«Αν είναι να μιλήσει κάποιος ας πει για την αγάπη»
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
Το έργο του Joël Pommerat «Τρέμω», του οποίου το νόημα αρχικά φαίνεται αινιγματικό, προσφέρεται από το ΚΘΒΕ στο κοινό ως μια πολιτική ερμηνεία, η οποία αποκαλύπτει τον ουτοπικό του χαρακτήρα, δηλαδή τη δραματουργική επεξεργασία μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, όπως διαδραματίζεται στη σκηνή του «Μικρού» της Μονής Λαζαριστών, σε σκηνοθεσία ΄Άρη Κακλέα και σε πρώτη πανελλήνια παρουσίαση.
Αυτή η σύνθετη σχέση αποδεικνύεται στην παραστατικότητά της, πιο γόνιμη από την έντονη αντίθεση που προβάλλει ο Σαρτρ στη θεωρία του για την ελευθερία και τη φαντασία, η οποία, παρά την φαινομενική της σαφήνεια, στην πραγματικότητα οδηγεί σε ανυπέρβλητες αντιφάσεις. Αντίθετα, η θεατρική τέχνη του Πομερά, μετά από προσεκτικότερη ανάλυση, αποκαλύπτει μια στενή συγγένεια με τους στοχασμούς του Φουκώ για τη μυθοπλασία και τις «Ετεροτοπίες».
Για τον Πομερά το θέατρο αποκαλύπτεται όχι τόσο ως μέσο για την επίτευξη ενός σκοπού, αλλά ως μια μορφή της ίδιας της πολιτικής, υπό την προϋπόθεση ότι το θεωρούμε, πέρα από τις κρίσεις και τις θέσεις που το θέτουν σε εφαρμογή, ως μια κοινή αμφισβήτηση δεδομένων .
Ένας κομπέρ (Δημήτρης Μορφακίδης) εμφανίζεται στη μισοσκότεινη σκηνή και υπόσχεται στους θεατές μια ιδιαίτερη βραδιά, στο τέλος της οποίας ο ίδιος θα πεθάνει μπροστά στα μάτια τους. Από εκείνη τη στιγμή ένας παράδοξος κόσμος ξετυλίγεται μέσω διαδοχικών σκηνών, παρουσιάζοντάς μας οικεία αλλά και παράξενα πρόσωπα. Ο ρεαλισμός συναντά το μεταφυσικό σε μια κινηματογραφική αφήγηση, με την οποία ο συγγραφέας επιχειρεί να συναντήσει την πραγματικότητα μέσω της μυθοπλασίας.
Βρισκόμαστε πραγματικά σε έναν χώρο παράστασης, έναν τόπο καλλιτεχνικής προσομοίωσης, όπου τίποτα δεν είναι όπως στην πραγματική ζωή κι όμως, τίποτα άλλο εκτός από την ίδια τη ζωή δεν αποτελεί το ουσιαστικό υλικό αυτού που παρουσιάζεται.
Στο «Τρέμω», ο συγγραφέας εξερευνά τις οικογενειακές και επαγγελματικές σχέσεις, τους αδυσώπητους μηχανισμούς τους και τις εύθραυστες ή προφανείς, μερικές φορές απροσδόκητες, συνδέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Σε όλα τα έργα του, εξάλλου, βρίσκεται στην καρδιά της οικογένειας και της οικειότητας και καταφέρνει να εκφράσει περισσότερο τον τρόπο που διεγείρει τα βαθύτερα συναισθήματα, ενώ η παραδοξότητα της σκηνής απηχεί μια εκπληκτική αποδοχή.
Στο παρόν έργο δεν υπάρχει κάποιο ενιαίο θέμα εκτός από το δεύτερο μέρος, όπου ένα επαναλαμβανόμενο ερώτημα, σχετικά με τους λόγους της σκληρότητας, πυροδοτεί μια συλλογή από πραγματικά σκληρές, γελοίες ή απατηλά ρεαλιστικές απαντήσεις.
Υποθέτω, ότι το εν λόγω θεατρικό επιλέχθηκε αφενός επειδή ήταν αμετάφραστο στα ελληνικά και αφετέρου για την ιδιαίτερη θεματική του, καθώς αποτελεί ένα έργο που διεισδύει στα προβλήματα των ανθρώπινων σχέσεων στην εποχή μας. Χαρακτηρίζεται από μια βαθιά υπαρξιακή αναζήτηση και αρθρώνει έναν ουσιαστικό κοινωνικοπολιτικό λόγο πάνω στην κατάσταση της σύγχρονης κοινωνίας, που αφορά και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.
Κατά τη μεταφραστική διαδικασία από τον Θοδωρή Καφάση, πιστεύω ότι λήφθηκαν υπ’ όψη τόσο τα μοναδικά χαρακτηριστικά του θεατρικού έργου, ως δραματικού κειμένου και διακριτού λογοτεχνικού είδους, με σεβασμό στις συμβάσεις του θεάτρου και τις ιδιαιτερότητες της θεατρικής μετάφρασης, όσο και η συγγραφική ιδιοπροσωπία του συγγραφέα.
Οπότε, αυτή η παράσταση είναι μια θεατρική εξερεύνηση του φόβου, της αβεβαιότητας και της ανθρώπινης ευαλωτότητας στη σύγχρονη κοινωνία.
Αντί να ακολουθεί μια παραδοσιακή γραμμική αφήγηση, το έργο παρουσιάζει μια σειρά από αποσπασματικές σκηνές που εξετάζουν διαφορετικές πτυχές του φόβου, τόσο προσωπικές όσο και συλλογικές.
Μέσα από εντυπωσιακά γραφικά, υποβλητικό ηχητικό σχεδιασμό και μινιμαλιστικό αλλά έντονο διάλογο, ο Πομερά βυθίζει το κοινό σε έναν κόσμο, όπου το άγχος και η αμφιβολία διαμορφώνουν τις ανθρώπινες αλληλεπιδράσεις.
Οι χαρακτήρες έρχονται αντιμέτωποι με υπαρξιακά ερωτήματα, μεταβαλλόμενες ταυτότητες και στιγμές ωμής συναισθηματικής έκθεσης, δημιουργώντας μια ανησυχητική ατμόσφαιρα που παραμένει και πέρα από τη σκηνή. Το έργο αμφισβητεί τις αντιλήψεις για σταθερότητα και έλεγχο, καταδεικνύοντας πώς ο φόβος εκδηλώνεται στις σχέσεις, τη δυναμική τής εξουσίας και τις κοινωνικές δομές.
Ο Άρης Κακλέας παρουσιάζει ένα απέραντο καμπαρέ, όπου το θέαμα της ζωής ξεδιπλώνεται σε όλο του το πάθος. Ένας άνθρωπος που σκέφτεται πώς θα τον δουν οι άλλοι μετά τον θάνατό του, ψυχαγωγεί το κοινό. Η σκηνοθεσία οδηγεί το έργο στο λογικό του τέλος, αναδεικνύοντας την έντονη ανησυχία αυτών των «καρναβαλικών» χαρακτήρων στη σκηνή του «Μικρού» της Μονής Λαζαριστών.
«Άκουσέ με προσεκτικά με όλα σου τα μάτια». Έτσι ξεκινά το θέαμα του δημιουργού που τρέμει μπροστά στο μέλλον.
Ο Πομερά εδώ, καταπιάνεται με τον επεμβατικό και συναρπαστικό κόσμο της εικόνας, που μας καταπίνει ολόκληρους στην εποχή μας. Ο συγγραφέας στη συνέχεια ξεστομίζει όλη τη βία που περιέχει αυτός ο παράξενος κόσμος. Με τον πιο οξύ κυνισμό, ο πρωταγωνιστής του έργου ενορχηστρώνει την παρέλαση όσων έρχονται να καταθέσουν και να ξορκίσουν τα βάσανά τους. Μόλις πεθάνει, θα είναι πιο εύκολο γι’ αυτόν να κάνει ένα βήμα πίσω από αυτόν τον κόσμο.
«Εν τω μεταξύ, πρέπει να γελάτε μέχρι να κλάψετε», μας διαβεβαιώνει ο οικοδεσπότης μπροστά στο βαθυκόκκινο φόντο. Μια ατμόσφαιρα καμπαρέ, στρας και γκλίτερ ενισχύουν τη θεατρική ψευδαίσθηση και συγκεντρώνουν την προσοχή μας στο θέαμα της βαρύτητας, δανεισμένο από την πραγματικότητα, μέσα από τα σκηνικά των Σάκη Μπιρμπίλη- Άρη Κακλέα ( ένα γυάλινο δάπεδο – καθρέπτης, μια κουρτίνα στραφταλιζέ – αυλαία κι ένα κανονικό φέρετρο) και τα φαντεζί κοστούμια της Θωμαΐδος Παπαδημητρίου.
Η αφήγηση, βιωμένη ή φανταστική για τους θεατές , εικονογραφημένη από ασυνήθιστα φυσιολογικούς χαρακτήρες, παίρνει τη διάσταση μιας θρυλικής ιστορίας. «Πού είναι οι ηγέτες των ιδεών;» αναρωτιέται ο ήρωας, καθώς ονειρεύεται έναν άλλο κόσμο και αδειάζει την απελπισία του με το «ποιος μπορεί πραγματικά να μας φροντίσει;» ή «και εσύ, θα ήθελες να φροντίσεις τους άλλους;»
Η μουσική του Γιώργου Πούλιου λειτουργεί ως στήριγμα, το μικρόφωνο ως μεγάφωνο, για να απαιτήσει την μέγιστη προσοχή μας.
Εικόνες και λόγια (μετάφραση Θοδωρής Καφάσης) από μια συνεδρία ύπνωσης, αποκαλύπτουν το μίσος που εμπεριέχεται στο μυαλό αυτού του ανθρώπου, εμφανίζονται με εκπληκτικό ρεαλισμό.
Η μαγεία του θεάματος κατακτά το κακό. Το κακό αναμειγνύεται με την τελειότητα του κόσμου, επειδή δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευχαρίστηση από το κακό. Η βλάβη, δηλαδή, που προκαλούμε στους άλλους, η οποία πηγάζει από την εξάρτηση από αυτούς, έρχεται στο φως.
Ορίζοντας τα περιγράμματα του ορατού ή του γελοίου, τα ηχητικά και φωτιστικά εφέ του Σάκη Μπιρμπίλη, συμβάλλουν στη σημασία του οράματός μας, στην εστίαση της προσοχής μας, με ακρίβεια.
Θραύσματα της προσωπικής ζωής σκηνοθετούνται στολισμένα με τραγούδια, ιστορίες και φευγαλέες στιγμές. Σεκάνς που πολλαπλασιάζονται για να ανακατασκευάσουν την «ταινία» της εσωτερικής ζωής σε όλες τις αντιφάσεις της. Το θέατρο ωθείται στο κατώφλι του κινηματογράφου και οι ουλές της βίας καίγονται στο ύφασμα.
Μερικές φορές, η βιαιότητα του κυνισμού αψηφά την κατανόηση. Το ότι η εικόνα είναι σοκαριστική είναι αναμφισβήτητο και ότι τα λόγια των πρωταγωνιστών -που προσβάλλουν τις ευαισθησίες μας- αναμφίβολα τροφοδοτούν τη συζήτηση, αλλά ο θεατρικός χώρος παραμένει ένα μέσο μετάδοσης.
Η μετάδοση μιας σκέψης συνεπάγεται την ευθύνη αυτού που την εκφράζει. Και μερικά σχόλια είναι ανατριχιαστικά. Προκλητικότητα, θα έλεγαν κάποιοι. Πιθανώς, αλλά πρέπει να διαθέτει κανείς τα εργαλεία για να διατηρήσει το ίδιο επίπεδο κατανόησης.
Και δεν είμαι σίγουρος ότι η ιδέα της καταπολέμησης της φωτιάς με φωτιά καθησυχάζει πραγματικά τις συνειδήσεις μας.
Η διακήρυξη εξωφρενικών «αληθειών» (ακόμα κι αν αυτός που τις διαδίδει τις αρνείται) και ο σεβασμός των «ειδικών στην ασχήμια» δε μου φαίνεται ο καλύτερος τρόπος για να αντισταθούμε στο κακό. Η εξύμνηση της κακίας, με την επιθυμία της να αναδείξει το υποκείμενο που μολύνει τις ανθρώπινες σχέσεις, προκειμένου να το αναφέρει και να το καταγγείλει, αφήνει μια πικρή γεύση.
Ωστόσο, τυλιγμένη στην ψυχαγωγία η σοβαρότητα της πραγματικότητας γίνεται υποφερτή. Και δεν είναι αυτή η μεγαλύτερη ατυχία; Θύματα της κοινωνίας, πώς νομίζετε τη συνέχειά σας όταν πεθάνετε;
Αυτό είναι το ερώτημα που θέτει αυτή η παράσταση, η οποία έχει το πλεονέκτημα ότι παίρνει μια ειλικρινή στάση για να ενθαρρύνει τον θεατή να αντιδράσει, χάρις της σκηνοθεσίας, των ερμηνειών του ανσάμπλ ηθοποιών του ΚΘΒΕ και των λοιπών συντελεστών.
Το έργο που μεταφράστηκε είναι χωρισμένο σε αυτοτελείς νοηματικά σκηνές, χωρίς αυστηρή χρονολογική εξέλιξη στην αλληλουχία τους. Ο λόγος είναι απλός και περιεκτικός, ενώ το κείμενο είναι γραμμένο με μια ποιητική σύνταξη, η οποία οδηγεί σε μια συγκεκριμένη ρυθμική εκφορά του λόγου.
Σε όλες σχεδόν τις σκηνές υπάρχουν διάλογοι και αλληλεπιδράσεις μεταξύ των χαρακτήρων. Εξίσου σημαντικοί, όμως, είναι και μονόλογοι που παρεμβάλλονται ανάμεσα στους διάλογους, καθώς δίνουν στους θεατές απαραίτητες πληροφορίες για την ψυχοσύνθεση των χαρακτήρων.
Αυτό που ξεχωρίζει στην παράσταση του ΚΘΒΕ είναι η άμεση συνομιλία των προσώπων (εξαιρετικοί όλοι οι ηθοποιοί του ΚΘΒΕ) με το κοινό. Το πρόσωπο που μιλάει – κάθε φορά – γυμνώνει την ψυχή του μπροστά στο κοινό, γεφυρώνοντας το χάσμα ανάμεσα στη σκηνή και στους θεατές, δημιουργώντας την ατμόσφαιρα της αμεσότητας και της οικειότητας που επιδιώκει ο συγγραφέας. Άλλωστε, και το ύφος του λόγου είναι οικείο, ζωντανό και ως επί το πλείστον εξομολογητικό.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο μονόλογος της «Γυναίκας σε κακό χάλι» (Ξένια Γραμματικού) και η έκκλησή της προς το κοινό: «Καλησπέρα κυρίες και κύριοι. Έχετε μήπως προσέξει κάτι, όπως και εγώ; Δεν έχουμε πια μέλλον! Μήπως το έχετε προσέξει; Όπως και εγώ;»
Η γραφή και το θέαμα αντλούν στοιχεία από προεγενέστερους δημιουργούς του Πομερά, που καλύπτουν ένα ευρύ χρονικό φάσμα και τα ενσωματώνουν σε έναν σύγχρονο και δραστικό θεατρικό λόγο.
Αποστολή εξετελέσθη κύριε Πομερά, κυρίες και κύριοι εκλεκτοί συντελεστές του θεάματος! Υποκλινόμαστε οι θεατές στους καλλιτέχνες που δίνουν φωνή στις σιωπές μας και απελευθερώνουν τις ανησυχίες όλων μας, για το μέλλον της ανθρωπότητας.
Σαν κατακλείδα αντιγράφω ένα απόσπασμα από το σκηνοθετικό σημείωμα: «Οι χαρακτήρες που εξερευνήσαμε με αυτήν την υπέροχη ομάδα συντελεστών και συνδημιουργών, σχοινοβατούν τρεμάμενοι μια τελευταία φορά, για χάρη του κοινού, αναζητώντας μάταια αυτό για το οποίο ο Μαγιακόφσκι στο «Γράμμα στον σύντροφο Καστρόφ απ’ το Παρίσι για την ουσία της αγάπης» θα γράψει πως θέτει ξανά σε λειτουργία της καρδιάς την παγωμένη μηχανή». Άρης Κακλέας.
Μομώ Βλάχου (Υπερήλικη γυναίκα, η μητέρα του παρουσιαστή, η εισαγγελέας, η πρώτη επισκέπτης), Ξένια Γραμματικού (Η γυναίκα σε κακό χάλι, η νεαρή γυναίκα, η πόρνη, η γυναίκα με τα φτερά), Τάρικ -Δημήτρης Ελ Φλάιτι (Ο άνθρωπος που δεν υπήρχε, ο άντρας βαμπίρ, ο αστυνομικός, ο αδελφός της γυναίκας σε κακό χάλι), Ελένη Θυμιοπούλου (Μια γυναίκα, η μητέρα της κοπέλας με το μακό, η μητέρα της γυναίκας σε κακό χάλι, η γοργόνα, η φωνή της προέδρου, η δεύτερη πολύ έγκυος γυναίκα, η τρίτη επισκέπτης), Δημήτρης Μορφακίδης (Παρουσιαστής, παιδί παρουσιαστής, θεατής, δικηγόρος/ παρουσιαστής), Ολυμπία Μπουλογεώργου (η κοπέλα με το μακό, η τρομοκράτισσα, η μάρτυρας, η αδελφή της γυναίκας σε κακό χάλι, η πρώτη πολύ έγκυος γυναίκα, η δεύτερη επισκέπτης), Γρηγόρης Παπαδόπουλος (Ο πιο πλούσιος άνθρωπος του κόσμου, ο πατέρας του παρουσιαστή, ο νονός, ο σωσίας του παρουσιαστή), Χρήστος Τσάβος (Λευκός Κλόουν, ο Άγνωστος άντρας, ψυχολόγος, ο πατέρας της γυναίκας σε κακό χάλι)
«Πιτσιμπούργκο» της Σώτης Τριανταφύλλου στο «Αντιγόνη Βαλάκου»
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
Ποιος θεωρείται μετανάστης; Έχει ο μετανάστης χρώμα; Έχει ταυτότητα; Πρώτα γίνεσαι φτωχός και μετά μετανάστης.
Η παλιά πληγή της μετανάστευσης σε μικρογραφία είναι το θέμα της ιστορίας της Σώτης Τριανταφύλλου με τον τίτλο Πιτσιμπούργκο. Πρόκειται για την αφαίμαξη από το πιο σημαντικό και ακμαίο δυναμικό του πληθυσμού της Ελλάδας, τους νέους της που έφευγαν για να βρουν μια καλύτερη τύχη σε όποια χώρα της πλατιάς ξενιτιάς, όπου έβρισκαν τόπο να δουλέψουν, να εξοντωθούν, να πεθάνουν και χάθηκαν απ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς να μάθει τίποτα κανείς γι’ αυτούς, ενώ άλλοι κατάφεραν να επιβιώσουν και να ζήσουν εκεί κι άλλοι να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και να συνεχίσουν με κάποια άνεση τη ζωή τους.
Το Πιτσιμπούργκο είναι ένα αφήγημα που περιλαμβάνει την αλληλογραφία ενός τέτοιου δυστυχισμένου νέου, νιόπαντρου, του Δημοσθένη, με τη γυναίκα το την Ελέγκω.
Ο Δημοσθένης από τη Χίο μεταναστεύει στο Πίτσμπουργκ, τη μεγαλύτερη πόλη στην αμερικανική Πενσυλβανία, η οποία θεωρείται η «Πόλη του Χάλυβα» για τις πάνω από 300 επιχειρήσεις της και «Πόλη των Γεφυρών» για τις 446 γέφυρές της, αφού είναι χτισμένη στη συμβολή τριών μεγάλων ποταμών. Στη Χίο δεν υπάρχει «μέλλο», όπως λέει ο Δημοσθένης, σεισμοί, ναυάγια, πειρατές και το χώμα «που ’ναι στέρφο».
Το αφήγημα, λόγω των ημερολογιακών καταγραφών του ζεύγους, μοιάζει και με ημερολόγιο, από το οποίο πληροφορούμαστε τις ένθεν και εκείθεν του μεσολαβούντος ωκεανού, δυστυχίες. Της πόλης που θα δώσει στον Δημοσθένη και στους άλλους εργάτες της βιομηχανίας τα μέσα για να ζήσουν και της γενέθλιας γης της Χίου, που δεν μπορεί να τους τα εξασφαλίσει. Το μεροκάματο του τρόμου καταλήγει στο ημερολόγιο της δυστυχίας, αλλά και της ιστορικής ενημέρωσης, αφού ο καθένας από την πλευρά του περιγράφει την κακή του μοίρα και οραματίζεται την ελπίδα που αργεί πολύ, μέσα σε μια κοινωνία που διαρκώς πάσχει από πόλεμο, φτώχεια, βία και δυστυχία.
Χίος 28 Μάρτη 1913. Η Ελέγκω παίρνει στα χέρια της το πρώτο γράμμα, έπειτα από οκτώμισι μήνες, από τον ξενιτεμένο στο Πίτσμπουργκ της Αμερικής άντρα της Δημοσθένη.
«Τίλως είσαι, Ελέγκω μου; Τρως; Κοιμάσαι; Αχ, να ’μουνα κει πέρα την Πρωτοχρονιά, να πηαίναμε στον Βροντάδο να τρώγαμε τα μαμούλια της Μαριόγκας!»
Μέσα από την αλληλογραφία τους ξεδιπλώνεται η ζωή στο νησί, αμέσως μετά την απελευθέρωσή του από τους Τούρκους.
Φτώχεια, πείνα, μπάρκα, προσφυγιά, αρρώστιες, μα και τηλέφωνα και κινηματόγραφος. Ένα νησί πληγωμένο και σαστισμένο.
«ΥΓ. Τώρα θυμήθηκα πως αυτοκίνητα έχομε κι εδώ, πάνε κι έρχονται σαν δαίμονες. Εγώ εν τα δα, μου το ’πε η Ειρήνη».
Από την άλλη, η βιομηχανική πόλη του Πίτσμπουργκ.
«Βρέχει νερό μαύρο, Ελέγκω μου, αφ’ τα εργοστάσια, καταλαβαίνεις».
«Αγαπημένη μου Ελέγκω, άργησα να σου γράψω γιατί εν ήβρισκα γραμματικό».
«Δημοστένη μου, μόλις έλαβα το γράμμα σου μου ’ρθε λιγοθυμιά».
Τα γράμματα πηγαινοέρχονται, ο Δημοσθένης γράφει τα προβλήματα της ζωής στο Πιτσιμπούργκο και η Ελέγκω παραπονιέται πως δεν της γράφει συχνά και ανησυχεί. Εκείνος την καθησυχάζει – είναι και τα γραμματόσημα ακριβά και κάνει οικονομίες, παράλληλα της δίνει συμβουλές τι να κάνει, τι να προσέχει, ποιον να αποφεύγει, για να μην της βγει κακό όνομα, κι εκείνη του γράφει να προσέχει γιατί φοβάται…
Εν πάση περιπτώσει, αυτή η αλληλογραφία φέρνει στην επιφάνεια το τι τράβηξε αυτός ο καημένος άνθρωπος και τι η οικογένειά του πίσω στο χωριό, στη Χίο, όπου ο αέρας μοσκοβολάει μαστίχα, ενώ στο Πιτσιμπούργκο μυρίζει χάλυβα.
Η συγγραφέας με τον τρόπο της θίγει το πολύ σοβαρό θέμα του μετανάστη, του φτωχού, του μόνου κι έρημου ανθρώπου, που αγωνιά γι’ αυτούς που άφησε πίσω του, ενώ εκείνος ξένος ανάμεσα σε ξένους και κάποιους Έλληνες –«Σλάβοι, Αράπηδες, Έλληνες, ένα και το αυτό»– αγωνιά να επιβιώσει στην άγνωστη, άγρια και αφιλόξενη γη.
Παράλληλα, αναφέρονται ήθη, έθιμα, απλά καθημερινά κουτσομπολιά, ευρύτερα πολιτικά, ο καιρός ή η δολοφονία τού βασιλιά και η θέση της γυναίκας:
«Δημοσθένη, Λες πως στο Πιτσιμπούργκο χιονίζει, αμ εδώ ήντα κάμνει; […] Σκοτώσανε και τον βασιλιά, λένε, το ’μαθες, Δημοσθένη μου; Εγώ τον βασιλιά εν τον ήξερα, αλλά για να τον σκοτώσουνε κάτι θα ’κανε… Εσύ Δημοσθένη μου, ήντα λες; Οι γυναίκες εν πρέπει να ’χουνε εμυαλό για τέτοια πράματα, βασιλιάδες, πολέμοι, αλλά, μες στη μοναξιά που με δέρνει και τον καμό, φοβούμαι ήμπα στο νησί έχουν έρθει οι βουρβούλακες κι έχει πέσει κατσικοποδιά […] έγινε κι άλλος σεισμός […] μια γίδα γέννησε τέρας δίχως μάτια…». Μέχρι και παράπονα του γράφει, γιατί ο Δημοσθένης είπε πως η Μαριόγκα κάνει τα «μαμούλια» καλύτερα από εκείνην. Με την ευκαιρία η Ελέγκω μάς δίνει τις λεπτομέρειες: ψιλοκόβει το αμύγδαλο, προσθέτει καρύδι, βάζει και μοσκοκάρφι: «Τίλως μπορείς να λες πως τα μαμούλια της Μαριόγκας είναι πεντανόστιμα;». Παράλληλα, λέει πως ο θείος θα την πάρει μαζί με τη Μαριόγκα να δούνε την Εσμέ την Τουρκοπούλα. «Αχ Δημοσθένη, να με πήαινες εσύ!». Αλλά σαν την Ελέγκω είναι κι άλλες πολλές που οι άντρες τους ταξιδεύουν με τα «παπόρια». «Ήντα παπόρια ήντα Πιτσιμπούργκο, καλύτερα το Πιτσιμπούργκο, που δεν θα ρουφήξει ποτές η θάλασσα».
Έτσι, εκκινώντας από το προσωπικό, στη δραματοποιημένη λογοτεχνία, η σκηνοθέτρια Αρκαδία Ψάλτη, σταδιακά απλώνει την αφήγηση στο γενικό κακό, εκείνο από το οποίο υποφέρει η ελληνική οικογένεια, η φτωχή επαρχία, η Ευρώπη που ετοιμάζεται για πόλεμο, αλλά και στην Πενσυλβανία, όπου η ζωή είναι τρόμος, σκληρή δουλειά, αμφίβολη βελτίωση, υπόκοσμος και ύποπτος πλουτισμός.
Όπως βλέπουμε από τον διάλογο, η εξομολόγηση, το παράπονο, η περιγραφή, η εξήγηση, η ερμηνεία, η κοινωνική παρατήρηση, ό,τι κι αν δείχνει αυτή η αλληλογραφία, είναι μια καταγραφή των προβλημάτων που αρχίζει με εστίαση πάνω σε ένα οικογενειακό θέμα, για να ανοίξει σε έναν ευρύτερο κοινωνικό κύκλο, στη Χίο ή στο Πίτσμπουργκ, και στη συνέχεια στον κόσμο όλο, με τον πόλεμο ενόψει.
Το γλωσσικό ιδίωμα, η ντοπιολαλιά της Χίου, προσδίδει αληθοφάνεια στον ιδιαίτερο, μεταποιημένο λόγο των αλληλογράφων, οι οποίοι πέρα από την ιδιάζουσα λέξη αποδεικνύονται άριστοι στη σύνταξη. Αυτό, βέβαια, οφείλεται στην ικανότητα της συγγραφέως, η οποία έχει συγγράψει πάνω από σαράντα βιβλία και ξέρει πολύ καλά πώς να μεταβάλει τον διάλογο δύο επαρχιωτών σε απλό, κατανοητό, γοητευτικό και συγκινητικό λογοτεχνικό λόγο.
Η συγκεκριμένη θέση του Δημοσθένη και της Ελέγκως είναι θέμα που δεν αφορά μόνο τη Χίο, αλλά όλη την Ελλάδα, όλον τον κόσμο, που μεταναστεύει στην υπερατλαντική χώρα της ευκαιρίας.
Η Αρκαδία Ψάλτη σκηνοθετεί με τρυφερότητα το κείμενο της Σώτης Τριανταφύλλου Πιτσιμπούργκο, και οι δύο νέοι και καλοί ηθοποιοί Τζωρτζίνα Λιώση και Σταμάτης Μπάκνης, ζωντανεύουν στη σκηνή μοναδικά μια ιστορία αγάπης στη διάρκεια του πρώτου μεγάλου μεταναστευτικού κύματος από την Ελλάδα προς την Αμερική.
Το αφήγημα είναι γραμμένο στο χαρακτηριστικό Χιώτικο γλωσσικό ιδίωμα, μια γλώσσα εύληπτη και άμεσα συνδεδεμένη με την αρχαία ελληνική.
Όλα τα επιστολικά μυθιστορήματα καλούν τον αναγνώστη – θεατή, να ανασυστήσει, μέσα από ενδείξεις της αλληλογραφίας, τη ροή των γεγονότων, ως σκιώδης αφηγητής μιας ανείπωτης ιστορίας.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, η επιστολική μορφή του έργου και το κυρίως προσωπικό περιεχόμενο των γραμμάτων, γεννούν μια εντύπωση αδιάκριτης παρέμβασης στις ζωές των άλλων. Σαν να ανοίγεις στα κρυφά ξένους φακέλους. Γοητευτική τακτική, από την πλευρά του συγγραφέα. Από την πλευρά του αναγνώστη – θεατή, , η ψυχολογική ένταση ενισχύει την εμπλοκή.
Η σκηνοθέτρια δηλώνει – σε συνέντευξή της – για το έργο και την παράσταση: «Το έργο διαδραματίζεται το 1913, στην Χίο. Αμέσως μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων και πληθυσμιακών μετακινήσεων.
Κάθε χρόνο 25.000 άνθρωποι εγκαταλείπουν μια χώρα οικονομικά εξουθενωμένη και πολιτικά αβέβαιη. Μπαίνουν στα καράβια να κυνηγήσουν το αμερικάνικο όνειρο που υπόσχεται ευκαιρίες πλούτου και ευημερία. Ελπίζουν σε καλύτερη ζωή για αυτούς και τις οικογένειές τους και λειώνουν και στραγγίζονται στις μεγάλες βιομηχανικές πόλεις.
Το όνειρο αποδεικνύεται εφιάλτης. Ευτυχώς υπάρχει αλληλεγγύη και στήριξη ανάμεσα στους συμπατριώτες, που τους δυναμώνει. Έτσι καταφέρνουν να κάνουν κοινότητες και μέσα από μια πολύ σκληρή ζωή να ορθοποδήσουν. Πόσο μακρινό είναι όλο αυτό; Πόσο όμοιες εικόνες και καταστάσεις υπάρχουν σήμερα; Σε ποια θέση είμαστε; Η ηθική μας πως πλάθεται; Πως αξιολογούμε και ιεραρχούμε τις ανάγκες μας; Τι πιστεύουμε ότι μπορεί να είναι τελικά η σανίδα της σωτηρίας μας, αν αυτή υπάρχει; Αυτά και ίσως κι άλλα τα ερωτηματικά, που ο καθένας δίνει τις δικές του απαντήσεις και έτσι προχωράει η ζωή όπως προχωράει. Τα υστερινά τιμούν τα πρώτα. Το παρελθόν έχει τις απαντήσεις για το μέλλον».
Γραμμένο με έναν λόγο καθαρό, με στοιχεία Χιώτικης ντοπιολαλιάς, με πολύ ενδιαφέρουσα ροή, κινηματογραφικές περιγραφές και με δυνατές σκηνές που συνδυάζουν την συγκίνηση και το κωμικό στοιχείο σε τέλεια αρμονία, το έργο δε μας προσφέρει απλώς την τοιχογραφία μιας εποχής, αλλά κυρίως, μας μιλά για τους επιζήσαντες και τους αδικοχαμένους μιας γενιάς που όρθωσε ανάστημα, σε μια από τις πλέον δύσκολες περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Μιας γενιάς που πέρασε πολλά σ’ αυτόν τον κακοτράχαλο δρόμο της ξενιτιάς, έχασε πολλά και θυσίασε πολλά, που πληγώθηκε, αδικήθηκε, περιπλανήθηκε, υποτιμήθηκε, βίωσε ρατσισμό και εξευτελισμούς, μα αγωνίστηκε μέχρι τέλους για να σταθεί στα πόδια της και να επιβιώσει.
Αυτή η γενιά μνημονεύεται με τρόπο ευαίσθητο και σεβαστικό μέσα από το αφήγημα της Σώτης Τριανταφύλλου και πραγματικά αυτή η μνεία της αξίζει, όπως αξίζουν συγχαρητήρια στους συντελεστές της ιδιαίτερης αυτής παράστασης.
Οι καθηλωτικές «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη στο «Αντιγόνη Βαλάκου»
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Συγκινητική, συναρπαστική, σαγηνευτική η παράσταση του Δημήτρη Σαμόλη που, πέρα από το όποιο μάθημα – σπουδή σε γονείς, σε εφήβους, σε άνδρες, στην ελληνική κοινωνία, είναι κι ένα όψιμο μνημόσυνο στον φονευθέντα από νταήδες Κρητικούς αγριάνθρωπους συμφοιτητές του, για τον άδικο θάνατό του, για την τιμωρία- χάδι που τους επιβλήθηκε, ύστερα από πολλά χρόνια αναβολής της δίκης. Κι ο ηθικός αυτουργός; Τίποτα! Κύριος!
Η ομοφοβία δεν είναι έμφυτη. Διδάσκεται! Είναι ένας συνδυασμός κοινωνικής πίεσης για συμμόρφωση και προσωπικής ανασφάλειας απέναντι στην ελευθερία του άλλου να αυτοπροσδιορίζεται.
Ο Δημήτρης Σαμόλης, ένας ιδιαίτερα ταλαντούχος ηθοποιός και τραγουδιστής, επέλεξε να μιλήσει με ειλικρίνεια και τόλμη για κάποια πράγματα που προφανώς τον αφορούν. Πράγματα που συνέβησαν στο πρόσφατο παρελθόν και απ’ ό,τι φαίνεται εξακολουθούν να συμβαίνουν.
Στο πρώτο του θεατρικό έργο, βάζει στο μικροσκόπιο την «αγία ελληνική οικογένεια», τη ζωή στην επαρχία και τον εκφοβισμό σε ένα συνταρακτικό μονόλογο-κατάθεση. Οι «Στρακαστρούκες» είναι μια καθηλωτική ελεγεία αγάπης για την ανθρώπινη φύση, αλλά και ένα φωτεινό βέλος σε αυτά που μας πόνεσαν βαθιά.
Η επίσημη πρώτη του έργου πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2023 στο θέατρο «Μικρό Γκλόρια» στην Αθήνα.
Η παράσταση γνώρισε τεράστια επιτυχία (sold out) από την πρώτη κιόλας χρονιά, γεγονός που την οδήγησε να συνεχίσει για τρεις συνεχόμενες σεζόν (2023-24, 2024-25 και 2025-26) και στις μέρες μας περιοδεύει τη χώρα.
Ο έφηβος Κωνσταντής, το μικρότερο παιδί μιας οικογένειας που αποτελείται από τις τέσσερις μεγαλύτερες αδελφές του, οι οποίες τον αγαπούν και τον προστατεύουν από τη μητέρα του, για την οποία δεν μαθαίνουμε πολλά, και από έναν πατέρα στα όρια του κακοποιητή, έναν αψύ Κρητικό μεγαλωμένο στη κακοφορμισμένη κρητική παράδοση που θέλει κυρίαρχο το αρσενικό σε όλα τα καθωσπρέπει της, έναν τυποποιημένο γονέα, που δεν περιμένει πια από τον γιό του όλα όσα, συνήθως, κάνουν περήφανους πατεράδες σαν κι αυτόν.
Ο Κωνσταντής, όμως, κακοποιείται καθημερινά και από τους νταήδες του σχολείου του, που του έχουν βγάλει το παρατσούκλι «Μπέντζι», το οποίο ενίοτε μετατρέπεται στο πιο θηλυκό «Μπεντζίνα», και του απευθύνουν σκληρά σεξουαλικά, άκρως προσβλητικά πειράγματα, που για κάποιο λόγο οι Έλληνες πάντα θεωρούσαν ότι έχουν το δικαίωμα να ξεστομίζουν.
Η καθημερινότητά του είναι βασανιστική, οι συμμαθητές του τού κάνουν τη ζωή μαρτύριο, πάντα με την ανοχή των καθηγητών. Κοντολογίς, όλα όσα περνάνε κάποια αγόρια στα σχολεία όταν ορισμένα χαρακτηριστικά τους προδίδουν το διαφορετικό ή όταν αυθαίρετα τους αποδίδονται ερωτικές προτιμήσεις αντίθετες από τις «κανονικές» των περισσότερων.
Ο Κωνσταντής «αποδρά» από την κόλαση που βιώνει είτε χάρη στην πλούσια φαντασία του, καθώς ονειρεύεται ένα μέλλον σπουδαίο και λαμπερό, είτε μέσα από τη μουσική, μαζί με τον κολλητό του, τον Ασκομπαντούρα, έναν άλλο αποσυνάγωγο, για διαφορετικούς από εκείνον λόγους.
Ωστόσο, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να «ανδρωθεί». Μια από τις πρακτικές που ακολουθεί είναι να συμμετέχει στην προετοιμασία του ρουκετοπόλεμου της Ανάστασης, ώστε να ανέβει στα μάτια των συμμαθητών του, μήπως και ξεφύγει από το bullying, τα χυδαία λόγια και από την καζούρα.
Φτάνει στο σημείο να σχεδιάζει σχέση με μια συμμαθήτριά του, τη Σωτηρούλα, ώστε να έχει κι αυτός το κορίτσι του.
Η αδεξιότητά του, βέβαια, φέρνει εντελώς άλλα αποτελέσματα, καθώς λίγο πριν την Ανάσταση, τη βραδιά που ετοιμάζεται να της δώσει το πρώτο φιλί, αντί να της προσφέρει καραμέλες που έχει στην τσέπη του, κατά λάθος της δίνει μια χούφτα στρακαστρούκες από τη λάθος τσέπη. Η Σωτηρούλα χάνει το δόντι της κι εκείνος την ευκαιρία να αναβαθμιστεί στα μάτια των άλλων αγοριών.
Με αυτό το πανέξυπνο εύρημα ξεκινάει ουσιαστικά ο μονόλογος του Κωνσταντή, που ξεδιπλώνει μια ζωή ενοχών, φόβου, τρόμου και βαθιάς απαξίωσης από τον πατέρα του, έναν άνθρωπο που φέρει το δικό του «τραύμα», καθώς τον είχε κάποτε ταπεινώσει μπροστά σε όλο το χωριό ο δικός του πατέρας, με αποτέλεσμα να είναι σκληρός και μονίμως προσβλητικός απέναντι στον γιο του.
Ο Δημήτρης Σαμόλης ξεπροβάλλει από ένα όρθιο κιβώτιο (σκηνογραφία Λουκάς Μπάκας), γεμάτο άλλα κουτιά, αναπόσπαστα υλικά της μνήμης, σαν ο Κωνσταντής να αναδύεται μέσα από τον μικρόκοσμό του, και με μοναδικό κωμικό μπρίο, χρησιμοποιώντας κρητική προφορά, αφηγείται τον κακό χαμό που ακολούθησε το χάσιμο του δοντιού της Σωτηρούλας.
Ο ήρωας που γεννάνε οι λέξεις του Δημήτρη Σαμόλη δε φλυαρεί, θυμάται. Δεν ομολογεί, εξομολογείται. Δεν ομιλεί, συνομιλεί. Μας αποκαλύπτει την ιστορία του, που σχεδόν την ξέρουμε, σχεδόν την έχουμε ξανακούσει, σχεδόν την έχουμε αποφύγει και σχεδόν την έχουμε πετάξει στο μπαούλο της λήθης.
Μια γνώριμη ιστορία που ζωντανεύει ένας καταιγιστικός μονόλογος, του οποίου η μόνη αγωνία είναι να βγουν από το κουτί οι μνήμες μας, όποιες κι αν είναι, οι στιγμές που έχουμε καταπιεστεί μέσα στην « παραδοσιακή ελληνική κοινωνία», που ό,τι δε δέχεται, ό,τι δε χωράει στα ασφαλή σύνορα της συνηθίζει να το πνίγει, να το καταπιέζει, να το εξουσιάζει, να το εξαφανίζει.
Έτσι, από την πρώτη κιόλας σκηνή, κατακτάει το ενδιαφέρον του κοινού, το οποίο στο υπόλοιπο της παράστασης κυριολεκτικά κρέμεται από τα χείλη του.
Η ιστορία που ακολουθεί είναι η αφήγηση ενός πονεμένου παιδιού που αυτοσαρκάζεται για να εξιλεωθεί απέναντι σε έναν πατέρα και μια κοινωνία, ακόμα και απέναντι στον εαυτό του, επειδή τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα περίμεναν.
Ο σκηνοθέτης Μάριος Κακουλλής αφήνει ελεύθερο τον Δημήτρη Σαμόλη να πλάσει με ανάσες, λέξεις και δικές του νότες, έναν πραγματικό ήρωα που σκαλίζει τη μνήμη μας, αλλά και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, πότε με χιούμορ και πότε με αυτό το μούδιασμα που προκαλούν στα αυτιά μας οι στρακαστρούκες, καθώς συγκρούονται με την κανονικότητα.
Ο Δημήτρης Σαμόλης φαντάζεται, φτιάχνει και παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο ήρωα. Η αφήγησή του είναι τέτοια που στη σκηνή βρίσκουν χώρο και οι υπόλοιποι ήρωες, κι ας μην έχουν φυσική παρουσία.
Η ιστορία του ξεκινάει ως μια γλυκόπικρη ανάμνηση των παιδικών του χρόνων για να γίνει μια πλημμύρα συναισθημάτων, για τον ίδιο αλλά και για το κοινό, για την καταπίεση που έχουμε νιώσει οι ίδιοι, για την βία που είδαμε αλλά δεν κάναμε αρκετά, ή και τίποτα, για τις ιστορίες που έχουν βγει από την ειδησεογραφία.
Κι όλα αυτά χωρίς διάθεση καταγγελίας ή διδακτισμού, αλλά με τον ήρωα να εκφράζει το παράπονό του. Το γιατί του, σε μια καλοστημένη παράσταση -περφόρμανς, έμπλεη ευρημάτων και εξαιρετικής ερμηνείας.
Οι «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη δεν είναι ένα παραδοσιακό μάθημα, αλλά ένα τραγούδι-μανιφέστο για την αυτοπεποίθηση, την αποδοχή της διαφορετικότητας και τη δύναμη του να «κάνεις θόρυβο» με την προσωπικότητά σου.
Το τραγούδι προτρέπει τον ακροατή να αγκαλιάσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ακόμα και αυτά που οι άλλοι μπορεί να θεωρούν «περίεργα» ή «υπερβολικά.
Αν και ξεκινά από το άτομο, το τραγούδι συχνά λειτουργεί ως ένας ύμνος για όλους όσοι νιώθουν έξω από τας κελύφη των κανόνων, θυμίζοντάς τους ότι δεν είναι μόνοι.
Οι «Στρακαστρούκες», εντέλει, διδάσκουν πως η μεγαλύτερη επανάσταση είναι να είσαι ο εαυτός σου σε έναν κόσμο που προσπαθεί να σε κάνει ίδιο με όλους τους άλλους, με τα πρέπει, δηλαδή τη βία.
Αν μένει κάτι στο θυμικό όλων των θεατών από την σπουδαία αυτή δουλειά, στην κάθε φορά ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα, είναι σίγουρα το σπαρακτικό φινάλε. Ανατριχιαστικό, συγκλονιστικό, ένα δυνατό ράπισμα στον καθωσπρεπισμό που επιβάλει μια στημένη από δόγματα και από κακοφορμισμένες συνήθειες κανονικότητα, και που σαπίζει συνειδήσεις. Δυστυχώς, η αφύπνιση έρχεται όταν είναι πια αργά… πολύ αργά.
Ο Αρχέλαος Γρανάς πλέκει το εγκώμιο της Εύας Οικονόμου – Βαμβακά
Η Εύα Οικονόμου Βαμβακά θα είναι και για τα επόμενα τρία χρόνια στη θέση της καλλιτεχνικής διευθύντριας του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας, όπως αποφάσισε την Τρίτη (17/3) κατά πλειοψηφία το διοικητικό συμβούλιο του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Για το θέμα μίλησε στην ΕΡΑ Καβάλας, ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., Αρχέλαος Γρανάς.
Με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους
«Στην τελευταία συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας κάναμε την επιλογή του καλλιτεχνικού διευθυντή για την επόμενη τριετία. Με μυστική ψηφοφορία προέκυψαν 7 ψήφοι για την κ. Οικονόμου Βαμβακά, οπότε με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους. Εκείνο που επικράτησε είναι ότι έχει την καλλιτεχνική εμπειρία, διετέλεσε ξανά καλλιτεχνική διευθύντρια, έχει διοικητικές και οργανωτικές ικανότητες, έχει αποστολή να φέρει το θέατρο κοντά στην κοινωνία. Υπάρχει συνεργασία με τα σχολεία, με τους τοπικούς φορείς, με τους πολιτιστικούς οργανισμούς και προωθεί και τη θεατρική παιδεία. Έχει καλή δικτύωση με διάφορους παραγωγούς, αλλά και με άλλα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. της χώρας και συνεργασίες που έχει αναπτύξει με αυτούς. Όλα αυτά εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. και την επιλέξαμε για ακόμη μία τριετία», ανέφερε σχετικά ο κ. Γρανάς.
”Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε…”
”Έχει ικανότητες για να παίρνει αποφάσεις και να επιλύει προβλήματα που δημιουργούνται ούτως ή άλλως σε τέτοιες περιπτώσεις. Όλα αυτά επίσης εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία μας. Όχι ότι και οι άλλοι υποψήφιοι που ανέπτυξαν εν ολίγοις τα δικά τους επιχειρήματα δεν ήταν καλοί, αλλά εφόσον είμαστε ευχαριστημένοι από την προηγούμενη θητεία της κ. Οικονόμου Βάμβακα της εμπιστευτήκαμε και πάλι τη νέα τριετία ως καλλιτεχνική διευθύντρια στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας και έτσι έληξε η ιστορία αυτή. Δεν ήταν τόσο η αμφισβήτηση της καλλιτεχνικής διεύθυνσης, αλλά όσον αφορά τη νομιμότητα των διαδικασιών. Εφόσον πλέον έγιναν όλα νόμιμα και κανείς δεν μπορεί να πει τίποτα, προχωράμε. Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε”, επισήμανε καταληκτικά ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας.
Ο ιστότοπός μας χρησιμοποιεί cookies. Ορισμένα από αυτά είναι απαραίτητα για τη λειτουργία της ιστοσελίδας μας και άλλα μας βοηθούν να παρέχουμε το μέγιστο των υπηρεσιών μας. Επιλέξτε εσείς ποια cookies αποδέχεστε, τα οποία μπορείτε να αλλάξετε οποιαδήποτε στιγμή.
Αποδοχή
Αλλαγή ρυθμίσεων
Cookie Box Settings
Απόρρητο
Cookie Box Settings
Απόρρητο
Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας
Επιλέξτε εσείς ποια cookies αποδέχεστε.
Ωστόσο, ορισμένα από αυτά είναι αναγκαία για την σωστή λειτουργία της ιστοσελίδας και μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα ορισμένες λειτουργίες να μην είναι πλέον διαθέσιμες. Για πληροφορίες σχετικά με τη διαγραφή των cookies, συμβουλευτείτε τη λειτουργία βοήθειας του προγράμματος περιήγησης.
Μάθετε περισσότερα σχετικά με τα cookies που χρησιμοποιούμε κάνοντας κλικ εδώ
Εδώ μπορείτε να ενεργοποιήσετε ή να απενεργοποιήσετε διαφορετικούς τύπους cookies:
Η ιστοσελίδα θα:
Remember which cookies group you accepted
Αποθηκεύει την ρύθμιση προτιμήσεων των cookies
Επιτρέπει τα cookies περιοδικής λειτουργείας
Πιστοποιεί ότι είστε συνδεμένος στον λογαριασμό σας
Αποθηκεύει την επιλεγμένη γλώσσα
Συγκεντρώνει πληροφορίες τι έχετε εισάγει στις φόρμες επικοινωνίας
Η ιστοσελίδα δεν θα:
Αποθηκεύσει τα στοιχεία της σύνδεσης σας
Αποθηκεύσει τις ρυθμίσεις των μέσων κοινωνικής δικτύωσης
Αποθηκεύσει την επιλεγμένη περιοχή και χώρα σας
Εντοπίσει τις σελίδες επισκέψεων και την αλληλεπίδραση σας με αυτές
Εντοπίσει την τοποθεσία και την περιοχή σας με βάση την διεύθυνση IP
Εντοπίσει τον χρόνο που δαπανάται σε κάθε σελίδα
Προσαρμόσει τις πληροφορίες και τη διαφήμιση στα ενδιαφέροντά σας με βάση π.χ. το περιεχόμενο που έχετε επισκεφτεί προηγουμένως
Συγκεντρώσει στοιχεία προσωπικής ταυτοποίησης, όπως όνομα και τοποθεσία.
Η ιστοσελίδα θα:
Remember which cookies group you accepted
Αποθηκεύει την ρύθμιση προτιμήσεων των cookies
Επιτρέπει τα cookies περιοδικής λειτουργείας
Πιστοποιεί ότι είστε συνδεμένος στον λογαριασμό σας
Αποθηκεύει την επιλεγμένη γλώσσα
Συγκεντρώνει πληροφορίες τι έχετε εισάγει στις φόρμες επικοινωνίας
Αποθηκεύσει τις ρυθμίσεις των μέσων κοινωνικής δικτύωσης
Αποθηκεύσει την επιλεγμένη περιοχή και χώρα σας.
Η ιστοσελίδα δεν θα:
Εντοπίσει τις σελίδες επισκέψεων και την αλληλεπίδραση σας με αυτές
Εντοπίσει την τοποθεσία και την περιοχή σας με βάση την διεύθυνση IP
Εντοπίσει τον χρόνο που δαπανάται σε κάθε σελίδα
Προσαρμόσει τις πληροφορίες και τη διαφήμιση στα ενδιαφέροντά σας με βάση π.χ. το περιεχόμενο που έχετε επισκεφτεί προηγουμένως
Συγκεντρώσει στοιχεία προσωπικής ταυτοποίησης, όπως όνομα και τοποθεσία.
Η ιστοσελίδα θα:
Remember which cookies group you accepted
Αποθηκεύει την ρύθμιση προτιμήσεων των cookies
Επιτρέπει τα cookies περιοδικής λειτουργείας
Πιστοποιεί ότι είστε συνδεμένος στον λογαριασμό σας
Αποθηκεύει την επιλεγμένη γλώσσα
Συγκεντρώνει πληροφορίες τι έχετε εισάγει στις φόρμες επικοινωνίας
Αποθηκεύσει τις ρυθμίσεις των μέσων κοινωνικής δικτύωσης
Αποθηκεύσει την επιλεγμένη περιοχή και χώρα σας
Εντοπίσει τις σελίδες επισκέψεων και την αλληλεπίδραση σας με αυτές
Εντοπίσει την τοποθεσία και την περιοχή σας με βάση την διεύθυνση IP
Εντοπίσει τον χρόνο που δαπανάται σε κάθε σελίδα
Η ιστοσελίδα δεν θα:
Προσαρμόσει τις πληροφορίες και τη διαφήμιση στα ενδιαφέροντά σας με βάση π.χ. το περιεχόμενο που έχετε επισκεφτεί προηγουμένως
Συγκεντρώσει στοιχεία προσωπικής ταυτοποίησης, όπως όνομα και τοποθεσία.
Η ιστοσελίδα θα:
Remember which cookies group you accepted
Αποθηκεύσει τις ρυθμίσεις των μέσων κοινωνικής δικτύωσης
Αποθηκεύσει την επιλεγμένη περιοχή και χώρα σας
Εντοπίσει τις σελίδες επισκέψεων και την αλληλεπίδραση σας με αυτές
Εντοπίσει την τοποθεσία και την περιοχή σας με βάση την διεύθυνση IP
Εντοπίσει τον χρόνο που δαπανάται σε κάθε σελίδα
Προσαρμόσει τις πληροφορίες και τη διαφήμιση στα ενδιαφέροντά σας με βάση π.χ. το περιεχόμενο που έχετε επισκεφτεί προηγουμένως
Συγκεντρώσει στοιχεία προσωπικής ταυτοποίησης, όπως όνομα και τοποθεσία.
You must be logged in to post a comment Login