Connect with us

Πολιτισμός

«ΘΕΛΕΣΤΙΝΑ» του Φερνάντο ντε Ρόχας στο «Βασιλικό Θέατρο» από το ΚΘΒΕ

«ΘΕΛΕΣΤΙΝΑ»-του-Φερνάντο-ντε-Ρόχας-στο-«Βασιλικό-Θέατρο»-από-το-ΚΘΒΕ

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Τα αρχετυπικά σύμβολα του θεάτρου είναι τα προσωπεία στην κωμωδία και στην τραγωδία. Ωστόσο, λίγα έργα εξερευνούν τόσο εκτενώς και τις δύο λεωφόρους της τέχνης, όσο η τελευταία παραγωγή στο ΚΘΒΕ, ένα σκοτεινό ισπανικό έπος από τα τέλη του 15ου αιώνα.

Το «La Celestina», που γράφτηκε ως μυθιστόρημα από τον Φερνάντο ντε Ρόχας το 1499 και μεταφράστηκε το 1631 από τον Τζέιμς Μάμπε, είναι πράγματι μια ασυνήθιστη θεατρική εμπειρία, άσεμνη κωμωδία στην πρώτη πράξη και αιματοβαμμένη τραγωδία στη δεύτερη.

Ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής του ΚΘΒΕ και σκηνοθέτης της παράστασης Αστέρης Πελτέκης, βάζει και τα δύο στοιχεία στην προσαρμογή του.

Στην παραστασιακή αφήγηση του «Θελεστίνα» ο σκηνοθέτης πιστοποιεί, με εικαστικό τρόπο, ότι μακροπρόθεσμα η πρωτογενής ενέργεια ενός έργου δεν μπορεί να κρυφτεί ή να αγνοηθεί. Ένα έργο τέχνης μπορεί να λησμονηθεί στο πέρασμα του χρόνου, μπορεί να απαγορευτεί ή να απορριφθεί, αλλά το ουσιώδες κερδίζει πάντα το εφήμερο.

Η ιλαροτραγωδία του Καλίστο και της Μελιβέα, «Θελεστίνα», όπως την αποκαλούσε το κοινό και επικράτησε σαν τίτλος, αποτελεί ένα πρωτοποριακό ουμανιστικό έργο, που στην παρούσα σκηνοθετική προσέγγισή του, μέσα από την προσθήκη μια σύγχρονης Παράβασης, όπου υπογραμμίζονται η θέση της γυναίκας, η «αρετή» της αγνότητας και η εκμετάλλευσή της, καθώς και η τεράστια διαχρονική επιχείρηση χειραγώγησης και εμπορευματοποίησης του γυναικείου σώματος. Παράλληλα, η παραγωγή απεικονίζει γραμμικά πόσο οι απλές πράξεις μπορούν να έχουν βάναυσες και εντελώς απροσδόκητες συνέπειες.

Ο ερωτευμένος νεαρός ιππότης Καλίστο, αδυνατώντας να διαχειριστεί την απόρριψη της αγαπημένης του Μελιβέα, δέχεται τη συμβουλή του υπηρέτη του Σεμπρόνιο και ζητάει βοήθεια από τη Θελεστίνα, μια δαιμόνια προξενήτρα, πρώην ιερόδουλη και νυν προαγωγό, η οποία κατέχει τα μυστικά του έρωτα και δίνει λύσεις στα προβλήματα, έναντι αμοιβής, με αλχημείες και μαγικά βότανα. Η Θελεστίνα βάζει το σχέδιο της σε εφαρμογή, ώστε το νεαρό ζευγάρι να ερωτευθεί με πάθος. Πανούργα, χειριστική και εξαιρετικά ικανή στο να καταλαβαίνει τους ανθρώπους και να εκμεταλλεύεται τις αδυναμίες τους, χρησιμοποιεί ανορθόδοξους τρόπους, μηχανορραφίες και «ραφές» παντός τύπου που εκχυδαΐζουν τον αγνό «πλατωνικό» έρωτα και εμπλέκουν τους ήρωες σε απρόβλεπτες περιπέτειες με απρόσμενο τέλος.

Το εκτενέστατο μυθιστόρημα των περίπου 65.000 λέξεων, γνώρισε τεράστια επιτυχία με πολλές επανεκδόσεις και διασκευές. Η έντονη θεατρικότητα του κειμένου, οι δυνατοί μονόλογοι, η διαλογική μορφή του καθώς και οι πολύπλευροι χαρακτήρες του, έδωσαν έδαφος για πολλαπλές απόπειρες σκηνικής μεταφοράς. Η σάτιρα, το ποιητικό στοιχείο, ο συνδυασμός του υψηλού και του ευτελούς, τα μεγάλα πάθη και τα συναισθήματα, με την ταυτόχρονα κωμική αποδόμησή τους, επιτυγχάνουν μια επιδέξια κοινωνική κριτική της εποχής, κατεδαφίζοντας τις αρχές που τη διέπουν.

Η «Θελεστίνα» δεν είναι απλώς μια παρωδία ανεκπλήρωτου έρωτα, αλλά ένα κείμενο που υπονομεύει τις προσπάθειες της Καθολικής Εκκλησίας και της Ιεράς Εξέτασης, εκθέτοντας τη διεφθαρμένη φύση της μεσαιωνικής ισπανικής κοινωνίας, την οποία ο συγγραφέας απεικονίζει μέσα από αντικείμενα και ρητορική εξυπνάδας, χυδαιότητας και μισογυνισμού.

Δεν είναι υπερβολή να ταυτίσουμε την καλλιτεχνική πρωτοτυπία και τις κατακτήσεις του ντε Ρόχας, με τα επιτεύγματα του Θερβάντες, του Βελάσκουεθ ή του Γκόγια.

Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι όλη η ευρωπαϊκή λογοτεχνία των παλιών, δημοφιλών απατεώνων και παμπόνηρων υπηρετών, οφείλει ευγνωμοσύνη σ’ αυτό το θεμελιώδες κλασικό έργο της ισπανικής λογοτεχνίας. Δημοσιεύτηκε το 1499, έναν αιώνα πριν από τον Δον Κιχώτη, μισό αιώνα πριν από τον Lazarillo de Tormes και έχει αναγνωριστεί ως «το πρώτο ευρωπαϊκό μυθιστόρημα». Ωστόσο, θα μπορούσε να θεωρηθεί, εξίσου, ως ο τελευταίος κλασικός διάλογος της Αναγέννησης, καθώς η δομή του παραπέμπει περισσότερο στους νεοπλατωνιστές και ουμανιστές, όπως ο Έρασμος ή ο Τζοβάνι Πίκο ντέλα Μιράντολα, παρά σε οποιαδήποτε προηγούμενη πεζογραφία. Πρόκειται, λοιπόν, για ένα κείμενο– μυθιστόρημα με διαλόγους άλλοτε ποιητικούς, άλλοτε σκληρούς κι άλλοτε χυδαίους.

Η υπόθεση είναι κωμική στην αρχή της, θυμίζει με τον πιο έντονο τρόπο τον Τζέφρυ Τσώσερ ( Οι Ιστορίες του Καντέρμπερυ) ή τον Βοκάκιο (Δεκαήμερο), όμως μεταλλάσσεται σε τραγωδία, εφόσον συναντάμε στη συνέχεια φόνους, θανατηφόρα ατυχήματα και μια αυτοκτονία, κι όλα αυτά στην τελευταία πράξη.

Όπως θα περίμενε κανείς σε έναν διάλογο της Αναγέννησης, στη συγκεκριμένη απόδοση – σκηνοθεσία υπάρχουν εκτενείς φιλοσοφικοί λόγοι, άλλοι σκληρά ειρωνικοί κι άλλοι ειλικρινά ανθρώπινοι.

Ένα καλό καστ και μια μελετημένη προσαρμογή εδώ, συνιστούν μια δυνατή παραγωγή, μια ιστορία που, μπορεί να ήταν ο ισπανικός πρόδρομος του Σαίξπηρ και ένα από τα πρώτα τραγικοκωμικά κείμενα, αντί ενός ιπποτικού συμβατικού, κλασικού θεάματος, αλλά η παραγωγή του ΚΘΒΕ είναι επιτυχής, επειδή απεικονίζεται γλαφυρά η κοινή προσέγγιση στην αγάπη, στον έρωτα και σε ανομολόγητα πάθη, αυτά τα προαιώνια τρωκτικά της ανθρώπινης ύπαρξης.

Η Ελισάβετ Κωνσταντινίδου, με το εκρηκτικό της ταπεραμέντο, την εμπειρία της και την αστείρευτη ενέργειά της, υποδύεται την άθλια αλλά οξυδερκή Θελεστίνα, ενώ οι: Θάνος Κοντογιώργης- Σεμπρόνιο και Δημήτρης Μορφακίδης- Πάρμενο, είναι ξεδιάντροπα πονηροί, μικρόψυχοι και συμφεροντολόγοι υπηρέτες, των οποίων η ερμηνεία ξεχωρίζει και κερδίζει το κοινό.

Αυτή η υποβλητική νεοκλασική αισθητική της παράστασης, χρησιμεύει ως το γενικό πλαίσιο, το οποίο στεγάζει ένα σύμπαν από πικρό χιούμορ στις πιο χαρακτηριστικές σκηνές, για παράδειγμα στο παραλήρημα του υποτακτικού Πάρμενο (κλέβει την παράσταση ο έξοχος Δημήτρης Μορφακίδης), ο οποίος ως πειθήνιος υπηρέτης του Καλίστο αποτυγχάνει στις προσπάθειές του να μπλοκάρει τα ξόρκια και τα μάγια της Θελεστίνα, επειδή, μόλις τεθεί σε ισχύ η μαγεία ο κόσμος των ερωτευμένων καταρρέει. Ακόμη, στεγάζει και τα ανώτερα ή και τα αρνητικά ανθρώπινα πάθη, όπως της αγάπης, της απληστίας, της λαγνείας, της εκδίκησης και της επιθυμίας. Ευθέως αλληλοεπιδρούν μεταξύ τους, μ’ έναν βίαιο τρόπο, φέρνοντας την πλήρη καταστροφή.

Ο Καλίστο – Γιώργος Κολοβός, είναι ένας νεαρός, εύπορος ευγενής, που μπαίνει στον κήπο του πλούσιου εμπόρου Πλεμπέριο – Ταξιάρχη Χάνου, κυνηγώντας το γεράκι του. Εκεί βλέπει την κόρη του πλούσιου άνδρα, Mελιβέα -Τατιάνα Μελίδου, και την ερωτεύεται παράφορα. Επιστρατεύει προς βοήθειά του στην αποπλάνησή της την πανούργα Θελεστίνα, η οποία ως ιδιοκτήτρια οίκου ανοχής, χειραγωγεί άπληστα τις πόρνες της, μεταξύ αυτών οι: Ελίσια (Χρύσα Ρώπα, ως αλλοπαρμένη πόρνη, χαρακτήρας που της πάει γάντι) και Αρεούσα (Αλεξάνδρα Παλαιολόγου, μια έξυπνη γυναίκα που επιθυμεί διακαώς να γίνει «μάγισσα» στη θέση της «Μάγισσας», παρθενοράφτρας και προαγωγού Θελεστίνα ) και φέρνει ψυχρά και πονηρά τον Καλίστο και τη Μελιβέα σε ερωτική συνεύρεση.

Οι δυο «εραστές», ο καλός ηθοποιός Γιώργος Κολοβός και η όμορφη, αισθαντική Τατιάνα Μελίδου, είναι εντυπωσιακοί ερμηνευτές, τόσο στα ποιητικά όσο και στα παθιασμένα στοιχεία της ερωτοτροπίας τους.

Θα πρέπει να πω ότι η ιστορία του ανεκπλήρωτου έρωτα είναι κάπως ελλιπής, καθώς μοιάζει (αν και προηγήθηκε χρονικά) με τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα, χωρίς την κοινωνική πίεση. Ο Καλίστο λαχταρά τη Μελιβέα και την κατακτά με τη βοήθεια της οπορτουνίστριας προξενήτρας και τις υπηρεσίες της υπηρέτριας της ερωμένης του, τη Λουκρέθια (η Εύη Σαρμή αξιοποιεί στο έπακρον τον ρόλο), αλλά οι εραστές έχουν κι εδώ τραγικό τέλος.
Όμως, δεδομένου ότι γνωρίζουμε ελάχιστα το οικογενειακό τους ιστορικό, είναι δύσκολο να καταλάβουμε ποιο είναι το σημαντικό ζήτημα που τους τοποθετεί απέναντι τον έναν από τον άλλον ή τι τους οδηγεί σε απόγνωση.

Το πραγματικό ενδιαφέρον του συγγραφέα, αλλά και της συγκεκριμένης σκηνοθεσίας, έγκειται στον ομώνυμο ρόλο του έργου, τη Θελεστίνα, ως μωσαϊκό χαρακτήρων έχον ψηφίδες από τον «Ηδονοβλεψία» του Μάικλ Πάουλ, από τη γήινη υφή της γυναίκας του Μπαθ, αφηγήτρια στις« Ιστορίες του Καντέρμπερυ, από την μέγιστη απατεώνισσα «Μάνα Κουράγιο» του Μπρεχτ και από έργα του Καραβάτζιο.

Ο ντε Ρόχας τη στολίζει με πάμπολλες ιδιότητες συρρικνωμένες σε μια ικανότητα : την απάτη. Της δίνει μεγάλο πεδίο δράσης, όμως, της επιφυλάσσει οδυνηρό και μακάβριο φινάλε, εφόσον οι άπληστοι υπηρέτες του Καλίστο τη δολοφονούν για δικό τους υλικό όφελος, αλλά και η προσωπική τους πορεία είναι σύντομη και κατάμαυρη.

Αυτή η «Θελεστίνα» του ΚΘΒΕ είναι τολμηρή και ασεβής προς το κλασικό κείμενο, προσφέροντάς μας μια φρέσκια αλλά όχι ασεβή εκδοχή. Σε τελική ανάλυση, αυτό το έργο μιλά – σε πρώτο επίπεδο – για τον έρωτα, την απώλεια της αγάπης και τον θάνατο. Όλα διαχρονικά και παγκόσμια θέματα.

Μάλιστα, ο συγγραφέας ισχυρίζεται ότι το έργο του είναι ένα μάθημα για τη γοητεία της αμαρτίας. Αλλά εδώ η «αμαρτία» δεν είναι το σεξ αλλά το αχαλίνωτο προσωπικό συμφέρον. Στο «La Celestina» αντανακλάται έντονα ο κοινωνικός κόσμος μιας νέας, σύγχρονης εποχής, τυλιγμένης σε έναν αχνό καπιταλισμό.

Ο Φερνάντο ντε Ρόχας μεταφέρει τους χαρακτήρες του σε αστικό κόσμο, όπου αναδύονται νέες κοινωνικές κατασκευές για να καθορίσουν τις σχέσεις μεταξύ των τάξεων.

Η παράσταση του ΚΘΒΕ διαβάζεται υπό το πρίσμα της αδιάκοπης παρακμής της δημοκρατικής, ανθρωπιστικής αξίας. Υπάρχει, άραγε, έντιμη ζωή έξω από τους νόμους της αγοράς ή είναι η εντιμότητα, απλώς, ένα ακόμη προϊόν προς πώληση;

Οι συνεισφορές του μουσικού συνθέτη Στέφανου Κορκολή και της εικαστικής σύνθεσης της Φρόσως Λύτρα, αλληλοεπιδρούν υπέροχα με τους ατμοσφαιρικούς φωτισμούς του Στέλιου Τζολόπουλου και, ειδικότερα, με τα υπέροχα κοστούμια εποχής του Νίκου Χαρλαύτη.

Η χορογράφος Αναστασία Κελέση καθοδηγεί ένα μεγάλο και ενθουσιώδες σύνολο καλλιτεχνών, μέσα από κάποιες περίπλοκες κινήσεις κατά τη διάρκεια των εορταστικών σκηνών. Όλος ο θίασος, ύστερα από πολλή δουλειά, δίνει τον καλύτερό του εαυτό για ένα καλό αποτέλεσμα.

*Κατάλληλο για θεατές άνω των 13 ετών

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Απόδοση κειμένου – Σκηνοθεσία: Αστέριος Πελτέκης
Μουσική: Στέφανος Κορκολής
Εικαστική σύνθεση και εγκατάσταση: Φρόσω Λύτρα
Κοστούμια: Νίκος Χαρλαύτης
Φωτισμοί: Στέλιος Τζολόπουλος
Συνεργάτις σκηνογράφος – ενδυματολόγος: Δανάη Πανά
Επιμέλεια κίνησης: Αναστασία Κελέση
Βοηθός σκηνοθέτη: Εύη Σαρμή
Οργάνωση Παραγωγής: Φιλοθέη Ελευθεριάδου
Φωτογραφίες: Mike Rafail | That long black cloud

Βοηθός σκηνοθέτη (στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης): Χρυσούλα Σαράντου
Βοηθός σκηνογράφου-ενδυματολόγου (στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης): Αναστασία Μαρκέλλα Νεαμονίτη

Διανομή:
Ζωή Ευθυμίου (Νεαρή Θελεστίνα/Β΄Θελεστίνα/Περαστική), Γιώργος Κολοβός (Καλίστο), Θάνος Κοντογιώργης (Σεμπρόνιο/Τριστάν/Περαστικός), Ελισάβετ Κωνσταντινίδου (Θελεστίνα), Χριστίνα Κωνσταντινίδου (Αλίσα/Πόρνη/ Γ΄Θελεστίνα/Περαστική/ σε διπλή διανομή), Τατιάνα Μελίδου (Μελιβέα), Δημήτρης Μορφακίδης (Πάρμενο/ Σόσια/Περαστικός), Αλεξάνδρα Παλαιολόγου (Αρεούσα/ Περαστική), Χρύσα Ρώπα (Ελίσια), Μίλτος Σαμαράς (Θεντούριο/Περαστικός), Εύη Σαρμή (Λουκρέθια), Ελευθερία Τέτουλα (Αλίσα/ Πόρνη/ Γ΄Θελεστίνα/Περαστική/ σε διπλή διανομή), Ταξιάρχης Χάνος (Πλεμπέριο/ Περαστικός)

Χορεύτρια
Έρωτας/ Πόρνη/ Περαστική: Αναστασία Κελέση

Φιγκυράν: Αργυρώ Βλαχοπούλου

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«ΠΕΡΣΕΣ» του Αισχύλου στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

«ΠΕΡΣΕΣ»-του-Αισχύλου-στο-Αρχαίο-Θέατρο-Φιλίππων

Η εμβληματική τραγωδία «ΠΕΡΣΕΣ» του Αισχύλου, που έγινε SOLD OUT  στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου,  σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη, έρχεται στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, το Σάββατο 22 και την Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Στην παράσταση πρωταγωνιστούν οι: Μαρία Ναυπλιώτου, Δημήτρης Καταλειφός, Αναστάσης Ροϊλός και Σταύρος  Σβήγκος, πλαισιωμένοι από έναν δυναμικό 18μελή Χορό.

Οι «Πέρσες» αποτελούν το αρχαιότερο σωζόμενο ολοκληρωμένο έργο της αρχαίας ελληνικής δραματουργίας και ταυτόχρονα την πρώτη θεατρική καταγραφή ιστορικών γεγονότων. Ο Αισχύλος, αυτόπτης μάρτυρας της Ναυμαχίας της Σαλαμίνας, δημιουργεί ένα «σκηνικό ρεπορτάζ» πολέμου, μόλις οκτώ χρόνια μετά την καταστροφή.

Ο Χρήστος Θεοδωρίδης προσεγγίζει το έργο ως μια βαθιά αντιπολεμική κραυγή, συνεχίζοντας τη σκηνοθετική του πορεία πάνω σε πολιτικά φορτισμένα και καίρια σύγχρονα ζητήματα.

«Αχ, μια φορά πόσο μεγάλη και γλυκιά ήταν στ’ αλήθεια η ζωή μας…»

Είκοσι δύο άνθρωποι περιμένουν τα νέα μιας συντελεσμένης καταστροφής. Όταν ο αγγελιοφόρος επιστρέφει από το μέτωπο, ο λόγος του δίνει μορφή στον φόβο: η απώλεια είναι απόλυτη. Το σώμα και η σκέψη παραλύουν. Καμία πράξη δεν μοιάζει δυνατή. Μόνο ο θρήνος απομένει.

«Αχ, αχ, μιλάς για των δικών μας τα σώματα…»

Ο θρήνος γίνεται συλλογικός, επίμονος, αδιαπραγμάτευτος. Για τους νεκρούς. Για το παρελθόν που χάθηκε. Για το μέλλον που βυθίστηκε μαζί τους.

«Τώρα πάει του βασιλιά μας η εξουσία…»

Στο επίκεντρο της παράστασης βρίσκεται ο άνθρωπος απέναντι στην απώλεια. Η «τραγωδία των ηττημένων» ανοίγει έναν διαχρονικό διάλογο: οι ηττημένοι δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν, αλλά σε κάθε εποχή, σε κάθε πλευρά. Τα ονόματα που αναζητά ο Χορός είναι τα ονόματα όλων όσοι χάθηκαν και συνεχίζουν να χάνονται στους πολέμους του κόσμου…

Είκοσι δύο ηθοποιοί, σε μια σκηνή σχεδόν γυμνή, συγκροτούν έναν Χορό-πρωταγωνιστή. Με εργαλεία τον λόγο, την κίνηση και τη μουσική, αποτυπώνουν το συλλογικό τραύμα μιας κοινωνίας που στέκεται μουδιασμένη μπροστά στην καταστροφή.

«Τόσοι άνθρωποι, να ξέρεις, ποτέ δεν χάθηκαν σε μία και μόνο μέρα…»

Μια παράσταση που στοχάζεται πάνω στη μνήμη και την ήττα, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την ακατάλυτη ανθρώπινη ανάγκη για δημοκρατία και δικαιοσύνη, μέσα σε έναν κόσμο που ολοένα και θεμελιώνει την εξουσία και την άκριτη υποταγή!

Διανομή:

Άτοσσα: Ναυπλιώτου Μαρία

Δαρείος: Καταλειφός  Δημήτρης

Ξέρξης: Ροϊλός Αναστάσης

Αγγελιοφόρος: Σβήγκος  Σταύρος

Χορός (αλφαβητικά):  Αλεξανδρόπουλος  Πάρης,  Δεληθανάση Αγγελική, Δερμεντζίδης  Κρητικός Γιώργος, Εξακοΐδης  Γιώργος , Θεμελή Ξένια,

Κισσανδράκης Γιώργος,  Κωνσταντινίδης Γιώργος,  Μακρής Ντένης,

Μανδρινός Δημήτρης, Μανωλάς Νίκος, Πατερμαλή Αγγελική,

Πίττα Τατιάνα- Άννα, Σακελλαριάδη Πέννυ, Σωτηροπούλου Σαββίνα

Τρυφουλτσάνης Βασίλης, Τσαλίκης Βασίλης , Φύτρος Σαμψών

Συντελεστές:

Μετάφραση: Παναγιώτης Μουλλάς 

Σκηνοθεσία: Χρήστος Θεοδωρίδης 

Δραματουργική επεξεργασία: Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου, Παύλος Σούλης, Χρήστος Θεοδωρίδης 

Φωτισμοί: Ιωάννα ΑθανασίουΤάσος Παλαιορούτας 

Μουσική: Jeph Vanger

Χορογραφία – Κίνηση: Ξένια Θεμελή 

Επιστημονικός σύμβουλος: Παύλος Σούλης

Βοηθός σκηνοθέτη: Ιάσονας Ασημακόπουλος

Βοηθός χορογράφου: Ελίνα Παντελεμίδου

Social Media – Διαφήμιση: Renegade Media

Graphic Design – Photography: Mike Rafail

Οργάνωση παραγωγής: Λαμπρίνα Καραγιαννίδου

Παραγωγή: Marossoulis Productions

Διάρκεια : 1.45΄

Ώρα έναρξης : 9. 00 μμ

Προπώληση : more.com

https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/summer/perses-periodeia

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

​«Τρωάδες» του Ευριπίδη στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

​«Τρωάδες»-του-Ευριπίδη-στο-Αρχαίο-Θέατρο-Φιλίππων

Το Εθνικό Θέατρο παρουσιάζει στις 29 Αυγούστου, στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, τις Τρωάδες του Ευριπίδη, σε μετάφραση Γιάννη Τσαρούχη και διασκευή—σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου. Το κατεξοχήν ανθρωποκεντρικό έργο του μεγάλου τραγικού ποιητή ζωντανεύει στην πρώτη επιδαύρια σκηνοθεσία της διακεκριμένης δημιουργού στην πλέον λυρική και συλλογική του διάσταση.

Ένα ensemble 22 ερμηνευτριών και ερμηνευτών —μεταξύ των οποίων μέλη των Εν Δυνάμει— διαφορετικών ηλικιών, με και χωρίς αναπηρία, με ζωντανή μουσική επί σκηνής, μέσα από τη συνύπαρξη διαφορετικών σωμάτων, φωνών και εμπειριών, καταθέτουν μια σκηνική αφήγηση με κέντρο τη μουσικότητα. 

Ένα ποιητικό και βαθιά πολιτικό σκηνικό ανέβασμα χωρίς αποκλεισμούς στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, που για πρώτη φορά στην ιστορία του καθίσταται προσβάσιμο και σε άτομα με αισθητηριακές —οπτικές και ακουστικές— αναπηρίες [31/7]. Μια ξεχωριστή σκηνική ανάγνωση για τη φρίκη και το παράλογο του πολέμου μέσα από το φίλτρο του θηλυκού σώματος, που διεκδικεί το δικαίωμα της επιλογής, ακόμη και όταν βρίσκεται υπό κατοχή.

Οι Τρωάδες της Ελένης Ευθυμίου δεν είναι μόνο τα όμορφα, υγιή κορμιά των προνομιούχων γυναικών της οικογένειας του Πρίαμου, που αναμένουν την τελική διαλογή. Είναι και σώματα –ανήλικα, ανάπηρα, ηλικιωμένα– που ούτε πριν τον πόλεμο αποφάσιζαν για τον εαυτό τους, ενώ σπάνια είχαν το προνόμιο της αφήγησης. Αιχμάλωτες μετά την άλωση της πόλης τους, οι Τρωάδες αναμετρώνται και με τις δικές τους ευθύνες, όταν η σιωπηρή αποδοχή του πολέμου αποκαλύπτει τις ολέθριες συνέπειές της. Είναι πια φανερό πως ούτε οι θεοί, ούτε ο μύθος, ούτε η μοίρα ορίζουν τη ζωή τους. Παρά την οδύνη και την απόγνωση μπροστά στην καταστροφή, οι Τρωάδες βιώνουν την απώλεια, μα δεν παραδίδονται. Οι λέξεις γίνονται τα όπλα της αντίστασής τους —έστω και την ύστατη αυτή στιγμή— απέναντι στη σκλαβιά και την απώλεια της ταυτότητας που η νέα πραγματικότητα τους επιφυλάσσει. Στέκουν όρθιες, βρίσκουν τη φωνή τους και σταδιακά το πένθος τους μετασχηματίζεται σε μια εύθραυστη αλλά επίμονη μορφή εξέγερσης, με την αλληλεγγύη να είναι πλέον η μεγαλύτερή τους δύναμη. 

Θα μπορέσουν άραγε οι καταπιεσμένες αυτού του κόσμου να ξανακερδίσουν το δικαίωμα της επιλογής; Να κραυγάσουν τον θυμό και το μίσος τους, να θρηνήσουν, να γελάσουν μες στο χάος και το αδιέξοδο; Θα επαναοικειοποιηθούν ποτέ οι γυναίκες της Τροίας τα σώματά τους;

Μετάφραση: Γιάννης Τσαρούχης
Διασκευή—Σκηνοθεσία: Ελένη Ευθυμίου
Σύμβουλος δραματουργίας: Σοφία Ευτυχιάδου
Σκηνικά: Ευαγγελία Κιρκινέ
Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Μουσική: Λευτέρης Βενιάδης
Κίνηση: Τάσος Παπαδόπουλος 
Φωτισμοί: Ζωή Μολυβδά – Φαμέλη
Σχεδιασμός ήχου: Σοφία Καμαγιάννη
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά 

Βοηθός σκηνοθέτριας: Θέμης Θεοχάρογλου
Βοηθός σκηνογράφου: Μαριάνθη Ράδου
Βοηθός ενδυματολόγου: Δέσποινα Μαρία Ζαχαρίου

Βοηθός φωτίστριας: Νατάσα Πετροπούλου 
Β βοηθός σκηνογράφου: Ταξιάρχης Χούμος 

Καλλιτεχνικές συνεργάτιδες για την υποστήριξη της ομάδας Εν Δυνάμει: Ελένη Ζαχοπούλου, Δάφνη Καφετζή, Αγγελική Τόμπρου 

Παίζουν (αλφαβητικά):  Αργύρης Ξάφης (Ταλθύβιος), Εύη Σαουλίδου (Ανδρομάχη), Νάνσυ Σιδέρη (Κασσάνδρα), Βασιλική Τρουφάκου (Ελένη), Λυδία Φωτοπούλου (Εκάβη), Γιώργος Χριστοδούλου (Μενέλαος)

Χορός: Μύριαμ Σοφία Αρτζανίδου, Μαρία Δαχλύθρα, Eλένη Δημοπούλου, Νίκος Κυπαρίσσης, Ειρήνη Κουρούβανη, Λωξάνδρα Λούκας, Λυγερή Μητροπούλου, Θεανώ Παπαβασιλείου, Κατερίνα Παπανδρέου, Νίκη Πεταλά, Χρύσα Τουμανίδου

Μαζί τους, στους ρόλους της νεαρής Πολυξένης και του μικρού Αστυάνακτα η Άνα Τζουλάκη Χριστοδούλου και ο Μιχάλης Μήτσης αντίστοιχα.

Μουσικοί επί σκηνής: Σοφία Καμαγιάννη (πιάνο), Γιώργος  Μπουκαούρης (κρουστά), Σοφιανός Πεσιρίδης (όμποε)

Φωτογραφίες: Karol Jarek

Τρέιλερ: Χρήστος Συμεωνίδης

Προπώληση εισιτηρίων: ticketservices.gr

Το Εθνικό Θέατρο επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Η ΚΑΡΥΑΤΙΔΑ!» του Γιώργου Καπουτζίδη σε περιοδεία

«Η-ΚΑΡΥΑΤΙΔΑ!»-του-Γιώργου-Καπουτζίδη-σε-περιοδεία

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

«Και αφού ήταν σπασμένη έτσι και αλλιώς! Να κοίτα, Παναγιώτη, και η μύτη της ήταν σπασμένη! Στους Άγγλους που την σπάσανε δεν είπε κανείς τίποτα! Όλα σε εμένα θα τα ρίξουν τώρα! Που δεν είναι καθόλου σωστό να σπας την μύτη του άλλου! Την ξένη μύτη! Αλλά φταίνε και οι Έλληνες! Να γυρίσουν πίσω τα μάρμαρα! Τι καταλάβατε; Μια χαρά ήμασταν και με το αντίγραφο. Το έβλεπα εγώ στην Ακρόπολη και έλεγα «Πω! Πω! Τι ωραίο!» Ωραίο; Πιο ωραίο από το αληθινό!»

Αλεξάνδρα Βελλή, Υπουργός Πολιτισμού πρώην τηλεοπτική δημοσιογράφος και παντρεμένη με τον αδελφό του μεγαλύτερου εμπόρου ναρκωτικών των Βαλκανίων!

Τι συμβαίνει όταν η χαμένη έκτη Καρυάτιδα επιστρέφει επιτέλους στην πατρίδα;
Η χώρα φοράει τα καλά της. Οι κάμερες στήνονται. Οι λόγοι ετοιμάζονται. Οι δηλώσεις ξαναγράφονται. Οι μηχανισμοί δουλεύουν υπερωρίες. Οι τόνοι ανεβαίνουν.
Και κάπου εκεί, η εθνική συγκίνηση συναντά την πολιτική παράνοια, η επίσημη γραμμή συγκρούεται με τα κρυφά παρασκήνια και η Ελλάδα κάνει αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα: να μετατρέπει το μεγαλείο σε φιάσκο και το φιάσκο σε γελαστικό
θέαμα.

Με αφορμή μια εξαιρετική θεατρική ιδέα, η Καρυάτιδα γίνεται μια πικρή κωμωδία, μια σάτιρα εθνικής αυτογνωσίας, ένα φαρσοκωμικό πορτρέτο μιας χώρας που μπορεί να συγκινείται βαθιά, να διχάζεται θεαματικά και να αυτοϋπονομεύεται με
αξιοζήλευτη συνέπεια — συχνά όλα μαζί, ταυτόχρονα.

Ο Γιώργος Καπουτζίδης υπογράφει ένα έργο αιχμηρό, ευφυές και απολαυστικά άβολο, που πίσω από το γέλιο αποκαλύπτει με ακρίβεια χειρουργείου τα αντανακλαστικά, τις αντιφάσεις και τα εθνικά μας σπορ.

Η Κατερίνα Μαυρογεώργη σκηνοθετεί με ρυθμό, νεύρο και απόλυτη αίσθηση του κωμικού timing μια παράσταση που προχωρά με φόρα, εκπλήξεις και αλλεπάλληλα χτυπήματα στο κέντρο της ελληνικής ψυχής.

Όμως, ο ευφυής Γιώργος Καπουτζίδης έγραψε το έργο κατόπιν παραγγελίας του Εθνικού Θεάτρου. Ανέβηκε, σημείωσε τεράστια επιτυχία και φέτος το καλοκαίρι, οι παραγωγοί σεργιανάνε την παράσταση στη χώρα σε ανοικτούς χώρους.

Ατυχώς, σχεδόν πάντα μια παράσταση σε ανοικτό χώρο υφίσταται καλλιτεχνική απώλεια ή αναγκάζεται σε μερικούς συμβιβασμούς, καθώς τα έργα που σχεδιάζονται για κλειστή αίθουσα βασίζονται σε διαφορετική αισθητική, κλίμακα και τεχνικές ισορροπίες.

Στους κλειστούς χώρους οι ηθοποιοί εκμεταλλεύονται τις ψιθυριστές εντάσεις, τις λεπτές παύσεις και την απόλυτη σιωπή του κοινού. Στα ανοιχτά θέατρα, η ανάγκη για μικροφωνική ενίσχυση ή για πιο εξωτερική/διογκωμένη ερμηνεία, συχνά, καταστρέφει την οικειότητα και τις εσωτερικές διακυμάνσεις του λόγου.

Στο κλειστό θέατρο το σκοτάδι είναι απόλυτο εργαλείο κατεύθυνσης της προσοχής. Στα θερινά θέατρα, το φυσικό φως του σούρουπου, ο περιβάλλοντας αστικός φωτισμός και η απουσία “μαύρου” ακυρώνουν τις λεπτές αντιθέσεις, τις σκιές και την ατμόσφαιρα που είχε στήσει ο φωτιστής.

 Ένα σκηνικό που λειτουργεί υποβλητικά σε μια μικρή ή μεσαία σκηνή μπορεί να δείχνει “φτωχό”, αποκομμένο ή χαμένο στον αχανή χώρο ενός ανοιχτού αμφιθεάτρου.

Και, τέλος, οι εξωτερικοί θόρυβοι και το ανοιχτό τοπίο διασπούν τη συγκέντρωση τόσο των θεατών όσο και των ηθοποιών, δυσκολεύοντας τη διατήρηση της δραματικής έντασης.

Όλα αυτά πρέπει να ειπωθούν χωρίς φόβο και πάθος, επειδή και η «ΚΑΡΥΑΤΙΔΑ!» του Γιώργου Καπουτζίδη δε γλυτώνει τις αρνητικές συνέπειες.

Ωστόσο, σύμφωνα με το κείμενο η έκτη Καρυάτιδα έχει επιστρέψει στην Ελλάδα, μετά από δεκαετίες αιχμαλωσίας στο Βρετανικό Μουσείο. Η επιστροφή αυτή θεωρείται ένα μοναδικό γεγονός, καθώς η Καρυάτιδα θεωρείται σύμβολο του πολιτισμού και της ιστορίας της χώρας μας. Αυτή η Καρυάτιδα συγκεντρώνει τα πλήθη θεατρόφιλων, όπου παίζεται και, μπορεί ο Καπουτζίδης να είναι ένας τηλεοπτικός πετυχημένος συγγραφέας, πασίγνωστος στο ελληνικό κοινό, αγαπητός και δικαίως δημοφιλής, με τη συγγραφή θεατρικών έργων τελευταία, καταφέρνει κάτι αξιοσημείωτο. Να σηκώσει τους θεατές από τον καναπέ τους και να τους στείλει στις θεατρικές αίθουσες.

Η έλευση σημαντικής μερίδας κοινού που δεν πηγαίνει συχνά στο θέατρο, μέσω παραστάσεων με «τηλεοπτική αισθητική» (αναγνωρίσιμοι ηθοποιοί – συγγραφείς από την τηλεόραση, γρήγοροι ρυθμοί, εύπεπτη πλοκή, σπαρταριστό χιούμορ), είναι ένα από τα πιο πολυσυζητημένα θέματα στον χώρο των παραστατικών τεχνών.

Το θέατρο απομυθοποιείται στα μάτια του κόσμου. Παύει να θεωρείται μια τέχνη ελιτίστικη για μυημένους θεατές ή οικονομικά ευκατάστατους.

Αυτό το νέο κοινό έρχεται σε επαφή με τη ζωντανή εμπειρία της σκηνής. Αυτό το πρώτο βήμα μπορεί να του ανοίξει δρόμο να αναζητήσει αργότερα πιο απαιτητικά έργα.

Εξάλλου, οι γεμάτες αίθουσες εξασφαλίζουν θέσεις εργασίας και καλύτερες αμοιβές για ηθοποιούς, τεχνικούς και λοιπούς συντελεστές παραστάσεων.

Βέβαια, οι παραγωγοί κυνηγώντας το εύκολο κέρδος, ενδέχεται να επενδύουν μόνο σε εμπορικά θεάματα, αφήνοντας χωρίς στέγη και χρηματοδότηση νέους δημιουργούς, κλασικά κείμενα ή πρωτοποριακές ομάδες.

Η τηλεοπτική αισθητική, εντέλει, λειτουργεί ως γέφυρα. Το αν αυτή η γέφυρα θα οδηγήσει σε ένα ουσιαστικό, μόνιμο κοινό ή στην εμπορευματοποίηση της τέχνης εξαρτάται από τους ίδιους τους δημιουργούς: αν χρησιμοποιήσουν την προσέλευση του κόσμου για να του δείξουν κάτι βαθύτερο, το κέρδος για το θέατρο είναι τεράστιο.

Στη συγκεκριμένη κωμωδία με σατιρική πρόθεση του Γιώργου Καπουτζίδη, η υπουργός Πολιτισμού, Αλεξάνδρα Βελλή, προετοιμάζεται για την επίσημη παρουσίασή της στους δημοσιογράφους, όμως το σχέδιο ανατρέπεται και όλα πηγαίνουν λάθος από την αδεξιότητά της. Η ανατροπή αυτή προκαλεί μια σειρά από σουρεαλιστικές καταστάσεις και κωμικές ανατροπές.

Η «Καρυάτιδα!» ακολουθεί τα βήματα από τη μια πλευρά μιας Υπουργού Πολιτισμού (Αγορίτσα Οικονόμου), ενός Πρωθυπουργού (Στέλιος Ξανθουδάκης), της συμβούλου του (Μαρία Φιλίνη), ενός αρχηγού ακροδεξιού κόμματος στην κυβέρνηση (Δρόσος Σκώτης) και από την άλλη πλευρά, ακολουθεί τη ρότα του τίμιου γραμματέα της Υπουργού (Στέλιος Ιακωβίδης ), μιας νεαρής αρχαιολόγου (Ασημίνα Αναστασοπούλου) που είναι γραμματέας της Υπουργού και ενός νεαρού που ντύνεται Καρυάτιδα (Σωτήρης Μανίκας) και ποζάρει με τους τουρίστες.

Αυτοί οι πολύ ανθρώπινοι χαρακτήρες κλείνονται σε ένα δωμάτιο και τσακώνονται για το πώς θα διαχειριστούν το θέμα μιας κατεστραμμένης Καρυάτιδας. Και αυτό που εκτυλίσσεται σ’ ένα φανταστικό δωμάτιο ενός φανταστικού υπουργείου είναι τόσο κοντά στην πραγματικότητα της Ελλάδας, που, παρά το άφθονο γέλιο στο σενάριο, καταντά σχεδόν επαχθές.

Όμως, μια πολιτική σάτιρα θεωρείται επιτυχημένη και ποιοτική όταν καταφέρνει να συνδυάσει το χιούμορ με την ουσιαστική κοινωνική και πολιτική κριτική, αποφεύγοντας τον ευτελισμό ή την απλή εμπάθεια ή τον σκόπιμο διδακτισμό.

Ξεπερνά την επιφανειακή διακωμώδηση και εστιάζει στις πολιτικές πράξεις, την υποκρισία, τις αντιφάσεις και τη δημαγωγία. Χρησιμοποιεί την ειρωνεία, την υπερβολή και την αλληγορία, για να αποκαλύψει παρασκηνιακές αλήθειες.

Η καλή σάτιρα βασίζεται σε μια βαθιά κατανόηση της επικαιρότητας και της ανθρώπινης ψυχολογίας. Το αιχμηρό αστείο στηλιτεύει διεφθαρμένες καταστάσεις, επειδή ο αποδέκτης αναγνωρίζει σε αυτό μια πυρηνική αλήθεια που συχνά δε λέγεται ανοιχτά στον δημόσιο λόγο.

Δε λειτουργεί ως κομματικό εργαλείο ή προπαγάνδα. Ακόμη κι αν ο δημιουργός έχει προσωπικές πολιτικές πεποιθήσεις, η σάτιρα οφείλει να ασκεί κριτική σε κάθε μορφή εξουσίας, ανεξαρτήτως ιδεολογικού χώρου. Ο στόχος της δεν είναι απλώς το γέλιο, αλλά η αφύπνιση, ο προβληματισμός και η αμφισβήτηση του status quo. Προκαλεί το κοινό να σκεφτεί κριτικά για τα κοινά, χωρίς όμως να καταλήγει σε στείρο μηδενισμό.

«Η Καρυάτιδα!» του Γιώργου Καπουτζίδη ευφυώς δε μένει στην επιφανειακή χαρά της επιστροφής ενός μνημείου, αλλά σχολιάζει δηκτικά τον τρόπο με τον οποίο το πολιτικό σύστημα και τα ΜΜΕ σπεύδουν να καπηλευτούν ένα εθνικό γεγονός για ψηφοθηρικούς και επικοινωνιακούς λόγους. Αποκαλύπτει την αντίφαση ανάμεσα στην επιφανειακή πρόβα «εθνικής υπερηφάνειας» και στην παρασκηνιακή μικροπολιτική σκοπιμότητα.

Η σάτιρα εδώ λειτουργεί μέσα από την αμήχανη σύγκρουση: από τη μία πλευρά το «απαστράπτον σύμβολο» του αρχαίου πολιτισμού και από την άλλη τα κωμικοτραγικά αντανακλαστικά, η προχειρότητα και η γραφειοκρατία της σύγχρονης Ελλάδας. Το φαντασιακό μεγαλείο συγκρούεται με τη νεοελληνική καθημερινότητα.

Το κέντρο βάρους της κριτικής δεν πέφτει στους απλούς πολίτες, αλλά στους μηχανισμούς εξουσίας, στους πολιτικούς που ετοιμάζουν λόγους, στα δημοσιογραφικά επιτελεία που στήνουν το «θέαμα» και στη συστηματική τάση της πολιτείας να μετατρέπει μια ιστορική στιγμή σε επικοινωνιακό φιάσκο.

Η πρόθεση του συγγραφέα δεν είναι ο μηδενισμός, αλλά ο καθρέφτης. Το κοινό γελά με τις οικείες παθογένειες, αναγνωρίζοντας ότι η τάση να αυτοϋπονομευόμαστε ως χώρα είναι σχεδόν «εθνικό σπορ».

Παρόλο που το έργο γέρνει δραματουργικά προς τηλεοπτική κωμωδία καταστάσεων, η σκηνοθέτρια Κατερίνα Μαυρογεώργη δημιουργεί το κατάλληλο πλαίσιο και σκηνοθετεί εύστοχα μία σατιρική κωμωδία, δίνοντας τη δυνατότητα στους ηθοποιούς να αναδείξουν το ταλέντο τους.

Η υποκριτική ομάδα συνθέτει ένα άρτιο σύνολο και δίνει την αίσθηση ενός πλήρως ενορχηστρωμένου θεατρικού σχήματος δίνοντας επί σκηνής τον καλύτερό της εαυτό.

Η μοναδική Αγορίτσα Οικονόμου είναι απολαυστική στον ρόλο της υπουργού Πολιτισμού, Αλεξάνδρας Βελλή, ενώ με τον ξεχωριστό Στέλιο Ιακωβίδη, συνθέτουν ένα ταιριαστό και εξαιρετικά κωμικό δίδυμο. Στον ρόλο του βοηθού της Υπουργού Πολιτισμού, τον Παναγιώτη, αποκαλύπτει με ευφυή και θαυμάσιο τρόπο όλες τις αδυναμίες και τις παθογένειες που διατρέχουν το πολιτικό πλαίσιο, ιδίως όταν αυτό καλείται να διαχειριστεί μια τόσο σοβαρή και ευαίσθητη θεσμική θέση.

Ακολουθούν όλοι οι καλοί ηθοποιοί που στελεχώνουν τον θίασο, ως μια πηγή αβίαστου γέλιου με τον άψογο συγχρονισμό τους, τη χημεία που γεννά η καλή συνεργασία, το συνταίριασμα στους τόνους και στο ύφος που απαιτεί το κείμενο.

Τα σκηνικά της Άρτεμης Φλέσσα και τα κοστούμια της Ιφιγένειας Νταουντάκη, εξυπηρετούν τη δράση και την περιοδεία του έργου.

Η μουσική του Larry Gus γεμίζει την παράσταση με ενέργεια και σύγχρονο παλμό. Συνδέει παρελθόν και παρόν με παιχνιδιάρικη διάθεση.

Η Σοφία Πάσχου στη κίνηση προσέδωσε στο θίασο ρυθμό, αρμονία και ένα αίσθημα ελευθερίας, που παρασύρει και το κοινό.

Τέλος, η Βάσια Ατταριάν σχεδίασε τους φωτισμούς σύμφωνα με τις σκηνοθετικές οδηγίες.

«Με αυτήν εδώ βγάζεις είκοσι χιλιάδες κομματάκια! Να μου την έδιναν εμένα, ξέρεις πόσα λεφτά θα μπορούσα να βγάλω που έσπασε; 
Μα αυτή είναι ανεκτίμητη!
Τι ανεκτίμητη βρε κορίτσι μου!; Για ποιόν; Για εσένα; Ρώτα όποιον θέλεις εδώ έξω! Τι θα προτιμούσε μέσα στο σπίτι του; Αυτό το ερείπιο ή πενήντα χιλιάδες ευρώ; Βάζω στοίχημα οτι όλοι θα παίρναν τα λεφτά! 
Εγώ όχι! 
Εσύ είσαι χαζή!» 

Έξυπνη και ιδιαίτερα αστεία είναι η συμμετοχή στο τέλος της παράστασης μέσω προβολής βίντεο του ίδιου του Γιώργου Καπουτζίδη, πλάι στον Αλέξη Κωστάλα, ο οποίος καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης δανείζει τη φωνή του στα ηχητικά μηνύματα που ακούγονται, προσθέτοντας μια έξτρα δόση χιούμορ και αυτοσαρκασμού.

Εν πολλοίς, πρόκειται για μια ευθύβολη -γιατί όχι μαύρη- κωμωδία, σαρκαστική και καυστική, αφιερωμένη στην ιστορικά εγνωσμένη ικανότητα του τόπου μας να μπλέκει σε κωμικοτραγικές καταστάσεις, ένα κείμενο που ξεχειλίζει σπιρτάδα, στοχευμένη κριτική και μπόλικο χιούμορ με την υπογραφή του ευφυούς Γιώργου Καπουτζίδη.

Συντελεστές

Κείμενο: Γιώργος Καπουτζίδης
Σκηνοθεσία: Κατερίνα Μαυρογεώργη
Σύμβουλος δραματουργίας-Καλλιτεχνικός συνεργάτης: Αντώνης Αντωνόπουλος
Σκηνικά: Άρτεμις Φλέσσα
Κοστούμια: Ιφιγένεια Νταουντάκη
Μουσική: Larry Gus
Κίνηση: Σοφία Πάσχου
Φωτισμοί: Βάσια Ατταριάν
Σχεδιασμός βίντεο: Τάσος Γκολέτσος
Δραματολόγος παράστασης: Βιβή Σπαθούλα
Βοηθός σκηνοθέτιδος: Σοφία Σταθάτου
Βοηθός σκηνογράφου: Αγγελική Βασιλοπούλου-Καμπίτση
Βοηθός φωτίστριας: Σεραφείμ Ράδης
Βοηθός ενδυματολόγου: Αλεξάνδρα – Αναστασία Φτούλη
Β βοηθός σκηνοθέτιδος: Κορίνα Βεζυργιάννη
Σχεδιασμός κομμώσεων: Κωνσταντίνος Κολιούσης
Σχεδιασμός μακιγιάζ: Olga Faleichyk
Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή

Παίζουν (με αλφαβητική σειρά): Ασημίνα Αναστασοπούλου, Στέλιος Ιακωβίδης, Στέλιος Ξανθουδάκης, Αγορίτσα Οικονόμου, Δρόσος Σκώτης, Σταμάτης Φακορέλης, Μαρία Φιλίνη

Η παράσταση «Η Καρυάτιδα!» είχε παρουσιαστεί από το Εθνικό Θέατρο για πρώτη φορά
την περίοδο 2024-2025 και σε επανάληψη την περίοδο 2025-2026.
Η νέα παράσταση που βγαίνει σε καλοκαιρινή περιοδεία το 2026 πραγματοποιείται σε
συνεργασία της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ARK PRODUCTIONS E.E. και του Εθνικού Θεάτρου.

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα