Connect with us

Πολιτισμός

Ο Σαιξπηρικός «Οθέλλος» στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων υπό τον φόβο της βροχής!

Ο-Σαιξπηρικός-«Οθέλλος»-στο-Αρχαίο-Θέατρο-Φιλίππων-υπό-τον-φόβο-της-βροχής!

Πρόλογος

Είναι αξιοθαύμαστο πώς ο Σαίξπηρ έγραψε και παρουσίασε ένα έργο με κεντρικό ήρωα έναν μαύρο! Το ποιο σημαντικό, όμως, είναι ότι ο συγκεκριμένος χαρακτήρας συνιστά έναν έντιμο και αξιόλογο άνθρωπο.

Είναι, μήπως, ένα έργο που κρύβει έναν ασυνείδητο ρατσισμό, όπως απαιτούσε το πνεύμα της εποχής του 17ου αιώνα; Είναι, ίσως, ένα έργο αντιρατσιστικό, όπως εκτιμούν πολλοί ιστορικοί, οι οποίοι διαβλέπουν την προσπάθεια του Σαίξπηρ να μεταμορφώσει σε χαρισματικό και αγαθό ήρωα έναν άνθρωπο, που από τη φύση του δεν μπορούσε να έχει αυτά τα χαρίσματα;

Η απάντηση δεν έχει ακόμη δοθεί, παρότι έχουν περάσει 4 αιώνες.

Παρά τη δημοτικότητα του Σαίξπηρ και τη μακροζωία του έργου του, γίνεται όλο και πιο δύσκολο για τους σύγχρονους θεατές (εκείνους που δεν αυτοαποκαλούνται επαΐοντες του Σαίξπηρ) να συσχετιστούν ή να εκτιμήσουν πολλά από τα έργα του. Σε γενικές γραμμές, αυτοί οι λόγοι περιλαμβάνουν την εξελισσόμενη νοοτροπία της κοινωνίας σχετικά με τον ρατσισμό και τον σεξισμό, ακόμη κι έναν μελοδραματικό τόνο στον λόγο και τις πράξεις των χαρακτήρων και μια γενική αποσύνδεση όταν πρόκειται για χιούμορ. Παραδόξως, ο «Οθέλλος» ματαιώνει, κυρίως, αυτά τα θέματα χάρη στη φύση της πλοκής. Η ιστορία περιγράφει το έργο ως μια τραγωδία που μιλάει κατά των φυλετικών διακρίσεων και πραγματεύεται δύο θέματα που εξακολουθούν να προκαλούν έντονες αντιδράσεις από τους ανθρώπους: την εξαπάτηση και τη ζήλια.

Ο «Οθέλλος», ο μαύρος της Βενετίας, είναι ένα από τα πολλά σπουδαία έργα του μεγάλου `Άγγλου συγγραφέα Ουίλιαμ Σαίξπηρ. Γράφτηκε γύρω στα 1603.

Η πρεμιέρα του έγινε στη 1 Νοεμβρίου 1604 στο Palace of Whitehall.

Η τραγωδία παίχτηκε και παίζεται από τους μεγαλύτερους ηθοποιούς του κόσμου.

Υπόθεση

Ο μαύρος Οθέλλος είναι αξιωματικός του στρατού της Δημοκρατίας της Βενετίας. Κρυφά παντρεύεται την όμορφη νεαρή και εύγλωττη Δυσδαιμόνα, χωρίς τη συναίνεση του πατέρα της Βραβάντιου. Όταν ο Ιάγος, ένας κακόβουλος στρατιώτης που είχε όνειρα προαγωγής του, βλέπει ότι ο Οθέλλος αντί αυτού προάγει τον άπειρο Κάσσιο, βάζει το εκδικητικό του σχέδιο σε εφαρμογή. Ο Οθέλλος, εντελώς ανυποψίαστος, πέφτει στην παγίδα. Ο Ιάγος χρησιμοποιεί τον Ροδρίγο, έναν νεαρό βαθιά ερωτευμένο με τη Δυσδαιμόνα, η οποία όμως δεν του ανταποκρίνεται.

Ο Βραβάντιος μαθαίνει για τον κρυφό γάμο της κόρης του με τον Οθέλλο και απευθύνεται στα δικαστήρια κατηγορώντας τον για μάγια, εφόσον δεν πιστεύει ότι θα μπορούσε η κόρη του να αγαπήσει «αυτόν τον ασχημομούρη». Ο Οθέλος στέλνεται στην Κύπρο να πολεμήσει τους Τούρκους. Μαζί του ταξιδεύουν η Δυσδαιμόνα και ο Κάσσιος, καθώς και ο Ιάγος που ακολουθείται από τη γυναίκα του Αιμιλία.

Ο Ιάγος «δηλητηριάζει» την ψυχή του Οθέλου, λέγοντάς του ότι η γυναίκα του τον απατά με τον Κάσσιο, ενώ δείχνει- ως αποδεικτικό στοιχείο – ένα μαντηλάκι της Δυσδαιμόνας που, δήθεν, χάρισε στον Κάσσιο. Ο Οθέλος γεμάτος καχυποψία κατηγορεί τη γυναίκα του για συζυγική απάτη και ψεύδος. Η πιστή της φίλη Αιμιλία όμως, του προλαβαίνει την αλήθεια πριν την δολοφονήσει ο «τυφλωμένος» σύζυγός της. Ο φονιάς Ιάγος θα τιμωρηθεί με αργό θάνατο, μετά την αποκάλυψη της αλήθειας, όμως ο Οθέλλος αυτοκτονεί από τις τύψεις.

Ανάγνωση

Έρωτας, ζήλια, παράνοια, προδοσία, φόνος! Τα εντονότερα συναισθήματα της ανθρώπινης φύσης συντάσσουν μια τραγωδία, που με καταλύτη το διαφορετικό και τον οποιοδήποτε ρατσισμό που αυτό επιφέρει, μας οδηγεί στα σκοτεινότερα μονοπάτια της ανθρώπινης ψυχής: υποκρισία , φαρισαϊσμός ,τυχοδιωκτισμός.

Ο Σαίξπηρ έχει προικίσει τον Οθέλλο με όλα τα γνωρίσματα του φεουδαρχικού ηρωισμού που τα συναντάμε στα ιπποτικά μυθιστορήματα και την επική ποίηση. Υπάρχει εδώ εθιστική ποίηση, αλλά κ’ ένα σύστημα αξιών σαφώς καθορισμένων. Και πρώτα – πρώτα υπάρχει βασιλικό αίμα:

“η ζωή μου

και το αίμα μου κρατούν

από ανθρώπους που κάθισαν σε θρόνο”

Ύστερα, υπάρχουν τα ηρωικά στερεότυπα, κληρονομιά της λατινικής ρητορικής:

“Ο τύραννος πού λέγεται συνήθεια, σεβαστή γερουσία,

έχει κάνει ώστε να είναι το πετρένιο

και ατσαλένιο κρεβάτι του πολέμου,

για μένα, τώρα πουπουλένιο στρώμα”

Και τέλος, υπάρχουν τα στοιχεία του παραμυθιού, του ονείρου, του θρύλου. Ο Iάγος είναι πέρα ως πέρα πραγματικότητα, καθημερινή ζωή, ατόφια ύλη. O «Oθέλλος» ανήκει σε άλλον κόσμο, γεμάτο εξωτισμό, ένα κόσμο πού απλώνεται από τις περιπέτειες του Οδυσσέα ως τα ταξίδια των εξερευνητών της Αναγέννησης.

Το σύστημα των αξιών του «Οθέλλου» παρουσιάζεται ταυτόχρονα με την ποίησή του και τη γλώσσα του. Ωστόσο, στην τραγωδία αυτή υπάρχει και μια άλλη ρητορική. Αυτή πού χρησιμοποιεί o Ιάγος. Εδώ ξεχωρίζουν σαν συνθήματα, σαν λέξεις – κλειδιά, σαν επιφωνήματα, τα ονόματα πραγμάτων και ζώων πού προκαλούν απέχθεια, φόβο, αηδία. Ο Ιάγος μιλάει για κόλλες, δολώματα, δίχτυα, φαρμάκια, κλύσματα, πίσσα και θειάφι, πανούκλα και χολέρα. Και έτσι θα γίνει πίσσα η αρετή της, και η πολλή καλοσύνη της το δίχτυ όπου θα μπλέξουν όλοι.

Θα μπορούσαμε να συνεχίζουμε να “στολίζουμε” τον Ιάγο με πολλά επίθετα, αλλά θα παραβλέπαμε την καταλυτική του συμβολή στην εξέλιξη του μύθου. Ο Ιάγος είναι ο κακός μας εαυτός. Κάποιοι τον τιθασεύουν, ενώ κάποιοι άλλοι τον καλλιεργούν. Τα πάντα είναι θέμα επιλογών, που βασίζονται στην υπόληψή μας.

Ο Οθέλλος σκοτώνει τη Δυσδαιμόνα για να σώσει την ηθική τάξη. Για ν΄ αποκαταστήσει τον έρωτα και την πίστη, για να μπορέσει να τη συγχωρέσει. Έτσι, θα ταχτοποιηθούν οι λογαριασμοί κι ο κόσμος θα ξαναβρεί την ισορροπία του.

Η παράσταση

Ο σκηνικός χώρος του Αιμίλιου Χειλάκη, απλός αλλά τολμηρός, με κινούμενα γράμματα να δημιουργούν λέξεις στη δράση και οι φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου, προσφέρουν διαρκώς άρτιες φωτογραφικές εικόνες στον θεατή, που με φόντο το φυσικό σκηνικό του αρχαίου θεάτρου των Φιλίππων στο βάθος, δημιουργούν την αίσθηση μιας πιο ρεαλιστικής ιστορίας που συμβαίνει κάπου, παράλληλα με τη δική σου ζωή.

Σε αυτό συνέβαλε καθοριστικά η πρωτότυπη μουσική του Δημήτρη Καμαρώτου , που σαν μαγικό χαλί , ντύνει σχεδόν όλο το έργο και καταφέρνει να γίνει η αιτία, ο λόγος του Σαίξπηρ να γίνει πιο επίκαιρος στα αυτιά των θεατών.

Το κείμενο σε εκπλήσσει διαρκώς και μοιάζει να γράφεται στις μέρες που ζούμε, με αποκορύφωμα τον τελευταίο μονόλογο για τις γυναίκες της Αιμιλίας, δια στόματος Μυρτώς Αλικάκη: «..και τάχα δεν έχουμε επιθυμίες, ή πόθο για διασκέδαση, ή αδυναμίες κι εμείς, όπως και οι άντρες; Γι’ αυτό λοιπόν ας φέρονται καλά· αλλιώς ας ξέρουν πως όταν σε λάθη πέφτουμε εμείς, αυτοί μας έχουν μάθει».

Το έργο εκτυλίσσεται πάνω σε μετακινούμενα πατάρια (διαμόρφωσή σκηνικού χώρου από τον Αιμίλιο Χειλάκη), δίνοντας στην παράσταση τη διάσταση ενός λαϊκού θεάματος. Εξάλλου, η ιστορία του «Οθέλλου» είναι μια ιστορία που πρέπει να ακουστεί, όπως λέει ο Λουδοβίκος στο φινάλε. Γύρω από αυτό το μοτίβο κινείται η παράσταση, όπου όλοι οι ηθοποιοί είναι συνεχώς παρόντες, συμμετέχοντας ή παρακολουθώντας τη δράση.

Ο σημαντικός ηθοποιός Αιμίλιος Χειλάκης, ως Ιάγος , συγκινεί και ξεχωρίζει τόσο, ώστε στο θυμικό των θεατών μένει η εξαιρετική του άρθρωση, το επιβλητικό μέταλλο φωνής του, οι διακυμάνσεις των λόγων του από την ειρωνεία στον σαρκασμό κι απ’ το χιούμορ στην χειραγώγηση. Εξαιρετική ερμηνεία. Μας έδωσε αυτό που έγραψε ο Σαίξπηρ. Έναν άνδρα ραδιούργο που τρέφει μίσος για τους πάντες, που είναι κυνικός και ζηλόφθονος, που, όμως, καταφέρνει να φαίνεται ο καλός «Σαμαρείτης» που βοηθάει ανθρώπους και δίνει τις σωστές συμβουλές. Όταν συκοφαντεί το κάνει με υπαινιγμούς και μισόλογα. Στην ουσία βάζει τη συκοφαντία στο στόμα του Οθέλλου και στη συνέχεια τη σχολιάζει με χολερικό τρόπο.

Ο ρόλος του Οθέλλου υποστηρίζεται από τον κ. Γιάννη Μπέζο, στον ίδιο βαθμό που όλοι ξέρουμε από τις δεκάδες εμφανίσεις του σε θέατρο, τηλεόραση, κινηματογράφο, μουσική σκηνή , διαφήμιση, κλπ. ΄Η τον αρέσεις και τον χειροκροτείς ή τον απορρίπτεις και τον κατακρημνίζεις στην υπόληψή σου. Συμβαίνουν και τα δυο, εδώ και χρόνια. Στην παράσταση παίζει (με τον προαναφερθέντα τρόπο) τον ήρωα που ακολουθεί μια καθοδική πορεία μέσα από συναισθηματισμούς, όπως: οδυνηρή αμφιβολία, θλίψη, πόνο, οργή, «τύφλωση» από ζήλεια.

Η Αιμιλία (Μυρτώ Αλικάκη) και ο Κάσσιος (Αλέξανδρος Βάρθης) δημιουργούν στιγμές εντυπωσιακές, επειδή φέρνουν στη σκηνή το μαύρο χιούμορ με τις κινήσεις τους, αλλά και την ουσία της εντιμότητας. Ο Κάσσιος γίνεται το μεγάλο θύμα της σκευωρίας που στήνει ο Ιάγος. Η Αιμιλία, δίκαιη έως το κόκκαλο, είναι εκείνη που αποκαλύπτει την αλήθεια στον Οθέλο και όσο «μικρή» κι αν φαίνεται στα ματιά του Ιάγου, τόσο μεγάλο είναι το ηθικό της εκτόπισμα. Κατακεραυνώνει το σύζυγό της, θρηνεί για τη Δυσδαιμόνα και μάχεται για την αλήθεια.

Η Μάιρα Γραβάνη υποδύεται την πιστή μεν Δυσδαιμόνα , όμως φέρει επιδέξια επάνω της κι έναν αέρα ελευθεριάζουσας γυναίκας. Όχι in actu αλλά in potentia (όχι ρεαλιστικά, αλλά δυναμικά, υποκριτικά). Κι αυτό, επειδή η όμορφη Δυσδαιμόνα έχει μαγευτεί από τον Οθέλλο, αλλά όλοι οι άντρες — ο Ιάγος, ο Κάσσιος, ο Ροδρίγος — έχουν ξελογιαστεί μαζί της και κινούνται στο ερωτικό της κλίμα.

Εξαιρετικός ο Κώστας Κορωναίος ως Βραβάντιος, πλάθει έναν οργισμένο πατέρα, μα και τρομερά ευάλωτο, ανάλογα με τη συναισθηματική φόρτιση της σκηνής. Πολύ καλός κι ο Κωνσταντίνος Γαβαλάς. Είναι ένας απατημένος φίλος, ένα ακόμη θύμα του δολοπλόκου Ιάγου.

Η Μπιάνκα της Ελευθερίας Κοντογιώργη, στα χνάρια μιας ατίθασης κι ελαφρών ηθών μοιραίας της παρέας, η οποία μάλιστα παίζει με προχωρημένη εγκυμοσύνη, γεγονός που εκμεταλλεύεται δεόντως η σκηνοθεσία.

Η μετάφραση του πολυγραφότατου, βαθύτατα μορφωμένου καθηγητού και διευθυντού του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τράπεζας, αλλά και τιμημένου με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων το 2017, Διονύση Καψάλη, ο οποίος μας τίμησε με την παρουσία του στο κοίλο του αρχαίου θέατρου, ακούστηκε πολλές φορές στο ελληνικό ρεπερτόριο θιάσων. Εξάλλου, έχει μεταφράσει κι άλλα έργα του Άγγλου ποιητή και η παρούσα διαθέτει σαφήνεια και καθαρότητα, ως προς τις εναλλαγές συναισθημάτων, τις παλινδρομήσεις του κειμένου ανάμεσα στον μελοδραματισμό και στην ιλαρότητα, αλλά και μεταφέρει στον θεατή την παθολογική ζήλεια, το ερωτικό πάθος, με ό,τι αυτά συνεπάγονται.

Η σκηνοθεσία των Αιμίλιου Χειλάκη – Μανώλη Δούνια πάλεψε με τον χρόνο και τον σκόπελο «μοντέρνα άποψη» και τον τιθάσευσε με κοστούμια αμπιγέ. Επίσημο φράκο για τους άνδρες με άσπρα πουκάμισα που έφεραν επωμίδες, σαν δόκιμοι στρατού, ίσως και σαν υπηρετικό προσωπικό και με αέρινα φορέματα για τις γυναίκες, με εξαίρεση την Αιμιλία που την έντυσε σε στιλ μιλίταρι, αφήνοντας να αιωρείται στο κοινό ένα «γιατί» χωρίς το διότι.

Οι λευκές σκιές στα μάτια όλων, ένας εμπαιγμός, ένας καγχασμός στο άσπρο χρώμα που συνδέεται άμεσα με το φως, την καλοσύνη, την αθωότητα, την αγνότητα και την παρθενία. Αυτά και τα αντίθετά τους, τα συναντά ο θεατής σε δόσεις στα πρόσωπα του έργου, ακόμα και στον ταλαντούχο κύριο Ιάγο.

Ευρήματα αρκετά, όπως τα γράμματα ανάκατα στο χώμα και οι λέξεις που σταδιακά σχηματίζουν κατά περίσταση (ΚΥΠΡΟΣ, ΞΕΝΟΣ, Ο ΑΛΛΟΣ), το μεγάλο ΟΜΙΚΡΟΝ στο κέντρο να φιλοξενεί το ζευγάρι Οθέλλου- Δυσδαιμόνας σε στάση κορνίζας, η κατάργηση των κουϊντών με την παρουσία όλων των ρόλων στη σκηνή και οι γρήγοροι ρυθμοί που κράτησαν προσηλωμένο το κοινό στη δράση.

Ο πιο ατυχής παράγοντας είναι το μικρόφωνο στα χείλη των ηθοποιών.

Επίλογος

Ανάμεσα στις επεκτατικές και φιλοσοφικές τραγωδίες του Σαίξπηρ – « Άμλετ» και «Βασιλιάς Ληρ» – είναι ο «Οθέλλος» το πιο σπαρακτικό έργο του.

Ο μαύρος Οθέλλος γίνεται οριακά ανεκτός από τη ρατσιστική βενετσιάνικη κοινωνία, όσο της προσφέρει, ως μισθοφόρος , τις πολύτιμες υπηρεσίες του. Το γεγονός ότι ένας τέτοιος άνθρωπος πρέπει να πέσει τόσο χαμηλά και τόσο γρήγορα, δίνει στο έργο μια, σχεδόν, αφόρητη ορμή. Το ότι, επίσης, ένας τέτοιος άνθρωπος πρέπει να αποδομηθεί τόσο ολοκληρωτικά, ώστε να τον οδηγήσει η ζήλια και το μίσος σε μια κτηνώδη κοσμοθεωρία, που ακυρώνει κάθε ισχυρισμό για ανθρώπινη αρετή και αφοσίωση, σοκάρει και ανατριχιάζει.

Ο «Οθέλλος», θεωρείται γενικά, ως το μεγαλύτερο σκηνικό έργο του Σαίξπηρ αλλά κι αυτό που φτάνει στη συμφιλίωση με τους περιορισμένους κανόνες της αριστοτελικής τραγωδίας.

Ο ήρωας Οθέλλος καταρρέει μόνον όταν ξεπεράσει τα επιτρεπόμενα όρια και «γευθεί» τη σάρκα και το αίμα της «καθαρής», λευκής νεαρής Βενετσιάνας αριστοκράτισσας, της Δυσδαιμόνας. Τη σκοτώνει, πιστεύοντας άδικα ότι τον έχει προδώσει, παρασυρμένος από τη ζήλια του, που υποδαυλίζει σκόπιμα ο δεινός δολοπλόκος θεατρίνος Ιάγος, παίζοντας επιδέξια μαζί του το παιχνίδι της «μιμητικής επιθυμίας», όπου ο πόθος ενός άντρα για μία γυναίκα ή το αντίστροφο, διαθέτει τον πρωτογενή μιμητικό χαρακτήρα μιας «παράστασης» σαν κι αυτήν που είδαμε στο 64ο Φεστιβάλ Φιλίππων.

Ευτυχώς, δεν έβρεξε. Δυστυχώς, ο φόβος μιας έκρηξης ισχυρής καταιγίδας συντρόφευε τη θέαση σε όλη τη διάρκεια της παράστασης.

Υ.Σ.

Γιατί;

Γιατί;

Γιατί κ. Χειλάκη τόσος θόρυβος; Δε λυπηθήκατε τ’ αυτιά των θεατών μήτε τους χυμούς των εξαίσιων λέξεων του Διονύση Καψάλη, που στραγγαλίστηκαν ανηλεώς στους βόμβους των χειλοφώνων και στα δεκάδες ντεσιμπέλ της μικροφωνικής εγκατάστασης. Γιατί;

Συντελεστές

Μετάφραση: Διονύσης Καψάλης Διασκευή: Μανώλης Δούνιας

Σκηνοθεσία: Αιμίλιος Χειλάκης – Μανώλης Δούνιας

Πρωτότυπη Μουσική: Δημήτρης Καμαρωτός

Διαμόρφωση σκηνικού χώρου : Αιμίλιος Χειλάκης

Εκτέλεση σκηνικού: Κατερίνα Χάρου

Κοστούμια: Makis Tselios Atelier

Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος

Βοηθός Σκηνοθετών: Νίκος Τσιμάρας

Διανομή

Οθέλλος: Γιάννης Μπέζος

Ιάγος: Αιμίλιος Χειλάκης

Αιμιλία: Μυρτώ Αλικάκη

Βραβάντιος: Κώστας Κορωναίος

Κάσσιος: Αλέξανδρος Βάρθης

Δυσδαιμόνα: Μάιρα Γραβάνη

Ροδρίγος: Κωνσταντίνος Γαβαλάς

Μοντάνος: Κρις Ραντάνοφ

Δόγης: Μανώλης Δούνιας

Μπιάνκα: Ελευθερία Κοντογιώργη

Λουδοβίκος: Νίκος Τσιμάρας

Φωτογραφίες: Πάτροκλος Σκαφίδας.

Υπεύθυνη Επικοινωνίας: Αναστασία Καμβύση

Γραφείο Τύπου: Μαρία Τσολάκη – Ευαγγελία Σκρομπόλα

Παραγωγή: Τεχνηχώρος

Εκτέλεση παραγωγής: Έφη Πανουργιά

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

Μηνάς Βιντιάδης «ΤΟ ΜΙΣΟ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝ» στο «Μικρό» της Μονής Λαζαριστών σε σκηνοθεσία Γιώργου Κιουρτσίδη

Μηνάς-Βιντιάδης-«ΤΟ-ΜΙΣΟ-ΤΟΥ-ΜΗΔΕΝ»-στο-«Μικρό»-της-Μονής-Λαζαριστών-σε-σκηνοθεσία-Γιώργου-Κιουρτσίδη

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Πώς τα παιχνίδια του μυαλού μπορούν να ξεχωρίσουν τη φαντασία από την πραγματικότητα; Σε αυτό το ερώτημα καλούνται να απαντήσουν οι θεατές που παρακολουθούν το νέο θεατρικό έργο του Μηνά Βιντιάδη «Το μισό του μηδέν» που παρουσιάζεται, σε πρώτη πανελλήνια, από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος.

Στην πιο γενικευμένη έννοια της η λέξη «παράσταση» αναφέρεται στην ενέργεια, τη δράση ή τη συμπεριφορά. Ειδικότερα, η ψυχολογία της «παράστασης» αναφέρεται στη συνθήκη κατά την οποία το άτομο σκέφτεται, αισθάνεται και συμπεριφέρεται, όπως συμβαίνει στο έργο που σκηνοθετεί έξυπνα ο Γιώργος Κιουρτζίδης.

Όπως σε έναν λαβύρινθο υπάρχουν αμέτρητα αδιέξοδα και δρόμοι που μπερδεύουν, έτσι και το μυαλό μπορεί να χαθεί σε αναμνήσεις, υπερανάλυση, εσωτερικές συγκρούσεις ή ανασφάλειες. Στον συμβολισμό του λαβύρινθου, η πορεία προς το κέντρο είναι ένα ταξίδι προς την αυτογνωσία, την επαφή με το ασυνείδητο και τις βαθύτερες υπαρξιακές αγωνίες.

Στο αλληγορικό σκηνικό της Άννας- Μαρίας Αγγελίδου, κυριαρχεί ο «Λαβύρινθος» των σχέσεών μας, του νου μας, των αληθειών μας, των κινήτρων μας, των συναισθημάτων μας, της ταυτότητάς μας και ως σκηνοθετικό μοτίβο αλληλεπίδρασης κυριαρχεί η εναλλαγή, η περιστροφή και η αποδόμηση του «οικείου», η σχεδόν παντελής κι απόκοσμη απουσία οπτικής επαφής κι επικοινωνίας, συμπληρωμένη από μια εικονική διάσταση της φαντασίας και ένα είδος λόγου, που καθιστά τον θεατή προβληματισμένο, έστω κι αν είναι πραγματικός διάλογος ή φανταστικός μονόλογος!

Σε όλο το έργο κυλάει ένας κομψός κι απέριττος συγγραφικός λόγος, μελετημένος, ρεαλιστικός και συγκινητικός.

Σκηνοθετικό σημείωμα

Ένα σύγχρονο νεοελληνικό έργο, που κινείται στον χώρο του κοινωνικού-ψυχολογικού θεάτρου.

«Το μισό του μηδέν», πέρα από ευφάνταστος τίτλος έργου, λειτουργεί ως σύμβολο απουσίας, κενού, έλλειψης και μοναξιάς. Πάνω σε έναν πολυμορφικό και πολυεπίπεδο καμβά εξυφαίνονται οι διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων, αποκαλύπτοντας ανάγκες, εξαρτήσεις, μυστικά και απογοητεύσεις.

Εδώ όμως υπεισέρχεται και η ιδιαιτερότητα του έργου, καθώς όλα τα ανωτέρω καλύπτονται κάτω από την ομπρέλα της ασθένειας του ήρωα. Μια ασθένεια, η οποία προσβάλλει τους μετωπιαίους λοβούς, οδηγώντας αργά αλλά σταθερά στην έλλειψη της συνείδησης, στη λήθη στην απουσία και τέλος στο θάνατο.

Ό,τι διαδραματίζεται στο έργο, συμβαίνει μέσα στο μυαλό του ήρωα σε παγωμένο χρόνο. Σε μια ρωγμή αυτού του σταματημένου χρόνου προβάλλονται όλες οι σκέψεις του, ως διάλογοι, εικόνες, επαναλήψεις, σε έναν λαβύρινθο από: κενό, απουσία, έκλαμψη, βύθιση και συνειδητότητα.

«Το μισό του μηδέν» παραπέμπει στο ανύπαρκτο. Ωστόσο, αποκτά ένα ιδιαίτερο δραματικό βάρος, όταν συνδέεται με την ανθρώπινη εμπειρία και υπόσταση.

Ένα έργο -εργαλείο, καθώς επιτρέπει δραματουργικά μέσα από σουρεαλιστικές φόρμες, να προσπαθήσει κανείς να προσεγγίσει και να ανιχνεύσει τη χαοτική διαδικασία σκέψης του μυαλού. Κάτω από το βάρος της ασθένειας, ο χαρακτήρας δίνει μια σκληρή και εναγώνια νοητική μάχη, καθώς προσπαθεί να επεξεργαστεί και να κατανοήσει την ίδια του τη ζωή.

 Υπάρχουν πολλές ψυχολογικές και φιλοσοφικές προεκτάσεις, δίνοντας έτσι στον θεατή τροφή για σκέψη και αναζήτηση.

Γιώργος Κιουρτσίδης

Ένα ξαφνικό γεγονός έρχεται να ανατρέψει τη ζωή ενός τραπεζικού υπαλλήλου, ο οποίος ζει με την οικογένειά του μια φαινομενικά συμβατική ζωή. Μια αναπάντεχη είδηση θα τον οδηγήσει στον απολογισμό των επιλογών του, των σχέσεών του και της ίδιας του της ύπαρξης. Θα βρεθεί αντιμέτωπος με τους μεγαλύτερους φόβους του, αλλά και με τις πιο τολμηρές του φαντασιώσεις. Θα αναμετρηθεί με τον εαυτό του, με πολλά και με τίποτα, αναζητώντας μέχρι το τέλος ένα ουσιαστικό νόημα.

Στο «Μισό του μηδέν», ο Μηνάς Βιντιάδης ξεκινά από μια σχεδόν κινηματογραφική συνθήκη: ένας άντρας ονειρεύεται ότι κερδίζει δέκα εκατομμύρια ευρώ σε τυχερό παιχνίδι. Το όνειρο μοιάζει τόσο αληθινό, ώστε αποφασίζει να το διηγηθεί στη γυναίκα του, στην κόρη του και στον καλύτερό του φίλο. Εκείνοι τον ακούν και, με έναν παράξενο τρόπο, συμπεριφέρονται σαν τα χρήματα να έχουν πράγματι κερδηθεί.

 Και τότε το όνειρο γίνεται πραγματικότητα.

Ή τουλάχιστον έτσι μοιάζει.

Λίγες μέρες αργότερα ο άντρας εξαφανίζεται, έχοντας μαζί του το αμύθητο ποσό. Όταν επιστρέφει, η ζωή των ανθρώπων γύρω του έχει ήδη αλλάξει. Παρεμπιπτόντως, έχει αλλάξει και η δική του ζωή. Ωστόσο, τα χρήματα, όσο μεγάλη δύναμη κι αν έχουν, δεν είναι τελικά το πιο επικίνδυνο πράγμα στην ιστορία.

Το πιο επικίνδυνο είναι η μνήμη.

Ο σκηνοθέτης, ακολουθώντας τη δομή του έργου στήνει ένα παιχνίδι, όπου η πραγματικότητα διαρκώς γλιστρά κάτω από τα πόδια των ηρώων. Οι αναμνήσεις δε λειτουργούν ως ασφαλές καταφύγιο. Δεν είναι ένα αρχείο στο οποίο επιστρέφουμε για να ανασύρουμε με ακρίβεια όσα συνέβησαν. Είναι υλικό εύπλαστο, ευάλωτο στην επιθυμία, στον φόβο, στην ενοχή και στην ανάγκη μας να αφηγηθούμε διαφορετικά τη ζωή μας.

Ο κεντρικός ήρωας (πολύ καλός ο Θοδωρής Πολυζώης) βρίσκεται αντιμέτωπος με αυτήν ακριβώς τη ρωγμή. Θεωρεί πως όσα θυμάται αποτελούν πιστά αντίγραφα του παρελθόντος. Σταδιακά όμως, ανακαλύπτει ότι κάθε ανάκληση μπορεί να είναι και μια καινούργια εκδοχή της ίδιας ιστορίας. Και κάπου εκεί το ερώτημα παύει να αφορά μόνο εκείνον.

 Αξιοσημείωτες οι ερμηνείες των συμπρωταγωνιστών του στους ρόλους του φίλου, της συζύγου και της κόρης , αυτών των ξυπόλυτων οικείων αερικών, που κυριολεκτικά στριφογυρίζουν στον λαβύρινθο του νου του.

Ο Αλέξανδρος Ζαφειριάδης, η Ελένη Τέτουλα κι η Ρέα Καραδέδου – Ισουά, μας ταξιδεύουν στην υπόθεση σουρεαλιστικά μεν, υπαρξιακά δε!

Ο στόχος της παράστασης είναι να γεννήσει ερωτήσεις, τις απαντήσεις των οποίων καλούνται να δώσουν οι θεατές. Πόσο καλά γνωρίζουμε τους ανθρώπους που αγαπάμε; Και πόσο καλά γνωρίζουμε τον εαυτό μας;

Οι ήρωες τοποθετούνται σε ένα περίπλοκο τοπίο, όπου η αλήθεια δεν είναι ποτέ απολύτως ασφαλής. Η οικογένεια, η φιλία, οι παλιές σχέσεις, οι κοινές αναμνήσεις, όλα όσα θεωρούμε δεδομένα, μπορούν ξαφνικά να αποκτήσουν μια δεύτερη ανάγνωση. Μια ανάγνωση που αλλάζει το παρελθόν, αλλά και το παρόν.

Και, ίσως, αυτό να είναι το διακύβευμα. Ότι πίσω από την ιστορία ενός ανθρώπου που κερδίζει ένα τεράστιο ποσό, κρύβεται μια ψυχανάλυση για την ανθρώπινη ανάγκη να επινοεί τη δική της αλήθεια.

Ο ίδιος ο Μηνάς Βιντιάδης περιγράφει τον ήρωά του, ως έναν άντρα που γίνεται έρμαιο του μυαλού του, που τον οδηγεί να πιστεύει πως οι αναμνήσεις του είναι πιστά αντίγραφα στιγμών του παρελθόντος, ενώ στην πραγματικότητα μεταμορφώνονται κάθε φορά που επιστρέφει σε αυτές.

Κι έτσι, πίσω από τα εκατομμύρια, το ψέμα και την εξαφάνιση, το κείμενο ανοίγει μια πολύ πιο προσωπική συζήτηση: τι κρατάμε από τη ζωή μας και τι ξαναγράφουμε χωρίς καν να το αντιλαμβανόμαστε;

Πιθανώς, η μνήμη να μην είναι ο μηχανισμός που διασώζει το παρελθόν, αλλά ο τρόπος με τον οποίο το παρελθόν συνεχίζει να μας διαμορφώνει.

Και μέσα σε αυτή τη συνθήκη η απόδοση στη σκηνή αφήνει χώρο και για κάτι ακόμη: το συναίσθημα. Για όσα δεν καταγράφονται εύκολα, για όσα το μυαλό παραμορφώνει ή κρύβει, αλλά επιστρέφουν από έναν διαφορετικό δρόμο.

«Το μισό του μηδέν» είναι ένα ψυχογράφημα της φύσης μας, γραμμένο με τρυφερότητα και ευαισθησία. Τα πρόσωπα του έργου καλούνται να αντιμετωπίσουν τις απρόβλεπτες εκδοχές της ζωής είτε αυτές προκύπτουν από την τύχη είτε από την ατυχία, αποκαλύπτοντας τις πολλαπλές όψεις της ανθρώπινης υπόστασης.

Ακροβατώντας ανάμεσα στο όνειρο και τον εφιάλτη, τη φαντασία και την πραγματικότητα, ο σκηνοθέτης χειρίζεται με δεξιοτεχνία τα διαφορετικά επίπεδα τόπου και χρόνου, μέσα σε ένα σκηνικό σύμπαν, όπου η φαντασία και η πραγματικότητα διαπλέκονται, όπως η περιπλάνηση μέσα σ’ έναν λαβύρινθο, όπου η έξοδος είναι το κερδισμένο στοίχημα, εφόσον υπάρξει έξοδος.

Χρησιμοποιώντας το εύρημα του αναπάντεχου γεγονότος δοκιμάζει τα όρια των ανθρώπινων σχέσεων και διερευνά την ειλικρίνεια, την αγάπη και τη σταθερότητά τους, διεισδύοντας κάτω από την επιφάνεια των κοινωνικών συμβάσεων.

 Οι ερμηνείες των τεσσάρων ηθοποιών πειθαρχημένες στη σκηνοθετική γραμμή, η μουσική του Γιώργου Μάρκου και οι φωτισμοί του Γιάννη Τούμπα συνεπικουρούν στη μυστηριώδη, σουρεαλιστική ατμόσφαιρα, ενώ το λευκό των κοστουμιών και του σκηνικού θυμίζει κενά μνήμης, όμως στιγματίζεται από το μαύρο κοστούμι του κεντρικού ήρωα, σαν ένα παράθυρο στην άνοια, σαν ένα βιολογικό ρολόι που οδεύει στο μηδέν και του απέμεινε το μισό του, μπορεί και το αντίστροφο, όσον αφορά στα χρώματα.

Διάρκεια παράστασης: 75′

*Κατάλληλο για θεατές άνω των 12 ετών

Συντελεστές

Συγγραφέας: Μηνάς Βιντιάδης

Σκηνοθεσία: Γιώργος Κιουρτσίδης

Σκηνικά – Κοστούμια: Άννα-Μαρία Αγγελίδου

Μουσική: Γεώργιος Μάρκος

Φωτισμοί: Γιάννης Τούμπας

Video Art: Άντα Λιάκου

Βοηθός φωτιστή: Τουλίν Οσμάν

Οργάνωση παραγωγής: Πέτρος Κοκόζης

Φωτογραφίες: Mike Rafail

*Βοηθός σκηνοθέτη στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης: Μαρία ΑλεξούδΗ

Διανομή

Αλέξανδρος Ζαφειριάδης – Βήτα

Ρέα Καραδέδου Ισουά – Κόρη

Θοδωρής Πολυζώνης – Άλφα

Ελευθερία Τέτουλα – Γυναίκα

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Ο Γλάρος» του Τσέχοφ ή «Η ικανότητα να αντέχεις» στο «Αριστοτέλειον» Θεσσαλονίκης

«Ο-Γλάρος»-του-Τσέχοφ-ή-«Η-ικανότητα-να-αντέχεις»-στο-«Αριστοτέλειον»-Θεσσαλονίκης

Τελευταία Θέματα

ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ

«Ο Γλάρος» του Τσέχοφ ή «Η ικανότητα να αντέχεις» στο «Αριστοτέλειον» Θεσσαλονίκης

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
  • «Είμαι ένας γλάρος… Όχι, δεν είναι αυτό. Είμαι μια ηθοποιός. Λοιπόν, ναι! Κι εκείνος είναι εκεί… Δεν πειράζει. Ναι, δεν πίστευε στο θέατρο, γελούσε με τα όνειρά μου, κι έτσι σιγά σιγά σταμάτησα να πιστεύω κι εγώ, έχασα το κουράγιο μου… Κι ύστερα ήρθαν τα βάσανα του έρωτα, η ζήλια, ο διαρκής φόβος για το παιδί… Έγινα μικροπρεπής, ασήμαντη, έπαιζα χωρίς ψυχή. Δεν ήξερα τι να κάνω τα χέρια μου στη σκηνή, δεν ήλεγχα τη φωνή μου. Δεν μπορείς να φανταστείς πώς είναι να νιώθεις ότι παίζεις φρικτά.Είμαι ένας γλάρος… Όχι, δεν είναι αυτό. Θυμάσαι που σκότωσες έναν γλάρο; Ένας άνθρωπος περνούσε τυχαία, τον είδε και, έτσι, επειδή δεν είχε τι άλλο να κάνει, τον κατέστρεψε… Μια ιδέα για μικρό διήγημα…» ΝΙΝΑ, από τη μετάφραση του Αντώνη Γαλέου.
    Πρόκειται για μια τολμηρή και παρακινδυνευμένη σύγχρονη ανάγνωση του εμβληματικού έργου του Άντον Τσέχοφ, «Ο Γλάρος», όπως γράφει ο σκηνοθέτης Γιώργος Βάλαρης, που γεφυρώνει τον κλασικό λόγο με τη σημερινή καλλιτεχνική αναζήτηση.H παράσταση φωτίζει εκ νέου τα υπαρξιακά αδιέξοδα, τις συγκρούσεις ανάμεσα στον έρωτα και τη ματαίωση, τη σύγχρονη κοινωνική αδράνεια και την αγωνία της δημιουργίας σε έναν κόσμο που φθείρει τα όνειρα.
  • Ένα έργο μικρών καθημερινών πόνων, ανθρώπινης περηφάνιας, ματαιοδοξίας και χαμένης αξιοπρέπειας. Τα πρόσωπα του είναι απλοί άνθρωποι του καθημερινού βίου, που ζουν μίζερα στη μουντή και μελαγχολική πραγματικότητα της ρωσικής επαρχίας στα τέλη του 19ου αιώνα και αγωνίζονται να επανακτήσουν τη χαμένη τους αξιοπρέπεια. Ο βασικός καμβάς του έργου περιγράφει τον έρωτα δύο ευαίσθητων νέων και τον τρόπο που οι συνθήκες του περιβάλλοντος συντρίβουν τα όνειρα και τις φιλοδοξίες τους.Ο Τσέχοφ εμπλουτίζει τον απλό αυτό μύθο με παράλληλες συμπεριφορές, εσωτερικές συγκρούσεις και ερωτικά τρίγωνα.
    Η Αρκάντινα, διάσημη ηθοποιός, της οποίας η έντονη παρουσία κυριαρχεί τόσο στη σκηνή όσο και στις προσωπικές της σχέσεις, φτάνοντας στο εξοχικό του αδελφού της Σόριν, για το Σαββατοκύριακο, βρίσκεται μπλεγμένη σε μια καταιγίδα αντικρουόμενων επιθυμιών.Ο γιος της Κονσταντίν, αγωνίζεται να βγει από τη σκιά της, καθώς κυνηγά τις δικές του καλλιτεχνικές φιλοδοξίες.Ο εραστής της, ο διάσημος συγγραφέας Τριγκόριν, γίνεται αντικείμενο θαυμασμού και έρωτα για την επίδοξη νεαρή ηθοποιό Νίνα.Οι ζωές τους μπλέκονται σε ένα τοπίο έρωτα, φιλοδοξίας και απογοήτευσης, όπου όλοι επιθυμούν κάτι που δεν μπορούν να αποκτήσουν.
    Γραμμένος το 1895 ο «Γλάρος» εγκαινίασε μια νέα θεατρική γλώσσα, όπου το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από τα γεγονότα στις συνέπειές τους.Στον κόσμο του Τσέχοφ, οι πιο κρίσιμες πράξεις συμβαίνουν εκτός σκηνής και αυτό που παρακολουθούμε είναι το αποτύπωμά τους στις ζωές των ανθρώπων.Όλοι ονειρεύονται μια ζωή διαφορετική από αυτή που ζουν. Και όλοι αποτυγχάνουν, όχι θεαματικά, αλλά υπαρξιακά.
  • Στην παράσταση, βλέπουμε κι ακούμε μια περίπλοκη ιστορία, όπως περίπλοκη είναι και η πορεία των ανθρώπων στη ζωή.Στη σκηνή τα πρόσωπα του έργου περνούν τον χρόνο τους λέγοντας ιστορίες και σκέψεις. Μιλούν για τις ζωές τους και τα όνειρά τους.Είναι αδύναμοι άνθρωποι που οικτίρουν τις ζωές τους και ψάχνουν από κάπου να πιαστούν. Ματαιόδοξοι άνθρωποι που επιζητούν απεγνωσμένα την αναγνώριση.Άνθρωποι που βαριούνται, άνθρωποι που εξασκούνται στην αυτολύπηση, άνθρωποι που πενθούν τη ζωή τους, άνθρωποι που πασχίζουν να ερωτευθούν, να βιώσουν την ευτυχία.
    Αυτοί είναι οι ήρωες στον Γλάρο (1895), το έργο του Τσέχοφ που εγκαινίασε ένα νέο είδος δραματουργίας, όπου αντί για έναν κεντρικό ήρωα, πρωταγωνιστούν πολλοί, μια μικρή κοινωνία. 
  • Ο Τσέχοφ χαρακτήρισε το έργο του ως «κωμωδία σε τέσσερις πράξεις». Μια κωμωδία, όπου δε συμβαίνει σχεδόν τίποτα, και όμως, οι ήρωες είναι σπουδαίοι, αν και βουλιάζουν μέσα στην ανούσια καθημερινότητά τους.
    Πέρα από το θέατρο, πέρα από τη λογοτεχνία, πέρα από τον έρωτα, η παράσταση αυτή μιλάει για την κοινωνία και, ταυτόχρονα, για τη θεοδικία και για τον υπαρξισμό (από φιλοσοφική σκοπιά) ή τον μυστικισμό (από καθαρά θρησκευτική σκοπιά) : ο Θεός  και η απουσία του. Η πίστη  και η δοκιμασία της. Η εξέγερση  και η προετοιμασία της. Η ευτυχία και η ανάμνησή της. Η ποίηση και η επιβίωσή της.
  • Πώς παλεύουμε με τα κύματα του ανεξάντλητου Κόσμου; Τί αφήνει πίσω του το πέρασμά μας από τη ζωή; Υπάρχει ελπίδα για τους δυστυχισμένους;
    Όλοι οι ήρωες ερωτεύονται κι απογοητεύονται. Εκρήγνυνται, φωνάζουν και κλαίνε κι έπειτα χορεύουν όλοι μαζί, αγαπημένοι πάλι. Αστειεύονται με θάρρος κοιτάζοντας την καταστροφή και τον θάνατο. Αυτοί οι ήρωες δεν είναι ούτε θεοί, ούτε βασιλιάδες, ούτε πολεμιστές.Είναι όπως ένα μερμήγκι που κατεβαίνει τον τοίχο, χωρίς καμιά αλαζονεία πως τάχα επιτελούν έναν άθλο. Οι ήρωες αυτοί δημιουργήθηκαν από τον Τσέχοφ, 21 χρόνια πριν από μια μεγάλη Επανάσταση. Άραγε σήμερα, που ξαναεμφανίζονται, τί προμηνύουν;
  • Είτε νέοι είτε ώριμοι και έμπειροι, οι ήρωες του Γλάρου ονειρεύονται τον έρωτα: τον κυνηγούν, τον εξυμνούν, τον αποθεώνουν, ακόμα και τη ζωή τους θυσιάζουν για χάρη του. Ο Μεντβεντένκο, ο δάσκαλος, ( Πάνος Κλάδης) αγαπά τη Μάσα (Νάνσυ Μπούκλη), εκείνη όμως θέλει διακαώς τον Κονσταντίν (Δημήτρης Τσίκλης), ο οποίος λιώνει για τη Νίνα (Αναστασία Γαλερού Βλάσση) , που με τη σειρά της λαχταρά τον Τριγκόριν (Παναγιώτη Μπουγιούρη) , που είναι υποταγμένος στην Αρκάντινα (Κατερίνα Διδασκάλου), και δεν έχει τέλος αυτός ο χορός κεραυνοβολημένων εξομολογήσεων, πονεμένων αναστεναγμών και μαζοχιστικών προσκολλήσεων.
    Εν μέρει, όλη αυτή η ρομαντική υπερβολή οφείλεται στην καλλιτεχνική φύση των περισσοτέρων: ο Κονσταντίν αναζητεί τη φωνή του γράφοντας θεατρικά έργα, ενώ η Νίνα
  • αποτολμά την πρώτη της εμφάνιση ως ηθοποιού. Στον αντίποδα, ο Τριγκόριν θεωρείται καταξιωμένος συγγραφέας και η Αρκάντινα μια διάσημη κυρία του ρωσικού θεάτρου.
    Η ευερέθιστη φαντασία πολλαπλασιάζει τις ταραχές της καρδιάς. Απομονωμένοι στην εξοχή, μακριά από τους αντιπερισπασμούς της μεγαλούπολης, οι ήρωες του Γλάρου διαθέτουν αναπόφευκτα περισσότερο χρόνο για παιχνίδια, ερωτικά ή άλλα, στα οποία επιδίδονται προκειμένου να νικήσουν την πλήξη. Ελεύθεροι να αυτοσχεδιάζουν εκεί όπου τίποτα δε συμβαίνει, οι τσεχοφικοί ήρωες φιλοσοφούν, ερωτοτροπούν, με λίγα λόγια κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν με τα γυμνά χέρια και τις μελαγχολικές διαθέσεις τους, ενώ στη σκηνή βρίσκονται όλοι σε όλη της διάρκεια του έργου, έτσι όπως το εμπνεύστηκε ο σκηνοθέτης και διασκευαστής του κειμένου Γιώργος Βάλαρης.
     Η σκηνή στην παράσταση είναι σχεδόν γυμνή. Ο σκηνοθέτης υπογράφει και τη σκηνογραφία που είναι ένα χαλί, ένα τραπέζι και γύρω του καρέκλες. Ο Τσέχοφ δε χρειάζεται «σαμοβάρια» και «βαριά επίπλωση» για να λάμψει, όπως φαίνεται να «φωνάζει» το σκηνικό. Τα σύγχρονα κοστούμια πάντως, τα σχεδίασε η Ιωάννα Κουρμπέλα.
  • Ο υπότιτλος «η ικανότητα να αντέχεις» προστέθηκε από τον Γιώργο Βάλαρη που υπογράφει διασκευή και σκηνοθεσία και ο οποίος δηλώνει: «αυτό είναι το διακύβευμα για μένα στο έργο. Ποιος αντέχει την απόρριψη; Ποιος αντέχει την επιτυχία ή την αποτυχία σε κάθε τομέα, κοινωνικό ή προσωπικό; Ποιος αντέχει να δει τον εαυτό του χωρίς αυταπάτες; “Ο γλάρος” δεν είναι μόνο μια ιστορία απελπισμένου έρωτα ή καλλιτεχνικής φιλοδοξίας. Είναι μια μελέτη προσωπικής και κοινωνικής αντοχής. Και νομίζω ότι σήμερα, σε μια εποχή διαρκούς έκθεσης, εύκολης κρίσης και διαρκώς αυξανόμενης πίεσης, η αντοχή είναι ίσως η πιο σπάνια αρετή».
  • Δυστυχώς, μια παράσταση δωματίου, όπως αυτή, παρουσιάζεται στη Θεσσαλονίκη στο αχανές «Αριστοτέλειον» και απώλεσε ένα τεράστιο ποσοστό επιτυχίας της.Θα έπρεπε, κανονικά, ο θεατής να αισθάνεται ότι βρίσκεται μέσα στον ίδιο τον μηχανισμό της σκηνής, επειδή από τα πρώτα λεπτά εγκαθιδρύεται μια συνεχής κινητικότητα: οι ηθοποιοί δεν εμφανίζονται μόνο όταν έρχεται η σειρά τους να μιλήσουν, αλλά παραμένουν παρόντες, κινούνται, στέκονται, παρατηρούν, διασχίζουν τον χώρο, σαν να μην εγκαταλείπουν ποτέ τον κόσμο του έργου.
    Αυτή η διαρκής παρουσία θα έπρεπε να δημιουργεί σταδιακά την αίσθηση ότι η σκηνή δεν ορίζεται αυστηρά, ότι η δράση δεν ξεκινά και δεν τελειώνει με σαφή όρια, αλλά αναπνέει συνεχώς μπροστά στα μάτια του κοινού, πράγμα που δεν συμβαίνει, λόγω της αρχιτεκτονικής κατασκευής της. Τι κρίμα!
  • Η χρήση της κάμερας προσπαθεί να καταργήσει την απόσταση πλατείας- παλκοσένικου, αλλά, φευ, δεν τα καταφέρνει. Λειτουργεί ως απλό τεχνικό εύρημα. Αλλά επειδή υπάρχει μια φράση στη δράση από τον Κονσταντίν: «τη ζωή δεν τη γράφεις όπως είναι ούτε όπως θα έπρεπε να είναι. Τη ζωή τη γράφεις, όπως τη φαντάζεσαι», υποθέτω ότι λειτούργησε το ένστικτο των προσεχτικών θεατών και η εσωτερική ανάγκη ταύτισης με τους ήρωες, ώστε κερδίζει το όλο εγχείρημα μία αναγνώριση, αυτή που εκδηλώνεται στο χειροκρότημα της υπόκλισης από τους πολύ καλούς ηθοποιούς με μπροστάρισα την εμβληματική Αρκάντινα της έξοχης Κατερίνας Διδασκάλου.
  •  Ο ανερχόμενος συγγραφέας (τον υποδύεται μ ε πειθώ ο Παναγιώτης Μπουγιούρης), η νεαρή ηθοποιός Αναστασία Γαλερού Βάσση- ως Νίνα, που ονειρεύεται καριέρα, η διάσημη μητέρα, οι υπόλοιποι άνθρωποι της καθημερινότητας, όλοι κινούνται γύρω από την ίδια βαθιά ανικανοποίητη επιθυμία: να είναι αλλιώς η ζωή τους.
  • Η ευπάθεια, η ανασφάλεια, η αίσθηση ότι διαρκώς βρίσκεται απέναντι σε κάτι μεγαλύτερο από τον ίδιο – κυρίως απέναντι στη μητέρα του και στην αποδοχή της – στον έρωτα της Νίνα, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό — αποδίδονται με αμεσότητα και εσωτερική ένταση από τον έξοχο Κονσταντίν -Δημήτρη Τσίκλη.
  • Η Νάνσυ Μπούκλη ως Μάσα, αποδίδει πειστικά τη μόνιμη πληγή του ανεκπλήρωτου έρωτα, μια μορφή που κουβαλά διαρκώς απογοήτευση χωρίς να την εξωτερικεύει υπερβολικά.
  • Ο Τάκης Σακελλαρίου  είναι ο Σόριν, ο οποίος λειτουργεί σαν ήρεμη παρουσία μέσα στην ένταση των υπολοίπων, σχεδόν σαν η φωνή μιας εμπειρίας που έχει ήδη αποστασιοποιηθεί από τα μεγάλα πάθη.
  • Ο Βασίλης Αφεντούλης και ο Πάνος Κλάδης συμπληρώνουν ουσιαστικά το σύνολο, κρατώντας τις απαραίτητες ισορροπίες μέσα στον κόσμο του έργου.
  • Η μουσική-ηχητική επένδυση από τον Τζεφ Βάγγερ υπογραμμίζει τον σύγχρονο χαρακτήρα της παράστασης.
  • Ο σχεδιασμός φωτισμών από τους Αλέκο Αναστασίου και Χάρη Δάλλα, ατμοσφαιρικοί και δυναμικοί, δημιουργούν σκηνές εντυπωσιακής αισθητικής. 
  • Στην εύληπτη μετάφραση του Αντώνη Γαλέου, ο γλάρος συμβολίζει την αθωότητα, την ελευθερία, τα ανεκπλήρωτα όνειρα και την καταστροφή που επιφέρει ο ανθρώπινος εγωισμός.
  • Ταυτότητα παράστασης
  • Μετάφραση: Αντώνης ΓαλέοςΔραματουργική επεξεργασία-Διασκευή -σκηνοθεσία -σχεδιασμός σκηνικού: Γιώργος Βάλαρης Μουσική σύνθεση: Τζεφ ΒάγγερΚοστούμια: Ιωάννα ΚουρμπέλαΚίνηση – χορογραφία: Αλέξανδρος ΣταυρόπουλοςΣχεδιασμός φωτισμών: Αλέκος Αναστασίου – Χάρης ΔάλλαςΒοηθός σκηνοθέτη: Κωνσταντίνος Φρίγγας Φωτογραφίες: Διόνυσος ΣούληςPromo artwork video: Φαίη ΣούκουSocial media-Διαφήμιση: Βασίλης ΛιάκοςΟργάνωση παραγωγής: Χρυσαντίνα Κούλουμπου
  • Εκτέλεση παραγωγής: Ιουλιέτα ΚαραχάλιουΟργάνωση γραφείου Παραγωγής: Βικτώρια Λώλη, Χαρούλα ΛώληΓραφιστική επιμέλεια: Αργυρώ ΤσοτσώνηΠαραγωγή: Αrtinfo + Αττικές παραγωγές (Γιώργος Βάλαρης)
  • Διανομή Αρκάντινα: Κατερίνα Διδασκάλου Τριγκόριν: Παναγιώτης Μπουγιούρης Σόριν: Τάκης Σακελλαρίου Κονσταντίν: Δημήτρης Τσίκλης Μάσα: Νάνσυ Μπούκλη Νίνα: Αναστασία Γαλερού Βλάσση Γιατρός: Βασίλης Αφεντούλης Δάσκαλος: Πάνος
  • Διάρκεια: 90 λεπτά
  • ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

CO-HOUSING του Παύλου Τσακαλίδη: Μια διαγενεακή θεατρική σύμπραξη

co-housing-του-Παύλου-Τσακαλίδη:-Μια-διαγενεακή-θεατρική-σύμπραξη

Μια ξεχωριστή θεατρική παράσταση, καρπός της συνεργασίας ανθρώπων διαφορετικών γενεών, παρουσιάζεται στο Αμφιθέατρο «Φρίξος Παπαχρηστίδης» στην Ελευθερούπολη από μια διαγενεακή ομάδα της περιοχής, με μέλη του ΚΑΠΗ Ελευθερούπολης επί σκηνής και εφήβους δημιουργούς στα παρασκήνια.

Τέσσερις ηλικιωμένες που μοιράζονται την καθημερινότητά τους σε έναν εναλλακτικό και σύγχρονο χώρο συγκατοίκησης (co-housing), αποφασίζουν να διεκδικήσουν ξανά μια θέση στο προσκήνιο της ζωής που αξίζει σε όλους μέσα από έναν θεατρικό διαγωνισμό του Δήμου τους. Ενώ αναζητούν το πέμπτο άτομο που θα συμπληρώσει την ομάδα τους, στην προσπάθειά τους να δημιουργήσουν τη δική τους παράσταση, ανακαλούν στιγμές από το παρελθόν τους και έρχονται αντιμέτωπες με τη μοναξιά, τον αποκλεισμό και τον ηλικιακό ρατσισμό. Θα καταφέρουν τελικά να ανέβουν στη σκηνή χωρίς να έρθουν αντιμέτωπες με όσα κουβαλούν;

Μια παράσταση που με όχημα το χιούμορ και την τρυφερότητα, και αξιοποιώντας παράλληλα τεχνικές του θεάτρου-ντοκουμέντου, αγγίζει ζητήματα όπως η μοναξιά, η μνήμη, η κοινωνική αορατότητα της τρίτης ηλικίας, αλλά και η ανάγκη όλων – ανεξαρτήτως ηλικίας – να ανήκουν κάπου και να ακούγονται.

ΣΚΗΝΟΘΕΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Τι συμβαίνει όταν η εμπειρία μιας ολόκληρης ζωής συναντά τη νεανική ορμή για δημιουργία; Ως έφηβος δημιουργός, η ιδέα της συνύπαρξης ηλικιωμένων performers στο προσκήνιο με έναν κήπο εφήβων δημιουργών της περιοχής στα παρασκήνια με γοήτευσε από την πρώτη στιγμή. Δύο κόσμοι, φαινομενικά τελείως διαφορετικοί, συναντηθήκαμε στον ίδιο χώρο για να μοιραστούμε συναισθήματα, σκέψεις και ιστορίες με την ελπίδα ότι θα μετατοπίσουν την οπτική μας. Παράλληλα, αξιοποιώντας εργαλεία του θεάτρου-ντοκουμέντου, επιδιώξαμε να αγγίξουμε καθολικά τη διαδρομή μιας ολόκληρης γενιάς και να ανασύρουμε τις αναμνήσεις, τις φοβίες της, το χιούμορ και τα όνειρα που η ζωή ή η κοινωνία επέλεξε να κρατήσει για καιρό στην άκρη. Και τελικά, αυτή η συνάντηση συνέβη. Συμβαίνει. Και έχει ως στόχο να αποδείξει πως η ανάγκη μας να ακουστούμε, να νοιαστούμε και να ανήκουμε κάπου δε γνωρίζει ηλικιακά σύνορα.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Κείμενο & Σκηνοθεσία: Παύλος Τσακαλίδης

Βοηθός Σκηνοθέτη & Κινησιολογία: Βενετία Χαλοφτίδου

Σκηνογραφία & Συνδιαμόρφωση φωτισμών: Δημήτρης Κεστρίτσαλης

Μουσική: Magnus Moone

Συνεργασία στον ηχητικό σχεδιασμό: Φρατζέσκο Λούβαρης, Κώστας Ρέμπας

Έρευνα/ Συλλογή υλικού: Φώτης Τεκτονίδης, με τη συνεισφορά της ομάδας

Graffiti art/ Εικαστική παρέμβαση: Μαρίνα Β. Κιλινκαρίδου, Μαρίνα Π. Κιλινκαρίδου

Κατασκευή Σκηνικού: Λάζαρος Κυριακίδης, Βασίλης Παπαευαγγέλου

Τεχνικός Φωτισμών: Σαράντης Μιντζιρίκης

Τεχνικός Ήχου: Βασίλης Μπάμπας

Οργάνωση Παραγωγής: Κατερίνα Φιλιππίδου (κοινωνική λειτουργός του «Βοήθεια στο Σπίτι»

Ελευθερούπολης)

Παίζουν: Ελισάβετ Ακριβού, Βίκυ Καζόλη, Δήμητρα Ρουσοπούλου, Πετρινή Σουπιάδου

Συμμετέχουν: Μαρία Δεληκωνσταντίνου, Κωνσταντίνος Μενεξές, Βενετία Χαλοφτίδου

*ευχαριστούμε θερμά τον Δήμο Παγγαίου και ιδιαίτερα τον Δήμαρχο Φίλιππο Αναστασιάδη για την παραχώρηση του αμφιθεάτρου, την αντιδήμαρχο Ζωή Απαζίδου, καθώς και τους Ανδρέα Καλλινικίδη και Γιώργο Καλλινικίδη για την πολύτιμη βοήθειά τους

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ & ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026 στις 20:00

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026 στις 20:00

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026 στις 11:15 (μαθητική παράσταση)

Αμφιθέατρο «Φρίξος Παπαχρηστίδης», Ελευθερούπολη

Διάρκεια: 60 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)

Γενική είσοδος 5€

Μειωμένο (ΑμεΑ, μαθητικές παραστάσεις, μέλη ΚΑΠΗ, οργανωμένες ομάδες) 3€

**μέρος των εσόδων θα διατεθεί για φιλανθρωπικό σκοπό

Προπώληση φυσικών εισιτηρίων από 28/9 και καθημερινά στο ΚΑΠΗ Ελευθερούπολης τηλ. 2592023315 (10:00-13:00) και στο ζαχαροπλαστείο Ntinos Patisserie στην Καβάλα από 3-6/10 (18:00-20:00).

***η πρωινή παράσταση (Δευτέρα 12/10) είναι μαθητική και αφορά αποκλειστικά σχολεία που έχουν πραγματοποιήσει ομαδικές κρατήσεις

****η παρούσα παράσταση δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα της σύμπραξης μελών του ΚΑΠΗ Ελευθερούπολης και εφήβων της πόλης σε ένα πρωτότυπο διαγενεακό θεατρικό εργαστήρι με εμψυχώτρια τη Βενετία Χαλοφτίδου και εμψυχωτές τον Δημήτρη Κεστρίτσαλη και τον Παύλο Τσακαλίδη

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα