Πολιτισμός
Κ.Θ.Β.Ε. «Αγγέλα» του Γιώργου Σεβαστίκογλου
Πρόλογος
Η Αγγέλα είναι ένα από τα σημαντικότερα έργα της νεοελληνικής δραματουργίας.
Γράφτηκε στη Μόσχα το 1957, λίγα χρόνια μετά τον ελληνικό εμφύλιο κι ενώ είχε, ήδη, αρχίσει η περίοδος του ψυχρού πολέμου. Παίχτηκε τον επόμενο χρόνο στο θέατρο Βαχτάνγκωφ.
Στην Ελλάδα παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο θέατρο Τέχνης το 1964. Έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες κι έχει ανεβεί σε πολλά θέατρα της Ελλάδας και του εξωτερικού.
Πρώτη παρουσίαση από το Κ.Θ.Β.Ε. στη Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης, στο Δημοτικό Θέατρο, στις 27/03/1996. Σκηνοθεσία: Παντελής Βούλγαρης.
Μια λαϊκή τραγωδία μεταξύ ποίησης και ρεαλισμού η «Αγγέλα», ανεβαίνει ξανά στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, είκοσι έξι χρόνια μετά την πρώτη παρουσίασή της, σε σκηνοθεσία – διασκευή Δημήτρη Μπίτου.
Υπόθεση
Δεκαετία του ’50. Η Αγγέλα, ένα ορφανό κορίτσι, έρχεται στην Αθήνα από το χωριό της στον άγνωστο κόσμο της πρωτεύουσας αναζητώντας δουλειά. Εκεί αντικαθιστά μια υπηρέτρια που έχει αυτοκτονήσει, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Στο σκοτεινό και ετερόκλητο πλήθος θα συναντήσει τις άλλες υπηρέτριες μιας πολυκατοικίας, θα αφουγκραστεί τους καημούς τους, θα ανακαλύψει τα μυστικά τους, θ’ αποκτήσει φίλους κι εχθρούς. Πολύ σύντομα, όμως, ο ερχομός του Λάμπρου, αδερφού της προκατόχου της, θα ανατρέψει κάθε ισορροπία, όταν η αγωνιώδης αναζήτησή του για τους πραγματικούς λόγους της αυτοχειρίας της πρώτης υπηρέτριας, θα φέρει όλους τους ήρωες αντιμέτωπους με τα ηθικά τους διλήμματα και θα τους αναγκάσει να επαναπροσδιορίσουν άποψη.
Αγγέλα και Λάμπρος μοιραία εμπλέκονται σ’ ένα επικίνδυνο αλλά και γοητευτικό ταξίδι προς την αλήθεια, τον έρωτα και τη ζωή, ένα ταξίδι που στην πορεία αποδεικνύεται εξίσου επώδυνο και ανατρεπτικό, με απρόβλεπτες συνέπειες για τους ίδιους και για όσους τους περιτριγυρίζουν.
Μνήμες της επαρχίας, σχέσεις, όνειρα αλλά και ένας μυστηριώδης θάνατος μπερδεύονται, με φόντο μια Ελλάδα τραυματισμένη από τον Εμφύλιο, όπου κυριαρχούν η φτώχεια, η εκμετάλλευση, η αστυνόμευση, το όνειρο της φυγής, η μετανάστευση στην Αμερική.
Ανάγνωση
Η Αγγέλα δεν είναι ένα δράμα για τις υπηρέτριες και τη μοίρα τους, αλλά ένα έργο που απομονώνει και φωτίζει τη λεπτομέρεια ενός μεγάλου πίνακα: την πραγματικότητα της δεκαετίας του ’50 με τις πληγές από το μετεμφυλιακό καθεστώς, των διώξεων και της αυθαιρεσίας να κακοφορμίζουν.
Ο συγγραφέας επιλέγει μια ομάδα απόκληρων, που υφίστανται έντονα την εκμετάλλευση και την καταπίεση, ενώ παράλληλα είναι ευάλωτοι στη διαφθορά. Ο μηχανισμός της ηθικής διάβρωσης και της διαφθοράς, που συντηρείται από τους ισχυρούς και τον κόσμο του χρήματος, κυριαρχεί δραματουργικά στο στήσιμο της πλοκής και οδηγεί στην αποκάλυψη της λειτουργίας του ίδιου του συστήματος.
Το έργο του Σεβαστίκογλου δεν καταγράφει απλώς τα περιστατικά, αλλά διερευνά τα αίτια πίσω από τα φαινόμενα, τα εντοπίζει και τα καταγγέλλει. Το σύστημα λειτουργεί ομαλά, όσο δε συμβαίνει κανένα απρόοπτο, όσο κανείς δεν αντιδρά, δε διαμαρτύρεται από φόβο, δειλία, από συμφέρον ή υπολογισμό. Και η αυτοκτονία της Τασίας είναι μια αντίδραση απελπισίας, που θα προκαλέσει την πρώτη ρωγμή. Στην πορεία του έργου το ενδιαφέρον επικεντρώνεται όχι τόσο στη λύση του μυστηρίου αλλά στα πρόσωπα και στην τοποθέτησή τους απέναντι στα περιστατικά. Το καθένα από αυτά, υπακούοντας στη δική του λογική, είναι υποχρεωμένο να εκδηλωθεί και να επαναπροσδιοριστεί. Ανανεώνεται διαρκώς και οξύνεται το ηθικό δίλημμα: αντίσταση ή υποχώρηση μπροστά στον κόσμο της σήψης και της διαφθοράς;
Ο συγγραφέας
Ο Γιώργος Σεβαστίκογλου ( 1913-1990) τροφοδότησε το νεοελληνικό θέατρο με σημαντικό συγγραφικό, μεταφραστικό, σκηνοθετικό και παιδαγωγικό έργο.
Πρέπει να μνημονεύει κανείς με ιδιαίτερο σεβασμό την περίπτωση του Γιώργου Σεβαστίκογλου. Άνθρωπος ταγμένος στην Αριστερά και χρόνια εξόριστος, αγάπησε το θέατρο όσο λίγοι, το μετέφρασε, το σκηνοθέτησε, το δίδαξε. Ακαταπόνητος μελετητής, προχώρησε από νωρίς και στη συγγραφή, αν θυμηθεί κανείς το λυρικό πρωτόλειό του «Κωνσταντίνου και Ελένης» (1943), καθώς και το πολιτικό-ψυχολογικό «Θάνατος βασιλικού επιτρόπου». Από τα πολλά της πολυκύμαντης ζωής του σταχυολογώ: δίπλα στον Κουν, μετά με τους «Νέους» των «Ενωμένων Καλλιτεχνών», κατόπιν στο θέατρο Βαχτάνγκωφ, αργότερα με τον Αντουάν Βιτέζ, στο θέατρο του Ιβρύ και στη Σορβόννη και, τέλος, μόνος με τον θεατρικό του οργανισμό «Πράξις» στο Παρίσι, μέχρι την επάνοδό του στην πατρίδα (1981) και τις μετρημένες εδώ σκηνοθεσίες του στη δεκαετία του ’80.
Σύντροφος της ζωής του από το 1945 υπήρξε η γνωστή συγγραφέας Άλκη Ζέη, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά. Πέθανε στην Αθήνα το 1990.
Έγραψε τα θεατρικά έργα: «Κόκκινη Κλωστή Δεμένη», «Κωνσταντίνου και Ελένης», «Να λευτερώσουμε τους Αλυσωμένους», «Η Μαρούσω η Βαγγέλαινα», «Σε Μαρμαρένια Αλώνια», «Αγγέλα», «Ο Θάνατος Βασιλικού Επίτροπου».
Δάσκαλος του σκηνικού λόγου, ο Γιώργος Σεβαστίκογλου εστιάζει με δεξιοτεχνία στον μικρόκοσμο, ζωγραφίζοντας την ίδια στιγμή τον κοινωνικό χάρτη μιας Ελλάδας αναγνωρίσιμης στις ζωντανές μας μνήμες ή στις παλιές οικογενειακές μας φωτογραφίες. Μετά από τρεις δεκαετίες στις σκηνές του εγχώριου θέατρου και του εξωτερικού, η «Αγγέλα» είναι, αναμφίβολα, μια από τις ευτυχέστερες στιγμές της νεοελληνικής δραματουργίας.
Η παράσταση
Φορμαλιστική και ιδιαίτερης αισθητικής γραμμής παράσταση, δουλευμένη στη λεπτομέρεια της φόρμας που επέλεξε ο σκηνοθέτης Δημήτρης Μπίτος. Το ζήτημα της Αισθητικής κυρίαρχο στη δομή της, εμφανές στη σκηνική εικαστική εγκατάσταση, στην ερμηνεία ηθοποιών με ρυθμούς Χορού αρχαίας τραγωδίας, στην επιβλητική μουσική, στα διασκευασμένα, μερικώς, ρεμπέτικα τραγούδια, στους καίριους και υποβλητικούς φωτισμούς, στην εναρμόνιση του εξαιρετικού ensemble του Κ.Θ.Β.Ε.
Πρώτος ο Πλάτωνας εισήγαγε την ιδέα της φόρμας. Η μορφή ήταν το μόνο κοινό στοιχείο και στα αισθητά και στα νοητά. Η σκέψη του Πλάτωνα αποτέλεσε τη βάση της Αισθητικής – της μελέτης του Ωραίου. Ο Αριστοτέλης πίστευε ότι η κάθαρση μπορεί να επιτευχθεί μόνο εάν το ίδιο το έργο κυριαρχείται από τη φόρμα του. Ο Ιμμάνουελ Καντ, από την άλλη, ενδιαφερόταν, κυρίως, για την έννοια της καθολικότητας. Τρία στοιχεία που ο έμπειρος θεατής αναγνωρίζει, από την είσοδο ακόμη, στο Μικρό της Μονής Λακαριστών.
Όπως λέγει και ο καθηγητής θεατρολογίας Νικηφόρος Παπανδρέου: «η όποια αποτελεσματικότητα, ψυχολογική ή πολιτική της θεατρικής δημιουργίας, εξαρτάται από την αισθητική της καταξίωση. Αν η σχέση μας με μια θεατρική παράσταση διαφέρει από τη σχέση μας με ένα εγχειρίδιο πολιτικής οικονομίας ή ψυχολογίας, είναι γιατί το θέατρο, όπως κάθε τέχνη, μας προσφέρει απόλαυση, την απόλαυση που μας δίνει κάθε φορά το σοκ της επαφής μας με την ομορφιά. Η καλλιτεχνική εμπειρία είναι απολαυστική. Άλλωστε, οι μορφές, η φόρμα, δεν είναι απλό περίβλημα. Η φόρμα δεν είναι ποτέ ανώδυνη. Στο θέατρο ο τύπος είναι η ουσία.
Μια διάταξη «κέρινων ομοιωμάτων» μας υποδέχεται στην αίθουσα του «Μικρού» της Μονής Λαζαριστών. Αγάλματα που δίνουν στίγμα της φορμαλιστικής αισθητικής της παράστασης, πλαγγόνες που, ευθύς, ζωντανεύουν για να ξετυλίξουν μια μαγική ιστορία διαπροσωπικών σχέσεων και πικρών καταστάσεων με ελάχιστα ψήγματα χαράς, μια θαυμαστή πλέξη, επί της ουσίας, μύθου και πραγματικότητας. Από τη βουβή βιτρίνα στον ζωντανό στίβο δράσης.
Δεσπόζει στο κέντρο της σκηνής μια πλατφόρμα δεμένη με σύρματα ακροβασίας, άλλοτε ως ταράτσα πολυκατοικίας- τόπος συνάντησης υπηρετριών – άλλοτε εξομολογητήριο, αλλά και πεδίο βολής φαρμακερών βελών από ταξικές κοινωνικές μερίδες σε επιλεγμένους στόχους. Ταυτόχρονα, είναι ένας Γολγοθάς για πληγωμένες ψυχές κι ένα πατητήρι παθών και πόθων, ώσπου το απόσταγμα να ρέει στην πλατεία και να γίνεται «θεία» κοινωνία. (σκηνικά – κοστούμια Νέλλη Σφακιανάκη).
Ο Δημήτρης Μπίτος αφαιρεί αυτόματα τα σύνορα της χώρας, δίνει στο έργο του Σεβαστίκογλου οικουμενικότητα και δαμάζει τον χρόνο. Η δράση γίνεται άχρονη, αλλά ουσιώδης. Αξιόλογη πρόταση. Καινοτόμα και άκρως ενδιαφέρουσα.
Το ηθικό δίλημμα ορίζει τον κύριο δραματικό άξονα του έργου, ωστόσο, η ρύθμιση των προσώπων γύρω από τον άξονα αυτόν είναι περίπλοκη. Οι χαρακτήρες είναι αντιφατικοί, ο καθένας με τις δικές του καταβολές και αδυναμίες, τα πάθη και τις ιδιαίτερες επιδιώξεις, συμβιβασμένοι και αγανακτισμένοι, ενδοτικοί και ανένδοτοι. Όμως, στην παράσταση όλοι αυτοί οι τύποι αλληλοσυμπληρώνονται σ’ ένα ενιαίο σύνολο ανθρώπων, που δρα μέσα κι έξω από τη σύμβαση που ορίζει ο σκηνικός χώρος. Με εξαιρετικό τρόπο. Σωματική κίνηση αδιάκοπη, πολυφωνία, αριστοτεχνική λεκτική σκυταλοδρομία και μεμονωμένες έξοχες σκηνές, όπως αυτή που, σαν τον γητευτή Ορφέα μελωδό, ο ήχος του πιάνου συγκεντρώνει γύρω του τα ζωάκια του σκότους ή η συναρπαστική σκηνή του νυχτερινού ραντεβού Λάμπρου- Αγγέλας στην πλατφόρμα – ταράτσα, που καθηλώνει το κοινό.
Η δυάδα Γιάννης Καραμφίλης και Νάντια Παυλίδου στο μπουζούκι, την κιθάρα και το τραγούδι, καθορίζει σημεία δράσης, συγκινεί και φέρνει εικόνες της μαυρόασπρης εποχής στο σήμερα. Σημαντική συμμετοχή, ευφυής σύζευξη από τη σκηνοθεσία.
Ο Στράτος (Ιορδάνης Αϊβάζογλου), ο άνθρωπος που ελέγχει το κύκλωμα, ο συνδετικός κρίκος του υποκόσμου με την εξουσία, έχει δίπλα του την υποτακτική του Γεωργία (Μελίνα Αποστολίδου), που είναι θύτης και θύμα μαζί, με την τυφλή της εξάρτηση από τον εραστή της.
Θύμα, επίσης, που φέρει ακέραια την ευθύνη της επιλογής της είναι η Νέρα (Ζωή Ευθυμίου), το ίδιο και η Άννα (Ελένη Μιχαηλίδου), η οποία στον απελπισμένο αγώνα για επιβίωση εκβιάζει κι εκμεταλλεύεται τη σύγχυση και προσπαθεί να επωφεληθεί.
Πολύ ακριβά, θυσιάζοντας το σπλάχνο της, θα πληρώσει η ανέμελη Φανή (Θεοδώρα- Έλλη Αθανασοπούλου) την αυθόρμητη αντίθεσή της στη σπείρα των εκμαυλιστών.
Εντυπωσιακή φιγούρα «Τζόκερ» ο Θοδωρής Πολυζώνης, βγαλμένος θαρρείς από τον «άνθρωπο που γελάει» του Ουγκώ, ακκίζεται σε slow motion ρυθμό και παριστάνει χαρακτήρες πολυδιάστατους. Από αφηγητής, γίνεται σερβιτόρος, σύζυγος, Ειβαλάς.
Ωστόσο, η επιχείρηση θα σκοντάψει, κυρίως, στην αντίσταση του Λάμπρου και της Αγγέλας, μια κίνηση που θα υποχρεώσει τα όργανα του μηχανισμού να δείξουν το αληθινό τους πρόσωπο, ν’ αποκαλύψουν τις διασυνδέσεις που διατηρούν με την εξουσία, απ’ όπου αντλούν και τη δύναμή τους ή εξασφαλίζουν την ατιμωρησία τους. Και οι δυο χαρακτήρες, της πονεμένης ηρωίδας και του αγαπημένου της, δεν είναι εξαρχής δεδομένοι. Φτιάχνονται μέσα στη δοκιμασία, ενώ σιγά- σιγά στήνεται και ορθώνεται το ηθικό τους ανάστημα.
Το έργο χαρακτηρίστηκε κατά καιρούς υπερεκτιμημένο, εξαιτίας της αριστερής ιδεολογικής τοποθέτησης του συγγραφέα και της δύσκολης εποχής στην οποία αναφέρεται. Ακόμα, υπάρχουν πολλές ελλείψεις στη δομή του. Όλη η δράση και οι ήρωες κινούνται στη δεκαετία του ’50, αλλά μόνο στον δρόμο των αριστερών. Φτωχοί, πλην τίμιοι άνθρωποι απέναντι στον υπόκοσμο και στο σύστημα που κυβερνά, ενώ κυριαρχεί το κλισέ «αγνά δουλικά – μοχθηρές κυρίες». Απόψεις, που κυκλοφορούν και σήμερα.
Όμως, η φρέσκια παράσταση που ανεβάζει το Κ.Θ.Β.Ε είναι πολύ ανώτερη από το ίδιο το έργο. Μια θαυμάσια «αναπαλαίωση» ξεφτισμένου οικοδομήματος, όπου δεν είναι απλώς η αισθητική ή η ηθική δύναμη που μεταφέρεται στον θεατή, αλλά η αυθεντική ποίηση που ο Δημήτρης Μπίτος έχει προσδώσει. Ο Σεβαστίκογλου έβαλε στην «Αγγέλα» τις ελπίδες του για έναν κόσμο καλύτερο. Έπλασε μια ηρωίδα – πεισματάρα «Αντιγόνη», που, εδώ, αντί να θάψει τον αδερφό της, αψηφώντας τη διαταγή της πολιτείας, τον ζωντανεύει στο πρόσωπο του «Λάμπρου», αψηφώντας και πάλι τη διαταγή της πολιτείας, για να πάει τον κόσμο – κόντρα σε όλους και όλα τα ισχύοντα στην εποχή- ένα βήμα μπροστά.
Το Κ.Θ.Β.Ε. τοποθέτησε με την «Αγγέλα», για άλλη μια φορά, ψηλά τον πήχη. Το έργο του Σεβαστίκογλου απαιτεί βαθύτατη και όχι επιφανειακή γνώση της ελληνικής εμφυλιακής και μετεμφυλιακής ιστορίας και κοινωνίας. Των αξιών και των ηθών, των αγώνων, των πόθων και των παθών του λαού μας. Ακόμη, απαιτεί και την άριστη γνώση της μορφολογίας και θεματολογίας που «εισήγαγε» η «Αγγέλα» του Σεβαστίκογλου στη μεταπολεμική δραματουργία και στη θεατρική τέχνη. Έργο απόλυτα πολιτικοκοινωνικό. Απόλυτης, έως σκληρής, ρεαλιστικής ακρίβειας και αλήθειας. Ο πολιτιστικός φορέας πέτυχε μια παράσταση προσεγμένη στη λεπτομέρεια, με ρυθμούς και τόνους μαυρόασπρης κινηματογραφικής ταινίας – κειμήλιο, νοσταλγικής αισθητικής. Πέτυχε να δώσει ένα δημιούργημα τέχνης.
Άλλωστε, ένα τωρινό ανέβασμα πρέπει να αντιμετωπίσει το δίλημμα ανάμεσα στη γοητεία που ασκεί το παλιό υλικό και στην ανάγκη ρεαλιστικής αμεσότητας που επιβάλλει το έργο.
Η Νάντια Παυλίδου παίζει κιθάρα, ο Γιάννης Καραμφίλης παίζει μπουζούκι και οι δύο τραγουδάνε ζωντανά στη σκηνή, την οποία φωτίζει τεχνηέντως ο Νύσος Βασιλόπουλος, ενώ τα μινιμαλιστικά σκηνικά και τα κοστούμια υπογράφει η Νέλλη Σφακιανάκη.
Βέβαια, ας μη γελιόμαστε. Όλα πια στην «Αγγέλα» είναι λίγο έως αρκετά «παλιά»: πρωτίστως η γλώσσα, επίσης τα κοινωνικά προβλήματα, η -μετεξελιγμένη- μοίρα αστικής και εργατικής τάξης, οι ψυχολογίες, τα μοντέλα ζωής και συγκρούσεων. Έτσι, για να υπηρετηθεί σωστά ένα τέτοιο υλικό, δε φθάνουν οι ορθές οδηγίες, απαιτούνται και έμπειροι ηθοποιοί για να αναπαραστήσουν πειστικά μια εποχή περασμένη, μαζί με τα ήθη της. Η παράσταση διαθέτει νέους και παλιούς ηθοποιούς, αφοσιωμένους αλλά και άτεχνους, ορμητικούς αλλά και κατά περίπτωση υπερβολικούς, μέσα στην περίσταση, αλλά όχι πάντα και μέσα στη γενική συνθήκη. Ωστόσο, αναγνωρίζω- όπως πάντα – ότι οι ηθοποιοί μεταφέρουν έντονα τον τελειοθηρικό μόχθο που καταβάλουν, για να επιτύχουν ερμηνευτική συνοχή και ποιότητα, όχι τελειότητα.
Η Ιωάννα Παγιατάκη ερμηνεύει δυναμικά την Αγγέλα ( είχε παίξει και στην παράσταση του Τάσου Μπαντή το 1998), αντιπροσωπευτικότερη στο γνήσιο αίσθημά της, ενώ ο νεαρός Νικόλαος Δροσόπουλος, υποδειγματικά υποδύεται τον Λάμπρο, ένα στιβαρό πρότυπο αρσενικού ανδροκρατούμενης εποχής.
Όλοι οι συντελεστές αξίζουν επαίνους. Είναι τόσο ολοκληρωμένη η άποψη, που το κοινό την επιβραβεύει με θερμό χειροκρότημα.
Επίλογος
Ένα βίαιο παραμύθι ενηλικίωσης, ξετυλίγεται ανάμεσα στις αντιθέσεις…
Όνειρα που συνθλίβονται στην πραγματικότητα…
αλήθειες που βυθίζονται στα ψέματα…
κραυγές που πνίγονται στη σιωπή,
μνήμες που παρασύρονται στη λήθη…
και μια αναγκαία αντίσταση που παλεύει με την υποταγή, στο γνωστότερο και πιο πολυπαιγμένο έργο του Σεβαστίκογλου. Γραμμένη το 1957 στη Μόσχα και με εκλεκτικές συγγένειες προς την «Αυλή των θαυμάτων» και την «Έβδομη μέρα της δημιουργίας» του Καμπανέλλη, με εμφανείς επιρροές Τσέχωφ και Λόρκα και σε ζουμερή λαϊκή γλώσσα, έγινε σύμβολο μιας εποχής.
Η πρόταση του Κ.Θ.Β.Ε. με την υπογραφή Δημήτρη Μπίτου είναι, πιστέψτε με, ισχυρή πρόκληση για να δείτε την παράσταση στο «Μικρό» της Μονής Λαζαριστών.
Συντελεστές
Δραματουργική επεξεργασία- Σκηνοθεσία: Δημήτρης Μπίτος
Σκηνικά- Κοστούμια: Νέλλη Σφακιανάκη
Φωτισμοί: Νύσος Βασιλόπουλος
Βοηθός Σκηνοθέτη: Ελένη Μεντεκίδου
Βοηθός Σκηνογράφου-ενδυματολόγου: Χριστίνα Θαλασσά
Οργάνωση παραγωγής: Μαριλύ Βεντούρη
Photos under That long black cloud
Παίζουν οι ηθοποιοί: Θεοδώρα – Έλλη Αθανασοπούλου (Φανή), Ιορδάνης Αϊβάζογλου (Στράτος), Μελίνα Αποστολίδου (Γεωργία), Νικόλαος Δροσόπουλος (Λάμπρος), Ζωή Ευθυμίου (Νέρα), Γιάννης Καραμφίλης (Μουσικός- Εϊβαλάδες), Ελένη Μιχαηλίδου (Άννα), Ιωάννα Παγιατάκη (Αγγέλα), Θοδωρής Πολυζώνης (Μένιος)
Μουσικοί επί σκηνής: Γιάννης Καραμφίλης (Μπουζούκι, φωνή), Νάντια Παυλίδου (Κιθάρα, φωνή)
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Μπορεί να σας ενδιαφέρουν
Πολιτισμός
«Πολυάννα Το παιχνίδι της χαράς» στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων
Η παιδική σκηνή Κάρμεν Ρουγγέρη έρχεται στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων και παρουσιάζει την παράσταση «Πολυάννα Το παιχνίδι της χαράς», την Κυριακή 30 Αυγούστου στις 21:00 στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων.
Πρόκειται για ένα «παιχνίδι» της Πολυάννας, ενός δωδεκάχρονου τρισχαριτωμένου κοριτσιού, που κατέκτησε ολοκληρωτικά τις καρδιές μικρών και μεγάλων τον χειμώνα που ανέβηκε στο Θέατρο Κιβωτός..
Η Πολυάννα, η ηρωίδα της ιστορίας, γίνεται σύμβολο αγάπης και καλοσύνης για όλους όσους θα βρεθούν στο δρόμο της. Βλέπει πάντα τη ρόδινη πλευρά της ζωής, και πιστεύει ότι κάποιος μπορεί να βρει χαρά ακόμα και σε κάτι δυσάρεστο που θα του συμβεί.
Χαρά που ομορφαίνει και καλυτερεύει τα πάντα στη ζωή.
Η παράσταση έχει πολλή ενδιαφέρουσα πλοκή. Έξυπνα σκηνικά και παραμυθένια κοστούμια προσεγμένα στη λεπτομέρεια και ακόμα εμπνευσμένες χορογραφίες πάνω σε πρωτότυπη μουσική και τραγούδια με ρυθμούς country, foxtrot, rock and roll, godspell και blues.
Τα πιόνια του παιχνιδιού αυτού είναι:
• η αισιοδοξία απέναντι στην απαισιοδοξία,
• η καλοσύνη απέναντι στην κακία,
• το ενδιαφέρον απέναντι στην αδιαφορία
• η θετική σκέψη απέναντι στην αρνητική σκέψη
• το γέλιο απέναντι στο κλάμα
• η συγχώρηση απέναντι στην εκδίκηση
• η χαρά απέναντι στην θλίψη
Promo Trailer: https://youtu.be/wibWlmDhQaQ
Λίγα λόγια για το έργο:
Ήταν μια φορά σ’ ένα μακρινό μέρος, κάπου στην Αμερική, πολλά χρόνια πριν, ένα μελαγχολικό χωριουδάκι.
Σ’ αυτό το χωριό οι κάτοικοι ήταν κάπως απρόσιτοι. Δεν πιάνανε κουβέντα εύκολα, χαμογελούσαν πολύ δύσκολα. Με άλλα λόγια… σ’ αυτό το χωριό λες ΚΑΙ ΕΙΧΕ ΧΑΘΕΙ Η ΧΑΡΑ.
Η μικρή μας ηρωίδα καταφθάνει μόνη της σε αυτό το χωριουδάκι με τους αδιάφορους και λυπημένους κατοίκους και εφαρμόζοντας το «παιχνίδι της χαράς» κατορθώνει μέσα σε λίγο διάστημα, να τους ξεσηκώσει όλους και να τους γεμίσει με αισιοδοξία, χαρά και ελπίδα.
Δήλωση της Κάρμεν Ρουγγέρη
«Το έργο έχει μια τόσο ενδιαφέρουσα πλοκή και ένα τόσο όμορφο τέλος που μπορεί να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον μικρών και μεγάλων. Κατά την γνώμη μου είναι για όλες τις ηλικίες. Οι Θησαυροί –μηνύματα που έχει το έργο αυτό είναι τόσοι που σίγουρα οι μικροί και μεγάλοι θεατές μας θα φύγουν πολύ πιο πλούσιοι από την παράσταση αυτή».
Δήλωση της Χριστίνας Κουλουμπή
«Το παιχνίδι της χαράς» της Eleanor Porter είναι το αριστούργημα της Αμερικάνικης Λογοτεχνίας που σημάδεψε τα παιδικά μου χρόνια! Ένα βιβλίο που επηρέασε τον τρόπο που βλέπω την ζωή με αφάνταστα θετικό τρόπο!
Ηρωίδα, ένα μικρό κορίτσι 12 χρονών που- παρά τις αντιξοότητες που παρουσιάζονται στην ζωή της – καταφέρνει να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες με χαμόγελο και αισιοδοξία! Ο πατέρας της, ένας φτωχός ιεραπόστολος, της είχε μάθει να παίζει το «παιχνίδι της χαράς» που είναι το μυστικό της ευτυχίας! Μέσα από τις περιπέτειες της μικρής Πολυάννας καταλαβαίνουμε την αξία της ευγνωμοσύνης, την αγάπη που μεταδίδεται μέσα από την καλοσύνη, την φιλία και την ελπίδα που φωτίζει την σκέψη μας να επιλέγει το καλό ακόμα κι όταν όλα μοιάζουν δύσκολα…
Κείμενο: Κάρμεν Ρουγγέρη
Σκηνοθεσία: Κάρμεν Ρουγγέρη – Χριστίνα Κουλουμπή
Σκηνικά – Κοστούμια: Χριστίνα Κουλουμπή
Κίνηση – Χορογραφίες – Φωτισμοί: Πέτρος Γάλλιας
Πρωτότυπη μουσική – VideoArt: Αντώνης Δελαπόρτας
Στίχοι: Ανδρέας Κουλουμπής – Κάρμεν Ρουγγέρη
Διδασκαλία τραγουδιών: Ελένη Ζιώγα
Διεύθυνση παραγωγής – Υπεύθυνη περιοδείας: Ελένη Καρτάση
Παίζουν οι ηθοποιοί (με αλφαβητική σειρά):
Αναγνωστοπούλου Αναστασία, Ζωγραφόπουλος Κώστας, Κορλός Θανάσης, Κύρτσος Νίκος, Λιναρδάτου Κωνσταντίνα, Μιχαλάκη Έλενα, Παπαδόπουλος Χάρης, Πικιώνη Ινώ
ΠΑΡΑΓΩΓΗ: ΠΑΙΔΙΚΗ ΣΚΗΝΗ ΚΑΡΜΕΝ ΡΟΥΓΓΕΡΗ
Πολυάννα Το Παιχνίδι της Χαράς
Κυριακή 30 Αυγούστου / 21:00
Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων
Τιμές εισιτηρίων: 14€ Γενική Είσοδος (Δωρεάν είσοδος για παιδιά έως 2 ετών)
Ηλεκτρονική Προπώληση: https://www.ticketservices.gr/event/polyanna-to-paixnidi-tis-xaras/?lang=el
Προπώληση
Καβάλα: Κέντρο Πληροφόρησης Επισκεπτών Δήμου Καβάλας (πρώην ΕΟΤ) Κεντρική Πλατεία, τηλ: 2510-620566, καθημερινά από Δευτέρα έως Σάββατο (10:00 – 14:00 και 18:00 – 21:00) και Κυριακή (10.00 – 14.00), ενώ την ημέρα της παράστασης θα γίνεται προπώληση στο ταμείο του χώρου της εκδήλωσης από τις 19:00 το απόγευμα.
Πολιτισμός
«ΡΩΜΑΙΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΕΤΑ» του Μποστ! σε περιοδεία από ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κρήτης
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Διαβάζοντας ξανά και ξανά κείμενα και σκίτσα του Μέντη Μποσταντζόγλου κάνουμε συχνά το ίδιο λάθος: προσπαθούμε να κρατήσουμε παραπομπές, μνημόνια εδαφίων. Όμως, στο μποστικό σύμπαν δε βρίσκουν έδαφος τα μνημόνια. Οι σελιδοδείκτες θα ‘πρεπε να είναι όσοι είναι οι λαχνοί στο κοντάρι του λαχειοπώλη την ώρα που βγαίνει για δουλειά! Δεν είναι μόνο εύλογη η αμηχανία όποιου επιχείρησε να χωρέσει σε ταξινομημένα ράφια το έργο του Μποσταντζόγλου.
Σκιτσογράφος, θεατρικός συγγραφέας, στιχουργός, σατιρικός, λαϊκός ζωγράφος, σαρκαστικός αφηγητής και καλλιτέχνης, διαφημιστής, σχεδιαστής όμορφων δώρων, κατεδαφιστής της κοινωνικής και γλωσσικής υποκρισίας…
Ανεπαρκείς οι ορισμοί, τόσο αληθινοί ο καθένας χωριστά, τόσο λίγοι, όμως, για να κλείσουν μέσα τους αυτόν τον Ανατολίτη αυθεντικό άρχοντα της πένας και του πινέλου.
Είπαν για αυτόν πως ζωγράφιζε τη γλώσσα και μιλούσε τις εικόνες: ένα ισόβιο, εύφορο μποστάνι, που θα ‘λεγε κανείς ότι το σκάλισαν, το πότισαν και το ευλόγησαν ο Αριστοφάνης, ο Θεόφιλος, ο Βυζάντιος, ο Σουρής, ο Ροΐδης, ο Θέμος Άννινος και ο αδελφός του ο Μπάμπης, αλλά μαζί και όλοι οι μάστορες του Θεάτρου Σκιών και οι ακαδημαϊκοί του Σουρρεαλισμού.
Το συνολικό έργο του Μποστ είναι ίσως το πιο αδιάσειστο τεκμήριο εκείνου του αξιώματος που έλεγε πως στην Ελλάδα δεν χρειάζεται κανείς να εισάγει τον Σουρρεαλισμό, καθότι υπάρχει επάρκεια.
Ιδού το δείγμα: «Σε κάποια πόλη μακρινή, στην πόλη της Βερόνας
Μοντέγοι από τη μία μεριά, και κάτι Καπουλέτοι
είχανε έχθρα φοβερή που εκρατούσε έτη.
Κι έτυχε τότε έρωτας να μπει εις την καρδιά
και να θρονιάσει για καλά σε δυό μικρά παιδιά.
Αυτά υπήρξαν θύματα ετούτης της βεντέτας
Κάποιου Μοντέγου δηλαδή και κάποιας Καπουλέτας.
Ρωμαίος λέγεται ο γιός από Μοντέγου γένος
Και με την κόρη του εχθρού βαριά ερωτευμένος.
Ιουλιέτα λέγετο η κόρη που αγαπούσε
και Καπουλέτους έλεγαν το γένος που κρατούσε.
Η μοίρα όμως το’ φερε η αγάπη των να σβήσει.
Θα δείτε πώς συνέβηκε στο έργο που θ’ αρχίσει».
Ο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Μποστ δεν είναι απλώς μια κωμωδία, αλλά είναι ένα γλωσσικό και κοινωνικό φαινόμενο. Με τον χαρακτηριστικό δεκαπεντασύλλαβο και την σκοπίμως ανατρεπτική γλώσσα του, το έργο σατιρίζει τον μικροαστικό καθωσπρεπισμό, τις διαχρονικές ελληνικές παθογένειες και τις αντιφάσεις της σύγχρονης κοινωνίας, προκαλώντας ουσιαστικά ερωτήματα αβίαστο γέλιο.
Ο Μποστ εμπνέεται από την πασίγνωστη ρομαντική σαιξπηρική ιστορία. Οι ήρωες έρχονται από το παρελθόν στο παρόν, λέγοντας την ιστορία με το δικό τους τρόπο μέσα από τον αυτοσαρκασμό, το χιούμορ και τις ανατροπές.
Ο Ρωμαίος γεμάτος από έρωτα για την Ιουλιέτα αντιπροσωπεύει το πάθος, το αίσθημα, αλλά και τη δύναμη, έτοιμος να θυσιαστεί για τα ιδανικά της αγάπης. Η Ιουλιέτα, μέσα πάντα από τον ανατρεπτικό όσο και σουρεαλιστικό λόγο του Μποστ, είναι ένα κορίτσι και αργότερα γυναίκα που τη διακρίνει η δυναμικότητα και αποφασιστικότητα, έτοιμη να διεκδικήσει μέχρι τέλους την αγάπη της για τον Ρωμαίο.
Και εδώ πρωταγωνιστής είναι η γλώσσα. Μέσα σε αυτόν τον ευρηματικό και απροσδόκητο δεκαπεντασύλλαβο, ο Μποστ σατιρίζει με το δικό του υπονομευτικό τρόπο τα κακώς κείμενα της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας.
Ο σουρεαλισμός, ο γνωστός δεκαπεντασύλλαβος, οι ήρωες που μοιάζουν με τα σκίτσα του, η υπόγεια κριτική , είναι τα στοιχεία εκείνα που κάνουν το έργο να αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα δείγματα ενός θεάτρου που δεν υπήρξε όμοιο στην Ελλάδα.
Αιχμηρός, αληθινός, αλλά και πολύ ευαίσθητος στίχος.
Ο πολυμήχανος σατιριστής Μποστ βάζει δύσκολα στον εαυτό του, εφόσον χρησιμοποιεί ως θεματική αφετηρία του και ως πλαίσιο του μύθου του ένα άλλο έργο, άλλης εποχής, άλλης δραματουργικής πλοκής και υφής και, μάλιστα, τραγικής, όπως είναι και η «Μήδεια».
Διακινδυνεύει κινούμενος στην κόψη του ξυραφιού, καθώς πλέκει το πρωτότυπο Σαιξπηρικό έργο και τα πρόσωπά του με το σύγχρονο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι στον δικό του μύθο, τον φαινομενικά παράλογο, αλλά στο βάθος του ορθολογικά δομημένο και κριτικά καυστικό, ακριβώς γιατί θέλει να στηλιτεύσει τον σύγχρονο βίο του Έλληνα, του εκτροχιασμένου και εξαιτίας της κατακλυσμιαίας υποκουλτούρας, που σαρώνει τα πάντα.
‘Ήθη, παραδόσεις αιώνων, πολιτιστικές αξίες και τέχνες.
Μια κοινωνία σε πλήρη σύγχυση αποκαλύπτει η παράσταση, μέσα από ένα παιχνίδι σκόπιμης, δαιμόνιας , χιουμοριστικά εύφορης δραματουργικής ασάφειας. Πρόκειται για μια επιτηδευμένη σύγχυση που λυτρώνει τον θεατή από τη σαβούρα της τηλεοπτικής υποκουλτούρας, αυτής που συντηρεί μελοδραματικές λαϊκίστικες ιστορίες, προκαλεί μαζική αποχαύνωση στη σημερινή Ελλάδα του κακόγουστου διπολικού σκηνικού των «Πράσινων» και «Βένετων».
Τα λογοπαίγνια του Μποστ, δια στόματος των ανεκδιήγητων ηρώων του «σπάνε κόκαλα» με την αιχμηρότητά τους και ευεργετούν τον θεατή με το εύστοχο, ανατρεπτικό τους χιούμορ.
Ο Νικορέστης Χανιωτάκης σκηνοθετεί το έργο και το μπολιάζει με πάμπολλα, ευφυή ευρήματα και με φρέσκους στίχους ομοιοκατάληκτους που στηλιτεύουν τη σημερινή επικαιρότητα, ντυμένο με την πρωτότυπη μουσική του Γιώργου Ανδρέου, που «γλεντά» την παράσταση με τα τραγούδια του και τη ζωντανή μουσική του.
Ο σκηνοθέτης προσφέρει στο κοινό ένα θέαμα λευτερωμένο από κάθε υποκριτική αναστολή από έναν «εξωφρενικό θίασο», με προεξάρχοντες την έξοχη Υρώ Μανέ, που σκορπά κύματα γέλιου στον ρόλο της Ιουλιέτας και τον πολυτάλαντο Άκη Σακελλαρίου, ως έναν πολυδιάστατο Ρωμαίο, ενώ η σκηνική δράση εμπλουτίζεται σε υπερθετικό βαθμό από τον Γιάννη Ζουγανέλη στον ρόλο της Παραμάνας.
Ακόμη, ο Σπύρος Μπιμπίλας με απίστευτη ενέργεια και μπρίο ως Μερκούτιος, ο απολαυστικός Γιάννης Δρακόπουλος στον ρόλο του αντισυμβατικού Πάτερα Λαυρέντιου, μαζί με τους εξαιρετικούς Δαυίδ Μαλτέζε, Παναγιώτη Γουρζουλίδη, Βασίλη Παπαδημητρίου, Αρετή Πασχάλη και Νίνα Φώσκολου, με το πληθωρικό τους ταλέντο, τον γρήγορο ρυθμό και το χιούμορ, εναλλάσσουν ρόλους με γρήγορα αντανακλαστικά και απογειώνουν το κοινό.
Είναι ένας θίασος υπέροχος, διαρκώς σχολιαστικός, μέσα σ’ ένα σκηνικό «όργιο» της Μαρίας Φιλίππου και της δημιουργικής συνεργασίας της Ιωάννας Καλαβρού με τα κοστούμια της, καθοδηγούμενου κινητικά από την Φαίδρα Νταϊόγλου.
Συντελεστές
Σκηνοθεσία-Φωτισμοί: Νικορέστης Χανιωτάκης
Πρωτότυπη μουσική: Γιώργος Ανδρέου
Σκηνικά: Μαρία Φιλίππου
Κοστούμια: Ιωάννα Καλαβρού
Χορογραφίες: Φαίδρα Νταϊόγλου
Σχεδιασμός ήχου – ηχοληψία: Μανώλης Καραδημητράκης
Βοηθός σκηνοθέτη: Θεοδώρα Κοκκινίδη
Οργάνωση παραγωγής: Χρυσαντίνα Κούλουμπου, Χαρούλα Λώλη
Εκτέλεση παραγωγής: Ιουλιέτα Καραχάλιου
Οργάνωση γραφείου παραγωγής: Βικτώρια Λώλη, Αργυρώ Τσοτσώνη
Επικοινωνία: Ελένη Λιλή – elenanlily@gmail.com
Creative Agency : GridFox
Social media: Social Wave
Παίζουν: Υρώ Μανέ, Άκης Σακελλαρίου, Σπύρος Μπιμπίλας, Γιάννης Δρακόπουλος, Δαυΐδ Μαλτέζε, Παναγιώτης Γουρζουλίδης, Βασίλης Παπαδημητρίου, Αρετή Πασχάλη, Νίνα Φώσκολου, Οδυσσέας Κωνσταντόπουλος
Στον ρόλο της Παραμάνας ο Γιάννης Ζουγανέλης!
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Πολιτισμός
«Γη της Επαγγελίας» της Γεωργίας Μαυραγάνη στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων!
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
«Πίσω από κάθε διακόπτη ρεύματος κρύβονται χιλιάδες ανθρώπινες ιστορίες που συνθέτουν ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της σύγχρονης Ελλάδας»
Γεωργία Μαυραγάνη
Η ενεργειακή μετάβαση στην Πτολεμαΐδα και η οριστική παύση του λιγνίτη, με επίκεντρο τη μετατροπή της μονάδας «Πτολεμαΐδα 5» σε φυσικό αέριο έως το 2028, αντιμετωπίζεται από την εξουσία ως μονόδρομος πράσινης ανάπτυξης, ενώ από τους πολίτες και φορείς της Δυτικής Μακεδονίας εκλαμβάνεται συχνά ως βίαιη και οικονομικά επισφαλής αποβιομηχάνιση.
«Το θέμα της ενεργειακής πολιτικής μιας χώρας είναι μεγάλο και πολυδιάστατο. Ήταν για μένα δύσκολο να επιλέξω τα σημεία που θα αναδείξει η παράσταση. Επέλεξα να ακούσουμε μόνο τις φωνές των ανθρώπων της Δυτικής Μακεδονίας. Εργαζόμενους στο λιγνιτωρυχεία και στους ΑΗΣ (ατμοηλεκτρικούς σταθμούς), αλλά και πολιτικούς φορείς. Είδα από κοντά τη δύσκολη εργασία στο ορυχεία και άκουσα προσεκτικά τα σχέδια και τα έργα που εκπονούνται στη Μετάβαση Α.Ε. Αυτές τις μαρτυρίες, προσεκτικά επιλεγμένες, επιστρέφω και στο κοινό». Δηλώνει η σκηνοθέτρια.
Η παράσταση αντλεί υλικό από τη συλλογική μνήμη και την ιστορική εμπειρία της λιγνιτικής δραστηριότητας στη Δυτική Μακεδονία. Μέσα από ιστορικά ντοκουμέντα, προσωπικές συνεντεύξεις, βιώματα και μαρτυρίες, αναδεικνύει ένα κεφάλαιο που σφράγισε την ταυτότητα της περιοχής, ενώ ταυτόχρονα θέτει στο προσκήνιο το μείζον ζήτημα της ενέργειας – ένα θέμα που διαπερνά ολόκληρη τη χώρα και αφορά το κοινό μας μέλλον.
Η Γεωργία Μαυραγάνη ασχολήθηκε επισταμένως με το ακανθώδες θέμα της απολιγνιτοποίησης της Δυτικής Μακεδονίας, το οποίο αποκτά πλέον μη αναστρέψιμα χαρακτηριστικά.
Διεξήγαγε μια ενδελεχή έρευνα μηνών σε ζωντανές πηγές (συνεντεύξεις) και σε γραπτές (αρχεία), διασκεύασε το κείμενό της ως μια ποιητική μεν, καταγγελτική δε παράσταση και παρουσιάζει σε επιλεγμένα σημεία της χώρας ένα θέατρο ντοκουμέντο, με κύριο στόχο την ενσυναίσθηση και, κυρίως, τη διάσωση της συλλογικής μνήμης, μετατρέποντας τις προσωπικές συνεντεύξεις, τις αληθινές αφηγήσεις και τις μαρτυρίες των βιομηχανικών εργατών σε άμεσο τεκμήριο μνήμης, για την εργασία και την απώλεια.
Αυτή ήταν και η μεγάλη πρόκληση για τη Γεωργία Μαυραγάνη. Από πού ξεκινά κανείς; Από την ιστορία του λιγνίτη; Από το παγκόσμιο ζήτημα της ενέργειας; Από την οικονομική διάσταση; Από τη ζωή των εργαζομένων; Από τις περιβαλλοντικές συνέπειες; Είναι ένα θέμα γεμάτο αντιφάσεις. Από τη μία πλευρά , ο λιγνίτης στήριξε οικονομικά την περιοχή, δημιούργησε χιλιάδες θέσεις εργασίας και διαμόρφωσε την ανάπτυξή της. Από την άλλη, υπήρξαν σοβαρές επιπτώσεις στο περιβάλλον, στην υγεία και στην ποιότητα ζωής των κατοίκων. Όλα αυτά συνυπάρχουν στην παράσταση, επειδή δεν έπρεπε να αγνοηθούν.
Στον βαθμό που η δραματουργία δε δημιουργεί οτιδήποτε εκ του μηδενός, αλλά καταφεύγει σε πηγές, κάθε δραματική σύνθεση περιλαμβάνει ένα μέρος ντοκουμέντων.
Διακρίνουμε αναμφίβολα σ’ αυτή τη μέθοδο την ανταπόκριση στη σύγχρονη προτίμηση στο ρεπορτάζ και στο αληθινό ντοκουμέντο, την επιρροή των Μέσων που κατακλύζουν τους θεατές- ακροατές με αντιφατικές και κατευθυνόμενες πληροφορίες και την επιθυμία του δημιουργού να απαντήσει με ανάλογη τεχνική.
Επομένως, η κίνηση είναι ορθώς πολιτική και, θαρρώ, πως το θέατρο ντοκουμέντου είναι ο κληρονόμος του ιστορικού δράματος. Αντίθετα, το θέατρο μυθοπλασίας το εισπράττω ως ιδεαλιστικό και απολιτικό, ίσως, εφόσον χειρίζεται τα γεγονότα με στόχο την ψυχαγωγία.
Ωστόσο, αν εκλάβουμε την πολιτική με την ετυμολογική έννοια του όρου, θα συμφωνήσουμε ότι το θέατρο είναι κατ’ ανάγκη πολιτικό, αφού εγγράφει τους πρωταγωνιστές στην πόλη ή την ομάδα. Ο όρος δηλώνει με ακρίβεια, επιτρέψτε μου, το αγωνιστικό θέατρο, το λαϊκό, το προπαγανδιστικό, το επικό, αλλά και το μπρεχτικό.
Όλα αυτά τα είδη έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό τη θέληση των συντελεστών μιας παράστασης να θριαμβεύσει μια αλήθεια, μια αναγκαία πίστη, ένα φιλοσοφικό ή και ένα στρατηγικό σχέδιο. Οπότε, η αισθητική υπάγεται στον πολιτικό αγώνα, μέχρι του σημείου -γιατί, όχι – η θεατρική μορφή να ακυρώνει τον αγώνα των ιδεών που ενστερνίζεται η εξουσία, που, πιθανώς, να πρόκειται για αγώνα- άλλοθι.
Στη «Γη της Επαγγελίας» ( τίτλος – δάνειο από τη «Γένεση» της Παλαιάς Διαθήκης) οι θεατές κοινωνούμε το κυρίως θέμα ως μείζον πρόβλημα, μέσα από τις συνεντεύξεις εργαζομένων που δραματοποιούνται, μέσα από το υλικό που απλώνεται στη σκηνή και θυμίζει εργοτάξιο- ακόμα και ο λιγνίτης είναι παρών – έτσι όπως το σχεδίασαν οι Εύη Μιμίκου και Βενετία Νάση, αλλά και μέσα από τις εικόνες που εμπεριέχουν καθαρή ποίηση στη μεταφορά της πραγματικότητας, ενώ ξετυλίγονται σκηνές με ανθρώπινες αντιδράσεις όπως πικρό γέλιο, θυμός, αγανάκτηση, οργή για την ανυπαρξία ενός σχεδίου σωτηρίας.
Η περιοχή ζει με τις κοιλότητες των ορυχείων, τα κουφάρια των εργοστασίων και την παλιά της δόξα. Οι νέοι φεύγουν μαζικά. Όσοι έχουν μείνει βρίσκονται σε πένθος. Χρειάζονται πράξεις. Όσο συντηρείται η μικροπολιτική με την επιδοματική λογική των ανοικονόμητων χρηματοδοτήσεων από το ΔΑΜ (Δίκαιη αναπτυξιακή μετάβαση) δεν θα αλλάξει τίποτα.
Η παράσταση ξεχωρίζει και για τις συγκλονιστικές αφηγήσεις εργατών και για το κινηματογραφικό της υλικό, με την υπογραφή του Στάθη Γαλαζούλα, το οποίο αποκαλύπτει σημαντικά τεκμήρια για όσα συμβαίνουν αυτή τη στιγμή στα χωριά και στα παροπλισμένα ορυχεία της Δυτικής Μακεδονίας, με αισθητική ντοκιμαντέρ αλλά και με ποιητική ματιά. Στο ενδιαφέρον οπτικό υλικό, θα πρέπει προσθέσουμε τις συγκλονιστικές φωτογραφίες του Νίκου Λόφτσαλη από τον κρανίου τόπο των ορυχείων.
Το τέλος της λιγνιτικής εποχής γίνεται το εφαλτήριο αυτής της παράστασης θεάτρου-ντοκουμέντου. Μαρτυρίες κατοίκων και εργαζομένων μετατρέπονται σε σκηνική πρώτη ύλη, σε μια αφήγηση που επιστρέφει στις ρίζες της ενεργειακής ιστορίας της Δυτικής Μακεδονίας. Ένα άμεσο τεκμήριο μνήμης για την ενέργεια, την απώλεια και τη μετάβαση, που αφορά όχι μόνο έναν τόπο, αλλά ολόκληρη τη χώρα.
Διαπιστώνουμε ότι η παράσταση αποκαλύπτει μια θολή πλευρά ενός ζητήματος με το οποίο όλοι συνδεόμαστε, χωρίς όμως να το γνωρίζουμε πραγματικά. Όλοι πατάμε τον διακόπτη για να έχουμε ηλεκτρικό ρεύμα, όμως ελάχιστοι γνωρίζουμε τι κρύβεται πίσω από αυτή την καθημερινή πράξη. Οι θεατές ανοίγουμε ένα παράθυρο στη σκέψη μας. Μοιραστήκαμε μια ιστορία, που μέχρι σήμερα παρέμενε σχεδόν άγνωστη, μέσα από τις μαρτυρίες ανθρώπων που εργάστηκαν στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.
Το θέατρο δίνει πρόσωπο σ’ αυτή την ιστορία και την κάνει από κρυμμένη, ορατή. Λογικό να απορεί η παραγωγή αν μια παράσταση μπορεί να αλλάξει την πραγματικότητα ή να επισπεύσει εξελίξεις. Δεν μπορεί να ξέρουν η Κοζάνη, η Πτολεμαΐδα, το Αμύνταιο, εάν η «Γη της Επαγγελίας» θα στρέψει περισσότερο τα φώτα της επικαιρότητας στη Δυτική Μακεδονία ή αν τελικά θα υλοποιηθούν όλα όσα είχαν εξαγγελθεί για τη δίκαιη μετάβαση.
Η σκηνοθεσία δεν αποσιωπά τις περιβαλλοντικές και τις υγειονομικές συνέπειες της λιγνιτικής δραστηριότητας. Είναι προφανές ότι οι κάτοικοι της περιοχής επιθυμούνε ένα καθαρότερο περιβάλλον και καλύτερες συνθήκες ζωής. Το θέμα που υπαινίσσεται η παράσταση είναι ότι η μετάβαση σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, θα έπρεπε να συνοδεύεται από μια ουσιαστική αντιπρόταση για την περιοχή.
Η Γεωργία Μαυραγάνη εργάστηκε για δύο μήνες πραγματοποιώντας δεκάδες συνεντεύξεις και συγκεντρώνοντας αρχειακό υλικό. Μίλησε με εργαζομένους της ΔΕΗ, ανθρώπους της αυτοδιοίκησης, πολιτικούς, κατοίκους της περιοχής και πολλούς ακόμη που είχαν προσωπική γνώση της ιστορίας. Στη συνέχεια συνέθεσε όλο αυτό το υλικό δραματουργικά, επιλέγοντας να εστιάσει κυρίως στους εργαζομένους. Συνειδητή η επιλογή της να φέρει αυτούς τους ανθρώπους στο προσκήνιο και, μέσα από τις προσωπικές τους διαδρομές, να φωτίσει μια πολύ σημαίνουσα ιστορία.
Επέλεξε να δώσει πρωταγωνιστικό ρόλο στις ίδιες τις μαρτυρίες. Ακούμε τις φωνές των ανθρώπων, βλέπουμε ορισμένους σε βίντεο, υπάρχουν αρχειακές εικόνες, φωτογραφίες και οπτικό υλικό από τα εργοστάσια και τα μηχανήματα. Οι ηθοποιοί ( Δημήτρης Γαλανάκης, Συμεών Κωστάκογλου, Γρηγόρης Ποιμενίδης, Ιωάννα Σίσκου, Ανατολή Τσακαλίδου), δε λειτουργούν ως οι αποκλειστικοί φορείς της αφήγησης, αλλά υπηρετούν τη μαρτυρία και το υλικό που έχει συγκεντρωθεί. Η μουσική του Χάρη Νείλα ντύνει την αφήγηση.
Η δράση στη σκηνή εξελίσσεται σε μια πολύ συγκεκριμένη δραματουργική δομή. Η παράσταση αναπτύσσεται σε επτά ημέρες. Η επιλογή αυτή συνδέεται αφενός με τον τίτλο, «Γη της Επαγγελίας», αφετέρου με την ίδια τη λειτουργία των μονάδων, η οποία δεν σταματούσε ποτέ. Συνεχιζόταν επτά ημέρες την εβδομάδα, είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η παρουσία δύο ανθρώπων της κοινότητας (Νίκος Λόφτσαλης, Παναγιώτης Χλιαράς), που συμμετέχουν στην παράσταση. Ενός εν ενεργεία εργαζομένου, που είναι και καλλιτέχνης και ενός συνταξιούχου. Ο δεύτερος είναι άνθρωπος που έχει υποβληθεί σε τραχειοτομή. Η φωνή του υπόκωφη, αδύναμη, λιγοστή και η σκηνή στην οποία αφηγείται την ιστορία του είναι από τις πιο συγκινητικές της παράστασης.
Οι ηθοποιοί τον ρωτούν αν, γνωρίζοντας όσα ακολούθησαν, θα ξαναέκανε την ίδια δουλειά. Και εκείνος απαντά χωρίς δισταγμό: «Βεβαίως. Εκεί ήταν το σπίτι μου». Στη συνέχεια τον ρωτούν αν θα ήθελε ο γιος του να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο. «Με τίποτα», απαντά. Σε αυτή την αντίφαση συμπυκνώνεται ολόκληρη η ιστορία της περιοχής και αυτός ο απόμαχος εργάτης αποτελεί το μέτρο της παράστασης.
Η Γεωργία Μαυραγάνη ακολουθεί μια πολύ λιτή σκηνοθετική γραμμή. Δεν επιδιώκει την ένταση μέσα από δυνατές μουσικές ή εξάρσεις των ηθοποιών. Υπάρχει μια βραδύτητα και μια απλότητα. Η αφήγηση είναι τόσο πυκνή, ώστε τα 90 λεπτά της διάρκειάς της κυλάνε γρήγορα και δημιουργικά, εφόσον η παράσταση ήρθε για να δώσει δημόσιο χώρο σε ανθρώπους και εμπειρίες, που διαφορετικά μπορεί να έμεναν αθέατες.
Ουσιαστικά, η παράσταση θέτει στο επίκεντρο το μείζον ζήτημα της ενέργειας, της ανάπτυξης και του κοινού μας μέλλοντος, δείχνοντας ότι όσα συμβαίνουν στη Δυτική Μακεδονία αντικατοπτρίζουν παγκόσμιες προκλήσεις.
Η «Γη της Επαγγελίας» περιοδεύει σε επιλεγμένα ανοικτά θέατρα της χώρας.
Συντελεστές
Σκηνοθεσία – Δραματουργία: Γεωργία Μαυραγάνη
Επιμέλεια κίνησης: Μαριάννα Καβαλλιεράτου
Σκηνικά – κοστούμια: Εύη Μιμίκου, Βενετία Νάση
Μουσική: Χάρης Νείλας
Σχεδιασμός φωτισμών: Εμορφίλη Τσιμπλίδου
Κινηματογράφηση υλικού – Επεξεργασία με ΑΙ: Στάθης Γαλαζούλας
Βοηθοί σκηνοθέτη: Μαρία Ηλιάδη, Νικολέτα Σιώμου
Βοηθός φωτίστριας: Ηρώ Μεταξά
Ηθοποιοί: Δημήτρης Γαλανάκης, Συμεών Κωστάκογλου, Γρηγόρης Ποιμενίδης, Ιωάννα Σίσκου, Ανατολή Τσακαλίδου
Άνθρωποι της κοινότητας: Νίκος Λόφτσαλης, Παναγιώτης Χλιαράς
Φωτογραφίες – Βίντεο παράστασης: Κωνσταντίνος Μανουσαρίδης
Εικονογράφηση αφίσας: Lekõ
Σχεδιασμός προγράμματος – Επικοινωνία: Παναγιώτης Τσαρτσιανίδης
Επιμέλεια προγράμματος: Κατερίνα Λάκκα
Κατασκευή σκηνικού: Νίκος Λαβαντσιώτης, Γιάννης Λυγκώνης, Τάκης Συνδουκάς
Ζωγραφική επιμέλεια σκηνικού: Νίκος Καρράς, Νίκος Αθανασάκης, Παναγιώτης Μεϊντάνης, Δημοσθένης Καρράς
Τεχνικοί σκηνής: Βαγγέλης Καραθανάσης, Νίκος Λαβαντσιώτης, Τάκης Συνδουκάς
Ηλεκτρολόγος – χειριστής φώτων: Τάσος Διδασκάλου
Ηχολήπτης προβών: Λευτέρης Φερλαχίδης
Ηχολήπτης περιοδείας: Μάνος Κόμπος
Υπεύθυνη παραγωγής Δη.Πε.Θε. Κοζάνης: Δήμητρα Σωτηροπούλου
Υπεύθυνη παραγωγής Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου: Ηλέκτρα Καρατζά
Υπεύθυνος περιοδείας: Στέλιος Σωτηρόπουλος
Πρόκειται για μια συμπαραγωγή του Δημοτικού Περιφερειακού Θεάτρου Κοζάνης με το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου για την ιστορική συγκυρία του κλεισίματος των λιγνιτικών εργοστασίων.
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Προτεινόμενα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΠροκήρυξη Διεθνούς Διαγωνισμού Ποίησης εις Μνήμη του Πρωτοπρεσβύτερου Ποιητή Γεωργίου Ι. Διαμαντόπουλου. Με θέμα ꓽ «Υπάρχουν Άνθρωποι»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΘάσος: Αναστέλλεται η λειτουργία σχολικών τμημάτων και του «Θεαγένη»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμαρχος Θάσου για το πρόγραμμα ενίσχυσης επιχειρήσεων της ΑΜΘ με την διαδικασία της μη επιστρεπτέας προκαταβολής
-
ΚαβάλαΠριν 6 έτηΚαμπανάκι για την μείωση των δρομολογίων στη γραμμή Πρίνος-Καβάλα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΧορωδίες δήμου θάσου 2020
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμος Θάσου κοντά στον πολίτη, δίνει χρήσιμες συμβουλές για την εξοικονόμηση ενέργειας
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΞεκινούν οι εγγραφές στην Παιδική Θεατρική Σκηνή του Δήμου Θάσου
-
ΕλλάδαΠριν 6 έτηΣε κακούργημα μετατρέπεται το αδίκημα βασανισμού των ζώων

You must be logged in to post a comment Login