Connect with us

Πολιτισμός

«ΠΡΟΣ ΜΕΝΟΙΚΕΑ» – μία παυσίλυπος κωμωδία  στον αγωγό τέχνης TRANSENDANCE

«ΠΡΟΣ-ΜΕΝΟΙΚΕΑ»-–-μία-παυσίλυπος-κωμωδία- στον-αγωγό-τέχνης-transendance

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Πρόκειται για τη νέα παραγωγή της Angelus Novus που τον Οκτώβριο του 2023 απέσπασε το Βραβείο Επιτελεστικού Έργου από την Ένωση Κριτικών Θεάτρου και Παραστατικών Τεχνών για την παραγωγή της  «Λούνα- θέατρο στο λεωφορείο».

Υπάρχει άραγε ευτυχία; Παλιό όσο και ο άνθρωπος το ερώτημα. Το θέτει εκ νέου η παράσταση «Προς Μενοικέα» που σκηνοθέτησε  ο Δαμιανός Κωνσταντινίδης. Αφορά  το διάσημο εγχειρίδιο ευδαιμονίας του Επίκουρου, το οποίο  θεωρεί την ψυχική υγεία και ηρεμία, βασική προϋπόθεση για μια ευτυχισμένη ζωή.

Στην επιστολή αυτή αντιπαραβάλλονται μαρτυρίες και συνεντεύξεις ανθρώπων που πέρασαν ψυχικές νόσους, καθώς και η προσωπική ματιά των ηθοποιών της παράστασης. Είναι η πρώτη φορά που το κείμενο ανεβαίνει στη σκηνή. 

«Η ιδέα να ανεβάσω τη συγκεκριμένη επιστολή στο θέατρο είναι παλιά και, μάλλον, περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να υλοποιηθεί. Διανύουμε μια περίοδο πολλαπλών κρίσεων, αστάθειας, σύγχυσης και ανασφάλειας, οι ψυχικές αντοχές μας δοκιμάζονται συνεχώς και ποικιλοτρόπως. Ανάλογη ήταν και η περίοδος που γράφτηκε αυτή η επιστολή και στα άγχη της εποχής της ερχόταν, κατά κάποιο τρόπο, να απαντήσει και να τα απαλύνει. Ο Επίκουρος προσπαθεί με απλά λόγια να δείξει τον δρόμο για έναν ευδαίμονα βίο, δηλαδή μια ζωή που να διέπεται από έναν καλό δαίμονα, μια καλή γνώση, ικανή να εξασφαλίζει χαρά και ψυχική υγεία», λέει στο makthes.gr ο Δαμιανός Κωνσταντινίδης.

Η δράση τοποθετείται σε ένα θεραπευτήριο για ψυχικά νοσούντες. Τα πρόσωπα του έργου έρχονται σε επαφή με την οντολογική αγωνία, καταφέρνουν όμως να απαλλαγούν από το ψυχικό άλγος και να βρουν μια διέξοδο. Για το κείμενο της παράστασης, πέρα από τη γνωστή επιστολή, αξιοποιήθηκαν κείμενα ηθοποιών της παράστασης, αλλά και αποσπάσματα από μαρτυρίες και συνεντεύξεις ανθρώπων που ταλαιπωρήθηκαν  από ψυχικές νόσους.

Συγκεκριμένα: Έλενας Ακρίτα, Φώτη Θαλασσινού, Μαργαρίτας Καραπάνου και Φωτεινής Τσαλίκογλου, Νίκου Καρούζου, Λένας Κιτσοπούλου, Αύγουστου Κορτώ,  Βένης Παπαδημητρίου, Ντάντε Αλιγκέρι, Σάμουελ Μπέκετ, Στιγκ Ντάγκερμαν, Ντόροθι Πάρκερ, Σύλβια Πλαθ, Ουίλλιαμ Στάιρον, φύλλα οδηγιών χρήσης αντικαταθλιπτικών, αντιψυχωτικών, αγχολυτικών και συναφών φαρμάκων.

Πιστεύω πως ο δημιουργός αυτής της παράστασης, Δαμιανός Κωνσταντινίδης, εμπνεύστηκε μεν από τον Επίκουρο την κεντρική  ιδέα, αλλά σίγουρα μελέτησε και σύγχρονους εκφραστές τεκμηριωμένων  τρόπων ευδαιμονίας, όπως, για παράδειγμα, ο κουβανός ψυχίατρος και συγγραφέας Χοσέ Κάρλος Σομόθα, ο οποίος  στο βιβλίο του «Η γυναίκα με το νούμερο 13» κάνει λόγο για την μεταμορφωτική δύναμη στίχων, κειμένων  και φράσεων,  διατρέχοντας έργα από την παγκόσμια λογοτεχνία, μεταξύ αυτών και του Σαίξπηρ και των Ελλήνων τραγικών, αλλά κι  ο Γάλλος ψυχίατρος Μπόρις Σιρούλνικ, στον «Ευαίσθητο εαυτό» εξηγεί το γιατί κάποιοι επέζησαν από τις «υποθηκευμένες» και τραυματικές ζωές τους και κάποιοι, όχι. Οπότε, συγκέντρωσε αποσπάσματα από έργα όσων αναφέρονται παραπάνω και μπόλιασε σε αυτά  μαρτυρίες ηθοποιών και ανωνύμων, πρώην ψυχασθενών. 

Όλα αυτά τα κείμενα, εγώ  τα θεωρώ τεκμήρια ζωής. Ιδίως,  αυτά που έχουν αυτοβιογραφικό χαρακτήρα κι αυτά που  είναι λεκτικές συμπυκνώσεις ιστορικών εμπειριών. Η ανάλυσή τους µας επιτρέπει να προσεγγίσουμε τις πρακτικές, στις οποίες δεν έχουμε πρόσβαση µε άλλον  τρόπο. Βέβαια, η ανασυγκρότηση του παρελθόντος, του ατομικού και του συλλογικού, επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, περισσότερο σταθερούς αλλά και συγκυριακούς. Ιδιαίτερα ο αυτοβιογραφικός λόγος βρίσκεται πάντοτε στο μεταίχμιο του παρελθόντος και του μέλλοντος και επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τις αναγκαιότητες του παρόντος.

Από αυτά τα τεκμήρια ζωής ανακύπτουν καίρια μεθοδολογικά ζητήματα, σχετικά µε την κοινωνική ταυτότητα και τη διαχείριση του πάσχοντος εαυτού, την περίοδο που το ασυλικό σύστημα στην Ελλάδα βρίσκεται σε διαδικασία αναδιάρθρωσης και κρίση νομιμοποίησης, ακόμα και τώρα που διάγουμε τον 21ο αιώνα.

Στην πολύ ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη παράσταση του Δαμιανού Κωνσταντινίδη, η διαδικασία ενηλικίωσης, αλλά και γήρανσης,  ερμηνεύεται αναδρομικά, ως η πλέον ελπιδοφόρα περίοδος του βίου, η οποία δίνει τη θέση της στην ταραχώδη ζωή µε την αρρώστια. Οι ψυχιατρικές διαγνώσεις και οι επαναλαμβανόμενές νοσηλείες, οδηγούν σε μια βιογραφική ρήξη, η οποία εμπεριέχει υποκειμενικά στοιχεία, την αίσθηση ασυνέχειας της πορείας του βίου, αλλά και διαστάσεις που υπερβαίνουν το άτομο και σχετίζονται µε την απόδοση μιας νέας κοινωνικής ταυτότητας.

Πέντε εξαιρετικοί ηθοποιοί, με προεξάρχουσα τη σπουδαία Ελένη Μακίσογλου,  ένα δεμένο σύνολο, μία συμπαγής ομάδα, μία σκυτάλη, αλλά πέντε ποτάμια συναισθημάτων ρέουν στη σκηνή και παρασύρουν θεατές σ’ ένα ταξίδι με βάρκα την ελπίδα. Μήπως στα συρτάρια μας δεν ταξινομούμε καθημερινά τις ελπίδες που μας προσφέρουν, κάθε που ξημερώνει,  τα λογής- λογής κουτάκια, τα φέροντα οδηγίες κατανάλωσης περιεχομένου τους, ώστε να έρθει ήσυχα  το βράδυ και να παραδοθούμε στην αγκαλιά του Μορφέα, πληρώνοντας εισιτήριο στο φαρμακείο της γειτονιάς;

Αυτή είναι η ζωή μας, έτσι λειτουργεί η καθημερινότητά μας, αλλά οι μέρες προχωράνε. Με δεκανίκια, όμως, συντελείται μια «συνεδρία» μέσα μας, όπως ακριβώς συμβαίνει στη σκηνή: της καρδιάς και του μυαλού, με ψυχικές καταθέσεις, με  λογικές αντιρρήσεις, με αντιφάσεις και  παραλογισμούς, αλλά με το ίδιο συμπέρασμα κάθε φορά.

Δισυπόστατη φύση ο άνθρωπος. Το φθαρτό με το άφθαρτο συγκατοικούν στο σκαρί του. Μέσα κι έξω του. Η φρονιμάδα- λέγεται και ανάγκη επιβίωσης-  ωθεί ην κίνηση να περιφρουρήσουμε και τα δυο. Ζήτημα προσωπικής επιλογής η προτεραιότητα.

Η  αφηγηματική, λοιπόν,  αποτύπωση του εαυτού συνδέεται ποικιλοτρόπως, αφενός µε το μετασχηματισμό του ψυχιατρικού θεσμού και, αφετέρου, µε τις κοινωνικές εξελίξεις που μορφοποιούν το σύγχρονο άτομο, ως μια εξατομικευμένη κοινωνική ύπαρξη.

 Με πυξίδα την επικούρειο ηθική, ο σκηνοθέτης ασπάζεται ως ύψιστο αγαθό την «ηδονή», με την έννοια της ευδαιμονίας που πηγάζει από την αταραξία της ψυχής,  και συνθέτει μαρτυρίες και συνεντεύξεις ανθρώπων που έδειξαν ότι «διάβηκαν τον Ρουβίκωνα» αλλά επέστρεψαν σε μια στοιχειώδη κανονικότητα, ώστε να κατανοήσουμε οι θεατές, με τον καλύτερο παραστατικό τρόπο, ότι  είναι ανάγκη να στοχαζόμαστε τα πράγματα που φέρνουν την ευτυχία, αφού όταν υπάρχει ευτυχία έχουμε «αγκαλιά» τον κόσμο όλον, ενώ όταν αυτή λείπει κάνουμε το οτιδήποτε  για να την γευτούμε, όντες νέοι αλλά και ώριμοι. Άρα, η υγεία της ψυχής είναι πρωταρχικός στόχος ανθρώπινου όντος.

Στην εξέλιξη του θέματος, συνάντησα εξαιρετικές σκηνές, ευρηματικά, έως συγκινητικά κομμάτια, ως διδακτικές σεκάνς στα κινηματογραφικής ροής μέρη. Για παράδειγμα, έξοχο το εύρημα της μοιρασιάς σε μια ομάδα κοινών στόχων, με το τσιγάρο από χέρι σε χέρι, από στόμα σε στόμα, ως μια υπογράμμιση της ανθρώπινης ανάγκης για μοίρασμα. Πόσο όμορφα ήρθε στο προσκήνιο το ρήμα «μοιράζομαι». Στις μέρες μας το θέσαμε στο περιθώριο, εξαιτίας συμφερόντων. Μοιράζομαι θα πει μετέχω στον πόνο, στην αγωνία, στη χαρά, στη λύπη του άλλου, αλλά και εξομολογούμαι τα εσώψυχά  μου σε κάποιον. Όπως συμβαίνει στις συνεδρίες των ηρώων στην αίθουσα ψυχοθεραπείας τους.

Παράλληλα, η παράσταση δίνει αφορμές για συλλογισμούς. Για παράδειγμα,  η επικούρειος  θεωρία είναι μια πολιτική θεωρία, έχει να κάνει με την αντίσταση στον κομφορμισμό, με το να βρίσκεις τρόπους να επιβιώσεις ενάντια στο κατεστημένο. Δεν είναι μόνο ένας επαγγελματικός ή  ένας  σεξουαλικός προσανατολισμός, αλλά και ένας μηχανισμός επιβίωσης, που πρέπει να βρεις μέσα στο σύστημα που δεν είναι φιλικό απέναντί σου.

Ο σκηνοθέτης, έχοντας ως συνοδοιπόρους  στην πορεία του την ομάδα ηθοποιών  που επέλεξε ή τον επέλεξαν, φέρνει στη σκηνή και αφήνει να ακουστούν ιστορίες ανθρώπων που  δεν έχουν ισορροπία μέσα τους, αλλά πάσης φύσεως στεγανά που τους  οδηγούν στη μερίδα των  ψυχασθενών.  Πρόκειται για μαρτυρίες ατόμων που υπέφεραν από την απαξιωτική συμπεριφορά  ενός κοινωνικού περιβάλλοντος , από περιστατικά  κάθε είδους βίας. Είτε λεκτικής είτε σωματικής.

Ο ένας κορμός της παράστασης αντλεί έμπνευση από την επιστολή «Προς Μενοικέα»  του Επίκουρου και ο έτερος από τα κείμενα των σημερινών ανθρώπων.  Είναι μια απόπειρα,  η πρώτη στο θέατρο για την ακρίβεια, να δημιουργηθεί μια αίσθηση (ψευδαίσθηση, έστω)  κοινότητας που δεν υπήρξε ποτέ. Εξαιρώ τη μυθοπλασία του Βασίλη Κατσικονούρη στο θεατρικό του έργο «Εντελώς αναξιοπρεπές», το οποίο είναι μεν εμπνευσμένο από  μια πραγματικότητα που υφίσταται σε όλον τον κόσμο, την ύπαρξη ψυχιατρείων, αλλά όχι από  βιωματικές ιστορίες. 

Πρόκειται για μια ηθικοπλαστική μεν παράσταση, με αιχμηρή  σάτιρα και χιούμορ, εξ ου και η αρχαιοελληνική λέξη «παυσίλυπος» στον τίτλο, αλλά και με  στημένο έναν «καθρέφτη» στη σκηνή, που τον σχηματοποιούν οι ηθοποιοί, τα λόγια, οι φωτισμοί του Σωτήρη Ρουμελιώτη, η μουσική του Γιώργου Χρυσικού, η κίνηση της Ιωάννας Μήτσικα, τα σκηνικά και τα κοστούμια του Απόστολου Αποστολίδη και, φυσικά, ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός του Δαμιανού Κωνσταντινίδη, ώστε ο θεατής  να «βλέπει» το  «είδωλό»  του ως δυνάμει  ψυχασθενή, δεδομένου ότι στην εποχή μας  οι άνθρωποι νοσούν ψυχικά – κατά κάποιο τρόπο – είτε το γνωρίζουν είτε όχι.

Ταυτότητας παράστασης

Σύνθεση κειμένου παράστασης – Σκηνοθεσία Δαμιανός Κωνσταντινίδης

Σκηνικά – Κοστούμια Απόστολος Αποστολίδης

Μουσική Γιώργος Χρυσικός

Κίνηση Ιωάννα Μήτσικα

Φωτισμοί Σωτήρης Ρουμελιώτης

Ηθοποιοί

Θάνος Διμηνάς, Ελένη Μακίσογλου, Γιάννης Μονοκρούσος, Αντιγόνη Μπάρμπα, Δανάη Τσιοπλή

Φωτογραφίες Buba Soso Gabedava

Γραφιστικά Nastyl

Stagemanager Αντωνία Γεωργιάδου

Διεύθυνση παραγωγής & Επικοινωνίας Στέλλα Τενεκετζή

Παραγωγή Angelus Novus

Οργάνωση παραγωγής Electra Social Company

Με την οικονομική υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού

ΠΑΥΛΟΣ  ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«Μια βόλτα ρε γαμώτο, μια βόλτα να με κάψει ο Μάρτης» του Τάσου Βιζικίδη

«Μια-βόλτα-ρε-γαμώτο,-μια-βόλτα-να-με-κάψει-ο-Μάρτης»-του-Τάσου-Βιζικίδη

Η παράσταση «Μια βόλτα ρε γαμώτο, μια βόλτα να με κάψει ο Μάρτης», που θα παρουσιαστεί την Κυριακή 17 Μαΐου 2026 στις 20.00 στο θέατρο Αντιγόνη Βαλάκου, ζωντανεύει δώδεκα μικρές ιστορίες καθημερινότητας που προέρχονται από τη συλλογή δημοσιευμένων διηγημάτων του Τάσου Βιζικίδη με γενικό τίτλο: «Ιστορίες από το παράθυρό μου».

Τα διηγήματα παρακολουθούν τις ανθρώπινες σχέσεις και συμπεριφορές σε στιγμές της καθημερινής ζωής.

Ο τίτλος της παράστασης, «Μια βόλτα ρε γαμώτο, μια βόλτα να με κάψει ο Μάρτης» είναι μια φράση από το μικρό διήγημα του Τάσου Βιζικίδη «Η άνοιξη σταμάτησε στις σκάλες».

Η παράσταση είναι μια απόδειξη ότι η κοινωνία μπορεί να γίνει προσβάσιμη και φιλόξενη για όλους, χωρίς περιορισμούς.

Συγγραφέας: Τάσος Βιζικίδης

Σκηνοθεσία – Δραματουργία: Μαρία Κολτσακίδου

Βοηθός Σκηνοθέτη: Παρασκευή Πανταζίδου

Επιμέλεια Ήχου: Αθανάσιος Μουστακίδης

Επιμέλεια Φωτισμού: Παρασκευή Πανταζίδου

Συμμετέχουν οι ηθοποιοί (σε αλφαβητική σειρά: Αγγελοπούλου Χρύσα, Αϊβαζίδης Γρηγόρης, Βιζικίδης Τάσος, Βλαχάκη Ελένη, Γεωργιάδου Τάνια, Γκόγκου Φωτεινή, Ζαφειρίου Γιώργος, Μαρκοπούλου Νικολέτα, Πολυχρονιάδου Ευγενία, Πυργιλής Χρήστος, Ρακιτζής Επαμεινώνδας, Φαρσακόπουλος Μισαήλ, Χατζηδημητρίου Μάγδα, Tohganipoor Mohammed.

Είσοδος ελεύθερη. Διανομή δελτίων εισόδου, καθημερινά 11.00 – 14.00 & 18.00 – 20.00, στο ταμείο του θεάτρου Αντιγόνη Βαλάκου, τηλ: 2510-620566 & 2510-834777. Θα τηρηθεί σειρά προτεραιότητας.

Συνδιοργάνωση: ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας, Northern Lights Aid.  

Για περισσότερες πληροφορίες και κρατήσεις μπορείτε να καλείτε στα τηλέφωνα του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας 2510. 220876 (10.00 – 14.00).

ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Βίκυ Κυριακίδου: «Μάνα, Πάρε Με Αγκαλιά»

Βίκυ-Κυριακίδου:-«Μάνα,-Πάρε-Με-Αγκαλιά»

Μουσική: Βίκυ Κυριακίδου

Στίχοι: Εβίτα Καραγιώργου

Ένα νέο τραγούδι της καβαλιώτισσας Βίκυς Κυριακίδου, που αγγίζει την καρδιά, κυκλοφόρησε λίγες μέρες πριν τη Γιορτή της Μητέρας.

 «Μάνα, πάρε με αγκαλιά», ένα μοναδικά, βαθιά συναισθηματικό κομμάτι, που έρχεται να “ντύσει” με μουσική μια από τις πιο τρυφερές στιγμές του χρόνου.

Ένας ύμνος στην ανιδιοτελή αγάπη – σε εκείνη τη δύναμη που γιατρεύει, που αγκαλιάζει σιωπηλά και κλείνει τις πιο βαθιές πληγές. Μέσα από στίχους γεμάτους εικόνες και συναίσθημα, το τραγούδι αποτυπώνει τη μοναδική σχέση παιδιού και μητέρας, μια σχέση που παραμένει αναλλοίωτη στον χρόνο, είτε μέσα από την παρουσία είτε μέσα από τη μνήμη.

Τους στίχους υπογράφει για μία ακόμη φορά η Εβίτα Καραγιώργου, που πάντα “γράφει αληθινά”, ενώ τη λιτή και “γυμνή” ενορχηστρωτικά μουσική, συνθέτει η ίδια η Βίκυ

Ένα τραγούδι που μας θυμίζει πως, ό,τι κι αν συμβεί, υπάρχει πάντα ένα μέρος όπου μπορούμε να επιστρέψουμε — η αγκαλιά της μάνας… και η Βίκυ, με τη γλυκιά, συναισθηματική, λυρική φωνή της, έρχεται να αναδείξει αυτήν την αλήθεια!

 Διαθέσιμο σε όλες τις ψηφιακές πλατφόρμες.

YouTube:

Μάνα, Πάρε Με Αγκαλιά – Βίκυ Κυριακίδου | Audio Video

Spotify:

Instagram:

https://www.instagram.com/vicky.kyriakidou?igsh=MWZwOHJsaWMyank5&utm_source=qr

Facebook:

https://www.facebook.com/share/1BNEcFew7P/?mibextid=wwXIfr

TikTok:

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Τρεις Αδελφές (θα έρθουν καλύτερες μέρες)» των Ειρήνη Λαμπρινοπούλου & Δανάη-Αρσενία Φιλίδου στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

«Τρεις-Αδελφές-(θα-έρθουν-καλύτερες-μέρες)»-των-Ειρήνη-Λαμπρινοπούλου-&-Δανάη-Αρσενία-Φιλίδου-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Ο Τσέχωφ, στις «Τρεις αδερφές», δεν έγραψε απλώς για τη ρωσική επαρχία του 1900. Έγραψε για την υπαρξιακή στασιμότητα. Στην Ελλάδα, αυτό το «πότε θα πάμε στη Μόσχα;» μεταφράζεται με τρομακτική ευκολία σε οικεία κοινωνικά και ψυχολογικά αδιέξοδα.

Το έργο Τρεις Αδερφές (θα έρθουν καλύτερες μέρες) αποτελεί μια σύγχρονη ελληνική μεταγραφή του ομώνυμου θεατρικού έργου, που φωτίζει με καυστικό χιούμορ και ευαισθησία τις ρωγμές της ελληνικής οικογένειας.

Με αφορμή ένα κληρονομικό ζήτημα, αναδύονται ερωτήματα γύρω από τη μνήμη, την απώλεια και τον αποχωρισμό του πρώτου σπιτιού. Τι σημαίνει οικογένεια; Πώς διαχειριζόμαστε τα ανεκπλήρωτα όνειρα; Και ποια είναι η «Μόσχα» που συνεχίζουμε να αναζητούμε σήμερα;

Έχει πλάκα, πάντως. Το πώς περνάει ο χρόνος. Σα σήμερα, πριν ένα χρόνο ακριβώς, πέθανε ο πατέρας. Και τώρα να είμαστε εδώ. Ένα χρόνο μετά. Ακριβώς στο ίδιο σπίτι.

Η Όλγα, η Μαρία και η Ειρήνη επιστρέφουν στην Κεφαλονιά, έναν χρόνο μετά τον θάνατο του πατέρα τους. Η απόφαση να πουλήσουν το πατρικό τους σπίτι — έναν χώρο γεμάτο μνήμη, παιδικά ίχνη και οικογενειακές χίμαιρες — τις φέρνει ξανά μαζί, έπειτα από οκτώ χρόνια που η καθεμία έχει ακολουθήσει μία διαφορετική πορεία ζωής στην Αθήνα.

Περιμένοντας τους υποψήφιους αγοραστές, αναγκάζονται να συνυπάρξουν σε ένα σπίτι που λειτουργεί σαν ζωντανό αρχείο: οι παλιές συγκρούσεις αναβιώνουν, οι συζητήσεις που δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ επιστρέφουν, οι προσωπικές επιλογές τίθενται εκ νέου υπό αμφισβήτηση. Οι ισορροπίες τους δοκιμάζονται και οι βεβαιότητες καταρρέουν, καθώς κάθε μία καλείται να επαναπροσδιορίσει τι άφησε πίσω και τι διεκδικεί ακόμη.

Στην καλλιτεχνική ομάδα της παράστασης συμμετέχουν τρεις γυναίκες δημιουργοί με καταγωγή από την Καβάλα και τη Θάσο: η Καβαλιώτισσα ηθοποιός Δανάη-Αρσενία Φιλίδου και η Θασίτισσα Υψιπύλη Σοφιά, που ενσαρκώνουν δύο από τις Αδερφές, καθώς και η Άννα Φιλίδου, ως συνεργάτρια σκηνοθέτρια.

Στην παράσταση η γραφή και η σκηνοθεσία εστιάζουν στο Σύνδρομο της «Αναμονής».

Η Όλγα, η Μάσα και η Ειρήνη περιμένουν μια ζωή που δεν έρχεται ποτέ. Στην ελληνική διασκευή αυτό καθρεφτίζει τη γενιά που εγκλωβίστηκε στην επαρχία που αργοπεθαίνει, την αίσθηση ότι η «πραγματική ζωή» συμβαίνει κάπου αλλού, εν προκειμένω, όχι στην Κεφαλονιά!

Ακόμη, είναι ορατή η φθορά της καθημερινότητας. Ο Τσέχωφ, άλλωστε, καταδεικνύει το πώς ο χρόνος «τρώει» τους ανθρώπους, μέσα από μικροπρέπειες και ανούσιες συζητήσεις.

Ο καιρός περνάει και αυτές συνεχίζουν να διαμένουν στη μικρή επαρχιακή πόλη της Κεφαλονιάς, όπου ένας άλλος τρόπος ζωής, πολύ μακρινός και ξένος −σχεδόν χυδαίος− στοιχειώνει την καθημερινότητά τους και σταδιακά τους αλλοτριώνει. Το μέλλον πλησιάζει και επιφυλάσσει νέες ματαιωμένες προσδοκίες.

Οι τρεις αδελφές, αφήνοντας τον χρόνο να εξαντλείται σε όνειρα και φλυαρίες, δεν μπορούν να αναλάβουν την ευθύνη της ίδιας τους της ζωής, βουλιάζουν στον συμβιβασμό και αδυνατούν να μετατρέψουνε τις επιθυμίες τους σε πράξη. Το αλλού και το μετά απομένουν για αυτές οι μόνοι φαντασιακοί τόποι διαφυγής.

Το έργο διερευνά μια σειρά από διαχρονικά θέματα και ζητήματα, όπως τι είναι ευτυχία, αν η γνώση είναι καλύτερη από την άγνοια, πόσους συμβιβασμούς χρειάζεται να κάνει κανείς στη ζωή του. Ο Τσέχωφ επιτυγχάνει μια ισορροπία μεταξύ της «υποκειμενικά οδυνηρής» και «αντικειμενικά κωμικής» προοπτικής για τη ζωή, για να συνδέσει την καταστροφή με το ασήμαντο, σε αυτό το έργο χαρακτήρων, θολώνοντας τα όρια μεταξύ κωμωδίας και δράματος, για να σφυρηλατήσει την τραγική προσέγγιση με τη φάρσα, η οποία συχνά μπερδεύει κοινό και κριτικούς.

Μια σύγχρονη ελληνική ματιά, όπως αυτή των Ειρήνης Λαμπρινοπούλου και Δανάης Αρσενίας Φιλίδου, αντικαθιστά, θα λέγαμε, το σαμοβάρι με το κεφαλλονίτικο κρασί, τα ακριβά έπιπλα με πλαστικές καρέκλες, αλλά η ουσία παραμένει η ίδια: η φυγή από την πραγματικότητα, μέσω της ονειροπόλησης.

 Η τεχνολογία μεγεθύνει τους ήχους, τα ακουστικά απομονώνουν τον περίγυρο όταν το επιτάσσει η λογική και η επιθυμία μιας εκ των αδερφών, σαν παροδική αποστασιοποίηση από τα κοινά προβλήματα.

 Επίσης, η σύγχρονη διασκευή αφαιρεί τον στόμφο του 19ου αιώνα. Οι ηρωίδες μιλούν κοφτά, νευρικά, όπως εμείς σήμερα. Η τραγωδία δεν κρύβεται σε μεγάλους λόγους, αλλά στις δακρύβρεκτές παύσεις και στην αδυναμία επικοινωνίας.

Μια τέτοια διασκευή δεν είναι απλώς «εκσυγχρονισμός», αλλά επανανοηματοδότηση.

Όταν ο Τσέχοφ λέει «Σε διακόσια-τριακόσια χρόνια η ζωή στη γη θα είναι αφάνταστα ωραία», στην Ελλάδα του σήμερα αυτό ακούγεται σαν μια πικρή ειρωνεία που μας αφορά άμεσα. Η σύγχρονη ματιά έγκειται στο να δείξει ότι η «Μόσχα» δεν είναι πόλη, αλλά μια ουτοπία που χρησιμοποιούμε για να αντέξουμε το παρόν.

Πολλές πρόσφατες ελληνικές παραστάσεις (π.χ. από τον Δημήτρη Καραντζά ή παλαιότερα από τον Μαρμαρινό) έχουν αποδείξει ότι ο Τσέχωφ είναι πιο «Έλληνας» και πιο «σύγχρονος» από πολλούς δικούς μας συγγραφείς, ακριβώς επειδή αποθεώνει τη μελαγχολία της αδράνειας.

Η Δανάη-Αρσενία Φιλίδου αναμετριέται για πρώτη φορά με τη συγγραφή και, μαζί με την Ειρήνη Λαμπρινοπούλου, ερευνά το γυναικείο βίωμα, τις οικογενειακές συγκρούσεις και τη διαδικασία ενηλικίωσης μιας σύγχρονης γυναίκας στην ελληνική επαρχία.

Η παρένθεση στον τίτλο του έργου (θα έρθουν καλύτερες μέρες), δηλώνει τη χαρακτηριστική απόκλιση από το έργο του Άντον Τσέχωφ. Για εκείνον δεν υπάρχουν καλύτερες μέρες.

 Η Ειρήνη Λαμπρινοπούλου, διατηρώντας τη βασική δομή του Ρώσου συγγραφέα, βαδίζει με σταθερότητα και συνέπεια σε ένα τέλος που ανοίγει τον ορίζοντα αντί να τον κλείνει.

Η σκηνοθετική της άποψη είναι άξια λόγου, όχι μόνο για την τεχνική αρτιότητα της έκφρασής της, αλλά, κυρίως, για τη συγκίνηση που αβίαστα προκαλεί.

Η Ειρήνη Λαμπρινοπούλου, έχοντας στο ενεργητικό της – παρά το νεαρό της ηλικίας της – αξιόλογες σκηνοθετικές προσεγγίσεις σε έργα όπως: «Οι Μελλοθάνατοι ή Zoochosis Under Panopticon» (Ωδείο Αθηνών, 2021), «Το Διαβατήριο» (Θέατρο του Νέου Κόσμου, 2023), «Η Λυγερή» του Ανδρέα Καρκαβίτσα (Εθνικό Θέατρο 2024), «Πνεύμονες» (Θέατρο Κάτω από τη Γέφυρα 2025), τώρα καταπιάνεται με τον Ρώσο θεατρικό συγγραφέα, για να ξεκλειδώσει τους γρίφους του εμβληματικού αυτού έργου, που παραμένει – περισσότερο από έναν αιώνα- η πιο εύστοχη μεταφορά για να μιλήσει κανείς για τον χρόνο.

 Οι Τρεις αδελφές είναι ένα ψυχικό «μωσαϊκό» για το νόημα που διαρκώς μας διαφεύγει, όπως οι στιγμές της ζωής μας που δεν καταφέραμε να ζήσουμε ένδοξα, αποτελεσματικά, λυτρωτικά. Αλλά είναι και ταυτόχρονα μια αξεπέραστη παρακαταθήκη της αγάπης του Τσέχωφ για τον ίδιο τον άνθρωπο.

 Η ίδια δηλώνει σε συνέντευξή της: «Οι «Τρεις Αδελφές (θα έρθουν καλύτερες μέρες)» παραμένουν με τα ίδια ονόματα κουβαλώντας, όπως και οι ηρωίδες του Τσέχωφ παγιδευμένες σε επιθυμίες, όνειρα ανεκπλήρωτα και μια εσωτερική πληγή για τη μεταξύ τους σχέση. Στο έργο δε συμβαίνουν θεαματικά γεγονότα.

Ο Τσέχωφ φωτίζει τις μικρές απογοητεύσεις, τις ματαιώσεις και την αίσθηση ότι η ζωή περνά χωρίς να εκπληρώνεται. Η περίφημη «Μόσχα» λειτουργεί τελικά λιγότερο ως πραγματικός προορισμός και περισσότερο ως σύμβολο μιας ζωής, που θα μπορούσε να είχε υπάρξει, μιας διαρκούς προσδοκίας για «κάτι καλύτερο» που συνεχώς αναβάλλεται».

 Η «Μόσχα» της Ειρήνης Λαμπρινοπούλου είναι το Αργοστόλι, όπου και το πατρικό τους σπίτι που θέλουν να πουληθεί.

Στη σύγχρονη εκδοχή τους, οι τρεις αδελφές διατηρούν τον πυρήνα των τσεχοφικών ηρωίδων, αλλά αποκτούν μια σαφώς σύγχρονη ταυτότητα.

Η Όλγα (Υψιπύλη Σοφιά), παραμένει δασκάλα, μια φιγούρα υπεύθυνη, που κουβαλά το βάρος της οικογένειας ήδη από την παιδική της ηλικία. Η απώλεια της εγκυμοσύνης της λειτουργεί ως ένα ακόμα τραύμα που έρχεται να προστεθεί σε μια ζωή καθήκοντος και ματαίωσης, ενώ οι αναφορές στο σώμα της μέσα από ηχητικά ντοκουμέντα του πατέρα αναδεικνύουν ένα υπόγειο, διαρκές βίωμα υποτίμησης.

Η Μαρία (Μαριαλένα Ηλία), αντίθετα, εμφανίζεται ως η πιο παθιασμένη και ατίθαση από τις τρεις. Ζει έναν ανεκπλήρωτο έρωτα, εργάζεται σε μια δουλειά που δεν την εκφράζει και εκκινεί από μια θέση έντονου θυμού απέναντι σε όλα. Σταδιακά, όμως, η ένταση αυτή μειώνεται και δίνει τη θέση της σε μια πιο ήρεμη, σχεδόν συμφιλιωμένη στάση απέναντι στην πραγματικότητα.

Η Ειρήνη (Δανάη – Αρσενία Φιλίδου), η μικρότερη, λειτουργεί ως ο συνδετικός κρίκος της οικογένειας, εκείνη που επιθυμεί περισσότερο από όλες την επιστροφή σε μια χαμένη ενότητα. Με όνειρο να γίνει σκηνοθέτις μετακινείται σε μεγαλούπολη, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή, όμως, όπως και στον κόσμο του Άντον Τσέχωφ, τα όνειρα αυτά σταδιακά διαψεύδονται. Η πορεία της αποτυπώνει με τον πιο άμεσο τρόπο τη διάψευση μιας γενιάς που πίστεψε ότι μπορεί να ξεκινήσει από την αρχή, αλλά βρίσκεται αντιμέτωπη με τα όρια της πραγματικότητας.

Και οι τρείς νεαρές ηθοποιοί, αξιοποιούν με τον καλύτερο τρόπο τα εκφραστικά τους μέσα, ακολουθούν πιστά τις σκηνοθετικές οδηγίες, σαφώς αυτοσχεδιάζουν, και έχουν μια απίστευτη χημεία μεταξύ τους, με αποτέλεσμα να κερδίζουν το θερμό χειροκρότημα του κοινού.

Το λιτό σκηνικό του Βασίλη Αποστολάτου εξυπηρετεί τις ανάγκες της δραματοποίησης, όπως και τα σύγχρονα κοστούμια της Ουρανίας Φραγγέα, ενώ η πρωτότυπη μουσική είναι του Δημήτρη Λώλη. Η πρωτότυπη μουσική σε μια θεατρική παράσταση δεν είναι απλώς ένα «χαλί» που γεμίζει τη σιωπή, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός που αλληλεπιδρά με το κείμενο, τους ηθοποιούς και το κοινό. Είναι, ουσιαστικά, ένας επιπλέον χαρακτήρας επί σκηνής.

Υπάρχουν πολλές ιστορίες σ’ αυτή τη διασκευή, εκείνο όμως που κυριαρχεί είναι η πλήξη, η στασιμότητα, η αποπνικτική ατμόσφαιρα της επαρχίας, η απογοήτευση.

 Οι ελπίδες αποδεικνύονται φρούδες, τα όνειρα βγαίνουν πλάνες, όπως και το όνειρο της αντιμετώπισης όλων αυτών με την επιστροφή στη γενέθλια πόλη, εκεί όπου υπάρχει ζωή, κοσμική κίνηση, πολιτισμός, διασκέδαση, πιθανότητες για μια καλύτερη τύχη.

Το κυριότερο όμως, όσο και βασικό θέμα του έργου, είναι το να περιμένεις κάτι που δεν πρόκειται ποτέ να συμβεί (πρόδρομος του «Περιμένοντας τον Godot»).

«Ίσως και να φταις εσύ γιατί σου λείπει η τόλμη που θα σου επέτρεπε να σχίσεις τη θολή γραμμή των οριζόντων, τώρα όμως που τη ζωή σου χάλασες στην κόχη εκείνη τη μικρή, σε όλη τη γη τη χάλασες», όπως έλεγε και ο μεγάλος Αλεξανδρινός ποιητής.

Η παράσταση «Τρεις Αδερφές (θα έρθουν καλύτερες μέρες)» παρουσιάστηκε υπό την αιγίδα του προγράμματος «Όλη η Ελλάδα Ένας Πολιτισμός» του Υπουργείου Πολιτισμού, στο Κάστρο του Αγίου Γεωργίου στην Κεφαλονιά, αφήνοντας εξαιρετικές εντυπώσεις στο κοινό.

 Συντελεστές

Κείμενο: Ειρήνη Λαμπρινοπούλου, Δανάη-Αρσενία Φιλίδου

Σκηνοθεσία: Ειρήνη Λαμπρινοπούλου

Σκηνικό: Βασίλης Αποστολάτος

Φωτισμοί: Βασίλης Αποστολάτος, Σωτήρης Ρουμελιώτης

Κοστούμια: Ουρανία Φραγγέα

Πρωτότυπη μουσική: Δημήτρης Λώλης

Επιμέλεια Κίνησης: Θωμαΐς Σταυριανού-Ζυμαρίτου

Σύμβουλος Δραματουργίας: Εύα Φρακτοπούλου

Συνεργάτρια Σκηνοθέτρια: Άννα Φιλίδου

Φωτογραφίες: Αναστασία Γιαννάκη

Trailer: Άννα Φιλίδου

Γραφιστικά: Βάγια Κεκέ

Παραγωγή: ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΟΜΑΔΑ GRASSHOPER

Ερμηνεύουν: Μαριαλένα Ηλία, Υψιπύλη Σοφιά, Δανάη-Αρσενία Φιλίδου

Ακούγονται οι φωνές των: Γιάννη Κόραβου, Βασίλη Καραμπούλα

Διάρκεια: 85′

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα