτρης Σαμόλης ξεπροβάλλει από ένα όρθιο κιβώτιο (σκηνογραφία Λουκάς Μπάκας), γεμάτο άλλα κουτιά, αναπόσπαστα υλικά της μνήμης, σαν ο Κωνσταντής να αναδύεται μέσα από τον μικρόκοσμό του, και με μοναδικό κωμικό μπρίο, χρησιμοποιώντας κρητική προφορά, αφηγείται τον κακό χαμό που ακολούθησε το χάσιμο του δοντιού της Σωτηρούλας.

Ο ήρωας που γεννάνε οι λέξεις του Δημήτρη Σαμόλη δε φλυαρεί, θυμάται. Δεν ομολογεί, εξομολογείται. Δεν ομιλεί, συνομιλεί. Μας αποκαλύπτει την ιστορία του, που σχεδόν την ξέρουμε, σχεδόν την έχουμε ξανακούσει, σχεδόν την έχουμε αποφύγει και σχεδόν την έχουμε πετάξει στο μπαούλο της λήθης.

Μια γνώριμη ιστορία που ζωντανεύει ένας καταιγιστικός μονόλογος, του οποίου η μόνη αγωνία είναι να βγουν από το κουτί οι μνήμες μας, όποιες κι αν είναι, οι στιγμές που έχουμε καταπιεστεί μέσα στην « παραδοσιακή ελληνική κοινωνία», που ό,τι δε δέχεται, ό,τι δε χωράει στα ασφαλή σύνορα της συνηθίζει να το πνίγει, να το καταπιέζει, να το εξουσιάζει, να το εξαφανίζει.

 Έτσι, από την πρώτη κιόλας σκηνή, κατακτάει το ενδιαφέρον του κοινού, το οποίο στο υπόλοιπο της παράστασης κυριολεκτικά κρέμεται από τα χείλη του.

 Η ιστορία που ακολουθεί είναι η αφήγηση ενός πονεμένου παιδιού που αυτοσαρκάζεται για να εξιλεωθεί απέναντι σε έναν πατέρα και μια κοινωνία, ακόμα και απέναντι στον εαυτό του, επειδή τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα περίμεναν. 

Ο σκηνοθέτης Μάριος Κακουλλής αφήνει ελεύθερο τον Δημήτρη Σαμόλη να πλάσει με ανάσες, λέξεις και δικές του νότες, έναν πραγματικό ήρωα που σκαλίζει τη μνήμη μας, αλλά και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, πότε με χιούμορ και πότε με αυτό το μούδιασμα που προκαλούν στα αυτιά μας οι στρακαστρούκες, καθώς συγκρούονται με την κανονικότητα.

Ο Δημήτρης Σαμόλης φαντάζεται, φτιάχνει και παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο ήρωα. Η αφήγησή του είναι τέτοια που στη σκηνή βρίσκουν χώρο και οι υπόλοιποι ήρωες, κι ας μην έχουν φυσική παρουσία.

Η ιστορία του ξεκινάει ως μια γλυκόπικρη ανάμνηση των παιδικών του χρόνων για να γίνει μια πλημμύρα συναισθημάτων, για τον ίδιο αλλά και για το κοινό, για την καταπίεση που έχουμε νιώσει οι ίδιοι, για την βία που είδαμε αλλά δεν κάναμε αρκετά, ή και τίποτα, για τις ιστορίες που έχουν βγει από την ειδησεογραφία.

Κι όλα αυτά χωρίς διάθεση καταγγελίας ή διδακτισμού, αλλά με τον ήρωα να εκφράζει το παράπονό του. Το γιατί του, σε μια καλοστημένη παράσταση -περφόρμανς, έμπλεη ευρημάτων και εξαιρετικής ερμηνείας.

Οι «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη δεν είναι ένα παραδοσιακό μάθημα, αλλά ένα τραγούδι-μανιφέστο για την αυτοπεποίθηση, την αποδοχή της διαφορετικότητας και τη δύναμη του να «κάνεις θόρυβο» με την προσωπικότητά σου.

Το τραγούδι προτρέπει τον ακροατή να αγκαλιάσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ακόμα και αυτά που οι άλλοι μπορεί να θεωρούν «περίεργα» ή «υπερβολικά.

Αν και ξεκινά από το άτομο, το τραγούδι συχνά λειτουργεί ως ένας ύμνος για όλους όσοι νιώθουν έξω από τας κελύφη των κανόνων, θυμίζοντάς τους ότι δεν είναι μόνοι.

