Πολιτισμός
Κ.Θ.Β.Ε. «Αγγέλα» του Γιώργου Σεβαστίκογλου
Πρόλογος
Η Αγγέλα είναι ένα από τα σημαντικότερα έργα της νεοελληνικής δραματουργίας.
Γράφτηκε στη Μόσχα το 1957, λίγα χρόνια μετά τον ελληνικό εμφύλιο κι ενώ είχε, ήδη, αρχίσει η περίοδος του ψυχρού πολέμου. Παίχτηκε τον επόμενο χρόνο στο θέατρο Βαχτάνγκωφ.
Στην Ελλάδα παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο θέατρο Τέχνης το 1964. Έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες κι έχει ανεβεί σε πολλά θέατρα της Ελλάδας και του εξωτερικού.
Πρώτη παρουσίαση από το Κ.Θ.Β.Ε. στη Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης, στο Δημοτικό Θέατρο, στις 27/03/1996. Σκηνοθεσία: Παντελής Βούλγαρης.
Μια λαϊκή τραγωδία μεταξύ ποίησης και ρεαλισμού η «Αγγέλα», ανεβαίνει ξανά στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, είκοσι έξι χρόνια μετά την πρώτη παρουσίασή της, σε σκηνοθεσία – διασκευή Δημήτρη Μπίτου.
Υπόθεση
Δεκαετία του ’50. Η Αγγέλα, ένα ορφανό κορίτσι, έρχεται στην Αθήνα από το χωριό της στον άγνωστο κόσμο της πρωτεύουσας αναζητώντας δουλειά. Εκεί αντικαθιστά μια υπηρέτρια που έχει αυτοκτονήσει, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Στο σκοτεινό και ετερόκλητο πλήθος θα συναντήσει τις άλλες υπηρέτριες μιας πολυκατοικίας, θα αφουγκραστεί τους καημούς τους, θα ανακαλύψει τα μυστικά τους, θ’ αποκτήσει φίλους κι εχθρούς. Πολύ σύντομα, όμως, ο ερχομός του Λάμπρου, αδερφού της προκατόχου της, θα ανατρέψει κάθε ισορροπία, όταν η αγωνιώδης αναζήτησή του για τους πραγματικούς λόγους της αυτοχειρίας της πρώτης υπηρέτριας, θα φέρει όλους τους ήρωες αντιμέτωπους με τα ηθικά τους διλήμματα και θα τους αναγκάσει να επαναπροσδιορίσουν άποψη.
Αγγέλα και Λάμπρος μοιραία εμπλέκονται σ’ ένα επικίνδυνο αλλά και γοητευτικό ταξίδι προς την αλήθεια, τον έρωτα και τη ζωή, ένα ταξίδι που στην πορεία αποδεικνύεται εξίσου επώδυνο και ανατρεπτικό, με απρόβλεπτες συνέπειες για τους ίδιους και για όσους τους περιτριγυρίζουν.
Μνήμες της επαρχίας, σχέσεις, όνειρα αλλά και ένας μυστηριώδης θάνατος μπερδεύονται, με φόντο μια Ελλάδα τραυματισμένη από τον Εμφύλιο, όπου κυριαρχούν η φτώχεια, η εκμετάλλευση, η αστυνόμευση, το όνειρο της φυγής, η μετανάστευση στην Αμερική.
Ανάγνωση
Η Αγγέλα δεν είναι ένα δράμα για τις υπηρέτριες και τη μοίρα τους, αλλά ένα έργο που απομονώνει και φωτίζει τη λεπτομέρεια ενός μεγάλου πίνακα: την πραγματικότητα της δεκαετίας του ’50 με τις πληγές από το μετεμφυλιακό καθεστώς, των διώξεων και της αυθαιρεσίας να κακοφορμίζουν.
Ο συγγραφέας επιλέγει μια ομάδα απόκληρων, που υφίστανται έντονα την εκμετάλλευση και την καταπίεση, ενώ παράλληλα είναι ευάλωτοι στη διαφθορά. Ο μηχανισμός της ηθικής διάβρωσης και της διαφθοράς, που συντηρείται από τους ισχυρούς και τον κόσμο του χρήματος, κυριαρχεί δραματουργικά στο στήσιμο της πλοκής και οδηγεί στην αποκάλυψη της λειτουργίας του ίδιου του συστήματος.
Το έργο του Σεβαστίκογλου δεν καταγράφει απλώς τα περιστατικά, αλλά διερευνά τα αίτια πίσω από τα φαινόμενα, τα εντοπίζει και τα καταγγέλλει. Το σύστημα λειτουργεί ομαλά, όσο δε συμβαίνει κανένα απρόοπτο, όσο κανείς δεν αντιδρά, δε διαμαρτύρεται από φόβο, δειλία, από συμφέρον ή υπολογισμό. Και η αυτοκτονία της Τασίας είναι μια αντίδραση απελπισίας, που θα προκαλέσει την πρώτη ρωγμή. Στην πορεία του έργου το ενδιαφέρον επικεντρώνεται όχι τόσο στη λύση του μυστηρίου αλλά στα πρόσωπα και στην τοποθέτησή τους απέναντι στα περιστατικά. Το καθένα από αυτά, υπακούοντας στη δική του λογική, είναι υποχρεωμένο να εκδηλωθεί και να επαναπροσδιοριστεί. Ανανεώνεται διαρκώς και οξύνεται το ηθικό δίλημμα: αντίσταση ή υποχώρηση μπροστά στον κόσμο της σήψης και της διαφθοράς;
Ο συγγραφέας
Ο Γιώργος Σεβαστίκογλου ( 1913-1990) τροφοδότησε το νεοελληνικό θέατρο με σημαντικό συγγραφικό, μεταφραστικό, σκηνοθετικό και παιδαγωγικό έργο.
Πρέπει να μνημονεύει κανείς με ιδιαίτερο σεβασμό την περίπτωση του Γιώργου Σεβαστίκογλου. Άνθρωπος ταγμένος στην Αριστερά και χρόνια εξόριστος, αγάπησε το θέατρο όσο λίγοι, το μετέφρασε, το σκηνοθέτησε, το δίδαξε. Ακαταπόνητος μελετητής, προχώρησε από νωρίς και στη συγγραφή, αν θυμηθεί κανείς το λυρικό πρωτόλειό του «Κωνσταντίνου και Ελένης» (1943), καθώς και το πολιτικό-ψυχολογικό «Θάνατος βασιλικού επιτρόπου». Από τα πολλά της πολυκύμαντης ζωής του σταχυολογώ: δίπλα στον Κουν, μετά με τους «Νέους» των «Ενωμένων Καλλιτεχνών», κατόπιν στο θέατρο Βαχτάνγκωφ, αργότερα με τον Αντουάν Βιτέζ, στο θέατρο του Ιβρύ και στη Σορβόννη και, τέλος, μόνος με τον θεατρικό του οργανισμό «Πράξις» στο Παρίσι, μέχρι την επάνοδό του στην πατρίδα (1981) και τις μετρημένες εδώ σκηνοθεσίες του στη δεκαετία του ’80.
Σύντροφος της ζωής του από το 1945 υπήρξε η γνωστή συγγραφέας Άλκη Ζέη, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά. Πέθανε στην Αθήνα το 1990.
Έγραψε τα θεατρικά έργα: «Κόκκινη Κλωστή Δεμένη», «Κωνσταντίνου και Ελένης», «Να λευτερώσουμε τους Αλυσωμένους», «Η Μαρούσω η Βαγγέλαινα», «Σε Μαρμαρένια Αλώνια», «Αγγέλα», «Ο Θάνατος Βασιλικού Επίτροπου».
Δάσκαλος του σκηνικού λόγου, ο Γιώργος Σεβαστίκογλου εστιάζει με δεξιοτεχνία στον μικρόκοσμο, ζωγραφίζοντας την ίδια στιγμή τον κοινωνικό χάρτη μιας Ελλάδας αναγνωρίσιμης στις ζωντανές μας μνήμες ή στις παλιές οικογενειακές μας φωτογραφίες. Μετά από τρεις δεκαετίες στις σκηνές του εγχώριου θέατρου και του εξωτερικού, η «Αγγέλα» είναι, αναμφίβολα, μια από τις ευτυχέστερες στιγμές της νεοελληνικής δραματουργίας.
