Connect with us

Πολιτισμός

«Τρέμω» του Ζοέλ Πομμερά, από το ΚΘΒE, σε σκηνοθεσία- δραματουργική επεξεργασία Άρη Κακλέα

«Τρέμω»-του-Ζοέλ-Πομμερά,-από-το-ΚΘΒe,-σε-σκηνοθεσία-δραματουργική-επεξεργασία-Άρη-Κακλέα

 

«Αν είναι να μιλήσει κάποιος ας πει για την αγάπη»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Το έργο του Joël Pommerat «Τρέμω», του οποίου το νόημα αρχικά φαίνεται αινιγματικό, προσφέρεται από το ΚΘΒΕ στο κοινό ως μια πολιτική ερμηνεία, η οποία αποκαλύπτει τον ουτοπικό του χαρακτήρα, δηλαδή τη δραματουργική επεξεργασία μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, όπως διαδραματίζεται στη σκηνή του «Μικρού» της Μονής Λαζαριστών, σε σκηνοθεσία ΄Άρη Κακλέα και σε πρώτη πανελλήνια παρουσίαση.

 Αυτή η σύνθετη σχέση αποδεικνύεται στην παραστατικότητά της, πιο γόνιμη από την έντονη αντίθεση που προβάλλει ο Σαρτρ στη θεωρία του για την ελευθερία και τη φαντασία, η οποία, παρά την φαινομενική της σαφήνεια, στην πραγματικότητα οδηγεί σε ανυπέρβλητες αντιφάσεις. Αντίθετα, η θεατρική τέχνη του Πομερά, μετά από προσεκτικότερη ανάλυση, αποκαλύπτει μια στενή συγγένεια με τους στοχασμούς του Φουκώ για τη μυθοπλασία και τις «Ετεροτοπίες».

 Για τον Πομερά το θέατρο αποκαλύπτεται όχι τόσο ως μέσο για την επίτευξη ενός σκοπού, αλλά ως μια μορφή της ίδιας της πολιτικής, υπό την προϋπόθεση ότι το θεωρούμε, πέρα ​​από τις κρίσεις και τις θέσεις που το θέτουν σε εφαρμογή, ως μια κοινή αμφισβήτηση δεδομένων .

Ένας κομπέρ (Δημήτρης Μορφακίδης) εμφανίζεται στη μισοσκότεινη σκηνή και υπόσχεται στους θεατές μια ιδιαίτερη βραδιά, στο τέλος της οποίας ο ίδιος θα πεθάνει μπροστά στα μάτια τους. Από εκείνη τη στιγμή ένας παράδοξος κόσμος ξετυλίγεται μέσω διαδοχικών σκηνών, παρουσιάζοντάς μας οικεία αλλά και παράξενα πρόσωπα. Ο ρεαλισμός συναντά το μεταφυσικό σε μια κινηματογραφική αφήγηση, με την οποία ο συγγραφέας επιχειρεί να συναντήσει την πραγματικότητα μέσω της μυθοπλασίας.

 Βρισκόμαστε πραγματικά σε έναν χώρο παράστασης, έναν τόπο καλλιτεχνικής προσομοίωσης, όπου τίποτα δεν είναι όπως στην πραγματική ζωή κι όμως, τίποτα άλλο εκτός από την ίδια τη ζωή δεν αποτελεί το ουσιαστικό υλικό αυτού που παρουσιάζεται. 

Στο «Τρέμω», ο συγγραφέας εξερευνά τις οικογενειακές και επαγγελματικές σχέσεις, τους αδυσώπητους μηχανισμούς τους και τις εύθραυστες ή προφανείς, μερικές φορές απροσδόκητες, συνδέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Σε όλα τα έργα του, εξάλλου, βρίσκεται στην καρδιά της οικογένειας και της οικειότητας και καταφέρνει να εκφράσει περισσότερο τον τρόπο που διεγείρει τα βαθύτερα συναισθήματα, ενώ η παραδοξότητα της σκηνής απηχεί μια εκπληκτική αποδοχή.

Στο παρόν έργο δεν υπάρχει κάποιο ενιαίο θέμα εκτός από το δεύτερο μέρος, όπου ένα επαναλαμβανόμενο ερώτημα, σχετικά με τους λόγους της σκληρότητας, πυροδοτεί μια συλλογή από πραγματικά σκληρές, γελοίες ή απατηλά ρεαλιστικές απαντήσεις.

Υποθέτω, ότι το εν λόγω θεατρικό επιλέχθηκε αφενός επειδή ήταν αμετάφραστο στα ελληνικά και αφετέρου για την ιδιαίτερη θεματική του, καθώς αποτελεί ένα έργο που διεισδύει στα προβλήματα των ανθρώπινων σχέσεων στην εποχή μας. Χαρακτηρίζεται από μια βαθιά υπαρξιακή αναζήτηση και αρθρώνει έναν ουσιαστικό κοινωνικοπολιτικό λόγο πάνω στην κατάσταση της σύγχρονης κοινωνίας, που αφορά και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.

Κατά τη μεταφραστική διαδικασία από τον Θοδωρή Καφάση, πιστεύω ότι λήφθηκαν υπ’ όψη τόσο τα μοναδικά χαρακτηριστικά του θεατρικού έργου, ως δραματικού κειμένου και διακριτού λογοτεχνικού είδους, με σεβασμό στις συμβάσεις του θεάτρου και τις ιδιαιτερότητες της θεατρικής μετάφρασης, όσο και η συγγραφική ιδιοπροσωπία του συγγραφέα.

Οπότε, αυτή η παράσταση είναι μια θεατρική εξερεύνηση του φόβου, της αβεβαιότητας και της ανθρώπινης ευαλωτότητας στη σύγχρονη κοινωνία.

Αντί να ακολουθεί μια παραδοσιακή γραμμική αφήγηση, το έργο παρουσιάζει μια σειρά από αποσπασματικές σκηνές που εξετάζουν διαφορετικές πτυχές του φόβου, τόσο προσωπικές όσο και συλλογικές.

Μέσα από εντυπωσιακά γραφικά, υποβλητικό ηχητικό σχεδιασμό και μινιμαλιστικό αλλά έντονο διάλογο, ο Πομερά βυθίζει το κοινό σε έναν κόσμο, όπου το άγχος και η αμφιβολία διαμορφώνουν τις ανθρώπινες αλληλεπιδράσεις.

 Οι χαρακτήρες έρχονται αντιμέτωποι με υπαρξιακά ερωτήματα, μεταβαλλόμενες ταυτότητες και στιγμές ωμής συναισθηματικής έκθεσης, δημιουργώντας μια ανησυχητική ατμόσφαιρα που παραμένει και πέρα ​​από τη σκηνή. Το έργο αμφισβητεί τις αντιλήψεις για σταθερότητα και έλεγχο, καταδεικνύοντας πώς ο φόβος εκδηλώνεται στις σχέσεις, τη δυναμική τής εξουσίας και τις κοινωνικές δομές.

Ο Άρης Κακλέας παρουσιάζει ένα απέραντο καμπαρέ, όπου το θέαμα της ζωής ξεδιπλώνεται σε όλο του το πάθος. Ένας άνθρωπος που σκέφτεται πώς θα τον δουν οι άλλοι μετά τον θάνατό του, ψυχαγωγεί το κοινό. Η σκηνοθεσία οδηγεί το έργο στο λογικό του τέλος, αναδεικνύοντας την έντονη ανησυχία αυτών των «καρναβαλικών» χαρακτήρων στη σκηνή του «Μικρού» της Μονής Λαζαριστών.

«Άκουσέ με προσεκτικά με όλα σου τα μάτια». Έτσι ξεκινά το θέαμα του δημιουργού που τρέμει μπροστά στο μέλλον.

 Ο Πομερά εδώ, καταπιάνεται με τον επεμβατικό και συναρπαστικό κόσμο της εικόνας, που μας καταπίνει ολόκληρους στην εποχή μας. Ο συγγραφέας στη συνέχεια ξεστομίζει όλη τη βία που περιέχει αυτός ο παράξενος κόσμος. Με τον πιο οξύ κυνισμό, ο πρωταγωνιστής του έργου ενορχηστρώνει την παρέλαση όσων έρχονται να καταθέσουν και να ξορκίσουν τα βάσανά τους. Μόλις πεθάνει, θα είναι πιο εύκολο γι’ αυτόν να κάνει ένα βήμα πίσω από αυτόν τον κόσμο.

«Εν τω μεταξύ, πρέπει να γελάτε μέχρι να κλάψετε», μας διαβεβαιώνει ο οικοδεσπότης μπροστά στο βαθυκόκκινο φόντο. Μια ατμόσφαιρα καμπαρέ, στρας και γκλίτερ ενισχύουν τη θεατρική ψευδαίσθηση και συγκεντρώνουν την προσοχή μας στο θέαμα της βαρύτητας, δανεισμένο από την πραγματικότητα, μέσα από τα σκηνικά των Σάκη Μπιρμπίλη- Άρη Κακλέα ( ένα γυάλινο δάπεδο – καθρέπτης, μια κουρτίνα στραφταλιζέ – αυλαία κι ένα κανονικό φέρετρο) και τα φαντεζί κοστούμια της Θωμαΐδος Παπαδημητρίου.

Η αφήγηση, βιωμένη ή φανταστική για τους θεατές , εικονογραφημένη από ασυνήθιστα φυσιολογικούς χαρακτήρες, παίρνει τη διάσταση μιας θρυλικής ιστορίας. «Πού είναι οι ηγέτες των ιδεών;» αναρωτιέται ο ήρωας, καθώς ονειρεύεται έναν άλλο κόσμο και αδειάζει την απελπισία του με το «ποιος μπορεί πραγματικά να μας φροντίσει;» ή «και εσύ, θα ήθελες να φροντίσεις τους άλλους;»

Η μουσική του Γιώργου Πούλιου λειτουργεί ως στήριγμα, το μικρόφωνο ως μεγάφωνο, για να απαιτήσει την μέγιστη προσοχή μας.

 Εικόνες και λόγια (μετάφραση Θοδωρής Καφάσης) από μια συνεδρία ύπνωσης, αποκαλύπτουν το μίσος που εμπεριέχεται στο μυαλό αυτού του ανθρώπου, εμφανίζονται με εκπληκτικό ρεαλισμό.

 Η μαγεία του θεάματος κατακτά το κακό. Το κακό αναμειγνύεται με την τελειότητα του κόσμου, επειδή δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευχαρίστηση από το κακό. Η βλάβη, δηλαδή, που προκαλούμε στους άλλους, η οποία πηγάζει από την εξάρτηση από αυτούς, έρχεται στο φως.

Ορίζοντας τα περιγράμματα του ορατού ή του γελοίου, τα ηχητικά και φωτιστικά εφέ του Σάκη Μπιρμπίλη, συμβάλλουν στη σημασία του οράματός μας, στην εστίαση της προσοχής μας, με ακρίβεια.

Θραύσματα της προσωπικής ζωής σκηνοθετούνται στολισμένα με τραγούδια, ιστορίες και φευγαλέες στιγμές. Σεκάνς που πολλαπλασιάζονται για να ανακατασκευάσουν την «ταινία» της εσωτερικής ζωής σε όλες τις αντιφάσεις της. Το θέατρο ωθείται στο κατώφλι του κινηματογράφου και οι ουλές της βίας καίγονται στο ύφασμα.

Μερικές φορές, η βιαιότητα του κυνισμού αψηφά την κατανόηση. Το ότι η εικόνα είναι σοκαριστική είναι αναμφισβήτητο και ότι τα λόγια των πρωταγωνιστών -που προσβάλλουν τις ευαισθησίες μας- αναμφίβολα τροφοδοτούν τη συζήτηση, αλλά ο θεατρικός χώρος παραμένει ένα μέσο μετάδοσης.

Η μετάδοση μιας σκέψης συνεπάγεται την ευθύνη αυτού που την εκφράζει. Και μερικά σχόλια είναι ανατριχιαστικά. Προκλητικότητα, θα έλεγαν κάποιοι. Πιθανώς, αλλά πρέπει να διαθέτει κανείς τα εργαλεία για να διατηρήσει το ίδιο επίπεδο κατανόησης.

 Και δεν είμαι σίγουρος ότι η ιδέα της καταπολέμησης της φωτιάς με φωτιά καθησυχάζει πραγματικά τις συνειδήσεις μας.

Η διακήρυξη εξωφρενικών «αληθειών» (ακόμα κι αν αυτός που τις διαδίδει τις αρνείται) και ο σεβασμός των «ειδικών στην ασχήμια» δε μου φαίνεται ο καλύτερος τρόπος για να αντισταθούμε στο κακό. Η εξύμνηση της κακίας, με την επιθυμία της να αναδείξει το υποκείμενο που μολύνει τις ανθρώπινες σχέσεις, προκειμένου να το αναφέρει και να το καταγγείλει, αφήνει μια πικρή γεύση.

 Ωστόσο, τυλιγμένη στην ψυχαγωγία η σοβαρότητα της πραγματικότητας γίνεται υποφερτή. Και δεν είναι αυτή η μεγαλύτερη ατυχία; Θύματα της κοινωνίας, πώς νομίζετε τη συνέχειά σας όταν πεθάνετε;

Αυτό είναι το ερώτημα που θέτει αυτή η παράσταση, η οποία έχει το πλεονέκτημα ότι παίρνει μια ειλικρινή στάση για να ενθαρρύνει τον θεατή να αντιδράσει, χάρις της σκηνοθεσίας, των ερμηνειών του ανσάμπλ ηθοποιών του ΚΘΒΕ και των λοιπών συντελεστών.

Το έργο που μεταφράστηκε είναι χωρισμένο σε αυτοτελείς νοηματικά σκηνές, χωρίς αυστηρή χρονολογική εξέλιξη στην αλληλουχία τους. Ο λόγος είναι απλός και περιεκτικός, ενώ το κείμενο είναι γραμμένο με μια ποιητική σύνταξη, η οποία οδηγεί σε μια συγκεκριμένη ρυθμική εκφορά του λόγου.

 Σε όλες σχεδόν τις σκηνές υπάρχουν διάλογοι και αλληλεπιδράσεις μεταξύ των χαρακτήρων. Εξίσου σημαντικοί, όμως, είναι και μονόλογοι που παρεμβάλλονται ανάμεσα στους διάλογους, καθώς δίνουν στους θεατές απαραίτητες πληροφορίες για την ψυχοσύνθεση των χαρακτήρων.

Αυτό που ξεχωρίζει στην παράσταση του ΚΘΒΕ είναι η άμεση συνομιλία των προσώπων (εξαιρετικοί όλοι οι ηθοποιοί του ΚΘΒΕ) με το κοινό. Το πρόσωπο που μιλάει – κάθε φορά – γυμνώνει την ψυχή του μπροστά στο κοινό, γεφυρώνοντας το χάσμα ανάμεσα στη σκηνή και στους θεατές, δημιουργώντας την ατμόσφαιρα της αμεσότητας και της οικειότητας που επιδιώκει ο συγγραφέας. Άλλωστε, και το ύφος του λόγου είναι οικείο, ζωντανό και ως επί το πλείστον εξομολογητικό.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο μονόλογος της «Γυναίκας σε κακό χάλι» (Ξένια Γραμματικού) και η έκκλησή της προς το κοινό: «Καλησπέρα κυρίες και κύριοι. Έχετε μήπως προσέξει κάτι, όπως και εγώ; Δεν έχουμε πια μέλλον! Μήπως το έχετε προσέξει; Όπως και εγώ;»

 Η γραφή και το θέαμα αντλούν στοιχεία από προεγενέστερους δημιουργούς του Πομερά, που καλύπτουν ένα ευρύ χρονικό φάσμα και τα ενσωματώνουν σε έναν σύγχρονο και δραστικό θεατρικό λόγο.

Αποστολή εξετελέσθη κύριε Πομερά, κυρίες και κύριοι εκλεκτοί συντελεστές του θεάματος! Υποκλινόμαστε οι θεατές στους καλλιτέχνες που δίνουν φωνή στις σιωπές μας και απελευθερώνουν τις ανησυχίες όλων μας, για το μέλλον της ανθρωπότητας.

Σαν κατακλείδα αντιγράφω ένα απόσπασμα από το σκηνοθετικό σημείωμα: «Οι χαρακτήρες που εξερευνήσαμε με αυτήν την υπέροχη ομάδα συντελεστών και συνδημιουργών, σχοινοβατούν τρεμάμενοι μια τελευταία φορά, για χάρη του κοινού, αναζητώντας μάταια αυτό για το οποίο ο Μαγιακόφσκι στο «Γράμμα στον σύντροφο Καστρόφ απ’ το Παρίσι για την ουσία της αγάπης» θα γράψει πως θέτει ξανά σε λειτουργία της καρδιάς την παγωμένη μηχανή». Άρης Κακλέας.

Συντελεστές

Μετάφραση: Θοδωρής Καφάσης, Σκηνοθεσία- Δραματουργική επεξεργασία: Άρης Κακλέας, Σκηνικά: Σάκης Μπιρμπίλης- Άρης Κακλέας, Κοστούμια: Θώμις Παπαδημητρίου, Μουσική: Γιώργος Πούλιος, Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης, Βίντεο: Τατιάνα Υφαντή, Βοηθός σκηνοθέτη, Βοηθός σκηνογράφου-ενδυματολόγου: Μαίρη Ανδρέου, Οργάνωση παραγωγής: Αθανασία Ανδρώνη, Άννα Μαρία Γάτου, Φωτογραφίες: Mike Rafail | That long black cloud

*Βοηθός σκηνογράφου/ ενδυματολόγου (στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης): Εμμανουέλα Νταλιάνη, Χριστίνα Γεωργιάδου

Διανομή

Μομώ Βλάχου (Υπερήλικη γυναίκα, η μητέρα του παρουσιαστή, η εισαγγελέας, η πρώτη επισκέπτης), Ξένια Γραμματικού (Η γυναίκα σε κακό χάλι, η νεαρή γυναίκα, η πόρνη, η γυναίκα με τα φτερά), Τάρικ -Δημήτρης Ελ Φλάιτι (Ο άνθρωπος που δεν υπήρχε, ο άντρας βαμπίρ, ο αστυνομικός, ο αδελφός της γυναίκας σε κακό χάλι), Ελένη Θυμιοπούλου (Μια γυναίκα, η μητέρα της κοπέλας με το μακό, η μητέρα της γυναίκας σε κακό χάλι, η γοργόνα, η φωνή της προέδρου, η δεύτερη πολύ έγκυος γυναίκα, η τρίτη επισκέπτης), Δημήτρης Μορφακίδης (Παρουσιαστής, παιδί παρουσιαστής, θεατής, δικηγόρος/ παρουσιαστής), Ολυμπία Μπουλογεώργου (η κοπέλα με το μακό, η τρομοκράτισσα, η μάρτυρας, η αδελφή της γυναίκας σε κακό χάλι, η πρώτη πολύ έγκυος γυναίκα, η δεύτερη επισκέπτης), Γρηγόρης Παπαδόπουλος (Ο πιο πλούσιος άνθρωπος του κόσμου, ο πατέρας του παρουσιαστή, ο νονός, ο σωσίας του παρουσιαστή), Χρήστος Τσάβος (Λευκός Κλόουν, ο Άγνωστος άντρας, ψυχολόγος, ο πατέρας της γυναίκας σε κακό χάλι)

 ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«ΠΕΡΣΕΣ» του Αισχύλου στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

«ΠΕΡΣΕΣ»-του-Αισχύλου-στο-Αρχαίο-Θέατρο-Φιλίππων

Η εμβληματική τραγωδία «ΠΕΡΣΕΣ» του Αισχύλου, που έγινε SOLD OUT  στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου,  σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη, έρχεται στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, το Σάββατο 22 και την Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Στην παράσταση πρωταγωνιστούν οι: Μαρία Ναυπλιώτου, Δημήτρης Καταλειφός, Αναστάσης Ροϊλός και Σταύρος  Σβήγκος, πλαισιωμένοι από έναν δυναμικό 18μελή Χορό.