Οι «Στρακαστρούκες», εντέλει, διδάσκουν πως η μεγαλύτερη επανάσταση είναι να είσαι ο εαυτός σου σε έναν κόσμο που προσπαθεί να σε κάνει ίδιο με όλους τους άλλους, με τα πρέπει, δηλαδή τη βία.

 Αν μένει κάτι στο θυμικό όλων των θεατών από την σπουδαία αυτή δουλειά, στην κάθε φορά ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα, είναι σίγουρα το σπαρακτικό φινάλε. Ανατριχιαστικό, συγκλονιστικό, ένα δυνατό ράπισμα στον καθωσπρεπισμό που επιβάλει μια στημένη από δόγματα και από κακοφορμισμένες συνήθειες κανονικότητα, και που σαπίζει συνειδήσεις. Δυστυχώς, η αφύπνιση έρχεται όταν είναι πια αργά… πολύ αργά.

Συντελεστές

Κείμενο – Ερμηνεία – Τραγούδια : Δημήτρης Σαμόλης

Σκηνοθεσία : Μάριος Κακουλλής

Σκηνικά – Κοστούμια : Λουκάς Μπάκας

Φωτιστικός σχεδιασμός – Δραματουργία : Στέφανος Δρουσιώτης

Μουσική: ECATI

Βοηθός σκηνοθέτη : Δανάη – Αρσενία Φιλίδου

Φωτογραφίες : Ελίνα Γιουνανλή

Graphic design : Μιχάλης Δέμελης

Trailer : Θωμάς Παλυβός

Social media : Κάλλη Μαυρογένη

Οργάνωση Παραγωγής : Μαρία Παπαφωτίου

Παραγωγή: Ars Aeterna – Σταμάτης Μουμουλίδης

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Ο Αρχέλαος Γρανάς πλέκει το εγκώμιο της Εύας Οικονόμου – Βαμβακά

Ο-Αρχέλαος-Γρανάς-πλέκει-το-εγκώμιο-της-Εύας-Οικονόμου-–-Βαμβακά

Η Εύα Οικονόμου Βαμβακά θα είναι και για τα επόμενα τρία χρόνια στη θέση της καλλιτεχνικής διευθύντριας του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας, όπως αποφάσισε την Τρίτη (17/3) κατά πλειοψηφία το διοικητικό συμβούλιο του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.
Για το θέμα μίλησε στην ΕΡΑ Καβάλας, ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., Αρχέλαος Γρανάς.

Με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους

«Στην τελευταία συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας κάναμε την επιλογή του καλλιτεχνικού διευθυντή για την επόμενη τριετία. Με μυστική ψηφοφορία προέκυψαν 7 ψήφοι για την κ. Οικονόμου Βαμβακά, οπότε με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους. Εκείνο που επικράτησε είναι ότι έχει την καλλιτεχνική εμπειρία, διετέλεσε ξανά καλλιτεχνική διευθύντρια, έχει διοικητικές και οργανωτικές ικανότητες, έχει αποστολή να φέρει το θέατρο κοντά στην κοινωνία. Υπάρχει συνεργασία με τα σχολεία, με τους τοπικούς φορείς, με τους πολιτιστικούς οργανισμούς και προωθεί και τη θεατρική παιδεία. Έχει καλή δικτύωση με διάφορους παραγωγούς, αλλά και με άλλα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. της χώρας και συνεργασίες που έχει αναπτύξει με αυτούς. Όλα αυτά εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. και την επιλέξαμε για ακόμη μία τριετία», ανέφερε σχετικά ο κ. Γρανάς.

”Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε…”

”Έχει ικανότητες για να παίρνει αποφάσεις και να επιλύει προβλήματα που δημιουργούνται ούτως ή άλλως σε τέτοιες περιπτώσεις. Όλα αυτά επίσης εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία μας. Όχι ότι και οι άλλοι υποψήφιοι που ανέπτυξαν εν ολίγοις τα δικά τους επιχειρήματα δεν ήταν καλοί, αλλά εφόσον είμαστε ευχαριστημένοι από την προηγούμενη θητεία της κ. Οικονόμου Βάμβακα της εμπιστευτήκαμε και πάλι τη νέα τριετία ως καλλιτεχνική διευθύντρια στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας και έτσι έληξε η ιστορία αυτή. Δεν ήταν τόσο η αμφισβήτηση της καλλιτεχνικής διεύθυνσης, αλλά όσον αφορά τη νομιμότητα των διαδικασιών. Εφόσον πλέον έγιναν όλα νόμιμα και κανείς δεν μπορεί να πει τίποτα, προχωράμε. Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε”, επισήμανε καταληκτικά ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας.

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα