Connect with us

Πολιτισμός

«Βάκχες» του Ευριπίδη στο 64ο Φεστιβάλ Φιλίππων με την υπογραφή της Νικαίτης Κοντούρη!

«Βάκχες»-του-Ευριπίδη-στο-64ο-Φεστιβάλ-Φιλίππων-με-την-υπογραφή-της-Νικαίτης-Κοντούρη!

Οι Βάκχες στον 21ο αιώνα

Την τελευταία θεατρική δεκαετία είχαμε αρκετές και πολύ διαφορετικές μεταξύ τους σκηνοθετικές προτάσεις γύρω από το ανέβασμα των Βακχών, οι οποίες σε βάθος χρόνου μπορούν να εκτιμηθούν σε μια συγκριτική ερμηνευτική ανάλυση. Πρόκειται για ένα έργο ιδιαιτέρως δεκτικό σε διαφορετικές προσεγγίσεις παραμένοντας, ωστόσο, «ρευστό» και «χιμαιρικό». Από την πολυσυζητημένη εμφάνιση του Σάκη Ρουβά, ως Διόνυσου στην παράσταση του Δημήτρη Λιγνάδη το 2013, για την οποία τιμήθηκε με το βραβείο «Κάρολος Κουν», μέχρι τις «Βάκχες δωματίου» του Έκτορα Λυγίζου (Υπόγειο Θεάτρου Νέου Κόσμου – 2013) και από τις «θρακιώτικες» Βάκχες σε σκηνοθεσία Τάσου Ράτζου του ΚΘΒΕ το 2006, μέχρι τον «γυναικείο» Διόνυσο της Αγλαΐας Παππά στην παράσταση της Άντζελας Μπρούσκου στην Επίδαυρο (2014), είχαμε την ευκαιρία να «βακχευτούμε» και να ξαναγνωρίσουμε την αγαπημένη ευριπίδεια τραγωδία.

Το 2013 επίσης, η Μάρθα Φριντζήλα ανέβασε τις «Βάκχες» μ’ έναν 60μελή θίασο, ως μουσικό θεραπευτικό δρώμενο. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσίασε και η ροκ εκδοχή από τον Άρη Μπινιάρη, πριν από δύο χρόνια στη Στέγη, με πρωταγωνιστές τους: Χρήστο Λούλη, Γιώργο Γάλλο, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, την οποία είχαμε την ευκαιρία να ξαναδούμε εν μέσω καραντίνας στο επίσημο κανάλι της Στέγης στο youtube.

Στο πλαίσιο του περσινού θεσμού « Όλη η Ελλάδα ένας πολιτισμός», το Ίδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης» παρουσίασε τις «Βάκχες» του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Χατζή σε εμβληματικούς αρχαιολογικούς χώρους, με την Κωνσταντίνα Τάκαλου σε δυο ρόλους: Πενθέα και Αγαύης.

Ο Χρήστος Σουγάρης, επίσης πέρυσι, επέλεξε μια κωμικοτραγική γραμμή στο ανέβασμα των Βακχών, τοποθετώντας τη δράση σε μια παρηκμασμένη παιδική χαρά, αναδεικνύοντας το κομμάτι της τρέλας που είναι εγγενές στην βακχεία. Σ’ αυτό το πλαίσιο απέδωσε τους χαρακτήρες του δράματος, ως τους «τρελούς» του πάρκου, αξιοποιώντας στοιχεία του τσίρκου αλλά και αναγνωρίσιμων φιγούρων από τον αχανή αστικό κόσμο.

Κορυφαία θεωρείται η ιστορική παράσταση των Βακχών από την ομάδα του Θεόδωρου Τερζόπουλου (1986), που έχει κυκλοφορήσει κινηματογραφημένη, ενώ προβλήθηκε και στο θεατρικό Φεστιβάλ Dubitanda το 2017.

Τέλος, η διεθνώς πολυβραβευμένη Izumi Ashizawa το 2019 συμπράττει με το κυπριακό θεατρικό σχήμα Belacqua Theatre και σκηνοθετεί τις «Βάκχες» του Ευριπίδη, συνδυάζοντας τους κώδικες του Ιαπωνικού θεάτρου Νο και του αρχαίου Ελληνικού δράματος.

Φέτος η Νικαίτη Κοντούρη σκηνοθετεί την τραγωδία του Ευριπίδη για λογαριασμό των: «Εταιρεία Τέχνης «Αrs Aeterna» και ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Ιωαννίνων. Την περιοδεύει και τη φέρνει και στο φεστιβάλ Φιλίππων.

Υπόθεση

Ο Διόνυσος, γιος του Δία και της κόρης τού Κάδμου Σεμέλης, φτάνει στη Θήβα με ανθρώπινη μορφή για να επιβάλει εκεί τη λατρεία του. Οι κόρες του Κάδμου αρχικά αμφισβητούν τη θεϊκή καταγωγή του κι εκείνος, εκδικητικά, εμβάλλει μανία στις γυναίκες και ως ακόλουθές του -Μαινάδες- παραμένουν στον Κιθαιρώνα. Ο Πενθέας, γιος της Αγαύης, αρνείται να δεχτεί τη λατρεία του νέου θεού και στρέφεται εναντίον τους. Συλλαμβάνει τον Διόνυσο, ο οποίος με τη σειρά του ελευθερώνεται και με σεισμό καταστρέφει το παλάτι. Ο Διόνυσος εκδικείται τον Πενθέα για την ασέβειά του. Τον πείθει να μεταμφιεσθεί σε Μαινάδα για να κατασκοπεύσει τις Θηβαίες στον Κιθαιρώνα και, όταν φτάνει στο βουνό, οι Μαινάδες με πρώτη τη μητέρα του, τον διαμελίζουν.

Η Αγαύη επιστρέφει θριαμβευτικά στην πόλη μεταφέροντας το κεφάλι του Πενθέα, ως τρόπαιο λιονταριού πάνω στον θύρσο.

Στη συνέχεια, ο Κάδμος την ωθεί να συνειδητοποιήσει τι έχει πράγματι διαπράξει και το έργο τελειώνει με την εμφάνιση του Διόνυσου, ως θεού πλέον, που ανακοινώνει τη δυσοίωνη τύχη των ηρώων και εδραιώνει τη θρησκεία του.Οι Βάκχες είναι το τελευταίο και το πιο αινιγματικό έργο του Ευριπίδη. «Επικίνδυνο» το χαρακτηρίζει η σκηνοθέτις, επειδή έχει συνδεθεί με μεγάλες καταστροφές. Είναι η μοναδική σωζόμενη τραγωδία με διονυσιακό θέμα. Ένας περιπλανώμενος θίασος ακολουθεί έναν καινούργιο θεό σ’ ένα μαγικό ταξίδι αυτογνωσίας και έκστασης. Ο θεός Διόνυσος μεταμφιέζεται σε άνθρωπο και σαν «θηλύμορφος» ξένος επιστρέφει στη γενέθλια πόλη Θήβα, για να καθιερώσει τη λατρεία του. Είναι ο θεός της ετερότητας, της διαφορετικότητας, της μεταμφίεσης και της αμφισεξουαλικότητας. Ο θεός που καταργεί τα σύνορα που υπάρχουν ανάμεσα στους ανθρώπους, τόσο του πλούτου όσο και του φύλου, της ηλικίας, ακόμα και τη διαφορά ανάμεσα στην ανθρώπινη και θεία ιδιότητα. Η πόλη που αρνείται την ύπαρξή του θα γνωρίσει τη δύναμη και την κυριαρχία του θεού μέσα από την τιμωρία. Ο ενθουσιασμός των Βακχών θα μετατραπεί σε έναν αιματηρό εφιάλτη.

Το ιστορικό

Ο Ευριπίδης φεύγοντας από την Αθήνα για τη Μακεδονία (Πέλλα), απογοητευμένος από τον τρόπο με τον οποίο τον δέχτηκαν οι Αθηναίοι, γράφει το 406- 405 π. Χ. ένα πολύ ενδιαφέρον έργο για το ίδιο το θέατρο και για το πώς συμπαρασύρεται ο θεατής στη δράση.

Αναφέρεται σε μια περίοδο κρίσης μιας πόλης που πέρασε πολλές δεκαετίες οργάνωσης, αλλά επέδειξε μια κάποια αντίσταση σε πνεύματα ριζοσπαστικά. Είμαστε στο τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, όπου έχει ηττηθεί η Αθήνα και διολισθαίνει προς τον λαϊκισμό.

Στη μέση της σύγκρουσης είναι ο Βασιλιάς Πενθέας , ο οποίος δέχεται επίθεση από αυτή την καινούργια θρησκεία του Διόνυσου, του θεού του θεάτρου και του ενστίκτου, του ορμέμφυτου. Αντιστέκεται στη νέα λατρεία παλεύοντας με όλες τις δυνάμεις του να οχυρώσει τον εαυτό του και την πόλη του ενάντια σ’ αυτήν την κακόβουλη εισβολή.

Το έργο παρατηρεί τον τρόπο με τον οποίο ο Διόνυσος σπάει τις αντιστάσεις, οδηγεί τον Πενθέα στον αφανισμό του στο βουνό «Κιθαιρώνας», όπου κατασπαράσσεται από την ίδια του τη μάνα και τις Μαινάδες, δηλαδή τις γυναίκες που έχουν φύγει από την πόλη και έχουν ασπαστεί αυτή την καινούργια λατρεία.

Εφόσον το κείμενο εκθέτει τη δύναμη του Διονύσου και τη φοβερή τύχη εκείνων που του αντιστέκονταν, η πρώτη εξήγηση που ήρθε στο νου των φιλολόγων – περί τα τέλη του 19ου αιώνα – ήταν ότι ο ποιητής είχε δοκιμάσει (ή νόμισε σκόπιμο να το προσποιηθεί) στη δύση της ζωής του μια μεταστροφή προς τη θρησκεία. Έτσι, οι Βάκχες είναι μια «παλινωδία», μια αναίρεση του «αθεϊσμού», για τον οποίο ο Αριστοφάνης είχε κατηγορήσει τον συγγραφέα τους στις «Θεσμοφοριάζουσες». Γράφτηκαν για να υπερασπίσουν τον Ευριπίδη απέναντι στην κατηγορία της ασέβειας, η οποία συνέθλιψε τον φίλο του Σωκράτη ή για να τον συμβιβάσουν με το κοινό πάνω σε θέματα, όπου είχε παρεξηγηθεί ή από μια αληθινή πεποίθηση «πως η θρησκεία δεν πρέπει να υποβάλλεται στο ψιλοκοσκίνισμα της λογικής».

Εκείνη την εποχή εμφανίστηκε μια νέα γενιά που, έχοντας διαφορετικές προκαταλήψεις, θαύμασε τον Ευριπίδη για εντελώς διαφορετικούς λόγους κι επιδίωξε να φέρει τις «Βάκχες» στο ύψος των δικών της απόψεων ανανεώνοντας ριζικά την ερμηνεία τους. Έτσι, υποστήριξαν (σωστά) ότι ο Κάδμος και ο Τειρεσίας είναι θλιβεροί εκπρόσωποι της ορθοδοξίας και ότι ο Διόνυσος συμπεριφέρεται με ανελέητη σκληρότητα, όχι μόνο στους αντιπάλους του, τον Πενθέα και την Αγαύη, αλλά και στον υποστηρικτή του, τον Κάδμο. Αυτή η ερμηνεία αναπτύχθηκε την τελευταία δεκαετία του 20ου αιώνα σε Γερμανία και Αγγλία. Ο θρησκευτικός ζήλος των χορικών, προσβολή και πέτρα του σκανδάλου, σε αυτούς τους κριτικούς εξηγήθηκε με διάφορους τρόπους, σαν παραχώρηση στις δεισιδαιμονίες του μακεδονικού κοινού ή σαν επιτυχημένος χαρακτηρισμός του φανατισμού.

Σύμφωνα με τον Γιώργο Χειμωνά –στη μετάφραση του οποίου στηρίζεται το ανέβασμα των «Βακχών»– η τραγωδία του Ευριπίδη «τελειώνει παράξενα». Απέναντι στον θρήνο των ανθρώπων για την τρομερή εκδικητικότητα του Διονύσου, ο θεός στέκεται σιωπηλός και αμήχανος. Γράφει ο Χειμωνάς: «Ο Ευριπίδης, που επινόησε τον από μηχανής θεό, φτάνει εδώ στο άλλο άκρο: Δημιουργεί τον αμήχανο θεό. Ο Διόνυσος μοναχός στο βάθος της σκηνής, αβέβαιος, σχεδόν τρομαγμένος. Η τελευταία του φράση είναι ένας ψίθυρος, μια άναρθρη απολογία: «Δεν φταίω εγώ για όλα αυτά. Άλλος τα αποφάσισε και, μάλιστα, από πολύ παλιά. Υποτίθεται ο Δίας. Και η οδύνη, που δοκιμάζει ο θεατής των «Βακχών» για τα βάσανα των ανθρώπων, μεταβάλλεται ξαφνικά σε οίκτο για τον αξιολύπητο, δειλό θεό που τα προκαλεί.»

Η παράσταση

Με εφόδιο το κύρος και τον πλούτο της γλώσσας του Γιώργου Χειμωνά ξεκινά ο Διόνυσος, αρχικά ως απόκοσμη, υπερφυσική φιγούρα κι ύστερα ως άνθρωπος, να προετοιμάζει το κοινό με τον πρόλογό του, στον οποίο παραθέτει όσα πρόκειται να συμβούν. Η πρώτη αυτή εικόνα μάς προϊδεάζει πως ό,τι ακολουθεί εντάσσεται στην ιερουργία μιας ανορθόδοξης τελετής. Θαρρείς, μας εισάγει στην άγρια χαρά και στον υπόκωφο θρήνο του παράξενου πονήματος του πιο απελπισμένου, αλλά και πιο ειρωνικού από τους τραγικούς ποιητές της αρχαιότητας. Άλλωστε, η σκηνοθεσία ανασύρει -όπως διαπιστώνουμε – τόσο την απελπισία, όσο και την κωμικοτραγική ειρωνεία των «Βακχών», επομένως διαβάζει με καθαρότητα το έργο, διασώζει την ποίηση και το κοσμεί με άλλα επιτεύγματα.

Όντως, ένας Χορός ξεπηδά από το κείμενο του Ευριπίδη. Το τραγούδισμά του διακόπτεται από αναπαραστάσεις – μνήμες ενός τετελεσμένου γεγονότος – με κεντρικό ήρωα τον Πενθέα και την οργή του. Μια νέα δραματουργία στήνεται στη Θυμέλη, ως σχόλιο στο έργο του Ευριπίδη. Στην παράσταση ο Χορός, δηλαδή ο θίασος γυναικών και, ταυτόχρονα, στρατός του θεού Διονύσου, είναι ο αδιαφιλονίκητος βασικός φορέας της αφήγησης.

Ειδικά η επαφή των ηθοποιών με το γυμνό χώμα παραπέμπει ευθέως στο αρχέγονο διονυσιακό στοιχείο, το οποίο έλκει την καταγωγή του στην επαφή με τη γη, τον αδόμητο χώρο, την άγρια φύση και την ιερή μανία που προκαλεί η οινοποσία και η ένωση με τον Θεό.

Στην πολυεπίπεδη τραγωδία, η Νικαίτη Κοντούρη στρέφει την προσοχή της στον Διόνυσο τον διπλογεννημένο, αλλά και στη μορφή του Πενθέα. Αυτός ο νέος βασιλιάς της Θήβας είναι ο εκφραστής της ανάγκης για το μέτρο και την εγκράτεια. Φτάνει στην αποστείρωση. Καταλήγει στο φόβο για τον Ξένο, στην βίαιη αντίδραση σε κάθε τι που δεν κατανοεί. Ο ερχομός του θεού Διόνυσου σε τούτη την παράσταση, μας καλεί να αποδεχτούμε την ύπαρξη των ενστίκτων. Μας υπενθυμίζει την ανάγκη για αναγνώριση της τελετουργικής φύσης μας και την ανάγκη για συλλογικότητα.

Ακολουθώντας η σκηνοθέτις ένα ταιριαστό τελετουργικό ύφος στο δράμα, συνθέτει σε αρμονικό σύνολο τους επιμέρους τομείς: ερμηνείες, μουσική, σκηνικά, κοστούμια, κίνηση, φωτισμούς. Έχει δε επιλέξει για τα πρόσωπα, εξαιρετικούς ηθοποιούς.

Δεσπόζει στην ορχήστρα ένα κεκλιμένο επίπεδο, ένα σκαληνό τρίγωνο, ένα ορμητήριο του Βάκχου και των ακολούθων του, ενώ η χρήση πλαστικού εξυπηρετεί ανάγκες υλοποίησης σκηνογραφικής άποψης και σκηνοθετικού ευρήματος, αφού μεταβάλλεται έξυπνα σε οθόνη θέατρου σκιών, σε πύλη εισόδου – εξόδου. Ταυτόχρονα, δίνει εικαστική διάσταση στον όρο «μίνιμαλ».

Ο Τειρεσίας, ο τυφλός μάντης της Θήβας, έρχεται στη σκηνή ως Μαινάδα. Η καθόλου συνάδουσα με την ηλικία και το φύλο του ενδυμασία, το παρουσιαστικό και η στάση του «εικονογραφούν» τη δύναμη του Διονύσου. Πολύ καλή η επιλογή της Ιωάννας Παππά για τον Τειρεσία, η οποία ερμηνεύει με ασίγαστο οίστρο ένα αλλόκοτο πλάσμα, έμπλεο σεξουαλικών εμμονών, δάνειο, θαρρείς, από τον αλληγορικό «Λαβύρινθο του Πάνα» του Γκιγιέρμο ντελ Τόρο. Απλώνει επιδέξια ένα τεράστιο κύμα ηχοχρωμάτων στην ορχήστρα και με σπασμωδικές κινήσεις ολοκληρώνει αριστοτεχνικά την ιδέα της Κοντούρη. Εξαιρετική η Ιωάννα Παππά.

Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος είναι ένας γήινος Πενθέας. Ο καλός ηθοποιός υποδύεται με εντυπωσιακή δεινότητα τον δύσκολο ρόλο του Βασιλιά, πριν και μετά την παρενδυσία.

Η Κωνσταντίνα Τάκαλου και ο Δημήτρης Πετρόπουλος είναι δοκιμασμένοι ηθοποιοί, έμπειροι, με ισχυρό ένστικτο κι όπου τους είδα τους θαύμασα, όπως κι εδώ. Μια σπαρακτική Αγαύη κι ένας στιβαρός Κάδμος. Μάλιστα, η Κωνσταντίνα Τάκαλου κερδίζει ένα επικό ρίγος στην «ανάνηψη», σκηνή – από μόνη της- ένα καθηλωτικό θεατρικό αναλόγιο. Ο Αγγελιαφόρος του Κωνσταντίνου Ασπιώτη, στο μέγεθος που του πρέπει.

Ευχάριστη έκπληξη το Εβρίτικο μουσικό συγκρότημα Θραξ- Runks που ντύνει την παράσταση. Σχετικά, βέβαια, με τη μουσική στους βακχικούς παθιασμένους χορούς, δεν υπάρχουν δεδομένα. Μπορούμε μόνο να προβούμε σε κάποιες εικασίες, αναφορικά με τα όργανα και τον θόρυβο που προκαλούσαν ( βαρυβρόμων ὑπὸ τυμπάνων). Οπωσδήποτε εδώ η μουσική οδηγεί σε ενθουσιασμό. Πρόκειται για μια εξαίσια παραδοσιακή θρακιώτικη μουσική, παντρεμένη έξοχα με δυτικότροπους ηλεκτρονικούς ήχους. Έπαινοι ψυχής στη συνολική δουλειά του συγκροτήματος.

Η χορογραφημένη από την Ανδρονίκη Μαραθάκη κίνηση των σωμάτων του Χορού των γυναικών και των άλλων ηρώων, έχει έναν σταθερό ρυθμό και όλα κυλούν σε απόλυτη συμμετρία. Μουσική και κείμενο γίνονται τα μέρη μιας οδυνηρής τελετουργίας, έτσι όπως μαεστρικά την ενορχήστρωσε η Νικαίτη Κοντούρη. Εξαιρετικές και οι επτά «Μαινάδες».

Το λιτό, πλην περιεκτικό σκηνικό της Λουκίας Μινέτου, όπως και τα ωχρόχρωμα κοστούμια της, παίζουν θετικό ρόλο στην αναπαράσταση ενός διαχρονικού έργου. Διακοσμούν περίτεχνα τη δράση και αναδεικνύουν αφενός τη μεγαλοπρέπεια του κύριου Υποκριτή, του Διονύσου, κι αφετέρου την αναγκαστική στράτευση των γυναικών στην ακολουθία του.

Εξαιρετικός ο Άκης Σακελλαρίου στον ρόλο. Η θητεία του πλάι στον Τερζόπουλο του έδωσε μέγιστη ικανότητα χειρισμού των εκφραστικών του μέσων. Είναι σαρωτικός στην κυριολεξία. Πληθωρικό ταλέντο, κερδίζει το κοινό από την πρώτη ως την τελευταία σκηνή του έργου. Άξιος Διόνυσος. Θεός!!