Η παράσταση
Φορμαλιστική και ιδιαίτερης αισθητικής γραμμής παράσταση, δουλευμένη στη λεπτομέρεια της φόρμας που επέλεξε ο σκηνοθέτης Δημήτρης Μπίτος. Το ζήτημα της Αισθητικής κυρίαρχο στη δομή της, εμφανές στη σκηνική εικαστική εγκατάσταση, στην ερμηνεία ηθοποιών με ρυθμούς Χορού αρχαίας τραγωδίας, στην επιβλητική μουσική, στα διασκευασμένα, μερικώς, ρεμπέτικα τραγούδια, στους καίριους και υποβλητικούς φωτισμούς, στην εναρμόνιση του εξαιρετικού ensemble του Κ.Θ.Β.Ε.
Πρώτος ο Πλάτωνας εισήγαγε την ιδέα της φόρμας. Η μορφή ήταν το μόνο κοινό στοιχείο και στα αισθητά και στα νοητά. Η σκέψη του Πλάτωνα αποτέλεσε τη βάση της Αισθητικής – της μελέτης του Ωραίου. Ο Αριστοτέλης πίστευε ότι η κάθαρση μπορεί να επιτευχθεί μόνο εάν το ίδιο το έργο κυριαρχείται από τη φόρμα του. Ο Ιμμάνουελ Καντ, από την άλλη, ενδιαφερόταν, κυρίως, για την έννοια της καθολικότητας. Τρία στοιχεία που ο έμπειρος θεατής αναγνωρίζει, από την είσοδο ακόμη, στο Μικρό της Μονής Λακαριστών.
Όπως λέγει και ο καθηγητής θεατρολογίας Νικηφόρος Παπανδρέου: «η όποια αποτελεσματικότητα, ψυχολογική ή πολιτική της θεατρικής δημιουργίας, εξαρτάται από την αισθητική της καταξίωση. Αν η σχέση μας με μια θεατρική παράσταση διαφέρει από τη σχέση μας με ένα εγχειρίδιο πολιτικής οικονομίας ή ψυχολογίας, είναι γιατί το θέατρο, όπως κάθε τέχνη, μας προσφέρει απόλαυση, την απόλαυση που μας δίνει κάθε φορά το σοκ της επαφής μας με την ομορφιά. Η καλλιτεχνική εμπειρία είναι απολαυστική. Άλλωστε, οι μορφές, η φόρμα, δεν είναι απλό περίβλημα. Η φόρμα δεν είναι ποτέ ανώδυνη. Στο θέατρο ο τύπος είναι η ουσία.
Μια διάταξη «κέρινων ομοιωμάτων» μας υποδέχεται στην αίθουσα του «Μικρού» της Μονής Λαζαριστών. Αγάλματα που δίνουν στίγμα της φορμαλιστικής αισθητικής της παράστασης, πλαγγόνες που, ευθύς, ζωντανεύουν για να ξετυλίξουν μια μαγική ιστορία διαπροσωπικών σχέσεων και πικρών καταστάσεων με ελάχιστα ψήγματα χαράς, μια θαυμαστή πλέξη, επί της ουσίας, μύθου και πραγματικότητας. Από τη βουβή βιτρίνα στον ζωντανό στίβο δράσης.
Δεσπόζει στο κέντρο της σκηνής μια πλατφόρμα δεμένη με σύρματα ακροβασίας, άλλοτε ως ταράτσα πολυκατοικίας- τόπος συνάντησης υπηρετριών – άλλοτε εξομολογητήριο, αλλά και πεδίο βολής φαρμακερών βελών από ταξικές κοινωνικές μερίδες σε επιλεγμένους στόχους. Ταυτόχρονα, είναι ένας Γολγοθάς για πληγωμένες ψυχές κι ένα πατητήρι παθών και πόθων, ώσπου το απόσταγμα να ρέει στην πλατεία και να γίνεται «θεία» κοινωνία. (σκηνικά – κοστούμια Νέλλη Σφακιανάκη).
Ο Δημήτρης Μπίτος αφαιρεί αυτόματα τα σύνορα της χώρας, δίνει στο έργο του Σεβαστίκογλου οικουμενικότητα και δαμάζει τον χρόνο. Η δράση γίνεται άχρονη, αλλά ουσιώδης. Αξιόλογη πρόταση. Καινοτόμα και άκρως ενδιαφέρουσα.
Το ηθικό δίλημμα ορίζει τον κύριο δραματικό άξονα του έργου, ωστόσο, η ρύθμιση των προσώπων γύρω από τον άξονα αυτόν είναι περίπλοκη. Οι χαρακτήρες είναι αντιφατικοί, ο καθένας με τις δικές του καταβολές και αδυναμίες, τα πάθη και τις ιδιαίτερες επιδιώξεις, συμβιβασμένοι και αγανακτισμένοι, ενδοτικοί και ανένδοτοι. Όμως, στην παράσταση όλοι αυτοί οι τύποι αλληλοσυμπληρώνονται σ’ ένα ενιαίο σύνολο ανθρώπων, που δρα μέσα κι έξω από τη σύμβαση που ορίζει ο σκηνικός χώρος. Με εξαιρετικό τρόπο. Σωματική κίνηση αδιάκοπη, πολυφωνία, αριστοτεχνική λεκτική σκυταλοδρομία και μεμονωμένες έξοχες σκηνές, όπως αυτή που, σαν τον γητευτή Ορφέα μελωδό, ο ήχος του πιάνου συγκεντρώνει γύρω του τα ζωάκια του σκότους ή η συναρπαστική σκηνή του νυχτερινού ραντεβού Λάμπρου- Αγγέλας στην πλατφόρμα – ταράτσα, που καθηλώνει το κοινό.
Η δυάδα Γιάννης Καραμφίλης και Νάντια Παυλίδου στο μπουζούκι, την κιθάρα και το τραγούδι, καθορίζει σημεία δράσης, συγκινεί και φέρνει εικόνες της μαυρόασπρης εποχής στο σήμερα. Σημαντική συμμετοχή, ευφυής σύζευξη από τη σκηνοθεσία.
Ο Στράτος (Ιορδάνης Αϊβάζογλου), ο άνθρωπος που ελέγχει το κύκλωμα, ο συνδετικός κρίκος του υποκόσμου με την εξουσία, έχει δίπλα του την υποτακτική του Γεωργία (Μελίνα Αποστολίδου), που είναι θύτης και θύμα μαζί, με την τυφλή της εξάρτηση από τον εραστή της.
Θύμα, επίσης, που φέρει ακέραια την ευθύνη της επιλογής της είναι η Νέρα (Ζωή Ευθυμίου), το ίδιο και η Άννα (Ελένη Μιχαηλίδου), η οποία στον απελπισμένο αγώνα για επιβίωση εκβιάζει κι εκμεταλλεύεται τη σύγχυση και προσπαθεί να επωφεληθεί.
Πολύ ακριβά, θυσιάζοντας το σπλάχνο της, θα πληρώσει η ανέμελη Φανή (Θεοδώρα- Έλλη Αθανασοπούλου) την αυθόρμητη αντίθεσή της στη σπείρα των εκμαυλιστών.
Εντυπωσιακή φιγούρα «Τζόκερ» ο Θοδωρής Πολυζώνης, βγαλμένος θαρρείς από τον «άνθρωπο που γελάει» του Ουγκώ, ακκίζεται σε slow motion ρυθμό και παριστάνει χαρακτήρες πολυδιάστατους. Από αφηγητής, γίνεται σερβιτόρος, σύζυγος, Ειβαλάς.
Ωστόσο, η επιχείρηση θα σκοντάψει, κυρίως, στην αντίσταση του Λάμπρου και της Αγγέλας, μια κίνηση που θα υποχρεώσει τα όργανα του μηχανισμού να δείξουν το αληθινό τους πρόσωπο, ν’ αποκαλύψουν τις διασυνδέσεις που διατηρούν με την εξουσία, απ’ όπου αντλούν και τη δύναμή τους ή εξασφαλίζουν την ατιμωρησία τους. Και οι δυο χαρακτήρες, της πονεμένης ηρωίδας και του αγαπημένου της, δεν είναι εξαρχής δεδομένοι. Φτιάχνονται μέσα στη δοκιμασία, ενώ σιγά- σιγά στήνεται και ορθώνεται το ηθικό τους ανάστημα.
Το έργο χαρακτηρίστηκε κατά καιρούς υπερεκτιμημένο, εξαιτίας της αριστερής ιδεολογικής τοποθέτησης του συγγραφέα και της δύσκολης εποχής στην οποία αναφέρεται. Ακόμα, υπάρχουν πολλές ελλείψεις στη δομή του. Όλη η δράση και οι ήρωες κινούνται στη δεκαετία του ’50, αλλά μόνο στον δρόμο των αριστερών. Φτωχοί, πλην τίμιοι άνθρωποι απέναντι στον υπόκοσμο και στο σύστημα που κυβερνά, ενώ κυριαρχεί το κλισέ «αγνά δουλικά – μοχθηρές κυρίες». Απόψεις, που κυκλοφορούν και σήμερα.
Όμως, η φρέσκια παράσταση που ανεβάζει το Κ.Θ.Β.Ε είναι πολύ ανώτερη από το ίδιο το έργο. Μια θαυμάσια «αναπαλαίωση» ξεφτισμένου οικοδομήματος, όπου δεν είναι απλώς η αισθητική ή η ηθική δύναμη που μεταφέρεται στον θεατή, αλλά η αυθεντική ποίηση που ο Δημήτρης Μπίτος έχει προσδώσει. Ο Σεβαστίκογλου έβαλε στην «Αγγέλα» τις ελπίδες του για έναν κόσμο καλύτερο. Έπλασε μια ηρωίδα – πεισματάρα «Αντιγόνη», που, εδώ, αντί να θάψει τον αδερφό της, αψηφώντας τη διαταγή της πολιτείας, τον ζωντανεύει στο πρόσωπο του «Λάμπρου», αψηφώντας και πάλι τη διαταγή της πολιτείας, για να πάει τον κόσμο – κόντρα σε όλους και όλα τα ισχύοντα στην εποχή- ένα βήμα μπροστά.
Το Κ.Θ.Β.Ε. τοποθέτησε με την «Αγγέλα», για άλλη μια φορά, ψηλά τον πήχη. Το έργο του Σεβαστίκογλου απαιτεί βαθύτατη και όχι επιφανειακή γνώση της ελληνικής εμφυλιακής και μετεμφυλιακής ιστορίας και κοινωνίας. Των αξιών και των ηθών, των αγώνων, των πόθων και των παθών του λαού μας. Ακόμη, απαιτεί και την άριστη γνώση της μορφολογίας και θεματολογίας που «εισήγαγε» η «Αγγέλα» του Σεβαστίκογλου στη μεταπολεμική δραματουργία και στη θεατρική τέχνη. Έργο απόλυτα πολιτικοκοινωνικό. Απόλυτης, έως σκληρής, ρεαλιστικής ακρίβειας και αλήθειας. Ο πολιτιστικός φορέας πέτυχε μια παράσταση προσεγμένη στη λεπτομέρεια, με ρυθμούς και τόνους μαυρόασπρης κινηματογραφικής ταινίας – κειμήλιο, νοσταλγικής αισθητικής. Πέτυχε να δώσει ένα δημιούργημα τέχνης.
Άλλωστε, ένα τωρινό ανέβασμα πρέπει να αντιμετωπίσει το δίλημμα ανάμεσα στη γοητεία που ασκεί το παλιό υλικό και στην ανάγκη ρεαλιστικής αμεσότητας που επιβάλλει το έργο.
Η Νάντια Παυλίδου παίζει κιθάρα, ο Γιάννης Καραμφίλης παίζει μπουζούκι και οι δύο τραγουδάνε ζωντανά στη σκηνή, την οποία φωτίζει τεχνηέντως ο Νύσος Βασιλόπουλος, ενώ τα μινιμαλιστικά σκηνικά και τα κοστούμια υπογράφει η Νέλλη Σφακιανάκη.
Βέβαια, ας μη γελιόμαστε. Όλα πια στην «Αγγέλα» είναι λίγο έως αρκετά «παλιά»: πρωτίστως η γλώσσα, επίσης τα κοινωνικά προβλήματα, η -μετεξελιγμένη- μοίρα αστικής και εργατικής τάξης, οι ψυχολογίες, τα μοντέλα ζωής και συγκρούσεων. Έτσι, για να υπηρετηθεί σωστά ένα τέτοιο υλικό, δε φθάνουν οι ορθές οδηγίες, απαιτούνται και έμπειροι ηθοποιοί για να αναπαραστήσουν πειστικά μια εποχή περασμένη, μαζί με τα ήθη της. Η παράσταση διαθέτει νέους και παλιούς ηθοποιούς, αφοσιωμένους αλλά και άτεχνους, ορμητικούς αλλά και κατά περίπτωση υπερβολικούς, μέσα στην περίσταση, αλλά όχι πάντα και μέσα στη γενική συνθήκη. Ωστόσο, αναγνωρίζω- όπως πάντα – ότι οι ηθοποιοί μεταφέρουν έντονα τον τελειοθηρικό μόχθο που καταβάλουν, για να επιτύχουν ερμηνευτική συνοχή και ποιότητα, όχι τελειότητα.
Η Ιωάννα Παγιατάκη ερμηνεύει δυναμικά την Αγγέλα ( είχε παίξει και στην παράσταση του Τάσου Μπαντή το 1998), αντιπροσωπευτικότερη στο γνήσιο αίσθημά της, ενώ ο νεαρός Νικόλαος Δροσόπουλος, υποδειγματικά υποδύεται τον Λάμπρο, ένα στιβαρό πρότυπο αρσενικού ανδροκρατούμενης εποχής.
Όλοι οι συντελεστές αξίζουν επαίνους. Είναι τόσο ολοκληρωμένη η άποψη, που το κοινό την επιβραβεύει με θερμό χειροκρότημα.
Επίλογος
Ένα βίαιο παραμύθι ενηλικίωσης, ξετυλίγεται ανάμεσα στις αντιθέσεις…
Όνειρα που συνθλίβονται στην πραγματικότητα…
αλήθειες που βυθίζονται στα ψέματα…
κραυγές που πνίγονται στη σιωπή,
μνήμες που παρασύρονται στη λήθη…
και μια αναγκαία αντίσταση που παλεύει με την υποταγή, στο γνωστότερο και πιο πολυπαιγμένο έργο του Σεβαστίκογλου. Γραμμένη το 1957 στη Μόσχα και με εκλεκτικές συγγένειες προς την «Αυλή των θαυμάτων» και την «Έβδομη μέρα της δημιουργίας» του Καμπανέλλη, με εμφανείς επιρροές Τσέχωφ και Λόρκα και σε ζουμερή λαϊκή γλώσσα, έγινε σύμβολο μιας εποχής.
Η πρόταση του Κ.Θ.Β.Ε. με την υπογραφή Δημήτρη Μπίτου είναι, πιστέψτε με, ισχυρή πρόκληση για να δείτε την παράσταση στο «Μικρό» της Μονής Λαζαριστών.
Συντελεστές
Δραματουργική επεξεργασία- Σκηνοθεσία: Δημήτρης Μπίτος
Σκηνικά- Κοστούμια: Νέλλη Σφακιανάκη
Φωτισμοί: Νύσος Βασιλόπουλος
Βοηθός Σκηνοθέτη: Ελένη Μεντεκίδου
Βοηθός Σκηνογράφου-ενδυματολόγου: Χριστίνα Θαλασσά
Οργάνωση παραγωγής: Μαριλύ Βεντούρη
Photos under That long black cloud
Παίζουν οι ηθοποιοί: Θεοδώρα – Έλλη Αθανασοπούλου (Φανή), Ιορδάνης Αϊβάζογλου (Στράτος), Μελίνα Αποστολίδου (Γεωργία), Νικόλαος Δροσόπουλος (Λάμπρος), Ζωή Ευθυμίου (Νέρα), Γιάννης Καραμφίλης (Μουσικός- Εϊβαλάδες), Ελένη Μιχαηλίδου (Άννα), Ιωάννα Παγιατάκη (Αγγέλα), Θοδωρής Πολυζώνης (Μένιος)
Μουσικοί επί σκηνής: Γιάννης Καραμφίλης (Μπουζούκι, φωνή), Νάντια Παυλίδου (Κιθάρα, φωνή)
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Μπορεί να σας ενδιαφέρουν
Πολιτισμός
Μηνάς Βιντιάδης «ΤΟ ΜΙΣΟ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝ» στο «Μικρό» της Μονής Λαζαριστών σε σκηνοθεσία Γιώργου Κιουρτσίδη
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Πώς τα παιχνίδια του μυαλού μπορούν να ξεχωρίσουν τη φαντασία από την πραγματικότητα; Σε αυτό το ερώτημα καλούνται να απαντήσουν οι θεατές που παρακολουθούν το νέο θεατρικό έργο του Μηνά Βιντιάδη «Το μισό του μηδέν» που παρουσιάζεται, σε πρώτη πανελλήνια, από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος.