Οι «Πέρσες» αποτελούν το αρχαιότερο σωζόμενο ολοκληρωμένο έργο της αρχαίας ελληνικής δραματουργίας και ταυτόχρονα την πρώτη θεατρική καταγραφή ιστορικών γεγονότων. Ο Αισχύλος, αυτόπτης μάρτυρας της Ναυμαχίας της Σαλαμίνας, δημιουργεί ένα «σκηνικό ρεπορτάζ» πολέμου, μόλις οκτώ χρόνια μετά την καταστροφή.

Ο Χρήστος Θεοδωρίδης προσεγγίζει το έργο ως μια βαθιά αντιπολεμική κραυγή, συνεχίζοντας τη σκηνοθετική του πορεία πάνω σε πολιτικά φορτισμένα και καίρια σύγχρονα ζητήματα.

«Αχ, μια φορά πόσο μεγάλη και γλυκιά ήταν στ’ αλήθεια η ζωή μας…»

Είκοσι δύο άνθρωποι περιμένουν τα νέα μιας συντελεσμένης καταστροφής. Όταν ο αγγελιοφόρος επιστρέφει από το μέτωπο, ο λόγος του δίνει μορφή στον φόβο: η απώλεια είναι απόλυτη. Το σώμα και η σκέψη παραλύουν. Καμία πράξη δεν μοιάζει δυνατή. Μόνο ο θρήνος απομένει.

«Αχ, αχ, μιλάς για των δικών μας τα σώματα…»

Ο θρήνος γίνεται συλλογικός, επίμονος, αδιαπραγμάτευτος. Για τους νεκρούς. Για το παρελθόν που χάθηκε. Για το μέλλον που βυθίστηκε μαζί τους.

«Τώρα πάει του βασιλιά μας η εξουσία…»

Στο επίκεντρο της παράστασης βρίσκεται ο άνθρωπος απέναντι στην απώλεια. Η «τραγωδία των ηττημένων» ανοίγει έναν διαχρονικό διάλογο: οι ηττημένοι δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν, αλλά σε κάθε εποχή, σε κάθε πλευρά. Τα ονόματα που αναζητά ο Χορός είναι τα ονόματα όλων όσοι χάθηκαν και συνεχίζουν να χάνονται στους πολέμους του κόσμου…

Είκοσι δύο ηθοποιοί, σε μια σκηνή σχεδόν γυμνή, συγκροτούν έναν Χορό-πρωταγωνιστή. Με εργαλεία τον λόγο, την κίνηση και τη μουσική, αποτυπώνουν το συλλογικό τραύμα μιας κοινωνίας που στέκεται μουδιασμένη μπροστά στην καταστροφή.

«Τόσοι άνθρωποι, να ξέρεις, ποτέ δεν χάθηκαν σε μία και μόνο μέρα…»

Μια παράσταση που στοχάζεται πάνω στη μνήμη και την ήττα, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την ακατάλυτη ανθρώπινη ανάγκη για δημοκρατία και δικαιοσύνη, μέσα σε έναν κόσμο που ολοένα και θεμελιώνει την εξουσία και την άκριτη υποταγή!

Διανομή:

Άτοσσα: Ναυπλιώτου Μαρία

Δαρείος: Καταλειφός  Δημήτρης

Ξέρξης: Ροϊλός Αναστάσης

Αγγελιοφόρος: Σβήγκος  Σταύρος

Χορός (αλφαβητικά):  Αλεξανδρόπουλος  Πάρης,  Δεληθανάση Αγγελική, Δερμεντζίδης  Κρητικός Γιώργος, Εξακοΐδης  Γιώργος , Θεμελή Ξένια,

Κισσανδράκης Γιώργος,  Κωνσταντινίδης Γιώργος,  Μακρής Ντένης,

Μανδρινός Δημήτρης, Μανωλάς Νίκος, Πατερμαλή Αγγελική,

Πίττα Τατιάνα- Άννα, Σακελλαριάδη Πέννυ, Σωτηροπούλου Σαββίνα

Τρυφουλτσάνης Βασίλης, Τσαλίκης Βασίλης , Φύτρος Σαμψών

Συντελεστές:

Μετάφραση: Παναγιώτης Μουλλάς 

Σκηνοθεσία: Χρήστος Θεοδωρίδης 

Δραματουργική επεξεργασία: Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου, Παύλος Σούλης, Χρήστος Θεοδωρίδης 

Φωτισμοί: Ιωάννα ΑθανασίουΤάσος Παλαιορούτας 

Μουσική: Jeph Vanger

Χορογραφία – Κίνηση: Ξένια Θεμελή 

Επιστημονικός σύμβουλος: Παύλος Σούλης

Βοηθός σκηνοθέτη: Ιάσονας Ασημακόπουλος

Βοηθός χορογράφου: Ελίνα Παντελεμίδου

Social Media – Διαφήμιση: Renegade Media

Graphic Design – Photography: Mike Rafail

Οργάνωση παραγωγής: Λαμπρίνα Καραγιαννίδου

Παραγωγή: Marossoulis Productions

Διάρκεια : 1.45΄

Ώρα έναρξης : 9. 00 μμ

Προπώληση : more.com

https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/summer/perses-periodeia

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

​«Τρωάδες» του Ευριπίδη στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

​«Τρωάδες»-του-Ευριπίδη-στο-Αρχαίο-Θέατρο-Φιλίππων

Το Εθνικό Θέατρο παρουσιάζει στις 29 Αυγούστου, στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, τις Τρωάδες του Ευριπίδη, σε μετάφραση Γιάννη Τσαρούχη και διασκευή—σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου. Το κατεξοχήν ανθρωποκεντρικό έργο του μεγάλου τραγικού ποιητή ζωντανεύει στην πρώτη επιδαύρια σκηνοθεσία της διακεκριμένης δημιουργού στην πλέον λυρική και συλλογική του διάσταση.

Ένα ensemble 22 ερμηνευτριών και ερμηνευτών —μεταξύ των οποίων μέλη των Εν Δυνάμει— διαφορετικών ηλικιών, με και χωρίς αναπηρία, με ζωντανή μουσική επί σκηνής, μέσα από τη συνύπαρξη διαφορετικών σωμάτων, φωνών και εμπειριών, καταθέτουν μια σκηνική αφήγηση με κέντρο τη μουσικότητα. 

Ένα ποιητικό και βαθιά πολιτικό σκηνικό ανέβασμα χωρίς αποκλεισμούς στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, που για πρώτη φορά στην ιστορία του καθίσταται προσβάσιμο και σε άτομα με αισθητηριακές —οπτικές και ακουστικές— αναπηρίες [31/7]. Μια ξεχωριστή σκηνική ανάγνωση για τη φρίκη και το παράλογο του πολέμου μέσα από το φίλτρο του θηλυκού σώματος, που διεκδικεί το δικαίωμα της επιλογής, ακόμη και όταν βρίσκεται υπό κατοχή.

Οι Τρωάδες της Ελένης Ευθυμίου δεν είναι μόνο τα όμορφα, υγιή κορμιά των προνομιούχων γυναικών της οικογένειας του Πρίαμου, που αναμένουν την τελική διαλογή. Είναι και σώματα –ανήλικα, ανάπηρα, ηλικιωμένα– που ούτε πριν τον πόλεμο αποφάσιζαν για τον εαυτό τους, ενώ σπάνια είχαν το προνόμιο της αφήγησης. Αιχμάλωτες μετά την άλωση της πόλης τους, οι Τρωάδες αναμετρώνται και με τις δικές τους ευθύνες, όταν η σιωπηρή αποδοχή του πολέμου αποκαλύπτει τις ολέθριες συνέπειές της. Είναι πια φανερό πως ούτε οι θεοί, ούτε ο μύθος, ούτε η μοίρα ορίζουν τη ζωή τους. Παρά την οδύνη και την απόγνωση μπροστά στην καταστροφή, οι Τρωάδες βιώνουν την απώλεια, μα δεν παραδίδονται. Οι λέξεις γίνονται τα όπλα της αντίστασής τους —έστω και την ύστατη αυτή στιγμή— απέναντι στη σκλαβιά και την απώλεια της ταυτότητας που η νέα πραγματικότητα τους επιφυλάσσει. Στέκουν όρθιες, βρίσκουν τη φωνή τους και σταδιακά το πένθος τους μετασχηματίζεται σε μια εύθραυστη αλλά επίμονη μορφή εξέγερσης, με την αλληλεγγύη να είναι πλέον η μεγαλύτερή τους δύναμη. 

Θα μπορέσουν άραγε οι καταπιεσμένες αυτού του κόσμου να ξανακερδίσουν το δικαίωμα της επιλογής; Να κραυγάσουν τον θυμό και το μίσος τους, να θρηνήσουν, να γελάσουν μες στο χάος και το αδιέξοδο; Θα επαναοικειοποιηθούν ποτέ οι γυναίκες της Τροίας τα σώματά τους;

Μετάφραση: Γιάννης Τσαρούχης
Διασκευή—Σκηνοθεσία: Ελένη Ευθυμίου
Σύμβουλος δραματουργίας: Σοφία Ευτυχιάδου
Σκηνικά: Ευαγγελία Κιρκινέ
Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Μουσική: Λευτέρης Βενιάδης
Κίνηση: Τάσος Παπαδόπουλος 
Φωτισμοί: Ζωή Μολυβδά – Φαμέλη
Σχεδιασμός ήχου: Σοφία Καμαγιάννη
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά 

Βοηθός σκηνοθέτριας: Θέμης Θεοχάρογλου
Βοηθός σκηνογράφου: Μαριάνθη Ράδου
Βοηθός ενδυματολόγου: Δέσποινα Μαρία Ζαχαρίου

Βοηθός φωτίστριας: Νατάσα Πετροπούλου 
Β βοηθός σκηνογράφου: Ταξιάρχης Χούμος 

Καλλιτεχνικές συνεργάτιδες για την υποστήριξη της ομάδας Εν Δυνάμει: Ελένη Ζαχοπούλου, Δάφνη Καφετζή, Αγγελική Τόμπρου 

Παίζουν (αλφαβητικά):  Αργύρης Ξάφης (Ταλθύβιος), Εύη Σαουλίδου (Ανδρομάχη), Νάνσυ Σιδέρη (Κασσάνδρα), Βασιλική Τρουφάκου (Ελένη), Λυδία Φωτοπούλου (Εκάβη), Γιώργος Χριστοδούλου (Μενέλαος)

Χορός: Μύριαμ Σοφία Αρτζανίδου, Μαρία Δαχλύθρα, Eλένη Δημοπούλου, Νίκος Κυπαρίσσης, Ειρήνη Κουρούβανη, Λωξάνδρα Λούκας, Λυγερή Μητροπούλου, Θεανώ Παπαβασιλείου, Κατερίνα Παπανδρέου, Νίκη Πεταλά, Χρύσα Τουμανίδου

Μαζί τους, στους ρόλους της νεαρής Πολυξένης και του μικρού Αστυάνακτα η Άνα Τζουλάκη Χριστοδούλου και ο Μιχάλης Μήτσης αντίστοιχα.

Μουσικοί επί σκηνής: Σοφία Καμαγιάννη (πιάνο), Γιώργος  Μπουκαούρης (κρουστά), Σοφιανός Πεσιρίδης (όμποε)

Φωτογραφίες: Karol Jarek

Τρέιλερ: Χρήστος Συμεωνίδης

Προπώληση εισιτηρίων: ticketservices.gr

Το Εθνικό Θέατρο επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Η ΚΑΡΥΑΤΙΔΑ!» του Γιώργου Καπουτζίδη σε περιοδεία

«Η-ΚΑΡΥΑΤΙΔΑ!»-του-Γιώργου-Καπουτζίδη-σε-περιοδεία

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

«Και αφού ήταν σπασμένη έτσι και αλλιώς! Να κοίτα, Παναγιώτη, και η μύτη της ήταν σπασμένη! Στους Άγγλους που την σπάσανε δεν είπε κανείς τίποτα! Όλα σε εμένα θα τα ρίξουν τώρα! Που δεν είναι καθόλου σωστό να σπας την μύτη του άλλου! Την ξένη μύτη! Αλλά φταίνε και οι Έλληνες! Να γυρίσουν πίσω τα μάρμαρα! Τι καταλάβατε; Μια χαρά ήμασταν και με το αντίγραφο. Το έβλεπα εγώ στην Ακρόπολη και έλεγα «Πω! Πω! Τι ωραίο!» Ωραίο; Πιο ωραίο από το αληθινό!»

Αλεξάνδρα Βελλή, Υπουργός Πολιτισμού πρώην τηλεοπτική δημοσιογράφος και παντρεμένη με τον αδελφό του μεγαλύτερου εμπόρου ναρκωτικών των Βαλκανίων!

Τι συμβαίνει όταν η χαμένη έκτη Καρυάτιδα επιστρέφει επιτέλους στην πατρίδα;
Η χώρα φοράει τα καλά της. Οι κάμερες στήνονται. Οι λόγοι ετοιμάζονται. Οι δηλώσεις ξαναγράφονται. Οι μηχανισμοί δουλεύουν υπερωρίες. Οι τόνοι ανεβαίνουν.
Και κάπου εκεί, η εθνική συγκίνηση συναντά την πολιτική παράνοια, η επίσημη γραμμή συγκρούεται με τα κρυφά παρασκήνια και η Ελλάδα κάνει αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα: να μετατρέπει το μεγαλείο σε φιάσκο και το φιάσκο σε γελαστικό
θέαμα.

Με αφορμή μια εξαιρετική θεατρική ιδέα, η Καρυάτιδα γίνεται μια πικρή κωμωδία, μια σάτιρα εθνικής αυτογνωσίας, ένα φαρσοκωμικό πορτρέτο μιας χώρας που μπορεί να συγκινείται βαθιά, να διχάζεται θεαματικά και να αυτοϋπονομεύεται με
αξιοζήλευτη συνέπεια — συχνά όλα μαζί, ταυτόχρονα.

Ο Γιώργος Καπουτζίδης υπογράφει ένα έργο αιχμηρό, ευφυές και απολαυστικά άβολο, που πίσω από το γέλιο αποκαλύπτει με ακρίβεια χειρουργείου τα αντανακλαστικά, τις αντιφάσεις και τα εθνικά μας σπορ.

Η Κατερίνα Μαυρογεώργη σκηνοθετεί με ρυθμό, νεύρο και απόλυτη αίσθηση του κωμικού timing μια παράσταση που προχωρά με φόρα, εκπλήξεις και αλλεπάλληλα χτυπήματα στο κέντρο της ελληνικής ψυχής.

Όμως, ο ευφυής Γιώργος Καπουτζίδης έγραψε το έργο κατόπιν παραγγελίας του Εθνικού Θεάτρου. Ανέβηκε, σημείωσε τεράστια επιτυχία και φέτος το καλοκαίρι, οι παραγωγοί σεργιανάνε την παράσταση στη χώρα σε ανοικτούς χώρους.

Ατυχώς, σχεδόν πάντα μια παράσταση σε ανοικτό χώρο υφίσταται καλλιτεχνική απώλεια ή αναγκάζεται σε μερικούς συμβιβασμούς, καθώς τα έργα που σχεδιάζονται για κλειστή αίθουσα βασίζονται σε διαφορετική αισθητική, κλίμακα και τεχνικές ισορροπίες.

Στους κλειστούς χώρους οι ηθοποιοί εκμεταλλεύονται τις ψιθυριστές εντάσεις, τις λεπτές παύσεις και την απόλυτη σιωπή του κοινού. Στα ανοιχτά θέατρα, η ανάγκη για μικροφωνική ενίσχυση ή για πιο εξωτερική/διογκωμένη ερμηνεία, συχνά, καταστρέφει την οικειότητα και τις εσωτερικές διακυμάνσεις του λόγου.

Στο κλειστό θέατρο το σκοτάδι είναι απόλυτο εργαλείο κατεύθυνσης της προσοχής. Στα θερινά θέατρα, το φυσικό φως του σούρουπου, ο περιβάλλοντας αστικός φωτισμός και η απουσία “μαύρου” ακυρώνουν τις λεπτές αντιθέσεις, τις σκιές και την ατμόσφαιρα που είχε στήσει ο φωτιστής.

 Ένα σκηνικό που λειτουργεί υποβλητικά σε μια μικρή ή μεσαία σκηνή μπορεί να δείχνει “φτωχό”, αποκομμένο ή χαμένο στον αχανή χώρο ενός ανοιχτού αμφιθεάτρου.

Και, τέλος, οι εξωτερικοί θόρυβοι και το ανοιχτό τοπίο διασπούν τη συγκέντρωση τόσο των θεατών όσο και των ηθοποιών, δυσκολεύοντας τη διατήρηση της δραματικής έντασης.

Όλα αυτά πρέπει να ειπωθούν χωρίς φόβο και πάθος, επειδή και η «ΚΑΡΥΑΤΙΔΑ!» του Γιώργου Καπουτζίδη δε γλυτώνει τις αρνητικές συνέπειες.

Ωστόσο, σύμφωνα με το κείμενο η έκτη Καρυάτιδα έχει επιστρέψει στην Ελλάδα, μετά από δεκαετίες αιχμαλωσίας στο Βρετανικό Μουσείο. Η επιστροφή αυτή θεωρείται ένα μοναδικό γεγονός, καθώς η Καρυάτιδα θεωρείται σύμβολο του πολιτισμού και της ιστορίας της χώρας μας. Αυτή η Καρυάτιδα συγκεντρώνει τα πλήθη θεατρόφιλων, όπου παίζεται και, μπορεί ο Καπουτζίδης να είναι ένας τηλεοπτικός πετυχημένος συγγραφέας, πασίγνωστος στο ελληνικό κοινό, αγαπητός και δικαίως δημοφιλής, με τη συγγραφή θεατρικών έργων τελευταία, καταφέρνει κάτι αξιοσημείωτο. Να σηκώσει τους θεατές από τον καναπέ τους και να τους στείλει στις θεατρικές αίθουσες.

Η έλευση σημαντικής μερίδας κοινού που δεν πηγαίνει συχνά στο θέατρο, μέσω παραστάσεων με «τηλεοπτική αισθητική» (αναγνωρίσιμοι ηθοποιοί – συγγραφείς από την τηλεόραση, γρήγοροι ρυθμοί, εύπεπτη πλοκή, σπαρταριστό χιούμορ), είναι ένα από τα πιο πολυσυζητημένα θέματα στον χώρο των παραστατικών τεχνών.

Το θέατρο απομυθοποιείται στα μάτια του κόσμου. Παύει να θεωρείται μια τέχνη ελιτίστικη για μυημένους θεατές ή οικονομικά ευκατάστατους.

Αυτό το νέο κοινό έρχεται σε επαφή με τη ζωντανή εμπειρία της σκηνής. Αυτό το πρώτο βήμα μπορεί να του ανοίξει δρόμο να αναζητήσει αργότερα πιο απαιτητικά έργα.

Εξάλλου, οι γεμάτες αίθουσες εξασφαλίζουν θέσεις εργασίας και καλύτερες αμοιβές για ηθοποιούς, τεχνικούς και λοιπούς συντελεστές παραστάσεων.

Βέβαια, οι παραγωγοί κυνηγώντας το εύκολο κέρδος, ενδέχεται να επενδύουν μόνο σε εμπορικά θεάματα, αφήνοντας χωρίς στέγη και χρηματοδότηση νέους δημιουργούς, κλασικά κείμενα ή πρωτοποριακές ομάδες.

Η τηλεοπτική αισθητική, εντέλει, λειτουργεί ως γέφυρα. Το αν αυτή η γέφυρα θα οδηγήσει σε ένα ουσιαστικό, μόνιμο κοινό ή στην εμπορευματοποίηση της τέχνης εξαρτάται από τους ίδιους τους δημιουργούς: αν χρησιμοποιήσουν την προσέλευση του κόσμου για να του δείξουν κάτι βαθύτερο, το κέρδος για το θέατρο είναι τεράστιο.

Στη συγκεκριμένη κωμωδία με σατιρική πρόθεση του Γιώργου Καπουτζίδη, η υπουργός Πολιτισμού, Αλεξάνδρα Βελλή, προετοιμάζεται για την επίσημη παρουσίασή της στους δημοσιογράφους, όμως το σχέδιο ανατρέπεται και όλα πηγαίνουν λάθος από την αδεξιότητά της. Η ανατροπή αυτή προκαλεί μια σειρά από σουρεαλιστικές καταστάσεις και κωμικές ανατροπές.

Η «Καρυάτιδα!» ακολουθεί τα βήματα από τη μια πλευρά μιας Υπουργού Πολιτισμού (Αγορίτσα Οικονόμου), ενός Πρωθυπουργού (Στέλιος Ξανθουδάκης), της συμβούλου του (Μαρία Φιλίνη), ενός αρχηγού ακροδεξιού κόμματος στην κυβέρνηση (Δρόσος Σκώτης) και από την άλλη πλευρά, ακολουθεί τη ρότα του τίμιου γραμματέα της Υπουργού (Στέλιος Ιακωβίδης ), μιας νεαρής αρχαιολόγου (Ασημίνα Αναστασοπούλου) που είναι γραμματέας της Υπουργού και ενός νεαρού που ντύνεται Καρυάτιδα (Σωτήρης Μανίκας) και ποζάρει με τους τουρίστες.

Αυτοί οι πολύ ανθρώπινοι χαρακτήρες κλείνονται σε ένα δωμάτιο και τσακώνονται για το πώς θα διαχειριστούν το θέμα μιας κατεστραμμένης Καρυάτιδας. Και αυτό που εκτυλίσσεται σ’ ένα φανταστικό δωμάτιο ενός φανταστικού υπουργείου είναι τόσο κοντά στην πραγματικότητα της Ελλάδας, που, παρά το άφθονο γέλιο στο σενάριο, καταντά σχεδόν επαχθές.

Όμως, μια πολιτική σάτιρα θεωρείται επιτυχημένη και ποιοτική όταν καταφέρνει να συνδυάσει το χιούμορ με την ουσιαστική κοινωνική και πολιτική κριτική, αποφεύγοντας τον ευτελισμό ή την απλή εμπάθεια ή τον σκόπιμο διδακτισμό.

Ξεπερνά την επιφανειακή διακωμώδηση και εστιάζει στις πολιτικές πράξεις, την υποκρισία, τις αντιφάσεις και τη δημαγωγία. Χρησιμοποιεί την ειρωνεία, την υπερβολή και την αλληγορία, για να αποκαλύψει παρασκηνιακές αλήθειες.

Η καλή σάτιρα βασίζεται σε μια βαθιά κατανόηση της επικαιρότητας και της ανθρώπινης ψυχολογίας. Το αιχμηρό αστείο στηλιτεύει διεφθαρμένες καταστάσεις, επειδή ο αποδέκτης αναγνωρίζει σε αυτό μια πυρηνική αλήθεια που συχνά δε λέγεται ανοιχτά στον δημόσιο λόγο.

Δε λειτουργεί ως κομματικό εργαλείο ή προπαγάνδα. Ακόμη κι αν ο δημιουργός έχει προσωπικές πολιτικές πεποιθήσεις, η σάτιρα οφείλει να ασκεί κριτική σε κάθε μορφή εξουσίας, ανεξαρτήτως ιδεολογικού χώρου. Ο στόχος της δεν είναι απλώς το γέλιο, αλλά η αφύπνιση, ο προβληματισμός και η αμφισβήτηση του status quo. Προκαλεί το κοινό να σκεφτεί κριτικά για τα κοινά, χωρίς όμως να καταλήγει σε στείρο μηδενισμό.

«Η Καρυάτιδα!» του Γιώργου Καπουτζίδη ευφυώς δε μένει στην επιφανειακή χαρά της επιστροφής ενός μνημείου, αλλά σχολιάζει δηκτικά τον τρόπο με τον οποίο το πολιτικό σύστημα και τα ΜΜΕ σπεύδουν να καπηλευτούν ένα εθνικό γεγονός για ψηφοθηρικούς και επικοινωνιακούς λόγους. Αποκαλύπτει την αντίφαση ανάμεσα στην επιφανειακή πρόβα «εθνικής υπερηφάνειας» και στην παρασκηνιακή μικροπολιτική σκοπιμότητα.

Η σάτιρα εδώ λειτουργεί μέσα από την αμήχανη σύγκρουση: από τη μία πλευρά το «απαστράπτον σύμβολο» του αρχαίου πολιτισμού και από την άλλη τα κωμικοτραγικά αντανακλαστικά, η προχειρότητα και η γραφειοκρατία της σύγχρονης Ελλάδας. Το φαντασιακό μεγαλείο συγκρούεται με τη νεοελληνική καθημερινότητα.

Το κέντρο βάρους της κριτικής δεν πέφτει στους απλούς πολίτες, αλλά στους μηχανισμούς εξουσίας, στους πολιτικούς που ετοιμάζουν λόγους, στα δημοσιογραφικά επιτελεία που στήνουν το «θέαμα» και στη συστηματική τάση της πολιτείας να μετατρέπει μια ιστορική στιγμή σε επικοινωνιακό φιάσκο.

Η πρόθεση του συγγραφέα δεν είναι ο μηδενισμός, αλλά ο καθρέφτης. Το κοινό γελά με τις οικείες παθογένειες, αναγνωρίζοντας ότι η τάση να αυτοϋπονομευόμαστε ως χώρα είναι σχεδόν «εθνικό σπορ».

Παρόλο που το έργο γέρνει δραματουργικά προς τηλεοπτική κωμωδία καταστάσεων, η σκηνοθέτρια Κατερίνα Μαυρογεώργη δημιουργεί το κατάλληλο πλαίσιο και σκηνοθετεί εύστοχα μία σατιρική κωμωδία, δίνοντας τη δυνατότητα στους ηθοποιούς να αναδείξουν το ταλέντο τους.

Η υποκριτική ομάδα συνθέτει ένα άρτιο σύνολο και δίνει την αίσθηση ενός πλήρως ενορχηστρωμένου θεατρικού σχήματος δίνοντας επί σκηνής τον καλύτερό της εαυτό.

Η μοναδική Αγορίτσα Οικονόμου είναι απολαυστική στον ρόλο της υπουργού Πολιτισμού, Αλεξάνδρας Βελλή, ενώ με τον ξεχωριστό Στέλιο Ιακωβίδη, συνθέτουν ένα ταιριαστό και εξαιρετικά κωμικό δίδυμο. Στον ρόλο του βοηθού της Υπουργού Πολιτισμού, τον Παναγιώτη, αποκαλύπτει με ευφυή και θαυμάσιο τρόπο όλες τις αδυναμίες και τις παθογένειες που διατρέχουν το πολιτικό πλαίσιο, ιδίως όταν αυτό καλείται να διαχειριστεί μια τόσο σοβαρή και ευαίσθητη θεσμική θέση.

Ακολουθούν όλοι οι καλοί ηθοποιοί που στελεχώνουν τον θίασο, ως μια πηγή αβίαστου γέλιου με τον άψογο συγχρονισμό τους, τη χημεία που γεννά η καλή συνεργασία, το συνταίριασμα στους τόνους και στο ύφος που απαιτεί το κείμενο.

Τα σκηνικά της Άρτεμης Φλέσσα και τα κοστούμια της Ιφιγένειας Νταουντάκη, εξυπηρετούν τη δράση και την περιοδεία του έργου.

Η μουσική του Larry Gus γεμίζει την παράσταση με ενέργεια και σύγχρονο παλμό. Συνδέει παρελθόν και παρόν με παιχνιδιάρικη διάθεση.

Η Σοφία Πάσχου στη κίνηση προσέδωσε στο θίασο ρυθμό, αρμονία και ένα αίσθημα ελευθερίας, που παρασύρει και το κοινό.

Τέλος, η Βάσια Ατταριάν σχεδίασε τους φωτισμούς σύμφωνα με τις σκηνοθετικές οδηγίες.

«Με αυτήν εδώ βγάζεις είκοσι χιλιάδες κομματάκια! Να μου την έδιναν εμένα, ξέρεις πόσα λεφτά θα μπορούσα να βγάλω που έσπασε; 
Μα αυτή είναι ανεκτίμητη!
Τι ανεκτίμητη βρε κορίτσι μου!; Για ποιόν; Για εσένα; Ρώτα όποιον θέλεις εδώ έξω! Τι θα προτιμούσε μέσα στο σπίτι του; Αυτό το ερείπιο ή πενήντα χιλιάδες ευρώ; Βάζω στοίχημα οτι όλοι θα παίρναν τα λεφτά! 
Εγώ όχι! 
Εσύ είσαι χαζή!» 

Έξυπνη και ιδιαίτερα αστεία είναι η συμμετοχή στο τέλος της παράστασης μέσω προβολής βίντεο του ίδιου του Γιώργου Καπουτζίδη, πλάι στον Αλέξη Κωστάλα, ο οποίος καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης δανείζει τη φωνή του στα ηχητικά μηνύματα που ακούγονται, προσθέτοντας μια έξτρα δόση χιούμορ και αυτοσαρκασμού.

Εν πολλοίς, πρόκειται για μια ευθύβολη -γιατί όχι μαύρη- κωμωδία, σαρκαστική και καυστική, αφιερωμένη στην ιστορικά εγνωσμένη ικανότητα του τόπου μας να μπλέκει σε κωμικοτραγικές καταστάσεις, ένα κείμενο που ξεχειλίζει σπιρτάδα, στοχευμένη κριτική και μπόλικο χιούμορ με την υπογραφή του ευφυούς Γιώργου Καπουτζίδη.

Συντελεστές

Κείμενο: Γιώργος Καπουτζίδης
Σκηνοθεσία: Κατερίνα Μαυρογεώργη
Σύμβουλος δραματουργίας-Καλλιτεχνικός συνεργάτης: Αντώνης Αντωνόπουλος
Σκηνικά: Άρτεμις Φλέσσα
Κοστούμια: Ιφιγένεια Νταουντάκη
Μουσική: Larry Gus
Κίνηση: Σοφία Πάσχου
Φωτισμοί: Βάσια Ατταριάν
Σχεδιασμός βίντεο: Τάσος Γκολέτσος
Δραματολόγος παράστασης: Βιβή Σπαθούλα
Βοηθός σκηνοθέτιδος: Σοφία Σταθάτου
Βοηθός σκηνογράφου: Αγγελική Βασιλοπούλου-Καμπίτση
Βοηθός φωτίστριας: Σεραφείμ Ράδης
Βοηθός ενδυματολόγου: Αλεξάνδρα – Αναστασία Φτούλη
Β βοηθός σκηνοθέτιδος: Κορίνα Βεζυργιάννη
Σχεδιασμός κομμώσεων: Κωνσταντίνος Κολιούσης
Σχεδιασμός μακιγιάζ: Olga Faleichyk
Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή

Παίζουν (με αλφαβητική σειρά): Ασημίνα Αναστασοπούλου, Στέλιος Ιακωβίδης, Στέλιος Ξανθουδάκης, Αγορίτσα Οικονόμου, Δρόσος Σκώτης, Σταμάτης Φακορέλης, Μαρία Φιλίνη

Η παράσταση «Η Καρυάτιδα!» είχε παρουσιαστεί από το Εθνικό Θέατρο για πρώτη φορά
την περίοδο 2024-2025 και σε επανάληψη την περίοδο 2025-2026.
Η νέα παράσταση που βγαίνει σε καλοκαιρινή περιοδεία το 2026 πραγματοποιείται σε
συνεργασία της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ARK PRODUCTIONS E.E. και του Εθνικού Θεάτρου.

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα