Connect with us

Πολιτισμός

«Σέρα-Η ψυχή του Πόντου» με τη Χρύσα Παπά στο «Αντιγόνη Βαλάκου» (κριτική)

«Σέρα-Η-ψυχή-του-Πόντου»-με-τη-Χρύσα-Παπά-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»-(κριτική)

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

«Θα σας διηγηθώ την ιστορία του πατέρα μου…γιατί άραγε;»

Δεν είναι μόνο οι θεατρικές διασκευές γνωστών μυθιστορημάτων, που «πρωταγωνιστούν» σε πολυάριθμες παραστάσεις, αλλά και μια σειρά εμβληματικών κειμένων τα οποία, τολμηροί δημιουργοί επιχειρούν να τα καταστήσουν σκηνικά,  ερεθιστικά για το κοινό.

Πρόσφατο παράδειγμα η εξαιρετικά πετυχημένη  «Σέρρα-Η ψυχή του Πόντου»,  βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Γιάννη Καλπούζου, με την εξαιρετική ερμηνεία της Χρύσας Παπά, σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη.

Η μεγάλη καλλιτεχνική επιτυχία με τα συνεχόμενα sold out των δυο τελευταίων ετών, το «Σέρρα» υμνήθηκε από κοινό και κριτικούς, στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, σε μεγάλες πόλεις της Ελλάδας καθώς και στο Βερολίνο της Γερμανίας, με το κοινό να γεμίζει τις θεατρικές αίθουσες όπου και αν παρουσιάστηκε.

Πρόκειται για μια θεατρική εμπειρία που συνεπαίρνει τον θεατή σε ένα μοναδικό ταξίδι, απ’ όπου και αν κατάγεται. Μία ηθοποιός, 12 ρόλοι. 

Η ηρωίδα, η Λεμονιά,  παρουσιάζεται στο κοινό για να αφηγηθεί την ιστορία του πατέρα της, του Γαληνού Φιλονίδη,  που ξεκινάει το 1915 και ολοκληρώνεται το 1962, στην Τραπεζούντα και σε άλλες περιοχές του Πόντου, στην Αμπχαζία και στο Καζακστάν.

 Ένα έργο γεμάτο έρωτα, μυστήριο, ραδιουργίες, τρυφερότητα, αγάπη, εξαθλίωση και αξιοπρέπεια. Συνάμα, η ζωή που κυλάει πότε ανέμελη και πότε ως εφιάλτης, ο μικρόκοσμος του καθενός, ο ίσκιος των γονιών που βαραίνει τα παιδιά, η πάλη μεταξύ λογικής και συναισθήματος, και όλα να οδηγούν στη μεγαλύτερη επανάσταση: την ανθρωπιά.      Ένα ταξίδι που γράφει η ζωή, που φαντάζει με τις φλόγες του χορού της φωτιάς, του χορού Σέρρα.

Ο Γιάννης Καλπούζος, κορυφαίος λογοτέχνης της γενιάς του, αποτυπώνει αριστοτεχνικά την ψυχή του Ποντιακού Ελληνισμού: Ενόψει του εκτοπισμού των Αρμενίων απ’ την Τραπεζούντα τον Ιούνιο του 1915, ένα κορίτσι, που μοιάζει να το ζωγράφισε ο ίδιος ο Θεός, καταφεύγει στο σπίτι ενός αγνώστου. Στην Ορντού, ένα άλλο κορίτσι εύπορης ελληνικής οικογένειας ετοιμάζεται για τον γάμο του και πασχίζει να οραματιστεί το μέλλον μ’ έναν άντρα, τον οποίο ελάχιστα γνωρίζει.

Ο χαρισματικός, θρήσκος και θεματοφύλακας των ηθών της εποχής Γαληνός Φιλονίδης διχάζεται ανάμεσα σε δυο γυναίκες. Δοκιμάζεται εμπρός στις ιδέες του,  έρχεται αντιμέτωπος με την αγριότητα και το μίσος,  συντρίβεται και θέτει ως στόχο ζωής να εκδικηθεί εκείνον που του προκάλεσε τον μεγάλο  πόνο.

Στο παρασκήνιο της μυθοπλασίας ιχνογραφείται ο Πόντος μέχρι την ανταλλαγή των πληθυσμών, η ομογενοποίηση των φυλών με συνδετικό κρίκο, μα και άλλοθι,  τη θρησκεία, ο φόβος, η μισαλλοδοξία και ο εθνικισμός που ενσπείρουν οι Νεότουρκοι και στη συνέχεια οι Κεμαλιστές.  Ακόμα, έχουν θέση στην αφήγηση  η καθημερινή ζωή στα πρώτα χρόνια της Σοβιετικής Ένωσης, οι διώξεις των Ελλήνων επί Στάλιν, τα στρατόπεδα εργασίας στη Σιβηρία και οι στέπες του Καζακστάν, με τους  αφόρητους καύσωνες το καλοκαίρι και  το σφοδρό ψύχος τον χειμώνα. Και, τέλος,  οι πόθοι, τα πάθη και τα δεινά των Ποντίων.

Κι όλα, μέσα από το πολυσχιδές ταξίδι που γράφει η ζωή και το ταξίδι που γράφεται για τη ζωή, να φαντάζουν φλόγες και κινήσεις του ποντιακού χορού «Σέρρα», του χορού της φωτιάς.

Η εξαιρετική Χρύσα Παπά αφηγούμενη τη Σέρρα, την ψυχή του Πόντου, υποδύεται αριστοτεχνικά σ’ ένα ρεσιτάλ υποκριτικής δεινότητας,  πολλούς ανδρικούς και γυναικείους ρόλους σε διαδοχικές μεταμορφώσεις, έτσι ώστε στα μάτια του θεατή να ξετυλίγεται η τοιχογραφία του ποντιακού ελληνισμού από το 1910 έως το 1962 στην Τουρκία και στη Σοβιετική Ένωση.

 Ο Γαληνός Φιλονίδης είναι ο πατέρας της γυναίκας που βγήκε στη σκηνή και φοράει το παλτό του. Το φιλάει και κλαίει. Τον θυμάται και, μαζί με την ανάμνησή του, φέρνει στο νου της και όλη την ιστορία των Ελλήνων του Πόντου – των ανθρώπων που ήταν σαν την οικογέενειά της, κομμάτι μιας ιστορίας που δεν έχουμε διδαχτεί αρκετά.

1915 – Τραπεζούντα. Οι Τούρκοι έχουν ξεκινήσει να εκκαθαρίζουν τους αρμενικούς πληθυσμούς στην περιοχή που οριζόταν ως Πόντος. Μια μητέρα κρύβει τη δεκαπεντάχρονη κόρη της στο σπίτι του Έλληνα δασκάλου, Γαληνού Φιλονίδη, για να μην την πάρει ο Τούρκος χωροφύλακας της περιοχής, ως γυναίκα του. Ο Γαληνός επιστρέφει και ανακαλύπτει το κορίτσι, αλλά επειδή φοβάται για την τύχη της, αν την παραδώσει, αποφασίζει να ρισκάρει και να την κρύψει. Είναι ένα πανέμορφο κορίτσι, αλλά αυτός είναι ήδη λογοδοσμένος με τη Φιλάνθη και δεν σκοπεύει να φανεί “λίγος” στον λόγο που έδωσε.

Οι μέρες περνούν, ο γάμος γίνεται και το νέο ζευγάρι ζει στην Τραπεζούντα, στο σπιτικό του Γαληνού. Αυτός έχει πλέον και μια μικρή βιοτεχνία στην κατοχή του και λογίζεται από τα σημαντικά μέλη της ελληνικής κοινότητας.

Η εγκυμοσύνη της γυναίκας του θα συμπέσει με τον ρωσο-τουρκικό πόλεμο, που μαίνεται στην περιοχή, και η απόφασή της να πάει στην πόλη που ζουν οι δικοί της, για να γεννήσει με περισσότερη ασφάλεια, θα ανοίξει έναν κύκλο γεγονότων. Η νεαρή Αρμένισσα Ταλίν, θα συστηθεί ως υπηρέτρια του σπιτιού, μετά τη φυγή των Τούρκων από την πόλη και οι Έλληνες της περιοχής θα νιώσουν ότι κάτι καλύτερο ξημερώνει. Ο Γαληνός θα μάθει ότι έχει πλέον έναν γιο, που θα αργήσει ακόμη να δει μαζί με τη γυναίκα του, ενώ η ομορφιά της φιλοξενούμενής του τον βάζει σε πειρασμούς και διλήμματα.

Όταν αυτό θα συμβεί, θα έρθουν κι άλλα γεγονότα να αναταράξουν τη ζωή τους. Οκτωβριανή επανάσταση, αλλαγή καθεστώτος στη Ρωσία, ΕΣΣΔ, μικρασιατική εκστρατεία, ήττα ελληνικού στρατού, διωγμός Ελλήνων, καταστροφές. Η κόρη του, μπροστά στα μάτια μας, αλλάζοντας ρόλους και φωνές, μας αφηγείται μια περίοδο της ιστορίας, που άλλαξε για πάντα τη ζωή τους. 

Οι Τούρκοι ξαναμπαίνουν στην Τραπεζούντα και ο Γαληνός, παρά την προειδοποίηση ενός φίλου του, δε φεύγει όσο είναι καιρός και έτσι αυτός και η οικογένειά του συλλαμβάνονται και ξεκινούν με όλη την πόλη μια πορεία θανάτου, συνοδεία στρατιωτών. Οι περιγραφές ανατριχιάζουν, καθώς ακούμε για απίστευτη βιαιοπραγία προς τους αδύναμους ή τους τραυματίες. Έχεις την αίσθηση, από την παραστατικότητα της αφηγήτριας, ότι κάτω από τα πόδια σου τρέχει ένα κόκκινο ποτάμι και ότι μπορείς να το μυρίσεις!

Η οικογένεια θα χωριστεί κι ο Γαληνός θα τρέξει μακριά μαζί με τα παιδιά. Θα πάρει μαζί μόνο τον γιο του και πίσω θα μείνει η γυναίκα  με την κόρη του, με την υπόσχεση ότι θα βρουν τρόπο να ξανασυναντηθούν. Μέσα από μια περιπέτεια σε βουνά και δάση, ο Γαληνός θα βρεθεί αντιμέτωπος με παλιούς δαίμονες, θα χάσει το παιδί του και θα καταλήξει άγριο θηρίο, αντάρτης στα βουνά  μαζί με άλλους Έλληνες.

Η Σέρρα, ο αρχαίος Πυρρίχιος χορός, που το τελετουργικό του επαναλαμβάνεται πριν από κάθε μάχη, γίνεται αυτό που τους κρατά συνδεδεμένους με την καταγωγή τους, τον σκοπό που πολεμάνε, τους δικούς τους που χάσανε, τον λαό τους που αφανίζεται.

Μετά από πάμπολλες  ταλαιπωρίες, ο Γαληνός και μια ομάδα συντρόφων του θα βρεθούν στη Σοβιετική Ένωση και θα συλληφθούν, για να οδηγηθούν πρώτα στο Καζακστάν και μετά στα στρατόπεδα εργασίας της Σιβηρίας. Όταν κάποια στιγμή θα ελευθερωθεί, θα καταλήξει σε μια πόλη της Γεωργίας, όπου έχει από καιρό βρει καταφύγιο η Ταλίν. Θα ορθοποδήσει ξανά και, μην έχοντας νέα από τη γυναίκα του, θα αποφασίσει να παντρευτεί το κορίτσι.

 Τη μέρα του γάμου θα εμφανιστεί ξαφνικά η γυναίκα του με την κόρη του, ο γάμος θα αναβληθεί και θα γίνουμε μάρτυρες, μέσα από τη διήγηση της ενήλικης κόρης, των δεινών που πέρασαν οι γυναίκες, στην προσπάθειά τους να περάσουν στη Σοβιετική Ένωση: θάνατος, βιασμοί από Τούρκους στρατιώτες, εξαθλίωση, πορνεία, για ένα κομμάτι ψωμί.

Το ζευγάρι θα ξαναχωριστεί και ο καθένας θα φτιάξει πάλι τη ζωή του, κουβαλώντας τις πληγές όλων των προηγούμενων ετών. Πατέρας και κόρη θα ξανασυναντηθούν χρόνια μετά, κοντά στο 1960, στη Μόσχα, όπου θα μάθουμε για τον υπαίτιο όσων κακών βρήκαν τον Γαληνό, τη σχέση του με την οικογένειά του και για  τη σκέψη του για μετεγκατάσταση στην Ελλάδα. Ένα σχέδιο που δεν θα ευοδωθεί, αφού οι συγκυρίες θα τον φέρουν ξανά στην Τραπεζούντα και από εκεί στην Κωνσταντινούπολη, για να βρει τον χαμένο του γιο και μετά πάλι πίσω στο παλιό του σπίτι, στην πόλη που έζησε τον περισσότερο καιρό, μέχρι το τέλος της ζωής του.

