Connect with us

Πολιτισμός

«MANOLIS – καρδιά σε τέσσερις χορδές» μια παράσταση του ΚΘΒΕ για τον Μανώλη Χιώτη

«manolis-–-καρδιά-σε-τέσσερις-χορδές»-μια-παράσταση-του-ΚΘΒΕ-για-τον-Μανώλη-Χιώτη

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Πρωτότυπο θεατρικό έργο των: Ιόλης Ανδρεάδη & Άρη Ασπρούλη

 Όταν ένας συγγραφέας έχει από πριν δεδομένους τους ηθοποιούς-πρωταγωνιστές, έργο «κατά παραγγελία» που λέμε, είναι σε πολλές περιπτώσεις ένας σημαντικός παράγοντας, που συντελεί τα μέγιστα, στο να προκύψει ένα καλό έργο. Οι αρχαίοι τραγικοί έγραφαν τα έργα τους για συγκεκριμένους ηθοποιούς, το ίδιο κι ο Μολιέρος και ο Σαίξπηρ, αλλά και οι δικοί μας φαρσοκωμωδιογράφοι, επιθεωρησιογράφοι ή βιογράφοι.

Πολύ σπάνια ένα καλό θεατρικό έργο γράφεται με μιας, σ’ οποιοδήποτε είδος κι αν ανήκει. Η θεατρική συγγραφή θέλει παίδεμα, μελέτη, στοχασμό, έρευνα και σκηνική εμπειρία. Ο καλός θεατρικός συγγραφέας, γράφοντας το έργο, ταυτόχρονα πρέπει και να το σκηνοθετεί στο χαρτί και να μην αρκείται σε λόγια που βγαίνουν μέσα από την πλοκή και τη δραματουργική επεξεργασία του έργου. Διαφορετικά, δίνει στον όποιον σκηνοθέτη το δικαίωμα, την ελευθερία να κόψει, να ράψει, να προσθέσει, ν’ αφαιρέσει, για να κάνει αυτό το -αυθαίρετο ουσιαστικά – έργο, μια καλοστημένη ίσως παράσταση, αλλά με «από μηχανής» θεούς, με άσχετους διαλόγους, με αδικαιολόγητα σημεία πλοκής ή με συγκρούσεις, ψυχολογικά άπειρες.

Ανάλογα με το θέμα, ο συγγραφέας πρέπει οπωσδήποτε να «βυθίζεται» σε πολλά και διάφορα βιβλία, ν΄ ανακαλύπτει πηγές, ώστε να προκύψει ένα επαρκές αποτέλεσμα.

Ο πρώτος και ο τελευταίος δραματουργικός κανόνας για ένα σημαντικό θεατρικό έργο είναι: στη διάρκειά του πρέπει οι χαρακτήρες να φτάσουν στο τέλος τους, η παράσταση να είναι η καταλυτική υπαρξιακή σύγκρουση των ηρώων, δηλαδή το αναπόφευκτο ξεκαθάρισμα λογαριασμών, τόσο με τον εαυτό τους, όσο και με τους άλλους.

Στο τέλος, όλα πρέπει να είναι διαφορετικά για τους ήρωες. ΄Η θα λυτρωθούν ή θα καταστραφούν.

Όλο αυτό, ίσως το βρει μερίδα θεατών στο έργο «Μanolis- καρδιά σε τέσσερις χορδές» που έγραψαν οι: Ιόλη Ανδρεάδη και Άρης Ασπρούλης, σκηνοθέτησε η Ιόλη Ανδρεάδη και, ήδη, παρουσιάζεται από το ΚΘΒΕ στη Μονή Λαζαριστών.

Πρόκειται για μουσικοθεατρική παράσταση που αναφέρεται στη ζωή του σπουδαίου μουσικοσυνθέτη, μέτριου στιχοπλόκου και συμβατικού τραγουδιστή της εποχής του, Μανώλη Χιώτη. Εμβληματική, ωστόσο προσωπικότητα, που κινήθηκε στην γκρίζα ζώνη ανάμεσα στην Ιστορία και στον θρύλο.

Η σκηνοθέτρια γράφει στο σημείωμά της: «Πάνω σ’ ένα μαγικό πάλκο, μέσα σε έναν κόσμο μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου, ο Μανώλης Χιώτης και τα κοντινά στη ζωή του πρόσωπα, μιλούν σε πρώτο ενικό. Εξομολογούνται. Όχι φήμες. Όχι ψευδείς ιστορίες. Εξομολογούνται τον πυρήνα του ήθους και του σύμπαντος που αποτέλεσε ο μεγάλος αυτός καλλιτέχνης. Έναν πυρήνα σημαδεμένο από την απώλεια, τον πόνο, τον φθόνο, τη σκληρή δουλειά, αλλά και την επιτυχία, την αναγνώριση, την έμπνευση, τον έρωτα, την τόλμη, την πρωτοπορία, την τιμιότητα και την ανθρωπιά».

Η παράσταση αφηγείται τη ζωή του Μανώλη Χιώτη από τη γέννηση μέχρι το θάνατό του, με κάποιες δραματοποιημένες σκηνές – σταθμούς στην καλλιτεχνική του πορεία, αλλά και στην προσωπική του ζωή, εκεί όπου, ιδιωτικά, κρίνεται η επαφή του ανθρώπου με το θείο και το αν ο κάθε άνθρωπος πήρε και έδωσε εκείνο το μερίδιο αγάπης για το οποίο ήταν προορισμένος.

Με την παρουσία σημαντικών τραγουδιών, όπως «Περασμένες μου αγάπες», «Ηλιοβασιλέματα», «Ο Πασατέμπος», «Το γκαρσόνι», «Σβήσε τη Φλόγα», «Απόψε φίλα με», «Μοιάζεις κι εσύ σαν Θάλασσα» και άλλων μεγάλων επιτυχιών, ένα ανσάμπλ, ευτυχώς, εξαιρετικών ηθοποιών και μουσικών καταδύεται στην ψυχή του παγκόσμιου και αιώνιου Μανώλη Χιώτη.

Στην νέα παραγωγή του ΚΘΒΕ «συνεργάζονται» στη σκηνή πολλές μορφές τέχνης. Υποκριτική, αφήγηση, μουσική, τραγούδι, τεχνολογικά μέσα, εικαστική εγκατάσταση.

Η σκηνοθεσία της κ. Ιόλης Ανδρεάδη ενυπάρχει μέσα στον Λόγο του έργου της, αλλά χωλαίνει στους ρυθμούς. Αργοί, πολύ αργοί, μεγεθύνουν τη διάρκεια της παράστασης, ενώ θα μπορούσαν να συμμαζευτούν. Παράδειγμα, το αφιέρωμα στον θάνατο του πατέρα Χιώτη, τεράστιο και ωραιοποιημένο. Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά γνωρίζανε τι σόι κατώγι – χαμαιτυπείο ήταν η ταβέρνα του και τι δοσοληψίες είχε ο ίδιος. Ναι στο μνημόσυνο, όχι στις μακρόσυρτες αναλήθειες. Μα, αγιοποίηση του βαρύμαγκα Διαμαντή με χρυσά φτερά; ‘Ημαρτον, Κύριε!!

Όσον αφορά την πορεία και τις στάσεις ζωής του καλλιτέχνη, τον οποίο τιμά ο κρατικός φορέας, συναντάμε γεγονότα, διαλόγους, σημεία ακμής και παρακμής πλεγμένα σε μύθους και αλήθειες, που αλιεύτηκαν από γραπτές πηγές αλλά και προφορικές, από συζητήσεις και αφηγήσεις ανθρώπων που τον έζησαν, τον γνώρισαν λίγο έως πολύ, σύντροφοι και φίλοι, συνάδερφοι και ανταγωνιστές του.

 Όλα όσα σέρνονται στο διαδίκτυο, για παράδειγμα, είναι αμφιλεγόμενα. Το μεγάλο ζήτημα των τεσσάρων χορδών στο μπουζούκι, σκοντάφτει σε αντικρουόμενες απόψεις. Άλλοι υποστηρίζουν ότι προϋπήρχε πολλά χρόνια πριν την ενασχόληση του Χιώτη μ’ αυτό, αλλά ο Μανώλης Χιώτης του έδωσε νέα διάσταση, πιο ευρωπαϊκή ή έναν λατινογενή χαρακτήρα. Άλλοι πάλι, πιστεύουν ότι είναι δική του πατέντα. Το άξιο επαίνου, όμως, είναι ότι ένας αυτοδίδακτος οργανοπαίχτης κατάφερε να γίνει βιρτουόζος σε πολλά μουσικά όργανα.

Τα κουτούκια- στέκια, τα μεγάλα μαγαζιά, οι περιοδείες του σε Ελλάδα και Αμερική, η εκεί πολυτάραχη ζωή του, οι τρεις γάμοι του και οι πολυάριθμες βραχύβιες σχέσεις του στόλιζαν τον εκ φύσεως ομορφάντρα Μανώλη Χιώτη σ’ όλη τη διάρκεια του σύντομου βίου του.

Τα εισπράττουμε όλα αυτά στη δραματοποίηση μερικών σημαντικών σημείων- καμπών της καριέρας του, ακούμε κι απολαμβάνουμε τις μεγάλες επιτυχίες του, ίσως και να γευόμαστε εκπλήξεις οι παλιοί, οι νέοι, όμως, δε μαθαίνουν τι ακριβώς σήμαινε ρεμπέτης στα προπολεμικά χρόνια και τι περνούσε στον κόσμο το ρεμπέτικο τραγούδι. Σκηνοθετική άποψη.

Μέσα από τις εξαιρετικές ερμηνείες ηθοποιών αλλά και των τραγουδιών και της ζωντανής μουσικής βλέπουμε και ακούμε, αποκλειστικά οι παλιοί που κάνουμε συνειρμούς και φέρνουμε στην επιφάνεια όλα όσα γνωρίζαμε για το ρεμπέτικο, ότι δημιουργήθηκε και εξέφρασε έναν πληθυσμό, που βίαια αναγκάστηκε να αστικοποιηθεί κατά τη διάρκεια μετατροπής της ελληνικής κοινωνίας από αγροτική σε αστική.

Όταν χιλιάδες άνθρωποι συγκεντρώθηκαν σε παράγκες και σε πρόχειρα καταλύματα στα περίχωρα Αθήνας, Πειραιά, Θεσσαλονίκης κλπ., αισθάνθηκαν την ανάγκη να εκφράσουν το νέο τρόπο ζωής τους, τις ανησυχίες τους, ακόμα και την απέχθειά τους προς ένα κράτος που το ένιωθαν εχθρικό, τουλάχιστον.

Ένα μέρος αυτών των δημιουργών είχε σχέση με παράνομες δραστηριότητες, είχε βαθμιαία περάσματα από τον κόσμο της παρανομίας, κάποιοι από αυτούς παρέμειναν μόνιμα στο χώρο αυτό, ενώ άλλοι ξέφυγαν και συνέχισαν τη ζωή τους, διατηρώντας, όμως, δεσμούς με αυτούς τους περιθωριακούς χώρους.
Ο ολοένα αυξανόμενος όγκος της εσωτερικής μετανάστευσης, αλλά και οι πρόσφυγες που προστέθηκαν αργότερα, δημιούργησε ένα πλήθος ανόμοιο σε χαρακτηριστικά, το οποίο αδίκως αποκαλούμε ακόμη και σήμερα, «υπόκοσμο». Ήταν άνεργοι, περιπτωσιακά εργαζόμενοι, μικροαπατεώνες και η πλειοψηφία αυτών εντάχτηκε, κατά κάποιο τρόπο, στο συγκεκριμένο σύστημα.

 Το ΚΘΒΕ με αυτή την παραγωγή προσφέρει θέαμα και διασκέδαση, χάρη στην ερμηνεία όλων των ταλαντούχων ηθοποιών και της ζωντανής μουσικής. Ποιον να πρωτοαναφέρω. Τον Χρίστο Στυλιανού, τη Φωτεινή Τιμοθέου, την Ελένη Θυμιοπούλου, τη Δήμητρα Αντωνακούδη ή τον Γιάννη Καραμφίλη;

Τα σκηνικά της Δήμητρας Λιάκουρα, εξυπηρετικά στη δράση. Τα κοστούμια του Νίκου Χαρλαύτη, σημάδια της εποχής. Οι φωτισμοί της Χριστίνας Θανάσουλα, δημιουργούν ατμόσφαιρα όταν και όπου απαιτεί ο σκηνικός χώρος, τα δρώμενα, το υπόγειο τοπίο, με κορυφαία συμβολή στη σκηνή της έναρξης, όπου βλέπουμε τον Μίκη πίσω από τα κάγκελα φυλακής σε ένα ενσταντανέ, εικαστικής ομορφιάς.

 Όλος ο εκλεκτός θίασος συντονισμένος, αποδίδει με φιλότιμο χαρακτήρες και τραγούδια και κοπιάζει να φέρει σε μια ισορροπία την παράσταση που κλυδωνίζεται από πολλές αστοχίες.

Θα πω, πως ένα «αμ’ πώς» και μια βλάχικη φουστανέλα, δεν παριστάνουν έναν Χατζηχρήστο ούτε σε κόμικ, πόσω μάλλον σε παράσταση κρατικού θεάτρου. Ο Χρήστος Μαστρογιαννίδης είναι ένας καλός ηθοποιός, πολύ καλός τραγουδιστής και κρατά το ρεμπέτικο και το αρχοντορεμπέτικο του Χιώτη στο λαρύγγι του με αξιοπρέπεια, αλλά τον αδικεί υπερβολικά ο ρόλος του Χατζηχρήστου. Ασφαλώς θα δεχόταν η αίθουσα τον συμβολισμό και την αναφορά στον μεγάλο κωμικό, αν δεν του φορούσαν φουστανέλα με τα συμπαρομαρτούντα κι αν του αφαιρούσανε τη δήθεν βλάχικη λαλιά.

Το κοινό, πάντως, διασκεδάζει και ανταμείβει τους συντελεστές με δυνατά χειροκροτήματα.

Συντελεστές

 
Πρωτότυπο θεατρικό έργο: Ιόλη Ανδρεάδη & Άρης Ασπρούλης
Σκηνοθεσία: Ιόλη Ανδρεάδη
Σκηνικά: Δήμητρα Λιάκουρα
Κοστούμια: Νίκος Χαρλαύτης
Επιστημονικός Συνεργάτης: Δημήτρης Μανιάτης
Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα
Βοηθός Σκηνοθέτη: Φωτεινή Τιμοθέου
Βοηθός σκηνογράφου: Νάντια Κασσάρα
Βοηθός φωτίστριας: Ιφιγένεια Γιαννιού
Οργάνωση παραγωγής: Μαριλύ Βεντούρη
Φωτογραφίες: MikeRafail | Thatlongblackcloud

*βοηθός σκηνοθέτη στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης: Βερόνικα Λεβεντοπούλου

Διανομή (με αλφαβητική σειρά):
Δήμητρα Αντωνακούδη (Μαίρη Λίντα), Ελένη Θυμιοπούλου (Ζωή Νάχη, GraceKelly), Γιάννης Καραμφίλης (Μανώλης Χιώτης), Χρήστος Μαστρογιαννίδης (Μουσικός, Κώστας Χατζηχρήστος), Ηλίας Μπερμπέρης (Ενωμοτάρχης, Τραγουδιστής), Χρίστος Στυλιανού (νέος Μανώλης), Γιώργος Σφυρίδης (Μίκης Θεοδωράκης, Πατέρας Χιώτη), Φωτεινή Τιμοθέου (Μαρία Χιώτη, Μαρία Κάλλας), Μανώλης Φουντούλης (Φονιάς, Βασίλης Τσιτσάνης)

Έκτακτη αντικατάσταση: Λευτέρης ΑγγελάκηςΘεοδώρα Λούκας

Μουσικοί
Παύλος Παφρανίδης (Μουσική Επιμέλεια- Διδασκαλία, Μπουζούκι), Κατερίνα Σεγκούνα-Πλιόγκου (Βιολοντσέλο), Σταύρος Κρομμύδας (Κιθάρα), Βαγγέλης Καλαμάρας (Ντραμς, Κρουστά), Σπύρος Μελισσανίδης (Ακορντεόν)

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«ΠΕΡΣΕΣ» του Αισχύλου στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

«ΠΕΡΣΕΣ»-του-Αισχύλου-στο-Αρχαίο-Θέατρο-Φιλίππων

Η εμβληματική τραγωδία «ΠΕΡΣΕΣ» του Αισχύλου, που έγινε SOLD OUT  στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου,  σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη, έρχεται στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, το Σάββατο 22 και την Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Στην παράσταση πρωταγωνιστούν οι: Μαρία Ναυπλιώτου, Δημήτρης Καταλειφός, Αναστάσης Ροϊλός και Σταύρος  Σβήγκος, πλαισιωμένοι από έναν δυναμικό 18μελή Χορό.

Οι «Πέρσες» αποτελούν το αρχαιότερο σωζόμενο ολοκληρωμένο έργο της αρχαίας ελληνικής δραματουργίας και ταυτόχρονα την πρώτη θεατρική καταγραφή ιστορικών γεγονότων. Ο Αισχύλος, αυτόπτης μάρτυρας της Ναυμαχίας της Σαλαμίνας, δημιουργεί ένα «σκηνικό ρεπορτάζ» πολέμου, μόλις οκτώ χρόνια μετά την καταστροφή.

Ο Χρήστος Θεοδωρίδης προσεγγίζει το έργο ως μια βαθιά αντιπολεμική κραυγή, συνεχίζοντας τη σκηνοθετική του πορεία πάνω σε πολιτικά φορτισμένα και καίρια σύγχρονα ζητήματα.

«Αχ, μια φορά πόσο μεγάλη και γλυκιά ήταν στ’ αλήθεια η ζωή μας…»

Είκοσι δύο άνθρωποι περιμένουν τα νέα μιας συντελεσμένης καταστροφής. Όταν ο αγγελιοφόρος επιστρέφει από το μέτωπο, ο λόγος του δίνει μορφή στον φόβο: η απώλεια είναι απόλυτη. Το σώμα και η σκέψη παραλύουν. Καμία πράξη δεν μοιάζει δυνατή. Μόνο ο θρήνος απομένει.

«Αχ, αχ, μιλάς για των δικών μας τα σώματα…»

Ο θρήνος γίνεται συλλογικός, επίμονος, αδιαπραγμάτευτος. Για τους νεκρούς. Για το παρελθόν που χάθηκε. Για το μέλλον που βυθίστηκε μαζί τους.

«Τώρα πάει του βασιλιά μας η εξουσία…»

Στο επίκεντρο της παράστασης βρίσκεται ο άνθρωπος απέναντι στην απώλεια. Η «τραγωδία των ηττημένων» ανοίγει έναν διαχρονικό διάλογο: οι ηττημένοι δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν, αλλά σε κάθε εποχή, σε κάθε πλευρά. Τα ονόματα που αναζητά ο Χορός είναι τα ονόματα όλων όσοι χάθηκαν και συνεχίζουν να χάνονται στους πολέμους του κόσμου…

Είκοσι δύο ηθοποιοί, σε μια σκηνή σχεδόν γυμνή, συγκροτούν έναν Χορό-πρωταγωνιστή. Με εργαλεία τον λόγο, την κίνηση και τη μουσική, αποτυπώνουν το συλλογικό τραύμα μιας κοινωνίας που στέκεται μουδιασμένη μπροστά στην καταστροφή.

«Τόσοι άνθρωποι, να ξέρεις, ποτέ δεν χάθηκαν σε μία και μόνο μέρα…»

Μια παράσταση που στοχάζεται πάνω στη μνήμη και την ήττα, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την ακατάλυτη ανθρώπινη ανάγκη για δημοκρατία και δικαιοσύνη, μέσα σε έναν κόσμο που ολοένα και θεμελιώνει την εξουσία και την άκριτη υποταγή!

Διανομή:

Άτοσσα: Ναυπλιώτου Μαρία

Δαρείος: Καταλειφός  Δημήτρης

Ξέρξης: Ροϊλός Αναστάσης

Αγγελιοφόρος: Σβήγκος  Σταύρος

Χορός (αλφαβητικά):  Αλεξανδρόπουλος  Πάρης,  Δεληθανάση Αγγελική, Δερμεντζίδης  Κρητικός Γιώργος, Εξακοΐδης  Γιώργος , Θεμελή Ξένια,

Κισσανδράκης Γιώργος,  Κωνσταντινίδης Γιώργος,  Μακρής Ντένης,

Μανδρινός Δημήτρης, Μανωλάς Νίκος, Πατερμαλή Αγγελική,

Πίττα Τατιάνα- Άννα, Σακελλαριάδη Πέννυ, Σωτηροπούλου Σαββίνα

Τρυφουλτσάνης Βασίλης, Τσαλίκης Βασίλης , Φύτρος Σαμψών

Συντελεστές:

Μετάφραση: Παναγιώτης Μουλλάς 

Σκηνοθεσία: Χρήστος Θεοδωρίδης 

Δραματουργική επεξεργασία: Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου, Παύλος Σούλης, Χρήστος Θεοδωρίδης 

Φωτισμοί: Ιωάννα ΑθανασίουΤάσος Παλαιορούτας 

Μουσική: Jeph Vanger

Χορογραφία – Κίνηση: Ξένια Θεμελή 

Επιστημονικός σύμβουλος: Παύλος Σούλης

Βοηθός σκηνοθέτη: Ιάσονας Ασημακόπουλος

Βοηθός χορογράφου: Ελίνα Παντελεμίδου

Social Media – Διαφήμιση: Renegade Media

Graphic Design – Photography: Mike Rafail

Οργάνωση παραγωγής: Λαμπρίνα Καραγιαννίδου

Παραγωγή: Marossoulis Productions

Διάρκεια : 1.45΄

Ώρα έναρξης : 9. 00 μμ

Προπώληση : more.com

https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/summer/perses-periodeia

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

​«Τρωάδες» του Ευριπίδη στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

​«Τρωάδες»-του-Ευριπίδη-στο-Αρχαίο-Θέατρο-Φιλίππων

Το Εθνικό Θέατρο παρουσιάζει στις 29 Αυγούστου, στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, τις Τρωάδες του Ευριπίδη, σε μετάφραση Γιάννη Τσαρούχη και διασκευή—σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου. Το κατεξοχήν ανθρωποκεντρικό έργο του μεγάλου τραγικού ποιητή ζωντανεύει στην πρώτη επιδαύρια σκηνοθεσία της διακεκριμένης δημιουργού στην πλέον λυρική και συλλογική του διάσταση.

Ένα ensemble 22 ερμηνευτριών και ερμηνευτών —μεταξύ των οποίων μέλη των Εν Δυνάμει— διαφορετικών ηλικιών, με και χωρίς αναπηρία, με ζωντανή μουσική επί σκηνής, μέσα από τη συνύπαρξη διαφορετικών σωμάτων, φωνών και εμπειριών, καταθέτουν μια σκηνική αφήγηση με κέντρο τη μουσικότητα. 

Ένα ποιητικό και βαθιά πολιτικό σκηνικό ανέβασμα χωρίς αποκλεισμούς στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, που για πρώτη φορά στην ιστορία του καθίσταται προσβάσιμο και σε άτομα με αισθητηριακές —οπτικές και ακουστικές— αναπηρίες [31/7]. Μια ξεχωριστή σκηνική ανάγνωση για τη φρίκη και το παράλογο του πολέμου μέσα από το φίλτρο του θηλυκού σώματος, που διεκδικεί το δικαίωμα της επιλογής, ακόμη και όταν βρίσκεται υπό κατοχή.

Οι Τρωάδες της Ελένης Ευθυμίου δεν είναι μόνο τα όμορφα, υγιή κορμιά των προνομιούχων γυναικών της οικογένειας του Πρίαμου, που αναμένουν την τελική διαλογή. Είναι και σώματα –ανήλικα, ανάπηρα, ηλικιωμένα– που ούτε πριν τον πόλεμο αποφάσιζαν για τον εαυτό τους, ενώ σπάνια είχαν το προνόμιο της αφήγησης. Αιχμάλωτες μετά την άλωση της πόλης τους, οι Τρωάδες αναμετρώνται και με τις δικές τους ευθύνες, όταν η σιωπηρή αποδοχή του πολέμου αποκαλύπτει τις ολέθριες συνέπειές της. Είναι πια φανερό πως ούτε οι θεοί, ούτε ο μύθος, ούτε η μοίρα ορίζουν τη ζωή τους. Παρά την οδύνη και την απόγνωση μπροστά στην καταστροφή, οι Τρωάδες βιώνουν την απώλεια, μα δεν παραδίδονται. Οι λέξεις γίνονται τα όπλα της αντίστασής τους —έστω και την ύστατη αυτή στιγμή— απέναντι στη σκλαβιά και την απώλεια της ταυτότητας που η νέα πραγματικότητα τους επιφυλάσσει. Στέκουν όρθιες, βρίσκουν τη φωνή τους και σταδιακά το πένθος τους μετασχηματίζεται σε μια εύθραυστη αλλά επίμονη μορφή εξέγερσης, με την αλληλεγγύη να είναι πλέον η μεγαλύτερή τους δύναμη. 

Θα μπορέσουν άραγε οι καταπιεσμένες αυτού του κόσμου να ξανακερδίσουν το δικαίωμα της επιλογής; Να κραυγάσουν τον θυμό και το μίσος τους, να θρηνήσουν, να γελάσουν μες στο χάος και το αδιέξοδο; Θα επαναοικειοποιηθούν ποτέ οι γυναίκες της Τροίας τα σώματά τους;

Μετάφραση: Γιάννης Τσαρούχης
Διασκευή—Σκηνοθεσία: Ελένη Ευθυμίου
Σύμβουλος δραματουργίας: Σοφία Ευτυχιάδου
Σκηνικά: Ευαγγελία Κιρκινέ
Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Μουσική: Λευτέρης Βενιάδης
Κίνηση: Τάσος Παπαδόπουλος 
Φωτισμοί: Ζωή Μολυβδά – Φαμέλη
Σχεδιασμός ήχου: Σοφία Καμαγιάννη
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά 

Βοηθός σκηνοθέτριας: Θέμης Θεοχάρογλου
Βοηθός σκηνογράφου: Μαριάνθη Ράδου
Βοηθός ενδυματολόγου: Δέσποινα Μαρία Ζαχαρίου

Βοηθός φωτίστριας: Νατάσα Πετροπούλου 
Β βοηθός σκηνογράφου: Ταξιάρχης Χούμος 

Καλλιτεχνικές συνεργάτιδες για την υποστήριξη της ομάδας Εν Δυνάμει: Ελένη Ζαχοπούλου, Δάφνη Καφετζή, Αγγελική Τόμπρου 

Παίζουν (αλφαβητικά):  Αργύρης Ξάφης (Ταλθύβιος), Εύη Σαουλίδου (Ανδρομάχη), Νάνσυ Σιδέρη (Κασσάνδρα), Βασιλική Τρουφάκου (Ελένη), Λυδία Φωτοπούλου (Εκάβη), Γιώργος Χριστοδούλου (Μενέλαος)

Χορός: Μύριαμ Σοφία Αρτζανίδου, Μαρία Δαχλύθρα, Eλένη Δημοπούλου, Νίκος Κυπαρίσσης, Ειρήνη Κουρούβανη, Λωξάνδρα Λούκας, Λυγερή Μητροπούλου, Θεανώ Παπαβασιλείου, Κατερίνα Παπανδρέου, Νίκη Πεταλά, Χρύσα Τουμανίδου

Μαζί τους, στους ρόλους της νεαρής Πολυξένης και του μικρού Αστυάνακτα η Άνα Τζουλάκη Χριστοδούλου και ο Μιχάλης Μήτσης αντίστοιχα.

Μουσικοί επί σκηνής: Σοφία Καμαγιάννη (πιάνο), Γιώργος  Μπουκαούρης (κρουστά), Σοφιανός Πεσιρίδης (όμποε)

Φωτογραφίες: Karol Jarek

Τρέιλερ: Χρήστος Συμεωνίδης

Προπώληση εισιτηρίων: ticketservices.gr

Το Εθνικό Θέατρο επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Η ΚΑΡΥΑΤΙΔΑ!» του Γιώργου Καπουτζίδη σε περιοδεία

«Η-ΚΑΡΥΑΤΙΔΑ!»-του-Γιώργου-Καπουτζίδη-σε-περιοδεία

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

«Και αφού ήταν σπασμένη έτσι και αλλιώς! Να κοίτα, Παναγιώτη, και η μύτη της ήταν σπασμένη! Στους Άγγλους που την σπάσανε δεν είπε κανείς τίποτα! Όλα σε εμένα θα τα ρίξουν τώρα! Που δεν είναι καθόλου σωστό να σπας την μύτη του άλλου! Την ξένη μύτη! Αλλά φταίνε και οι Έλληνες! Να γυρίσουν πίσω τα μάρμαρα! Τι καταλάβατε; Μια χαρά ήμασταν και με το αντίγραφο. Το έβλεπα εγώ στην Ακρόπολη και έλεγα «Πω! Πω! Τι ωραίο!» Ωραίο; Πιο ωραίο από το αληθινό!»

Αλεξάνδρα Βελλή, Υπουργός Πολιτισμού πρώην τηλεοπτική δημοσιογράφος και παντρεμένη με τον αδελφό του μεγαλύτερου εμπόρου ναρκωτικών των Βαλκανίων!

Τι συμβαίνει όταν η χαμένη έκτη Καρυάτιδα επιστρέφει επιτέλους στην πατρίδα;
Η χώρα φοράει τα καλά της. Οι κάμερες στήνονται. Οι λόγοι ετοιμάζονται. Οι δηλώσεις ξαναγράφονται. Οι μηχανισμοί δουλεύουν υπερωρίες. Οι τόνοι ανεβαίνουν.
Και κάπου εκεί, η εθνική συγκίνηση συναντά την πολιτική παράνοια, η επίσημη γραμμή συγκρούεται με τα κρυφά παρασκήνια και η Ελλάδα κάνει αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα: να μετατρέπει το μεγαλείο σε φιάσκο και το φιάσκο σε γελαστικό
θέαμα.

Με αφορμή μια εξαιρετική θεατρική ιδέα, η Καρυάτιδα γίνεται μια πικρή κωμωδία, μια σάτιρα εθνικής αυτογνωσίας, ένα φαρσοκωμικό πορτρέτο μιας χώρας που μπορεί να συγκινείται βαθιά, να διχάζεται θεαματικά και να αυτοϋπονομεύεται με
αξιοζήλευτη συνέπεια — συχνά όλα μαζί, ταυτόχρονα.

Ο Γιώργος Καπουτζίδης υπογράφει ένα έργο αιχμηρό, ευφυές και απολαυστικά άβολο, που πίσω από το γέλιο αποκαλύπτει με ακρίβεια χειρουργείου τα αντανακλαστικά, τις αντιφάσεις και τα εθνικά μας σπορ.

Η Κατερίνα Μαυρογεώργη σκηνοθετεί με ρυθμό, νεύρο και απόλυτη αίσθηση του κωμικού timing μια παράσταση που προχωρά με φόρα, εκπλήξεις και αλλεπάλληλα χτυπήματα στο κέντρο της ελληνικής ψυχής.

Όμως, ο ευφυής Γιώργος Καπουτζίδης έγραψε το έργο κατόπιν παραγγελίας του Εθνικού Θεάτρου. Ανέβηκε, σημείωσε τεράστια επιτυχία και φέτος το καλοκαίρι, οι παραγωγοί σεργιανάνε την παράσταση στη χώρα σε ανοικτούς χώρους.

Ατυχώς, σχεδόν πάντα μια παράσταση σε ανοικτό χώρο υφίσταται καλλιτεχνική απώλεια ή αναγκάζεται σε μερικούς συμβιβασμούς, καθώς τα έργα που σχεδιάζονται για κλειστή αίθουσα βασίζονται σε διαφορετική αισθητική, κλίμακα και τεχνικές ισορροπίες.

Στους κλειστούς χώρους οι ηθοποιοί εκμεταλλεύονται τις ψιθυριστές εντάσεις, τις λεπτές παύσεις και την απόλυτη σιωπή του κοινού. Στα ανοιχτά θέατρα, η ανάγκη για μικροφωνική ενίσχυση ή για πιο εξωτερική/διογκωμένη ερμηνεία, συχνά, καταστρέφει την οικειότητα και τις εσωτερικές διακυμάνσεις του λόγου.

Στο κλειστό θέατρο το σκοτάδι είναι απόλυτο εργαλείο κατεύθυνσης της προσοχής. Στα θερινά θέατρα, το φυσικό φως του σούρουπου, ο περιβάλλοντας αστικός φωτισμός και η απουσία “μαύρου” ακυρώνουν τις λεπτές αντιθέσεις, τις σκιές και την ατμόσφαιρα που είχε στήσει ο φωτιστής.

 Ένα σκηνικό που λειτουργεί υποβλητικά σε μια μικρή ή μεσαία σκηνή μπορεί να δείχνει “φτωχό”, αποκομμένο ή χαμένο στον αχανή χώρο ενός ανοιχτού αμφιθεάτρου.

Και, τέλος, οι εξωτερικοί θόρυβοι και το ανοιχτό τοπίο διασπούν τη συγκέντρωση τόσο των θεατών όσο και των ηθοποιών, δυσκολεύοντας τη διατήρηση της δραματικής έντασης.

Όλα αυτά πρέπει να ειπωθούν χωρίς φόβο και πάθος, επειδή και η «ΚΑΡΥΑΤΙΔΑ!» του Γιώργου Καπουτζίδη δε γλυτώνει τις αρνητικές συνέπειες.

Ωστόσο, σύμφωνα με το κείμενο η έκτη Καρυάτιδα έχει επιστρέψει στην Ελλάδα, μετά από δεκαετίες αιχμαλωσίας στο Βρετανικό Μουσείο. Η επιστροφή αυτή θεωρείται ένα μοναδικό γεγονός, καθώς η Καρυάτιδα θεωρείται σύμβολο του πολιτισμού και της ιστορίας της χώρας μας. Αυτή η Καρυάτιδα συγκεντρώνει τα πλήθη θεατρόφιλων, όπου παίζεται και, μπορεί ο Καπουτζίδης να είναι ένας τηλεοπτικός πετυχημένος συγγραφέας, πασίγνωστος στο ελληνικό κοινό, αγαπητός και δικαίως δημοφιλής, με τη συγγραφή θεατρικών έργων τελευταία, καταφέρνει κάτι αξιοσημείωτο. Να σηκώσει τους θεατές από τον καναπέ τους και να τους στείλει στις θεατρικές αίθουσες.

Η έλευση σημαντικής μερίδας κοινού που δεν πηγαίνει συχνά στο θέατρο, μέσω παραστάσεων με «τηλεοπτική αισθητική» (αναγνωρίσιμοι ηθοποιοί – συγγραφείς από την τηλεόραση, γρήγοροι ρυθμοί, εύπεπτη πλοκή, σπαρταριστό χιούμορ), είναι ένα από τα πιο πολυσυζητημένα θέματα στον χώρο των παραστατικών τεχνών.

Το θέατρο απομυθοποιείται στα μάτια του κόσμου. Παύει να θεωρείται μια τέχνη ελιτίστικη για μυημένους θεατές ή οικονομικά ευκατάστατους.

Αυτό το νέο κοινό έρχεται σε επαφή με τη ζωντανή εμπειρία της σκηνής. Αυτό το πρώτο βήμα μπορεί να του ανοίξει δρόμο να αναζητήσει αργότερα πιο απαιτητικά έργα.

Εξάλλου, οι γεμάτες αίθουσες εξασφαλίζουν θέσεις εργασίας και καλύτερες αμοιβές για ηθοποιούς, τεχνικούς και λοιπούς συντελεστές παραστάσεων.

Βέβαια, οι παραγωγοί κυνηγώντας το εύκολο κέρδος, ενδέχεται να επενδύουν μόνο σε εμπορικά θεάματα, αφήνοντας χωρίς στέγη και χρηματοδότηση νέους δημιουργούς, κλασικά κείμενα ή πρωτοποριακές ομάδες.

Η τηλεοπτική αισθητική, εντέλει, λειτουργεί ως γέφυρα. Το αν αυτή η γέφυρα θα οδηγήσει σε ένα ουσιαστικό, μόνιμο κοινό ή στην εμπορευματοποίηση της τέχνης εξαρτάται από τους ίδιους τους δημιουργούς: αν χρησιμοποιήσουν την προσέλευση του κόσμου για να του δείξουν κάτι βαθύτερο, το κέρδος για το θέατρο είναι τεράστιο.

Στη συγκεκριμένη κωμωδία με σατιρική πρόθεση του Γιώργου Καπουτζίδη, η υπουργός Πολιτισμού, Αλεξάνδρα Βελλή, προετοιμάζεται για την επίσημη παρουσίασή της στους δημοσιογράφους, όμως το σχέδιο ανατρέπεται και όλα πηγαίνουν λάθος από την αδεξιότητά της. Η ανατροπή αυτή προκαλεί μια σειρά από σουρεαλιστικές καταστάσεις και κωμικές ανατροπές.

Η «Καρυάτιδα!» ακολουθεί τα βήματα από τη μια πλευρά μιας Υπουργού Πολιτισμού (Αγορίτσα Οικονόμου), ενός Πρωθυπουργού (Στέλιος Ξανθουδάκης), της συμβούλου του (Μαρία Φιλίνη), ενός αρχηγού ακροδεξιού κόμματος στην κυβέρνηση (Δρόσος Σκώτης) και από την άλλη πλευρά, ακολουθεί τη ρότα του τίμιου γραμματέα της Υπουργού (Στέλιος Ιακωβίδης ), μιας νεαρής αρχαιολόγου (Ασημίνα Αναστασοπούλου) που είναι γραμματέας της Υπουργού και ενός νεαρού που ντύνεται Καρυάτιδα (Σωτήρης Μανίκας) και ποζάρει με τους τουρίστες.

Αυτοί οι πολύ ανθρώπινοι χαρακτήρες κλείνονται σε ένα δωμάτιο και τσακώνονται για το πώς θα διαχειριστούν το θέμα μιας κατεστραμμένης Καρυάτιδας. Και αυτό που εκτυλίσσεται σ’ ένα φανταστικό δωμάτιο ενός φανταστικού υπουργείου είναι τόσο κοντά στην πραγματικότητα της Ελλάδας, που, παρά το άφθονο γέλιο στο σενάριο, καταντά σχεδόν επαχθές.

Όμως, μια πολιτική σάτιρα θεωρείται επιτυχημένη και ποιοτική όταν καταφέρνει να συνδυάσει το χιούμορ με την ουσιαστική κοινωνική και πολιτική κριτική, αποφεύγοντας τον ευτελισμό ή την απλή εμπάθεια ή τον σκόπιμο διδακτισμό.

Ξεπερνά την επιφανειακή διακωμώδηση και εστιάζει στις πολιτικές πράξεις, την υποκρισία, τις αντιφάσεις και τη δημαγωγία. Χρησιμοποιεί την ειρωνεία, την υπερβολή και την αλληγορία, για να αποκαλύψει παρασκηνιακές αλήθειες.

Η καλή σάτιρα βασίζεται σε μια βαθιά κατανόηση της επικαιρότητας και της ανθρώπινης ψυχολογίας. Το αιχμηρό αστείο στηλιτεύει διεφθαρμένες καταστάσεις, επειδή ο αποδέκτης αναγνωρίζει σε αυτό μια πυρηνική αλήθεια που συχνά δε λέγεται ανοιχτά στον δημόσιο λόγο.

Δε λειτουργεί ως κομματικό εργαλείο ή προπαγάνδα. Ακόμη κι αν ο δημιουργός έχει προσωπικές πολιτικές πεποιθήσεις, η σάτιρα οφείλει να ασκεί κριτική σε κάθε μορφή εξουσίας, ανεξαρτήτως ιδεολογικού χώρου. Ο στόχος της δεν είναι απλώς το γέλιο, αλλά η αφύπνιση, ο προβληματισμός και η αμφισβήτηση του status quo. Προκαλεί το κοινό να σκεφτεί κριτικά για τα κοινά, χωρίς όμως να καταλήγει σε στείρο μηδενισμό.

«Η Καρυάτιδα!» του Γιώργου Καπουτζίδη ευφυώς δε μένει στην επιφανειακή χαρά της επιστροφής ενός μνημείου, αλλά σχολιάζει δηκτικά τον τρόπο με τον οποίο το πολιτικό σύστημα και τα ΜΜΕ σπεύδουν να καπηλευτούν ένα εθνικό γεγονός για ψηφοθηρικούς και επικοινωνιακούς λόγους. Αποκαλύπτει την αντίφαση ανάμεσα στην επιφανειακή πρόβα «εθνικής υπερηφάνειας» και στην παρασκηνιακή μικροπολιτική σκοπιμότητα.

Η σάτιρα εδώ λειτουργεί μέσα από την αμήχανη σύγκρουση: από τη μία πλευρά το «απαστράπτον σύμβολο» του αρχαίου πολιτισμού και από την άλλη τα κωμικοτραγικά αντανακλαστικά, η προχειρότητα και η γραφειοκρατία της σύγχρονης Ελλάδας. Το φαντασιακό μεγαλείο συγκρούεται με τη νεοελληνική καθημερινότητα.

Το κέντρο βάρους της κριτικής δεν πέφτει στους απλούς πολίτες, αλλά στους μηχανισμούς εξουσίας, στους πολιτικούς που ετοιμάζουν λόγους, στα δημοσιογραφικά επιτελεία που στήνουν το «θέαμα» και στη συστηματική τάση της πολιτείας να μετατρέπει μια ιστορική στιγμή σε επικοινωνιακό φιάσκο.

Η πρόθεση του συγγραφέα δεν είναι ο μηδενισμός, αλλά ο καθρέφτης. Το κοινό γελά με τις οικείες παθογένειες, αναγνωρίζοντας ότι η τάση να αυτοϋπονομευόμαστε ως χώρα είναι σχεδόν «εθνικό σπορ».

Παρόλο που το έργο γέρνει δραματουργικά προς τηλεοπτική κωμωδία καταστάσεων, η σκηνοθέτρια Κατερίνα Μαυρογεώργη δημιουργεί το κατάλληλο πλαίσιο και σκηνοθετεί εύστοχα μία σατιρική κωμωδία, δίνοντας τη δυνατότητα στους ηθοποιούς να αναδείξουν το ταλέντο τους.

Η υποκριτική ομάδα συνθέτει ένα άρτιο σύνολο και δίνει την αίσθηση ενός πλήρως ενορχηστρωμένου θεατρικού σχήματος δίνοντας επί σκηνής τον καλύτερό της εαυτό.

Η μοναδική Αγορίτσα Οικονόμου είναι απολαυστική στον ρόλο της υπουργού Πολιτισμού, Αλεξάνδρας Βελλή, ενώ με τον ξεχωριστό Στέλιο Ιακωβίδη, συνθέτουν ένα ταιριαστό και εξαιρετικά κωμικό δίδυμο. Στον ρόλο του βοηθού της Υπουργού Πολιτισμού, τον Παναγιώτη, αποκαλύπτει με ευφυή και θαυμάσιο τρόπο όλες τις αδυναμίες και τις παθογένειες που διατρέχουν το πολιτικό πλαίσιο, ιδίως όταν αυτό καλείται να διαχειριστεί μια τόσο σοβαρή και ευαίσθητη θεσμική θέση.

Ακολουθούν όλοι οι καλοί ηθοποιοί που στελεχώνουν τον θίασο, ως μια πηγή αβίαστου γέλιου με τον άψογο συγχρονισμό τους, τη χημεία που γεννά η καλή συνεργασία, το συνταίριασμα στους τόνους και στο ύφος που απαιτεί το κείμενο.

Τα σκηνικά της Άρτεμης Φλέσσα και τα κοστούμια της Ιφιγένειας Νταουντάκη, εξυπηρετούν τη δράση και την περιοδεία του έργου.

Η μουσική του Larry Gus γεμίζει την παράσταση με ενέργεια και σύγχρονο παλμό. Συνδέει παρελθόν και παρόν με παιχνιδιάρικη διάθεση.

Η Σοφία Πάσχου στη κίνηση προσέδωσε στο θίασο ρυθμό, αρμονία και ένα αίσθημα ελευθερίας, που παρασύρει και το κοινό.

Τέλος, η Βάσια Ατταριάν σχεδίασε τους φωτισμούς σύμφωνα με τις σκηνοθετικές οδηγίες.

«Με αυτήν εδώ βγάζεις είκοσι χιλιάδες κομματάκια! Να μου την έδιναν εμένα, ξέρεις πόσα λεφτά θα μπορούσα να βγάλω που έσπασε; 
Μα αυτή είναι ανεκτίμητη!
Τι ανεκτίμητη βρε κορίτσι μου!; Για ποιόν; Για εσένα; Ρώτα όποιον θέλεις εδώ έξω! Τι θα προτιμούσε μέσα στο σπίτι του; Αυτό το ερείπιο ή πενήντα χιλιάδες ευρώ; Βάζω στοίχημα οτι όλοι θα παίρναν τα λεφτά! 
Εγώ όχι! 
Εσύ είσαι χαζή!» 

Έξυπνη και ιδιαίτερα αστεία είναι η συμμετοχή στο τέλος της παράστασης μέσω προβολής βίντεο του ίδιου του Γιώργου Καπουτζίδη, πλάι στον Αλέξη Κωστάλα, ο οποίος καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης δανείζει τη φωνή του στα ηχητικά μηνύματα που ακούγονται, προσθέτοντας μια έξτρα δόση χιούμορ και αυτοσαρκασμού.

Εν πολλοίς, πρόκειται για μια ευθύβολη -γιατί όχι μαύρη- κωμωδία, σαρκαστική και καυστική, αφιερωμένη στην ιστορικά εγνωσμένη ικανότητα του τόπου μας να μπλέκει σε κωμικοτραγικές καταστάσεις, ένα κείμενο που ξεχειλίζει σπιρτάδα, στοχευμένη κριτική και μπόλικο χιούμορ με την υπογραφή του ευφυούς Γιώργου Καπουτζίδη.

Συντελεστές

Κείμενο: Γιώργος Καπουτζίδης
Σκηνοθεσία: Κατερίνα Μαυρογεώργη
Σύμβουλος δραματουργίας-Καλλιτεχνικός συνεργάτης: Αντώνης Αντωνόπουλος
Σκηνικά: Άρτεμις Φλέσσα
Κοστούμια: Ιφιγένεια Νταουντάκη
Μουσική: Larry Gus
Κίνηση: Σοφία Πάσχου
Φωτισμοί: Βάσια Ατταριάν
Σχεδιασμός βίντεο: Τάσος Γκολέτσος
Δραματολόγος παράστασης: Βιβή Σπαθούλα
Βοηθός σκηνοθέτιδος: Σοφία Σταθάτου
Βοηθός σκηνογράφου: Αγγελική Βασιλοπούλου-Καμπίτση
Βοηθός φωτίστριας: Σεραφείμ Ράδης
Βοηθός ενδυματολόγου: Αλεξάνδρα – Αναστασία Φτούλη
Β βοηθός σκηνοθέτιδος: Κορίνα Βεζυργιάννη
Σχεδιασμός κομμώσεων: Κωνσταντίνος Κολιούσης
Σχεδιασμός μακιγιάζ: Olga Faleichyk
Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή

Παίζουν (με αλφαβητική σειρά): Ασημίνα Αναστασοπούλου, Στέλιος Ιακωβίδης, Στέλιος Ξανθουδάκης, Αγορίτσα Οικονόμου, Δρόσος Σκώτης, Σταμάτης Φακορέλης, Μαρία Φιλίνη

Η παράσταση «Η Καρυάτιδα!» είχε παρουσιαστεί από το Εθνικό Θέατρο για πρώτη φορά
την περίοδο 2024-2025 και σε επανάληψη την περίοδο 2025-2026.
Η νέα παράσταση που βγαίνει σε καλοκαιρινή περιοδεία το 2026 πραγματοποιείται σε
συνεργασία της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ARK PRODUCTIONS E.E. και του Εθνικού Θεάτρου.

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα