Πολιτισμός
«Τα τρελά βατράχια» για πρώτη φορά στην Ελλάδα από το Κ.Θ.Β.Ε. σε μια παράσταση για όλη την οικογένεια!
Πρόλογος
Ο μύθος λέει ότι κάθε χρόνο τα βατράχια μεταναστεύουν από βορρά προς νότο. Μόνο λίγοι πείσμονες φρύνοι αρνούνται να συνταχθούν στο κονβόι της μεγάλης φυγής και κινούνται αντίθετα. Τους λένε τρελούς φρύνους, έκφραση που έγινε συνώνυμη της σθεναρής αντίστασης.
Η Mélody Mourey γράφει και σκηνοθετεί ένα έξυπνο έργο, ταυτόχρονα κωμικό και τραγικό, με φόντο μια αληθινή ιστορία που είναι, ωστόσο, άγνωστη στο ευρύ κοινό.
Πρόκειται για ένα κείμενο που σπάει τις συνηθισμένες γραφές – θεατρικές συμβάσεις και μας οδηγεί σε ένα, σχεδόν, κινηματογραφικό έπος που αφορά στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η παράσταση ανέβηκε στο Παρίσι το 2019 και παίζεται ως σήμερα με τεράστια επιτυχία. Μάλιστα, κέρδισε τρεις υποψηφιότητες για το βραβείο «molières» 2019 ( αντίστοιχου του tony): καλύτερης παράστασης, καλύτερου έργου, καλύτερης σκηνοθεσίας.
Υπόθεση
Στη Νέα Υόρκη του 1990, μία φοιτήτρια ψυχολογίας επισκέπτεται τον Στανισλάβ, έναν ηλικιωμένο γιατρό, για να της δώσει πληροφορίες σχετικά με τη δράση του παππού της, του Ευγένιου Λαζόφσκι, κατά τη διάρκεια του Β Παγκοσμίου Πολέμου. Μέσα από τις μνήμες του Στανισλάβ παρακολουθούμε μια περιπετειώδη και συναρπαστική ιστορία που περιγράφει το ιδιοφυές σχέδιο που κατέστρωσαν οι δύο γιατροί και κατάφεραν, ξεγελώντας τους Ναζί, να σώσουν τις ζωές χιλιάδων εβραίων κατοίκων του χωριού Rozwadów της Πολωνίας.
Το έργο βασίζεται στην αληθινή ιστορία των δύο γιατρών Eugene Lazowski και Stanislaw Matulewicz, που έκαναν τη δική τους αντίσταση, χρησιμοποιώντας το εμβόλιο του τύφου, ως αποδεικτικό μόλυνσης της περιοχής από τη θανατηφόρα ασθένεια. Τα «Τρελά Βατράχια» είναι μια περιπετειώδης κωμωδία που συνδυάζει το χιούμορ και την ευαισθησία, αναδεικνύοντας τη δύναμη των ανθρώπων εκείνων που τολμάνε να πάρουν το ρίσκο της αντίστασης, υπερασπιζόμενοι την ανθρωπιά και τη δικαιοσύνη.
Η συγγραφέας
Η Mélody Mourey είναι Γαλλίδα ηθοποιός, θεατρικός συγγραφέας και σκηνοθέτις.
Γεννήθηκε πριν από τριάντα χρόνια στη Τουλόν. Από την παιδική ηλικία είχε πάθος για το θέατρο. Γράφτηκε στο Ωδείο της Τουλόν και στη συνέχεια σπούδασε στο Sciences Po στο Aix-en-Provence . Κατόπιν μετακόμισε στο Παρίσι και φοίτησε στο Cours Simon ενώ έγινε συντάκτρια για το περιοδικό γενικού πολιτισμού L ‘Éléphant .
Μετά από επτά χρόνια δημοσιογραφίας στο παραπάνω περιοδικό, η Mélody Mourey έγραψε και σκηνοθέτησε τα «Τρελά βατράχια» (με περισσότερες από 500 παραστάσεις). Το δεύτερο έργο της «La Course des Géants», κι αυτό με τέσσερις υποψηφιότητες στα βραβεία Molières, περιοδεύει φέτος στη Γαλλία, στο Βέλγιο και στην Ελβετία. Το πρώτο της μυθιστόρημα «Max Tallent» κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 2022, από τις εκδόσεις «Auzou».
Η παράσταση
Η συγγραφέας και σκηνοθέτις, αν και παρουσιάζει τα τραγικά γεγονότα εκείνης της εποχής με έναν εύπεπτο, παιγνιώδη τρόπο που θυμίζει κόμικς, δημιουργεί ένα πρωτότυπο και τολμηρό έργο, που θέτει ερωτήματα σχετικά με τη στάση των δυναστευομένων σε μια σκληρή κατοχική περίοδο και τον επαναπροσδιορισμό της απέναντι στους δυνάστες.
Πιστεύω, ότι η έρευνα της δημιουργού γύρω από τη ψυχολογία των ανθρώπων, κάτω από την πίεση της όποιας αρχής και στον οποιοδήποτε χρόνο, της έδωσε το αποτέλεσμα της συγχώνευσης ηθικής και αντίστασης στο κείμενό της, στο οποίο καθίσταται δυνατή η προσέγγιση της σχέσης μεταξύ εξουσιαζόμενου και εξουσιαστή, αλλά και μεταξύ της παραστατικής τέχνης του θεάτρου και της ανθρώπινης ιστορίας.
Αυτό που συμβαίνει στο παλκοσένικο του θεάτρου της Ε.Μ.Σ. στη μιάμιση ώρα που διαρκεί η ελληνική παράσταση του γαλλικού έργου, είναι ένα πανηγύρι στα όρια του μπουρλέσκο ύφους, όμως γοητευτικό και, αν κρίνω από τα ηχηρά γέλια των θεατών, άκρως διασκεδαστικό. Ξέφρενοι ρυθμοί μεν, αλλά με ισορροπίες. Οπότε, εκτιμούμε τη χημεία μεταξύ των ρόλων – χαρακτήρων και την αρμονία που βασιλεύει στη σκηνή στη διάρκεια της παράστασης. Όλα είναι τεχνηέντως ενορχηστρωμένα, μα και εύστοχα στα προφανή και στους υπαινιγμούς. Ευτυχής η διανομή. Άριστη η συνεργασία των συντελεστών. Το μεγάλο συν αυτής της προσπάθειας είναι το έμψυχο υλικό της.
Αν και το ιστορικό πλαίσιο της δράσης είναι ζοφερό, η σκηνοθέτις και συγγραφέας έχει επιλέξει το ύφος της κωμωδίας. Ως φόρος τιμής σ’ αυτό το μικροσκοπικό πολωνέζικο κομμάτι των ανθρώπινων όντων, που επαναστατεί ενάντια στις δυνάμεις του κακού, ρισκάροντας τη ζωή του.
Το σκηνικό της Hélie Chomiac είναι, κατά την άποψή μου, περιττό. Θα μπορούσε να εκλείψει παντελώς και να επικρατούσε η αφαίρεση, με μόνη εξαίρεση τις καρέκλες. Τα υπόλοιπα θα μπορούσαν να παρασταθούν θαυμάσια με φωτισμούς, με εικόνες στη μεγάλη οθόνη και με τη μίμηση. Έτσι, θα έδιναν μια διαφορετική, σύγχρονη και πολύ περισσότερο ενδιαφέρουσα διάσταση στο όλο εγχείρημα.
Αυτό το σκηνικό, πιθανώς να στήθηκε στο πνεύμα μιας οικογενειακής παράστασης, μοιάζει με ευκαιριακό σκαρίφημα ενός θιάσου περιοδείας στη μεγάλη περιφέρεια.
Ωστόσο, οι θεατές πηγαίνουμε, σχεδόν αστραπιαία, από ένα λιτό ιατρείο της πολεμικής περιόδου, σ’ ένα αμερικανικό μπαρ της δεκαετία του ’90, σ’ ένα πολωνέζικο σπίτι, σε ταχυδρομείο ή και στον δρόμο .
Η μουσική που συνέθεσε ο Simon Meuret συνοδεύει τις αποφάσεις και κινήσεις των δυο ηρώων – ιατρών και ενισχύει την παράδοξη φύση του έργου. Ο Simon είναι συνθέτης οπτικής μουσικής και το έργο του δίνει μια κινηματογραφική διάσταση στην παράσταση, ενώ «καθορίζει» τις στιγμές αγωνίας και συγκίνησης.
Αυτοί οι υπέροχοι «τρελοί» γιατροί Ευγένιος και Σταν (έξοχοι οι: Στέλιος Καλαϊτζής και Θάνος Φερετζέλης) είναι το ηρωικό παράδειγμα που χρειάζεται η περίσταση. Είναι «κολλητοί», ως ετερώνυμοι χαρακτήρες, απίστευτα συνεργάσιμοι, επιστήμονες και άνθρωποι, ουμανιστές κατ’ ουσία και πολυμήχανοι σε ελιγμούς, είναι το κέντρο βάρους μιας ευφυούς μηχανής που σαρώνει τη σκηνή έχοντας κινητήρια δύναμη το: «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», απενοχοποιώντας πλήρως την απάτη. Εθελοντές «διασώστες» κι επιτήδειοι καταφερτζήδες, θαρρείς από καιρό έτοιμοι να κάνουν τα πάντα για να σώσουν τους συμπατριώτες τους.
Είναι εκπληκτικό το πώς δύο τόσο αντίθετοι χαρακτήρες μπορούν να συνεργαστούν μπροστά στις αντιξοότητες. Ο ένας είναι παθιασμένος και σχεδόν απερίσκεπτος, ο άλλος οριακά θιασώτης της υπομονής και διστακτικός, αλλά τους ενώνει μια παιδική φιλία και, τελικά, αποφασίζουν να δράσουν. Με σπουδαίο, ιστορικό αποτέλεσμα!
Πραγματικά, οι ηθοποιοί που επωμίζονται τους δυο ρόλους, ξοδεύουν απίστευτη ενέργεια στη σκηνή και προσδίδουν ταχύτητα, γοργό ρυθμό και αφορμή για εκτόνωση του κοινού με τρανταχτά γέλια.
Ένα ωραίο εύρημα της πένας είναι ο αφηγητής. Πνευματικός οδηγός και, ταυτόχρονα, διαχειριστής του χρόνου. Τον μετακινεί εύστοχα, μαζί με την ψυχολόγο Ανασταζί , πίσω- μπρος και συγκεράζει τον σκηνικό με τον δραματικό χρόνο. Παρακολουθούμε τα δρώμενα στο παρόν, το οποίο διαλύεται κι ανανεώνεται συνεχώς. Χάρις στον αφηγητή, οι θεατές οργανώνουμε σε ορθές ενότητες τα χωρικά σημεία της παράστασης. Ο ίδιος μας οδηγεί και στον δραματικό χρόνο της μυθοπλασίας, επειδή η εξέλιξή της επηρεάζεται και από το παρελθόν και από το παρόν. Εμείς συσχετίζουμε σκηνικό και δραματικό χρόνο και καταλήγουμε γρήγορα στη συγχώνευση των δυο επιπέδων του μύθου, κατακτώντας το κείμενο με ό,τι θέλει να περάσει η συγγραφέας στο κοινό. Προσωπικά το συμπυκνώνω σε μια φράση: «αντιστέκομαι σημαίνει υπάρχω».
Ο Γιάννης Χαρίσης, ιδανικός στον ρόλο, αφηγείται τις αναμνήσεις του που δεν ανταποκρίνονται επακριβώς στην πραγματικότητα, εφόσον πρόκειται περί μυθοπλασίας εμπνευσμένη, ίσως, από τη «Λίστα του Σίντλερ», σε μια πιο αλέγκρα εκδοχή.
Ξεχωριστή σκηνή αυτή της παρωδίας του Αδόλφου Χίτλερ από έναν επιδέξιο κομέντιαν ηθοποιό, τον Αλέξανδρο Ζουριδάκη, απρόσμενα διασκεδαστική, άρα αποθεωτική.
Η Σταυρούλα Αραμπατζόγλου υποδύεται την νεαρή φοιτήτρια ψυχολογίας που κάνει τις ερωτήσεις στον αφηγητή και ,μαζί του, μας βάζει στην ιστορία που εξελίσσεται στα μάτια μας με τον τρόπο που, ήδη, περιέγραψα .
Ο Θάνος Κοντογιώργης, απολαυστικός στον ρόλο του σκληροτράχηλου, αλλά όχι αγνώμονα Ναζί.
Όλος ο θίασος του Κ.Θ.Β.Ε. στους υπόλοιπους ρόλους, σε πολύ καλές στιγμές του.
Τέλος, θα πω ότι η αποδοχή των μηχανισμών αφομοίωσης των ξένων προτύπων σε δεδομένη ιστορική περίοδο, οδηγεί στην καθιέρωση – στη συνείδηση κοινού και δημιουργών – κάποιων ξένων δραματουργών και θεατρικών κωδίκων που, σε συνδυασμό με τις όποιες υπάρχουσες αυτόχθονες καταβολές, συγκροτούν την ιδιαίτερη φυσιογνωμία του εισαγόμενου θεάτρου. Σίγουρα, θα βρει κι άλλους συνεχιστές το είδος, στολισμένο βεβαίως, με το ελληνικό ταπεραμέντο.
Στο φινάλε, το κοινό αναγνωρίζει και επιβραβεύει τη δυναμική, ευρηματική, σκηνοθεσία της Melody Mourey, τη μετάφραση του Γιώργου Βουδικλάρη και τις εξαίσιες ερμηνείες του συνόλου των ηθοποιών του Κ.Θ.Β.Ε.
Επίλογος
Είδαμε μια ενδιαφέρουσα ιστορία μυθοπλαστική, αλλά εμπνευσμένη από πραγματικά γεγονότα που σημάδεψαν την Ιστορία της Πολωνίας.
Είδαμε ένα απαιτητικό κείμενο – για τους ερμηνευτές – με απολαυστικούς χαρακτήρες, σε μια μπουρλέσκο παράσταση.
Αυτό το έργο φέρει στη σκευή του την τόλμη και το πείσμα των δύο ηρώων – γιατρών, την εξυπνάδα και το χιούμορ της Γαλλίδας δημιουργού, αλλά και την άξια επαίνων ερμηνεία όλων των μελών του θιάσου, με την υπογραφή του Κ.Θ.Β.Ε.
Σπεύστε και απολαύστε το.
Συντελεστές
Μετάφραση: Γιώργος Βουδικλάρης
Σκηνοθεσία: Mélody Mourey
Σκηνογράφος: Hélie Chomiac
Επιμέλεια σκηνικών και κοστουμιών: Δανάη Πανά
Μουσική: Simon Meuret
Χορογραφίες – Επιμέλεια κίνησης: Νίνα Δίπλα
Φωτισμοί: Στέλιος Τζολόπουλος
Βοηθός σκηνοθέτη: Αλέξιος Τζίμας
Οργάνωση παραγωγής: Εύα Κουμανδράκη
Παίζουν οι ηθοποιοί:
Αντώνης Αντωνάκος (Ναζί 1/Σταθμάρχης/Τηλεφωνήτρια/Κάτοικος χωριού), Σταυρούλα Αραμπατζόγλου (Ανασταζί Λαζόφσκι), Κορίνα Βασιλοπούλου (Ταχυδρόμος/ Κάτοικος χωριού/Αλμπέρ), Αλέξανδρος Ζουριδάκης (Τερέζα/ Οκτάβ/ Χίτλερ), Στέλιος Καλαϊτζής (Ευγένιος Λαζόφσκι), Θάνος Κοντογιώργης (Λοχαγός Στάϊνμαν), Εύη Κουταλιανού (Σερβιτόρα/ Μαντλέν/ Κάτοικος χωριού), Χριστίνα Κωνσταντινίδου (Άννα Λαζόφσκι ), Βασίλης Παπαδόπουλος (Μίσα/ Ναζί 2), Βιργινία Ταμπαροπούλου (Ρεμπέκα Λάσκι/ Κάτοικος χωριού), Θάνος Φερετζέλης (Σταν Ματούλεβιτς), Γιάννης Χαρίσης (Αφηγητής)
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Μπορεί να σας ενδιαφέρουν
Πολιτισμός
Συνταρακτικές οι «Τρωάδες» του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου
Από το Εθνικό Θέατρο στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων
Κρτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Κάθε παράσταση του αρχαίου δράματος έχει εξαρχής εξασφαλισμένη μία ευεργετική προϋπόθεση: τον λόγο του κειμένου που διατηρεί τη μονιμότητα της επικοινωνίας με το κοινό κάθε εποχής, γιατί ο προβληματισμός του είναι ριζικός και πανανθρώπινος και αναφέρεται στην πολιτειακή συνείδηση του ατόμου, ενώ συνιστά αυτό που λέμε αντικειμενικό θέατρο.
Κάθε σκηνοθετική προσπάθεια, που σέβεται τον εαυτό της, έχει σαν στόχο να φτάσει ο λόγος, μέσα από το θέαμα και το ακρόαμα, ακμαίος στον λαϊκό του δέκτη, ώστε να του μεταδώσει όχι μόνο το δίδαγμα άλλα και την καθαρτήρια χαρά του.
Η Ελένη Ευθυμίου, που η ευρηματικότητα της σκηνικής της φαντασίας έχει μεταμοσχεύσει στο ελληνικό θέατρο ζωογόνες ουσίες, πολύτιμες για την εφαρμογή μιας άποψης και την δημιουργία μιας παράδοσης (Ερωτευμένα Άλογα), με τις «Τρωάδες» μάς δίνει μια αντίληψη ερμηνείας, μέσα από την οποία διακρίνεται το προκατασκευαστικό του δράμα.
Σύμφωνα μ’ αυτό, τα μεν επεισόδια μελετήθηκαν σαν δυνατότητες ενός πιο άνετου και πιο ανορθόδοξου μαζί σκηνικού «βηματισμού», με σαφή την υπογράμμιση της ψυχογραφικής λεπτομέρειας, τα δε χορικά, σαν δοκιμαστικός σωλήνας χημικών λύσεων, με καθαρή πρόθεση να εξαρθεί ή ιδιαιτερότητα κάθε στάσιμου.
Όχι τόσο πάνω στην άποψη (το δράμα το ζωντανεύουν οι απόψεις) όσο στους δεδομένους φορείς της εφαρμογής της, όπου είναι φυσικό να στοιχειοθετείτε ή κρίση είτε παραδοχή είναι είτε ενδοιασμός και αντίρρηση.
Με την ουσιαστική κατάργηση της διάκρισης προσκηνίου και ορχήστρας, αυτόματα καταργήθηκε και ή λειτουργική τους σχέση.
Η συγκεκριμένη παράσταση είναι η πρώτη στην ιστορία του αρχαίου θεάτρου μας, που είναι καθολικά προσβάσιμη με διερμηνεία στην ελληνική νοηματική γλώσσα, υπερτιτλισμό για κ/κωφά και βαρήκοα άτομα και ακουστική περιγραφή για άτομα με οπτική αναπηρία.
Στις «Τρωάδες» του Εθνικού Θεάτρου, ένα σύνολο 22 ερμηνευτριών και ερμηνευτών – μεταξύ των οποίων μέλη της ομάδας «Εν Δυνάμει» – διαφορετικών ηλικιών, με ή χωρίς αναπηρία, με ζωντανή μουσική επί σκηνής, μέσα από τη συνύπαρξη διαφορετικών σωμάτων, φωνών και εμπειριών, καταθέτουν μια σκηνική αφήγηση με κέντρο τη μουσικότητα.
Το κατεξοχήν ανθρωποκεντρικό και βαθιά αντιπολεμικό έργο του μεγάλου τραγωδού ζωντανεύει στο αρχαίο θέατρο Φιλίππων, σε μια παράσταση για τη διαχρονική φρίκη του πολέμου και την απώλεια ως συλλογική μνήμη, μα – κυρίως– για το γυναικείο σώμα ως παγκόσμιο σύμβολο της ανθρώπινης τραγωδίας.
Ένα ποιητικό και βαθιά πολιτικό σκηνικό ανέβασμα από την Ελένη Ευθυμίου, μια ξεχωριστή σκηνική ανάγνωση για τη φρίκη και το παράλογο του πολέμου, μέσα από το φίλτρο του θηλυκού σώματος που διεκδικεί το δικαίωμα της επιλογής, ακόμη και όταν βρίσκεται υπό κατοχή.
Οι Τρωάδες της Ελένης Ευθυμίου δεν είναι μόνο τα όμορφα, υγιή κορμιά των προνομιούχων γυναικών της οικογένειας του Πρίαμου που αναμένουν την τελική διαλογή. Είναι και σώματα ανήλικα, ανάπηρα, ηλικιωμένα, που σπάνια είχαν το προνόμιο της αφήγησης.
Αιχμάλωτες μετά την άλωση της πόλης τους, οι Τρωάδες αναμετρώνται και με τις δικές τους ευθύνες, όταν η σιωπηρή αποδοχή του πολέμου αποκαλύπτει τις ολέθριες συνέπειές της. Είναι πια φανερό πως ούτε οι θεοί, ούτε ο μύθος, ούτε η μοίρα ορίζουν τη ζωή τους.