Το «δια ταύτα» της παράστασης: Ο άνθρωπος, ως μονάδα , μέσα από τις ψευδαισθήσεις γνωρίζει τα μυστικά της ψυχής του, χαλαρώνει, ενδυναμώνεται και ύστερα αποκτά την ικανότητα να μεγαλουργήσει για τη δική του πρόοδο, αλλά και της κοινότητας. Λατρεύει τον Διόνυσο για να προσεγγίσει και να κατανοήσει τον Απόλλωνα.

Αλλά το κάνει προσεκτικά, όπως επισημαίνει κι ο Νίτσε: «Από το διονυσιακό θεμέλιο δεν πρέπει να εισχωρήσει στη συνείδηση του ανθρώπου τίποτα παραπάνω από ό, τι μπορεί να ξεπεράσει πάλι από την απολλώνια δύναμη της μεταμόρφωσης».

Η ισορροπημένη διαχείριση αυτής της αρχέγονης δύναμης είναι ο μόνος τρόπος να διαχειριστεί κανείς, με το μικρότερο δυνατό κόστος, ταραγμένες περιόδους που οδηγούν στην παρακμή. Ο στείρος ορθολογισμός δεν έχει κανένα αποτέλεσμα, όταν ο εσωτερικός πόνος έχει απενεργοποιήσει τις λογικές δυνάμεις. Δεν μπορεί κανείς να νικήσει αυτό που δεν κατανοεί και δεν μπορεί να το κατανοήσει αν το υποτιμά.

Το έργο τελειώνει έτσι όπως άρχισε. Με τον Διόνυσο. Μετά την έξοδο όλων, μένει η θυμέλη να καίει προς τιμήν του θεού του θεάτρου. Μένουν κι οι θεατές με το πικρό δίδαγμα του ανήμπορου μπροστά στο θείο ανθρώπου και, ταυτόχρονα, του ισχυρού θεού που λατρεύουν και μέσα από την ίδια τη θεατρική παράσταση προς τιμήν του, σ’ ένα έργο διπλής όψης (όπου κάθε πρόσωπο υποδύθηκε κάτι άλλο από αυτό που ήταν), σαν τη φύση και τη ζωή.

Εν κατακλείδι, με ενδιαφέρουσες ιδέες και σαφές όραμα η μεστή ματιά της σκηνοθέτιδας στην ευριπίδεια τραγωδία, είναι – με το παραπάνω – παραστασιακά ενεργής, εγείρει την ενσυναίσθηση στους θεατές, τόσο για τις αισθητικές όσο και τις ερμηνευτικές επιλογές της, αλλά, κυρίως, για τα πολυσήμαντα μηνύματα, όπως η απορρόφηση της ατομικής συνείδησης μέσα από μια ομαδική συνείδηση: ο λατρευτής «θιασεύεται ψυχάν» με τον «κύριο της ζωής» Διόνυσο, και με τους συντρόφους του στη λατρεία γίνεται ένα με τη ζωή της γης.

Σ’ ένα αβέβαιο μέλλον, όπου όλα είναι ρευστά, αυτές οι «Βάκχες» συνθέτουν αναμφίβολα μία παράσταση που μας προβληματίζει για την εξέλιξη της δικής μας ιστορίας, έτσι όπως τώρα γράφεται.

Συντελεστές

Μετάφραση: Γιώργος Χειμωνάς
Σκηνοθεσία: Νικαίτη Κοντούρη
Δραματουργία: Μάνος Λαμπράκης, Νικαίτη Κοντούρη
Σκηνικά – Κοστούμια: Λουκία Μινέτου
Μουσική σύνθεση & διδασκαλία: Θραξ-Punks
Χορογραφία: Ανδρονίκη Μαραθάκη
Φωτισμοί: Νίκος Σωτηρόπουλος
Α΄ βοηθός σκηνοθέτιδας: Θάλεια Γρίβα
Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Κατερίνα Κανελλοπούλου
Σύμβουλος δραματολόγος: Νίκος Μαθιουδάκης
Επιστημονική σύμβουλος: Κατερίνα Διακουμοπούλου
Επικοινωνία: Ειρήνη Λαγουρού
Διεύθυνση παραγωγής: Σταμάτης Μουμουλίδης

Παίζουν: Άκης Σακελλαρίου (Διόνυσος), Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος (Πενθέας), Κωνσταντίνα Τάκαλου (Αγαύη), Ιωάννα Παππά (Τειρεσίας), Δημήτρης Πετρόπουλος (Κάδμος), Κωνσταντίνος Ασπιώτης (Αγγελιοφόρος)

Χορός Βακχών: Θάλεια Γρίβα, Σμαράγδα Κάκκινου, Ελένη Στεργίου, Φραγκίσκη Μουστάκη, Ιουλία Γεωργίου, Σοφία Κουλέρα, Ιωάννα Τζίκα

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«Πιτσιμπούργκο» της Σώτης Τριανταφύλλου στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

«Πιτσιμπούργκο»-της-Σώτης-Τριανταφύλλου-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Ποιος θεωρείται μετανάστης; Έχει ο μετανάστης χρώμα; Έχει ταυτότητα; Πρώτα γίνεσαι φτωχός και μετά μετανάστης.

Η παλιά πληγή της μετανάστευσης σε μικρογραφία είναι το θέμα της ιστορίας της Σώτης Τριανταφύλλου με τον τίτλο Πιτσιμπούργκο. Πρόκειται για την αφαίμαξη από το πιο σημαντικό και ακμαίο δυναμικό του πληθυσμού της Ελλάδας, τους νέους της που έφευγαν για να βρουν μια καλύτερη τύχη σε όποια χώρα της πλατιάς ξενιτιάς, όπου έβρισκαν τόπο να δουλέψουν, να εξοντωθούν, να πεθάνουν και χάθηκαν απ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς να μάθει τίποτα κανείς γι’ αυτούς, ενώ άλλοι κατάφεραν να επιβιώσουν και να ζήσουν εκεί κι άλλοι να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και να συνεχίσουν με κάποια άνεση τη ζωή τους.

Το Πιτσιμπούργκο είναι ένα αφήγημα που περιλαμβάνει την αλληλογραφία ενός τέτοιου δυστυχισμένου νέου, νιόπαντρου, του Δημοσθένη, με τη γυναίκα το την Ελέγκω.

Ο Δημοσθένης από τη Χίο μεταναστεύει στο Πίτσμπουργκ, τη μεγαλύτερη πόλη στην αμερικανική Πενσυλβανία, η οποία θεωρείται η «Πόλη του Χάλυβα» για τις πάνω από 300 επιχειρήσεις της και «Πόλη των Γεφυρών» για τις 446 γέφυρές της, αφού είναι χτισμένη στη συμβολή τριών μεγάλων ποταμών. Στη Χίο δεν υπάρχει «μέλλο», όπως λέει ο Δημοσθένης, σεισμοί, ναυάγια, πειρατές και το χώμα «που ’ναι στέρφο».

Το αφήγημα, λόγω των ημερολογιακών καταγραφών του ζεύγους, μοιάζει και με ημερολόγιο, από το οποίο πληροφορούμαστε τις ένθεν και εκείθεν του μεσολαβούντος ωκεανού, δυστυχίες. Της πόλης που θα δώσει στον Δημοσθένη και στους άλλους εργάτες της βιομηχανίας τα μέσα για να ζήσουν και της γενέθλιας γης της Χίου, που δεν μπορεί να τους τα εξασφαλίσει. Το μεροκάματο του τρόμου καταλήγει στο ημερολόγιο της δυστυχίας, αλλά και της ιστορικής ενημέρωσης, αφού ο καθένας από την πλευρά του περιγράφει την κακή του μοίρα και οραματίζεται την ελπίδα που αργεί πολύ, μέσα σε μια κοινωνία που διαρκώς πάσχει από πόλεμο, φτώχεια, βία και δυστυχία.

Χίος 28 Μάρτη 1913. Η Ελέγκω παίρνει στα χέρια της το πρώτο γράμμα, έπειτα από οκτώμισι μήνες, από τον ξενιτεμένο στο Πίτσμπουργκ της Αμερικής άντρα της Δημοσθένη.

«Τίλως είσαι, Ελέγκω μου; Τρως; Κοιμάσαι; Αχ, να ’μουνα κει πέρα την Πρωτοχρονιά, να πηαίναμε στον Βροντάδο να τρώγαμε τα μαμούλια της Μαριόγκας!»

Μέσα από την αλληλογραφία τους ξεδιπλώνεται η ζωή στο νησί, αμέσως μετά την απελευθέρωσή του από τους Τούρκους.

Φτώχεια, πείνα, μπάρκα, προσφυγιά, αρρώστιες, μα και τηλέφωνα και κινηματόγραφος. Ένα νησί πληγωμένο και σαστισμένο.

«ΥΓ. Τώρα θυμήθηκα πως αυτοκίνητα έχομε κι εδώ, πάνε κι έρχονται σαν δαίμονες. Εγώ εν τα δα, μου το ’πε η Ειρήνη».

Από την άλλη, η βιομηχανική πόλη του Πίτσμπουργκ.

«Βρέχει νερό μαύρο, Ελέγκω μου, αφ’ τα εργοστάσια, καταλαβαίνεις».

«Αγαπημένη μου Ελέγκω, άργησα να σου γράψω γιατί εν ήβρισκα γραμματικό».

«Δημοστένη μου, μόλις έλαβα το γράμμα σου μου ’ρθε λιγοθυμιά».

Τα γράμματα πηγαινοέρχονται, ο Δημοσθένης γράφει τα προβλήματα της ζωής στο Πιτσιμπούργκο και η Ελέγκω παραπονιέται πως δεν της γράφει συχνά και ανησυχεί. Εκείνος την καθησυχάζει – είναι και τα γραμματόσημα ακριβά και κάνει οικονομίες, παράλληλα της δίνει συμβουλές τι να κάνει, τι να προσέχει, ποιον να αποφεύγει, για να μην της βγει κακό όνομα, κι εκείνη του γράφει να προσέχει γιατί φοβάται…

Εν πάση περιπτώσει, αυτή η αλληλογραφία φέρνει στην επιφάνεια το τι τράβηξε αυτός ο καημένος άνθρωπος και τι η οικογένειά του πίσω στο χωριό, στη Χίο, όπου ο αέρας μοσκοβολάει μαστίχα, ενώ στο Πιτσιμπούργκο μυρίζει χάλυβα.

Η συγγραφέας με τον τρόπο της θίγει το πολύ σοβαρό θέμα του μετανάστη, του φτωχού, του μόνου κι έρημου ανθρώπου, που αγωνιά γι’ αυτούς που άφησε πίσω του, ενώ εκείνος ξένος ανάμεσα σε ξένους και κάποιους Έλληνες –«Σλάβοι, Αράπηδες, Έλληνες, ένα και το αυτό»– αγωνιά να επιβιώσει στην άγνωστη, άγρια και αφιλόξενη γη.

Παράλληλα, αναφέρονται ήθη, έθιμα, απλά καθημερινά κουτσομπολιά, ευρύτερα πολιτικά, ο καιρός ή η δολοφονία τού βασιλιά και η θέση της γυναίκας:

 «Δημοσθένη, Λες πως στο Πιτσιμπούργκο χιονίζει, αμ εδώ ήντα κάμνει; […] Σκοτώσανε και τον βασιλιά, λένε, το ’μαθες, Δημοσθένη μου; Εγώ τον βασιλιά εν τον ήξερα, αλλά για να τον σκοτώσουνε κάτι θα ’κανε… Εσύ Δημοσθένη μου, ήντα λες; Οι γυναίκες εν πρέπει να ’χουνε εμυαλό για τέτοια πράματα, βασιλιάδες, πολέμοι, αλλά, μες στη μοναξιά που με δέρνει και τον καμό, φοβούμαι ήμπα στο νησί έχουν έρθει οι βουρβούλακες κι έχει πέσει κατσικοποδιά […] έγινε κι άλλος σεισμός […] μια γίδα γέννησε τέρας δίχως μάτια…». Μέχρι και παράπονα του γράφει, γιατί ο Δημοσθένης είπε πως η Μαριόγκα κάνει τα «μαμούλια» καλύτερα από εκείνην. Με την ευκαιρία η Ελέγκω μάς δίνει τις λεπτομέρειες: ψιλοκόβει το αμύγδαλο, προσθέτει καρύδι, βάζει και μοσκοκάρφι: «Τίλως μπορείς να λες πως τα μαμούλια της Μαριόγκας είναι πεντανόστιμα;». Παράλληλα, λέει πως ο θείος θα την πάρει μαζί με τη Μαριόγκα να δούνε την Εσμέ την Τουρκοπούλα. «Αχ Δημοσθένη, να με πήαινες εσύ!». Αλλά σαν την Ελέγκω είναι κι άλλες πολλές που οι άντρες τους ταξιδεύουν με τα «παπόρια». «Ήντα παπόρια ήντα Πιτσιμπούργκο, καλύτερα το Πιτσιμπούργκο, που δεν θα ρουφήξει ποτές η θάλασσα».

Έτσι, εκκινώντας από το προσωπικό, στη δραματοποιημένη λογοτεχνία, η σκηνοθέτρια Αρκαδία Ψάλτη, σταδιακά απλώνει την αφήγηση στο γενικό κακό, εκείνο από το οποίο υποφέρει η ελληνική οικογένεια, η φτωχή επαρχία, η Ευρώπη που ετοιμάζεται για πόλεμο, αλλά και στην Πενσυλβανία, όπου η ζωή είναι τρόμος, σκληρή δουλειά, αμφίβολη βελτίωση, υπόκοσμος και ύποπτος πλουτισμός.

 Όπως βλέπουμε από τον διάλογο, η εξομολόγηση, το παράπονο, η περιγραφή, η εξήγηση, η ερμηνεία, η κοινωνική παρατήρηση, ό,τι κι αν δείχνει αυτή η αλληλογραφία, είναι μια καταγραφή των προβλημάτων που αρχίζει με εστίαση πάνω σε ένα οικογενειακό θέμα, για να ανοίξει σε έναν ευρύτερο κοινωνικό κύκλο, στη Χίο ή στο Πίτσμπουργκ, και στη συνέχεια στον κόσμο όλο, με τον πόλεμο ενόψει.

Το γλωσσικό ιδίωμα, η ντοπιολαλιά της Χίου, προσδίδει αληθοφάνεια στον ιδιαίτερο, μεταποιημένο λόγο των αλληλογράφων, οι οποίοι πέρα από την ιδιάζουσα λέξη αποδεικνύονται άριστοι στη σύνταξη. Αυτό, βέβαια, οφείλεται στην ικανότητα της συγγραφέως, η οποία έχει συγγράψει πάνω από σαράντα βιβλία και ξέρει πολύ καλά πώς να μεταβάλει τον διάλογο δύο επαρχιωτών σε απλό, κατανοητό, γοητευτικό και συγκινητικό λογοτεχνικό λόγο.

Η συγκεκριμένη θέση του Δημοσθένη και της Ελέγκως είναι θέμα που δεν αφορά μόνο τη Χίο, αλλά όλη την Ελλάδα, όλον τον κόσμο, που μεταναστεύει στην υπερατλαντική χώρα της ευκαιρίας.

Η Αρκαδία Ψάλτη σκηνοθετεί με τρυφερότητα το κείμενο της Σώτης Τριανταφύλλου Πιτσιμπούργκο, και οι δύο νέοι και καλοί ηθοποιοί Τζωρτζίνα Λιώση και Σταμάτης Μπάκνης, ζωντανεύουν στη σκηνή μοναδικά μια ιστορία αγάπης στη διάρκεια του πρώτου μεγάλου μεταναστευτικού κύματος από την Ελλάδα προς την Αμερική.

Το αφήγημα είναι γραμμένο στο χαρακτηριστικό Χιώτικο γλωσσικό ιδίωμα, μια γλώσσα εύληπτη και άμεσα συνδεδεμένη με την αρχαία ελληνική.

Όλα τα επιστολικά μυθιστορήματα καλούν τον αναγνώστη – θεατή, να ανασυστήσει, μέσα από ενδείξεις της αλληλογραφίας, τη ροή των γεγονότων, ως σκιώδης αφηγητής μιας ανείπωτης ιστορίας.

 Και σαν να μην έφτανε αυτό, η επιστολική μορφή του έργου και το κυρίως προσωπικό περιεχόμενο των γραμμάτων, γεννούν μια εντύπωση αδιάκριτης παρέμβασης στις ζωές των άλλων. Σαν να ανοίγεις στα κρυφά ξένους φακέλους. Γοητευτική τακτική, από την πλευρά του συγγραφέα. Από την πλευρά του αναγνώστη – θεατή, , η ψυχολογική ένταση ενισχύει την εμπλοκή.

Η σκηνοθέτρια δηλώνει – σε συνέντευξή της – για το έργο και την παράσταση: «Το έργο διαδραματίζεται το 1913, στην Χίο. Αμέσως μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων και πληθυσμιακών μετακινήσεων. 

 Κάθε χρόνο 25.000 άνθρωποι εγκαταλείπουν μια χώρα οικονομικά εξουθενωμένη και πολιτικά αβέβαιη. Μπαίνουν στα καράβια να κυνηγήσουν το αμερικάνικο όνειρο που υπόσχεται ευκαιρίες πλούτου και ευημερία. Ελπίζουν σε καλύτερη ζωή για αυτούς και τις οικογένειές τους και λειώνουν και στραγγίζονται στις μεγάλες βιομηχανικές πόλεις.

Το όνειρο αποδεικνύεται εφιάλτης. Ευτυχώς υπάρχει αλληλεγγύη και στήριξη ανάμεσα στους συμπατριώτες, που τους δυναμώνει. Έτσι καταφέρνουν να κάνουν κοινότητες και μέσα από μια πολύ σκληρή ζωή να ορθοποδήσουν. Πόσο μακρινό είναι όλο αυτό; Πόσο όμοιες εικόνες και καταστάσεις υπάρχουν σήμερα; Σε ποια θέση είμαστε; Η ηθική μας πως πλάθεται; Πως αξιολογούμε και ιεραρχούμε τις ανάγκες μας; Τι πιστεύουμε ότι μπορεί να είναι τελικά η σανίδα της σωτηρίας μας, αν αυτή υπάρχει; Αυτά και ίσως κι άλλα τα ερωτηματικά, που ο καθένας δίνει τις δικές του απαντήσεις και έτσι προχωράει η ζωή όπως προχωράει. Τα υστερινά τιμούν τα πρώτα. Το παρελθόν έχει τις απαντήσεις για το μέλλον».

Γραμμένο με έναν λόγο καθαρό, με στοιχεία Χιώτικης ντοπιολαλιάς, με πολύ ενδιαφέρουσα ροή, κινηματογραφικές περιγραφές και με δυνατές σκηνές που συνδυάζουν την συγκίνηση και το κωμικό στοιχείο σε τέλεια αρμονία, το έργο δε μας προσφέρει απλώς την τοιχογραφία μιας εποχής, αλλά κυρίως, μας μιλά για τους επιζήσαντες και τους αδικοχαμένους μιας γενιάς που όρθωσε ανάστημα, σε μια από τις πλέον δύσκολες περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Μιας γενιάς που πέρασε πολλά σ’ αυτόν τον κακοτράχαλο δρόμο της ξενιτιάς, έχασε πολλά και θυσίασε πολλά, που πληγώθηκε, αδικήθηκε, περιπλανήθηκε, υποτιμήθηκε, βίωσε ρατσισμό και εξευτελισμούς, μα αγωνίστηκε μέχρι τέλους για να σταθεί στα πόδια της και να επιβιώσει.

Αυτή η γενιά μνημονεύεται με τρόπο ευαίσθητο και σεβαστικό μέσα από το αφήγημα της Σώτης Τριανταφύλλου και πραγματικά αυτή η μνεία της αξίζει, όπως αξίζουν συγχαρητήρια στους συντελεστές της ιδιαίτερης αυτής παράστασης.

Συντελεστές

Κείμενο: Σώτη Τριανταφύλλου

Σκηνοθεσία: Αρκαδία Ψάλτη 

Μουσική επιμέλεια, φωτισμοί: Αρκαδία Ψάλτη

Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή

Παίζουν: Τζωρτζίνα Λιώση, Σταμάτης Μπάκνης

Παραγωγή: ΑΜΚΕ Αγγελοπετριά

Διάρκεια: 60 λεπτά

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Οι  καθηλωτικές «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

Οι- καθηλωτικές-«Στρακαστρούκες»-του-Δημήτρη-Σαμόλη-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Συγκινητική, συναρπαστική, σαγηνευτική η παράσταση του Δημήτρη Σαμόλη που, πέρα από το όποιο μάθημα – σπουδή σε γονείς, σε εφήβους, σε άνδρες, στην ελληνική κοινωνία, είναι κι ένα όψιμο μνημόσυνο στον φονευθέντα από νταήδες Κρητικούς αγριάνθρωπους συμφοιτητές του, για τον άδικο θάνατό του, για την τιμωρία- χάδι που τους επιβλήθηκε, ύστερα από πολλά χρόνια αναβολής της δίκης. Κι ο ηθικός αυτουργός; Τίποτα! Κύριος!

Η ομοφοβία δεν είναι έμφυτη. Διδάσκεται! Είναι ένας συνδυασμός κοινωνικής πίεσης για συμμόρφωση και προσωπικής ανασφάλειας απέναντι στην ελευθερία του άλλου να αυτοπροσδιορίζεται.

Ο Δημήτρης Σαμόλης, ένας ιδιαίτερα ταλαντούχος ηθοποιός και τραγουδιστής, επέλεξε να μιλήσει με ειλικρίνεια και τόλμη για κάποια πράγματα που προφανώς τον αφορούν. Πράγματα που συνέβησαν στο πρόσφατο παρελθόν και απ’ ό,τι φαίνεται εξακολουθούν να συμβαίνουν.

Στο πρώτο του θεατρικό έργο, βάζει στο μικροσκόπιο την «αγία ελληνική οικογένεια», τη ζωή στην επαρχία και τον εκφοβισμό σε ένα συνταρακτικό μονόλογο-κατάθεση. Οι «Στρακαστρούκες» είναι μια καθηλωτική ελεγεία αγάπης για την ανθρώπινη φύση, αλλά και ένα φωτεινό βέλος σε αυτά που μας πόνεσαν βαθιά.

Η επίσημη πρώτη του έργου πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2023 στο θέατρο «Μικρό Γκλόρια» στην Αθήνα.

Η παράσταση γνώρισε τεράστια επιτυχία (sold out) από την πρώτη κιόλας χρονιά, γεγονός που την οδήγησε να συνεχίσει για τρεις συνεχόμενες σεζόν (2023-24, 2024-25 και 2025-26) και στις μέρες μας περιοδεύει τη χώρα.

Ο έφηβος Κωνσταντής, το μικρότερο παιδί μιας οικογένειας που αποτελείται από τις τέσσερις μεγαλύτερες αδελφές του, οι οποίες τον αγαπούν και τον προστατεύουν από τη μητέρα του, για την οποία δεν μαθαίνουμε πολλά, και από έναν πατέρα στα όρια του κακοποιητή, έναν αψύ Κρητικό μεγαλωμένο στη κακοφορμισμένη κρητική παράδοση που θέλει κυρίαρχο το αρσενικό σε όλα τα καθωσπρέπει της, έναν τυποποιημένο γονέα, που δεν περιμένει πια από τον γιό του όλα όσα, συνήθως, κάνουν περήφανους πατεράδες σαν κι αυτόν.

 Ο Κωνσταντής, όμως, κακοποιείται καθημερινά και από τους νταήδες του σχολείου του, που του έχουν βγάλει το παρατσούκλι «Μπέντζι», το οποίο ενίοτε μετατρέπεται στο πιο θηλυκό «Μπεντζίνα», και του απευθύνουν σκληρά σεξουαλικά, άκρως προσβλητικά πειράγματα, που για κάποιο λόγο οι Έλληνες πάντα θεωρούσαν ότι έχουν το δικαίωμα να ξεστομίζουν.

Η καθημερινότητά του είναι βασανιστική, οι συμμαθητές του τού κάνουν τη ζωή μαρτύριο, πάντα με την ανοχή των καθηγητών. Κοντολογίς, όλα όσα περνάνε κάποια αγόρια στα σχολεία όταν ορισμένα χαρακτηριστικά τους προδίδουν το διαφορετικό ή όταν αυθαίρετα τους αποδίδονται ερωτικές προτιμήσεις αντίθετες από τις «κανονικές» των περισσότερων. 

Ο Κωνσταντής «αποδρά» από την κόλαση που βιώνει είτε χάρη στην πλούσια φαντασία του, καθώς ονειρεύεται ένα μέλλον σπουδαίο και λαμπερό, είτε μέσα από τη μουσική, μαζί με τον κολλητό του, τον Ασκομπαντούρα, έναν άλλο αποσυνάγωγο, για διαφορετικούς από εκείνον λόγους.

Ωστόσο, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να «ανδρωθεί». Μια από τις πρακτικές που ακολουθεί είναι να συμμετέχει στην προετοιμασία του ρουκετοπόλεμου της Ανάστασης, ώστε να ανέβει στα μάτια των συμμαθητών του, μήπως και ξεφύγει από το bullying, τα χυδαία λόγια και από την καζούρα.

 Φτάνει στο σημείο να σχεδιάζει σχέση με μια συμμαθήτριά του, τη Σωτηρούλα, ώστε να έχει κι αυτός το κορίτσι του.

Η αδεξιότητά του, βέβαια, φέρνει εντελώς άλλα αποτελέσματα, καθώς λίγο πριν την Ανάσταση, τη βραδιά που ετοιμάζεται να της δώσει το πρώτο φιλί, αντί να της προσφέρει καραμέλες που έχει στην τσέπη του, κατά λάθος της δίνει μια χούφτα στρακαστρούκες από τη λάθος τσέπη. Η Σωτηρούλα χάνει το δόντι της κι εκείνος την ευκαιρία να αναβαθμιστεί στα μάτια των άλλων αγοριών.

Με αυτό το πανέξυπνο εύρημα ξεκινάει ουσιαστικά ο μονόλογος του Κωνσταντή, που ξεδιπλώνει μια ζωή ενοχών, φόβου, τρόμου και βαθιάς απαξίωσης από τον πατέρα του, έναν άνθρωπο που φέρει το δικό του «τραύμα», καθώς τον είχε κάποτε ταπεινώσει μπροστά σε όλο το χωριό ο δικός του πατέρας, με αποτέλεσμα να είναι σκληρός και μονίμως προσβλητικός απέναντι στον γιο του. 

Ο Δημήτρης Σαμόλης ξεπροβάλλει από ένα όρθιο κιβώτιο (σκηνογραφία Λουκάς Μπάκας), γεμάτο άλλα κουτιά, αναπόσπαστα υλικά της μνήμης, σαν ο Κωνσταντής να αναδύεται μέσα από τον μικρόκοσμό του, και με μοναδικό κωμικό μπρίο, χρησιμοποιώντας κρητική προφορά, αφηγείται τον κακό χαμό που ακολούθησε το χάσιμο του δοντιού της Σωτηρούλας.

Ο ήρωας που γεννάνε οι λέξεις του Δημήτρη Σαμόλη δε φλυαρεί, θυμάται. Δεν ομολογεί, εξομολογείται. Δεν ομιλεί, συνομιλεί. Μας αποκαλύπτει την ιστορία του, που σχεδόν την ξέρουμε, σχεδόν την έχουμε ξανακούσει, σχεδόν την έχουμε αποφύγει και σχεδόν την έχουμε πετάξει στο μπαούλο της λήθης.

Μια γνώριμη ιστορία που ζωντανεύει ένας καταιγιστικός μονόλογος, του οποίου η μόνη αγωνία είναι να βγουν από το κουτί οι μνήμες μας, όποιες κι αν είναι, οι στιγμές που έχουμε καταπιεστεί μέσα στην « παραδοσιακή ελληνική κοινωνία», που ό,τι δε δέχεται, ό,τι δε χωράει στα ασφαλή σύνορα της συνηθίζει να το πνίγει, να το καταπιέζει, να το εξουσιάζει, να το εξαφανίζει.

 Έτσι, από την πρώτη κιόλας σκηνή, κατακτάει το ενδιαφέρον του κοινού, το οποίο στο υπόλοιπο της παράστασης κυριολεκτικά κρέμεται από τα χείλη του.

 Η ιστορία που ακολουθεί είναι η αφήγηση ενός πονεμένου παιδιού που αυτοσαρκάζεται για να εξιλεωθεί απέναντι σε έναν πατέρα και μια κοινωνία, ακόμα και απέναντι στον εαυτό του, επειδή τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα περίμεναν. 

Ο σκηνοθέτης Μάριος Κακουλλής αφήνει ελεύθερο τον Δημήτρη Σαμόλη να πλάσει με ανάσες, λέξεις και δικές του νότες, έναν πραγματικό ήρωα που σκαλίζει τη μνήμη μας, αλλά και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, πότε με χιούμορ και πότε με αυτό το μούδιασμα που προκαλούν στα αυτιά μας οι στρακαστρούκες, καθώς συγκρούονται με την κανονικότητα.

Ο Δημήτρης Σαμόλης φαντάζεται, φτιάχνει και παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο ήρωα. Η αφήγησή του είναι τέτοια που στη σκηνή βρίσκουν χώρο και οι υπόλοιποι ήρωες, κι ας μην έχουν φυσική παρουσία.

Η ιστορία του ξεκινάει ως μια γλυκόπικρη ανάμνηση των παιδικών του χρόνων για να γίνει μια πλημμύρα συναισθημάτων, για τον ίδιο αλλά και για το κοινό, για την καταπίεση που έχουμε νιώσει οι ίδιοι, για την βία που είδαμε αλλά δεν κάναμε αρκετά, ή και τίποτα, για τις ιστορίες που έχουν βγει από την ειδησεογραφία.

Κι όλα αυτά χωρίς διάθεση καταγγελίας ή διδακτισμού, αλλά με τον ήρωα να εκφράζει το παράπονό του. Το γιατί του, σε μια καλοστημένη παράσταση -περφόρμανς, έμπλεη ευρημάτων και εξαιρετικής ερμηνείας.

Οι «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη δεν είναι ένα παραδοσιακό μάθημα, αλλά ένα τραγούδι-μανιφέστο για την αυτοπεποίθηση, την αποδοχή της διαφορετικότητας και τη δύναμη του να «κάνεις θόρυβο» με την προσωπικότητά σου.

Το τραγούδι προτρέπει τον ακροατή να αγκαλιάσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ακόμα και αυτά που οι άλλοι μπορεί να θεωρούν «περίεργα» ή «υπερβολικά.

Αν και ξεκινά από το άτομο, το τραγούδι συχνά λειτουργεί ως ένας ύμνος για όλους όσοι νιώθουν έξω από τας κελύφη των κανόνων, θυμίζοντάς τους ότι δεν είναι μόνοι.

Οι «Στρακαστρούκες», εντέλει, διδάσκουν πως η μεγαλύτερη επανάσταση είναι να είσαι ο εαυτός σου σε έναν κόσμο που προσπαθεί να σε κάνει ίδιο με όλους τους άλλους, με τα πρέπει, δηλαδή τη βία.

 Αν μένει κάτι στο θυμικό όλων των θεατών από την σπουδαία αυτή δουλειά, στην κάθε φορά ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα, είναι σίγουρα το σπαρακτικό φινάλε. Ανατριχιαστικό, συγκλονιστικό, ένα δυνατό ράπισμα στον καθωσπρεπισμό που επιβάλει μια στημένη από δόγματα και από κακοφορμισμένες συνήθειες κανονικότητα, και που σαπίζει συνειδήσεις. Δυστυχώς, η αφύπνιση έρχεται όταν είναι πια αργά… πολύ αργά.

Συντελεστές

Κείμενο – Ερμηνεία – Τραγούδια : Δημήτρης Σαμόλης

Σκηνοθεσία : Μάριος Κακουλλής

Σκηνικά – Κοστούμια : Λουκάς Μπάκας

Φωτιστικός σχεδιασμός – Δραματουργία : Στέφανος Δρουσιώτης

Μουσική: ECATI

Βοηθός σκηνοθέτη : Δανάη – Αρσενία Φιλίδου

Φωτογραφίες : Ελίνα Γιουνανλή

Graphic design : Μιχάλης Δέμελης

Trailer : Θωμάς Παλυβός

Social media : Κάλλη Μαυρογένη

Οργάνωση Παραγωγής : Μαρία Παπαφωτίου

Παραγωγή: Ars Aeterna – Σταμάτης Μουμουλίδης

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Ο Αρχέλαος Γρανάς πλέκει το εγκώμιο της Εύας Οικονόμου – Βαμβακά

Ο-Αρχέλαος-Γρανάς-πλέκει-το-εγκώμιο-της-Εύας-Οικονόμου-–-Βαμβακά

Η Εύα Οικονόμου Βαμβακά θα είναι και για τα επόμενα τρία χρόνια στη θέση της καλλιτεχνικής διευθύντριας του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας, όπως αποφάσισε την Τρίτη (17/3) κατά πλειοψηφία το διοικητικό συμβούλιο του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.
Για το θέμα μίλησε στην ΕΡΑ Καβάλας, ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., Αρχέλαος Γρανάς.

Με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους

«Στην τελευταία συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας κάναμε την επιλογή του καλλιτεχνικού διευθυντή για την επόμενη τριετία. Με μυστική ψηφοφορία προέκυψαν 7 ψήφοι για την κ. Οικονόμου Βαμβακά, οπότε με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους. Εκείνο που επικράτησε είναι ότι έχει την καλλιτεχνική εμπειρία, διετέλεσε ξανά καλλιτεχνική διευθύντρια, έχει διοικητικές και οργανωτικές ικανότητες, έχει αποστολή να φέρει το θέατρο κοντά στην κοινωνία. Υπάρχει συνεργασία με τα σχολεία, με τους τοπικούς φορείς, με τους πολιτιστικούς οργανισμούς και προωθεί και τη θεατρική παιδεία. Έχει καλή δικτύωση με διάφορους παραγωγούς, αλλά και με άλλα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. της χώρας και συνεργασίες που έχει αναπτύξει με αυτούς. Όλα αυτά εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. και την επιλέξαμε για ακόμη μία τριετία», ανέφερε σχετικά ο κ. Γρανάς.

”Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε…”

”Έχει ικανότητες για να παίρνει αποφάσεις και να επιλύει προβλήματα που δημιουργούνται ούτως ή άλλως σε τέτοιες περιπτώσεις. Όλα αυτά επίσης εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία μας. Όχι ότι και οι άλλοι υποψήφιοι που ανέπτυξαν εν ολίγοις τα δικά τους επιχειρήματα δεν ήταν καλοί, αλλά εφόσον είμαστε ευχαριστημένοι από την προηγούμενη θητεία της κ. Οικονόμου Βάμβακα της εμπιστευτήκαμε και πάλι τη νέα τριετία ως καλλιτεχνική διευθύντρια στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας και έτσι έληξε η ιστορία αυτή. Δεν ήταν τόσο η αμφισβήτηση της καλλιτεχνικής διεύθυνσης, αλλά όσον αφορά τη νομιμότητα των διαδικασιών. Εφόσον πλέον έγιναν όλα νόμιμα και κανείς δεν μπορεί να πει τίποτα, προχωράμε. Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε”, επισήμανε καταληκτικά ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας.

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα