Πολιτισμός
Αλέκος Σακελλάριος – Χρήστος Γιαννακόπουλος: «Η δεξιά, η αριστερά και ο κυρ-Παντελής» στο θέατρο της Ε.Μ.Σ. Θεσσαλονίκης
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
Το δίδυμο Αλέκος Σακελλάριος – Χρήστος Γιαννακόπουλος αποτελεί το «χρυσό πρότυπο» καλλιτεχνικής συνεργασίας στην Ελλάδα. Η χημεία τους ήταν τόσο σπάνια που κατέληξαν να γράφουν σαν ένας άνθρωπος, δημιουργώντας αυτό που ονομάζουμε «αστική κωμωδία».
Η συνεργασία τους δεν ήταν απλώς μια μοιρασιά ιδεών και σκέψεων, αλλά μια πλήρης ταύτιση. Λέγεται ότι ο Σακελλάριος αφουγκραζόταν τον κόσμο στα καφενεία, στους δημόσιους χώρους και μάζευε υλικό, ύστερα κάθονταν ο ένας απέναντι στον άλλο και «πετούσαν» ατάκες. Ο Σακελλάριος ήταν συνήθως ο πιο ορμητικός και πληθωρικός, ενώ ο Γιαννακόπουλος ήταν ο μεθοδικός, αυτός που «φίλτραρε» το χιούμορ και έδινε δομή.
Πολλά από τα έργα τους γράφτηκαν με τον έναν να περπατάει στο δωμάτιο και να υπαγορεύει, ενώ ο άλλος κρατούσε σημειώσεις, διορθώνοντας ταυτόχρονα τον ρυθμό της ατάκας.
Είχαν καταφέρει κάτι αδιανόητο για δημιουργούς: δεν τους ένοιαζε ποιος βρήκε την καλύτερη ατάκα. Το «Εγώ» είχε υποχωρήσει μπροστά στο «Εμείς».
Και οι δύο αγαπούσαν τον καθημερινό άνθρωπο, τις αδυναμίες του και τη γλώσσα του δρόμου. Δεν προσπαθούσαν να κάνουν «υψηλή τέχνη», αλλά αληθινό θέατρο.
Ο Σακελλάριος ήταν ο εξωστρεφής σκηνοθέτης και στιχουργός, ο Γιαννακόπουλος ήταν η ήρεμη δύναμη, πιο χαμηλών τόνων αλλά με κοφτερό πνεύμα. Αριστεροί και οι δυο, αλλά χορτάτοι, καθότι ευτραφείς. Αλλιώς κατεβάζει ιδέες ο χορτάτος κι αλλιώς ο πεινασμένος. Το μυαλό ζητάει φαγητό για να γεννήσει πνεύμα, ενώ άλλοι λιμασμένοι έκαναν βουτιά στη ανάγκη, όπερ σημαίνει: στη φάκα ζωντανό δίποδο, τετράποδο, σε κλουβί ή αδέσποτο και «Θε’ μου συγχώρα με”.
Έγραψαν μαζί πάνω από 200 έργα. Αυτός ο όγκος δουλειάς τούς ανάγκασε να βρουν έναν αυτοματοποιημένο τρόπο συνεργασίας που δεν άφηνε περιθώρια για καβγάδες.
Το συγκεκριμένο έργο που επέλεξε να ανεβάσει ο Σταμάτης Φασουλής στο πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα, αφορά την περίοδο που η Ελλάδα ήταν μια χώρα με νωπές πληγές, όπου:
Η καχυποψία ήταν καθημερινό φαινόμενο.
Η λογοκρισία και ο έλεγχος των φρονημάτων ήταν στην ημερήσια διάταξη.
Η φτώχεια πίεζε τη μεσαία και χαμηλή τάξη.
Οι Σακελλάριος και Γιαννακόπουλος, όντες ευφυείς παρατηρητές, χρησιμοποίησαν το γέλιο ως «φάρμακο», για να εκτονώσουν την ένταση της εποχής, δείχνοντας ότι μέσα σε κάθε σπίτι υπήρχε ένας μικρός «εμφύλιος» πάνω από ένα πιάτο φαγητό.
«Η δεξιά, η αριστερά και ο κυρ-Παντελής» παρουσιάστηκε πρώτη φορά το 1946 από τον Θίασο Κοτοπούλη στο θέατρο Rex, με πρωταγωνιστή τον Βασίλη Λογοθετίδη.
«Η κωμωδία είναι λυτρωτική και μάλιστα είναι η μοναδική που έχει γραφτεί για τα Δεκεμβριανά! Πρόκειται για ένα διαχρονικό έργο! Ένα πραγματικό διαμάντι»! λέει ο σκηνοθέτης Σταμάτης Φασουλής.
Θα περίμενε κανείς έναν κάποιο εκμοντερνισμό, μια αναγωγή στο σήμερα, επειδή ο διχασμός και η πόλωση υφίστανται σε υπερθετικό βαθμό στις μέρες μας, σαφώς και εξαιτίας της μεγέθυνσης που δίνουν τα ηλεκτρονικά Μέσα Ενημέρωσης, στο όποιο γεγονός, άξιο ή ανάξιο λόγου. Αλλά ο σκηνοθέτης προτίμησε ν’ αφήσει τη οσμή της ναφθαλίνης να πλανάται πάνω στα λόγια, στα κοστούμια, στα υπονοούμενα, στα ολοφάνερα αλληλομαχαιρώματα, αλλά και στα φθαρμένα έπιπλα και στα παλιομοδίτικα κοστούμια.
Και καλά έκανε, γιατί αλλιώς, θα ρήμαζε την αυθεντικότητα του πρωτοτύπου. Επί πλέον, τι νόημα θα είχε , ας πούμε, η εμφάνιση μιας κοπελιάς είτε υπηρέτριας είτε χειραγωγημένης ακτιβίστριας από την αριστερά ή τη δεξιά, με νεύρα κουρέλι και σπασμωδικές εκφράσεις εν μέσω πολιτικής, εμπρηστικής συζήτησης ανδρών, περί εθνικοφροσύνης ή αντιστασιακών κινήσεων, εάν κατέθετε η γυναίκα με μορφασμούς ότι με καθυστέρηση δέκα ημερών, εμφανίστηκαν λαχανιασμένα, αναστατωμένα, αδικαιολόγητα, βιαστικά κι ανεξήγητα τα ματωμένα ρούχα της, που δεν χτυπήσανε κουδουνάκι, περάσανε μόνο την πόρτα γλοιώδικα, θανατερά και αν, με οργίλο μάτι που έσταζε ειρωνεία, κοίταζε με νόημα πότε τον αριστερό γιο, πότε τον δεξιό και πότε τον σοκαρισμένο πατέρα;
Μια άλλη προσέγγιση, θα μπορούσε να εμπνευστεί μια φρέσκια οδό που, ίσως, έφερνε και τα νιάτα στο θέατρο. Αλλά αυτό το μπαστάρδεμα, που πολλοί σημερινοί σκηνοθέτες στον βωμό της μεταμοντέρνας άποψης κουρελιάζουν τα παλαιά κλασικά έργα, θα δημιουργούσε σύγχυση και, γιατί όχι, προσβολή στο αυθεντικό.
Οπότε, πάμε παρακάτω, έτσι όπως ήρθαμε.
Σ’ ένα λαϊκό σπίτι, η οικογένεια Βούλγαρη φωτίζει κάθε μικρό κενό στην υπόθεση «Δεκεμβιανά». Ο κυρ Παντελής προσπαθεί να βάλει σε τάξη το σπίτι του, το χωρισμένο στην Αριστερά από τον γιο του Κώστα και στη Δεξιά από τον άλλο γιο, τον Σταύρο.
Με τη σύζυγό του Αθηνά προσπαθούν να εξομαλύνουν την κατάσταση. Τα άλλα πρόσωπα, η Φρόσω που τραγουδά, ο πολιτοφύλακας και εθνοφύλακας ταυτόχρονα, η Φωφώ, η Πιπίτσα και ο φίλος κυρ Σωτήρης, προσπαθούν να βοηθήσουν με τον δικό τους τρόπο. Όλοι έχουν χωριστεί στα δύο. Μπορεί να αλλάξει άραγε αυτό; Ο σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής προσθέτει στο φινάλε ένα δικό του κείμενο που δίνει απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα.
Πειστική απόδοση του θεατρικού κειμένου στην εν λόγω παράσταση και, κυρίως, της ατμόσφαιρας της εποχής. Μολονότι η πλοκή εκτυλίσσεται σε μία από τις τραγικότερες περιόδους της σύγχρονης Ελληνικής ιστορίας, το έργο διακωμωδεί τις καταστάσεις με σχεδόν αριστοφανικό τρόπο και οι ηθοποιοί καταφέρνουν, με την ερμηνεία τους, να αναπαραστήσουν γλαφυρότατα την σύγχυση και την αντιπαλότητα που δημιούργησε ο εμφύλιος πόλεμος στην ελληνική κοινωνία.
Ο πατέρας, ο πολύπαθος κυρ Παντελής, που υποδύεται εξαιρετικά ο Σταμάτης Φασουλής, παλεύει να κρατήσει τις ισορροπίες ανάμεσα στους δύο γιους του, οι οποίοι βρίσκονται σε αντίπαλα στρατόπεδα. Ο ένας υποστηρίζει σθεναρά τη μία παράταξη, ενώ ο άλλος αγωνίζεται στο πλευρό της άλλης.
Ο ίδιος είναι παγιδευμένος στην ανασφάλεια που κερνούσε η περίοδος με τους διαχωρισμός και τη διχόνοια. Και το δείχνει απολαυστικά: Τρέμει μην μπλέξει με την αστυνομία ή την πολιτική.
Πιστεύει ότι αν βρει έναν «μπάρμπα στην Κορώνη» (ένα μέσο), θα λύσει το πρόβλημά του.
Αγανακτεί με την ακρίβεια και τη διαφθορά, αλλά στο τέλος, πληρώνει αυτός το «νόμισμα».
Ωστόσο, οι συγκρούσεις των παιδιών του είναι έντονες, οι απόψεις τους αδιαπραγμάτευτες και ο ίδιος ο κυρ Παντελής γίνεται έρμαιο των δυο πλευρών, αναγκασμένος να ταλαντεύεται, ας πούμε ισόποσα, μεταξύ των δύο κόσμων, ισορροπώντας με μαεστρία ανάμεσα στο χιούμορ και στη συγκίνηση.
Με τη γνωστή εκφραστικότητα και σκηνική του παρουσία, ο Σταμάτης Φασουλής, ζωντανεύει έναν χαρακτήρα που παλεύει με τις κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις της εποχής. Κάθε του κίνηση και παύση είναι μελετημένη, αποδεικνύοντας τη δουλειά που προηγήθηκε της ερμηνείας.
Η μητέρα, Ελένη Καστάνη, μοιάζει να ζει σε μια φτιαχτή πραγματικότητα. Με την αφέλειά της βλέπει τα πάντα μέσα από έναν πιο φωτεινό και αισιόδοξο φακό. Η στάση της, ίσως κάπως υπερβολική, δεν είναι μόνο μια ασπίδα προστασίας από την αγριότητα των γεγονότων, αλλά και ένας τρόπος να κάνει την καθημερινότητα πιο ανεκτή, πιο υποφερτή.
Η παράσταση, ωστόσο, ισορροπεί επιτυχώς ανάμεσα στην κωμωδία και στο δράμα, προσφέροντας γέλιο και συγκίνηση στους θεατές, έστω κι αν απουσιάζει η νεολαία από την αίθουσα.
Η Δέσποινα Πολυκανδρίτου ενσαρκώνει ήσυχα τον ρόλο της Φρόσως, της οικιακής βοηθού της οικογένειας. Αυθεντικά αποδίδει την αθωότητα του χαρακτήρα, ενώ με το τραγούδι της μεγεθύνει την ικανοποίηση του κοινού.
Τους δύο γιους τής οικογένειας, που βρίσκονται σε αντίπαλα ιδεολογικά στρατόπεδα, ερμηνεύουν πειστικά ο Απόστολος Καμιτσάκης (Σταύρος – δεξιός) και ο Γιώργος Βουρδαμής (Κώστας – αριστερός).
Από την μία, ο Καμιτσάκης αποδίδει με στιβαρότητα και εσωτερική ένταση τον Σταύρο, μεταφέροντας στην πλατεία τον συντηρητισμό και την ανάγκη του χαρακτήρα του για τάξη και σταθερότητα.
Από την άλλη, ο Βουρδαμής, ζωντανεύει με πάθος και ευαισθησία τον Κώστα, που πιστεύει σε έναν πιο δίκαιο κόσμο.
Και οι δύο ηθοποιοί δημιουργούν μια δυναμική αντίθεση που μεγαλώνει την ένταση της παράστασης, ενώ οι συγκρούσεις τους στη σκηνή είναι εντυπωσιακές με την αληθοφάνειά τους.
«Η ελευθερία του Σταύρου τελειώνει εκεί που ξεκινάει η ελευθερία του Κώστα. Και η ελευθερία του Κώστα τελειώνει εκεί που ξεκινάει η ελευθερία του Σταύρου». Το μότο του κυρ – Παντελή.
Ο Γιώργος Δεπάστας είναι ο Σωτήρης, ο σταθερός, καλός φίλος του πατέρα. Με την ήρεμη παρουσία του λειτουργεί ως αγγελιοφόρος της οικογένειας, φέρνοντας άλλοτε ευχάριστα και άλλοτε δυσάρεστα νέα.
Ο Γιώργος Κορομπίλης υποκρίνεται αξιέπαινα τον Πολιτοφύλακα και τον Εθνοφύλακα, δύο ρόλους που αποτελούν τις δύο όψεις του αυτού νομίσματος. Με κάθε αλλαγή στο χαρακτήρα του φέρνει στο φως τις αντιφάσεις και τις αντιπαραθέσεις της εποχής, ωστόσο, οι ρόλοι φαίνονται τόσο παρόμοιοι και, ταυτόχρονα, τόσο διαφορετικοί.
Αντίστοιχα, η Μαρία Καραβά είναι απολαυστική και ως Φωφώ – Ελασίτισσα, και ως Πιπίτσα – Εθνικίστρια. Με την καλοδουλεμένη αλλαγή στην εκφραστικότητα, φανερώνει τη δυναμική των δύο εντελώς αντίθετων χαρακτήρων, δημιουργώντας μια ενδιαφέρουσα και έντονα αντιφατική σκηνική εικόνα.
Όσοι έζησαν ή μελέτησαν την εποχή αυτή, γνωρίζουν ότι στα γεγονότα που συμβαίνουν και διακωμωδούνται στο έργο έχουν εν πολλοίς λάβει χώρα : οικογένειες χωρισμένες στα δύο, έχθρες και μίση μεταξύ συγγενών και πρώην φίλων, εξορίες, μάχες δρόμο με δρόμο στην Αθήνα, έφοδοι σε σπίτια αντιφρονούντων και απαγωγές εκατέρωθεν, όπλα που εξαφανίζονταν και επανεμφανίζονταν, πολίτες που κρύβονταν από τον φόβο έκτροπων από τους αντιφρονούντες.
Όλα έχουν συμβεί και η παράσταση, εντός ορίων και όπως πρέπει για σατιρική κωμωδία. Πρόκειται για μία ικανοποιητική προσέγγιση καταστάσεων, σε μία τόσο άθλια και τραγική περίοδο της Ελληνικής ιστορίας, στη σκηνή του θέατρου της Ε.Μ.Σ.
Οι δύο συγγραφείς έχουν μεταφέρει ευφυώς την επικαιρότητα της μεταπολεμικής εποχής στο έργο τους, καθώς η δυσάρεστη πραγματικότητα ενός λαού αντικατοπτρίζεται στους τέσσερις τοίχους μιας μικροαστικής εστίας , που κι αυτή έχει μοιραστεί στα δύο, όπως και όλη η Ελλάδα.
Τα σκηνικά και κοστούμια του Πάρι Μέξη, στη φόρμα των απλοϊκών αστών, σ’ ένα σπίτι επιπλωμένο με ό,τι φοράει η εποχή.
Οι τέσσερις τοίχοι του σπιτιού αντικατοπτρίζουν ολόκληρη την πολύπαθη χώρα, σε μια ακόμη πικρή περίοδο, εφόσον ήταν ξανά μοιρασμένη στα δύο.
Το έργο δείχνει πώς η μεγάλη πολιτική ιστορία εισβάλλει βίαια στην ιδιωτική ζωή και διαλύει τους οικογενειακούς δεσμούς.
Ο σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής Σταμάτης Φασουλής έχει κατανοήσει σε βάθος ότι οι Σακελλάριος-Γιαννακόπουλος δεν ήθελαν να κάνουν πολιτική καθοδήγηση. Ήθελαν να δείξουν ότι ο Έλληνας, ανεξαρτήτως παράταξης, είναι θύμα μιας κακής οργάνωσης του κράτους.
Παρόλο που τα γεγονότα είναι δραματικά, οι συγγραφείς χρησιμοποιούν το χιούμορ ως μέσο εκτόνωσης και κριτικής. Το έργο χαρακτηρίζεται ως «λυτρωτικό» γιατί επιτρέπει στον θεατή να δει με μια πιο ψύχραιμη ματιά τα πάθη του παρελθόντος, ενώ δεν παίρνει το μέρος της μίας ή της άλλης πλευράς. Αντίθετα, εστιάζει στον «μέσο άνθρωπο» (τον κυρ-Παντελή), ο οποίος παγιδεύεται σε καταστάσεις που δεν ελέγχει. Το μήνυμα είναι βαθιά συμφιλιωτικό, αναδεικνύοντας τον παραλογισμό του διχασμού.
Το έργο παραμένει εξαιρετικά επίκαιρο, καθώς υπενθυμίζει τις συνέπειες της πόλωσης και τη διαχρονική ανάγκη για ενότητα και η σκηνοθεσία του Σταμάτη Φασουλής, έξυπνη, με γρήγορους ρυθμούς και καλή ενορχήστρωση όλων των δυνάμεων επί σκηνής, κάνει τη διαφορά ανάμεσα στο να παρακολουθείς, απλώς, ηθοποιούς να λένε τα λόγια τους και στο να νιώθεις ότι γίνεσαι μέρος ενός ολόκληρου κόσμου, που μετατρέπεται σε ενσυναίσθηση.
Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον το πώς το δίδυμο Σακελλάριου-Γιαννακόπουλου διαχειρίστηκε το δίπολο Δεξιά-Αριστερά, ειδικά στις δεκαετίες ’50 και ’60, όπου τα πάθη του Εμφυλίου ήταν ακόμα νωπά και η λογοκρισία αυστηρή.
Η προσέγγισή τους γέννησε αυτό που λέμε «ανθρωποκεντρική σάτιρα», με κεντρικό άξονα τον Κυρ-Παντελή, τον μέσο μικροαστό Έλληνα, που προσπαθεί να επιβιώσει ανάμεσα στις συμπληγάδες των ιδεολογιών και η παράσταση του Σταμάτη Φασουλή το αποτυπώνει με ακρίβεια.
«Η Δεξιά η Αριστερά και ο κυρ-Παντελής» είναι το δεύτερο έργο μιας άτυπης τριλογίας, που περιλαμβάνει την κωμωδία «Οι Γερμανοί ξανάρχονται», που γράφτηκε την περίοδο του Εμφυλίου και την «Ανώμαλη προσγείωση» που ανέβασε για πρώτη φορά το θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν και μετέπειτα, στη δεκαετία του ’60, την παρουσίασε ο θίασος του
Λάμπρου Κωνσταντάρα με τον τίτλο «Υπάρχει και φιλότιμο», ενώ μεταφέρθηκε αργότερα με μεγάλη επιτυχία και στον κινηματογράφο.
Συντελεστές
Σκηνοθεσία: Σταμάτης Φασουλής
Σκηνικά – Κοστούμια: Πάρις Μέξης
Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα
Ηχητικός σχεδιασμός: Αντώνης Παπακωνσταντίνου
Βοηθός σκηνοθέτη: Αιμιλία Καραντζούλη
Βοηθός σκηνογράφου: Μέλπω Κασαπίδου
Βοηθός ενδυματολόγου: Ελευθερία Πέτροβα
Ευχαριστούμε θερμά τη σκηνογράφο και ενδυματολόγο Γεωργίνα Γερμανού για την υποστήριξή της.
Φωτογραφίες παράστασης: Γιώργος Καβαλλιεράκης
Διεύθυνση καλλιτεχνικού προγραμματισμού & επικοινωνίας: Ελίνα Λαζαρίδου lazaridou@a-th.gr
Τμήμα Επικοινωνίας: Όλγα Κομνηνού okomninou@a-th.gr : Ιωάννα Ζωζέφα Πέγκου izpegkou@a-th.gr
Δημόσιες Σχέσεις: Μαργαρίτα Μαρμαρά mmarmara@dpgroup.gr
Διανομή
Σταμάτης Φασουλής
Ελένη Καστάνη
Γιώργος Δεπάστας
Δέσποινα Πολυκανδρίτου
Γιώργος Βουρδαμής
Απόστολος Καμιτσάκης
Γιώργος Κορομπίλης
Μαρία Καραβά
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
You may like
Πολιτισμός
Γιώργος Καρακάντζας: Ένας σκηνοθέτης και συγγραφέας με διεθνή καριέρα στο κουκλοθέατρο
του Παύλου Λεμοντζή
Ο Καβαλιώτης καλλιτέχνης Γιώργος Καρακάντζας εκπαιδεύτηκε στην Ακαδημία Θεάτρου στην Πράγα (DAMU) και στην Εθνική Σχολή Κουκλοθεάτρου (ESNAM) στο Charleville-Mézières της Γαλλίας. Το 2001, ήταν από τα ιδρυτικά μέλη για την Compagnie La Machine à Racines και ακολούθησε το Anima Théâtre το 2004. Στα έργα του περιλαμβάνονται το Καμπαρέ των χαμένων ψυχών (2002), ο Mr. H? (2008), Gojira (2015), Rebetiko (2020) και Mythos (2024). Έχει συνεργαστεί μεταξύ άλλων με το Théâtre de Cuisine, το Cirque Batard Cahin-Caha και το France 3 Television. Έχει επίσης συνεργαστεί με τους Cie Paramana στην Ελλάδα και Cie Alama d’Arame στην Πορτογαλία. Από το 2019, είναι συνεργάτης καλλιτέχνης στο La Garance, Εθνικό Θέατρο του Cavaillon.
Στην Ελλάδα έγινε ευρύτερα γνωστός μέσα από την παράσταση κουκλοθεάτρου “Mythos”, που παρουσιάστηκε πέρυσι στην Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και σημείωσε επιτυχία. Εμπνεύστηκε το έργο “Mythos” από τις παιδικές αναμνήσεις του και τις μυθικές διηγήσεις της Ιλιάδας, της Οδύσσειας και της ελληνικής μυθολογίας που του διάβαζε ο πατέρας του. Οι χαρακτήρες θυμίζουν τους ήρωες, τα τέρατα και τις θεότητες αυτών των αρχαίων ιστοριών για να επαναμαγέψουν τον κόσμο που τους περιβάλλει.
Ο ίδιος μίλησε για τις σπουδές του, τα έργα του, την πορεία του στο εξωτερικό και στην Ελλάδα σε συνεντεύξεις του και σταχυολόγησα μερικά ενδιαφέροντα αποσπάσματα από τη βιογραφία του.
«Η γοητεία του κουκλοθεάτρου βρίσκεται σε αυτό το πολύ όμορφο κείμενο της Brunella Eruli, όσον αφορά το τι είναι η τέχνη του κουκλοθεάτρου.
Η μαριονέτα δεν είναι ένα ανθρώπινο ον σε μινιατούρα: είναι ταυτόχρονα πολύ περισσότερα και πολύ λιγότερα από τον ηθοποιό. Αέρινη φιγούρα ή γκροτέσκο τέρας, τεχνικό θαύμα ή φτωχό αντικείμενο, άνθρωπος μετασχηματισμένος σε πράγμα ή πράγμα ανυψωμένο στη ομοιότητα ενός ζωντανού όντος, είναι μια φιγούρα του ορίου που, στα σύνορα μεταξύ του ανθρώπινου και του μη ανθρώπινου, επιτρέπει ταυτόχρονα να εκπροσωπηθεί το μη ανθρώπινο κομμάτι του ανθρώπου και να φωτιστεί αυτό που θεμελιώνει την πιθανή του ανθρωπιά.
Μέσα από αυτήν την ιδρυτική αμφισημία που τον κάνει να ταλαντεύεται μεταξύ του ζωντανού και του άψυχου, του σώματος και της ύλης, της ζωής και του θανάτου, της συνείδησης και της ασυνείδητης, το θέατρο μαριονέτας ανοίγει έναν θολό, γοητευτικό, φανταστικό χώρο. Έτυχε το 1993 να δω την υπέροχη παράσταση «Φασούλης» του κουκλοθέατρου ΑΓΙΟΥΣΑΓΙΑ και ήταν το κλικ. Αργότερα, έφυγα από την Ελλάδα και άρχισα τις σπουδές κουκλοθέατρου στην ακαδημία θέατρου DAMU στην Πράγα όπου έμεινα τρία χρόνια πριν μπω στην ανώτερη σχολή κουκλοθεάτρου στο Charleville της Γαλλίας».
Το κουκλοθέατρο αποτελεί μια μοναδική θεατρική γλώσσα, ικανή να εκφράσει κάθε θεματική. Η μεγαλύτερη πρόκληση στην αφήγηση μιας ιστορίας μέσω του κουκλοθέατρου είναι η μετάδοση συναισθημάτων και μηνυμάτων μέσω των κουκλών, οι οποίες είναι, στην ουσία, άψυχα αντικείμενα.
Ωστόσο, υπάρχει μια αποδοχή από πλευράς του κοινού για την “εμψύχωση” αυτών των αντικειμένων. Οι ρίζες αυτής της αποδοχής βρίσκονται στις αναμνήσεις των παιδικών παιχνιδιών, όπου οι κούκλες, τα Playmobil, τα στρατιωτάκια, ζωντανεύουν και γίνονται πιστοί σύντροφοι στο παιχνίδι.
Επιπλέον, πολιτισμικά, η αποδοχή αυτή συνδέεται με θρησκευτικές τελετές, όπως οι πομπές των καθολικών αγαλμάτων, οι τελετουργίες με μάσκες και αντικείμενα στην Αφρική η ακόμα το καρναβάλι δημιουργούν έναν ιδιαίτερο δεσμό των ανθρώπων με την εμψύχωση αντικειμένων.
Ο καλλιτέχνης πρέπει να είναι ικανός να δημιουργήσει έναν κόσμο και να ενεργοποιήσει τη φαντασία του κοινού με έναν εφευρετικό τρόπο. Αυτό απαιτεί υψηλή τεχνική δεξιοτεχνία και αστείρευτη φαντασία.
Η κάθε παράσταση συνδυάζει μαριονέτες, βιντεοπροβολές και παιχνίδια με σκιές, δημιουργώντας μια μοναδική θεατρική εμπειρία. Το κουκλοθέατρο είναι μία από τις σύγχρονες θεατρικές μορφές που κατέχει σημαντική θέση στη σύγχρονη πειραματική θεατρική σκηνή. Ένα από τα χαρακτηριστικά του είναι η ικανότητά του να συνυπάρχει και να συνεργάζεται επί σκηνής με άλλες τέχνες, όπως το τσίρκο, ο χορός, η περφόρμανς και η τεχνολογία.
«Στη δική μου πορεία, η ανάμειξη τρισδιάστατων κούκλων με προβολές είναι ένας τομέας στον οποίο πειραματίζομαι εδώ και 20 χρόνια. Ο στόχος μου είναι η πλαστικότητα του σκηνικού χώρου, ο οποίος μέσω των προβολών αλλάζει και εξελίσσεται. Θα μπορούσαμε να το ορίσουμε ως μια κινηματογραφική προσέγγιση της θεατρικής γραφής. Αυτή η δραματουργία περνά μέσα από την επιλογή της πηγής φωτός και της επιφάνειας προβολής.
Ο πειραματισμός αυτός περιλαμβάνει μια πληθώρα διαφορετικών πηγών φωτός, όπως βίντεο, slides, λαμπτήρες για θέατρο σκιών και προβολείς διαφανειών, καθώς και μια σειρά από διαφορετικές επιφάνειες προβολής. Στο «Mythos», για παράδειγμα, η πρόθεση είναι να δημιουργηθεί ένα κινηματογραφημένο σκηνικό που να μπορεί να εκφράσει από τη μία μια δυστοπική πραγματικότητα και από την άλλη μια μυθολογική φαντασμαγορία.
Το παραδοσιακό κουκλοθέατρο δεν είναι μια τέχνη που απευθύνεται στα παιδιά αποκλειστικά, αλλά μια τέχνη δρόμου με καυστικό χιούμορ. Στοιχεία ακόμα υπάρχουν στον Καραγκιόζη, στο Punch and Judy show, στον ναπολιτάνο Punchinella, σε παραστάσεις με ζωντανό ακόμα ρεπερτόριο, ή τα παραδοσιακά κουκλοθέατρα της Ασίας, στην Κίνα, στην Ιάβα, στην Ινδία που έχουν τελετουργικό χαρακτήρα. Το ότι το κουκλοθέατρο απευθύνεται αποκλειστικά σε παιδικό κοινό είναι κάτι το οποίο προσπαθούμε να το ανατρέψουμε σαν αντίληψη και σαν στερεότυπο. Στη Μασσαλία οργανώνω την Μπιενάλε «Le Marche Noir Des Petites Utopies» που έχει αποκλειστικά παραστάσεις για εφήβους και ενήλικες και υπάρχουν πολλές παραγωγές σε αυτόν τον τομέα.
Η συνεργασία με την Εθνική Λυρική Σκηνή είναι πολύ σημαντική για την παραγωγή του «Mythos» και θα ήθελα να εκφράσω τις ευχαριστίες μου για την εμπιστοσύνη που μου έδειξαν. Αυτή η συνεργασία αποτελεί επίσης συνέχεια μιας πορείας και μιας παρουσίας στον ελληνικό θεατρικό χώρο. Το 2013 παίξαμε στη Στέγη το «Όνειρο της Τζοκόντα», και την επόμενη χρονιά παρουσίασα την ίδια παράσταση στο Φεστιβάλ κουκλοθεάτρου και παντομίμας στο Κιλκίς, καθώς και στο Γαλλικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης. Το 2021 συμμετείχαμε στο φεστιβάλ της Καλαμάτας με την παράσταση «Engrenage» και το 2022 στην Ελευσίνα, Πολιτιστική Πρωτεύουσα, με την παράσταση «Ρεμπέτικο». Τις «Αντιγόνες» παρουσιάζω φέτος στο Φεστιβάλ Φίλιππων κι ελπίζω να συνεχιστούν οι συνεργασίες με τον ελληνικό χώρο, ο οποίος έχει ήδη μια μεγάλη δυναμική ομάδων και καλλιτεχνών που ασκούν αυτή την τέχνη».
Το θέατρο σκιών συνδέεται με τη γέννηση της ανθρωπότητας. Είναι εύκολο να φανταστεί κανείς τις σκιές να χορεύουν στις προϊστορικές σπηλιές ή ακόμα και στη σπηλιά του Πλάτωνα. Στην αρχαία Ελλάδα, η σκιά χρησιμοποιούνταν από το Μαντείο των Δελφών για τη δημιουργία μιας μυστικιστικής ατμόσφαιρας, καθώς οι σκιές επιτρέπουν την αναπαράσταση άλλων κόσμων στη συλλογική φαντασία. Οι μάντεις και οι χαρτορίχτρες ‘συνομιλούν’ με τις σκιές και τις ‘ακούνε’, καθώς βρίσκονται σε ‘επικοινωνία’ με τον κόσμο των πνευμάτων και με τον θάνατο. Στο θέατρο, σήμερα, με τον συνδυασμό διαφόρων πηγών φωτός και βίντεο μπορούμε να παράγουμε σκιές μέσα στον χώρο και να δώσουμε μια άλλη διάσταση στην αφήγηση.
Οι σκιές μπορούν να κάνουν μια αφήγηση πιο φαντασμαγορική. Οι σκιές και οι προβολές εικόνων ξεφεύγουν από τη γραμμική αφήγηση και οι χαρακτήρες της παράστασης ζωντανεύουν, καινούργιοι χώροι και τόποι γεννιούνται απλά με ένα φως και λίγες φιγούρες.
Αυτή την τέχνη υπηρετεί ο Γιώργος Καρακάντζας με γνώση, μέθοδο, ψυχική διάθεση και μέγιστο ταλέντο. Οι διακρίσεις και οι συμμετοχές του σε διεθνή φεστιβάλ επικυρώνουν τα παραπάνω.
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Πολιτισμός
«Ματωμένος γάμος» στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων σε σκηνοθεσία Κώστα Τσιάνου
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
Το έργο γράφτηκε το 1932, λίγο πριν τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο και είναι βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα της εποχής του μεγάλου Ισπανού συγγραφέα.
Στην κλειστή και παραδοσιακή κοινωνία της ισπανικής επαρχίας, ένας ευκατάστατος νέος αποφασίζει να παντρευτεί την αγαπημένη του, με την ευχή της μητέρας του. Η νύφη όμως έχει ένα σκοτεινό παρελθόν, καθώς ήταν παλιότερα αρραβωνιασμένη με το Λεονάρντο και η καρδιά της ανήκει ακόμα σ’ αυτόν. Μα, ο Λεονάρντο είναι πλέον παντρεμένος με τη ξαδέρφη της νύφης. Ο γάμος γίνεται, αλλά από το γαμήλιο γλέντι λείπουν η νύφη και ο Λεονάρντο, οι οποίοι κλέφτηκαν. Ξεκινάει ένα ξέφρενο κυνηγητό για να πιάσουν τους άπιστους και να αποδοθεί ένα είδος δικαιοσύνης.
Η φυγή τους πυροδοτεί την καταδίωξη. Ο Γαμπρός, παγιδευμένος στον κώδικα τιμής και στις κοινωνικές επιταγές που τον περιβάλλουν, ακολουθεί τον δρόμο της εκδίκησης.
Ο «Ματωμένος Γάμος» αφηγείται την αδυναμία του ανθρώπου να ξεφύγει από τη μοίρα του στο όνομα του έρωτα.
Σ’ ολόκληρο το έργο είναι εμφανής ο σχολιασμός του συγγραφέα, τόσο για την δομή της κοινωνίας και τις έννοιες της οικογένειας, της τιμής, του χρέους και της εκδίκησης, όσο και για τη θέση της γυναίκας σε όλα αυτά. Αναφέρεται, μάλιστα, πως μετά το γάμο, το μόνο που έχει να περιμένει μια γυναίκα είναι να κλειστεί και να βλέπει τους τέσσερις τοίχους του σπιτιού της και τα παιδιά της, και αυτό είναι η ευτυχία της.
Όμως φαίνεται πως η γυναίκα, τελικά, αναζητά την ελευθερία της σε πολλαπλά επίπεδα και το δικό της πεπρωμένο, ακόμα και αν αυτό είναι πνιγμένο στο αίμα.
Δύο φόνοι διαπράττονται υπό το φως του φεγγαριού. Η εκδίκηση πάρθηκε. Τα βάναυσα ένστικτα κατευνάστηκαν. Η πορεία ήταν προδιαγεγραμμένη, ήταν στο αίμα που κυλούσε στις φλέβες τόσο του γαμπρού, όσο και του Λεονάρντο. Το παρελθόν δε διαγράφεται ποτέ.
Το φεγγάρι προσωποποιείται στην καταδίωξη. Πανταχού παρόν, βλέπει τα πάντα, απαιτεί δικαιοσύνη. Με το φως του βοηθά τους καταδιώκτες να πιάσουν το άπιστο ζευγάρι. Το φεγγάρι φιλά τον θάνατο, καθώς μαζί βαδίζουν συνοδοιπόροι.
Ο λυρισμός, η δράση, τα πάθη και τα συναισθήματα, ο προδομένος έρωτας που οδηγεί στον θάνατο, οι αλληγορίες του θανάτου, του «ντουέντε» (το πάθος της ψυχής) και της σελήνης, το χώμα, ο ήλιος, τα υπερφυσικά στοιχεία, το πάθος της ανδαλουσιανής γης, οι λαϊκές πηγές της παράδοσης είναι τα στοιχεία που συνθέτουν την τραγωδία του «Ματωμένου γάμου».
Το έργο του Λόρκα αποτελεί μία πολύτιμη παρακαταθήκη παραδόσεων και έχει καταξιωθεί στη μνήμη μας ως ένα έργο βαθιά μεσογειακό, που δεν αφορά μόνο την ισπανική ύπαιθρο, μα ολόκληρη τη λεκάνη της Μεσογείου και κατ΄ επέκταση, ολόκληρη την οικουμένη.
Ο «Ματωμένος Γάμος» εμπνευσμένος από πραγματικό έγκλημα πάθους στην ισπανική ύπαιθρο, πραγματεύεται τον απαγορευμένο έρωτα, την τιμή των οικογενειών, τον γάμο, το χρήμα, την ιδιοκτησία που οδηγεί σε βεντέτα, τη μοίρα και την κοινωνική καταπίεση των γυναικών, σε έναν κόσμο αυστηρών κανόνων, όπου το πάθος συγκρούεται αμείλικτα με το καθήκον και την παράδοση.
Είναι μια σύγχρονη τραγωδία με έντονο λυρικό και συμβολικό χαρακτήρα, όπου συνυπάρχουν διαλογικά και χορικά μέρη και αξιοποιείται το υπερφυσικό στοιχείο (Σελήνη, Θάνατος, Φύση), ως καταλύτης της τραγικής κορύφωσης.
Οι λαϊκές παραδόσεις και ο μύθος συγκροτούν τον πυρήνα του δράματος, ο οποίος συνομιλεί άμεσα με την αρχαιοελληνική τραγωδία που ερευνά ο Κώστας Τσιάνος.
Ο σκηνοθέτης, για δεύτερη φορά, προσεγγίζει το λυρικό κείμενο αναδεικνύοντας τις συγγένειές του με την αρχαιοελληνική τραγωδία, ενώ ο Διονύσης Τσακνής ντύνει και πάλι με τις πρωτότυπες μουσικές του συνθέσεις την παράσταση.
Πρόκειται για έναν ύμνο στον απόλυτο έρωτα, ένας κλαυθμός στον μοιραίο θάνατο, μια εστίαση στη σημασία της αυτοδιάθεσης και στην αξία της ελευθερίας, ένα έργο που επιτυγχάνει, χάρη στη γραφή του Lorca, στις δραματουργικές στιγμές που φυλακίζονται στην αιωνιότητα. Η υπερβατική δύναμη της αγάπης στοιχειώνει τον αιματοβαμμένο γάμο.
Η Νύφη και ο Λεονάρντο βιώνουν τον μοιραίο κι απόλυτο έρωτα, μόνο όταν οι συνθήκες τον απαγορεύουν, ξεπερνώντας τα ηθικά στεγανά σε μια κοινωνία με ακλόνητους δεσμούς –ήθη κι έθιμα–, προ(σ)καλώντας αναπόφευκτα τον Θάνατο, υπό τη σκιά του προπατορικού ερωτικού αμαρτήματος.
Η Νύφη είναι ακαταμάχητα ελκυστική και ο Λεονάρντο ξεκλειδώνει τον εγωισμό της, σπάει τις άμυνές της, πυροδοτεί το πάθος της και εκρήγνυνται συναισθηματικά, συνταράσσοντας τη Φύση κι αφήνοντας έναν ματωμένο γάμο και ένα μαύρο πέπλο να τον σκεπάζει. Παραδίνονται στη δίνη του παθιασμένου έρωτα συμπαρασύροντας θεούς και δαίμονες, αδιαφορώντας για τις συνέπειες.
Στην ανδαλουσιανή αρένα του έρωτα μάχονται θανάσιμα για την απόκτηση της Νύφης, η οποία πνίγεται από τα πάθη της και, παραμερίζοντας τον εγωισμό της, έλκεται από τον σκοτεινό χώρο του ασυνειδήτου της και τυφλώνεται από τη δύναμή του.
Ο Λόρκα επαναστατεί λυρικά, συνταράσσει τις ψυχές και απενοχοποιεί τον έρωτα, επιβεβαιώνοντας τη ρήση του Εγγονόπουλου για την ύπαρξη μόνο δύο σκοπών: της αγάπης και της ελευθερίας.
Με φόντο τον ισπανικό κάμπο, ο συγγραφέας προσωποποιεί τον Θάνατο και δίνει φωνή στη Φύση, αγγίζοντας τα άνθη του κακού και αποδεσμεύοντας τον έρωτα από καθετί υλικό. Οι ευρηματικές σκηνικές αλλαγές με τα κρουστά δίνουν υλική διάσταση στον σκηνικό χρόνο.
Ένα ηθογραφικό έργο είναι ο «Ματωμένος Γάμος» του Θεσσαλικού Θεάτρου, που καθρεφτίζει τις απόψεις μιας ολόκληρης εποχής, ρίχνοντας ματιές στους επίορκους, στην αδυναμία απόδρασης από τον ίδιο τον εαυτό, το πάθος, τον ανεκπλήρωτο έρωτα, τα στερεότυπα μιας σκληρής κοινωνίας.
Μια τραγωδία, σε ένα λυρικό κείμενο, που περιγράφει το αιματοκύλισμα για την «τιμή», την αγάπη και το μίσος, την πίστη και την προδοσία, την ενοχή και τον καθαρμό, τα θέλω και τα πρέπει, τη ζωή και τον θάνατο. Ένα έργο κλασικό, με ερμηνείες που καθρεφτίζουν το συναίσθημα, σε μια παράσταση που σέβεται απόλυτα τον συγγραφέα και το έργο του.
Άκρως λυρικός, με τον αισθησιασμό και την υπερβατική τόλμη που υπαγορεύει η μεγάλη ποίηση και με φόντο της τραχύτητα του ανδαλουσιανού τοπίου, ο Λόρκα ενσωματώνει στον «Ματωμένο Γάμο» τελετουργικά, που σε όλους τους πολιτισμούς συνοδεύουν τις κομβικές στιγμές της ανθρώπινης παρουσίας στη γη: ένα νανούρισμα, τραγούδια γάμου, μοιρολόγια, ο κύκλος της ζωής. Μια ιχνηλάτηση, δηλαδή, όλης της ανθρώπινης περιπέτειας από τη ζωή στον θάνατο με τρόπο που συγκινεί.
Η σκηνοθεσία του Κώστα Τσιάνου εισέρχεται για άλλη μια φορά, με ανανεωτική πνοή στο ποιητικό στερέωμα του συγγραφέα, εξερευνώντας το πώς μπορεί να μεταφραστεί σκηνικά ο τολμηρός λυρισμός του έργου. «Καρφιά του φεγγαριού ενώνουν τη μέση μου με τους γοφούς σου» γράφει ο Λόρκα και, μέσα από το σκηνικό σύμπαν της παράστασης, η ποίηση αναβλύζει και έρχεται καταπάνω μας για να μας σαρώσει «σαν κύμα δυνατό».
Η επιλογή του έργου από το «Θεσσαλικό Θέατρο» δεν αποτελεί μόνο φόρο τιμής σε έναν από τους σημαντικότερους ποιητές και δραματουργούς του 20ού αιώνα, αλλά και ουσιαστική συνομιλία με την ταυτότητα του Θεσσαλικού Θεάτρου. Ενός φορέα πολιτισμού, που εδώ και πέντε δεκαετίες, υπηρετεί την τραγωδία, τον λαϊκό μύθο, τη συλλογική μνήμη και τη βαθιά κοινωνική διάσταση της σκηνικής πράξης.
Το πρώτο σύμβολο της υπόθεσης είναι η Μάνα, η οποία πικραμένη από τον θάνατο του συζύγου και του μεγαλύτερου γιου της από το χέρι των Φελίξ, δίνει την ευχή της στον μικρότερο γιο της για να παντρευτεί μια κοπέλα που ζει κοντά στην πόλη και δηλώνει την επιθυμία της να δει εγγόνια.
Η Ντίνα Αβαγιανού συλλαμβάνει την πολύπλευρη ψυχοσύνθεση μιας γυναίκας τσακισμένης από το ολοκληρωτικό πένθος αλλά και ανείπωτα δυνατής. Μορφοποιεί τον χαρακτήρα της Μάνας με πολλαπλές εκφάνσεις συναισθηματικής εκτόνωσης, κερδίζοντας με αυτό τον τρόπο τον θεατή.
Ο Άγγελος Ανδριόπουλος υποδύεται τον Λεονάρντο και είναι ο μόνος χαρακτήρας «με όνομα» στο έργο. Είναι παντρεμένος κι έχει έναν μικρό γιο, με την ξαδέρφη της Νύφης. Όταν, όμως, βλέπει να χάνει τον νεανικό του έρωτα, ξυπνάει το παλιό του πάθος. Σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας, ο Λεονάρντο προσπαθεί να κρατήσει κάτι που τον καίει πολύ και κάποια στιγμή δεν μπορεί να ελέγξει τον έρωτά του για τη Νύφη και τον υπερβαίνει.
Στην παράσταση μελοποιήθηκαν όλα τα τραγούδια και οι στίχοι του έργου από τον Διονύση Τσακνή, ενώ τα παραδοσιακά κρουστά όργανα πρωτοστατούν στη δομή της παράστασης, έτσι όπως το συνηθίζει ο Κώστας Τσιάνος. Δημιουργείται από τους ίδιους τους ηθοποιούς πάνω στη σκηνή ένα ενδιαφέρον ηχοτοπίο , ένα ποιητικό περιβάλλον με τις ανάσες, τις ερμηνείες και την κίνηση των γυναικών, να ζωντανεύουν το έργο.
Η εξαιρετική Αγγελική Λεμονή υποδύεται, με τη γνωστή δεινότητά της τρεις ρόλους, μεταξύ των οποίων και της ζητιάνας, μιας αλληγορικής φιγούρας που είναι ο ίδιος ο Θάνατος, ο οποίος περιφέρεται στο δάσος, αναζητώντας τα επόμενα θύματά του.
Λειτουργεί ως «οδηγός» για το κακό. Συνεργάζεται με το Φεγγάρι (Δημήτρης ΄Οντος), το οποίο ζητά αίμα για να ζεσταθεί και βοηθά τον Γαμπρό και τους ανθρώπους του να εντοπίσουν τους δύο εραστές Λεονάρντο και Νύφη.
Με την απόκοσμη παρουσία της, προμηνύει και σφραγίζει την τραγική κατάληξη. Δε νιώθει οίκτο, είναι η ψυχρή εκτέλεση της μοίρας.
Η Νίκη Παλληκαράκη ερμηνεύει την Βάγια, ένα απόλυτα γήινο, ρεαλιστικό πρόσωπο, στενά δεμένο με την καθημερινότητα και το σπίτι της Νύφης, την οποία υποδύεται η νεαρή κι όμορφη Τζένη Καζάκου με την πρέπουσα ευαισθησία.
Η Βάγια γνωρίζει τα μυστικά του σπιτιού και το παρελθόν της Νύφης με τον Λεονάρντο.
Προσπαθεί να συγκρατήσει το πάθος της Νύφης, ως φωνή της λογικής, υπενθυμίζοντάς της τις υποχρεώσεις της και την τιμή της. Την προτρέπει να ξεχάσει το παρελθόν και να αφοσιωθεί στον Γαμπρό.
Κατά την προετοιμασία του γάμου, ο ρόλος της γίνεται πιο παραδοσιακός – τελετουργικός, καθώς χτενίζει τη Νύφη και τραγουδά τα παραδοσιακά γαμήλια τραγούδια, τα οποία όμως κρύβουν μια υποβόσκουσα μελαγχολία για το μέλλον.
Πολύ καλός και ο έμπειρος Νίκος Αρβανίτης στον ρόλο του Πατέρα.
Και οι υπόλοιποι ηθοποιοί του θιάσου ακολουθούν πιστά της σκηνοθετικές οδηγίες και συμβάλλουν στην επιτυχία της παράστασης.
Τα σκηνικά και τα κοστούμια είναι του Γιώργου Ζιάκα, η μουσική διδασκαλία της Μαργαρίτας Παπαδημητρίου και οι φωτισμοί της Μελίνας Μάσχα.
Ο Ερρίκος Μπελιές, που υπογράφει τη μετάφραση, δούλεψε το λογοτεχνικό κείμενο με γνώμονα τη «σκηνική λεκτική ροή». Οι διάλογοι έχουν ρυθμό, φυσικότητα και είναι γραμμένοι έτσι ώστε να διευκολύνουν τον ηθοποιό πάνω στη σκηνή. Σ’ αυτό συνετέλεσε και η συμβολή του σκηνοθέτη Κώστα Τσιάνου με τις προσθήκες του από την ελληνική λαογραφία.
Ο «Ματωμένος Γάμος» είναι ένα ποιητικό δράμα. Η παράσταση διατήρησε τη σκληρή, γήινη πραγματικότητα των προσώπων της ανδαλουσιανής υπαίθρου, χωρίς όμως να χάσει τον λυρισμό, τον συμβολισμό και την ποιητική μαγεία των σκηνών (όπως αυτές με το Φεγγάρι και τον Θάνατο), μπολιάζοντάς τες με ελληνικά στοιχεία από τη λαϊκή μας παράδοση.
Συντελεστές
Μετάφραση: Ερρίκος Μπελιές – Κώστας Τσιάνος
Σκηνοθεσία- στίχοι τραγουδιών: Κώστας Τσιάνος
Σκηνικά & κοστούμια: Γιώργος Ζιάκας
Μουσική: Διονύσης Τσακνής
Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα
Βοηθός σκηνοθέτη: Ασημίνα Σοφία Χριστοπούλου
Μουσική Διδασκαλία: Μαργαρίτα Παπαδημητρίου
Διανομή με σειρά εμφάνισης:
Χάρος (σαν ζητιάνα) – γειτόνισσα – Πεθερά Λεονάρντο: Αγγελική Λεμονή
Μάνα: Ντίνα Αβαγιανού
Γαμπρός: Αστέρης Κρικώνης
Γυναίκα του Λεονάρντο: Χριστίνα Βράκα
Λεονάρντο: Άγγελος Ανδριόπουλος
Κοπέλες: Αναστασία Βαγενά, Στεφανία Καραγιάννη, Δήμητρα Καραγιώργου
Βάγια: Νίκη Παλληκαράκη
Πατέρας Νίκος Αρβανίτης
Νύφη: Τζένη Καζάκου
Νέοι: Γιώργος Βούντας, Δημήτρης Όντος, Παντελής Ψακίδης
Φεγγάρι: Δημήτρης Όντος
Οργάνωση παραγωγής: Ειρήνη Γκότση
Οργάνωση περιοδείας: Σάκης Μανάφης
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Πολιτισμός
Εκκλησιάζουσες – Γυναίκες στην εξουσία στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων
H παράσταση ΕΚΚΛΗΣΙΑΖΟΥΣΕΣ |ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ παρουσιάζεται σε σκηνοθεσία Θέμη Μουμουλίδη την Τετάρτη 22 Ιουλίου στις 21.30 στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, στο πλαίσιο του 69ου Φεστιβάλ Φιλίππων και μας καλεί να ανακαλύψουμε την απάντηση στο ερώτημα: Τι μπορεί να συμβεί αν μια μέρα οι γυναίκες αναλάβουν την διακυβέρνηση της χώρας;
Πρόκειται για μια πρωτότυπη διασκευή της ανατρεπτικής κωμωδίας του Αριστοφάνη, μια μουσική παράσταση γεμάτη φαντασία, χρώμα και ρυθμό όπου η μουσική κυριαρχεί, συνδυάζοντας στην αισθητική της την πολυχρωμία και τον ήχο του τσίρκου, με το τζαζ ηχόχρωμα και τη σκοτεινιά του καμπαρέ.
Δέκα εξαιρετικοί ερμηνευτές ζωντανεύουν επί σκηνής, ένα ξέφρενο καρναβάλι, που ενορχηστρώνει και σχολιάζει – ενίοτε με λόγια σύγχρονων ποιητών και στοχαστών ένας κομπέρ – ο ποιητής ή ο ίδιος ο Διόνυσος, θεός του καρναβαλιού και του θεάτρου.
Οι Εκκλησιάζουσες |Γυναίκες στην εξουσία είναι μια κωμωδία –γιορτή της μεταμφίεσης, της ελευθερίας να είμαστε -έστω και για λίγο- «άλλοι». Ταυτόχρονα μέσα από τον σατιρικό λόγο λειτουργεί ως πικρό πολιτικό σχόλιο, που στοχεύει μέσα από το σπάσιμο των ορίων να φτάσει στο εκκωφαντικό αδιέξοδο, όπως και η εποχή μας. Να αναζητήσει εναγωνίως λύσεις, έστω και ουτοπικές, ικανές όμως να ενώσουν μια κοινωνία στο σχεδιασμό ενός κοινού μέλλοντος.
Η παράσταση είναι συμπαραγωγή δύο σημαντικών φορέων, του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Αγρινίου και της 5ης Εποχής, που ενώνουν τις δυνάμεις τους σ’ ένα τολμηρό καλλιτεχνικό εγχείρημα. Η πρωτοβουλία του καλλιτεχνικού διευθυντή του Δη.Πε.Θε. Αγρινίου Λευτέρη Γιοβανίδη και του Θέμη Μουμουλίδη, δημιουργού της 5ης Εποχής, που συμπληρώνει 20 χρόνια δυναμικής παρουσίας στο χώρο του σύγχρονου πολιτισμού, αποτελεί μια δημιουργική σύμπραξη που εγγυάται ένα αισθητικό αποτέλεσμα υψηλών απαιτήσεων.
Η αριστοφανική κωμωδία παρουσιάζεται σε ελεύθερη απόδοση – διασκευή της Νεφέλης Μαϊστράλη και του Θέμη Μουμουλίδη. Την μουσική υπογράφει ο Θοδωρής Οικονόμου, την κινησιολογική επεξεργασία – χορογραφία η Πατρίσια Απέργη, τα κοστούμια η Βάνα Γιαννούλα, τους φωτισμούς ο Νίκος Σωτηρόπουλος.
Στο ρόλο του Βλέπυρου ο Χρήστος Χατζηπαναγιώτης, στο ρόλο της Πραξαγόρας η Μαρίνα Ασλάνογλου, στον ρόλο του Κομπέρ ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης και μαζί τους οι: Ίντρα Κέιν, Φοίβος Ριμένας, Δήμητρα Βήττα, Μαρία Κυρώζη, Διονυσία Μπαλαμώτη, Ερωφίλη Παναγιωταρέα, Αναστασία Τζελέπη.
Σκηνοθεσία | Θέμης Μουμουλίδης
Απόδοση-Διασκευή| Νεφέλη Μαϊστράλη – Θέμης Μουμουλίδης
Μουσική | Θοδωρής Οικονόμου
Κινησιολογική Επεξεργασία | Πατρίσια Απέργη
Κοστούμια | Βάνα Γιαννούλα
Φωτισμοί | Νίκος Σωτηρόπουλος
Βοηθός σκηνοθέτη | Νεφέλη Παπαναστασοπούλου
Βοηθός μουσικού | Γιάννης Λουπάκης
Βοηθός κινησιολόγου |Ελευθερία Αγαπάκη
Video | Θωμάς Παλυβός
Make-up artist | Olga Faleichyk
Hair Styling | Θωμάς Γαλαζούλας
Επικοινωνία | Ειρήνη Λαγουρού
Φωτογραφίες | Ελίνα Γιουνανλή
Παραγωγή | 5η ΕΠΟΧΗ ΤΕΧΝΗΣ – ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.ΑΓΡΙΝΙΟΥ
Ερμηνεύουν: Χρήστος Χατζηπαναγιώτης, Μαρίνα Ασλάνογλου, Κωνσταντίνος Ασπιώτης, Ίντρα Κέιν, Φοίβος Ριμένας, Δήμητρα Βήττα, Μαρία Κυρώζη, Διονυσία Μπαλαμώτη, Ερωφίλη Παναγιωταρέα, Αναστασία Τζελέπη.
Εκκλησιάζουσες – Γυναίκες στην εξουσία
5η Εποχή Τέχνης – ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου
Τετάρτη 22Ιουλίου / 21:30
Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων
Τιμές εισιτηρίων: 23€ Γενική Είσοδος • 20€ Φοιτητικό, Μαθητικό, Ανέργων, ΑμεΑ, Συνοδοί ΑμεΑ
Ηλεκτρονική Προπώληση: https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/ekklisiazouses-gynaikes-stin-eksousia/
Προπώληση
Καβάλα: Κέντρο Πληροφόρησης Επισκεπτών Δήμου Καβάλας (πρώην ΕΟΤ) Κεντρική Πλατεία, τηλ: 2510-620566, καθημερινά από Δευτέρα έως Σάββατο (10:00 – 14:00 και 18:00 – 21:00)και Κυριακή (10.00 – 14.00), ενώ την ημέρα της παράστασης θα γίνεται προπώληση στο ταμείο του χώρου της εκδήλωσης από τις 19:30 το απόγευμα.
Κρηνίδες: Café «Προσκήνιο», Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, τηλ. 2510516090
*Απαγορεύεται η είσοδος στο χώρο μετά την έναρξη της παράστασης.
**Για άλλη μία χρονιά, θα υπάρξει δυνατότητα μεταφοράς θεατών από λεωφορείο του ΚΤΕΛ Καβάλας από και προς το αρχαίο θέατρο Φιλίππων με την επίδειξη εισιτηρίου της εκάστοτε θεατρικής παράστασης και ειδικό αντίτιμο 4.40€.
Αναχώρηση από το ΚΤΕΛ Καβάλας στις 19.15 και επιστροφή μετά το πέρας της παράστασης.
Σημ. Οι κάτοχοι ονομαστικών προσκλήσεων του 69ου Φεστιβάλ Φιλίππων καλούνται να δηλώσουν την πρόθεσή τους να τις χρησιμοποιήσουν έως τη Δευτέρα 20/7, ενώ ο έλεγχος ταυτοπροσωπίας θα γίνεται στην είσοδο του θεάτρου τη μέρα της παράστασης.
Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να καλείτε στα τηλέφωνα του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας 2510. 220876 (10:00-14:00).
ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας
Προτεινόμενα
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΠροκήρυξη Διεθνούς Διαγωνισμού Ποίησης εις Μνήμη του Πρωτοπρεσβύτερου Ποιητή Γεωργίου Ι. Διαμαντόπουλου. Με θέμα ꓽ «Υπάρχουν Άνθρωποι»
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΘάσος: Αναστέλλεται η λειτουργία σχολικών τμημάτων και του «Θεαγένη»
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΟ Δήμαρχος Θάσου για το πρόγραμμα ενίσχυσης επιχειρήσεων της ΑΜΘ με την διαδικασία της μη επιστρεπτέας προκαταβολής
-
Καβάλα6 έτη agoΚαμπανάκι για την μείωση των δρομολογίων στη γραμμή Πρίνος-Καβάλα
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΧορωδίες δήμου θάσου 2020
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΟ Δήμος Θάσου κοντά στον πολίτη, δίνει χρήσιμες συμβουλές για την εξοικονόμηση ενέργειας
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΞεκινούν οι εγγραφές στην Παιδική Θεατρική Σκηνή του Δήμου Θάσου
-
Ελλάδα6 έτη agoΣε κακούργημα μετατρέπεται το αδίκημα βασανισμού των ζώων

You must be logged in to post a comment Login