Στην Τροία τα σώματα των γυναικών δε βρίσκονταν πάντοτε υπό αιχμαλωσία. Αν και ανήκαν σε μια βαθιά πατριαρχική κοινωνία, ήταν –για τα μέτρα της εποχής– ελεύθερα: είχαν επιλογές, όνειρα και τη δυνατότητα μιας αξιοπρεπούς ζωής.
Καθώς, όμως, πλησιάζει το τέλος μιας εποχής, μιας ζωής δοξασμένης και άλλοτε απλώς υποφερτής της ίδιας της Ιστορίας τους, οι Τρωάδες της Ελένης Ευθυμίου μιλούν για τη φρίκη του πολέμου, μέσα από το φίλτρο του (θηλυκού) σώματος, που διαισθάνεται πως θα αντικειμενοποιηθεί και θα απανθρωποποιηθεί.
Η Ευαγγελία Κιρκινέ έχει δημιουργήσει ένα σκηνικό που δεν είναι απλώς λειτουργικό για έναν μεικτό θίασο ανθρώπων, αρτιμελών και μη. Αποτελεί κυρίαρχο παράγοντα της σκηνοθετικής αντίληψης, μετατρέπεται στη σκηνή σε ενεργό χαρακτήρα, ιδεολογικό σύμβολο και κινητήριο μοχλό της δράσης.
Είναι, δηλαδή, ένας ακόμη πρωταγωνιστής. Ένας τόπος με εμφανή τα αποκαΐδια του πολέμου, όπου κάθε σώμα κουβαλά τη δική του ιστορία επιβίωσης.
Ο χώρος στερείται υψομετρικών αποκλεισμών. Οι διάδρομοι, τα επίπεδα και οι επιφάνειες επιτρέπουν στα αμαξίδια και στα σώματα να κινούνται χωρίς εμπόδια, δημιουργώντας νέους άξονες κίνησης. Σοφά μελετημένος σχεδιασμός από την πολύπειρη Ευαγγελία Κιρκινέ μιας καμένης γης με στάχτες, κρατήρες, μαύρα νερά.
Το εικαστικό σύμπαν της παράστασης συμπληρώνουν τα κοστούμια του Άγγελου Μέντη, ενώ η κίνηση του Τάσου Παπαδόπουλου κατορθώνει κάτι δύσκολο: να ενώσει σώματα με διαφορετικές δυνατότητες σε μια κοινή, ποιητική γλώσσα, χωρίς να ισοπεδώνει τη μοναδικότητα του καθενός.
Ο σκηνικός χώρος είναι αφαιρετικός, αλλά ταυτόχρονα εμπνευσμένος από ένα πραγματικό τοπίο πολέμου. Παράλληλα, έχει έντονο το ποιητικό και αλληγορικό στοιχείο, καθώς θυμίζει μήτρα αλλά και κρατήρα. Οι δύο μικρές λίμνες που υπάρχουν επί σκηνής λειτουργούν ως κηλίδες πετρελαίου, παραπέμποντας σε μια πλούσια γη.
Η μετάφραση του Γιάννη Τσαρούχη κατέχει μια ξεχωριστή θέση στη νεοελληνική δραματουργία. Ο Τσαρούχης δεν προσέγγισε το αρχαίο κείμενο ως φιλόλογος ή ακαδημαϊκός, αλλά ως εικαστικός, σκηνοθέτης και άνθρωπος του θεάτρου.
Απέρριψε τόσο την καθαρεύουσα όσο και τις βαρύγδουπες, εξεζητημένες ποιητικές μεταφράσεις της εποχής.
Χρησιμοποίησε μια απλή, ρέουσα και λαϊκή δημοτική, την οποία μιλούσε ο κόσμος στον δρόμο.
Στόχος και της Ελένης Ευθυμίου είναι ο θεατής να νιώσει ότι ακούει αληθινούς ανθρώπους να πονούν και να θρηνούν, απογυμνώνοντας το τραγικό μέγεθος από κάθε ακαδημαϊκή σοβαροφάνεια. ΄Άρα, η μετάφραση έγινε για τη σκηνή και όχι για το αναγνωστήριο.
Ο Ευριπίδης στις Τρωάδες διαπραγματεύεται την αιχμαλωσία, τον ξεριζωμό και την απώλεια. Ο Τσαρούχης συνέδεσε το αρχαίο δράμα με το ελληνικό μοιρολόι και τον λαϊκό πολιτισμό.
Ο θρήνος της Εκάβης ή της Ανδρομάχης αποκτά τους χρωματισμούς και τη λιτή σοβαρότητα του παραδοσιακού ελληνικού πένθους.
Επομένως, η μετάφραση «λειτουργεί» ενεργοποιώντας το συλλογικό βίωμα του ελληνικού λαού για τη προσφυγιά και τον πόλεμο.
Το κοινό επικεντρώνεται στη δράση, αλλά με τεράστιο ενδιαφέρον στη σύνθεση της ομάδας του θιάσου. Η σκηνοθέτρια αποκαλύπτει σε συνέντευξή της, ότι η προετοιμασία ξεκίνησε πολύ πριν από τις κοινές πρόβες: «Η ομάδα των ΑΜΕΑ έκανε δική της προετοιμασία, με φωνητική δουλειά και τραγούδι. Από την πλευρά μου προσπάθησα να βασιστώ στις ιδιαίτερες ποιότητες κάθε ανθρώπου. Για παράδειγμα, η Λωξάνδρα δεν τραγουδά, αλλά διαθέτει μια εξαιρετική υποκριτική δύναμη. Γι’ αυτό της ανατέθηκε ο σπαρακτικός μονόλογος μίας Αγγελιοφόρου. Μπορεί πολλές φορές να μη γίνονται αντιληπτές όλες οι λέξεις, όμως η αλήθεια της ερμηνείας της μεταφέρει το νόημα. Δεν είναι τυχαίο ότι μέλη του χορού αποκαλούνται “Παιδιά του Λοξία”. Η σκέψη είναι διπλή, λόγω της αγνότητας και της ειλικρίνειας της ευαλωτότητάς τους, συνδέονται με τον κόσμο της Κασσάνδρας και της διαίσθησης».
Εξέχουσα σημασία έχει το ότι δίνεται φωνή στους αφανείς. Το γεγονός ότι ο άμαχος πληθυσμός παίρνει τον λόγο, ότι οι γυναίκες παίρνουν τον λόγο στην εποχή που γράφτηκε, ότι είναι εξαιρετικά αντιπολεμικό, γραμμένο για έναν λαό που βρισκόταν σε πόλεμο, είναι πολύ σημαντικό.
Ασκεί έντονη κριτική στα κακώς κείμενα της εποχής του και αυτό το καθιστά ένα πολύ σοβαρό και πλούσιο έργο και πάντα επίκαιρο. Η πλοκή του είναι πολύ ήσυχη, σαν να μη γίνεται τίποτα στην πραγματικότητα. Σαν να βλέπουμε μια αποσύνθεση εν εξελίξει.
Έχει πολύ ιδιαίτερη δραματουργία σε σχέση με τις άλλες τραγωδίες εκείνης της εποχής.
Ο Ευριπίδης παρουσίασε τις «Τρωάδες» γύρω στο 415 π.Χ., λίγο μετά τη σφαγή και τον εξανδραποδισμό των Μηλίων από τους Αθηναίους. Και στην εποχή μας, ωστόσο, μαίνονται συρράξεις.
Ζούμε σε πολύ δύσκολους καιρούς, με πολύ δύσκολες συνθήκες, πόσω μάλλον για τον άμαχο πληθυσμό κάθε πολεμικής σύγκρουσης ή για τους ανάπηρους του άμαχου πληθυσμού. Είναι οι τελευταίοι για τους οποίους θα μιλήσει κάποιος. Ο Ευριπίδης μίλησε και η παράσταση μιλά εν έτει 2026.
Η σπουδαία Λυδία Φωτοπούλου ερμηνεύει με την τεράστια υποκριτική της δεινότητα (σαράντα χρόνια μετά την παράσταση των Τρωάδων του Βουτσινά, όπου υποδύθηκε την Κασσάνδρα ), την Εκάβη, μια τραγική βασίλισσα και μια σπαρακτική κραυγή όλων όσοι είδαν τον κόσμο τους να καταρρέει, των θυμάτων των πολέμων και των προσφύγων.
Η Εκάβη της είναι εδώ ο σπαραγμός, η οδύνη και η οργή όλων των εκτοπισμένων, όπου γης.
Με αξιοθαύμαστη οικονομία μέσων και χωρίς υπερβολικές εξάρσεις, η μεγάλη ηθοποιός προσεγγίζει την έκπτωτη βασίλισσα αφήνοντας τη σιωπή να μιλήσει. Ενσαρκώνει μια γυναίκα που, έχοντας χάσει τα πάντα, συνειδητοποιεί την ψευδαίσθηση της παλιάς της εξουσίας και παλεύει απλώς να σταθεί όρθια. Εξόχως συγκινητική ερμηνεία.
Ο Γιώργος Χριστοδούλου είναι ένας συναρπαστικός αλαζόνας Μενέλαος, ενώ την χαροκαμένη Ανδρομάχη υποδύεται με σπαραγμό η εξαιρετική Εύη Σαουλίδου, η οποία παραδίδει την εικόνα της απόλυτης μητρικής απελπισίας, απέναντι στη μοίρα που επιβλήθηκε στο παιδί της, προτιμώντας την αυτοχειρία από τη σκλαβιά, σύμφωνα με τη διασκευή της Ελένης Ευθυμίου.
Η ωραία Ελένη είναι όντως ωραία στο πρόσωπο της πολύ καλής Βασιλικής Τρουφάκου και η Κασσάνδρα βρίσκει σώμα και στόμα για τις οιμωγές της στην Νάνσυ Σιδέρη.
Ο Αργύρης Ξάφης (Ταλθύβιος) φωτίζει με λεπτές αποχρώσεις τον δισταγμό του απέναντι στα σκληρά γεγονότα που εκτυλίσσονται και τη γενικότερη ματαιότητα του πολέμου, που εκφράζεται με έντονο κυνισμό.
Ο συμπεριληπτικός Χορός, άνδρες και γυναίκες, αρτιμελείς και άνθρωποι με αναπηρία συγκλονίζει τους θεατές, επειδή δεν προσφέρει απλώς μια αίσθηση κοινωνικής ευαισθητοποίησης. Μετατοπίζει βαθιά το ίδιο το αισθητικό και συναισθηματικό βάρος της παράστασης, αγγίζοντας τον θεατή στον πυρήνα της τραγικής εμπειρίας.
Η συγκίνηση που προκαλείται δεν πηγάζει από τον οίκτο, αλλά από την επανασύνδεση του θεάτρου με την πραγματική φύση της ανθρώπινης ύπαρξης.
Ο θεατής δε βλέπει μια «τέλεια» θεατρική ομάδα, αλλά μια ολόκληρη ανθρωπότητα που υποφέρει, αναρωτιέται και συμπορεύεται.
Όταν η σωματική ευθραυστότητα και η διαφορετική κινητικότητα ενσωματώνονται οργανικά στον Χορό, η μεταφορά γίνεται απτή πραγματικότητα.
Η προσπάθεια, ο ρυθμός, η αλληλεξάρτηση των μελών επί σκηνής, καθιστούν τον πόνο, τη σταθερότητα και την αντοχή, ζωντανά βιώματα.
Η κίνηση ενός αναπηρικού αμαξιδίου στην ορχήστρα, η πλαστικότητα μιας διαφορετικής χειρονομίας ή η ενσωμάτωση της νοηματικής γλώσσας στη ροή του λόγου δεν αποτελούν προσαρμογές, αλλά νέα αισθητικά εργαλεία.
Αυτά χρησιμοποιεί η Ελένη Ευθυμίου σ’ αυτή την τόσο ιδιαίτερη ανάγνωση των «Τρωάδων». Η εισαγωγή των νεωτερισμών στην έναρξη λειτουργεί ως γέφυρα, θολώνοντας εντέχνως τα όρια ανάμεσα σε νικητές και ηττημένους.
Πρόκειται για μια εύστοχη δραματουργική επιλογή που καταδεικνύει την απόλυτη ματαιότητα, υπογραμμίζοντας πως απέναντι στη φρίκη του πολέμου, καταλήγουν όλοι εξίσου συντριμμένοι και χαμένοι. Ο λόγος, καθαρός και άμεσος, αναδεικνύει το τραύμα της απώλειας μέσα από σώματα ανήλικα, ανάπηρα και ηλικιωμένα, με την ενσωμάτωσή τους στη σκηνική δράση να επιτυγχάνεται με απόλυτη φυσικότητα και οργάνωση.
Ο συντονισμός διαφορετικών σωμάτων από τον Τάσο Παπαδόπουλο, που επιμελήθηκε την κίνηση, σε έναν κοινό βηματισμό δημιουργεί μια εικόνα αλληλεγγύης, που καθηλώνει το βλέμμα. Θα προσθέσω και τη μουσική πανδαισία του Λευτέρη Βενιάδη από τους επί σκηνής μουσικούς : Σοφία Καμαγιάννη (πιάνο), Γιώργος Μπουκαούρης (κρουστά), Σοφιανός Πεσιρίδης (όμποε), ώστε η δύναμη του συμπεριληπτικού Χορού υπενθυμίζει στο κοινό τη βασική παραδοχή της τραγωδίας: κανένα σώμα και καμία μοίρα δεν είναι άτρωτη, αλλά η συλλογικότητα είναι το μόνο μέσο για να αντέξει ο άνθρωπος το βάρος της ύπαρξης, ενώ τη ζοφερή ατμόσφαιρα εντείνουν οι φωτισμοί της Ζωής Μολυβδά- Φαμέλη.
Συντελεστές
Μετάφραση: Γιάννης Τσαρούχης
Διασκευή—Σκηνοθεσία: Ελένη Ευθυμίου
Σύμβουλος δραματουργίας: Σοφία Ευτυχιάδου
Σκηνικά: Ευαγγελία Κιρκινέ
Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Μουσική: Λευτέρης Βενιάδης
Κίνηση: Τάσος Παπαδόπουλος
Φωτισμοί: Ζωή Μολυβδά – Φαμέλη
Σχεδιασμός ήχου: Σοφία Καμαγιάννη
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά
Βοηθός σκηνοθέτριας: Θέμης Θεοχάρογλου
Βοηθός σκηνογράφου: Μαριάνθη Ράδου
Βοηθός ενδυματολόγου: Δέσποινα Μαρία Ζαχαρίου
Βοηθός φωτίστριας: Νατάσα Πετροπούλου
Β βοηθός σκηνογράφου: Ταξιάρχης Χούμος
Καλλιτεχνικές συνεργάτιδες για την υποστήριξη της ομάδας Εν Δυνάμει: Ελένη Ζαχοπούλου, Δάφνη Καφετζή, Αγγελική Τόμπρου
Παίζουν (αλφαβητικά): Αργύρης Ξάφης (Ταλθύβιος), Εύη Σαουλίδου (Ανδρομάχη), Νάνσυ Σιδέρη (Κασσάνδρα), Βασιλική Τρουφάκου (Ελένη), Λυδία Φωτοπούλου (Εκάβη),
Γιώργος Χριστοδούλου (Μενέλαος)
Χορός: Μύριαμ Σοφία Αρτζανίδου, Μαρία Δαχλύθρα, Eλένη Δημοπούλου, Νίκος Κυπαρίσσης, Ειρήνη Κουρούβανη, Λωξάνδρα Λούκας, Λυγερή Μητροπούλου, Θεανώ Παπαβασιλείου, Κατερίνα Παπανδρέου, Νίκη Πεταλά, Χρύσα Τουμανίδου
Μαζί τους, στους ρόλους της νεαρής Πολυξένης και του μικρού Αστυάνακτα η Άνα Τζουλάκη Χριστοδούλου και ο Μιχάλης Μήτσης αντίστοιχα.
Μουσικοί επί σκηνής: Σοφία Καμαγιάννη (πιάνο), Γιώργος Μπουκαούρης (κρουστά), Σοφιανός Πεσιρίδης (όμποε)
Φωτογραφίες: Karol Jarek
Τρέιλερ: Χρήστος Συμεωνίδης
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Πολιτισμός
«Πολυάννα Το παιχνίδι της χαράς» στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων
Η παιδική σκηνή Κάρμεν Ρουγγέρη έρχεται στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων και παρουσιάζει την παράσταση «Πολυάννα Το παιχνίδι της χαράς», την Κυριακή 30 Αυγούστου στις 21:00 στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων.
Πρόκειται για ένα «παιχνίδι» της Πολυάννας, ενός δωδεκάχρονου τρισχαριτωμένου κοριτσιού, που κατέκτησε ολοκληρωτικά τις καρδιές μικρών και μεγάλων τον χειμώνα που ανέβηκε στο Θέατρο Κιβωτός..
Η Πολυάννα, η ηρωίδα της ιστορίας, γίνεται σύμβολο αγάπης και καλοσύνης για όλους όσους θα βρεθούν στο δρόμο της. Βλέπει πάντα τη ρόδινη πλευρά της ζωής, και πιστεύει ότι κάποιος μπορεί να βρει χαρά ακόμα και σε κάτι δυσάρεστο που θα του συμβεί.
Χαρά που ομορφαίνει και καλυτερεύει τα πάντα στη ζωή.
Η παράσταση έχει πολλή ενδιαφέρουσα πλοκή. Έξυπνα σκηνικά και παραμυθένια κοστούμια προσεγμένα στη λεπτομέρεια και ακόμα εμπνευσμένες χορογραφίες πάνω σε πρωτότυπη μουσική και τραγούδια με ρυθμούς country, foxtrot, rock and roll, godspell και blues.
Τα πιόνια του παιχνιδιού αυτού είναι:
• η αισιοδοξία απέναντι στην απαισιοδοξία,
• η καλοσύνη απέναντι στην κακία,
• το ενδιαφέρον απέναντι στην αδιαφορία
• η θετική σκέψη απέναντι στην αρνητική σκέψη
• το γέλιο απέναντι στο κλάμα
• η συγχώρηση απέναντι στην εκδίκηση
• η χαρά απέναντι στην θλίψη
Promo Trailer: https://youtu.be/wibWlmDhQaQ
Λίγα λόγια για το έργο:
Ήταν μια φορά σ’ ένα μακρινό μέρος, κάπου στην Αμερική, πολλά χρόνια πριν, ένα μελαγχολικό χωριουδάκι.
Σ’ αυτό το χωριό οι κάτοικοι ήταν κάπως απρόσιτοι. Δεν πιάνανε κουβέντα εύκολα, χαμογελούσαν πολύ δύσκολα. Με άλλα λόγια… σ’ αυτό το χωριό λες ΚΑΙ ΕΙΧΕ ΧΑΘΕΙ Η ΧΑΡΑ.
Η μικρή μας ηρωίδα καταφθάνει μόνη της σε αυτό το χωριουδάκι με τους αδιάφορους και λυπημένους κατοίκους και εφαρμόζοντας το «παιχνίδι της χαράς» κατορθώνει μέσα σε λίγο διάστημα, να τους ξεσηκώσει όλους και να τους γεμίσει με αισιοδοξία, χαρά και ελπίδα.
Δήλωση της Κάρμεν Ρουγγέρη
«Το έργο έχει μια τόσο ενδιαφέρουσα πλοκή και ένα τόσο όμορφο τέλος που μπορεί να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον μικρών και μεγάλων. Κατά την γνώμη μου είναι για όλες τις ηλικίες. Οι Θησαυροί –μηνύματα που έχει το έργο αυτό είναι τόσοι που σίγουρα οι μικροί και μεγάλοι θεατές μας θα φύγουν πολύ πιο πλούσιοι από την παράσταση αυτή».
Δήλωση της Χριστίνας Κουλουμπή
«Το παιχνίδι της χαράς» της Eleanor Porter είναι το αριστούργημα της Αμερικάνικης Λογοτεχνίας που σημάδεψε τα παιδικά μου χρόνια! Ένα βιβλίο που επηρέασε τον τρόπο που βλέπω την ζωή με αφάνταστα θετικό τρόπο!
Ηρωίδα, ένα μικρό κορίτσι 12 χρονών που- παρά τις αντιξοότητες που παρουσιάζονται στην ζωή της – καταφέρνει να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες με χαμόγελο και αισιοδοξία! Ο πατέρας της, ένας φτωχός ιεραπόστολος, της είχε μάθει να παίζει το «παιχνίδι της χαράς» που είναι το μυστικό της ευτυχίας! Μέσα από τις περιπέτειες της μικρής Πολυάννας καταλαβαίνουμε την αξία της ευγνωμοσύνης, την αγάπη που μεταδίδεται μέσα από την καλοσύνη, την φιλία και την ελπίδα που φωτίζει την σκέψη μας να επιλέγει το καλό ακόμα κι όταν όλα μοιάζουν δύσκολα…
Κείμενο: Κάρμεν Ρουγγέρη
Σκηνοθεσία: Κάρμεν Ρουγγέρη – Χριστίνα Κουλουμπή
Σκηνικά – Κοστούμια: Χριστίνα Κουλουμπή
Κίνηση – Χορογραφίες – Φωτισμοί: Πέτρος Γάλλιας
Πρωτότυπη μουσική – VideoArt: Αντώνης Δελαπόρτας
Στίχοι: Ανδρέας Κουλουμπής – Κάρμεν Ρουγγέρη
Διδασκαλία τραγουδιών: Ελένη Ζιώγα
Διεύθυνση παραγωγής – Υπεύθυνη περιοδείας: Ελένη Καρτάση
Παίζουν οι ηθοποιοί (με αλφαβητική σειρά):
Αναγνωστοπούλου Αναστασία, Ζωγραφόπουλος Κώστας, Κορλός Θανάσης, Κύρτσος Νίκος, Λιναρδάτου Κωνσταντίνα, Μιχαλάκη Έλενα, Παπαδόπουλος Χάρης, Πικιώνη Ινώ
ΠΑΡΑΓΩΓΗ: ΠΑΙΔΙΚΗ ΣΚΗΝΗ ΚΑΡΜΕΝ ΡΟΥΓΓΕΡΗ
Πολυάννα Το Παιχνίδι της Χαράς
Κυριακή 30 Αυγούστου / 21:00
Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων
Τιμές εισιτηρίων: 14€ Γενική Είσοδος (Δωρεάν είσοδος για παιδιά έως 2 ετών)
Ηλεκτρονική Προπώληση: https://www.ticketservices.gr/event/polyanna-to-paixnidi-tis-xaras/?lang=el
Προπώληση
Καβάλα: Κέντρο Πληροφόρησης Επισκεπτών Δήμου Καβάλας (πρώην ΕΟΤ) Κεντρική Πλατεία, τηλ: 2510-620566, καθημερινά από Δευτέρα έως Σάββατο (10:00 – 14:00 και 18:00 – 21:00) και Κυριακή (10.00 – 14.00), ενώ την ημέρα της παράστασης θα γίνεται προπώληση στο ταμείο του χώρου της εκδήλωσης από τις 19:00 το απόγευμα.
Πολιτισμός
«ΡΩΜΑΙΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΕΤΑ» του Μποστ! σε περιοδεία από ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κρήτης
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Διαβάζοντας ξανά και ξανά κείμενα και σκίτσα του Μέντη Μποσταντζόγλου κάνουμε συχνά το ίδιο λάθος: προσπαθούμε να κρατήσουμε παραπομπές, μνημόνια εδαφίων. Όμως, στο μποστικό σύμπαν δε βρίσκουν έδαφος τα μνημόνια. Οι σελιδοδείκτες θα ‘πρεπε να είναι όσοι είναι οι λαχνοί στο κοντάρι του λαχειοπώλη την ώρα που βγαίνει για δουλειά! Δεν είναι μόνο εύλογη η αμηχανία όποιου επιχείρησε να χωρέσει σε ταξινομημένα ράφια το έργο του Μποσταντζόγλου.
Σκιτσογράφος, θεατρικός συγγραφέας, στιχουργός, σατιρικός, λαϊκός ζωγράφος, σαρκαστικός αφηγητής και καλλιτέχνης, διαφημιστής, σχεδιαστής όμορφων δώρων, κατεδαφιστής της κοινωνικής και γλωσσικής υποκρισίας…
Ανεπαρκείς οι ορισμοί, τόσο αληθινοί ο καθένας χωριστά, τόσο λίγοι, όμως, για να κλείσουν μέσα τους αυτόν τον Ανατολίτη αυθεντικό άρχοντα της πένας και του πινέλου.
Είπαν για αυτόν πως ζωγράφιζε τη γλώσσα και μιλούσε τις εικόνες: ένα ισόβιο, εύφορο μποστάνι, που θα ‘λεγε κανείς ότι το σκάλισαν, το πότισαν και το ευλόγησαν ο Αριστοφάνης, ο Θεόφιλος, ο Βυζάντιος, ο Σουρής, ο Ροΐδης, ο Θέμος Άννινος και ο αδελφός του ο Μπάμπης, αλλά μαζί και όλοι οι μάστορες του Θεάτρου Σκιών και οι ακαδημαϊκοί του Σουρρεαλισμού.
Το συνολικό έργο του Μποστ είναι ίσως το πιο αδιάσειστο τεκμήριο εκείνου του αξιώματος που έλεγε πως στην Ελλάδα δεν χρειάζεται κανείς να εισάγει τον Σουρρεαλισμό, καθότι υπάρχει επάρκεια.
Ιδού το δείγμα: «Σε κάποια πόλη μακρινή, στην πόλη της Βερόνας
Μοντέγοι από τη μία μεριά, και κάτι Καπουλέτοι
είχανε έχθρα φοβερή που εκρατούσε έτη.
Κι έτυχε τότε έρωτας να μπει εις την καρδιά
και να θρονιάσει για καλά σε δυό μικρά παιδιά.
Αυτά υπήρξαν θύματα ετούτης της βεντέτας
Κάποιου Μοντέγου δηλαδή και κάποιας Καπουλέτας.
Ρωμαίος λέγεται ο γιός από Μοντέγου γένος
Και με την κόρη του εχθρού βαριά ερωτευμένος.
Ιουλιέτα λέγετο η κόρη που αγαπούσε
και Καπουλέτους έλεγαν το γένος που κρατούσε.
Η μοίρα όμως το’ φερε η αγάπη των να σβήσει.
Θα δείτε πώς συνέβηκε στο έργο που θ’ αρχίσει».
Ο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Μποστ δεν είναι απλώς μια κωμωδία, αλλά είναι ένα γλωσσικό και κοινωνικό φαινόμενο. Με τον χαρακτηριστικό δεκαπεντασύλλαβο και την σκοπίμως ανατρεπτική γλώσσα του, το έργο σατιρίζει τον μικροαστικό καθωσπρεπισμό, τις διαχρονικές ελληνικές παθογένειες και τις αντιφάσεις της σύγχρονης κοινωνίας, προκαλώντας ουσιαστικά ερωτήματα αβίαστο γέλιο.
Ο Μποστ εμπνέεται από την πασίγνωστη ρομαντική σαιξπηρική ιστορία. Οι ήρωες έρχονται από το παρελθόν στο παρόν, λέγοντας την ιστορία με το δικό τους τρόπο μέσα από τον αυτοσαρκασμό, το χιούμορ και τις ανατροπές.
Ο Ρωμαίος γεμάτος από έρωτα για την Ιουλιέτα αντιπροσωπεύει το πάθος, το αίσθημα, αλλά και τη δύναμη, έτοιμος να θυσιαστεί για τα ιδανικά της αγάπης. Η Ιουλιέτα, μέσα πάντα από τον ανατρεπτικό όσο και σουρεαλιστικό λόγο του Μποστ, είναι ένα κορίτσι και αργότερα γυναίκα που τη διακρίνει η δυναμικότητα και αποφασιστικότητα, έτοιμη να διεκδικήσει μέχρι τέλους την αγάπη της για τον Ρωμαίο.
Και εδώ πρωταγωνιστής είναι η γλώσσα. Μέσα σε αυτόν τον ευρηματικό και απροσδόκητο δεκαπεντασύλλαβο, ο Μποστ σατιρίζει με το δικό του υπονομευτικό τρόπο τα κακώς κείμενα της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας.
Ο σουρεαλισμός, ο γνωστός δεκαπεντασύλλαβος, οι ήρωες που μοιάζουν με τα σκίτσα του, η υπόγεια κριτική , είναι τα στοιχεία εκείνα που κάνουν το έργο να αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα δείγματα ενός θεάτρου που δεν υπήρξε όμοιο στην Ελλάδα.
Αιχμηρός, αληθινός, αλλά και πολύ ευαίσθητος στίχος.
Ο πολυμήχανος σατιριστής Μποστ βάζει δύσκολα στον εαυτό του, εφόσον χρησιμοποιεί ως θεματική αφετηρία του και ως πλαίσιο του μύθου του ένα άλλο έργο, άλλης εποχής, άλλης δραματουργικής πλοκής και υφής και, μάλιστα, τραγικής, όπως είναι και η «Μήδεια».
Διακινδυνεύει κινούμενος στην κόψη του ξυραφιού, καθώς πλέκει το πρωτότυπο Σαιξπηρικό έργο και τα πρόσωπά του με το σύγχρονο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι στον δικό του μύθο, τον φαινομενικά παράλογο, αλλά στο βάθος του ορθολογικά δομημένο και κριτικά καυστικό, ακριβώς γιατί θέλει να στηλιτεύσει τον σύγχρονο βίο του Έλληνα, του εκτροχιασμένου και εξαιτίας της κατακλυσμιαίας υποκουλτούρας, που σαρώνει τα πάντα.
‘Ήθη, παραδόσεις αιώνων, πολιτιστικές αξίες και τέχνες.
Μια κοινωνία σε πλήρη σύγχυση αποκαλύπτει η παράσταση, μέσα από ένα παιχνίδι σκόπιμης, δαιμόνιας , χιουμοριστικά εύφορης δραματουργικής ασάφειας. Πρόκειται για μια επιτηδευμένη σύγχυση που λυτρώνει τον θεατή από τη σαβούρα της τηλεοπτικής υποκουλτούρας, αυτής που συντηρεί μελοδραματικές λαϊκίστικες ιστορίες, προκαλεί μαζική αποχαύνωση στη σημερινή Ελλάδα του κακόγουστου διπολικού σκηνικού των «Πράσινων» και «Βένετων».
Τα λογοπαίγνια του Μποστ, δια στόματος των ανεκδιήγητων ηρώων του «σπάνε κόκαλα» με την αιχμηρότητά τους και ευεργετούν τον θεατή με το εύστοχο, ανατρεπτικό τους χιούμορ.
Ο Νικορέστης Χανιωτάκης σκηνοθετεί το έργο και το μπολιάζει με πάμπολλα, ευφυή ευρήματα και με φρέσκους στίχους ομοιοκατάληκτους που στηλιτεύουν τη σημερινή επικαιρότητα, ντυμένο με την πρωτότυπη μουσική του Γιώργου Ανδρέου, που «γλεντά» την παράσταση με τα τραγούδια του και τη ζωντανή μουσική του.
Ο σκηνοθέτης προσφέρει στο κοινό ένα θέαμα λευτερωμένο από κάθε υποκριτική αναστολή από έναν «εξωφρενικό θίασο», με προεξάρχοντες την έξοχη Υρώ Μανέ, που σκορπά κύματα γέλιου στον ρόλο της Ιουλιέτας και τον πολυτάλαντο Άκη Σακελλαρίου, ως έναν πολυδιάστατο Ρωμαίο, ενώ η σκηνική δράση εμπλουτίζεται σε υπερθετικό βαθμό από τον Γιάννη Ζουγανέλη στον ρόλο της Παραμάνας.
Ακόμη, ο Σπύρος Μπιμπίλας με απίστευτη ενέργεια και μπρίο ως Μερκούτιος, ο απολαυστικός Γιάννης Δρακόπουλος στον ρόλο του αντισυμβατικού Πάτερα Λαυρέντιου, μαζί με τους εξαιρετικούς Δαυίδ Μαλτέζε, Παναγιώτη Γουρζουλίδη, Βασίλη Παπαδημητρίου, Αρετή Πασχάλη και Νίνα Φώσκολου, με το πληθωρικό τους ταλέντο, τον γρήγορο ρυθμό και το χιούμορ, εναλλάσσουν ρόλους με γρήγορα αντανακλαστικά και απογειώνουν το κοινό.
Είναι ένας θίασος υπέροχος, διαρκώς σχολιαστικός, μέσα σ’ ένα σκηνικό «όργιο» της Μαρίας Φιλίππου και της δημιουργικής συνεργασίας της Ιωάννας Καλαβρού με τα κοστούμια της, καθοδηγούμενου κινητικά από την Φαίδρα Νταϊόγλου.
Συντελεστές
Σκηνοθεσία-Φωτισμοί: Νικορέστης Χανιωτάκης
Πρωτότυπη μουσική: Γιώργος Ανδρέου
Σκηνικά: Μαρία Φιλίππου
Κοστούμια: Ιωάννα Καλαβρού
Χορογραφίες: Φαίδρα Νταϊόγλου
Σχεδιασμός ήχου – ηχοληψία: Μανώλης Καραδημητράκης
Βοηθός σκηνοθέτη: Θεοδώρα Κοκκινίδη
Οργάνωση παραγωγής: Χρυσαντίνα Κούλουμπου, Χαρούλα Λώλη
Εκτέλεση παραγωγής: Ιουλιέτα Καραχάλιου
Οργάνωση γραφείου παραγωγής: Βικτώρια Λώλη, Αργυρώ Τσοτσώνη
Επικοινωνία: Ελένη Λιλή – elenanlily@gmail.com
Creative Agency : GridFox
Social media: Social Wave
Παίζουν: Υρώ Μανέ, Άκης Σακελλαρίου, Σπύρος Μπιμπίλας, Γιάννης Δρακόπουλος, Δαυΐδ Μαλτέζε, Παναγιώτης Γουρζουλίδης, Βασίλης Παπαδημητρίου, Αρετή Πασχάλη, Νίνα Φώσκολου, Οδυσσέας Κωνσταντόπουλος
Στον ρόλο της Παραμάνας ο Γιάννης Ζουγανέλης!
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Προτεινόμενα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΠροκήρυξη Διεθνούς Διαγωνισμού Ποίησης εις Μνήμη του Πρωτοπρεσβύτερου Ποιητή Γεωργίου Ι. Διαμαντόπουλου. Με θέμα ꓽ «Υπάρχουν Άνθρωποι»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΘάσος: Αναστέλλεται η λειτουργία σχολικών τμημάτων και του «Θεαγένη»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμαρχος Θάσου για το πρόγραμμα ενίσχυσης επιχειρήσεων της ΑΜΘ με την διαδικασία της μη επιστρεπτέας προκαταβολής
-
ΚαβάλαΠριν 6 έτηΚαμπανάκι για την μείωση των δρομολογίων στη γραμμή Πρίνος-Καβάλα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΧορωδίες δήμου θάσου 2020
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμος Θάσου κοντά στον πολίτη, δίνει χρήσιμες συμβουλές για την εξοικονόμηση ενέργειας
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΞεκινούν οι εγγραφές στην Παιδική Θεατρική Σκηνή του Δήμου Θάσου
-
ΕλλάδαΠριν 6 έτηΣε κακούργημα μετατρέπεται το αδίκημα βασανισμού των ζώων

You must be logged in to post a comment Login