Για 90 λεπτά, γίναμε μάρτυρες ενός συγκλονιστικού μονολόγου και μιας κατάθεσης ψυχής από τη Χρύσα Παππά. Μπροστά στα μάτια μας, η ηθοποιός πέρασε σχεδόν μισό αιώνα ιστορίας του Ποντιακού Ελληνισμού, ξεκινώντας λίγο μετά τον πρώτο Παγκόσμιο και καταλήγοντάς στα μέσα της δεκαετίας του ’60.

Τόποι και άνθρωποι και ιστορίες και ό,τι συνθέτει μια φυλή, έναν λαό, που δεν μάθαμε ποτέ στο σχολείο, τα ακούσαμε όλα μεμιάς. Με ανάμεικτα συναισθήματα λύπης, θυμού, αγωνίας και κάποια που δεν ταξινομούνται (ούτε καν περιγράφονται με τη λέξη “οργή”), διαπιστώσαμε κάτι που γνωρίζαμε καλά από άλλες ιστορικές περιόδους.

Μπροστά στα συμφέροντα των δυνατών, οι απλοί άνθρωποι είναι απλές αναφορές αριθμών και δεν υπολογίζονται. Επίσης, η αμορφωσιά και το τυφλό μίσος μερικών  που ψάχνουν εξιλαστήρια θύματα για να εκδηλώσουν ό,τι πιο σιχαμένο τούς γεμίζει, διαχρονικά δημιουργεί τέρατα και καταστάσεις που δεν γνωρίζω αν θα αντέχαμε να δούμε ακόμη και ως μάρτυρες, πόσο μάλλον να ζήσουμε όλη αυτή τη φρίκη των Ποντίων και των Αρμενίων, που, στο βωμό μιας “καθαρότητας”, αποτέλεσαν την πρώτη ύλη, για μια από τις πιο βάρβαρες σύγχρονες γενοκτονίες.

Δεν είναι εύκολο εγχείρημα να κάνεις ένα πολυσέλιδο ιστορικό βιβλίο θεατρικό κείμενο και να κρατήσεις όλα όσα χρειάζονται, ώστε το κοινό να αποκτήσει μια σφαιρική εικόνα  όσων θες να πεις, και,  παράλληλα,  να μη γεμίσει με πληροφορία που δεν θα διαχειριστεί εύκολα.

Ο Γιάννης Καλπούζος το κατάφερε με μοναδικό τρόπο και έφερε όλα αυτά επί σκηνής, μέσα από την ερμηνεία της έξοχης  Χρύσας Παππά, κάνοντας κάποιους να φτιάξουμε εικόνες από αντίστοιχες καταστάσεις  που συμβαίνουν σε πολεμικές συγκρούσεις τώρα και έχουν ως αποτέλεσμα τα καραβάνια προσφύγων,  ένα  πολυπληθές κομμάτι των οποίων,  έχει υποδεχτεί και η χώρα μας.

Ο Σωτήρης Χατζάκης επέλεξε να μη δραματοποιήσει υπερβολικά την αφήγηση της ηρωίδας και να κρατήσει έναν τόνο στην ερμηνεία της, που τον χρωματίζει, κάθε φορά που απαιτείται, με τέτοιο τρόπο, ώστε να γίνει μεταδοτικό το συναίσθημα, πέρα απ’ αυτό  που γεννάει η περιγραφή. Αυτό το δωρικό μοντέλο, που μεταμορφώνεται σε όλα τα πρόσωπα του έργου και με ελάχιστα αντικείμενα, αναπαριστά και τροφοδοτεί την ιστορία, αποδείχτηκε πολύ λειτουργικό.

Στο κλίμα της παράστασης  σημαντικό ρόλο έπαιξε και η μουσική  που επιμελήθηκε ο Ματθαίος Τσαχουρίδης, συνθέσεις με ποντιακή λύρα,  η πολύ λειτουργική σκηνογραφία και τα ρούχα που είχαν τη φροντίδα της Έρσης Δρίνη και οι περίτεχνοι φωτισμοί του Αντώνη Παναγιωτόπουλου.

Η Χρύσα Παππά είναι  συναρπαστική, καθηλωτική, σε ένα πολύ δύσκολο  αφήγημα, που έχει πολύ έντονη συναισθηματική φόρτιση και δυνατές περιγραφές βίας και ωμότητας, αλλά και πολλές τρυφερές και αισιόδοξες, που δείχνουν το μεγαλείο των ανθρώπων που έζησαν όλα αυταί και συνέχισαν να προσπαθούν κάθε μέρα για το καλύτερο, χωρίς να αλλάξουν κάτι από αυτά που τους χαρακτήριζαν.

Το συγκλονιστικό κλείσιμο της παράστασης, με τα λόγια του πατέρα της ηρωίδας ότι:  «από όσα πέρασε αυτός, δεν  τρέφει μίσος για καμιά εθνότητα, αλλά ζυγίζει και κρίνει τους ανθρώπους  ως μονάδες και κρατάει όσους αξίζουν», δίνει ένα πολύ δυνατό μήνυμα για το πώς οφείλουμε να κρίνουμε τον κόσμο γύρω μας.

Συντελεστές

Συγγραφέας και θεατρική διασκευή: Γιάννης Καλπούζος

Σκηνοθεσία: Σωτήρης Χατζάκης

Φωτισμοί: Αντώνης Παναγιωτόπουλος

Σύνθεση-Μουσική Επιμέλεια: Ματθαίος Τσαχουρίδης

Σκηνικά-Κοστούμια: Έρση Δρίνη

Χοροδιδασκαλία: Στέφανος Σιδηρόπουλος

Φωτογραφία αφίσας: Πάνος Βλασόπουλος

Φωτογραφίες παράστασης: Αγγελική Κοκκοβέ

Γραφιστική επιμέλεια-Video Editing: Μαίρη Μούσα

Προβολή-Δημόσιες Σχέσεις: Παναγιώτης Φανταγμάς

Παραγωγή: Sifa Production

Ερμηνεύει η Χρύσα Παπά

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«ΠΕΡΣΕΣ» του Αισχύλου στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

«ΠΕΡΣΕΣ»-του-Αισχύλου-στο-Αρχαίο-Θέατρο-Φιλίππων

Η εμβληματική τραγωδία «ΠΕΡΣΕΣ» του Αισχύλου, που έγινε SOLD OUT  στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου,  σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη, έρχεται στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, το Σάββατο 22 και την Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Στην παράσταση πρωταγωνιστούν οι: Μαρία Ναυπλιώτου, Δημήτρης Καταλειφός, Αναστάσης Ροϊλός και Σταύρος  Σβήγκος, πλαισιωμένοι από έναν δυναμικό 18μελή Χορό.

Οι «Πέρσες» αποτελούν το αρχαιότερο σωζόμενο ολοκληρωμένο έργο της αρχαίας ελληνικής δραματουργίας και ταυτόχρονα την πρώτη θεατρική καταγραφή ιστορικών γεγονότων. Ο Αισχύλος, αυτόπτης μάρτυρας της Ναυμαχίας της Σαλαμίνας, δημιουργεί ένα «σκηνικό ρεπορτάζ» πολέμου, μόλις οκτώ χρόνια μετά την καταστροφή.

Ο Χρήστος Θεοδωρίδης προσεγγίζει το έργο ως μια βαθιά αντιπολεμική κραυγή, συνεχίζοντας τη σκηνοθετική του πορεία πάνω σε πολιτικά φορτισμένα και καίρια σύγχρονα ζητήματα.

«Αχ, μια φορά πόσο μεγάλη και γλυκιά ήταν στ’ αλήθεια η ζωή μας…»

Είκοσι δύο άνθρωποι περιμένουν τα νέα μιας συντελεσμένης καταστροφής. Όταν ο αγγελιοφόρος επιστρέφει από το μέτωπο, ο λόγος του δίνει μορφή στον φόβο: η απώλεια είναι απόλυτη. Το σώμα και η σκέψη παραλύουν. Καμία πράξη δεν μοιάζει δυνατή. Μόνο ο θρήνος απομένει.

«Αχ, αχ, μιλάς για των δικών μας τα σώματα…»

Ο θρήνος γίνεται συλλογικός, επίμονος, αδιαπραγμάτευτος. Για τους νεκρούς. Για το παρελθόν που χάθηκε. Για το μέλλον που βυθίστηκε μαζί τους.

«Τώρα πάει του βασιλιά μας η εξουσία…»

Στο επίκεντρο της παράστασης βρίσκεται ο άνθρωπος απέναντι στην απώλεια. Η «τραγωδία των ηττημένων» ανοίγει έναν διαχρονικό διάλογο: οι ηττημένοι δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν, αλλά σε κάθε εποχή, σε κάθε πλευρά. Τα ονόματα που αναζητά ο Χορός είναι τα ονόματα όλων όσοι χάθηκαν και συνεχίζουν να χάνονται στους πολέμους του κόσμου…

Είκοσι δύο ηθοποιοί, σε μια σκηνή σχεδόν γυμνή, συγκροτούν έναν Χορό-πρωταγωνιστή. Με εργαλεία τον λόγο, την κίνηση και τη μουσική, αποτυπώνουν το συλλογικό τραύμα μιας κοινωνίας που στέκεται μουδιασμένη μπροστά στην καταστροφή.

«Τόσοι άνθρωποι, να ξέρεις, ποτέ δεν χάθηκαν σε μία και μόνο μέρα…»

Μια παράσταση που στοχάζεται πάνω στη μνήμη και την ήττα, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την ακατάλυτη ανθρώπινη ανάγκη για δημοκρατία και δικαιοσύνη, μέσα σε έναν κόσμο που ολοένα και θεμελιώνει την εξουσία και την άκριτη υποταγή!

Διανομή:

Άτοσσα: Ναυπλιώτου Μαρία

Δαρείος: Καταλειφός  Δημήτρης

Ξέρξης: Ροϊλός Αναστάσης

Αγγελιοφόρος: Σβήγκος  Σταύρος

Χορός (αλφαβητικά):  Αλεξανδρόπουλος  Πάρης,  Δεληθανάση Αγγελική, Δερμεντζίδης  Κρητικός Γιώργος, Εξακοΐδης  Γιώργος , Θεμελή Ξένια,

Κισσανδράκης Γιώργος,  Κωνσταντινίδης Γιώργος,  Μακρής Ντένης,

Μανδρινός Δημήτρης, Μανωλάς Νίκος, Πατερμαλή Αγγελική,

Πίττα Τατιάνα- Άννα, Σακελλαριάδη Πέννυ, Σωτηροπούλου Σαββίνα

Τρυφουλτσάνης Βασίλης, Τσαλίκης Βασίλης , Φύτρος Σαμψών

Συντελεστές:

Μετάφραση: Παναγιώτης Μουλλάς 

Σκηνοθεσία: Χρήστος Θεοδωρίδης 

Δραματουργική επεξεργασία: Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου, Παύλος Σούλης, Χρήστος Θεοδωρίδης 

Φωτισμοί: Ιωάννα ΑθανασίουΤάσος Παλαιορούτας 

Μουσική: Jeph Vanger

Χορογραφία – Κίνηση: Ξένια Θεμελή 

Επιστημονικός σύμβουλος: Παύλος Σούλης

Βοηθός σκηνοθέτη: Ιάσονας Ασημακόπουλος

Βοηθός χορογράφου: Ελίνα Παντελεμίδου

Social Media – Διαφήμιση: Renegade Media

Graphic Design – Photography: Mike Rafail

Οργάνωση παραγωγής: Λαμπρίνα Καραγιαννίδου

Παραγωγή: Marossoulis Productions

Διάρκεια : 1.45΄

Ώρα έναρξης : 9. 00 μμ

Προπώληση : more.com

https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/summer/perses-periodeia

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

​«Τρωάδες» του Ευριπίδη στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

​«Τρωάδες»-του-Ευριπίδη-στο-Αρχαίο-Θέατρο-Φιλίππων

Το Εθνικό Θέατρο παρουσιάζει στις 29 Αυγούστου, στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, τις Τρωάδες του Ευριπίδη, σε μετάφραση Γιάννη Τσαρούχη και διασκευή—σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου. Το κατεξοχήν ανθρωποκεντρικό έργο του μεγάλου τραγικού ποιητή ζωντανεύει στην πρώτη επιδαύρια σκηνοθεσία της διακεκριμένης δημιουργού στην πλέον λυρική και συλλογική του διάσταση.

Ένα ensemble 22 ερμηνευτριών και ερμηνευτών —μεταξύ των οποίων μέλη των Εν Δυνάμει— διαφορετικών ηλικιών, με και χωρίς αναπηρία, με ζωντανή μουσική επί σκηνής, μέσα από τη συνύπαρξη διαφορετικών σωμάτων, φωνών και εμπειριών, καταθέτουν μια σκηνική αφήγηση με κέντρο τη μουσικότητα. 

Ένα ποιητικό και βαθιά πολιτικό σκηνικό ανέβασμα χωρίς αποκλεισμούς στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, που για πρώτη φορά στην ιστορία του καθίσταται προσβάσιμο και σε άτομα με αισθητηριακές —οπτικές και ακουστικές— αναπηρίες [31/7]. Μια ξεχωριστή σκηνική ανάγνωση για τη φρίκη και το παράλογο του πολέμου μέσα από το φίλτρο του θηλυκού σώματος, που διεκδικεί το δικαίωμα της επιλογής, ακόμη και όταν βρίσκεται υπό κατοχή.

Οι Τρωάδες της Ελένης Ευθυμίου δεν είναι μόνο τα όμορφα, υγιή κορμιά των προνομιούχων γυναικών της οικογένειας του Πρίαμου, που αναμένουν την τελική διαλογή. Είναι και σώματα –ανήλικα, ανάπηρα, ηλικιωμένα– που ούτε πριν τον πόλεμο αποφάσιζαν για τον εαυτό τους, ενώ σπάνια είχαν το προνόμιο της αφήγησης. Αιχμάλωτες μετά την άλωση της πόλης τους, οι Τρωάδες αναμετρώνται και με τις δικές τους ευθύνες, όταν η σιωπηρή αποδοχή του πολέμου αποκαλύπτει τις ολέθριες συνέπειές της. Είναι πια φανερό πως ούτε οι θεοί, ούτε ο μύθος, ούτε η μοίρα ορίζουν τη ζωή τους. Παρά την οδύνη και την απόγνωση μπροστά στην καταστροφή, οι Τρωάδες βιώνουν την απώλεια, μα δεν παραδίδονται. Οι λέξεις γίνονται τα όπλα της αντίστασής τους —έστω και την ύστατη αυτή στιγμή— απέναντι στη σκλαβιά και την απώλεια της ταυτότητας που η νέα πραγματικότητα τους επιφυλάσσει. Στέκουν όρθιες, βρίσκουν τη φωνή τους και σταδιακά το πένθος τους μετασχηματίζεται σε μια εύθραυστη αλλά επίμονη μορφή εξέγερσης, με την αλληλεγγύη να είναι πλέον η μεγαλύτερή τους δύναμη. 

Θα μπορέσουν άραγε οι καταπιεσμένες αυτού του κόσμου να ξανακερδίσουν το δικαίωμα της επιλογής; Να κραυγάσουν τον θυμό και το μίσος τους, να θρηνήσουν, να γελάσουν μες στο χάος και το αδιέξοδο; Θα επαναοικειοποιηθούν ποτέ οι γυναίκες της Τροίας τα σώματά τους;

Μετάφραση: Γιάννης Τσαρούχης
Διασκευή—Σκηνοθεσία: Ελένη Ευθυμίου
Σύμβουλος δραματουργίας: Σοφία Ευτυχιάδου
Σκηνικά: Ευαγγελία Κιρκινέ
Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Μουσική: Λευτέρης Βενιάδης
Κίνηση: Τάσος Παπαδόπουλος 
Φωτισμοί: Ζωή Μολυβδά – Φαμέλη
Σχεδιασμός ήχου: Σοφία Καμαγιάννη
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά 

Βοηθός σκηνοθέτριας: Θέμης Θεοχάρογλου
Βοηθός σκηνογράφου: Μαριάνθη Ράδου
Βοηθός ενδυματολόγου: Δέσποινα Μαρία Ζαχαρίου

Βοηθός φωτίστριας: Νατάσα Πετροπούλου 
Β βοηθός σκηνογράφου: Ταξιάρχης Χούμος 

Καλλιτεχνικές συνεργάτιδες για την υποστήριξη της ομάδας Εν Δυνάμει: Ελένη Ζαχοπούλου, Δάφνη Καφετζή, Αγγελική Τόμπρου 

Παίζουν (αλφαβητικά):  Αργύρης Ξάφης (Ταλθύβιος), Εύη Σαουλίδου (Ανδρομάχη), Νάνσυ Σιδέρη (Κασσάνδρα), Βασιλική Τρουφάκου (Ελένη), Λυδία Φωτοπούλου (Εκάβη), Γιώργος Χριστοδούλου (Μενέλαος)

Χορός: Μύριαμ Σοφία Αρτζανίδου, Μαρία Δαχλύθρα, Eλένη Δημοπούλου, Νίκος Κυπαρίσσης, Ειρήνη Κουρούβανη, Λωξάνδρα Λούκας, Λυγερή Μητροπούλου, Θεανώ Παπαβασιλείου, Κατερίνα Παπανδρέου, Νίκη Πεταλά, Χρύσα Τουμανίδου

Μαζί τους, στους ρόλους της νεαρής Πολυξένης και του μικρού Αστυάνακτα η Άνα Τζουλάκη Χριστοδούλου και ο Μιχάλης Μήτσης αντίστοιχα.

Μουσικοί επί σκηνής: Σοφία Καμαγιάννη (πιάνο), Γιώργος  Μπουκαούρης (κρουστά), Σοφιανός Πεσιρίδης (όμποε)

Φωτογραφίες: Karol Jarek

Τρέιλερ: Χρήστος Συμεωνίδης

Προπώληση εισιτηρίων: ticketservices.gr

Το Εθνικό Θέατρο επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Η ΚΑΡΥΑΤΙΔΑ!» του Γιώργου Καπουτζίδη σε περιοδεία

«Η-ΚΑΡΥΑΤΙΔΑ!»-του-Γιώργου-Καπουτζίδη-σε-περιοδεία

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

«Και αφού ήταν σπασμένη έτσι και αλλιώς! Να κοίτα, Παναγιώτη, και η μύτη της ήταν σπασμένη! Στους Άγγλους που την σπάσανε δεν είπε κανείς τίποτα! Όλα σε εμένα θα τα ρίξουν τώρα! Που δεν είναι καθόλου σωστό να σπας την μύτη του άλλου! Την ξένη μύτη! Αλλά φταίνε και οι Έλληνες! Να γυρίσουν πίσω τα μάρμαρα! Τι καταλάβατε; Μια χαρά ήμασταν και με το αντίγραφο. Το έβλεπα εγώ στην Ακρόπολη και έλεγα «Πω! Πω! Τι ωραίο!» Ωραίο; Πιο ωραίο από το αληθινό!»

Αλεξάνδρα Βελλή, Υπουργός Πολιτισμού πρώην τηλεοπτική δημοσιογράφος και παντρεμένη με τον αδελφό του μεγαλύτερου εμπόρου ναρκωτικών των Βαλκανίων!

Τι συμβαίνει όταν η χαμένη έκτη Καρυάτιδα επιστρέφει επιτέλους στην πατρίδα;
Η χώρα φοράει τα καλά της. Οι κάμερες στήνονται. Οι λόγοι ετοιμάζονται. Οι δηλώσεις ξαναγράφονται. Οι μηχανισμοί δουλεύουν υπερωρίες. Οι τόνοι ανεβαίνουν.
Και κάπου εκεί, η εθνική συγκίνηση συναντά την πολιτική παράνοια, η επίσημη γραμμή συγκρούεται με τα κρυφά παρασκήνια και η Ελλάδα κάνει αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα: να μετατρέπει το μεγαλείο σε φιάσκο και το φιάσκο σε γελαστικό
θέαμα.

Με αφορμή μια εξαιρετική θεατρική ιδέα, η Καρυάτιδα γίνεται μια πικρή κωμωδία, μια σάτιρα εθνικής αυτογνωσίας, ένα φαρσοκωμικό πορτρέτο μιας χώρας που μπορεί να συγκινείται βαθιά, να διχάζεται θεαματικά και να αυτοϋπονομεύεται με
αξιοζήλευτη συνέπεια — συχνά όλα μαζί, ταυτόχρονα.

Ο Γιώργος Καπουτζίδης υπογράφει ένα έργο αιχμηρό, ευφυές και απολαυστικά άβολο, που πίσω από το γέλιο αποκαλύπτει με ακρίβεια χειρουργείου τα αντανακλαστικά, τις αντιφάσεις και τα εθνικά μας σπορ.

Η Κατερίνα Μαυρογεώργη σκηνοθετεί με ρυθμό, νεύρο και απόλυτη αίσθηση του κωμικού timing μια παράσταση που προχωρά με φόρα, εκπλήξεις και αλλεπάλληλα χτυπήματα στο κέντρο της ελληνικής ψυχής.

Όμως, ο ευφυής Γιώργος Καπουτζίδης έγραψε το έργο κατόπιν παραγγελίας του Εθνικού Θεάτρου. Ανέβηκε, σημείωσε τεράστια επιτυχία και φέτος το καλοκαίρι, οι παραγωγοί σεργιανάνε την παράσταση στη χώρα σε ανοικτούς χώρους.

Ατυχώς, σχεδόν πάντα μια παράσταση σε ανοικτό χώρο υφίσταται καλλιτεχνική απώλεια ή αναγκάζεται σε μερικούς συμβιβασμούς, καθώς τα έργα που σχεδιάζονται για κλειστή αίθουσα βασίζονται σε διαφορετική αισθητική, κλίμακα και τεχνικές ισορροπίες.

Στους κλειστούς χώρους οι ηθοποιοί εκμεταλλεύονται τις ψιθυριστές εντάσεις, τις λεπτές παύσεις και την απόλυτη σιωπή του κοινού. Στα ανοιχτά θέατρα, η ανάγκη για μικροφωνική ενίσχυση ή για πιο εξωτερική/διογκωμένη ερμηνεία, συχνά, καταστρέφει την οικειότητα και τις εσωτερικές διακυμάνσεις του λόγου.

Στο κλειστό θέατρο το σκοτάδι είναι απόλυτο εργαλείο κατεύθυνσης της προσοχής. Στα θερινά θέατρα, το φυσικό φως του σούρουπου, ο περιβάλλοντας αστικός φωτισμός και η απουσία “μαύρου” ακυρώνουν τις λεπτές αντιθέσεις, τις σκιές και την ατμόσφαιρα που είχε στήσει ο φωτιστής.

 Ένα σκηνικό που λειτουργεί υποβλητικά σε μια μικρή ή μεσαία σκηνή μπορεί να δείχνει “φτωχό”, αποκομμένο ή χαμένο στον αχανή χώρο ενός ανοιχτού αμφιθεάτρου.

Και, τέλος, οι εξωτερικοί θόρυβοι και το ανοιχτό τοπίο διασπούν τη συγκέντρωση τόσο των θεατών όσο και των ηθοποιών, δυσκολεύοντας τη διατήρηση της δραματικής έντασης.

Όλα αυτά πρέπει να ειπωθούν χωρίς φόβο και πάθος, επειδή και η «ΚΑΡΥΑΤΙΔΑ!» του Γιώργου Καπουτζίδη δε γλυτώνει τις αρνητικές συνέπειες.

Ωστόσο, σύμφωνα με το κείμενο η έκτη Καρυάτιδα έχει επιστρέψει στην Ελλάδα, μετά από δεκαετίες αιχμαλωσίας στο Βρετανικό Μουσείο. Η επιστροφή αυτή θεωρείται ένα μοναδικό γεγονός, καθώς η Καρυάτιδα θεωρείται σύμβολο του πολιτισμού και της ιστορίας της χώρας μας. Αυτή η Καρυάτιδα συγκεντρώνει τα πλήθη θεατρόφιλων, όπου παίζεται και, μπορεί ο Καπουτζίδης να είναι ένας τηλεοπτικός πετυχημένος συγγραφέας, πασίγνωστος στο ελληνικό κοινό, αγαπητός και δικαίως δημοφιλής, με τη συγγραφή θεατρικών έργων τελευταία, καταφέρνει κάτι αξιοσημείωτο. Να σηκώσει τους θεατές από τον καναπέ τους και να τους στείλει στις θεατρικές αίθουσες.

Η έλευση σημαντικής μερίδας κοινού που δεν πηγαίνει συχνά στο θέατρο, μέσω παραστάσεων με «τηλεοπτική αισθητική» (αναγνωρίσιμοι ηθοποιοί – συγγραφείς από την τηλεόραση, γρήγοροι ρυθμοί, εύπεπτη πλοκή, σπαρταριστό χιούμορ), είναι ένα από τα πιο πολυσυζητημένα θέματα στον χώρο των παραστατικών τεχνών.

Το θέατρο απομυθοποιείται στα μάτια του κόσμου. Παύει να θεωρείται μια τέχνη ελιτίστικη για μυημένους θεατές ή οικονομικά ευκατάστατους.

Αυτό το νέο κοινό έρχεται σε επαφή με τη ζωντανή εμπειρία της σκηνής. Αυτό το πρώτο βήμα μπορεί να του ανοίξει δρόμο να αναζητήσει αργότερα πιο απαιτητικά έργα.

Εξάλλου, οι γεμάτες αίθουσες εξασφαλίζουν θέσεις εργασίας και καλύτερες αμοιβές για ηθοποιούς, τεχνικούς και λοιπούς συντελεστές παραστάσεων.

Βέβαια, οι παραγωγοί κυνηγώντας το εύκολο κέρδος, ενδέχεται να επενδύουν μόνο σε εμπορικά θεάματα, αφήνοντας χωρίς στέγη και χρηματοδότηση νέους δημιουργούς, κλασικά κείμενα ή πρωτοποριακές ομάδες.

Η τηλεοπτική αισθητική, εντέλει, λειτουργεί ως γέφυρα. Το αν αυτή η γέφυρα θα οδηγήσει σε ένα ουσιαστικό, μόνιμο κοινό ή στην εμπορευματοποίηση της τέχνης εξαρτάται από τους ίδιους τους δημιουργούς: αν χρησιμοποιήσουν την προσέλευση του κόσμου για να του δείξουν κάτι βαθύτερο, το κέρδος για το θέατρο είναι τεράστιο.

Στη συγκεκριμένη κωμωδία με σατιρική πρόθεση του Γιώργου Καπουτζίδη, η υπουργός Πολιτισμού, Αλεξάνδρα Βελλή, προετοιμάζεται για την επίσημη παρουσίασή της στους δημοσιογράφους, όμως το σχέδιο ανατρέπεται και όλα πηγαίνουν λάθος από την αδεξιότητά της. Η ανατροπή αυτή προκαλεί μια σειρά από σουρεαλιστικές καταστάσεις και κωμικές ανατροπές.

Η «Καρυάτιδα!» ακολουθεί τα βήματα από τη μια πλευρά μιας Υπουργού Πολιτισμού (Αγορίτσα Οικονόμου), ενός Πρωθυπουργού (Στέλιος Ξανθουδάκης), της συμβούλου του (Μαρία Φιλίνη), ενός αρχηγού ακροδεξιού κόμματος στην κυβέρνηση (Δρόσος Σκώτης) και από την άλλη πλευρά, ακολουθεί τη ρότα του τίμιου γραμματέα της Υπουργού (Στέλιος Ιακωβίδης ), μιας νεαρής αρχαιολόγου (Ασημίνα Αναστασοπούλου) που είναι γραμματέας της Υπουργού και ενός νεαρού που ντύνεται Καρυάτιδα (Σωτήρης Μανίκας) και ποζάρει με τους τουρίστες.

Αυτοί οι πολύ ανθρώπινοι χαρακτήρες κλείνονται σε ένα δωμάτιο και τσακώνονται για το πώς θα διαχειριστούν το θέμα μιας κατεστραμμένης Καρυάτιδας. Και αυτό που εκτυλίσσεται σ’ ένα φανταστικό δωμάτιο ενός φανταστικού υπουργείου είναι τόσο κοντά στην πραγματικότητα της Ελλάδας, που, παρά το άφθονο γέλιο στο σενάριο, καταντά σχεδόν επαχθές.

Όμως, μια πολιτική σάτιρα θεωρείται επιτυχημένη και ποιοτική όταν καταφέρνει να συνδυάσει το χιούμορ με την ουσιαστική κοινωνική και πολιτική κριτική, αποφεύγοντας τον ευτελισμό ή την απλή εμπάθεια ή τον σκόπιμο διδακτισμό.

Ξεπερνά την επιφανειακή διακωμώδηση και εστιάζει στις πολιτικές πράξεις, την υποκρισία, τις αντιφάσεις και τη δημαγωγία. Χρησιμοποιεί την ειρωνεία, την υπερβολή και την αλληγορία, για να αποκαλύψει παρασκηνιακές αλήθειες.

Η καλή σάτιρα βασίζεται σε μια βαθιά κατανόηση της επικαιρότητας και της ανθρώπινης ψυχολογίας. Το αιχμηρό αστείο στηλιτεύει διεφθαρμένες καταστάσεις, επειδή ο αποδέκτης αναγνωρίζει σε αυτό μια πυρηνική αλήθεια που συχνά δε λέγεται ανοιχτά στον δημόσιο λόγο.

Δε λειτουργεί ως κομματικό εργαλείο ή προπαγάνδα. Ακόμη κι αν ο δημιουργός έχει προσωπικές πολιτικές πεποιθήσεις, η σάτιρα οφείλει να ασκεί κριτική σε κάθε μορφή εξουσίας, ανεξαρτήτως ιδεολογικού χώρου. Ο στόχος της δεν είναι απλώς το γέλιο, αλλά η αφύπνιση, ο προβληματισμός και η αμφισβήτηση του status quo. Προκαλεί το κοινό να σκεφτεί κριτικά για τα κοινά, χωρίς όμως να καταλήγει σε στείρο μηδενισμό.

«Η Καρυάτιδα!» του Γιώργου Καπουτζίδη ευφυώς δε μένει στην επιφανειακή χαρά της επιστροφής ενός μνημείου, αλλά σχολιάζει δηκτικά τον τρόπο με τον οποίο το πολιτικό σύστημα και τα ΜΜΕ σπεύδουν να καπηλευτούν ένα εθνικό γεγονός για ψηφοθηρικούς και επικοινωνιακούς λόγους. Αποκαλύπτει την αντίφαση ανάμεσα στην επιφανειακή πρόβα «εθνικής υπερηφάνειας» και στην παρασκηνιακή μικροπολιτική σκοπιμότητα.

Η σάτιρα εδώ λειτουργεί μέσα από την αμήχανη σύγκρουση: από τη μία πλευρά το «απαστράπτον σύμβολο» του αρχαίου πολιτισμού και από την άλλη τα κωμικοτραγικά αντανακλαστικά, η προχειρότητα και η γραφειοκρατία της σύγχρονης Ελλάδας. Το φαντασιακό μεγαλείο συγκρούεται με τη νεοελληνική καθημερινότητα.

Το κέντρο βάρους της κριτικής δεν πέφτει στους απλούς πολίτες, αλλά στους μηχανισμούς εξουσίας, στους πολιτικούς που ετοιμάζουν λόγους, στα δημοσιογραφικά επιτελεία που στήνουν το «θέαμα» και στη συστηματική τάση της πολιτείας να μετατρέπει μια ιστορική στιγμή σε επικοινωνιακό φιάσκο.

Η πρόθεση του συγγραφέα δεν είναι ο μηδενισμός, αλλά ο καθρέφτης. Το κοινό γελά με τις οικείες παθογένειες, αναγνωρίζοντας ότι η τάση να αυτοϋπονομευόμαστε ως χώρα είναι σχεδόν «εθνικό σπορ».

Παρόλο που το έργο γέρνει δραματουργικά προς τηλεοπτική κωμωδία καταστάσεων, η σκηνοθέτρια Κατερίνα Μαυρογεώργη δημιουργεί το κατάλληλο πλαίσιο και σκηνοθετεί εύστοχα μία σατιρική κωμωδία, δίνοντας τη δυνατότητα στους ηθοποιούς να αναδείξουν το ταλέντο τους.

Η υποκριτική ομάδα συνθέτει ένα άρτιο σύνολο και δίνει την αίσθηση ενός πλήρως ενορχηστρωμένου θεατρικού σχήματος δίνοντας επί σκηνής τον καλύτερό της εαυτό.

Η μοναδική Αγορίτσα Οικονόμου είναι απολαυστική στον ρόλο της υπουργού Πολιτισμού, Αλεξάνδρας Βελλή, ενώ με τον ξεχωριστό Στέλιο Ιακωβίδη, συνθέτουν ένα ταιριαστό και εξαιρετικά κωμικό δίδυμο. Στον ρόλο του βοηθού της Υπουργού Πολιτισμού, τον Παναγιώτη, αποκαλύπτει με ευφυή και θαυμάσιο τρόπο όλες τις αδυναμίες και τις παθογένειες που διατρέχουν το πολιτικό πλαίσιο, ιδίως όταν αυτό καλείται να διαχειριστεί μια τόσο σοβαρή και ευαίσθητη θεσμική θέση.

Ακολουθούν όλοι οι καλοί ηθοποιοί που στελεχώνουν τον θίασο, ως μια πηγή αβίαστου γέλιου με τον άψογο συγχρονισμό τους, τη χημεία που γεννά η καλή συνεργασία, το συνταίριασμα στους τόνους και στο ύφος που απαιτεί το κείμενο.

Τα σκηνικά της Άρτεμης Φλέσσα και τα κοστούμια της Ιφιγένειας Νταουντάκη, εξυπηρετούν τη δράση και την περιοδεία του έργου.

Η μουσική του Larry Gus γεμίζει την παράσταση με ενέργεια και σύγχρονο παλμό. Συνδέει παρελθόν και παρόν με παιχνιδιάρικη διάθεση.

Η Σοφία Πάσχου στη κίνηση προσέδωσε στο θίασο ρυθμό, αρμονία και ένα αίσθημα ελευθερίας, που παρασύρει και το κοινό.

Τέλος, η Βάσια Ατταριάν σχεδίασε τους φωτισμούς σύμφωνα με τις σκηνοθετικές οδηγίες.

«Με αυτήν εδώ βγάζεις είκοσι χιλιάδες κομματάκια! Να μου την έδιναν εμένα, ξέρεις πόσα λεφτά θα μπορούσα να βγάλω που έσπασε; 
Μα αυτή είναι ανεκτίμητη!
Τι ανεκτίμητη βρε κορίτσι μου!; Για ποιόν; Για εσένα; Ρώτα όποιον θέλεις εδώ έξω! Τι θα προτιμούσε μέσα στο σπίτι του; Αυτό το ερείπιο ή πενήντα χιλιάδες ευρώ; Βάζω στοίχημα οτι όλοι θα παίρναν τα λεφτά! 
Εγώ όχι! 
Εσύ είσαι χαζή!» 

Έξυπνη και ιδιαίτερα αστεία είναι η συμμετοχή στο τέλος της παράστασης μέσω προβολής βίντεο του ίδιου του Γιώργου Καπουτζίδη, πλάι στον Αλέξη Κωστάλα, ο οποίος καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης δανείζει τη φωνή του στα ηχητικά μηνύματα που ακούγονται, προσθέτοντας μια έξτρα δόση χιούμορ και αυτοσαρκασμού.

Εν πολλοίς, πρόκειται για μια ευθύβολη -γιατί όχι μαύρη- κωμωδία, σαρκαστική και καυστική, αφιερωμένη στην ιστορικά εγνωσμένη ικανότητα του τόπου μας να μπλέκει σε κωμικοτραγικές καταστάσεις, ένα κείμενο που ξεχειλίζει σπιρτάδα, στοχευμένη κριτική και μπόλικο χιούμορ με την υπογραφή του ευφυούς Γιώργου Καπουτζίδη.

Συντελεστές

Κείμενο: Γιώργος Καπουτζίδης
Σκηνοθεσία: Κατερίνα Μαυρογεώργη
Σύμβουλος δραματουργίας-Καλλιτεχνικός συνεργάτης: Αντώνης Αντωνόπουλος
Σκηνικά: Άρτεμις Φλέσσα
Κοστούμια: Ιφιγένεια Νταουντάκη
Μουσική: Larry Gus
Κίνηση: Σοφία Πάσχου
Φωτισμοί: Βάσια Ατταριάν
Σχεδιασμός βίντεο: Τάσος Γκολέτσος
Δραματολόγος παράστασης: Βιβή Σπαθούλα
Βοηθός σκηνοθέτιδος: Σοφία Σταθάτου
Βοηθός σκηνογράφου: Αγγελική Βασιλοπούλου-Καμπίτση
Βοηθός φωτίστριας: Σεραφείμ Ράδης
Βοηθός ενδυματολόγου: Αλεξάνδρα – Αναστασία Φτούλη
Β βοηθός σκηνοθέτιδος: Κορίνα Βεζυργιάννη
Σχεδιασμός κομμώσεων: Κωνσταντίνος Κολιούσης
Σχεδιασμός μακιγιάζ: Olga Faleichyk
Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή

Παίζουν (με αλφαβητική σειρά): Ασημίνα Αναστασοπούλου, Στέλιος Ιακωβίδης, Στέλιος Ξανθουδάκης, Αγορίτσα Οικονόμου, Δρόσος Σκώτης, Σταμάτης Φακορέλης, Μαρία Φιλίνη

Η παράσταση «Η Καρυάτιδα!» είχε παρουσιαστεί από το Εθνικό Θέατρο για πρώτη φορά
την περίοδο 2024-2025 και σε επανάληψη την περίοδο 2025-2026.
Η νέα παράσταση που βγαίνει σε καλοκαιρινή περιοδεία το 2026 πραγματοποιείται σε
συνεργασία της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ARK PRODUCTIONS E.E. και του Εθνικού Θεάτρου.

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα