Πολιτισμός
Ο Σαιξπηρικός «Οθέλλος» στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων υπό τον φόβο της βροχής!
Πρόλογος
Είναι αξιοθαύμαστο πώς ο Σαίξπηρ έγραψε και παρουσίασε ένα έργο με κεντρικό ήρωα έναν μαύρο! Το ποιο σημαντικό, όμως, είναι ότι ο συγκεκριμένος χαρακτήρας συνιστά έναν έντιμο και αξιόλογο άνθρωπο.
Είναι, μήπως, ένα έργο που κρύβει έναν ασυνείδητο ρατσισμό, όπως απαιτούσε το πνεύμα της εποχής του 17ου αιώνα; Είναι, ίσως, ένα έργο αντιρατσιστικό, όπως εκτιμούν πολλοί ιστορικοί, οι οποίοι διαβλέπουν την προσπάθεια του Σαίξπηρ να μεταμορφώσει σε χαρισματικό και αγαθό ήρωα έναν άνθρωπο, που από τη φύση του δεν μπορούσε να έχει αυτά τα χαρίσματα;
Η απάντηση δεν έχει ακόμη δοθεί, παρότι έχουν περάσει 4 αιώνες.
Παρά τη δημοτικότητα του Σαίξπηρ και τη μακροζωία του έργου του, γίνεται όλο και πιο δύσκολο για τους σύγχρονους θεατές (εκείνους που δεν αυτοαποκαλούνται επαΐοντες του Σαίξπηρ) να συσχετιστούν ή να εκτιμήσουν πολλά από τα έργα του. Σε γενικές γραμμές, αυτοί οι λόγοι περιλαμβάνουν την εξελισσόμενη νοοτροπία της κοινωνίας σχετικά με τον ρατσισμό και τον σεξισμό, ακόμη κι έναν μελοδραματικό τόνο στον λόγο και τις πράξεις των χαρακτήρων και μια γενική αποσύνδεση όταν πρόκειται για χιούμορ. Παραδόξως, ο «Οθέλλος» ματαιώνει, κυρίως, αυτά τα θέματα χάρη στη φύση της πλοκής. Η ιστορία περιγράφει το έργο ως μια τραγωδία που μιλάει κατά των φυλετικών διακρίσεων και πραγματεύεται δύο θέματα που εξακολουθούν να προκαλούν έντονες αντιδράσεις από τους ανθρώπους: την εξαπάτηση και τη ζήλια.
Ο «Οθέλλος», ο μαύρος της Βενετίας, είναι ένα από τα πολλά σπουδαία έργα του μεγάλου `Άγγλου συγγραφέα Ουίλιαμ Σαίξπηρ. Γράφτηκε γύρω στα 1603.
Η πρεμιέρα του έγινε στη 1 Νοεμβρίου 1604 στο Palace of Whitehall.
Η τραγωδία παίχτηκε και παίζεται από τους μεγαλύτερους ηθοποιούς του κόσμου.
Υπόθεση
Ο μαύρος Οθέλλος είναι αξιωματικός του στρατού της Δημοκρατίας της Βενετίας. Κρυφά παντρεύεται την όμορφη νεαρή και εύγλωττη Δυσδαιμόνα, χωρίς τη συναίνεση του πατέρα της Βραβάντιου. Όταν ο Ιάγος, ένας κακόβουλος στρατιώτης που είχε όνειρα προαγωγής του, βλέπει ότι ο Οθέλλος αντί αυτού προάγει τον άπειρο Κάσσιο, βάζει το εκδικητικό του σχέδιο σε εφαρμογή. Ο Οθέλλος, εντελώς ανυποψίαστος, πέφτει στην παγίδα. Ο Ιάγος χρησιμοποιεί τον Ροδρίγο, έναν νεαρό βαθιά ερωτευμένο με τη Δυσδαιμόνα, η οποία όμως δεν του ανταποκρίνεται.
Ο Βραβάντιος μαθαίνει για τον κρυφό γάμο της κόρης του με τον Οθέλλο και απευθύνεται στα δικαστήρια κατηγορώντας τον για μάγια, εφόσον δεν πιστεύει ότι θα μπορούσε η κόρη του να αγαπήσει «αυτόν τον ασχημομούρη». Ο Οθέλος στέλνεται στην Κύπρο να πολεμήσει τους Τούρκους. Μαζί του ταξιδεύουν η Δυσδαιμόνα και ο Κάσσιος, καθώς και ο Ιάγος που ακολουθείται από τη γυναίκα του Αιμιλία.
Ο Ιάγος «δηλητηριάζει» την ψυχή του Οθέλου, λέγοντάς του ότι η γυναίκα του τον απατά με τον Κάσσιο, ενώ δείχνει- ως αποδεικτικό στοιχείο – ένα μαντηλάκι της Δυσδαιμόνας που, δήθεν, χάρισε στον Κάσσιο. Ο Οθέλος γεμάτος καχυποψία κατηγορεί τη γυναίκα του για συζυγική απάτη και ψεύδος. Η πιστή της φίλη Αιμιλία όμως, του προλαβαίνει την αλήθεια πριν την δολοφονήσει ο «τυφλωμένος» σύζυγός της. Ο φονιάς Ιάγος θα τιμωρηθεί με αργό θάνατο, μετά την αποκάλυψη της αλήθειας, όμως ο Οθέλλος αυτοκτονεί από τις τύψεις.
Ανάγνωση
Έρωτας, ζήλια, παράνοια, προδοσία, φόνος! Τα εντονότερα συναισθήματα της ανθρώπινης φύσης συντάσσουν μια τραγωδία, που με καταλύτη το διαφορετικό και τον οποιοδήποτε ρατσισμό που αυτό επιφέρει, μας οδηγεί στα σκοτεινότερα μονοπάτια της ανθρώπινης ψυχής: υποκρισία , φαρισαϊσμός ,τυχοδιωκτισμός.
Ο Σαίξπηρ έχει προικίσει τον Οθέλλο με όλα τα γνωρίσματα του φεουδαρχικού ηρωισμού που τα συναντάμε στα ιπποτικά μυθιστορήματα και την επική ποίηση. Υπάρχει εδώ εθιστική ποίηση, αλλά κ’ ένα σύστημα αξιών σαφώς καθορισμένων. Και πρώτα – πρώτα υπάρχει βασιλικό αίμα:
“η ζωή μου
και το αίμα μου κρατούν
από ανθρώπους που κάθισαν σε θρόνο”
Ύστερα, υπάρχουν τα ηρωικά στερεότυπα, κληρονομιά της λατινικής ρητορικής:
“Ο τύραννος πού λέγεται συνήθεια, σεβαστή γερουσία,
έχει κάνει ώστε να είναι το πετρένιο
και ατσαλένιο κρεβάτι του πολέμου,
για μένα, τώρα πουπουλένιο στρώμα”
Και τέλος, υπάρχουν τα στοιχεία του παραμυθιού, του ονείρου, του θρύλου. Ο Iάγος είναι πέρα ως πέρα πραγματικότητα, καθημερινή ζωή, ατόφια ύλη. O «Oθέλλος» ανήκει σε άλλον κόσμο, γεμάτο εξωτισμό, ένα κόσμο πού απλώνεται από τις περιπέτειες του Οδυσσέα ως τα ταξίδια των εξερευνητών της Αναγέννησης.
Το σύστημα των αξιών του «Οθέλλου» παρουσιάζεται ταυτόχρονα με την ποίησή του και τη γλώσσα του. Ωστόσο, στην τραγωδία αυτή υπάρχει και μια άλλη ρητορική. Αυτή πού χρησιμοποιεί o Ιάγος. Εδώ ξεχωρίζουν σαν συνθήματα, σαν λέξεις – κλειδιά, σαν επιφωνήματα, τα ονόματα πραγμάτων και ζώων πού προκαλούν απέχθεια, φόβο, αηδία. Ο Ιάγος μιλάει για κόλλες, δολώματα, δίχτυα, φαρμάκια, κλύσματα, πίσσα και θειάφι, πανούκλα και χολέρα. Και έτσι θα γίνει πίσσα η αρετή της, και η πολλή καλοσύνη της το δίχτυ όπου θα μπλέξουν όλοι.
Θα μπορούσαμε να συνεχίζουμε να “στολίζουμε” τον Ιάγο με πολλά επίθετα, αλλά θα παραβλέπαμε την καταλυτική του συμβολή στην εξέλιξη του μύθου. Ο Ιάγος είναι ο κακός μας εαυτός. Κάποιοι τον τιθασεύουν, ενώ κάποιοι άλλοι τον καλλιεργούν. Τα πάντα είναι θέμα επιλογών, που βασίζονται στην υπόληψή μας.
Ο Οθέλλος σκοτώνει τη Δυσδαιμόνα για να σώσει την ηθική τάξη. Για ν΄ αποκαταστήσει τον έρωτα και την πίστη, για να μπορέσει να τη συγχωρέσει. Έτσι, θα ταχτοποιηθούν οι λογαριασμοί κι ο κόσμος θα ξαναβρεί την ισορροπία του.
Η παράσταση
Ο σκηνικός χώρος του Αιμίλιου Χειλάκη, απλός αλλά τολμηρός, με κινούμενα γράμματα να δημιουργούν λέξεις στη δράση και οι φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου, προσφέρουν διαρκώς άρτιες φωτογραφικές εικόνες στον θεατή, που με φόντο το φυσικό σκηνικό του αρχαίου θεάτρου των Φιλίππων στο βάθος, δημιουργούν την αίσθηση μιας πιο ρεαλιστικής ιστορίας που συμβαίνει κάπου, παράλληλα με τη δική σου ζωή.
Σε αυτό συνέβαλε καθοριστικά η πρωτότυπη μουσική του Δημήτρη Καμαρώτου , που σαν μαγικό χαλί , ντύνει σχεδόν όλο το έργο και καταφέρνει να γίνει η αιτία, ο λόγος του Σαίξπηρ να γίνει πιο επίκαιρος στα αυτιά των θεατών.
Το κείμενο σε εκπλήσσει διαρκώς και μοιάζει να γράφεται στις μέρες που ζούμε, με αποκορύφωμα τον τελευταίο μονόλογο για τις γυναίκες της Αιμιλίας, δια στόματος Μυρτώς Αλικάκη: «..και τάχα δεν έχουμε επιθυμίες, ή πόθο για διασκέδαση, ή αδυναμίες κι εμείς, όπως και οι άντρες; Γι’ αυτό λοιπόν ας φέρονται καλά· αλλιώς ας ξέρουν πως όταν σε λάθη πέφτουμε εμείς, αυτοί μας έχουν μάθει».
Το έργο εκτυλίσσεται πάνω σε μετακινούμενα πατάρια (διαμόρφωσή σκηνικού χώρου από τον Αιμίλιο Χειλάκη), δίνοντας στην παράσταση τη διάσταση ενός λαϊκού θεάματος. Εξάλλου, η ιστορία του «Οθέλλου» είναι μια ιστορία που πρέπει να ακουστεί, όπως λέει ο Λουδοβίκος στο φινάλε. Γύρω από αυτό το μοτίβο κινείται η παράσταση, όπου όλοι οι ηθοποιοί είναι συνεχώς παρόντες, συμμετέχοντας ή παρακολουθώντας τη δράση.
Ο σημαντικός ηθοποιός Αιμίλιος Χειλάκης, ως Ιάγος , συγκινεί και ξεχωρίζει τόσο, ώστε στο θυμικό των θεατών μένει η εξαιρετική του άρθρωση, το επιβλητικό μέταλλο φωνής του, οι διακυμάνσεις των λόγων του από την ειρωνεία στον σαρκασμό κι απ’ το χιούμορ στην χειραγώγηση. Εξαιρετική ερμηνεία. Μας έδωσε αυτό που έγραψε ο Σαίξπηρ. Έναν άνδρα ραδιούργο που τρέφει μίσος για τους πάντες, που είναι κυνικός και ζηλόφθονος, που, όμως, καταφέρνει να φαίνεται ο καλός «Σαμαρείτης» που βοηθάει ανθρώπους και δίνει τις σωστές συμβουλές. Όταν συκοφαντεί το κάνει με υπαινιγμούς και μισόλογα. Στην ουσία βάζει τη συκοφαντία στο στόμα του Οθέλλου και στη συνέχεια τη σχολιάζει με χολερικό τρόπο.
Ο ρόλος του Οθέλλου υποστηρίζεται από τον κ. Γιάννη Μπέζο, στον ίδιο βαθμό που όλοι ξέρουμε από τις δεκάδες εμφανίσεις του σε θέατρο, τηλεόραση, κινηματογράφο, μουσική σκηνή , διαφήμιση, κλπ. ΄Η τον αρέσεις και τον χειροκροτείς ή τον απορρίπτεις και τον κατακρημνίζεις στην υπόληψή σου. Συμβαίνουν και τα δυο, εδώ και χρόνια. Στην παράσταση παίζει (με τον προαναφερθέντα τρόπο) τον ήρωα που ακολουθεί μια καθοδική πορεία μέσα από συναισθηματισμούς, όπως: οδυνηρή αμφιβολία, θλίψη, πόνο, οργή, «τύφλωση» από ζήλεια.
Η Αιμιλία (Μυρτώ Αλικάκη) και ο Κάσσιος (Αλέξανδρος Βάρθης) δημιουργούν στιγμές εντυπωσιακές, επειδή φέρνουν στη σκηνή το μαύρο χιούμορ με τις κινήσεις τους, αλλά και την ουσία της εντιμότητας. Ο Κάσσιος γίνεται το μεγάλο θύμα της σκευωρίας που στήνει ο Ιάγος. Η Αιμιλία, δίκαιη έως το κόκκαλο, είναι εκείνη που αποκαλύπτει την αλήθεια στον Οθέλο και όσο «μικρή» κι αν φαίνεται στα ματιά του Ιάγου, τόσο μεγάλο είναι το ηθικό της εκτόπισμα. Κατακεραυνώνει το σύζυγό της, θρηνεί για τη Δυσδαιμόνα και μάχεται για την αλήθεια.
Η Μάιρα Γραβάνη υποδύεται την πιστή μεν Δυσδαιμόνα , όμως φέρει επιδέξια επάνω της κι έναν αέρα ελευθεριάζουσας γυναίκας. Όχι in actu αλλά in potentia (όχι ρεαλιστικά, αλλά δυναμικά, υποκριτικά). Κι αυτό, επειδή η όμορφη Δυσδαιμόνα έχει μαγευτεί από τον Οθέλλο, αλλά όλοι οι άντρες — ο Ιάγος, ο Κάσσιος, ο Ροδρίγος — έχουν ξελογιαστεί μαζί της και κινούνται στο ερωτικό της κλίμα.
Εξαιρετικός ο Κώστας Κορωναίος ως Βραβάντιος, πλάθει έναν οργισμένο πατέρα, μα και τρομερά ευάλωτο, ανάλογα με τη συναισθηματική φόρτιση της σκηνής. Πολύ καλός κι ο Κωνσταντίνος Γαβαλάς. Είναι ένας απατημένος φίλος, ένα ακόμη θύμα του δολοπλόκου Ιάγου.
Η Μπιάνκα της Ελευθερίας Κοντογιώργη, στα χνάρια μιας ατίθασης κι ελαφρών ηθών μοιραίας της παρέας, η οποία μάλιστα παίζει με προχωρημένη εγκυμοσύνη, γεγονός που εκμεταλλεύεται δεόντως η σκηνοθεσία.
Η μετάφραση του πολυγραφότατου, βαθύτατα μορφωμένου καθηγητού και διευθυντού του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τράπεζας, αλλά και τιμημένου με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων το 2017, Διονύση Καψάλη, ο οποίος μας τίμησε με την παρουσία του στο κοίλο του αρχαίου θέατρου, ακούστηκε πολλές φορές στο ελληνικό ρεπερτόριο θιάσων. Εξάλλου, έχει μεταφράσει κι άλλα έργα του Άγγλου ποιητή και η παρούσα διαθέτει σαφήνεια και καθαρότητα, ως προς τις εναλλαγές συναισθημάτων, τις παλινδρομήσεις του κειμένου ανάμεσα στον μελοδραματισμό και στην ιλαρότητα, αλλά και μεταφέρει στον θεατή την παθολογική ζήλεια, το ερωτικό πάθος, με ό,τι αυτά συνεπάγονται.
Η σκηνοθεσία των Αιμίλιου Χειλάκη – Μανώλη Δούνια πάλεψε με τον χρόνο και τον σκόπελο «μοντέρνα άποψη» και τον τιθάσευσε με κοστούμια αμπιγέ. Επίσημο φράκο για τους άνδρες με άσπρα πουκάμισα που έφεραν επωμίδες, σαν δόκιμοι στρατού, ίσως και σαν υπηρετικό προσωπικό και με αέρινα φορέματα για τις γυναίκες, με εξαίρεση την Αιμιλία που την έντυσε σε στιλ μιλίταρι, αφήνοντας να αιωρείται στο κοινό ένα «γιατί» χωρίς το διότι.
Οι λευκές σκιές στα μάτια όλων, ένας εμπαιγμός, ένας καγχασμός στο άσπρο χρώμα που συνδέεται άμεσα με το φως, την καλοσύνη, την αθωότητα, την αγνότητα και την παρθενία. Αυτά και τα αντίθετά τους, τα συναντά ο θεατής σε δόσεις στα πρόσωπα του έργου, ακόμα και στον ταλαντούχο κύριο Ιάγο.
Ευρήματα αρκετά, όπως τα γράμματα ανάκατα στο χώμα και οι λέξεις που σταδιακά σχηματίζουν κατά περίσταση (ΚΥΠΡΟΣ, ΞΕΝΟΣ, Ο ΑΛΛΟΣ), το μεγάλο ΟΜΙΚΡΟΝ στο κέντρο να φιλοξενεί το ζευγάρι Οθέλλου- Δυσδαιμόνας σε στάση κορνίζας, η κατάργηση των κουϊντών με την παρουσία όλων των ρόλων στη σκηνή και οι γρήγοροι ρυθμοί που κράτησαν προσηλωμένο το κοινό στη δράση.
Ο πιο ατυχής παράγοντας είναι το μικρόφωνο στα χείλη των ηθοποιών.
Επίλογος
Ανάμεσα στις επεκτατικές και φιλοσοφικές τραγωδίες του Σαίξπηρ – « Άμλετ» και «Βασιλιάς Ληρ» – είναι ο «Οθέλλος» το πιο σπαρακτικό έργο του.
Ο μαύρος Οθέλλος γίνεται οριακά ανεκτός από τη ρατσιστική βενετσιάνικη κοινωνία, όσο της προσφέρει, ως μισθοφόρος , τις πολύτιμες υπηρεσίες του. Το γεγονός ότι ένας τέτοιος άνθρωπος πρέπει να πέσει τόσο χαμηλά και τόσο γρήγορα, δίνει στο έργο μια, σχεδόν, αφόρητη ορμή. Το ότι, επίσης, ένας τέτοιος άνθρωπος πρέπει να αποδομηθεί τόσο ολοκληρωτικά, ώστε να τον οδηγήσει η ζήλια και το μίσος σε μια κτηνώδη κοσμοθεωρία, που ακυρώνει κάθε ισχυρισμό για ανθρώπινη αρετή και αφοσίωση, σοκάρει και ανατριχιάζει.
Ο «Οθέλλος», θεωρείται γενικά, ως το μεγαλύτερο σκηνικό έργο του Σαίξπηρ αλλά κι αυτό που φτάνει στη συμφιλίωση με τους περιορισμένους κανόνες της αριστοτελικής τραγωδίας.
Ο ήρωας Οθέλλος καταρρέει μόνον όταν ξεπεράσει τα επιτρεπόμενα όρια και «γευθεί» τη σάρκα και το αίμα της «καθαρής», λευκής νεαρής Βενετσιάνας αριστοκράτισσας, της Δυσδαιμόνας. Τη σκοτώνει, πιστεύοντας άδικα ότι τον έχει προδώσει, παρασυρμένος από τη ζήλια του, που υποδαυλίζει σκόπιμα ο δεινός δολοπλόκος θεατρίνος Ιάγος, παίζοντας επιδέξια μαζί του το παιχνίδι της «μιμητικής επιθυμίας», όπου ο πόθος ενός άντρα για μία γυναίκα ή το αντίστροφο, διαθέτει τον πρωτογενή μιμητικό χαρακτήρα μιας «παράστασης» σαν κι αυτήν που είδαμε στο 64ο Φεστιβάλ Φιλίππων.
Ευτυχώς, δεν έβρεξε. Δυστυχώς, ο φόβος μιας έκρηξης ισχυρής καταιγίδας συντρόφευε τη θέαση σε όλη τη διάρκεια της παράστασης.
Υ.Σ.
Γιατί;
Γιατί;
Γιατί κ. Χειλάκη τόσος θόρυβος; Δε λυπηθήκατε τ’ αυτιά των θεατών μήτε τους χυμούς των εξαίσιων λέξεων του Διονύση Καψάλη, που στραγγαλίστηκαν ανηλεώς στους βόμβους των χειλοφώνων και στα δεκάδες ντεσιμπέλ της μικροφωνικής εγκατάστασης. Γιατί;
Συντελεστές
Μετάφραση: Διονύσης Καψάλης Διασκευή: Μανώλης Δούνιας
Σκηνοθεσία: Αιμίλιος Χειλάκης – Μανώλης Δούνιας
Πρωτότυπη Μουσική: Δημήτρης Καμαρωτός
Διαμόρφωση σκηνικού χώρου : Αιμίλιος Χειλάκης
Εκτέλεση σκηνικού: Κατερίνα Χάρου
Κοστούμια: Makis Tselios Atelier
Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος
Βοηθός Σκηνοθετών: Νίκος Τσιμάρας
Διανομή
Οθέλλος: Γιάννης Μπέζος
Ιάγος: Αιμίλιος Χειλάκης
Αιμιλία: Μυρτώ Αλικάκη
Βραβάντιος: Κώστας Κορωναίος
Κάσσιος: Αλέξανδρος Βάρθης
Δυσδαιμόνα: Μάιρα Γραβάνη
Ροδρίγος: Κωνσταντίνος Γαβαλάς
Μοντάνος: Κρις Ραντάνοφ
Δόγης: Μανώλης Δούνιας
Μπιάνκα: Ελευθερία Κοντογιώργη
Λουδοβίκος: Νίκος Τσιμάρας
Φωτογραφίες: Πάτροκλος Σκαφίδας.
Υπεύθυνη Επικοινωνίας: Αναστασία Καμβύση
Γραφείο Τύπου: Μαρία Τσολάκη – Ευαγγελία Σκρομπόλα
Παραγωγή: Τεχνηχώρος
Εκτέλεση παραγωγής: Έφη Πανουργιά
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Μπορεί να σας ενδιαφέρουν
Πολιτισμός
Αισχύλου «Πέρσες» στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Με αφηγηματικό σημείο εκκίνησης την είδηση της καταστροφικής ήττας στη Σαλαμίνα, κεντρικός άξονας της ιστορίας είναι ο θρήνος –αδιαπραγμάτευτος, διαρκής, επαναλαμβανόμενος– για όσους χάθηκαν, για το ευτυχισμένο παρελθόν που απωλέσθηκε.
Στην πρώτη του κάθοδο στο αργολικό θέατρο, αυτός ο νεαρός σκηνοθέτης από τη Θεσσαλονίκη αναμετριέται με την αισχύλεια τραγωδία. Γραμμένη το 472 π.Χ., αποτελεί το αρχαιότερο σωζόμενο πλήρες έργο της αρχαίας ελληνικής δραματουργίας και, ταυτόχρονα, την παλαιότερη μεταγραφή γεγονότων της Ιστορίας σε θέατρο.
Ο σκηνοθέτης Χρήστος Θεοδωρίδης εργάζεται πάνω στο αντιπολεμικό έργο των Περσών, συνεχίζοντας έτσι τη νοητή πορεία που έχει σχηματίσει τα τελευταία χρόνια με έργα πολιτικά φορτισμένα και ιδιαίτερα επίκαιρα (Σ’ εσάς που με ακούτε / Λούλα Αναγνωστάκη, Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου / Εντουάρ Λουί, Συνέδριο για το Ιράν / Ιβάν Βιριπάγεφ, κ.ά.).
Οι Πέρσες του Αισχύλου δεν είναι απλώς το αρχαιότερο σωζόμενο θεατρικό έργο της ανθρωπότητας. Είναι μία απόδειξη ότι η Ιστορία δεν κινείται από τους θριάμβους αλλά από τις καταρρεύσεις. Οι νικητές αφηγούνται τον εαυτό τους ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα μιας λογικής πορείας. Οι ηττημένοι, αντίθετα, αποκαλύπτουν την πραγματική φύση της ανθρώπινης κατάστασης: την αβεβαιότητα, την ευθραυστότητα και την αδυναμία μας να προβλέψουμε τις συνέπειες της ίδιας μας της ισχύος.
Αυτός είναι και ο λόγος που το έργο μοιάζει τόσο οικείο σήμερα. Από τα στενά της Σαλαμίνας μέχρι τα Στενά του Ορμούζ, η γεωγραφία εξακολουθεί να επιβάλλει τα όρια στις αυτοκρατορίες. Η αρχαία Περσία έγινε το σύγχρονο Ιράν, οι θαλάσσιοι δίαυλοι παραμένουν οι αρτηρίες του παγκόσμιου εμπορίου και οι ηγεμονικές δυνάμεις συνεχίζουν να πιστεύουν ότι η κλίμακα και η ισχύς τις προστατεύουν από την έκπληξη.
Ο Αισχύλος όμως δεν προειδοποιεί μόνο τους Πέρσες. Προειδοποιεί κυρίως τους Αθηναίους, τη δική του πόλη -για κάποιους οι ΗΠΑ είναι η Αθήνα της εποχής μας, η οποία εκείνη ακριβώς την περίοδο μετατρεπόταν από ελεύθερη πόλη σε ηγεμονική δύναμη του ελληνικού κόσμου. Είναι μια υπενθύμιση ότι κάθε αυτοκρατορία θεωρεί τον εαυτό της εξαίρεση μέχρι τη στιγμή που ανακαλύπτει πως δεν είναι.
Είναι οι «Πέρσες» αντιπολεμικό έργο; Όχι με τη σύγχρονη, πασιφιστική έννοια του όρου, αλλά ναι ως προς την ανάδειξη της κοινής ανθρώπινης οδύνης.
Για να καταλάβουμε το έργο, πρέπει να δούμε τις δύο όψεις του. Την πατριωτική -θεολογική διάστασή του, αρχικά. Ο Αισχύλος γράφει για ένα κοινό Αθηναίων, που λίγα χρόνια πριν είδε την πόλη του να καίγεται από τους Πέρσες. Το έργο λειτουργεί και ως ένας ύμνος στον θρίαμβο της αθηναϊκής δημοκρατίας έναντι του ανατολικού δεσποτισμού.
Η ήττα των Περσών παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα της Ύβρεως του Ξέρξη, ο οποίος ξεπέρασε τα ανθρώπινα όρια, γεφυρώνοντας τον Ελλήσποντο και προκάλεσε τη Νέμεση, τη θεϊκή τιμωρία.
Η δεύτερη όψη είναι η συγκλονιστική ενσυναίσθηση. Εδώ κρύβεται η ιδιοφυΐα του Αισχύλου. Αντί να στήσει ένα νικητήριο γλέντι, τοποθετεί τη δράση στα Σούσα, στο παλάτι του εχθρού. Το κοινό δε βλέπει τους Έλληνες να πανηγυρίζουν, αλλά τον θρήνο της βασιλομήτορος Άτοσσας, του Χορού των γερόντων (στην εκδοχή τού Θεοδωρίδη ο Χορός αποτελείται από νέους ανθρώπους) και του ηττημένου Ξέρξη.
Ο Αισχύλος δε δαιμονοποιεί τον εχθρό. Του δίνει φωνή, αξιοπρέπεια και δικαίωμα στον πόνο. Με αυτή την έννοια, το έργο ξεπερνά τα όρια της προπαγάνδας και γίνεται βαθιά ανθρωπιστικό, καθώς δείχνει ότι οι συνέπειες του πολέμου και της αλαζονείας είναι καθολικές και ισοπεδωτικές.
Στο ανέβασμα της συγκεκριμένης τραγωδίας σχεδόν πάντα προκύπτει ένα μεγάλο εμπόδιο στον εκάστοτε σκηνοθέτη. Να αποκρυπτογραφήσει το τραγικό στοιχείο πίσω από το ανδραγάθημα, να αναδείξει την τραγικότητα μέσα από τον ηρωισμό. Επειδή, εδώ δεν είναι ούτε η πλοκή ούτε η δομή της τραγωδίας αναμενόμενη και απλή, και, ως εκ τούτου, η τραγική κορύφωση και κάθαρση επέρχεται από άλλους δρόμους.
Ο τραγικός ήρωας, ο Ξέρξης (Αναστάσης Ροϊλός), στο μεγαλύτερο μέρος της μόνο μνημονεύεται, δε δρα. Εμφανίζεται στο τέλος και για πολύ λίγο τσακισμένος και εξευτελισμένος, έχοντας χάσει την αίγλη και την παντοδυναμία του, τρανό τρόπαιο της Θείας Δίκης. Τον κυρίαρχο λόγο τον έχει ο Χορός, που είναι και ο μέγας πρωταγωνιστής.
Οι σύγχρονες σκηνοθετικές προσεγγίσεις των Περσών, συχνά, διχάζουν το κοινό και την κριτική. Η «ανεκτικότητα» μιας παράστασης εξαρτάται από το πώς ισορροπεί ανάμεσα στον σεβασμό του ποιητικού λόγου και την ανάγκη για πολιτικό σχολιασμό.
Επειδή το έργο μιλά για μια υπερδύναμη που καταρρέει λόγω αλαζονείας, πολλοί σύγχρονοι σκηνοθέτες το χρησιμοποιούν για να σχολιάσουν τη σύγχρονη γεωπολιτική κατάσταση στον κόσμο μας.
Όταν η μεταφορά αναδεικνύει την οικουμενικότητα του κειμένου, όταν τα κοστούμια ή τα σκηνικά βοηθούν τον θεατή να συνδέσει το τότε με το τώρα, χωρίς όμως να αλλοιώνεται το νόημα των λέξεων, τότε μιλάμε για μια πετυχημένη σκηνοθεσία.
Όταν η παράσταση μετατρέπεται σε μια φτηνή, διδακτική πολιτική μπροσούρα, αν ο Ξέρξης παρουσιαστεί απλώς σαν μια καρικατούρα σύγχρονου δικτάτορα ή δυτικού ηγέτη, χάνεται το τραγικό του μέγεθος και η θεολογική διάσταση της Ύβρεως, τότε είναι σαφής η διολίσθηση στα κλισέ. Εδώ, ο Ξέρξης παρουσιάστηκε άχρωμος, άοσμος, επίπεδος. Έτσι τον θέλησε ο σκηνοθέτης.
Το δεύτερο μισό των Περσών είναι ένας παρατεταμένος, μουσικός θρήνος (κομμός).
Στο αρχαίο θέατρο, αυτό λειτουργούσε μέσω της ρυθμικής απαγγελίας και της μουσικής.
Στις σύγχρονες μεταφορές, αν ο σκηνοθέτης δε βρει έναν ισχυρό κώδικα (μέσω της κίνησης, της σύγχρονης μουσικής ή της χορογραφίας), ο συνεχής θρήνος μπορεί να κουράσει τον σύγχρονο θεατή ή, ακόμα χειρότερα, να φανεί μελοδραματικός και γραφικός.
Κλείνοντας, οι Πέρσες αντέχουν σε κάθε σύγχρονη μεταφορά —ακόμα και την πιο ακραία οπτικά— αρκεί ο σκηνοθέτης να εμπιστεύεται τη δύναμη του λόγου του Αισχύλου και να μην προσπαθεί να γίνει πιο «έξυπνος» από το ίδιο το κείμενο.
Δυστυχώς, ο νεαρός σκηνοθέτης στην προσπάθειά του να πρωτοτυπήσει, να ξεχωρίσει, να διαφοροποιηθεί από την πεπατημένη, που όμως την απαιτεί ο Αισχύλος, κατήργησε τους γέροντες Πέρσες κι αράδιασε στην ορχήστρα μια χαρά νέους ανθρώπους που, λογικά, δεν έχουν εμπειρίες και γνώσεις, κι αν αυτό το προσπερνάμε σαν μοντερνισμό και άποψη που αναφέρω παρακάτω, διολίσθησε σε μέγα ατόπημα να αναθέσει τον ρόλο της Άτοσσας στην όμορφη, ταλαντούχα, πλην ακατάλληλη για αυτόν, Μαρία Ναυπλιώτου, δείχνοντας ασέβεια στο κείμενο.
Όλοι ξέρουμε πως αυτή η γυναίκα έχει, για την εποχή της μάλιστα, μεγάλη ηλικία. Η «γριά μητέρα» αναφέρεται σε όλες τις ξενόγλωσσες αναλύσεις του έργου, διότι δεν ήταν
μόνο μητέρα των δύο αγοριών, που είχε αποκτήσει από τον Δαρείο, αλλά και ο Δαρείος ήταν ο τρίτος σύζυγός της. Κόρη του Κόρου, η Άτοσσα είχε παντρευτεί τον αδελφό του τον Καμβύση, κατόπιν τον μάγο Σμερδή και μετά τον Δαρείο.
Την εποχή του έργου ο Ξέρξης είχε σαρανταρίσει, και μόνο η ανάγκη του συγγραφέα να τον παρουσιάσει εύκολα παρασυρόμενο από τις κοροϊδίες των φίλων του και, γενικά, «οξύ», με την αψάδα των νιάτων, υποχρεώθηκε – ας πούμε – να αγνοήσει την ιστορία, όπως άλλωστε την αγνόησε σε πλείστα όσα σημεία, όπως τα ονόματα των νεκρών αρχηγών του περσικού στρατού (που δε συμφωνούν καθόλου μ’ αυτά που μας αναφέρει ο Ηρόδοτος, ο οποίος είχε προβεί σε τεράστιες έρευνες παίρνοντας «συνεντεύξεις» από τους ελάχιστους επιζώντες), αλλά και τη σχεδόν αγιοσύνη του Δαρείου, που κι αυτός είχε «ζεύξει» (το Βόσπορο) κι αυτός ονειρευόταν συνεχώς να εκδικηθεί τους Αθηναίους.
Όλα αυτά είναι γνωστά. Από κει και πέρα, όμως, η όμορφη και καλή ηθοποιός Μαρία Ναυπλιώτου, τι σχέση έχει σ’ αυτή την παράσταση με τη μητέρα και σύζυγο θεού που ήταν η Άτοσσα, η οποία για τους υπηκόους της ήταν είδωλο απροσπέλαστο, καταστόλιστο με τόσο βαριά κεντημένα χρυσά ρούχα, πυργωτά στέμματα κ.λπ., όπως άρμοζε σε μια Βασίλισσα τέτοιου μεγέθους;
Άποψη του σκηνοθέτη, θα πείτε. Ναι, μα ο Αισχύλος δεν είναι απλός παραμυθατζής. Είναι ο μεγαλύτερος ποιητής σε μια χώρα τεράστιων ποιητών, το έργο του, ειδικά αυτό, ως στίχος είναι ό,τι πιο «μοντέρνα» ποιητικό έχει γραφτεί ποτέ, αλλά συγχρόνως, είναι μια «τελετή».
Μια τελετή γραμμένη από έναν ανώτερο άνθρωπο, τον Αισχύλο, που η ευγένειά του έναντι του εχθρού είναι το θαύμα του διεθνούς θεάτρου.
Αποκλίνοντας από τη μυθική αφήγηση που κατά κανόνα κυριαρχεί στην τραγωδία, ο Αισχύλος, συνθέτει το μοναδικό έργο του είδους «θέατρο-ντοκουμέντο» που απαντάται στο σώμα της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας.
Αυτόπτης μάρτυρας και στρατιώτης των Αθηναίων στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας (480 π.Χ.), ο ίδιος δημιουργεί μια πρωτοφανή μορφή παραστατικού «ρεπορτάζ» πολέμου μόλις οχτώ χρόνια μετά. Η Ιστορία ανεβαίνει πρώτη φορά στη σκηνή.
Σε αυτό το καλλιτεχνικό εγχείρημα συναντάμε στο επίκεντρο τον άνθρωπο και την απώλεια. Τα ονόματα ανθρώπων, για τα οποία με τόση εμμονή ρωτάει ο Χορός τον αγγελιοφόρο, δεν είναι μόνο περσικά, αλλά είναι ονόματα ανθρώπων που χάθηκαν και χάνονται κάθε λεπτό στο σήμερα. Είκοσι δύο ηθοποιοί, που παραμένουν διαρκώς επί σκηνής, συνθέτουν έναν Χορό-πρωταγωνιστή, που με μόνα εργαλεία τον λόγο, την κίνηση και τη μουσική, εκφράζει το συλλογικό τραύμα μιας μουδιασμένης κοινωνίας.
Άνδρες και γυναίκες, με σακίδια στην πλάτη, φούστες και κοντά ή μακριά παντελόνια δεν είναι οι γέροντες – σύμφωνα με τη σκηνοθετική γραμμή – οι συνομήλικοι του νεκρού βασιλιά Δαρείου που είχαν μείνει στα μετόπισθεν, στα Σούσα, αναμένοντας νέα από την εκστρατεία στην Ελλάδα του νεαρού Ξέρξη. Είναι υπήκοοι μιας χώρας αφυδατωμένης από νιάτα (οξύμωρο στον νεανικό Χορό) και ελπίδα, ξερής, όπως το χώμα γύρω από τη θυμέλη. Σιωπηλοί στην αρχή και με το βλέμμα τους στραμμένο εμμονικά προς τη Δύση, εκεί όπου βρίσκεται η Ελλάδα, άρχισαν να εκφράζουν την αγωνία για την τύχη των δικών τους και συνάμα αναπολούσαν τις όμορφες μέρες που είχαν ζήσει.
Αντί για την πολυπόθητη είδηση, από τη Δύση φτάνει η Άτοσσα. Με το άστοχο για βασίλισσα κοστούμι της Τίνας Τζόκα, στέκεται μπροστά στο μικρόφωνο και, εν είδει διαγγέλματος, μοιράζεται με όσους την ακούνε υποταγμένοι με το κεφάλι χαμηλά, τα δυσοίωνα όνειρά της, ενώ η ορχήστρα στο αρχαίο θέατρο διαιρείται από μια κατακόκκινη φωτεινή γραμμή, μαρτυρώντας όχι μόνο το αίμα των νεκρών που αποκαλύπτονται αργότερα, αλλά και τον καίριο, σχεδόν ομιλούντα ρόλο, που έχει ο φωτισμός στην παράσταση (Ιωάννα Αθανασίου, Τάσος Παλαιορούτας), αναδεικνύοντας συναισθήματα κι αντιδράσεις, υποκαθιστώντας- κατά κάποιον τρόπο – τα απόντα σκηνικά.
Από την πρώτη κιόλας εικόνα γίνεται σαφές ότι η παράσταση θα αφηγηθεί την ιστορία, κυρίως, μέσα από τη δύναμη των εικόνων. Τα μέλη του Χορού- όχι γέροντες, αλλά νέοι άνθρωποι και το δεχτήκαμε – εισέρχονται αργά κι ένα-ένα στην ορχήστρα, ντυμένα σύγχρονα – θα πω σαν δικαιολογία – ότι είναι μια ευθεία αναφορά στον πόλεμο που δε σταμάτησε να σκοτώνει ανθρώπους είτε στο πλήθος πέριξ του Περσικού Κόλπου είτε στην Ουκρανία είτε στη Γάζα ή τον Λίβανο.
Γύρω από κάθε σώμα σχηματίζονται σκιές που συμβολίζουν όλο το φορτίο που φέρει κάθε άνθρωπος: την οικογένεια, τους προγόνους, τη μνήμη, τις ρίζες του. Κανείς δε βαδίζει μόνος, ακόμη και όταν η σκιά γίνεται μία. Αυτό δείχνει, θαρρώ, πως πίσω από κάθε σώμα υπάρχει η προσωπική του ιστορία.
Τα μέλη του Χορού στρέφονται προς τη Δύση, προς την κατεύθυνση από όπου αναμένεται να φτάσει η είδηση από τη Σαλαμίνα. Έχουν την πλάτη στραμμένη στο κοινό. Για αρκετή ώρα δε συμβαίνει τίποτα. Κι όμως, αυτή η ακινησία είναι από τις πιο δυνατές στιγμές της παράστασης. Η αναμονή γίνεται πρωταγωνιστής. Μια σιωπή γεμάτη αγωνία, προσμονή και ελπίδα. Όλοι περιμένουν ότι ο πανίσχυρος περσικός στόλος θα έχει επικρατήσει. Το κοινό γνωρίζει ήδη την αλήθεια, όμως οι ήρωες όχι. Έτσι δημιουργείται μια δραματική ένταση που κορυφώνεται, χωρίς να χρειάζονται λόγια.
Ο Χρήστος Θεοδωρίδης προσεγγίζει το έργο με τη δική του ματιά, ως μια αντιπολεμική κραυγή, συνεχίζοντας τη σκηνοθετική του πορεία πάνω σε πολιτικά φορτισμένα και καίρια σύγχρονα ζητήματα.
Είκοσι ένας άνθρωποι περιμένουν τα νέα μιας συντελεσμένης καταστροφής. Όταν ο αγγελιοφόρος ( Σταύρος Σβήγκος) επιστρέφει από το μέτωπο, ο λόγος του δίνει μορφή στον φόβο. Η απώλεια είναι απόλυτη. Το σώμα και η σκέψη παραλύουν. Καμία πράξη δεν μοιάζει δυνατή. Μόνο ο θρήνος απομένει.
«Αχ, αχ, μιλάς για των δικών μας τα σώματα…»
Η δραματουργική επεξεργασία των: Ιζαμπέλας Κωνσταντινίδου, Παύλου Σούλη, Χρήστου Θεοδωρίδη, η εύληπτη μετάφραση του Παναγιώτη Μουλλά, η μουσική του Jeph Vanger, οι φωτισμοί των: Ιωάννας Αθανασίου – Τάσου Παλαιορούτα και τα κοστούμια της Τίνας Τζόκα, συμβάλουν στη δημιουργία μιας παράστασης με μπερδεμένη καλλιτεχνική ταυτότητα, όπου εικόνα, λόγος και ήχος λειτουργούν μεν, αλλά όχι καθηλωτικά.
Ο Χορός στην ορχήστρα, ακολουθώντας τη χορογραφία της Ξένιας Θεμελή, επιδίδεται σ’ έναν θρήνο συλλογικό, επίμονο, αδιαπραγμάτευτο, για τους νεκρούς, για το παρελθόν που χάθηκε, για το μέλλον που βυθίστηκε μαζί τους.
«Τώρα πάει του βασιλιά μας η εξουσία…»
Στο επίκεντρο της παράστασης βρίσκεται ο άνθρωπος απέναντι στην απώλεια.
Η «τραγωδία των ηττημένων» ανοίγει έναν διαχρονικό διάλογο: οι ηττημένοι δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν, αλλά σε κάθε εποχή, σε κάθε πλευρά. Τα ονόματα που αναζητά ο Χορός είναι τα ονόματα όλων όσοι χάθηκαν και συνεχίζουν να χάνονται στους πολέμους του κόσμου!
«Τόσοι άνθρωποι, να ξέρεις, ποτέ δεν χάθηκαν σε μία και μόνο μέρα…»
Ένα καταλυτικό συναίσθημα αγωνίας, ένα προμήνυμα κατακλυσμιαίας καταστροφής διαβρώνει σταδιακά τη δραματική στατικότητα των «Περσών». Η αγωνία αυτή αναβλύζει από τα λόγια του Χορού – συμβούλων, κορυφώνεται με το προφητικό όνειρο της βασιλομήτορα Άτοσσας, μετατρέπεται σε τρόμο με την άφιξη του Αγγελιοφόρου που
διηγείται την πανωλεθρία των περσικών στρατευμάτων στη Σαλαμίνα, μετουσιώνεται σε απόγνωση όταν το φάντασμα του βασιλιά Δαρείου ( Δημήτρης Καταλειφός) αποκαλύπτει την πραγματική διάσταση και αιτία της συμφοράς και καταλήγει σε θρήνο με την εμφάνιση του ντυμένου με απομεινάρια δόξας του, Ξέρξη, η υπέρμετρη εγωπάθεια του οποίου προκάλεσε μοιραία, τη θεία δίκη.
Ωστόσο, η παράσταση έχει ασύμμετρους ρυθμούς, αταίριαστους στο σύνολο των κινήσεων, με πολλές αμήχανες στιγμές, ιδίως άκαρπες παύσεις και μια δυστοκία στη διανομή, εμφανής ολωσδιόλου. Η βασίλισσα Άτοσσα δίχως ηγεμονική μεγαλοπρέπεια. Ο Δαρείος του Δημήτρη Καταλειφού, σχεδόν ήρωας άλλου έργου, ίσως του Σοφοκλή με τέτοιες δόσεις ρεαλισμού και ο Χορός, σαν σε άλλη τραγωδία.
Η σύγχυση με όλα τα παραπάνω, δεν αναδύεται τελικά ως δραματική διάσταση και ψυχολογική κατάσταση των ηρώων, αλλά ως βασικό γνώρισμα της σκηνοθετικής προσέγγισης.
Είναι φανερό ότι υπήρχαν σοβαρές προθέσεις και ιδέες με πειραματική διάθεση
πίσω από το εγχείρημα, έμειναν όμως ακατέργαστες, ανολοκλήρωτες και αχαλιναγώγητες συνθέτοντας ένα αποτέλεσμα πολύ κατώτερο των προσδοκιών των μυημένων στο αρχαίο δράμα, θεατών.
Ευτυχές είναι το γεγονός – σπάνιο φαινόμενο – ότι δεν ξεχώρισα κανένα ηθοποιό, καμία ερμηνεία άξια να μνημονευθεί ξεχωριστά, επειδή όλοι ακολούθησαν πειθήνια τη σκηνοθετική γραμμή, όμως χειροκροτήθηκαν το ίδιο ζεστά από το κοινό.
Συντελεστές:
Μετάφραση: Παναγιώτης Μουλλάς
Σκηνοθεσία: Χρήστος Θεοδωρίδης
Δραματουργική επεξεργασία: Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου, Παύλος Σούλης, Χρήστος Θεοδωρίδης
Φωτισμοί: Ιωάννα Αθανασίου – Τάσος Παλαιορούτας
Μουσική: Jeph Vanger
Ενδυματολόγος: Τίνα Τζόκα
Χορογραφία – Κίνηση: Ξένια Θεμελή
Επιστημονικός σύμβουλος: Παύλος Σούλης
Βοηθός σκηνοθέτη: Ιάσονας Ασημακόπουλος
Βοηθός χορογράφου: Ελίνα Παντελεμίδου
Social Media – Διαφήμιση: Renegade Media
Graphic Design – Photography: Mike Rafail
Επικοινωνία – προβολή: Μαρκέλλα Καζαμία
Σχεδιασμός αφίσας: Θοδωρής Λαλάγγας
Οργάνωση παραγωγής: Λαμπρίνα Καραγιαννίδου
Παραγωγή: Marossoulis Productions
Συμπαραγωγή: Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου
Διανομή:
Άτοσσα: Ναυπλιώτου Μαρία
Δαρείος: Καταλειφός Δημήτρης
Ξέρξης: Ροϊλός Αναστάσης
Αγγελιοφόρος: Σβήγκος Σταύρος
Χορός (αλφαβητικά):
Αλεξανδρόπουλος Πάρης
Δεληθανάση Αγγελική
Δερμεντζίδης Κρητικός Γιώργος
Εξακοΐδης Γιώργος
Θεμελή Ξένια
Κισσανδράκης Γιώργος
Κωνσταντινίδης Γιώργος
Μακρής Ντένης
Μανδρινός Δημήτρης
Μανωλάς Νίκος
Παντερμαλή Αγγελική
Πίττα Τατιάνα- Άννα
Σακελλαριάδη Πέννυ
Σωτηροπούλου Σαββίνα
Τρυφουλτσάνης Βασίλης
Τσαλίκης Βασίλης
Φύτρος Σαμψών
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Πολιτισμός
«Βάκχες» με τους The Tiger Lillies στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων
Oι Βάκχες, έρχονται στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων την Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου, σε σκηνοθεσία του διακεκριμένου δημιουργού Γιάβορ Γκάρντεφ, με την ειδική συμμετοχή του διεθνούς φήμης βρετανικού συγκροτήματος, The Tiger Lillies, οι οποίοι όχι μόνον υπογράφουν τη μουσική αλλά και ερμηνεύουν ζωντανά επί σκηνής, συμμετέχοντας ταυτόχρονα στη δράση του έργου.
Η παράσταση είναι μια σημαντική συμπαραγωγή του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου με το Εθνικό Θέατρο Βουλγαρίας «Ιβάν Βάζοφ» και με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (ΚΘΒΕ), με τη σκηνοθετική υπογραφή του Γιάβορ Γκάρντεφ και τη συμμετοχή ενός μεικτού θιάσου Ελλήνων και Βούλγαρων ηθοποιών μεταξύ των οποίων ο διιεθνούς ακτινοβολίας γερμανοβούλγαρος ηθοποιός Σάμουελ Φίντζι και η δική μας Λουκία Μιχαλοπούλου.
Στις Βάκχες του Γκάρντεφ τίθεται ένα καίριο ερώτημα σχετικά με την ανοχή της κοινωνίας στην αποσταθεροποίηση. Πώς μεταβολίζεται στον συλλογικό οργανισμό το συμβάν –διανοητικά, ψυχικά, πολιτικά– πριν μετατραπεί σε τραύμα; Το έργο λειτουργεί ως αναμέτρηση με τα όρια της ευταξίας, δοκιμάζοντας την αντοχή κανόνων και θεσμών. Στον Ευριπίδη, η διονυσιακή μανία δεν είναι μια αθώα γιορτή αλλά δοκιμασία της ίδιας της ιδέας του πολιτισμού, που ωθεί στα άκρα τη διατήρηση του ελέγχου, των ηθών/εθών, των νόμων και της αυτό-εικόνας μας.
Η παράσταση έκανε πρεμιέρα στην Επίδαυρο 11 και 12 Ιουλίου και απέσπασε διθυραμβικά σχόλια από κοινό και κριτικούς.
ΒΑΚΧΕΣ
Συμπαραγωγή του ΙΒΑΝ ΒΑΖΟΒ ΕΘΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ, του
ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ – ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ, του ΚΘΒΕ και της ΒΕΓΑΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ
Βάκχες του Ευριπίδη
Με την ειδική συμμετοχή των The Tiger Lillies
Μετάφραση στα Αγγλικά: Robin Robertson
Μετάφραση στα Νέα Ελληνικά (Υπέρτιτλοι): Θεόδωρος Στεφανόπουλος
Μετάφραση στα Βουλγαρικά (Υπέρτιτλοι): Doroteya Tabakova
Θεατρική διασκευή: Ιωάννα Ρεμεδιάκη και Javor Gardev
Ιδέα και σκηνοθεσία: Javor Gardev
Μουσική και στίχοι Ραψωδιών: Martyn Jacques (Copyright and publishing
Misery Guts Music Ltd., 2026)
Σκηνικά: Nikola Toromanov
Κοστούμια: Ηλένια Δουλαδίρη
Χορογραφία: Uršula Teržan
Φωνητική διδασκαλία Χορού: Kalin Nikolov
Σχεδιασμός φωτισμών:Στέλλα Κάλτσου
Γραφιστικός σχεδιασμός: Teodora Simova
Δραματουργία: Ιωάννα Ρεμεδιάκη και Pavlina Doublekova
Διδασκαλία αγγλικού λόγου: Nathan Cooper και Mark Modzelewski
Βοηθός σκηνοθέτη και χειρισμός υπερτίτλων: Lyuba Todorova
Σύμβουλος σκηνοθέτη: Valleri Robinson
Stage Manager: Bogdan Dimitrov
Δεύτερη βοηθός σκηνοθέτη: Elena Kostova
Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή
Διαφήμιση: Renegade Media
Γραφιστικός Σχεδιασμός: Μαύρα Γίδια – Τeodora Simova
Make up: Όλγα Φαλέι
Κομμώσεις: Θωμάς Γαλαζούλας
Επικοινωνία – Δημόσιες σχέσεις : ART WAYS Δήμητρα Παπαδοπούλου
Οργάνωση – εκτέλεση περιοδείας : ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΕΡΓΑ
Ραψωδοί (The Tiger Lillies)
Μεσαίος — Martyn Jacques
Aιθέριος — Adrian Stout
Χθόνιος — Budi Butenop
Διανομή
Διόνυσος — Leonid Yovchev
Κάδμος — Αλέξανδρος Μυλωνάς
Τειρεσίας — Samuel Finzi
Αγαύη — Λουκία Μιχαλοπούλου
Πενθέας — Mιχαήλ Ταμπακάκης
Υπηρέτης — Ivan Nikolov
Πρώτος Αγγελιαφόρος — Ivan Yurukov
Δεύτερος Αγγελιαφόρος — Martin Dimitrov
Χορός των Βακχών —Νεφέλη Ανθοπούλου, Aλεξάνδα Γαϊδατζή, Ξένια
Γραμματικού, Ευθυμία Δανιηλίδου, Ζωή Ευθυμίου, Ελένη Θυμιοπούλου,
Αγγελική Κιντώνη, Πολυξένη Σπυροπούλου, Δανάη Σταματοπούλου, Nadya
Keranova, Kremena Slavcheva, Alexandra Svilenova
VIDEO : https://youtu.be/U4fzuu4mOfU
Φωτογραφικό υλικό https://drive.google.com/drive/folders/1pmZyJO8sGyRBdquSxirQ0i1sNaqt7J-Z?usp=share_link
ΔΙΑΡΚΕΙΑ : 120’
Η παράσταση θα αποδοθεί στα αγγλικά, με ελληνικούς υπέρτιτλους
Ώρα έναρξης : 9.00 μμ
Προπώληση : more.com
Πολιτισμός
«Γη της Επαγγελίας» στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων
Μετά τη μεγάλη επιτυχία που σημείωσε στο Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, η «Γη της Επαγγελίας», σε σκηνοθεσία Γεωργίας Μαυραγάνη, έρχεται στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων την Τετάρτη 26 Αυγούστου, στις 21:00 στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων.
Πρόκειται για μια συμπαραγωγή του Δημοτικού Περιφερειακού Θεάτρου Κοζάνης με το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου για την ιστορική συγκυρία του κλεισίματος των λιγνιτικών εργοστασίων.
Μια συγκλονιστική αφήγηση που επιστρέφει στις ρίζες της ενεργειακής ιστορίας της Δυτικής Μακεδονίας και φέρνει στη σκηνή το ζήτημα της απολιγνητοποίησης ή αλλιώς ενεργειακής, οικονομικής και υπαρξιακής «μετάβασης» αντικατοπτρίζοντας όσα συμβαίνουν στον τόπο, τη χώρα αλλά και σε όλο τον κόσμο.
Η «Γη της Επαγγελίας» είναι μια ποιητική «αντιπαράσταση» θεάτρου ντοκουμέντο, στην οποία οι συνεντεύξεις και οι μαρτυρίες κατοίκων και εργαζομένων που έδεσαν τη ζωή τους με τον λιγνίτη και την ελληνική παραγωγή Ηλεκτρικού Ρεύματος, μετατρέπονται σε άμεσο τεκμήριο μνήμης για την ενέργεια, την απώλεια και τη μετάβαση.
Ακούμε τις σκέψεις, βλέπουμε την πραγματικότητα και τα βιώματά τους και παρακολουθούμε μια σκηνική σύνθεση που στόχο έχει να αναδείξει την ποίηση και το αίσθημα όσων μαρτυρούνται.
Σκηνοθεσία – Δραματουργία: Γεωργία Μαυραγάνη
Επιμέλεια κίνησης: Μαριάννα Καβαλλιεράτου
Σκηνικά – κοστούμια: Εύη Μιμίκου, Βενετία Νάση
Μουσική: Χάρης Νείλας
Σχεδιασμός φωτισμών: Εμορφίλη Τσιμπλίδου
Κινηματογράφηση υλικού – Επεξεργασία με ΑΙ: Στάθης Γαλαζούλας
Βοηθοί σκηνοθέτη: Μαρία Ηλιάδη, Νικολέτα Σιώμου
Βοηθός φωτίστριας: Ηρώ Μεταξά
Ηθοποιοί: Δημήτρης Γαλανάκης, Συμεών Κωστάκογλου, Γρηγόρης Ποιμενίδης, Ιωάννα Σίσκου, Ανατολή Τσακαλίδου
Άνθρωποι της κοινότητας: Νίκος Λόφτσαλης, Παναγιώτης Χλιαράς
Φωτογραφίες – Βίντεο παράστασης: Κωνσταντίνος Μανουσαρίδης και Χρήστος Συμεωνίδης
Εικονογράφηση αφίσας: Lekõ
Σχεδιασμός προγράμματος – Επικοινωνία: Παναγιώτης Τσαρτσιανίδης
Κατασκευή σκηνικού: Νίκος Λαβαντσιώτης, Γιάννης Λυγκώνης, Τάκης Συνδουκάς
Τεχνικοί σκηνής: Βαγγέλης Καραθανάσης, Νίκος Λαβαντσιώτης, Τάκης Συνδουκάς
Ηλεκτρολόγος – χειριστής φώτων: Τάσος Διδασκάλου
Ηχολήπτης: Μάνος Κόμπος
Υπεύθυνος περιοδείας: Στέλιος Σωτηρόπουλος
Γη της Επαγγελίας
Τετάρτη 26 Αυγούστου / 21:00
Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων
Διάρκεια: 75 λεπτά
Τιμές εισιτηρίων: 15€ Γενική Είσοδος • 10€ Φοιτητικό, Μαθητικό, Ανέργων, ΑμεΑ, Τριτέκνων και Πολυτέκνων
Ηλεκτρονική Προπώληση: https://www.ticketservices.gr/event/dipethe-kozanis-gi-tis-epaggelias/?lang=el
Προπώληση
Καβάλα: Κέντρο Πληροφόρησης Επισκεπτών Δήμου Καβάλας (πρώην ΕΟΤ) Κεντρική Πλατεία, τηλ: 2510-620566, καθημερινά από Δευτέρα έως Σάββατο (10:00 – 14:00 και 18:00 – 21:00) και Κυριακή (10.00 – 14.00), ενώ την ημέρα της παράστασης θα γίνεται προπώληση στο ταμείο του χώρου της εκδήλωσης από τις 19:00 το απόγευμα.
Κρηνίδες: Café «Προσκήνιο», Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, τηλ. 2510516090
*Απαγορεύεται η είσοδος στο χώρο μετά την έναρξη της παράστασης.
**Για άλλη μία χρονιά, θα υπάρξει δυνατότητα μεταφοράς θεατών από λεωφορείο του ΚΤΕΛ Καβάλας από και προς το αρχαίο θέατρο Φιλίππων με την επίδειξη εισιτηρίου της εκάστοτε θεατρικής παράστασης και ειδικό αντίτιμο 4.40€.
Αναχώρηση από το ΚΤΕΛ Καβάλας στις 18.45 και επιστροφή μετά το πέρας της παράστασης.
Σημ. Οι κάτοχοι ονομαστικών προσκλήσεων του 69ου Φεστιβάλ Φιλίππων καλούνται να δηλώσουν την πρόθεσή τους να τις χρησιμοποιήσουν έως την Δευτέρα 24/8, ενώ ο έλεγχος ταυτοπροσωπίας θα γίνεται στην είσοδο του θεάτρου τη μέρα της παράστασης.
Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να καλείτε στα τηλέφωνα του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας 2510. 220876 (10:00-14:00).
ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας
Προτεινόμενα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΠροκήρυξη Διεθνούς Διαγωνισμού Ποίησης εις Μνήμη του Πρωτοπρεσβύτερου Ποιητή Γεωργίου Ι. Διαμαντόπουλου. Με θέμα ꓽ «Υπάρχουν Άνθρωποι»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΘάσος: Αναστέλλεται η λειτουργία σχολικών τμημάτων και του «Θεαγένη»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμαρχος Θάσου για το πρόγραμμα ενίσχυσης επιχειρήσεων της ΑΜΘ με την διαδικασία της μη επιστρεπτέας προκαταβολής
-
ΚαβάλαΠριν 6 έτηΚαμπανάκι για την μείωση των δρομολογίων στη γραμμή Πρίνος-Καβάλα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΧορωδίες δήμου θάσου 2020
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμος Θάσου κοντά στον πολίτη, δίνει χρήσιμες συμβουλές για την εξοικονόμηση ενέργειας
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΞεκινούν οι εγγραφές στην Παιδική Θεατρική Σκηνή του Δήμου Θάσου
-
ΕλλάδαΠριν 6 έτηΣε κακούργημα μετατρέπεται το αδίκημα βασανισμού των ζώων

You must be logged in to post a comment Login