Connect with us

Πολιτισμός

«ΘΕΛΕΣΤΙΝΑ» του Φερνάντο ντε Ρόχας στο «Βασιλικό Θέατρο» από το ΚΘΒΕ

«ΘΕΛΕΣΤΙΝΑ»-του-Φερνάντο-ντε-Ρόχας-στο-«Βασιλικό-Θέατρο»-από-το-ΚΘΒΕ

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Τα αρχετυπικά σύμβολα του θεάτρου είναι τα προσωπεία στην κωμωδία και στην τραγωδία. Ωστόσο, λίγα έργα εξερευνούν τόσο εκτενώς και τις δύο λεωφόρους της τέχνης, όσο η τελευταία παραγωγή στο ΚΘΒΕ, ένα σκοτεινό ισπανικό έπος από τα τέλη του 15ου αιώνα.

Το «La Celestina», που γράφτηκε ως μυθιστόρημα από τον Φερνάντο ντε Ρόχας το 1499 και μεταφράστηκε το 1631 από τον Τζέιμς Μάμπε, είναι πράγματι μια ασυνήθιστη θεατρική εμπειρία, άσεμνη κωμωδία στην πρώτη πράξη και αιματοβαμμένη τραγωδία στη δεύτερη.

Ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής του ΚΘΒΕ και σκηνοθέτης της παράστασης Αστέρης Πελτέκης, βάζει και τα δύο στοιχεία στην προσαρμογή του.

Στην παραστασιακή αφήγηση του «Θελεστίνα» ο σκηνοθέτης πιστοποιεί, με εικαστικό τρόπο, ότι μακροπρόθεσμα η πρωτογενής ενέργεια ενός έργου δεν μπορεί να κρυφτεί ή να αγνοηθεί. Ένα έργο τέχνης μπορεί να λησμονηθεί στο πέρασμα του χρόνου, μπορεί να απαγορευτεί ή να απορριφθεί, αλλά το ουσιώδες κερδίζει πάντα το εφήμερο.

Η ιλαροτραγωδία του Καλίστο και της Μελιβέα, «Θελεστίνα», όπως την αποκαλούσε το κοινό και επικράτησε σαν τίτλος, αποτελεί ένα πρωτοποριακό ουμανιστικό έργο, που στην παρούσα σκηνοθετική προσέγγισή του, μέσα από την προσθήκη μια σύγχρονης Παράβασης, όπου υπογραμμίζονται η θέση της γυναίκας, η «αρετή» της αγνότητας και η εκμετάλλευσή της, καθώς και η τεράστια διαχρονική επιχείρηση χειραγώγησης και εμπορευματοποίησης του γυναικείου σώματος. Παράλληλα, η παραγωγή απεικονίζει γραμμικά πόσο οι απλές πράξεις μπορούν να έχουν βάναυσες και εντελώς απροσδόκητες συνέπειες.

Ο ερωτευμένος νεαρός ιππότης Καλίστο, αδυνατώντας να διαχειριστεί την απόρριψη της αγαπημένης του Μελιβέα, δέχεται τη συμβουλή του υπηρέτη του Σεμπρόνιο και ζητάει βοήθεια από τη Θελεστίνα, μια δαιμόνια προξενήτρα, πρώην ιερόδουλη και νυν προαγωγό, η οποία κατέχει τα μυστικά του έρωτα και δίνει λύσεις στα προβλήματα, έναντι αμοιβής, με αλχημείες και μαγικά βότανα. Η Θελεστίνα βάζει το σχέδιο της σε εφαρμογή, ώστε το νεαρό ζευγάρι να ερωτευθεί με πάθος. Πανούργα, χειριστική και εξαιρετικά ικανή στο να καταλαβαίνει τους ανθρώπους και να εκμεταλλεύεται τις αδυναμίες τους, χρησιμοποιεί ανορθόδοξους τρόπους, μηχανορραφίες και «ραφές» παντός τύπου που εκχυδαΐζουν τον αγνό «πλατωνικό» έρωτα και εμπλέκουν τους ήρωες σε απρόβλεπτες περιπέτειες με απρόσμενο τέλος.

Το εκτενέστατο μυθιστόρημα των περίπου 65.000 λέξεων, γνώρισε τεράστια επιτυχία με πολλές επανεκδόσεις και διασκευές. Η έντονη θεατρικότητα του κειμένου, οι δυνατοί μονόλογοι, η διαλογική μορφή του καθώς και οι πολύπλευροι χαρακτήρες του, έδωσαν έδαφος για πολλαπλές απόπειρες σκηνικής μεταφοράς. Η σάτιρα, το ποιητικό στοιχείο, ο συνδυασμός του υψηλού και του ευτελούς, τα μεγάλα πάθη και τα συναισθήματα, με την ταυτόχρονα κωμική αποδόμησή τους, επιτυγχάνουν μια επιδέξια κοινωνική κριτική της εποχής, κατεδαφίζοντας τις αρχές που τη διέπουν.

Η «Θελεστίνα» δεν είναι απλώς μια παρωδία ανεκπλήρωτου έρωτα, αλλά ένα κείμενο που υπονομεύει τις προσπάθειες της Καθολικής Εκκλησίας και της Ιεράς Εξέτασης, εκθέτοντας τη διεφθαρμένη φύση της μεσαιωνικής ισπανικής κοινωνίας, την οποία ο συγγραφέας απεικονίζει μέσα από αντικείμενα και ρητορική εξυπνάδας, χυδαιότητας και μισογυνισμού.

Δεν είναι υπερβολή να ταυτίσουμε την καλλιτεχνική πρωτοτυπία και τις κατακτήσεις του ντε Ρόχας, με τα επιτεύγματα του Θερβάντες, του Βελάσκουεθ ή του Γκόγια.

Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι όλη η ευρωπαϊκή λογοτεχνία των παλιών, δημοφιλών απατεώνων και παμπόνηρων υπηρετών, οφείλει ευγνωμοσύνη σ’ αυτό το θεμελιώδες κλασικό έργο της ισπανικής λογοτεχνίας. Δημοσιεύτηκε το 1499, έναν αιώνα πριν από τον Δον Κιχώτη, μισό αιώνα πριν από τον Lazarillo de Tormes και έχει αναγνωριστεί ως «το πρώτο ευρωπαϊκό μυθιστόρημα». Ωστόσο, θα μπορούσε να θεωρηθεί, εξίσου, ως ο τελευταίος κλασικός διάλογος της Αναγέννησης, καθώς η δομή του παραπέμπει περισσότερο στους νεοπλατωνιστές και ουμανιστές, όπως ο Έρασμος ή ο Τζοβάνι Πίκο ντέλα Μιράντολα, παρά σε οποιαδήποτε προηγούμενη πεζογραφία. Πρόκειται, λοιπόν, για ένα κείμενο– μυθιστόρημα με διαλόγους άλλοτε ποιητικούς, άλλοτε σκληρούς κι άλλοτε χυδαίους.

Η υπόθεση είναι κωμική στην αρχή της, θυμίζει με τον πιο έντονο τρόπο τον Τζέφρυ Τσώσερ ( Οι Ιστορίες του Καντέρμπερυ) ή τον Βοκάκιο (Δεκαήμερο), όμως μεταλλάσσεται σε τραγωδία, εφόσον συναντάμε στη συνέχεια φόνους, θανατηφόρα ατυχήματα και μια αυτοκτονία, κι όλα αυτά στην τελευταία πράξη.

Όπως θα περίμενε κανείς σε έναν διάλογο της Αναγέννησης, στη συγκεκριμένη απόδοση – σκηνοθεσία υπάρχουν εκτενείς φιλοσοφικοί λόγοι, άλλοι σκληρά ειρωνικοί κι άλλοι ειλικρινά ανθρώπινοι.

Ένα καλό καστ και μια μελετημένη προσαρμογή εδώ, συνιστούν μια δυνατή παραγωγή, μια ιστορία που, μπορεί να ήταν ο ισπανικός πρόδρομος του Σαίξπηρ και ένα από τα πρώτα τραγικοκωμικά κείμενα, αντί ενός ιπποτικού συμβατικού, κλασικού θεάματος, αλλά η παραγωγή του ΚΘΒΕ είναι επιτυχής, επειδή απεικονίζεται γλαφυρά η κοινή προσέγγιση στην αγάπη, στον έρωτα και σε ανομολόγητα πάθη, αυτά τα προαιώνια τρωκτικά της ανθρώπινης ύπαρξης.

Η Ελισάβετ Κωνσταντινίδου, με το εκρηκτικό της ταπεραμέντο, την εμπειρία της και την αστείρευτη ενέργειά της, υποδύεται την άθλια αλλά οξυδερκή Θελεστίνα, ενώ οι: Θάνος Κοντογιώργης- Σεμπρόνιο και Δημήτρης Μορφακίδης- Πάρμενο, είναι ξεδιάντροπα πονηροί, μικρόψυχοι και συμφεροντολόγοι υπηρέτες, των οποίων η ερμηνεία ξεχωρίζει και κερδίζει το κοινό.

Αυτή η υποβλητική νεοκλασική αισθητική της παράστασης, χρησιμεύει ως το γενικό πλαίσιο, το οποίο στεγάζει ένα σύμπαν από πικρό χιούμορ στις πιο χαρακτηριστικές σκηνές, για παράδειγμα στο παραλήρημα του υποτακτικού Πάρμενο (κλέβει την παράσταση ο έξοχος Δημήτρης Μορφακίδης), ο οποίος ως πειθήνιος υπηρέτης του Καλίστο αποτυγχάνει στις προσπάθειές του να μπλοκάρει τα ξόρκια και τα μάγια της Θελεστίνα, επειδή, μόλις τεθεί σε ισχύ η μαγεία ο κόσμος των ερωτευμένων καταρρέει. Ακόμη, στεγάζει και τα ανώτερα ή και τα αρνητικά ανθρώπινα πάθη, όπως της αγάπης, της απληστίας, της λαγνείας, της εκδίκησης και της επιθυμίας. Ευθέως αλληλοεπιδρούν μεταξύ τους, μ’ έναν βίαιο τρόπο, φέρνοντας την πλήρη καταστροφή.

Ο Καλίστο – Γιώργος Κολοβός, είναι ένας νεαρός, εύπορος ευγενής, που μπαίνει στον κήπο του πλούσιου εμπόρου Πλεμπέριο – Ταξιάρχη Χάνου, κυνηγώντας το γεράκι του. Εκεί βλέπει την κόρη του πλούσιου άνδρα, Mελιβέα -Τατιάνα Μελίδου, και την ερωτεύεται παράφορα. Επιστρατεύει προς βοήθειά του στην αποπλάνησή της την πανούργα Θελεστίνα, η οποία ως ιδιοκτήτρια οίκου ανοχής, χειραγωγεί άπληστα τις πόρνες της, μεταξύ αυτών οι: Ελίσια (Χρύσα Ρώπα, ως αλλοπαρμένη πόρνη, χαρακτήρας που της πάει γάντι) και Αρεούσα (Αλεξάνδρα Παλαιολόγου, μια έξυπνη γυναίκα που επιθυμεί διακαώς να γίνει «μάγισσα» στη θέση της «Μάγισσας», παρθενοράφτρας και προαγωγού Θελεστίνα ) και φέρνει ψυχρά και πονηρά τον Καλίστο και τη Μελιβέα σε ερωτική συνεύρεση.

Οι δυο «εραστές», ο καλός ηθοποιός Γιώργος Κολοβός και η όμορφη, αισθαντική Τατιάνα Μελίδου, είναι εντυπωσιακοί ερμηνευτές, τόσο στα ποιητικά όσο και στα παθιασμένα στοιχεία της ερωτοτροπίας τους.

Θα πρέπει να πω ότι η ιστορία του ανεκπλήρωτου έρωτα είναι κάπως ελλιπής, καθώς μοιάζει (αν και προηγήθηκε χρονικά) με τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα, χωρίς την κοινωνική πίεση. Ο Καλίστο λαχταρά τη Μελιβέα και την κατακτά με τη βοήθεια της οπορτουνίστριας προξενήτρας και τις υπηρεσίες της υπηρέτριας της ερωμένης του, τη Λουκρέθια (η Εύη Σαρμή αξιοποιεί στο έπακρον τον ρόλο), αλλά οι εραστές έχουν κι εδώ τραγικό τέλος.
Όμως, δεδομένου ότι γνωρίζουμε ελάχιστα το οικογενειακό τους ιστορικό, είναι δύσκολο να καταλάβουμε ποιο είναι το σημαντικό ζήτημα που τους τοποθετεί απέναντι τον έναν από τον άλλον ή τι τους οδηγεί σε απόγνωση.

Το πραγματικό ενδιαφέρον του συγγραφέα, αλλά και της συγκεκριμένης σκηνοθεσίας, έγκειται στον ομώνυμο ρόλο του έργου, τη Θελεστίνα, ως μωσαϊκό χαρακτήρων έχον ψηφίδες από τον «Ηδονοβλεψία» του Μάικλ Πάουλ, από τη γήινη υφή της γυναίκας του Μπαθ, αφηγήτρια στις« Ιστορίες του Καντέρμπερυ, από την μέγιστη απατεώνισσα «Μάνα Κουράγιο» του Μπρεχτ και από έργα του Καραβάτζιο.

Ο ντε Ρόχας τη στολίζει με πάμπολλες ιδιότητες συρρικνωμένες σε μια ικανότητα : την απάτη. Της δίνει μεγάλο πεδίο δράσης, όμως, της επιφυλάσσει οδυνηρό και μακάβριο φινάλε, εφόσον οι άπληστοι υπηρέτες του Καλίστο τη δολοφονούν για δικό τους υλικό όφελος, αλλά και η προσωπική τους πορεία είναι σύντομη και κατάμαυρη.

Αυτή η «Θελεστίνα» του ΚΘΒΕ είναι τολμηρή και ασεβής προς το κλασικό κείμενο, προσφέροντάς μας μια φρέσκια αλλά όχι ασεβή εκδοχή. Σε τελική ανάλυση, αυτό το έργο μιλά – σε πρώτο επίπεδο – για τον έρωτα, την απώλεια της αγάπης και τον θάνατο. Όλα διαχρονικά και παγκόσμια θέματα.

Μάλιστα, ο συγγραφέας ισχυρίζεται ότι το έργο του είναι ένα μάθημα για τη γοητεία της αμαρτίας. Αλλά εδώ η «αμαρτία» δεν είναι το σεξ αλλά το αχαλίνωτο προσωπικό συμφέρον. Στο «La Celestina» αντανακλάται έντονα ο κοινωνικός κόσμος μιας νέας, σύγχρονης εποχής, τυλιγμένης σε έναν αχνό καπιταλισμό.

Ο Φερνάντο ντε Ρόχας μεταφέρει τους χαρακτήρες του σε αστικό κόσμο, όπου αναδύονται νέες κοινωνικές κατασκευές για να καθορίσουν τις σχέσεις μεταξύ των τάξεων.

Η παράσταση του ΚΘΒΕ διαβάζεται υπό το πρίσμα της αδιάκοπης παρακμής της δημοκρατικής, ανθρωπιστικής αξίας. Υπάρχει, άραγε, έντιμη ζωή έξω από τους νόμους της αγοράς ή είναι η εντιμότητα, απλώς, ένα ακόμη προϊόν προς πώληση;

Οι συνεισφορές του μουσικού συνθέτη Στέφανου Κορκολή και της εικαστικής σύνθεσης της Φρόσως Λύτρα, αλληλοεπιδρούν υπέροχα με τους ατμοσφαιρικούς φωτισμούς του Στέλιου Τζολόπουλου και, ειδικότερα, με τα υπέροχα κοστούμια εποχής του Νίκου Χαρλαύτη.

Η χορογράφος Αναστασία Κελέση καθοδηγεί ένα μεγάλο και ενθουσιώδες σύνολο καλλιτεχνών, μέσα από κάποιες περίπλοκες κινήσεις κατά τη διάρκεια των εορταστικών σκηνών. Όλος ο θίασος, ύστερα από πολλή δουλειά, δίνει τον καλύτερό του εαυτό για ένα καλό αποτέλεσμα.

*Κατάλληλο για θεατές άνω των 13 ετών

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Απόδοση κειμένου – Σκηνοθεσία: Αστέριος Πελτέκης
Μουσική: Στέφανος Κορκολής
Εικαστική σύνθεση και εγκατάσταση: Φρόσω Λύτρα
Κοστούμια: Νίκος Χαρλαύτης
Φωτισμοί: Στέλιος Τζολόπουλος
Συνεργάτις σκηνογράφος – ενδυματολόγος: Δανάη Πανά
Επιμέλεια κίνησης: Αναστασία Κελέση
Βοηθός σκηνοθέτη: Εύη Σαρμή
Οργάνωση Παραγωγής: Φιλοθέη Ελευθεριάδου
Φωτογραφίες: Mike Rafail | That long black cloud

Βοηθός σκηνοθέτη (στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης): Χρυσούλα Σαράντου
Βοηθός σκηνογράφου-ενδυματολόγου (στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης): Αναστασία Μαρκέλλα Νεαμονίτη

Διανομή:
Ζωή Ευθυμίου (Νεαρή Θελεστίνα/Β΄Θελεστίνα/Περαστική), Γιώργος Κολοβός (Καλίστο), Θάνος Κοντογιώργης (Σεμπρόνιο/Τριστάν/Περαστικός), Ελισάβετ Κωνσταντινίδου (Θελεστίνα), Χριστίνα Κωνσταντινίδου (Αλίσα/Πόρνη/ Γ΄Θελεστίνα/Περαστική/ σε διπλή διανομή), Τατιάνα Μελίδου (Μελιβέα), Δημήτρης Μορφακίδης (Πάρμενο/ Σόσια/Περαστικός), Αλεξάνδρα Παλαιολόγου (Αρεούσα/ Περαστική), Χρύσα Ρώπα (Ελίσια), Μίλτος Σαμαράς (Θεντούριο/Περαστικός), Εύη Σαρμή (Λουκρέθια), Ελευθερία Τέτουλα (Αλίσα/ Πόρνη/ Γ΄Θελεστίνα/Περαστική/ σε διπλή διανομή), Ταξιάρχης Χάνος (Πλεμπέριο/ Περαστικός)

Χορεύτρια
Έρωτας/ Πόρνη/ Περαστική: Αναστασία Κελέση

Φιγκυράν: Αργυρώ Βλαχοπούλου

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«Πιτσιμπούργκο» της Σώτης Τριανταφύλλου στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

«Πιτσιμπούργκο»-της-Σώτης-Τριανταφύλλου-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Ποιος θεωρείται μετανάστης; Έχει ο μετανάστης χρώμα; Έχει ταυτότητα; Πρώτα γίνεσαι φτωχός και μετά μετανάστης.

Η παλιά πληγή της μετανάστευσης σε μικρογραφία είναι το θέμα της ιστορίας της Σώτης Τριανταφύλλου με τον τίτλο Πιτσιμπούργκο. Πρόκειται για την αφαίμαξη από το πιο σημαντικό και ακμαίο δυναμικό του πληθυσμού της Ελλάδας, τους νέους της που έφευγαν για να βρουν μια καλύτερη τύχη σε όποια χώρα της πλατιάς ξενιτιάς, όπου έβρισκαν τόπο να δουλέψουν, να εξοντωθούν, να πεθάνουν και χάθηκαν απ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς να μάθει τίποτα κανείς γι’ αυτούς, ενώ άλλοι κατάφεραν να επιβιώσουν και να ζήσουν εκεί κι άλλοι να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και να συνεχίσουν με κάποια άνεση τη ζωή τους.

Το Πιτσιμπούργκο είναι ένα αφήγημα που περιλαμβάνει την αλληλογραφία ενός τέτοιου δυστυχισμένου νέου, νιόπαντρου, του Δημοσθένη, με τη γυναίκα το την Ελέγκω.

Ο Δημοσθένης από τη Χίο μεταναστεύει στο Πίτσμπουργκ, τη μεγαλύτερη πόλη στην αμερικανική Πενσυλβανία, η οποία θεωρείται η «Πόλη του Χάλυβα» για τις πάνω από 300 επιχειρήσεις της και «Πόλη των Γεφυρών» για τις 446 γέφυρές της, αφού είναι χτισμένη στη συμβολή τριών μεγάλων ποταμών. Στη Χίο δεν υπάρχει «μέλλο», όπως λέει ο Δημοσθένης, σεισμοί, ναυάγια, πειρατές και το χώμα «που ’ναι στέρφο».

Το αφήγημα, λόγω των ημερολογιακών καταγραφών του ζεύγους, μοιάζει και με ημερολόγιο, από το οποίο πληροφορούμαστε τις ένθεν και εκείθεν του μεσολαβούντος ωκεανού, δυστυχίες. Της πόλης που θα δώσει στον Δημοσθένη και στους άλλους εργάτες της βιομηχανίας τα μέσα για να ζήσουν και της γενέθλιας γης της Χίου, που δεν μπορεί να τους τα εξασφαλίσει. Το μεροκάματο του τρόμου καταλήγει στο ημερολόγιο της δυστυχίας, αλλά και της ιστορικής ενημέρωσης, αφού ο καθένας από την πλευρά του περιγράφει την κακή του μοίρα και οραματίζεται την ελπίδα που αργεί πολύ, μέσα σε μια κοινωνία που διαρκώς πάσχει από πόλεμο, φτώχεια, βία και δυστυχία.

Χίος 28 Μάρτη 1913. Η Ελέγκω παίρνει στα χέρια της το πρώτο γράμμα, έπειτα από οκτώμισι μήνες, από τον ξενιτεμένο στο Πίτσμπουργκ της Αμερικής άντρα της Δημοσθένη.

«Τίλως είσαι, Ελέγκω μου; Τρως; Κοιμάσαι; Αχ, να ’μουνα κει πέρα την Πρωτοχρονιά, να πηαίναμε στον Βροντάδο να τρώγαμε τα μαμούλια της Μαριόγκας!»

Μέσα από την αλληλογραφία τους ξεδιπλώνεται η ζωή στο νησί, αμέσως μετά την απελευθέρωσή του από τους Τούρκους.

Φτώχεια, πείνα, μπάρκα, προσφυγιά, αρρώστιες, μα και τηλέφωνα και κινηματόγραφος. Ένα νησί πληγωμένο και σαστισμένο.

«ΥΓ. Τώρα θυμήθηκα πως αυτοκίνητα έχομε κι εδώ, πάνε κι έρχονται σαν δαίμονες. Εγώ εν τα δα, μου το ’πε η Ειρήνη».

Από την άλλη, η βιομηχανική πόλη του Πίτσμπουργκ.

«Βρέχει νερό μαύρο, Ελέγκω μου, αφ’ τα εργοστάσια, καταλαβαίνεις».

«Αγαπημένη μου Ελέγκω, άργησα να σου γράψω γιατί εν ήβρισκα γραμματικό».

«Δημοστένη μου, μόλις έλαβα το γράμμα σου μου ’ρθε λιγοθυμιά».

Τα γράμματα πηγαινοέρχονται, ο Δημοσθένης γράφει τα προβλήματα της ζωής στο Πιτσιμπούργκο και η Ελέγκω παραπονιέται πως δεν της γράφει συχνά και ανησυχεί. Εκείνος την καθησυχάζει – είναι και τα γραμματόσημα ακριβά και κάνει οικονομίες, παράλληλα της δίνει συμβουλές τι να κάνει, τι να προσέχει, ποιον να αποφεύγει, για να μην της βγει κακό όνομα, κι εκείνη του γράφει να προσέχει γιατί φοβάται…

Εν πάση περιπτώσει, αυτή η αλληλογραφία φέρνει στην επιφάνεια το τι τράβηξε αυτός ο καημένος άνθρωπος και τι η οικογένειά του πίσω στο χωριό, στη Χίο, όπου ο αέρας μοσκοβολάει μαστίχα, ενώ στο Πιτσιμπούργκο μυρίζει χάλυβα.

Η συγγραφέας με τον τρόπο της θίγει το πολύ σοβαρό θέμα του μετανάστη, του φτωχού, του μόνου κι έρημου ανθρώπου, που αγωνιά γι’ αυτούς που άφησε πίσω του, ενώ εκείνος ξένος ανάμεσα σε ξένους και κάποιους Έλληνες –«Σλάβοι, Αράπηδες, Έλληνες, ένα και το αυτό»– αγωνιά να επιβιώσει στην άγνωστη, άγρια και αφιλόξενη γη.

Παράλληλα, αναφέρονται ήθη, έθιμα, απλά καθημερινά κουτσομπολιά, ευρύτερα πολιτικά, ο καιρός ή η δολοφονία τού βασιλιά και η θέση της γυναίκας:

 «Δημοσθένη, Λες πως στο Πιτσιμπούργκο χιονίζει, αμ εδώ ήντα κάμνει; […] Σκοτώσανε και τον βασιλιά, λένε, το ’μαθες, Δημοσθένη μου; Εγώ τον βασιλιά εν τον ήξερα, αλλά για να τον σκοτώσουνε κάτι θα ’κανε… Εσύ Δημοσθένη μου, ήντα λες; Οι γυναίκες εν πρέπει να ’χουνε εμυαλό για τέτοια πράματα, βασιλιάδες, πολέμοι, αλλά, μες στη μοναξιά που με δέρνει και τον καμό, φοβούμαι ήμπα στο νησί έχουν έρθει οι βουρβούλακες κι έχει πέσει κατσικοποδιά […] έγινε κι άλλος σεισμός […] μια γίδα γέννησε τέρας δίχως μάτια…». Μέχρι και παράπονα του γράφει, γιατί ο Δημοσθένης είπε πως η Μαριόγκα κάνει τα «μαμούλια» καλύτερα από εκείνην. Με την ευκαιρία η Ελέγκω μάς δίνει τις λεπτομέρειες: ψιλοκόβει το αμύγδαλο, προσθέτει καρύδι, βάζει και μοσκοκάρφι: «Τίλως μπορείς να λες πως τα μαμούλια της Μαριόγκας είναι πεντανόστιμα;». Παράλληλα, λέει πως ο θείος θα την πάρει μαζί με τη Μαριόγκα να δούνε την Εσμέ την Τουρκοπούλα. «Αχ Δημοσθένη, να με πήαινες εσύ!». Αλλά σαν την Ελέγκω είναι κι άλλες πολλές που οι άντρες τους ταξιδεύουν με τα «παπόρια». «Ήντα παπόρια ήντα Πιτσιμπούργκο, καλύτερα το Πιτσιμπούργκο, που δεν θα ρουφήξει ποτές η θάλασσα».

Έτσι, εκκινώντας από το προσωπικό, στη δραματοποιημένη λογοτεχνία, η σκηνοθέτρια Αρκαδία Ψάλτη, σταδιακά απλώνει την αφήγηση στο γενικό κακό, εκείνο από το οποίο υποφέρει η ελληνική οικογένεια, η φτωχή επαρχία, η Ευρώπη που ετοιμάζεται για πόλεμο, αλλά και στην Πενσυλβανία, όπου η ζωή είναι τρόμος, σκληρή δουλειά, αμφίβολη βελτίωση, υπόκοσμος και ύποπτος πλουτισμός.

 Όπως βλέπουμε από τον διάλογο, η εξομολόγηση, το παράπονο, η περιγραφή, η εξήγηση, η ερμηνεία, η κοινωνική παρατήρηση, ό,τι κι αν δείχνει αυτή η αλληλογραφία, είναι μια καταγραφή των προβλημάτων που αρχίζει με εστίαση πάνω σε ένα οικογενειακό θέμα, για να ανοίξει σε έναν ευρύτερο κοινωνικό κύκλο, στη Χίο ή στο Πίτσμπουργκ, και στη συνέχεια στον κόσμο όλο, με τον πόλεμο ενόψει.

Το γλωσσικό ιδίωμα, η ντοπιολαλιά της Χίου, προσδίδει αληθοφάνεια στον ιδιαίτερο, μεταποιημένο λόγο των αλληλογράφων, οι οποίοι πέρα από την ιδιάζουσα λέξη αποδεικνύονται άριστοι στη σύνταξη. Αυτό, βέβαια, οφείλεται στην ικανότητα της συγγραφέως, η οποία έχει συγγράψει πάνω από σαράντα βιβλία και ξέρει πολύ καλά πώς να μεταβάλει τον διάλογο δύο επαρχιωτών σε απλό, κατανοητό, γοητευτικό και συγκινητικό λογοτεχνικό λόγο.

Η συγκεκριμένη θέση του Δημοσθένη και της Ελέγκως είναι θέμα που δεν αφορά μόνο τη Χίο, αλλά όλη την Ελλάδα, όλον τον κόσμο, που μεταναστεύει στην υπερατλαντική χώρα της ευκαιρίας.

Η Αρκαδία Ψάλτη σκηνοθετεί με τρυφερότητα το κείμενο της Σώτης Τριανταφύλλου Πιτσιμπούργκο, και οι δύο νέοι και καλοί ηθοποιοί Τζωρτζίνα Λιώση και Σταμάτης Μπάκνης, ζωντανεύουν στη σκηνή μοναδικά μια ιστορία αγάπης στη διάρκεια του πρώτου μεγάλου μεταναστευτικού κύματος από την Ελλάδα προς την Αμερική.

Το αφήγημα είναι γραμμένο στο χαρακτηριστικό Χιώτικο γλωσσικό ιδίωμα, μια γλώσσα εύληπτη και άμεσα συνδεδεμένη με την αρχαία ελληνική.

Όλα τα επιστολικά μυθιστορήματα καλούν τον αναγνώστη – θεατή, να ανασυστήσει, μέσα από ενδείξεις της αλληλογραφίας, τη ροή των γεγονότων, ως σκιώδης αφηγητής μιας ανείπωτης ιστορίας.

 Και σαν να μην έφτανε αυτό, η επιστολική μορφή του έργου και το κυρίως προσωπικό περιεχόμενο των γραμμάτων, γεννούν μια εντύπωση αδιάκριτης παρέμβασης στις ζωές των άλλων. Σαν να ανοίγεις στα κρυφά ξένους φακέλους. Γοητευτική τακτική, από την πλευρά του συγγραφέα. Από την πλευρά του αναγνώστη – θεατή, , η ψυχολογική ένταση ενισχύει την εμπλοκή.

Η σκηνοθέτρια δηλώνει – σε συνέντευξή της – για το έργο και την παράσταση: «Το έργο διαδραματίζεται το 1913, στην Χίο. Αμέσως μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων και πληθυσμιακών μετακινήσεων. 

 Κάθε χρόνο 25.000 άνθρωποι εγκαταλείπουν μια χώρα οικονομικά εξουθενωμένη και πολιτικά αβέβαιη. Μπαίνουν στα καράβια να κυνηγήσουν το αμερικάνικο όνειρο που υπόσχεται ευκαιρίες πλούτου και ευημερία. Ελπίζουν σε καλύτερη ζωή για αυτούς και τις οικογένειές τους και λειώνουν και στραγγίζονται στις μεγάλες βιομηχανικές πόλεις.

Το όνειρο αποδεικνύεται εφιάλτης. Ευτυχώς υπάρχει αλληλεγγύη και στήριξη ανάμεσα στους συμπατριώτες, που τους δυναμώνει. Έτσι καταφέρνουν να κάνουν κοινότητες και μέσα από μια πολύ σκληρή ζωή να ορθοποδήσουν. Πόσο μακρινό είναι όλο αυτό; Πόσο όμοιες εικόνες και καταστάσεις υπάρχουν σήμερα; Σε ποια θέση είμαστε; Η ηθική μας πως πλάθεται; Πως αξιολογούμε και ιεραρχούμε τις ανάγκες μας; Τι πιστεύουμε ότι μπορεί να είναι τελικά η σανίδα της σωτηρίας μας, αν αυτή υπάρχει; Αυτά και ίσως κι άλλα τα ερωτηματικά, που ο καθένας δίνει τις δικές του απαντήσεις και έτσι προχωράει η ζωή όπως προχωράει. Τα υστερινά τιμούν τα πρώτα. Το παρελθόν έχει τις απαντήσεις για το μέλλον».

Γραμμένο με έναν λόγο καθαρό, με στοιχεία Χιώτικης ντοπιολαλιάς, με πολύ ενδιαφέρουσα ροή, κινηματογραφικές περιγραφές και με δυνατές σκηνές που συνδυάζουν την συγκίνηση και το κωμικό στοιχείο σε τέλεια αρμονία, το έργο δε μας προσφέρει απλώς την τοιχογραφία μιας εποχής, αλλά κυρίως, μας μιλά για τους επιζήσαντες και τους αδικοχαμένους μιας γενιάς που όρθωσε ανάστημα, σε μια από τις πλέον δύσκολες περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Μιας γενιάς που πέρασε πολλά σ’ αυτόν τον κακοτράχαλο δρόμο της ξενιτιάς, έχασε πολλά και θυσίασε πολλά, που πληγώθηκε, αδικήθηκε, περιπλανήθηκε, υποτιμήθηκε, βίωσε ρατσισμό και εξευτελισμούς, μα αγωνίστηκε μέχρι τέλους για να σταθεί στα πόδια της και να επιβιώσει.

Αυτή η γενιά μνημονεύεται με τρόπο ευαίσθητο και σεβαστικό μέσα από το αφήγημα της Σώτης Τριανταφύλλου και πραγματικά αυτή η μνεία της αξίζει, όπως αξίζουν συγχαρητήρια στους συντελεστές της ιδιαίτερης αυτής παράστασης.

Συντελεστές

Κείμενο: Σώτη Τριανταφύλλου

Σκηνοθεσία: Αρκαδία Ψάλτη 

Μουσική επιμέλεια, φωτισμοί: Αρκαδία Ψάλτη

Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή

Παίζουν: Τζωρτζίνα Λιώση, Σταμάτης Μπάκνης

Παραγωγή: ΑΜΚΕ Αγγελοπετριά

Διάρκεια: 60 λεπτά

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Οι  καθηλωτικές «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

Οι- καθηλωτικές-«Στρακαστρούκες»-του-Δημήτρη-Σαμόλη-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Συγκινητική, συναρπαστική, σαγηνευτική η παράσταση του Δημήτρη Σαμόλη που, πέρα από το όποιο μάθημα – σπουδή σε γονείς, σε εφήβους, σε άνδρες, στην ελληνική κοινωνία, είναι κι ένα όψιμο μνημόσυνο στον φονευθέντα από νταήδες Κρητικούς αγριάνθρωπους συμφοιτητές του, για τον άδικο θάνατό του, για την τιμωρία- χάδι που τους επιβλήθηκε, ύστερα από πολλά χρόνια αναβολής της δίκης. Κι ο ηθικός αυτουργός; Τίποτα! Κύριος!

Η ομοφοβία δεν είναι έμφυτη. Διδάσκεται! Είναι ένας συνδυασμός κοινωνικής πίεσης για συμμόρφωση και προσωπικής ανασφάλειας απέναντι στην ελευθερία του άλλου να αυτοπροσδιορίζεται.

Ο Δημήτρης Σαμόλης, ένας ιδιαίτερα ταλαντούχος ηθοποιός και τραγουδιστής, επέλεξε να μιλήσει με ειλικρίνεια και τόλμη για κάποια πράγματα που προφανώς τον αφορούν. Πράγματα που συνέβησαν στο πρόσφατο παρελθόν και απ’ ό,τι φαίνεται εξακολουθούν να συμβαίνουν.

Στο πρώτο του θεατρικό έργο, βάζει στο μικροσκόπιο την «αγία ελληνική οικογένεια», τη ζωή στην επαρχία και τον εκφοβισμό σε ένα συνταρακτικό μονόλογο-κατάθεση. Οι «Στρακαστρούκες» είναι μια καθηλωτική ελεγεία αγάπης για την ανθρώπινη φύση, αλλά και ένα φωτεινό βέλος σε αυτά που μας πόνεσαν βαθιά.

Η επίσημη πρώτη του έργου πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2023 στο θέατρο «Μικρό Γκλόρια» στην Αθήνα.

Η παράσταση γνώρισε τεράστια επιτυχία (sold out) από την πρώτη κιόλας χρονιά, γεγονός που την οδήγησε να συνεχίσει για τρεις συνεχόμενες σεζόν (2023-24, 2024-25 και 2025-26) και στις μέρες μας περιοδεύει τη χώρα.

Ο έφηβος Κωνσταντής, το μικρότερο παιδί μιας οικογένειας που αποτελείται από τις τέσσερις μεγαλύτερες αδελφές του, οι οποίες τον αγαπούν και τον προστατεύουν από τη μητέρα του, για την οποία δεν μαθαίνουμε πολλά, και από έναν πατέρα στα όρια του κακοποιητή, έναν αψύ Κρητικό μεγαλωμένο στη κακοφορμισμένη κρητική παράδοση που θέλει κυρίαρχο το αρσενικό σε όλα τα καθωσπρέπει της, έναν τυποποιημένο γονέα, που δεν περιμένει πια από τον γιό του όλα όσα, συνήθως, κάνουν περήφανους πατεράδες σαν κι αυτόν.

 Ο Κωνσταντής, όμως, κακοποιείται καθημερινά και από τους νταήδες του σχολείου του, που του έχουν βγάλει το παρατσούκλι «Μπέντζι», το οποίο ενίοτε μετατρέπεται στο πιο θηλυκό «Μπεντζίνα», και του απευθύνουν σκληρά σεξουαλικά, άκρως προσβλητικά πειράγματα, που για κάποιο λόγο οι Έλληνες πάντα θεωρούσαν ότι έχουν το δικαίωμα να ξεστομίζουν.

Η καθημερινότητά του είναι βασανιστική, οι συμμαθητές του τού κάνουν τη ζωή μαρτύριο, πάντα με την ανοχή των καθηγητών. Κοντολογίς, όλα όσα περνάνε κάποια αγόρια στα σχολεία όταν ορισμένα χαρακτηριστικά τους προδίδουν το διαφορετικό ή όταν αυθαίρετα τους αποδίδονται ερωτικές προτιμήσεις αντίθετες από τις «κανονικές» των περισσότερων. 

Ο Κωνσταντής «αποδρά» από την κόλαση που βιώνει είτε χάρη στην πλούσια φαντασία του, καθώς ονειρεύεται ένα μέλλον σπουδαίο και λαμπερό, είτε μέσα από τη μουσική, μαζί με τον κολλητό του, τον Ασκομπαντούρα, έναν άλλο αποσυνάγωγο, για διαφορετικούς από εκείνον λόγους.

Ωστόσο, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να «ανδρωθεί». Μια από τις πρακτικές που ακολουθεί είναι να συμμετέχει στην προετοιμασία του ρουκετοπόλεμου της Ανάστασης, ώστε να ανέβει στα μάτια των συμμαθητών του, μήπως και ξεφύγει από το bullying, τα χυδαία λόγια και από την καζούρα.

 Φτάνει στο σημείο να σχεδιάζει σχέση με μια συμμαθήτριά του, τη Σωτηρούλα, ώστε να έχει κι αυτός το κορίτσι του.

Η αδεξιότητά του, βέβαια, φέρνει εντελώς άλλα αποτελέσματα, καθώς λίγο πριν την Ανάσταση, τη βραδιά που ετοιμάζεται να της δώσει το πρώτο φιλί, αντί να της προσφέρει καραμέλες που έχει στην τσέπη του, κατά λάθος της δίνει μια χούφτα στρακαστρούκες από τη λάθος τσέπη. Η Σωτηρούλα χάνει το δόντι της κι εκείνος την ευκαιρία να αναβαθμιστεί στα μάτια των άλλων αγοριών.

Με αυτό το πανέξυπνο εύρημα ξεκινάει ουσιαστικά ο μονόλογος του Κωνσταντή, που ξεδιπλώνει μια ζωή ενοχών, φόβου, τρόμου και βαθιάς απαξίωσης από τον πατέρα του, έναν άνθρωπο που φέρει το δικό του «τραύμα», καθώς τον είχε κάποτε ταπεινώσει μπροστά σε όλο το χωριό ο δικός του πατέρας, με αποτέλεσμα να είναι σκληρός και μονίμως προσβλητικός απέναντι στον γιο του. 

Ο Δημήτρης Σαμόλης ξεπροβάλλει από ένα όρθιο κιβώτιο (σκηνογραφία Λουκάς Μπάκας), γεμάτο άλλα κουτιά, αναπόσπαστα υλικά της μνήμης, σαν ο Κωνσταντής να αναδύεται μέσα από τον μικρόκοσμό του, και με μοναδικό κωμικό μπρίο, χρησιμοποιώντας κρητική προφορά, αφηγείται τον κακό χαμό που ακολούθησε το χάσιμο του δοντιού της Σωτηρούλας.

Ο ήρωας που γεννάνε οι λέξεις του Δημήτρη Σαμόλη δε φλυαρεί, θυμάται. Δεν ομολογεί, εξομολογείται. Δεν ομιλεί, συνομιλεί. Μας αποκαλύπτει την ιστορία του, που σχεδόν την ξέρουμε, σχεδόν την έχουμε ξανακούσει, σχεδόν την έχουμε αποφύγει και σχεδόν την έχουμε πετάξει στο μπαούλο της λήθης.

Μια γνώριμη ιστορία που ζωντανεύει ένας καταιγιστικός μονόλογος, του οποίου η μόνη αγωνία είναι να βγουν από το κουτί οι μνήμες μας, όποιες κι αν είναι, οι στιγμές που έχουμε καταπιεστεί μέσα στην « παραδοσιακή ελληνική κοινωνία», που ό,τι δε δέχεται, ό,τι δε χωράει στα ασφαλή σύνορα της συνηθίζει να το πνίγει, να το καταπιέζει, να το εξουσιάζει, να το εξαφανίζει.

 Έτσι, από την πρώτη κιόλας σκηνή, κατακτάει το ενδιαφέρον του κοινού, το οποίο στο υπόλοιπο της παράστασης κυριολεκτικά κρέμεται από τα χείλη του.

 Η ιστορία που ακολουθεί είναι η αφήγηση ενός πονεμένου παιδιού που αυτοσαρκάζεται για να εξιλεωθεί απέναντι σε έναν πατέρα και μια κοινωνία, ακόμα και απέναντι στον εαυτό του, επειδή τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα περίμεναν. 

Ο σκηνοθέτης Μάριος Κακουλλής αφήνει ελεύθερο τον Δημήτρη Σαμόλη να πλάσει με ανάσες, λέξεις και δικές του νότες, έναν πραγματικό ήρωα που σκαλίζει τη μνήμη μας, αλλά και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, πότε με χιούμορ και πότε με αυτό το μούδιασμα που προκαλούν στα αυτιά μας οι στρακαστρούκες, καθώς συγκρούονται με την κανονικότητα.

Ο Δημήτρης Σαμόλης φαντάζεται, φτιάχνει και παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο ήρωα. Η αφήγησή του είναι τέτοια που στη σκηνή βρίσκουν χώρο και οι υπόλοιποι ήρωες, κι ας μην έχουν φυσική παρουσία.

Η ιστορία του ξεκινάει ως μια γλυκόπικρη ανάμνηση των παιδικών του χρόνων για να γίνει μια πλημμύρα συναισθημάτων, για τον ίδιο αλλά και για το κοινό, για την καταπίεση που έχουμε νιώσει οι ίδιοι, για την βία που είδαμε αλλά δεν κάναμε αρκετά, ή και τίποτα, για τις ιστορίες που έχουν βγει από την ειδησεογραφία.

Κι όλα αυτά χωρίς διάθεση καταγγελίας ή διδακτισμού, αλλά με τον ήρωα να εκφράζει το παράπονό του. Το γιατί του, σε μια καλοστημένη παράσταση -περφόρμανς, έμπλεη ευρημάτων και εξαιρετικής ερμηνείας.

Οι «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη δεν είναι ένα παραδοσιακό μάθημα, αλλά ένα τραγούδι-μανιφέστο για την αυτοπεποίθηση, την αποδοχή της διαφορετικότητας και τη δύναμη του να «κάνεις θόρυβο» με την προσωπικότητά σου.

Το τραγούδι προτρέπει τον ακροατή να αγκαλιάσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ακόμα και αυτά που οι άλλοι μπορεί να θεωρούν «περίεργα» ή «υπερβολικά.

Αν και ξεκινά από το άτομο, το τραγούδι συχνά λειτουργεί ως ένας ύμνος για όλους όσοι νιώθουν έξω από τας κελύφη των κανόνων, θυμίζοντάς τους ότι δεν είναι μόνοι.

Οι «Στρακαστρούκες», εντέλει, διδάσκουν πως η μεγαλύτερη επανάσταση είναι να είσαι ο εαυτός σου σε έναν κόσμο που προσπαθεί να σε κάνει ίδιο με όλους τους άλλους, με τα πρέπει, δηλαδή τη βία.

 Αν μένει κάτι στο θυμικό όλων των θεατών από την σπουδαία αυτή δουλειά, στην κάθε φορά ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα, είναι σίγουρα το σπαρακτικό φινάλε. Ανατριχιαστικό, συγκλονιστικό, ένα δυνατό ράπισμα στον καθωσπρεπισμό που επιβάλει μια στημένη από δόγματα και από κακοφορμισμένες συνήθειες κανονικότητα, και που σαπίζει συνειδήσεις. Δυστυχώς, η αφύπνιση έρχεται όταν είναι πια αργά… πολύ αργά.

Συντελεστές

Κείμενο – Ερμηνεία – Τραγούδια : Δημήτρης Σαμόλης

Σκηνοθεσία : Μάριος Κακουλλής

Σκηνικά – Κοστούμια : Λουκάς Μπάκας

Φωτιστικός σχεδιασμός – Δραματουργία : Στέφανος Δρουσιώτης

Μουσική: ECATI

Βοηθός σκηνοθέτη : Δανάη – Αρσενία Φιλίδου

Φωτογραφίες : Ελίνα Γιουνανλή

Graphic design : Μιχάλης Δέμελης

Trailer : Θωμάς Παλυβός

Social media : Κάλλη Μαυρογένη

Οργάνωση Παραγωγής : Μαρία Παπαφωτίου

Παραγωγή: Ars Aeterna – Σταμάτης Μουμουλίδης

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Ο Αρχέλαος Γρανάς πλέκει το εγκώμιο της Εύας Οικονόμου – Βαμβακά

Ο-Αρχέλαος-Γρανάς-πλέκει-το-εγκώμιο-της-Εύας-Οικονόμου-–-Βαμβακά

Η Εύα Οικονόμου Βαμβακά θα είναι και για τα επόμενα τρία χρόνια στη θέση της καλλιτεχνικής διευθύντριας του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας, όπως αποφάσισε την Τρίτη (17/3) κατά πλειοψηφία το διοικητικό συμβούλιο του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.
Για το θέμα μίλησε στην ΕΡΑ Καβάλας, ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., Αρχέλαος Γρανάς.

Με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους

«Στην τελευταία συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας κάναμε την επιλογή του καλλιτεχνικού διευθυντή για την επόμενη τριετία. Με μυστική ψηφοφορία προέκυψαν 7 ψήφοι για την κ. Οικονόμου Βαμβακά, οπότε με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους. Εκείνο που επικράτησε είναι ότι έχει την καλλιτεχνική εμπειρία, διετέλεσε ξανά καλλιτεχνική διευθύντρια, έχει διοικητικές και οργανωτικές ικανότητες, έχει αποστολή να φέρει το θέατρο κοντά στην κοινωνία. Υπάρχει συνεργασία με τα σχολεία, με τους τοπικούς φορείς, με τους πολιτιστικούς οργανισμούς και προωθεί και τη θεατρική παιδεία. Έχει καλή δικτύωση με διάφορους παραγωγούς, αλλά και με άλλα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. της χώρας και συνεργασίες που έχει αναπτύξει με αυτούς. Όλα αυτά εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. και την επιλέξαμε για ακόμη μία τριετία», ανέφερε σχετικά ο κ. Γρανάς.

”Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε…”

”Έχει ικανότητες για να παίρνει αποφάσεις και να επιλύει προβλήματα που δημιουργούνται ούτως ή άλλως σε τέτοιες περιπτώσεις. Όλα αυτά επίσης εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία μας. Όχι ότι και οι άλλοι υποψήφιοι που ανέπτυξαν εν ολίγοις τα δικά τους επιχειρήματα δεν ήταν καλοί, αλλά εφόσον είμαστε ευχαριστημένοι από την προηγούμενη θητεία της κ. Οικονόμου Βάμβακα της εμπιστευτήκαμε και πάλι τη νέα τριετία ως καλλιτεχνική διευθύντρια στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας και έτσι έληξε η ιστορία αυτή. Δεν ήταν τόσο η αμφισβήτηση της καλλιτεχνικής διεύθυνσης, αλλά όσον αφορά τη νομιμότητα των διαδικασιών. Εφόσον πλέον έγιναν όλα νόμιμα και κανείς δεν μπορεί να πει τίποτα, προχωράμε. Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε”, επισήμανε καταληκτικά ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας.

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα