Πολιτισμός
Ερρίκος Ίψεν: «’Εντα Γκάμπλερ» στο θέατρο «Τ» Θεσσαλονίκης
«Θα ήταν ιδανικό να μπορούσε ο άνθρωπος του παρόντος να ζήσει τη ζωή του μέλλοντος»
Πρόλογος
Ο Ίψεν, πολύ πριν από τον Φρόιντ, θα ερευνήσει αριστοτεχνικά τη γυναικεία ψυχοσύνθεση χαρίζοντας εις το διηνεκές ένα σπάνιο δραματικό έργο, που στάζει δηλητηριώδεις σταγόνες χιούμορ, σε μια αδιάκοπη σειρά από αστραπιαίες διαλογικές εκρήξεις.
Ο Νορβηγός δραματουργός σ’ αυτό του το έργο συμπυκνώνει με αριστουργηματικό τρόπο την οικονομική, κοινωνική, ηθική, ψυχολογική και συναισθηματική κατάπτωση της ξεπεσμένης αριστοκρατίας, αλλά και την επηρμένη, περιφρονητική συμπεριφορά της προς κάθε ταξικά κατώτερό της.
Από την πρεμιέρα του το 1891 στο Μόναχο, μέχρι σήμερα, το πρόσωπο της ηρωίδας δεν έπαψε να απασχολεί τους μελετητές του θεάτρου και να αποτελεί ρόλο – στόχο για τις ηθοποιούς όλου του κόσμου. Η λίστα με τις διάσημες πρωταγωνίστριες που την ενσάρκωσαν είναι ατελείωτη. Από την Ελεονόρα Ντούζε και την Άλα Ναζίμοβα μέχρι την Ίνγκριντ Μπέργκμαν, την Ιζαμπέλ Ιπέρ, τη Φιόνα Σο, τη Μάγκι Σμίθ, την Ανέτ Μπένινγκ και την Κέιτ Μπλάνσετ.
Μάλιστα, μια παραγωγή του 1902 έκανε μεγάλη εντύπωση στο Broadway με πρωταγωνίστρια τη Minnie Madden Fiske.
Σύμφωνα με τη διατριβή του Γιάννη Μόσχου: «Ο ΕΡΡΙΚΟΣ ΙΨΕΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΚΗΝΗ – ΙΚΕΕ», κοντά 150 παραστάσεις και, αν προσθέσουμε τις επαναλήψεις ο αριθμός τους προσεγγίζει τις 260, παρουσιάστηκαν στην Ελλάδα (αλλά και στην Κύπρο και σε πόλεις της ελληνικής διασποράς) το χρονικό διάστημα 1894-2000. Όλες, φυσικά, δεν έχουν την ίδια σημασία για την ιστορία του ελληνικού θεάτρου. Γιατί με τον Ίψεν αναμετρήθηκαν οι σημαντικότεροι Έλληνες καλλιτέχνες του θεάτρου του 20ού αιώνα και ιστορικά θεατρικά σχήματα της χώρας, αλλά και μπουλουκτσήδες, ηθοποιοί που αυτοχρίσθηκαν πρωταγωνιστές ευκαιριακών θιάσων, βραχύβια ημιεπαγγελματικά νεανικά σχήματα. Kοντολογίς, όλο το φάσμα των ανθρώπων που δραστηριοποιήθηκαν στο ελληνικό θέατρο μέσα στον αιώνα. Ο αριθμός μεγαλώνει, ασφαλώς, αν προσθέσουμε άλλα 22 χρόνια.
Όσοι θέλετε να εντρυφήσετε στον μαγικό κόσμο του μεγάλου Νορβηγού δραματουργού, μπορείτε να διαβάσετε τη σπουδαία έρευνα του Γιάννη Μόσχου στην ανωτέρω διατριβή, για την οποία ο ίδιος σημειώνει: «Δύο μελέτες υπήρξαν οι αρχικές πυξίδες: το βιβλίο του καθηγητού Νικηφόρου Παπανδρέου «Ο Ίψεν στην Ελλάδα. Από την πρώτη γνωριμία στην καθιέρωση (1890- 1910)», το οποίο καλύπτει διεξοδικά την πρώτη περίοδο παρουσίας του Ίψεν στα ελληνικά πράγματα, και το άρθρο του δημοσιογράφου Γιάννη Σιδέρη στη Νέα Εστία: «Ο Ίψεν στην Ελλάδα», που αναφέρεται στις σημαντικότερες παραστάσεις έργων του Ίψεν από το 1894 ως το 1956».
Υπόθεση
Το έργο ανέβηκε στο θέατρο για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 1891 στο Residenztheater του Μονάχου.
Με το συγγραφικό του νυστέρι ο συγγραφέας «ανοίγει» το κακοφορμισμένο τραύμα στο διαταραγμένο υποσυνείδητο της ΄Εντα Γκάμπλερ, εν έτει 1890. Μια ανδρόβουλη συμπεριφορά – κληρονομιά από το μιλιταριστικό οικογενειακό περιβάλλον – ένας θηριώδης θυμός για το φύλο και το κοινωνικό κατεστημένο, ένας αβάσταχτος πόνος για τον συμβατικό γάμο, μια σειρά απραγματοποίητων επιθυμιών για ελεύθερη ζωή, θα φέρουν την ηρωίδα στην αυτοκαταστροφή.
Η Έντα Γκάμπλερ είναι ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα πρόσωπα της εποχής της. Κόρη του στρατηγού Γκάμπλερ, παντρεμένη με τον αφοσιωμένο ερευνητή Γιόργκεν Τέσμαν, νιώθει να πνίγεται μέσα σ’ αυτόν τον άχρωμο γάμο της.
Λίγες μόνο ώρες μετά την επιστροφή τους από το πολύμηνο και μονότονο γαμήλιο ταξίδι τους, η Έντα έχει την ευκαιρία να διασκεδάσει την πλήξη της παίζοντας με τις τύχες των ανθρώπων. Ήταν ερωτευμένη κάποτε μ’ έναν φτωχό επιστήμονα και συγγραφέα, που θεωρούσε ως μοναδικό και πραγματικό έρωτα της ζωής της, τον Έιλερτ Λέβμποργκ. Επέλεξε, όμως, να παντρευτεί τον Τέσμαν, με τον όρο να ζήσουν μια πλούσια ζωή. Του δείχνει όμως περιφρόνηση, σχεδόν μίσος, και τον κρατά μακριά της, γιατί δε δικαιώνει τις προσδοκίες της. Διαλύει τα πάντα γύρω της. Νιώθει εγκλωβισμένη. Ζητά την ελευθερία αλλά δεν τη βρίσκει, γι’ αυτό καταστρέφει τον περίγυρό της και την ίδια.
Ανάγνωση
Όπως στους «Καταραμένους Ποιητές», η ιψενική ηρωίδα, σαν μια από τους «Άγιους Σαλούς», κατέληξε στην αυτοχειρία, όμως κι εδώ η «κόκκινη» γραμμή είναι εξαιρετικά δύσκολο να καθοριστεί.
Ο Ίψεν υπαινίσσεται διάφορες ανθρώπινες «ασυνέπειες» στο έργο του. Κανένας δεν είναι μόνο κακός ή καλός. Οι περιστάσεις δείχνουν τον έναν ή τον άλλον εαυτό. Το κείμενο μοιάζει σύγχρονο και άμεσο. Όταν το απογυμνώσεις από τον τρόπο κοινωνικής συμπεριφοράς της εποχής του, θίγει θέματα που, εύκολα, μπορούν να συμβούν και σήμερα. Άλλωστε, το σπίτι πολλές φορές είναι ένα κλουβί.
Η ‘Εντα Γκάμπλερ είναι άνθρωπος απόλυτος. Το τέλος της θα μπορούσε να εκληφθεί ως διαφυγή προς την ελευθερία.
Μισεί τους πάντες και, κυρίως, τον εαυτό της για τον εγκλωβισμό της σε μια τάξη, η οποία αργοπεθαίνει και ξέρει ότι δε θα μπορέσει ποτέ να είναι μέρος της. Εγκληματεί κατά του Λέβμποργκ καίγοντας το σύγγραμμά του και τον οδηγεί στην απελπισία και στον θάνατο.
Η νέα πραγματικότητα με τον γάμο της δεν είναι ανεκτή για την μεγαλοαστή Έντα Γκάμπλερ. Η ηρωίδα θα προτιμήσει την «αξιοπρέπεια» της αυτοχειρίας επιλέγοντας έναν θάνατο γρήγορο, μετά από ένα τρελό βαλς στο πιάνο. Έναν θάνατο που θα αφήσει τους ήρωες του έργου να αναρωτιούνται για τις αιτίες και τους λόγους του.
Ένα κλασσικό στοιχείο στο μυστήριο που λέγεται Έντα Γκάμπλερ είναι το πορτραίτο του πατέρα της, του στρατηγού Γκάμπλερ. Αυτός ο πίνακας είναι το σύμβολο προς το οποίο οι σκηνοθέτες, κατά κανόνα, στοχεύουν την ΄Εντα τους. Ένας σκοτεινός τύραννος που «παρακολουθεί» τα πάντα από τον τοίχο του σαλονιού. Κάτω από το πορτραίτο του στρατηγού η καταπιεσμένη κυρία Γκάμπλερ – και όχι Τέσμαν – είναι πάντα αναγκασμένη να βυθίζεται στην ανία.
Το κοινό σύντομα βλέπει ότι ο Γκέοργκ Τέσμαν δεν έχει καμιά πιθανότητα να κρατήσει τη γυναίκα του ελεύθερη από το φάντασμα του πεθερού του. Δεν είναι, λοιπόν, περίεργο που η Έντα χειραγωγεί άνδρες και, ψυχαναγκαστικά, υπονομεύει τον γάμο της. Απλά, δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Ένα τόσο εύκολο φροϋδικό κλισέ επιτρέπει στο κοινό να απορρίψει τη σιωπηλή απελπισία της Έντα.
Γιατί όμως είναι η Έντα είναι τόσο μοχθηρή και χειριστική; Μεγαλωμένη σε ένα ανδροκρατούμενο περιβάλλον, χωρίς ένα μητρικό πρότυπο, η κόρη έχει μια «ανδρική» συμπεριφορά, η οποία υπογραμμίζεται από την αγάπη, σχεδόν μανία, που έχει με τα πιστόλια και τη σκοποβολή, κάτι που στη Βικτωριανή εποχή ήταν ένα «χόμπι» αποκλειστικά ανδρικό.
Το βασικό επιχείρημα είναι ότι η Έντα έχει «φθόνο του πέους».
Ο Φρόιντ υποστήριξε στη θεωρία του για τη σεξουαλικότητα ότι το κορίτσι στην ηλικία των 4 έως 5 ετών αναπτύσσει το συγκεκριμένο σύνδρομο, όταν βλέπει ότι τα αγόρια ή οι άνδρες έχουν ένα σεξουαλικό εργαλείο επιπλέον! Η θεωρία αυτή του πατέρα της ψυχανάλυσης έχει αμφισβητηθεί επανειλημμένως. Οι φροϋδικοί υποστηρίζουν ότι η Έντα θέλει να είναι άντρας και αγανακτεί με το φύλο της, οπότε προσπαθεί να ζήσει αντιπροσωπευτικά μέσα από ανδρικά πρότυπα. Γι` αυτό παίζει με τα πιστόλια. Ένα ανδρικό παιχνίδι αλλά και ένα φαλλικό σύμβολο. Δεν έχει κανένα απολύτως μητρικό ένστικτο, αλλά την ίδια ώρα ντρέπεται από τις αποτυχίες της ως γυναίκα. Αυτός είναι ο λόγος που αντιπαθεί την Τέα τόσο πολύ, τη γυναίκα που είναι η επιτομή της θηλυκότητας, κατά τον συγγραφέα.
Μπορούμε, επίσης, να πούμε ότι η Έντα πάσχει από το «σύνδρομο της Ηλέκτρας», αφού, παρόλη την «ανδρική» της συμπεριφορά, έχει εμμονή με την εικόνα της παραδοσιακής γυναίκας. Έτσι, μπορεί να παραπονεθεί για τον γάμο της, όμως δεν έχει το κουράγιο να εγκαταλείψει τον Τέσμαν.
Ακόμα και πριν απ’ αυτόν αρνήθηκε το φλερτ του Λέβμποργκ, του άντρα που μαζί του είχε κάποιου είδους σχέση. Κανένας από όλους αυτούς που την πολιορκούν, όπως επίσης και ο σύζυγός της, δεν είναι τόσο χαρισματικός όσο ο πατέρας της. Ναι μεν ήθελε οι σεξουαλικές της επιθυμίες να εκπληρωθούν, όμως δεν τα κατάφερε, επειδή δεν την έθελγε κανείς σωματικά.
Θα της ταίριαζε ένα ποίημα του Καβάφη, οι «Επιθυμίες», θαρρείς να το έγραψε ο αλεξανδρινός ποιητής και γι’ αυτήν: «Σαν σώματα ωραία νεκρών που δεν εγέρασαν και τα ’κλεισαν, με δάκρυα, σε μαυσωλείο λαμπρό, με ρόδα στο κεφάλι και στα πόδια γιασεμιά —έτσ’ οι επιθυμίες μοιάζουν που επέρασαν, χωρίς να εκπληρωθούν· χωρίς ν’ αξιωθεί καμιά της ηδονής μια νύχτα, ή ένα πρωί της φεγγερό».
Η παράσταση
Η Γλυκερία Καλαϊτζή μεταφράζει και σκηνοθετεί το αριστούργημα του Ίψεν έχοντας σαν κεντρικό πρόσωπο μια νεαρή νεόνυμφη, που έρχεται αντιμέτωπη με σπαράγματα του παρελθόντος της.
Όταν σβήνουν τα φώτα η σκηνοθέτις προϊδεάζει το κοινό με τη σκηνή- δυστοπική αλληγορία – του τέλους. Αμέσως μετά εμφανίζεται ο κόσμος της Έντα, σε ένα σαλόνι ντυμένο με λουλούδια, με βιβλία, με απλά έπιπλα και στηρίγματα, ώστε αυτή η εικαστική εγκατάσταση της Μαρίας Καραδελόγλου να σηματοδοτεί την ευθραυστότητα της ζωής, ακόμα και την αναπόφευκτη θνητότητα.
Η Γλυκερία Καλαϊτζή μεταφέρει θαυμάσια την ερημοποίηση της εστέτ άποψης για την εποχή του Ίψεν στην αναζωογονητική σύγχρονη εκδοχή του σήμερα. Η Έντα, αντισυμβατική, αντικομφορμίστρια, περιφέρεται ξυπόλητη σε όλο το έργο. Ένα σκηνοθετικό εύρημα- περιφρόνηση, στο κατεστημένο.
Ανοιχτή, διαυγής, μερικές φορές αμβλεία η απόδοση, προσφέρεται στο κοινό από χαρακτήρες που φορούν άψογα ραμμένο «φόρεμα» του 21ου αιώνα.
Η σκηνοθέτις χώρισε την αίθουσα στα δυο. Στο κέντρο η σκηνή, στον τοίχο τα βίντεο- ιντερμέδια. Δεξιά και αριστερά οι θεατές. Αυτόπτες μάρτυρες των συγκρουσιακών καταστάσεων ή μήπως συμμέτοχοι στο πολύπτυχο δράμα;
Η ΄Εντα της υπέροχης Χριστίνας Δαγκάκη είναι όμορφη αλλά ψυχρή, αγαλματώδης, σαν αρχαιοελληνική Κόρη. Είναι γνωστό ότι η ηρωίδα του ΄Ιψεν περιγράφεται συχνά ως ο θηλυκός Άμλετ. Η μόνη πραγματική σύγκριση είναι ότι και οι δύο ρόλοι είναι αρκετά ευρύχωροι για να πάρουν τον χαρακτήρα του ατόμου που τους υποδύεται. Στην ενδιαφέρουσα παραγωγή του «Τ» η επιτήδεια Χριστίνα Δαγκάκη, ενώ τηρεί την ψυχρότητα της ΄Εντα, την επενδύει με μια σεξουαλική γοητεία κι ένα άγριο χιούμορ, που χρωματίζουν μια γκρίζα σκανδιναβική «παγοκολόνα».
Η πλήξη της με τον αποτυχημένο σύζυγό της Γκιόργκεν Τέσμαν – πολύ καλός ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης στον ρόλο – εκφράζεται με μικρές χειρονομίες και κοφτερές επισημάνσεις. Με επίμονες ερωτήσεις εκμαιεύει εξομολογήσεις από την πρώην συμμαθήτριά της Τέα, (φιλότιμες προσπάθειες ερμηνείας από την Λίλα Παντελίδου), η οποία στηρίζει ένα μέλλον, όπου μπορεί να συνυπάρξει με τον αλκοολικό, αυτοκαταστροφικό και «άγριο» συγγραφέα Λέβμποργκ, (δυναμικός, στιβαρός, πειστικός ο Ιωάννης Καμπούρης).
Ο εξαιρετικός Κυριάκος Δανιηλίδης υποδύεται άριστα τον Δικαστή Μπρακ – ένα ανατριχιαστικά ύπουλο όρνεο – και κερδίζει τις εντυπώσεις με την βαθιά, δυνατή, μεστή φωνή του, τις πολυκύμαντες εκφράσεις του, την ειρωνεία ή το φαρμάκι που στάζει εκεί που θέλει, τη λαιμαργία του αρσενικού αρπακτικού μόλις ευθυγραμμίζεται στο θήραμά του, ενώ εισπράττουμε μια χαριτωμένη ερμηνεία από την Σοφία Βούλγαρη, ως Γιούλε.
Με υποβλητικούς φωτισμούς από τον Διονύση Καραθανάση και με τη μουσική του Πρόδρομου Καραδελόγλου, η σκηνή συχνά «αισθάνεται» να αναπνέει από την κλειστοφοβική ατμόσφαιρα του έργου.
Η σκηνοθεσία, μια βαθμίδα πάνω από τον νατουραλισμό, είναι συντονισμένη στη συνθήκη της ιψενικής ατμόσφαιρας, ετοιμοπόλεμης, έτσι όπως τη δημιουργεί η ηρωίδα. Οι ρυθμοί της παράστασης είναι σύγχρονοι, καθώς η σκηνοθέτις δε δεσμεύεται να παρέχει μια καθησυχαστική απόσταση από τον 19ο αιώνα που εξελίσσεται η ιστορία. Εξάλλου, μια σημερινή Έντα απολαμβάνει πολλά δομικά προνόμια: φυλετικά, οικονομικά, κοινωνικά, όμως αυτά δεν την εμποδίζουν να νιώθει «άδεια», χωρίς κάποιο στόχο.
Επίλογος
Το έργο του Ίψεν δεν είναι, ίσως, φεμινιστικό, αλλά ο ρόλος εξακολουθεί να είναι ένας από τους πιο συναρπαστικούς γυναικείους χαρακτήρες του θεάτρου. Σκληρός, ανισόρροπος και εκδικητικός.
Η Έντα Γκάμπλερ είναι πρόσωπο εκτός χρόνου και τόπου. Είναι μια ανεξάρτητη γυναίκα παγιδευμένη σε έναν γάμο της αστικής τάξης της εποχής της. Είναι, επίσης, μια δυναμική γυναίκα, πρωταγωνίστρια σε ένα έργο γραμμένο από έναν άνδρα, με βαθιά αντικρουόμενες στάσεις απέναντι στις γυναίκες. Αυτή η ηρωίδα είναι η ενσάρκωση των αντιφάσεων του Ίψεν. Ο ίδιος έγραψε: «Οι άνδρες και οι γυναίκες δεν ανήκουν στον ίδιο αιώνα. Οι γυναίκες συνειδητοποιούν ότι η ζωή έχει έναν σκοπό για αυτές, αλλά δεν μπορούν να τον βρουν»
Δεν μπορώ να πω, πράγματι, ότι αυτό το κείμενο εμφανίστηκε τόσο ξεκάθαρα αντιφεμινιστικό σε προηγούμενες παραγωγές, αλλά στο 2022 το εκλαμβάνω ως πολύ απτό και πολύ επίκαιρο, ιδιαίτερα σε μια εποχή που έχει συγκλονιστεί τόσο βαθιά από τα σκάνδαλα κακοποίησης παιδιών και γυναικών. Αυτή η παραγωγή, με τον μοναδικό και υπαινικτικά έξυπνο τρόπο της, φαίνεται να λέει κάτι σημαντικό για τη θυματοποίηση και τη γυναικεία ταυτότητα σήμερα.
Συντελεστές
Απόδοση – Σκηνοθεσία: Γλυκερία Καλαϊτζή
Σκηνικά – Κοστούμια: Μαρία Καραδελόγλου
Μουσική: Πρόδρομος Καραδελόγλου
Κίνηση: Ιωάννα Μήτσικα
Φωτισμοί: Διονύσης Καραθανάσης
Βοηθοί σκηνοθέτιδας: Χαρίκλεια Ζαγοριανού – Άντυ Αντωνίου
Βοηθός σκηνογράφου: Αριάνα Νίκου
Φωτογραφίες – Trailer: Χρήστος Κυριαζίδης
Επικοινωνία: Λία Κεσοπούλου
Παραγωγή: Θέατρο Τ
ΔΙΑΝΟΜΗ (με σειρά εμφάνισης)
Σοφία Βούλγαρη (Γιούλε)
Αλέξανδρος Νικολαΐδης (Γιόργκεν Τέσμαν)
Χριστίνα Δαγκάκη (Έντα Γκάμπλερ)
Λίλα Παντελίδου (Τέα Έλβστεντ)
Κυριάκος Δανιηλίδης (Δικαστής Μπρακ)
Ιωάννης Καμπούρης (Έιλερτ Λέβμποργκ)
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Μπορεί να σας ενδιαφέρουν
Πολιτισμός
«Πολυάννα Το παιχνίδι της χαράς» στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων
Η παιδική σκηνή Κάρμεν Ρουγγέρη έρχεται στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων και παρουσιάζει την παράσταση «Πολυάννα Το παιχνίδι της χαράς», την Κυριακή 30 Αυγούστου στις 21:00 στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων.
Πρόκειται για ένα «παιχνίδι» της Πολυάννας, ενός δωδεκάχρονου τρισχαριτωμένου κοριτσιού, που κατέκτησε ολοκληρωτικά τις καρδιές μικρών και μεγάλων τον χειμώνα που ανέβηκε στο Θέατρο Κιβωτός..
Η Πολυάννα, η ηρωίδα της ιστορίας, γίνεται σύμβολο αγάπης και καλοσύνης για όλους όσους θα βρεθούν στο δρόμο της. Βλέπει πάντα τη ρόδινη πλευρά της ζωής, και πιστεύει ότι κάποιος μπορεί να βρει χαρά ακόμα και σε κάτι δυσάρεστο που θα του συμβεί.
Χαρά που ομορφαίνει και καλυτερεύει τα πάντα στη ζωή.
Η παράσταση έχει πολλή ενδιαφέρουσα πλοκή. Έξυπνα σκηνικά και παραμυθένια κοστούμια προσεγμένα στη λεπτομέρεια και ακόμα εμπνευσμένες χορογραφίες πάνω σε πρωτότυπη μουσική και τραγούδια με ρυθμούς country, foxtrot, rock and roll, godspell και blues.
Τα πιόνια του παιχνιδιού αυτού είναι:
• η αισιοδοξία απέναντι στην απαισιοδοξία,
• η καλοσύνη απέναντι στην κακία,
• το ενδιαφέρον απέναντι στην αδιαφορία
• η θετική σκέψη απέναντι στην αρνητική σκέψη
• το γέλιο απέναντι στο κλάμα
• η συγχώρηση απέναντι στην εκδίκηση
• η χαρά απέναντι στην θλίψη
Promo Trailer: https://youtu.be/wibWlmDhQaQ
Λίγα λόγια για το έργο:
Ήταν μια φορά σ’ ένα μακρινό μέρος, κάπου στην Αμερική, πολλά χρόνια πριν, ένα μελαγχολικό χωριουδάκι.
Σ’ αυτό το χωριό οι κάτοικοι ήταν κάπως απρόσιτοι. Δεν πιάνανε κουβέντα εύκολα, χαμογελούσαν πολύ δύσκολα. Με άλλα λόγια… σ’ αυτό το χωριό λες ΚΑΙ ΕΙΧΕ ΧΑΘΕΙ Η ΧΑΡΑ.
Η μικρή μας ηρωίδα καταφθάνει μόνη της σε αυτό το χωριουδάκι με τους αδιάφορους και λυπημένους κατοίκους και εφαρμόζοντας το «παιχνίδι της χαράς» κατορθώνει μέσα σε λίγο διάστημα, να τους ξεσηκώσει όλους και να τους γεμίσει με αισιοδοξία, χαρά και ελπίδα.
Δήλωση της Κάρμεν Ρουγγέρη
«Το έργο έχει μια τόσο ενδιαφέρουσα πλοκή και ένα τόσο όμορφο τέλος που μπορεί να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον μικρών και μεγάλων. Κατά την γνώμη μου είναι για όλες τις ηλικίες. Οι Θησαυροί –μηνύματα που έχει το έργο αυτό είναι τόσοι που σίγουρα οι μικροί και μεγάλοι θεατές μας θα φύγουν πολύ πιο πλούσιοι από την παράσταση αυτή».
Δήλωση της Χριστίνας Κουλουμπή
«Το παιχνίδι της χαράς» της Eleanor Porter είναι το αριστούργημα της Αμερικάνικης Λογοτεχνίας που σημάδεψε τα παιδικά μου χρόνια! Ένα βιβλίο που επηρέασε τον τρόπο που βλέπω την ζωή με αφάνταστα θετικό τρόπο!
Ηρωίδα, ένα μικρό κορίτσι 12 χρονών που- παρά τις αντιξοότητες που παρουσιάζονται στην ζωή της – καταφέρνει να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες με χαμόγελο και αισιοδοξία! Ο πατέρας της, ένας φτωχός ιεραπόστολος, της είχε μάθει να παίζει το «παιχνίδι της χαράς» που είναι το μυστικό της ευτυχίας! Μέσα από τις περιπέτειες της μικρής Πολυάννας καταλαβαίνουμε την αξία της ευγνωμοσύνης, την αγάπη που μεταδίδεται μέσα από την καλοσύνη, την φιλία και την ελπίδα που φωτίζει την σκέψη μας να επιλέγει το καλό ακόμα κι όταν όλα μοιάζουν δύσκολα…
Κείμενο: Κάρμεν Ρουγγέρη
Σκηνοθεσία: Κάρμεν Ρουγγέρη – Χριστίνα Κουλουμπή
Σκηνικά – Κοστούμια: Χριστίνα Κουλουμπή
Κίνηση – Χορογραφίες – Φωτισμοί: Πέτρος Γάλλιας
Πρωτότυπη μουσική – VideoArt: Αντώνης Δελαπόρτας
Στίχοι: Ανδρέας Κουλουμπής – Κάρμεν Ρουγγέρη
Διδασκαλία τραγουδιών: Ελένη Ζιώγα
Διεύθυνση παραγωγής – Υπεύθυνη περιοδείας: Ελένη Καρτάση
Παίζουν οι ηθοποιοί (με αλφαβητική σειρά):
Αναγνωστοπούλου Αναστασία, Ζωγραφόπουλος Κώστας, Κορλός Θανάσης, Κύρτσος Νίκος, Λιναρδάτου Κωνσταντίνα, Μιχαλάκη Έλενα, Παπαδόπουλος Χάρης, Πικιώνη Ινώ
ΠΑΡΑΓΩΓΗ: ΠΑΙΔΙΚΗ ΣΚΗΝΗ ΚΑΡΜΕΝ ΡΟΥΓΓΕΡΗ
Πολυάννα Το Παιχνίδι της Χαράς
Κυριακή 30 Αυγούστου / 21:00
Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων
Τιμές εισιτηρίων: 14€ Γενική Είσοδος (Δωρεάν είσοδος για παιδιά έως 2 ετών)
Ηλεκτρονική Προπώληση: https://www.ticketservices.gr/event/polyanna-to-paixnidi-tis-xaras/?lang=el
Προπώληση
Καβάλα: Κέντρο Πληροφόρησης Επισκεπτών Δήμου Καβάλας (πρώην ΕΟΤ) Κεντρική Πλατεία, τηλ: 2510-620566, καθημερινά από Δευτέρα έως Σάββατο (10:00 – 14:00 και 18:00 – 21:00) και Κυριακή (10.00 – 14.00), ενώ την ημέρα της παράστασης θα γίνεται προπώληση στο ταμείο του χώρου της εκδήλωσης από τις 19:00 το απόγευμα.
Πολιτισμός
«ΡΩΜΑΙΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΕΤΑ» του Μποστ! σε περιοδεία από ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κρήτης
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Διαβάζοντας ξανά και ξανά κείμενα και σκίτσα του Μέντη Μποσταντζόγλου κάνουμε συχνά το ίδιο λάθος: προσπαθούμε να κρατήσουμε παραπομπές, μνημόνια εδαφίων. Όμως, στο μποστικό σύμπαν δε βρίσκουν έδαφος τα μνημόνια. Οι σελιδοδείκτες θα ‘πρεπε να είναι όσοι είναι οι λαχνοί στο κοντάρι του λαχειοπώλη την ώρα που βγαίνει για δουλειά! Δεν είναι μόνο εύλογη η αμηχανία όποιου επιχείρησε να χωρέσει σε ταξινομημένα ράφια το έργο του Μποσταντζόγλου.
Σκιτσογράφος, θεατρικός συγγραφέας, στιχουργός, σατιρικός, λαϊκός ζωγράφος, σαρκαστικός αφηγητής και καλλιτέχνης, διαφημιστής, σχεδιαστής όμορφων δώρων, κατεδαφιστής της κοινωνικής και γλωσσικής υποκρισίας…
Ανεπαρκείς οι ορισμοί, τόσο αληθινοί ο καθένας χωριστά, τόσο λίγοι, όμως, για να κλείσουν μέσα τους αυτόν τον Ανατολίτη αυθεντικό άρχοντα της πένας και του πινέλου.
Είπαν για αυτόν πως ζωγράφιζε τη γλώσσα και μιλούσε τις εικόνες: ένα ισόβιο, εύφορο μποστάνι, που θα ‘λεγε κανείς ότι το σκάλισαν, το πότισαν και το ευλόγησαν ο Αριστοφάνης, ο Θεόφιλος, ο Βυζάντιος, ο Σουρής, ο Ροΐδης, ο Θέμος Άννινος και ο αδελφός του ο Μπάμπης, αλλά μαζί και όλοι οι μάστορες του Θεάτρου Σκιών και οι ακαδημαϊκοί του Σουρρεαλισμού.
Το συνολικό έργο του Μποστ είναι ίσως το πιο αδιάσειστο τεκμήριο εκείνου του αξιώματος που έλεγε πως στην Ελλάδα δεν χρειάζεται κανείς να εισάγει τον Σουρρεαλισμό, καθότι υπάρχει επάρκεια.
Ιδού το δείγμα: «Σε κάποια πόλη μακρινή, στην πόλη της Βερόνας
Μοντέγοι από τη μία μεριά, και κάτι Καπουλέτοι
είχανε έχθρα φοβερή που εκρατούσε έτη.
Κι έτυχε τότε έρωτας να μπει εις την καρδιά
και να θρονιάσει για καλά σε δυό μικρά παιδιά.
Αυτά υπήρξαν θύματα ετούτης της βεντέτας
Κάποιου Μοντέγου δηλαδή και κάποιας Καπουλέτας.
Ρωμαίος λέγεται ο γιός από Μοντέγου γένος
Και με την κόρη του εχθρού βαριά ερωτευμένος.
Ιουλιέτα λέγετο η κόρη που αγαπούσε
και Καπουλέτους έλεγαν το γένος που κρατούσε.
Η μοίρα όμως το’ φερε η αγάπη των να σβήσει.
Θα δείτε πώς συνέβηκε στο έργο που θ’ αρχίσει».
Ο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Μποστ δεν είναι απλώς μια κωμωδία, αλλά είναι ένα γλωσσικό και κοινωνικό φαινόμενο. Με τον χαρακτηριστικό δεκαπεντασύλλαβο και την σκοπίμως ανατρεπτική γλώσσα του, το έργο σατιρίζει τον μικροαστικό καθωσπρεπισμό, τις διαχρονικές ελληνικές παθογένειες και τις αντιφάσεις της σύγχρονης κοινωνίας, προκαλώντας ουσιαστικά ερωτήματα αβίαστο γέλιο.
Ο Μποστ εμπνέεται από την πασίγνωστη ρομαντική σαιξπηρική ιστορία. Οι ήρωες έρχονται από το παρελθόν στο παρόν, λέγοντας την ιστορία με το δικό τους τρόπο μέσα από τον αυτοσαρκασμό, το χιούμορ και τις ανατροπές.
Ο Ρωμαίος γεμάτος από έρωτα για την Ιουλιέτα αντιπροσωπεύει το πάθος, το αίσθημα, αλλά και τη δύναμη, έτοιμος να θυσιαστεί για τα ιδανικά της αγάπης. Η Ιουλιέτα, μέσα πάντα από τον ανατρεπτικό όσο και σουρεαλιστικό λόγο του Μποστ, είναι ένα κορίτσι και αργότερα γυναίκα που τη διακρίνει η δυναμικότητα και αποφασιστικότητα, έτοιμη να διεκδικήσει μέχρι τέλους την αγάπη της για τον Ρωμαίο.
Και εδώ πρωταγωνιστής είναι η γλώσσα. Μέσα σε αυτόν τον ευρηματικό και απροσδόκητο δεκαπεντασύλλαβο, ο Μποστ σατιρίζει με το δικό του υπονομευτικό τρόπο τα κακώς κείμενα της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας.
Ο σουρεαλισμός, ο γνωστός δεκαπεντασύλλαβος, οι ήρωες που μοιάζουν με τα σκίτσα του, η υπόγεια κριτική , είναι τα στοιχεία εκείνα που κάνουν το έργο να αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα δείγματα ενός θεάτρου που δεν υπήρξε όμοιο στην Ελλάδα.
Αιχμηρός, αληθινός, αλλά και πολύ ευαίσθητος στίχος.
Ο πολυμήχανος σατιριστής Μποστ βάζει δύσκολα στον εαυτό του, εφόσον χρησιμοποιεί ως θεματική αφετηρία του και ως πλαίσιο του μύθου του ένα άλλο έργο, άλλης εποχής, άλλης δραματουργικής πλοκής και υφής και, μάλιστα, τραγικής, όπως είναι και η «Μήδεια».
Διακινδυνεύει κινούμενος στην κόψη του ξυραφιού, καθώς πλέκει το πρωτότυπο Σαιξπηρικό έργο και τα πρόσωπά του με το σύγχρονο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι στον δικό του μύθο, τον φαινομενικά παράλογο, αλλά στο βάθος του ορθολογικά δομημένο και κριτικά καυστικό, ακριβώς γιατί θέλει να στηλιτεύσει τον σύγχρονο βίο του Έλληνα, του εκτροχιασμένου και εξαιτίας της κατακλυσμιαίας υποκουλτούρας, που σαρώνει τα πάντα.
‘Ήθη, παραδόσεις αιώνων, πολιτιστικές αξίες και τέχνες.
Μια κοινωνία σε πλήρη σύγχυση αποκαλύπτει η παράσταση, μέσα από ένα παιχνίδι σκόπιμης, δαιμόνιας , χιουμοριστικά εύφορης δραματουργικής ασάφειας. Πρόκειται για μια επιτηδευμένη σύγχυση που λυτρώνει τον θεατή από τη σαβούρα της τηλεοπτικής υποκουλτούρας, αυτής που συντηρεί μελοδραματικές λαϊκίστικες ιστορίες, προκαλεί μαζική αποχαύνωση στη σημερινή Ελλάδα του κακόγουστου διπολικού σκηνικού των «Πράσινων» και «Βένετων».
Τα λογοπαίγνια του Μποστ, δια στόματος των ανεκδιήγητων ηρώων του «σπάνε κόκαλα» με την αιχμηρότητά τους και ευεργετούν τον θεατή με το εύστοχο, ανατρεπτικό τους χιούμορ.
Ο Νικορέστης Χανιωτάκης σκηνοθετεί το έργο και το μπολιάζει με πάμπολλα, ευφυή ευρήματα και με φρέσκους στίχους ομοιοκατάληκτους που στηλιτεύουν τη σημερινή επικαιρότητα, ντυμένο με την πρωτότυπη μουσική του Γιώργου Ανδρέου, που «γλεντά» την παράσταση με τα τραγούδια του και τη ζωντανή μουσική του.
Ο σκηνοθέτης προσφέρει στο κοινό ένα θέαμα λευτερωμένο από κάθε υποκριτική αναστολή από έναν «εξωφρενικό θίασο», με προεξάρχοντες την έξοχη Υρώ Μανέ, που σκορπά κύματα γέλιου στον ρόλο της Ιουλιέτας και τον πολυτάλαντο Άκη Σακελλαρίου, ως έναν πολυδιάστατο Ρωμαίο, ενώ η σκηνική δράση εμπλουτίζεται σε υπερθετικό βαθμό από τον Γιάννη Ζουγανέλη στον ρόλο της Παραμάνας.
Ακόμη, ο Σπύρος Μπιμπίλας με απίστευτη ενέργεια και μπρίο ως Μερκούτιος, ο απολαυστικός Γιάννης Δρακόπουλος στον ρόλο του αντισυμβατικού Πάτερα Λαυρέντιου, μαζί με τους εξαιρετικούς Δαυίδ Μαλτέζε, Παναγιώτη Γουρζουλίδη, Βασίλη Παπαδημητρίου, Αρετή Πασχάλη και Νίνα Φώσκολου, με το πληθωρικό τους ταλέντο, τον γρήγορο ρυθμό και το χιούμορ, εναλλάσσουν ρόλους με γρήγορα αντανακλαστικά και απογειώνουν το κοινό.
Είναι ένας θίασος υπέροχος, διαρκώς σχολιαστικός, μέσα σ’ ένα σκηνικό «όργιο» της Μαρίας Φιλίππου και της δημιουργικής συνεργασίας της Ιωάννας Καλαβρού με τα κοστούμια της, καθοδηγούμενου κινητικά από την Φαίδρα Νταϊόγλου.
Συντελεστές
Σκηνοθεσία-Φωτισμοί: Νικορέστης Χανιωτάκης
Πρωτότυπη μουσική: Γιώργος Ανδρέου
Σκηνικά: Μαρία Φιλίππου
Κοστούμια: Ιωάννα Καλαβρού
Χορογραφίες: Φαίδρα Νταϊόγλου
Σχεδιασμός ήχου – ηχοληψία: Μανώλης Καραδημητράκης
Βοηθός σκηνοθέτη: Θεοδώρα Κοκκινίδη
Οργάνωση παραγωγής: Χρυσαντίνα Κούλουμπου, Χαρούλα Λώλη
Εκτέλεση παραγωγής: Ιουλιέτα Καραχάλιου
Οργάνωση γραφείου παραγωγής: Βικτώρια Λώλη, Αργυρώ Τσοτσώνη
Επικοινωνία: Ελένη Λιλή – elenanlily@gmail.com
Creative Agency : GridFox
Social media: Social Wave
Παίζουν: Υρώ Μανέ, Άκης Σακελλαρίου, Σπύρος Μπιμπίλας, Γιάννης Δρακόπουλος, Δαυΐδ Μαλτέζε, Παναγιώτης Γουρζουλίδης, Βασίλης Παπαδημητρίου, Αρετή Πασχάλη, Νίνα Φώσκολου, Οδυσσέας Κωνσταντόπουλος
Στον ρόλο της Παραμάνας ο Γιάννης Ζουγανέλης!
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Πολιτισμός
«Γη της Επαγγελίας» της Γεωργίας Μαυραγάνη στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων!
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
«Πίσω από κάθε διακόπτη ρεύματος κρύβονται χιλιάδες ανθρώπινες ιστορίες που συνθέτουν ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της σύγχρονης Ελλάδας»
Γεωργία Μαυραγάνη
Η ενεργειακή μετάβαση στην Πτολεμαΐδα και η οριστική παύση του λιγνίτη, με επίκεντρο τη μετατροπή της μονάδας «Πτολεμαΐδα 5» σε φυσικό αέριο έως το 2028, αντιμετωπίζεται από την εξουσία ως μονόδρομος πράσινης ανάπτυξης, ενώ από τους πολίτες και φορείς της Δυτικής Μακεδονίας εκλαμβάνεται συχνά ως βίαιη και οικονομικά επισφαλής αποβιομηχάνιση.
«Το θέμα της ενεργειακής πολιτικής μιας χώρας είναι μεγάλο και πολυδιάστατο. Ήταν για μένα δύσκολο να επιλέξω τα σημεία που θα αναδείξει η παράσταση. Επέλεξα να ακούσουμε μόνο τις φωνές των ανθρώπων της Δυτικής Μακεδονίας. Εργαζόμενους στο λιγνιτωρυχεία και στους ΑΗΣ (ατμοηλεκτρικούς σταθμούς), αλλά και πολιτικούς φορείς. Είδα από κοντά τη δύσκολη εργασία στο ορυχεία και άκουσα προσεκτικά τα σχέδια και τα έργα που εκπονούνται στη Μετάβαση Α.Ε. Αυτές τις μαρτυρίες, προσεκτικά επιλεγμένες, επιστρέφω και στο κοινό». Δηλώνει η σκηνοθέτρια.
Η παράσταση αντλεί υλικό από τη συλλογική μνήμη και την ιστορική εμπειρία της λιγνιτικής δραστηριότητας στη Δυτική Μακεδονία. Μέσα από ιστορικά ντοκουμέντα, προσωπικές συνεντεύξεις, βιώματα και μαρτυρίες, αναδεικνύει ένα κεφάλαιο που σφράγισε την ταυτότητα της περιοχής, ενώ ταυτόχρονα θέτει στο προσκήνιο το μείζον ζήτημα της ενέργειας – ένα θέμα που διαπερνά ολόκληρη τη χώρα και αφορά το κοινό μας μέλλον.
Η Γεωργία Μαυραγάνη ασχολήθηκε επισταμένως με το ακανθώδες θέμα της απολιγνιτοποίησης της Δυτικής Μακεδονίας, το οποίο αποκτά πλέον μη αναστρέψιμα χαρακτηριστικά.
Διεξήγαγε μια ενδελεχή έρευνα μηνών σε ζωντανές πηγές (συνεντεύξεις) και σε γραπτές (αρχεία), διασκεύασε το κείμενό της ως μια ποιητική μεν, καταγγελτική δε παράσταση και παρουσιάζει σε επιλεγμένα σημεία της χώρας ένα θέατρο ντοκουμέντο, με κύριο στόχο την ενσυναίσθηση και, κυρίως, τη διάσωση της συλλογικής μνήμης, μετατρέποντας τις προσωπικές συνεντεύξεις, τις αληθινές αφηγήσεις και τις μαρτυρίες των βιομηχανικών εργατών σε άμεσο τεκμήριο μνήμης, για την εργασία και την απώλεια.
Αυτή ήταν και η μεγάλη πρόκληση για τη Γεωργία Μαυραγάνη. Από πού ξεκινά κανείς; Από την ιστορία του λιγνίτη; Από το παγκόσμιο ζήτημα της ενέργειας; Από την οικονομική διάσταση; Από τη ζωή των εργαζομένων; Από τις περιβαλλοντικές συνέπειες; Είναι ένα θέμα γεμάτο αντιφάσεις. Από τη μία πλευρά , ο λιγνίτης στήριξε οικονομικά την περιοχή, δημιούργησε χιλιάδες θέσεις εργασίας και διαμόρφωσε την ανάπτυξή της. Από την άλλη, υπήρξαν σοβαρές επιπτώσεις στο περιβάλλον, στην υγεία και στην ποιότητα ζωής των κατοίκων. Όλα αυτά συνυπάρχουν στην παράσταση, επειδή δεν έπρεπε να αγνοηθούν.
Στον βαθμό που η δραματουργία δε δημιουργεί οτιδήποτε εκ του μηδενός, αλλά καταφεύγει σε πηγές, κάθε δραματική σύνθεση περιλαμβάνει ένα μέρος ντοκουμέντων.
Διακρίνουμε αναμφίβολα σ’ αυτή τη μέθοδο την ανταπόκριση στη σύγχρονη προτίμηση στο ρεπορτάζ και στο αληθινό ντοκουμέντο, την επιρροή των Μέσων που κατακλύζουν τους θεατές- ακροατές με αντιφατικές και κατευθυνόμενες πληροφορίες και την επιθυμία του δημιουργού να απαντήσει με ανάλογη τεχνική.
Επομένως, η κίνηση είναι ορθώς πολιτική και, θαρρώ, πως το θέατρο ντοκουμέντου είναι ο κληρονόμος του ιστορικού δράματος. Αντίθετα, το θέατρο μυθοπλασίας το εισπράττω ως ιδεαλιστικό και απολιτικό, ίσως, εφόσον χειρίζεται τα γεγονότα με στόχο την ψυχαγωγία.
Ωστόσο, αν εκλάβουμε την πολιτική με την ετυμολογική έννοια του όρου, θα συμφωνήσουμε ότι το θέατρο είναι κατ’ ανάγκη πολιτικό, αφού εγγράφει τους πρωταγωνιστές στην πόλη ή την ομάδα. Ο όρος δηλώνει με ακρίβεια, επιτρέψτε μου, το αγωνιστικό θέατρο, το λαϊκό, το προπαγανδιστικό, το επικό, αλλά και το μπρεχτικό.
Όλα αυτά τα είδη έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό τη θέληση των συντελεστών μιας παράστασης να θριαμβεύσει μια αλήθεια, μια αναγκαία πίστη, ένα φιλοσοφικό ή και ένα στρατηγικό σχέδιο. Οπότε, η αισθητική υπάγεται στον πολιτικό αγώνα, μέχρι του σημείου -γιατί, όχι – η θεατρική μορφή να ακυρώνει τον αγώνα των ιδεών που ενστερνίζεται η εξουσία, που, πιθανώς, να πρόκειται για αγώνα- άλλοθι.
Στη «Γη της Επαγγελίας» ( τίτλος – δάνειο από τη «Γένεση» της Παλαιάς Διαθήκης) οι θεατές κοινωνούμε το κυρίως θέμα ως μείζον πρόβλημα, μέσα από τις συνεντεύξεις εργαζομένων που δραματοποιούνται, μέσα από το υλικό που απλώνεται στη σκηνή και θυμίζει εργοτάξιο- ακόμα και ο λιγνίτης είναι παρών – έτσι όπως το σχεδίασαν οι Εύη Μιμίκου και Βενετία Νάση, αλλά και μέσα από τις εικόνες που εμπεριέχουν καθαρή ποίηση στη μεταφορά της πραγματικότητας, ενώ ξετυλίγονται σκηνές με ανθρώπινες αντιδράσεις όπως πικρό γέλιο, θυμός, αγανάκτηση, οργή για την ανυπαρξία ενός σχεδίου σωτηρίας.
Η περιοχή ζει με τις κοιλότητες των ορυχείων, τα κουφάρια των εργοστασίων και την παλιά της δόξα. Οι νέοι φεύγουν μαζικά. Όσοι έχουν μείνει βρίσκονται σε πένθος. Χρειάζονται πράξεις. Όσο συντηρείται η μικροπολιτική με την επιδοματική λογική των ανοικονόμητων χρηματοδοτήσεων από το ΔΑΜ (Δίκαιη αναπτυξιακή μετάβαση) δεν θα αλλάξει τίποτα.
Η παράσταση ξεχωρίζει και για τις συγκλονιστικές αφηγήσεις εργατών και για το κινηματογραφικό της υλικό, με την υπογραφή του Στάθη Γαλαζούλα, το οποίο αποκαλύπτει σημαντικά τεκμήρια για όσα συμβαίνουν αυτή τη στιγμή στα χωριά και στα παροπλισμένα ορυχεία της Δυτικής Μακεδονίας, με αισθητική ντοκιμαντέρ αλλά και με ποιητική ματιά. Στο ενδιαφέρον οπτικό υλικό, θα πρέπει προσθέσουμε τις συγκλονιστικές φωτογραφίες του Νίκου Λόφτσαλη από τον κρανίου τόπο των ορυχείων.
Το τέλος της λιγνιτικής εποχής γίνεται το εφαλτήριο αυτής της παράστασης θεάτρου-ντοκουμέντου. Μαρτυρίες κατοίκων και εργαζομένων μετατρέπονται σε σκηνική πρώτη ύλη, σε μια αφήγηση που επιστρέφει στις ρίζες της ενεργειακής ιστορίας της Δυτικής Μακεδονίας. Ένα άμεσο τεκμήριο μνήμης για την ενέργεια, την απώλεια και τη μετάβαση, που αφορά όχι μόνο έναν τόπο, αλλά ολόκληρη τη χώρα.
Διαπιστώνουμε ότι η παράσταση αποκαλύπτει μια θολή πλευρά ενός ζητήματος με το οποίο όλοι συνδεόμαστε, χωρίς όμως να το γνωρίζουμε πραγματικά. Όλοι πατάμε τον διακόπτη για να έχουμε ηλεκτρικό ρεύμα, όμως ελάχιστοι γνωρίζουμε τι κρύβεται πίσω από αυτή την καθημερινή πράξη. Οι θεατές ανοίγουμε ένα παράθυρο στη σκέψη μας. Μοιραστήκαμε μια ιστορία, που μέχρι σήμερα παρέμενε σχεδόν άγνωστη, μέσα από τις μαρτυρίες ανθρώπων που εργάστηκαν στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.
Το θέατρο δίνει πρόσωπο σ’ αυτή την ιστορία και την κάνει από κρυμμένη, ορατή. Λογικό να απορεί η παραγωγή αν μια παράσταση μπορεί να αλλάξει την πραγματικότητα ή να επισπεύσει εξελίξεις. Δεν μπορεί να ξέρουν η Κοζάνη, η Πτολεμαΐδα, το Αμύνταιο, εάν η «Γη της Επαγγελίας» θα στρέψει περισσότερο τα φώτα της επικαιρότητας στη Δυτική Μακεδονία ή αν τελικά θα υλοποιηθούν όλα όσα είχαν εξαγγελθεί για τη δίκαιη μετάβαση.
Η σκηνοθεσία δεν αποσιωπά τις περιβαλλοντικές και τις υγειονομικές συνέπειες της λιγνιτικής δραστηριότητας. Είναι προφανές ότι οι κάτοικοι της περιοχής επιθυμούνε ένα καθαρότερο περιβάλλον και καλύτερες συνθήκες ζωής. Το θέμα που υπαινίσσεται η παράσταση είναι ότι η μετάβαση σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, θα έπρεπε να συνοδεύεται από μια ουσιαστική αντιπρόταση για την περιοχή.
Η Γεωργία Μαυραγάνη εργάστηκε για δύο μήνες πραγματοποιώντας δεκάδες συνεντεύξεις και συγκεντρώνοντας αρχειακό υλικό. Μίλησε με εργαζομένους της ΔΕΗ, ανθρώπους της αυτοδιοίκησης, πολιτικούς, κατοίκους της περιοχής και πολλούς ακόμη που είχαν προσωπική γνώση της ιστορίας. Στη συνέχεια συνέθεσε όλο αυτό το υλικό δραματουργικά, επιλέγοντας να εστιάσει κυρίως στους εργαζομένους. Συνειδητή η επιλογή της να φέρει αυτούς τους ανθρώπους στο προσκήνιο και, μέσα από τις προσωπικές τους διαδρομές, να φωτίσει μια πολύ σημαίνουσα ιστορία.
Επέλεξε να δώσει πρωταγωνιστικό ρόλο στις ίδιες τις μαρτυρίες. Ακούμε τις φωνές των ανθρώπων, βλέπουμε ορισμένους σε βίντεο, υπάρχουν αρχειακές εικόνες, φωτογραφίες και οπτικό υλικό από τα εργοστάσια και τα μηχανήματα. Οι ηθοποιοί ( Δημήτρης Γαλανάκης, Συμεών Κωστάκογλου, Γρηγόρης Ποιμενίδης, Ιωάννα Σίσκου, Ανατολή Τσακαλίδου), δε λειτουργούν ως οι αποκλειστικοί φορείς της αφήγησης, αλλά υπηρετούν τη μαρτυρία και το υλικό που έχει συγκεντρωθεί. Η μουσική του Χάρη Νείλα ντύνει την αφήγηση.
Η δράση στη σκηνή εξελίσσεται σε μια πολύ συγκεκριμένη δραματουργική δομή. Η παράσταση αναπτύσσεται σε επτά ημέρες. Η επιλογή αυτή συνδέεται αφενός με τον τίτλο, «Γη της Επαγγελίας», αφετέρου με την ίδια τη λειτουργία των μονάδων, η οποία δεν σταματούσε ποτέ. Συνεχιζόταν επτά ημέρες την εβδομάδα, είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η παρουσία δύο ανθρώπων της κοινότητας (Νίκος Λόφτσαλης, Παναγιώτης Χλιαράς), που συμμετέχουν στην παράσταση. Ενός εν ενεργεία εργαζομένου, που είναι και καλλιτέχνης και ενός συνταξιούχου. Ο δεύτερος είναι άνθρωπος που έχει υποβληθεί σε τραχειοτομή. Η φωνή του υπόκωφη, αδύναμη, λιγοστή και η σκηνή στην οποία αφηγείται την ιστορία του είναι από τις πιο συγκινητικές της παράστασης.
Οι ηθοποιοί τον ρωτούν αν, γνωρίζοντας όσα ακολούθησαν, θα ξαναέκανε την ίδια δουλειά. Και εκείνος απαντά χωρίς δισταγμό: «Βεβαίως. Εκεί ήταν το σπίτι μου». Στη συνέχεια τον ρωτούν αν θα ήθελε ο γιος του να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο. «Με τίποτα», απαντά. Σε αυτή την αντίφαση συμπυκνώνεται ολόκληρη η ιστορία της περιοχής και αυτός ο απόμαχος εργάτης αποτελεί το μέτρο της παράστασης.
Η Γεωργία Μαυραγάνη ακολουθεί μια πολύ λιτή σκηνοθετική γραμμή. Δεν επιδιώκει την ένταση μέσα από δυνατές μουσικές ή εξάρσεις των ηθοποιών. Υπάρχει μια βραδύτητα και μια απλότητα. Η αφήγηση είναι τόσο πυκνή, ώστε τα 90 λεπτά της διάρκειάς της κυλάνε γρήγορα και δημιουργικά, εφόσον η παράσταση ήρθε για να δώσει δημόσιο χώρο σε ανθρώπους και εμπειρίες, που διαφορετικά μπορεί να έμεναν αθέατες.
Ουσιαστικά, η παράσταση θέτει στο επίκεντρο το μείζον ζήτημα της ενέργειας, της ανάπτυξης και του κοινού μας μέλλοντος, δείχνοντας ότι όσα συμβαίνουν στη Δυτική Μακεδονία αντικατοπτρίζουν παγκόσμιες προκλήσεις.
Η «Γη της Επαγγελίας» περιοδεύει σε επιλεγμένα ανοικτά θέατρα της χώρας.
Συντελεστές
Σκηνοθεσία – Δραματουργία: Γεωργία Μαυραγάνη
Επιμέλεια κίνησης: Μαριάννα Καβαλλιεράτου
Σκηνικά – κοστούμια: Εύη Μιμίκου, Βενετία Νάση
Μουσική: Χάρης Νείλας
Σχεδιασμός φωτισμών: Εμορφίλη Τσιμπλίδου
Κινηματογράφηση υλικού – Επεξεργασία με ΑΙ: Στάθης Γαλαζούλας
Βοηθοί σκηνοθέτη: Μαρία Ηλιάδη, Νικολέτα Σιώμου
Βοηθός φωτίστριας: Ηρώ Μεταξά
Ηθοποιοί: Δημήτρης Γαλανάκης, Συμεών Κωστάκογλου, Γρηγόρης Ποιμενίδης, Ιωάννα Σίσκου, Ανατολή Τσακαλίδου
Άνθρωποι της κοινότητας: Νίκος Λόφτσαλης, Παναγιώτης Χλιαράς
Φωτογραφίες – Βίντεο παράστασης: Κωνσταντίνος Μανουσαρίδης
Εικονογράφηση αφίσας: Lekõ
Σχεδιασμός προγράμματος – Επικοινωνία: Παναγιώτης Τσαρτσιανίδης
Επιμέλεια προγράμματος: Κατερίνα Λάκκα
Κατασκευή σκηνικού: Νίκος Λαβαντσιώτης, Γιάννης Λυγκώνης, Τάκης Συνδουκάς
Ζωγραφική επιμέλεια σκηνικού: Νίκος Καρράς, Νίκος Αθανασάκης, Παναγιώτης Μεϊντάνης, Δημοσθένης Καρράς
Τεχνικοί σκηνής: Βαγγέλης Καραθανάσης, Νίκος Λαβαντσιώτης, Τάκης Συνδουκάς
Ηλεκτρολόγος – χειριστής φώτων: Τάσος Διδασκάλου
Ηχολήπτης προβών: Λευτέρης Φερλαχίδης
Ηχολήπτης περιοδείας: Μάνος Κόμπος
Υπεύθυνη παραγωγής Δη.Πε.Θε. Κοζάνης: Δήμητρα Σωτηροπούλου
Υπεύθυνη παραγωγής Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου: Ηλέκτρα Καρατζά
Υπεύθυνος περιοδείας: Στέλιος Σωτηρόπουλος
Πρόκειται για μια συμπαραγωγή του Δημοτικού Περιφερειακού Θεάτρου Κοζάνης με το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου για την ιστορική συγκυρία του κλεισίματος των λιγνιτικών εργοστασίων.
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Προτεινόμενα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΠροκήρυξη Διεθνούς Διαγωνισμού Ποίησης εις Μνήμη του Πρωτοπρεσβύτερου Ποιητή Γεωργίου Ι. Διαμαντόπουλου. Με θέμα ꓽ «Υπάρχουν Άνθρωποι»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΘάσος: Αναστέλλεται η λειτουργία σχολικών τμημάτων και του «Θεαγένη»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμαρχος Θάσου για το πρόγραμμα ενίσχυσης επιχειρήσεων της ΑΜΘ με την διαδικασία της μη επιστρεπτέας προκαταβολής
-
ΚαβάλαΠριν 6 έτηΚαμπανάκι για την μείωση των δρομολογίων στη γραμμή Πρίνος-Καβάλα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΧορωδίες δήμου θάσου 2020
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμος Θάσου κοντά στον πολίτη, δίνει χρήσιμες συμβουλές για την εξοικονόμηση ενέργειας
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΞεκινούν οι εγγραφές στην Παιδική Θεατρική Σκηνή του Δήμου Θάσου
-
ΕλλάδαΠριν 6 έτηΣε κακούργημα μετατρέπεται το αδίκημα βασανισμού των ζώων

You must be logged in to post a comment Login