Στην πιο γενικευμένη έννοια της η λέξη «παράσταση» αναφέρεται στην ενέργεια, τη δράση ή τη συμπεριφορά. Ειδικότερα, η ψυχολογία της «παράστασης» αναφέρεται στη συνθήκη κατά την οποία το άτομο σκέφτεται, αισθάνεται και συμπεριφέρεται, όπως συμβαίνει στο έργο που σκηνοθετεί έξυπνα ο Γιώργος Κιουρτζίδης.
Όπως σε έναν λαβύρινθο υπάρχουν αμέτρητα αδιέξοδα και δρόμοι που μπερδεύουν, έτσι και το μυαλό μπορεί να χαθεί σε αναμνήσεις, υπερανάλυση, εσωτερικές συγκρούσεις ή ανασφάλειες. Στον συμβολισμό του λαβύρινθου, η πορεία προς το κέντρο είναι ένα ταξίδι προς την αυτογνωσία, την επαφή με το ασυνείδητο και τις βαθύτερες υπαρξιακές αγωνίες.
Στο αλληγορικό σκηνικό της Άννας- Μαρίας Αγγελίδου, κυριαρχεί ο «Λαβύρινθος» των σχέσεών μας, του νου μας, των αληθειών μας, των κινήτρων μας, των συναισθημάτων μας, της ταυτότητάς μας και ως σκηνοθετικό μοτίβο αλληλεπίδρασης κυριαρχεί η εναλλαγή, η περιστροφή και η αποδόμηση του «οικείου», η σχεδόν παντελής κι απόκοσμη απουσία οπτικής επαφής κι επικοινωνίας, συμπληρωμένη από μια εικονική διάσταση της φαντασίας και ένα είδος λόγου, που καθιστά τον θεατή προβληματισμένο, έστω κι αν είναι πραγματικός διάλογος ή φανταστικός μονόλογος!
Σε όλο το έργο κυλάει ένας κομψός κι απέριττος συγγραφικός λόγος, μελετημένος, ρεαλιστικός και συγκινητικός.
Σκηνοθετικό σημείωμα
Ένα σύγχρονο νεοελληνικό έργο, που κινείται στον χώρο του κοινωνικού-ψυχολογικού θεάτρου.
«Το μισό του μηδέν», πέρα από ευφάνταστος τίτλος έργου, λειτουργεί ως σύμβολο απουσίας, κενού, έλλειψης και μοναξιάς. Πάνω σε έναν πολυμορφικό και πολυεπίπεδο καμβά εξυφαίνονται οι διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων, αποκαλύπτοντας ανάγκες, εξαρτήσεις, μυστικά και απογοητεύσεις.
Εδώ όμως υπεισέρχεται και η ιδιαιτερότητα του έργου, καθώς όλα τα ανωτέρω καλύπτονται κάτω από την ομπρέλα της ασθένειας του ήρωα. Μια ασθένεια, η οποία προσβάλλει τους μετωπιαίους λοβούς, οδηγώντας αργά αλλά σταθερά στην έλλειψη της συνείδησης, στη λήθη στην απουσία και τέλος στο θάνατο.
Ό,τι διαδραματίζεται στο έργο, συμβαίνει μέσα στο μυαλό του ήρωα σε παγωμένο χρόνο. Σε μια ρωγμή αυτού του σταματημένου χρόνου προβάλλονται όλες οι σκέψεις του, ως διάλογοι, εικόνες, επαναλήψεις, σε έναν λαβύρινθο από: κενό, απουσία, έκλαμψη, βύθιση και συνειδητότητα.
«Το μισό του μηδέν» παραπέμπει στο ανύπαρκτο. Ωστόσο, αποκτά ένα ιδιαίτερο δραματικό βάρος, όταν συνδέεται με την ανθρώπινη εμπειρία και υπόσταση.
Ένα έργο -εργαλείο, καθώς επιτρέπει δραματουργικά μέσα από σουρεαλιστικές φόρμες, να προσπαθήσει κανείς να προσεγγίσει και να ανιχνεύσει τη χαοτική διαδικασία σκέψης του μυαλού. Κάτω από το βάρος της ασθένειας, ο χαρακτήρας δίνει μια σκληρή και εναγώνια νοητική μάχη, καθώς προσπαθεί να επεξεργαστεί και να κατανοήσει την ίδια του τη ζωή.
Υπάρχουν πολλές ψυχολογικές και φιλοσοφικές προεκτάσεις, δίνοντας έτσι στον θεατή τροφή για σκέψη και αναζήτηση.
Γιώργος Κιουρτσίδης
Ένα ξαφνικό γεγονός έρχεται να ανατρέψει τη ζωή ενός τραπεζικού υπαλλήλου, ο οποίος ζει με την οικογένειά του μια φαινομενικά συμβατική ζωή. Μια αναπάντεχη είδηση θα τον οδηγήσει στον απολογισμό των επιλογών του, των σχέσεών του και της ίδιας του της ύπαρξης. Θα βρεθεί αντιμέτωπος με τους μεγαλύτερους φόβους του, αλλά και με τις πιο τολμηρές του φαντασιώσεις. Θα αναμετρηθεί με τον εαυτό του, με πολλά και με τίποτα, αναζητώντας μέχρι το τέλος ένα ουσιαστικό νόημα.
Στο «Μισό του μηδέν», ο Μηνάς Βιντιάδης ξεκινά από μια σχεδόν κινηματογραφική συνθήκη: ένας άντρας ονειρεύεται ότι κερδίζει δέκα εκατομμύρια ευρώ σε τυχερό παιχνίδι. Το όνειρο μοιάζει τόσο αληθινό, ώστε αποφασίζει να το διηγηθεί στη γυναίκα του, στην κόρη του και στον καλύτερό του φίλο. Εκείνοι τον ακούν και, με έναν παράξενο τρόπο, συμπεριφέρονται σαν τα χρήματα να έχουν πράγματι κερδηθεί.
Και τότε το όνειρο γίνεται πραγματικότητα.
Ή τουλάχιστον έτσι μοιάζει.
Λίγες μέρες αργότερα ο άντρας εξαφανίζεται, έχοντας μαζί του το αμύθητο ποσό. Όταν επιστρέφει, η ζωή των ανθρώπων γύρω του έχει ήδη αλλάξει. Παρεμπιπτόντως, έχει αλλάξει και η δική του ζωή. Ωστόσο, τα χρήματα, όσο μεγάλη δύναμη κι αν έχουν, δεν είναι τελικά το πιο επικίνδυνο πράγμα στην ιστορία.
Το πιο επικίνδυνο είναι η μνήμη.
Ο σκηνοθέτης, ακολουθώντας τη δομή του έργου στήνει ένα παιχνίδι, όπου η πραγματικότητα διαρκώς γλιστρά κάτω από τα πόδια των ηρώων. Οι αναμνήσεις δε λειτουργούν ως ασφαλές καταφύγιο. Δεν είναι ένα αρχείο στο οποίο επιστρέφουμε για να ανασύρουμε με ακρίβεια όσα συνέβησαν. Είναι υλικό εύπλαστο, ευάλωτο στην επιθυμία, στον φόβο, στην ενοχή και στην ανάγκη μας να αφηγηθούμε διαφορετικά τη ζωή μας.
Ο κεντρικός ήρωας (πολύ καλός ο Θοδωρής Πολυζώης) βρίσκεται αντιμέτωπος με αυτήν ακριβώς τη ρωγμή. Θεωρεί πως όσα θυμάται αποτελούν πιστά αντίγραφα του παρελθόντος. Σταδιακά όμως, ανακαλύπτει ότι κάθε ανάκληση μπορεί να είναι και μια καινούργια εκδοχή της ίδιας ιστορίας. Και κάπου εκεί το ερώτημα παύει να αφορά μόνο εκείνον.
Αξιοσημείωτες οι ερμηνείες των συμπρωταγωνιστών του στους ρόλους του φίλου, της συζύγου και της κόρης , αυτών των ξυπόλυτων οικείων αερικών, που κυριολεκτικά στριφογυρίζουν στον λαβύρινθο του νου του.
Ο Αλέξανδρος Ζαφειριάδης, η Ελένη Τέτουλα κι η Ρέα Καραδέδου – Ισουά, μας ταξιδεύουν στην υπόθεση σουρεαλιστικά μεν, υπαρξιακά δε!
Ο στόχος της παράστασης είναι να γεννήσει ερωτήσεις, τις απαντήσεις των οποίων καλούνται να δώσουν οι θεατές. Πόσο καλά γνωρίζουμε τους ανθρώπους που αγαπάμε; Και πόσο καλά γνωρίζουμε τον εαυτό μας;
Οι ήρωες τοποθετούνται σε ένα περίπλοκο τοπίο, όπου η αλήθεια δεν είναι ποτέ απολύτως ασφαλής. Η οικογένεια, η φιλία, οι παλιές σχέσεις, οι κοινές αναμνήσεις, όλα όσα θεωρούμε δεδομένα, μπορούν ξαφνικά να αποκτήσουν μια δεύτερη ανάγνωση. Μια ανάγνωση που αλλάζει το παρελθόν, αλλά και το παρόν.
Και, ίσως, αυτό να είναι το διακύβευμα. Ότι πίσω από την ιστορία ενός ανθρώπου που κερδίζει ένα τεράστιο ποσό, κρύβεται μια ψυχανάλυση για την ανθρώπινη ανάγκη να επινοεί τη δική της αλήθεια.
Ο ίδιος ο Μηνάς Βιντιάδης περιγράφει τον ήρωά του, ως έναν άντρα που γίνεται έρμαιο του μυαλού του, που τον οδηγεί να πιστεύει πως οι αναμνήσεις του είναι πιστά αντίγραφα στιγμών του παρελθόντος, ενώ στην πραγματικότητα μεταμορφώνονται κάθε φορά που επιστρέφει σε αυτές.
Κι έτσι, πίσω από τα εκατομμύρια, το ψέμα και την εξαφάνιση, το κείμενο ανοίγει μια πολύ πιο προσωπική συζήτηση: τι κρατάμε από τη ζωή μας και τι ξαναγράφουμε χωρίς καν να το αντιλαμβανόμαστε;
Πιθανώς, η μνήμη να μην είναι ο μηχανισμός που διασώζει το παρελθόν, αλλά ο τρόπος με τον οποίο το παρελθόν συνεχίζει να μας διαμορφώνει.
Και μέσα σε αυτή τη συνθήκη η απόδοση στη σκηνή αφήνει χώρο και για κάτι ακόμη: το συναίσθημα. Για όσα δεν καταγράφονται εύκολα, για όσα το μυαλό παραμορφώνει ή κρύβει, αλλά επιστρέφουν από έναν διαφορετικό δρόμο.
«Το μισό του μηδέν» είναι ένα ψυχογράφημα της φύσης μας, γραμμένο με τρυφερότητα και ευαισθησία. Τα πρόσωπα του έργου καλούνται να αντιμετωπίσουν τις απρόβλεπτες εκδοχές της ζωής είτε αυτές προκύπτουν από την τύχη είτε από την ατυχία, αποκαλύπτοντας τις πολλαπλές όψεις της ανθρώπινης υπόστασης.
Ακροβατώντας ανάμεσα στο όνειρο και τον εφιάλτη, τη φαντασία και την πραγματικότητα, ο σκηνοθέτης χειρίζεται με δεξιοτεχνία τα διαφορετικά επίπεδα τόπου και χρόνου, μέσα σε ένα σκηνικό σύμπαν, όπου η φαντασία και η πραγματικότητα διαπλέκονται, όπως η περιπλάνηση μέσα σ’ έναν λαβύρινθο, όπου η έξοδος είναι το κερδισμένο στοίχημα, εφόσον υπάρξει έξοδος.
Χρησιμοποιώντας το εύρημα του αναπάντεχου γεγονότος δοκιμάζει τα όρια των ανθρώπινων σχέσεων και διερευνά την ειλικρίνεια, την αγάπη και τη σταθερότητά τους, διεισδύοντας κάτω από την επιφάνεια των κοινωνικών συμβάσεων.
Οι ερμηνείες των τεσσάρων ηθοποιών πειθαρχημένες στη σκηνοθετική γραμμή, η μουσική του Γιώργου Μάρκου και οι φωτισμοί του Γιάννη Τούμπα συνεπικουρούν στη μυστηριώδη, σουρεαλιστική ατμόσφαιρα, ενώ το λευκό των κοστουμιών και του σκηνικού θυμίζει κενά μνήμης, όμως στιγματίζεται από το μαύρο κοστούμι του κεντρικού ήρωα, σαν ένα παράθυρο στην άνοια, σαν ένα βιολογικό ρολόι που οδεύει στο μηδέν και του απέμεινε το μισό του, μπορεί και το αντίστροφο, όσον αφορά στα χρώματα.
Διάρκεια παράστασης: 75′
*Κατάλληλο για θεατές άνω των 12 ετών
Συντελεστές
Σκηνοθεσία: Γιώργος Κιουρτσίδης
Σκηνικά – Κοστούμια: Άννα-Μαρία Αγγελίδου
Οργάνωση παραγωγής: Πέτρος Κοκόζης
*Βοηθός σκηνοθέτη στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης: Μαρία ΑλεξούδΗ
Διανομή
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Πολιτισμός
«Ο Γλάρος» του Τσέχοφ ή «Η ικανότητα να αντέχεις» στο «Αριστοτέλειον» Θεσσαλονίκης
«Ο Γλάρος» του Τσέχοφ ή «Η ικανότητα να αντέχεις» στο «Αριστοτέλειον» Θεσσαλονίκης
- ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
- «Είμαι ένας γλάρος… Όχι, δεν είναι αυτό. Είμαι μια ηθοποιός. Λοιπόν, ναι! Κι εκείνος είναι εκεί… Δεν πειράζει. Ναι, δεν πίστευε στο θέατρο, γελούσε με τα όνειρά μου, κι έτσι σιγά σιγά σταμάτησα να πιστεύω κι εγώ, έχασα το κουράγιο μου… Κι ύστερα ήρθαν τα βάσανα του έρωτα, η ζήλια, ο διαρκής φόβος για το παιδί… Έγινα μικροπρεπής, ασήμαντη, έπαιζα χωρίς ψυχή. Δεν ήξερα τι να κάνω τα χέρια μου στη σκηνή, δεν ήλεγχα τη φωνή μου. Δεν μπορείς να φανταστείς πώς είναι να νιώθεις ότι παίζεις φρικτά.Είμαι ένας γλάρος… Όχι, δεν είναι αυτό. Θυμάσαι που σκότωσες έναν γλάρο; Ένας άνθρωπος περνούσε τυχαία, τον είδε και, έτσι, επειδή δεν είχε τι άλλο να κάνει, τον κατέστρεψε… Μια ιδέα για μικρό διήγημα…» ΝΙΝΑ, από τη μετάφραση του Αντώνη Γαλέου.
Πρόκειται για μια τολμηρή και παρακινδυνευμένη σύγχρονη ανάγνωση του εμβληματικού έργου του Άντον Τσέχοφ, «Ο Γλάρος», όπως γράφει ο σκηνοθέτης Γιώργος Βάλαρης, που γεφυρώνει τον κλασικό λόγο με τη σημερινή καλλιτεχνική αναζήτηση.H παράσταση φωτίζει εκ νέου τα υπαρξιακά αδιέξοδα, τις συγκρούσεις ανάμεσα στον έρωτα και τη ματαίωση, τη σύγχρονη κοινωνική αδράνεια και την αγωνία της δημιουργίας σε έναν κόσμο που φθείρει τα όνειρα. - Ένα έργο μικρών καθημερινών πόνων, ανθρώπινης περηφάνιας, ματαιοδοξίας και χαμένης αξιοπρέπειας. Τα πρόσωπα του είναι απλοί άνθρωποι του καθημερινού βίου, που ζουν μίζερα στη μουντή και μελαγχολική πραγματικότητα της ρωσικής επαρχίας στα τέλη του 19ου αιώνα και αγωνίζονται να επανακτήσουν τη χαμένη τους αξιοπρέπεια. Ο βασικός καμβάς του έργου περιγράφει τον έρωτα δύο ευαίσθητων νέων και τον τρόπο που οι συνθήκες του περιβάλλοντος συντρίβουν τα όνειρα και τις φιλοδοξίες τους.Ο Τσέχοφ εμπλουτίζει τον απλό αυτό μύθο με παράλληλες συμπεριφορές, εσωτερικές συγκρούσεις και ερωτικά τρίγωνα.
Η Αρκάντινα, διάσημη ηθοποιός, της οποίας η έντονη παρουσία κυριαρχεί τόσο στη σκηνή όσο και στις προσωπικές της σχέσεις, φτάνοντας στο εξοχικό του αδελφού της Σόριν, για το Σαββατοκύριακο, βρίσκεται μπλεγμένη σε μια καταιγίδα αντικρουόμενων επιθυμιών.Ο γιος της Κονσταντίν, αγωνίζεται να βγει από τη σκιά της, καθώς κυνηγά τις δικές του καλλιτεχνικές φιλοδοξίες.Ο εραστής της, ο διάσημος συγγραφέας Τριγκόριν, γίνεται αντικείμενο θαυμασμού και έρωτα για την επίδοξη νεαρή ηθοποιό Νίνα.Οι ζωές τους μπλέκονται σε ένα τοπίο έρωτα, φιλοδοξίας και απογοήτευσης, όπου όλοι επιθυμούν κάτι που δεν μπορούν να αποκτήσουν.
Γραμμένος το 1895 ο «Γλάρος» εγκαινίασε μια νέα θεατρική γλώσσα, όπου το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από τα γεγονότα στις συνέπειές τους.Στον κόσμο του Τσέχοφ, οι πιο κρίσιμες πράξεις συμβαίνουν εκτός σκηνής και αυτό που παρακολουθούμε είναι το αποτύπωμά τους στις ζωές των ανθρώπων.Όλοι ονειρεύονται μια ζωή διαφορετική από αυτή που ζουν. Και όλοι αποτυγχάνουν, όχι θεαματικά, αλλά υπαρξιακά. - Στην παράσταση, βλέπουμε κι ακούμε μια περίπλοκη ιστορία, όπως περίπλοκη είναι και η πορεία των ανθρώπων στη ζωή.Στη σκηνή τα πρόσωπα του έργου περνούν τον χρόνο τους λέγοντας ιστορίες και σκέψεις. Μιλούν για τις ζωές τους και τα όνειρά τους.Είναι αδύναμοι άνθρωποι που οικτίρουν τις ζωές τους και ψάχνουν από κάπου να πιαστούν. Ματαιόδοξοι άνθρωποι που επιζητούν απεγνωσμένα την αναγνώριση.Άνθρωποι που βαριούνται, άνθρωποι που εξασκούνται στην αυτολύπηση, άνθρωποι που πενθούν τη ζωή τους, άνθρωποι που πασχίζουν να ερωτευθούν, να βιώσουν την ευτυχία.
Αυτοί είναι οι ήρωες στον Γλάρο (1895), το έργο του Τσέχοφ που εγκαινίασε ένα νέο είδος δραματουργίας, όπου αντί για έναν κεντρικό ήρωα, πρωταγωνιστούν πολλοί, μια μικρή κοινωνία. - Ο Τσέχοφ χαρακτήρισε το έργο του ως «κωμωδία σε τέσσερις πράξεις». Μια κωμωδία, όπου δε συμβαίνει σχεδόν τίποτα, και όμως, οι ήρωες είναι σπουδαίοι, αν και βουλιάζουν μέσα στην ανούσια καθημερινότητά τους.
Πέρα από το θέατρο, πέρα από τη λογοτεχνία, πέρα από τον έρωτα, η παράσταση αυτή μιλάει για την κοινωνία και, ταυτόχρονα, για τη θεοδικία και για τον υπαρξισμό (από φιλοσοφική σκοπιά) ή τον μυστικισμό (από καθαρά θρησκευτική σκοπιά) : ο Θεός και η απουσία του. Η πίστη και η δοκιμασία της. Η εξέγερση και η προετοιμασία της. Η ευτυχία και η ανάμνησή της. Η ποίηση και η επιβίωσή της. - Πώς παλεύουμε με τα κύματα του ανεξάντλητου Κόσμου; Τί αφήνει πίσω του το πέρασμά μας από τη ζωή; Υπάρχει ελπίδα για τους δυστυχισμένους;
Όλοι οι ήρωες ερωτεύονται κι απογοητεύονται. Εκρήγνυνται, φωνάζουν και κλαίνε κι έπειτα χορεύουν όλοι μαζί, αγαπημένοι πάλι. Αστειεύονται με θάρρος κοιτάζοντας την καταστροφή και τον θάνατο. Αυτοί οι ήρωες δεν είναι ούτε θεοί, ούτε βασιλιάδες, ούτε πολεμιστές.Είναι όπως ένα μερμήγκι που κατεβαίνει τον τοίχο, χωρίς καμιά αλαζονεία πως τάχα επιτελούν έναν άθλο. Οι ήρωες αυτοί δημιουργήθηκαν από τον Τσέχοφ, 21 χρόνια πριν από μια μεγάλη Επανάσταση. Άραγε σήμερα, που ξαναεμφανίζονται, τί προμηνύουν; - Είτε νέοι είτε ώριμοι και έμπειροι, οι ήρωες του Γλάρου ονειρεύονται τον έρωτα: τον κυνηγούν, τον εξυμνούν, τον αποθεώνουν, ακόμα και τη ζωή τους θυσιάζουν για χάρη του. Ο Μεντβεντένκο, ο δάσκαλος, ( Πάνος Κλάδης) αγαπά τη Μάσα (Νάνσυ Μπούκλη), εκείνη όμως θέλει διακαώς τον Κονσταντίν (Δημήτρης Τσίκλης), ο οποίος λιώνει για τη Νίνα (Αναστασία Γαλερού Βλάσση) , που με τη σειρά της λαχταρά τον Τριγκόριν (Παναγιώτη Μπουγιούρη) , που είναι υποταγμένος στην Αρκάντινα (Κατερίνα Διδασκάλου), και δεν έχει τέλος αυτός ο χορός κεραυνοβολημένων εξομολογήσεων, πονεμένων αναστεναγμών και μαζοχιστικών προσκολλήσεων.
Εν μέρει, όλη αυτή η ρομαντική υπερβολή οφείλεται στην καλλιτεχνική φύση των περισσοτέρων: ο Κονσταντίν αναζητεί τη φωνή του γράφοντας θεατρικά έργα, ενώ η Νίνα - αποτολμά την πρώτη της εμφάνιση ως ηθοποιού. Στον αντίποδα, ο Τριγκόριν θεωρείται καταξιωμένος συγγραφέας και η Αρκάντινα μια διάσημη κυρία του ρωσικού θεάτρου.
Η ευερέθιστη φαντασία πολλαπλασιάζει τις ταραχές της καρδιάς. Απομονωμένοι στην εξοχή, μακριά από τους αντιπερισπασμούς της μεγαλούπολης, οι ήρωες του Γλάρου διαθέτουν αναπόφευκτα περισσότερο χρόνο για παιχνίδια, ερωτικά ή άλλα, στα οποία επιδίδονται προκειμένου να νικήσουν την πλήξη. Ελεύθεροι να αυτοσχεδιάζουν εκεί όπου τίποτα δε συμβαίνει, οι τσεχοφικοί ήρωες φιλοσοφούν, ερωτοτροπούν, με λίγα λόγια κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν με τα γυμνά χέρια και τις μελαγχολικές διαθέσεις τους, ενώ στη σκηνή βρίσκονται όλοι σε όλη της διάρκεια του έργου, έτσι όπως το εμπνεύστηκε ο σκηνοθέτης και διασκευαστής του κειμένου Γιώργος Βάλαρης.
Η σκηνή στην παράσταση είναι σχεδόν γυμνή. Ο σκηνοθέτης υπογράφει και τη σκηνογραφία που είναι ένα χαλί, ένα τραπέζι και γύρω του καρέκλες. Ο Τσέχοφ δε χρειάζεται «σαμοβάρια» και «βαριά επίπλωση» για να λάμψει, όπως φαίνεται να «φωνάζει» το σκηνικό. Τα σύγχρονα κοστούμια πάντως, τα σχεδίασε η Ιωάννα Κουρμπέλα. - Ο υπότιτλος «η ικανότητα να αντέχεις» προστέθηκε από τον Γιώργο Βάλαρη που υπογράφει διασκευή και σκηνοθεσία και ο οποίος δηλώνει: «αυτό είναι το διακύβευμα για μένα στο έργο. Ποιος αντέχει την απόρριψη; Ποιος αντέχει την επιτυχία ή την αποτυχία σε κάθε τομέα, κοινωνικό ή προσωπικό; Ποιος αντέχει να δει τον εαυτό του χωρίς αυταπάτες; “Ο γλάρος” δεν είναι μόνο μια ιστορία απελπισμένου έρωτα ή καλλιτεχνικής φιλοδοξίας. Είναι μια μελέτη προσωπικής και κοινωνικής αντοχής. Και νομίζω ότι σήμερα, σε μια εποχή διαρκούς έκθεσης, εύκολης κρίσης και διαρκώς αυξανόμενης πίεσης, η αντοχή είναι ίσως η πιο σπάνια αρετή».
- Δυστυχώς, μια παράσταση δωματίου, όπως αυτή, παρουσιάζεται στη Θεσσαλονίκη στο αχανές «Αριστοτέλειον» και απώλεσε ένα τεράστιο ποσοστό επιτυχίας της.Θα έπρεπε, κανονικά, ο θεατής να αισθάνεται ότι βρίσκεται μέσα στον ίδιο τον μηχανισμό της σκηνής, επειδή από τα πρώτα λεπτά εγκαθιδρύεται μια συνεχής κινητικότητα: οι ηθοποιοί δεν εμφανίζονται μόνο όταν έρχεται η σειρά τους να μιλήσουν, αλλά παραμένουν παρόντες, κινούνται, στέκονται, παρατηρούν, διασχίζουν τον χώρο, σαν να μην εγκαταλείπουν ποτέ τον κόσμο του έργου.
Αυτή η διαρκής παρουσία θα έπρεπε να δημιουργεί σταδιακά την αίσθηση ότι η σκηνή δεν ορίζεται αυστηρά, ότι η δράση δεν ξεκινά και δεν τελειώνει με σαφή όρια, αλλά αναπνέει συνεχώς μπροστά στα μάτια του κοινού, πράγμα που δεν συμβαίνει, λόγω της αρχιτεκτονικής κατασκευής της. Τι κρίμα! - Η χρήση της κάμερας προσπαθεί να καταργήσει την απόσταση πλατείας- παλκοσένικου, αλλά, φευ, δεν τα καταφέρνει. Λειτουργεί ως απλό τεχνικό εύρημα. Αλλά επειδή υπάρχει μια φράση στη δράση από τον Κονσταντίν: «τη ζωή δεν τη γράφεις όπως είναι ούτε όπως θα έπρεπε να είναι. Τη ζωή τη γράφεις, όπως τη φαντάζεσαι», υποθέτω ότι λειτούργησε το ένστικτο των προσεχτικών θεατών και η εσωτερική ανάγκη ταύτισης με τους ήρωες, ώστε κερδίζει το όλο εγχείρημα μία αναγνώριση, αυτή που εκδηλώνεται στο χειροκρότημα της υπόκλισης από τους πολύ καλούς ηθοποιούς με μπροστάρισα την εμβληματική Αρκάντινα της έξοχης Κατερίνας Διδασκάλου.
- Ο ανερχόμενος συγγραφέας (τον υποδύεται μ ε πειθώ ο Παναγιώτης Μπουγιούρης), η νεαρή ηθοποιός Αναστασία Γαλερού Βάσση- ως Νίνα, που ονειρεύεται καριέρα, η διάσημη μητέρα, οι υπόλοιποι άνθρωποι της καθημερινότητας, όλοι κινούνται γύρω από την ίδια βαθιά ανικανοποίητη επιθυμία: να είναι αλλιώς η ζωή τους.
- Η ευπάθεια, η ανασφάλεια, η αίσθηση ότι διαρκώς βρίσκεται απέναντι σε κάτι μεγαλύτερο από τον ίδιο – κυρίως απέναντι στη μητέρα του και στην αποδοχή της – στον έρωτα της Νίνα, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό — αποδίδονται με αμεσότητα και εσωτερική ένταση από τον έξοχο Κονσταντίν -Δημήτρη Τσίκλη.
- Η Νάνσυ Μπούκλη ως Μάσα, αποδίδει πειστικά τη μόνιμη πληγή του ανεκπλήρωτου έρωτα, μια μορφή που κουβαλά διαρκώς απογοήτευση χωρίς να την εξωτερικεύει υπερβολικά.
- Ο Τάκης Σακελλαρίου είναι ο Σόριν, ο οποίος λειτουργεί σαν ήρεμη παρουσία μέσα στην ένταση των υπολοίπων, σχεδόν σαν η φωνή μιας εμπειρίας που έχει ήδη αποστασιοποιηθεί από τα μεγάλα πάθη.
- Ο Βασίλης Αφεντούλης και ο Πάνος Κλάδης συμπληρώνουν ουσιαστικά το σύνολο, κρατώντας τις απαραίτητες ισορροπίες μέσα στον κόσμο του έργου.
- Η μουσική-ηχητική επένδυση από τον Τζεφ Βάγγερ υπογραμμίζει τον σύγχρονο χαρακτήρα της παράστασης.
- Ο σχεδιασμός φωτισμών από τους Αλέκο Αναστασίου και Χάρη Δάλλα, ατμοσφαιρικοί και δυναμικοί, δημιουργούν σκηνές εντυπωσιακής αισθητικής.
- Στην εύληπτη μετάφραση του Αντώνη Γαλέου, ο γλάρος συμβολίζει την αθωότητα, την ελευθερία, τα ανεκπλήρωτα όνειρα και την καταστροφή που επιφέρει ο ανθρώπινος εγωισμός.
- Ταυτότητα παράστασης
- Μετάφραση: Αντώνης ΓαλέοςΔραματουργική επεξεργασία-Διασκευή -σκηνοθεσία -σχεδιασμός σκηνικού: Γιώργος Βάλαρης Μουσική σύνθεση: Τζεφ ΒάγγερΚοστούμια: Ιωάννα ΚουρμπέλαΚίνηση – χορογραφία: Αλέξανδρος ΣταυρόπουλοςΣχεδιασμός φωτισμών: Αλέκος Αναστασίου – Χάρης ΔάλλαςΒοηθός σκηνοθέτη: Κωνσταντίνος Φρίγγας Φωτογραφίες: Διόνυσος ΣούληςPromo artwork video: Φαίη ΣούκουSocial media-Διαφήμιση: Βασίλης ΛιάκοςΟργάνωση παραγωγής: Χρυσαντίνα Κούλουμπου
- Εκτέλεση παραγωγής: Ιουλιέτα ΚαραχάλιουΟργάνωση γραφείου Παραγωγής: Βικτώρια Λώλη, Χαρούλα ΛώληΓραφιστική επιμέλεια: Αργυρώ ΤσοτσώνηΠαραγωγή: Αrtinfo + Αττικές παραγωγές (Γιώργος Βάλαρης)
- Διανομή Αρκάντινα: Κατερίνα Διδασκάλου Τριγκόριν: Παναγιώτης Μπουγιούρης Σόριν: Τάκης Σακελλαρίου Κονσταντίν: Δημήτρης Τσίκλης Μάσα: Νάνσυ Μπούκλη Νίνα: Αναστασία Γαλερού Βλάσση Γιατρός: Βασίλης Αφεντούλης Δάσκαλος: Πάνος
- Διάρκεια: 90 λεπτά
- ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Πολιτισμός
CO-HOUSING του Παύλου Τσακαλίδη: Μια διαγενεακή θεατρική σύμπραξη
Μια ξεχωριστή θεατρική παράσταση, καρπός της συνεργασίας ανθρώπων διαφορετικών γενεών, παρουσιάζεται στο Αμφιθέατρο «Φρίξος Παπαχρηστίδης» στην Ελευθερούπολη από μια διαγενεακή ομάδα της περιοχής, με μέλη του ΚΑΠΗ Ελευθερούπολης επί σκηνής και εφήβους δημιουργούς στα παρασκήνια.
Τέσσερις ηλικιωμένες που μοιράζονται την καθημερινότητά τους σε έναν εναλλακτικό και σύγχρονο χώρο συγκατοίκησης (co-housing), αποφασίζουν να διεκδικήσουν ξανά μια θέση στο προσκήνιο της ζωής που αξίζει σε όλους μέσα από έναν θεατρικό διαγωνισμό του Δήμου τους. Ενώ αναζητούν το πέμπτο άτομο που θα συμπληρώσει την ομάδα τους, στην προσπάθειά τους να δημιουργήσουν τη δική τους παράσταση, ανακαλούν στιγμές από το παρελθόν τους και έρχονται αντιμέτωπες με τη μοναξιά, τον αποκλεισμό και τον ηλικιακό ρατσισμό. Θα καταφέρουν τελικά να ανέβουν στη σκηνή χωρίς να έρθουν αντιμέτωπες με όσα κουβαλούν;
Μια παράσταση που με όχημα το χιούμορ και την τρυφερότητα, και αξιοποιώντας παράλληλα τεχνικές του θεάτρου-ντοκουμέντου, αγγίζει ζητήματα όπως η μοναξιά, η μνήμη, η κοινωνική αορατότητα της τρίτης ηλικίας, αλλά και η ανάγκη όλων – ανεξαρτήτως ηλικίας – να ανήκουν κάπου και να ακούγονται.
ΣΚΗΝΟΘΕΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Τι συμβαίνει όταν η εμπειρία μιας ολόκληρης ζωής συναντά τη νεανική ορμή για δημιουργία; Ως έφηβος δημιουργός, η ιδέα της συνύπαρξης ηλικιωμένων performers στο προσκήνιο με έναν κήπο εφήβων δημιουργών της περιοχής στα παρασκήνια με γοήτευσε από την πρώτη στιγμή. Δύο κόσμοι, φαινομενικά τελείως διαφορετικοί, συναντηθήκαμε στον ίδιο χώρο για να μοιραστούμε συναισθήματα, σκέψεις και ιστορίες με την ελπίδα ότι θα μετατοπίσουν την οπτική μας. Παράλληλα, αξιοποιώντας εργαλεία του θεάτρου-ντοκουμέντου, επιδιώξαμε να αγγίξουμε καθολικά τη διαδρομή μιας ολόκληρης γενιάς και να ανασύρουμε τις αναμνήσεις, τις φοβίες της, το χιούμορ και τα όνειρα που η ζωή ή η κοινωνία επέλεξε να κρατήσει για καιρό στην άκρη. Και τελικά, αυτή η συνάντηση συνέβη. Συμβαίνει. Και έχει ως στόχο να αποδείξει πως η ανάγκη μας να ακουστούμε, να νοιαστούμε και να ανήκουμε κάπου δε γνωρίζει ηλικιακά σύνορα.
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Κείμενο & Σκηνοθεσία: Παύλος Τσακαλίδης
Βοηθός Σκηνοθέτη & Κινησιολογία: Βενετία Χαλοφτίδου
Σκηνογραφία & Συνδιαμόρφωση φωτισμών: Δημήτρης Κεστρίτσαλης
Μουσική: Magnus Moone
Συνεργασία στον ηχητικό σχεδιασμό: Φρατζέσκο Λούβαρης, Κώστας Ρέμπας
Έρευνα/ Συλλογή υλικού: Φώτης Τεκτονίδης, με τη συνεισφορά της ομάδας
Graffiti art/ Εικαστική παρέμβαση: Μαρίνα Β. Κιλινκαρίδου, Μαρίνα Π. Κιλινκαρίδου
Κατασκευή Σκηνικού: Λάζαρος Κυριακίδης, Βασίλης Παπαευαγγέλου
Τεχνικός Φωτισμών: Σαράντης Μιντζιρίκης
Τεχνικός Ήχου: Βασίλης Μπάμπας
Οργάνωση Παραγωγής: Κατερίνα Φιλιππίδου (κοινωνική λειτουργός του «Βοήθεια στο Σπίτι»
Ελευθερούπολης)
Παίζουν: Ελισάβετ Ακριβού, Βίκυ Καζόλη, Δήμητρα Ρουσοπούλου, Πετρινή Σουπιάδου
Συμμετέχουν: Μαρία Δεληκωνσταντίνου, Κωνσταντίνος Μενεξές, Βενετία Χαλοφτίδου
*ευχαριστούμε θερμά τον Δήμο Παγγαίου και ιδιαίτερα τον Δήμαρχο Φίλιππο Αναστασιάδη για την παραχώρηση του αμφιθεάτρου, την αντιδήμαρχο Ζωή Απαζίδου, καθώς και τους Ανδρέα Καλλινικίδη και Γιώργο Καλλινικίδη για την πολύτιμη βοήθειά τους
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ & ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ
Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026 στις 20:00
Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026 στις 20:00
Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026 στις 11:15 (μαθητική παράσταση)
Αμφιθέατρο «Φρίξος Παπαχρηστίδης», Ελευθερούπολη
Διάρκεια: 60 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)
Γενική είσοδος 5€
Μειωμένο (ΑμεΑ, μαθητικές παραστάσεις, μέλη ΚΑΠΗ, οργανωμένες ομάδες) 3€
**μέρος των εσόδων θα διατεθεί για φιλανθρωπικό σκοπό
Προπώληση φυσικών εισιτηρίων από 28/9 και καθημερινά στο ΚΑΠΗ Ελευθερούπολης τηλ. 2592023315 (10:00-13:00) και στο ζαχαροπλαστείο Ntinos Patisserie στην Καβάλα από 3-6/10 (18:00-20:00).
***η πρωινή παράσταση (Δευτέρα 12/10) είναι μαθητική και αφορά αποκλειστικά σχολεία που έχουν πραγματοποιήσει ομαδικές κρατήσεις
****η παρούσα παράσταση δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα της σύμπραξης μελών του ΚΑΠΗ Ελευθερούπολης και εφήβων της πόλης σε ένα πρωτότυπο διαγενεακό θεατρικό εργαστήρι με εμψυχώτρια τη Βενετία Χαλοφτίδου και εμψυχωτές τον Δημήτρη Κεστρίτσαλη και τον Παύλο Τσακαλίδη
Προτεινόμενα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΠροκήρυξη Διεθνούς Διαγωνισμού Ποίησης εις Μνήμη του Πρωτοπρεσβύτερου Ποιητή Γεωργίου Ι. Διαμαντόπουλου. Με θέμα ꓽ «Υπάρχουν Άνθρωποι»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΘάσος: Αναστέλλεται η λειτουργία σχολικών τμημάτων και του «Θεαγένη»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμαρχος Θάσου για το πρόγραμμα ενίσχυσης επιχειρήσεων της ΑΜΘ με την διαδικασία της μη επιστρεπτέας προκαταβολής
-
ΚαβάλαΠριν 6 έτηΚαμπανάκι για την μείωση των δρομολογίων στη γραμμή Πρίνος-Καβάλα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΧορωδίες δήμου θάσου 2020
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμος Θάσου κοντά στον πολίτη, δίνει χρήσιμες συμβουλές για την εξοικονόμηση ενέργειας
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΞεκινούν οι εγγραφές στην Παιδική Θεατρική Σκηνή του Δήμου Θάσου
-
ΕλλάδαΠριν 6 έτηΣε κακούργημα μετατρέπεται το αδίκημα βασανισμού των ζώων

You must be logged in to post a comment Login