Connect with us

Πολιτισμός

«Πετριχώρα, η ιστορία του γιοφυριού της Άρτας»

«Πετριχώρα,-η-ιστορία-του-γιοφυριού-της-Άρτας»

Η «DOT Ensemble» στη σκηνή του Θεάτρου Τ στη Θεσσαλονίκη

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Στην ανατολική όχθη του Άραχθου, κοντά στην αρχή της γέφυρας, σώζεται μεγάλος πλάτανος, ο πλάτανος του Αλή πασά, γιατί -όπως λένε- στον ίσκιο του καθόταν ο Αλής και έβλεπε κρεμασμένους απ’ τα κλαδιά του όσους είχε καταδικάσει σε θάνατο με απαγχονισμό. 

“- Τ’ έχεις καημένε πλάτανε και στέκεις μαραμένος με τις ριζούλες στο νερό; – Αλή πασάς επέρασε…”

Πάνε χρόνια που το γεφύρι ορφάνεψε απ’ το φυσικό του σύντροφο, το νερό, εφόσον μετά την κατασκευή του υδροηλεκτρικού φράγματος Πουρναριού, δεν υπάρχει συνεχής ροή στο ποτάμι. Έτσι, το μνημείο έπαψε να δροσίζει τα πόδια του, κατάντησε εκκλησιά χωρίς εικόνες, βρύση χωρίς νερό. Αλλά το γεφύρι είναι παρόν κι έχει φωνή. Και μιλάει και μέσα από την παραστατική τέχνη. Και διηγείται ιστορίες με τραγούδια και μοιρολόγια, και ζωντανεύει φαντάσματα που του δίνουν διάρκεια. Ατελεύτητη!

Μια ιδέα και έρευνα χρόνων του σκηνοθέτη Χάρη Θώμου, η οποία βασίζεται στο θρυλικό δημοτικό τραγούδι “Το γιοφύρι της Άρτας” και τις βαλκανικές εκδοχές του.

Η μυρωδιά της γης με τις πρώτες σταγόνες της βροχής.

Η χώρα που τα πουλιά μιλούν κι οι γυναίκες θυσιάζονται για να θεμελιωθεί ο κόσμος.

Η παραλογή αυτή είναι ένα από τα γνωστότερα και ωραιότερα δημιουργήματα της λαϊκής μούσας και στηρίζεται σε μια μακραίωνη παράδοση, σχετική με τη θεμελίωση μεγάλων έργων. Από τους αρχαίους ακόμα χρόνους υπήρχε η δοξασία ότι για να στερεωθεί και να προφυλαχθεί από κάθε κίνδυνο ένα κτίσμα, έπρεπε να θυσιαστεί στα θεμέλιά του κάποιο ζωντανό πλάσμα. Το γεφύρι της Άρτας, ένα έργο τόσο δύσκολο και θαυμαστό για την εποχή του, ενέπνευσε το ομώνυμο δημοτικό τραγούδι και πλούτισε την παράδοση με το δικό του θρύλο. Παραλλαγές του τραγουδιού, που αναφέρονται και σε άλλα γεφύρια ή οικοδομήματα, υπάρχουν όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε όλη την περιοχή των Βαλκανίων.

Μια κατάρα που μετατρέπεται σε ευχή και μια προφητεία που ζητά την ανατροπή,

την κατάρριψη της προκατάληψης και τον σεβασμό στη φύση και τη ζωή.

Μια διαδρομή στον χώρο και τον χρόνο που φέρνει την ανθρώπινη ανάγκη για υπέρβαση, αντιμέτωπη με τη μοίρα.

Ο μύθος γνωστός και με πανάρχαιες ρίζες. Με μικρές παραλλαγές συναντάται στις παραδόσεις και άλλων βαλκανικών λαών. Για να θεμελιωθεί το γεφύρι πρέπει να θυσιαστεί η γυναίκα του Πρωτομάστορα. Η ιστορία για τον αγώνα του ανθρώπου να κερδίσει τη ζωή του, να τιθασεύσει τη φύση και τον εαυτό του. Ένας αγώνας επίμονος, πολλές φορές απελπισμένος, άνισος, γεμάτος τραγικότητα και διαψεύσεις. Σχεδόν πάντα, μεγαλειώδης, εφόσον η ανάγκη της θυσίας της ατομικής ευτυχίας είναι για την ωφέλεια του συνόλου.

Ένας μύθος, που αναμετριέται με το εδώ και το τώρα· με την ευθύνη κάθε απόφασης, με την τραγικότητα του ανθρώπου μπροστά στην Ιστορία.

Ένας άντρας, μια γυναίκα, μια κοινωνία που ζητά απεγνωσμένα λύση. Οι απαντήσεις παλιές αλλά η ευθύνη απέναντι στο δίλημμα ίδια.

Ένας λαός που απεγνωσμένα ψάχνει τους ήρωές του.

Μια παράσταση για το κοινό μαζί με το κοινό.

Η “Πετριχώρα” – Ηπειρώτικη ντοπιολαλιά του «πετριχώρ»: η ιδιαίτερη μυρωδιά της γης μετά τη βροχή – είναι μια μυσταγωγική σκηνική εμπειρία που ζωντανεύει μια παράδοση αιώνων.

Βασισμένη στο θρυλικό δημοτικό τραγούδι «Το Γιοφύρι της Άρτας» και τις βαλκανικές εκδοχές του, φέρνει στο προσκήνιο μια αρχέγονη ιστορία και εξερευνά τη λεπτή γραμμή που χωρίζει το ατομικό από το συλλογικό, ενώ μας καλεί να αναρωτηθούμε

«Τι κοινωνία είναι αυτή που χρειάζεται να χτίσει Λυγερές για να προοδεύσει;»

Βυθιζόμενοι σε μιαν άλλη πραγματικότητα γινόμαστε κοινωνοί της ιστορίας της Λυγερής, από την πρώτη επαφή της με τη μοίρα, έως την τελική προδοσία από τον Πρωτομάστορα και τους υπόλοιπους συντοπίτες της, και τον τραγικό χαμό της στον υγρό τάφο του γεφυριού.

Η “Πετριχώρα” είναι μια παράσταση του θεάτρου της επιτέλεσης. Η επιτέλεση είναι ταυτόχρονα αντικείμενο ανάλυσης και μεθοδολογικής προσέγγισης του μύθου από τον σκηνοθέτη Χάρη Θώμο και τη δραματουργό Αμαλία Κοντογιάννη, έτσι ώστε να φέρει τους θεατές πρόσωπο με πρόσωπο με την ίδια την ουσία της παράδοσης.

Μέσα από τελετουργικά σχήματα, εκφραστική κίνηση, φωνή και παραδοσιακό τραγούδι σχηματίζεται μια πολυφωνική κοινότητα εννέα σωμάτων που χτίζουν και γκρεμίζουν αδιάκοπα τον κόσμο της ιστορίας, προσπαθώντας να δώσουν απάντηση σ΄ ένα παλιό ερώτημα:

Μπορούν να συμβαδίσουν το ατομικό και το συλλογικό, η πρόοδος και η παράδοση, η επιστήμη και η φύση;

 Ο Χάρης Θώμος έκανε ενδελεχή έρευνα στο τραγούδι και στην Παράδοση, στους συμβολισμούς του και στις προεκτάσεις του στο πέρασμα των χρόνων και κατέληξε στην αφηγηματική του παράσταση- περφόρμανς: Παρά τον παραμυθιακό χαρακτήρα της μπαλάντας, ο αποτρόπαιος φόνος θα ήταν δύσκολα αποδεκτός αν το τραγούδι δεν απηχούσε την ιερότητα που είχε κάποτε μια τέτοια θυσία. Ένδειξη, ίσως, της διαισθητικής αυτής μνήμης είναι ότι και σήμερα μπορεί να αναπαρίσταται ιεροτελεστικά, χωρίς όργανα, σε μια αίθουσα ή σ’ έναν μεγάλο νεκρολατρικό χορό, κατατάσσοντας τη γυναίκα του πρωτομάστορα στη χορεία των ανώνυμων εμβληματικών νεκρών που τιμώνται δοξαστικά. Η τελετουργική απόδοση της περφόρμανς στη σκηνή του θεάτρου «Τ» είναι μυσταγωγική. Τουλάχιστον.

 Το «γεφύρι της Άρτας» είναι τραγούδι πολύστιχο. Η αφήγηση γενικά είναι αντικειμενική και oι ηθοποιοί – αφηγητές και μύστες είναι ετεροδιηγητικοί. Ωστόσο, σε αρκετά σημεία κυριαρχεί ο δραματικός ενεστώτας που προσδίδει στο τραγούδι διαχρονικότητα (π.χ. Μοιρολογούν, πιάνει, μηνάει, τους χαιρετά…).

 Στην αφήγηση παρεμβάλλεται ο διάλογος που ζωντανεύει το τραγούδι και το κάνει θεατρικό δρώμενο (π.χ. «Α, δε στοιχειώσετε άνθρωπο…», «Γοργά ντύσου…», «Γεια σας…»).

 Το περιεχόμενο είναι πλαστό με μαγικά στοιχεία: συμβαίνουν παράδοξα γεγονότα: γκρέμισμα του γιοφυριού κάθε βράδυ, ανθρώπινη ομιλία πουλιού.

 Η υπόθεση είναι ολοκληρωμένη και το τέλος της δραματικό: χτίσιμο Λυγερής.

Και το Πουλί έχει διπλό ρόλο: Λειτουργεί ως εντολοδόχος της μοίρας για να δώσει λύση στο αδιέξοδο (αποκαλύπτει τη λύση του προβλήματος). Λειτουργεί ως αγγελιαφόρος, προκειμένου να εκτελεστεί η εντολή (δίνει το μήνυμα στη γυναίκα).

 Πρέπει να επισημάνω τα εξής: είναι πολύ συνηθισμένη τεχνική στα δημοτικά τραγούδια, τα ζώα, τα πουλιά και το φυσικό περιβάλλον να συμμετέχουν στην υπόθεση. Στην περίπτωσή μας, λοιπόν, το πουλάκι προσωποποιείται. Εξαιρετική η Αριάδνη Κώστα στον ρόλο.

 Προκύπτει ιδιαίτερη τραγικότητα από την επιλογή δύο διαφορετικών επιρρημάτων, που μάλιστα ακούγονται περίπου το ίδιο (παρήχηση: αργά-γοργά): η εντολή του Πρωτομάστορα είναι να ετοιμαστεί η γυναίκα του αργά για να έρθει στο γεφύρι, γεγονός που δείχνει ίσως την κρυφή αλλά μάταιη ελπίδα του να σωθεί και, πιο πιθανό, να αποκαλύπτει την επιθυμία του να παρατείνει όσο μπορεί τη ζωή της. Από την άλλη μεριά το πουλί παρακούει και της λέει να ετοιμαστεί γοργά, λόγω της ομοιότητας των δύο λέξεων, αλλά, κυρίως, για να εφαρμοστεί το μοιραίο.

 Με βάση τα παραπάνω, η παράσταση επιτείνει την ένταση στους θεατές, εφόσον τους έχει καθηλώσει η δραματικότητα κι επειδή ο Πρωτομάστορας, ως υπεύθυνος του έργου, είναι αυτός που πονάει περισσότερο με τη θυσία και καλείται να αποφασίσει στο δίλημμα: άρνηση θυσίας της γυναίκας του, με συνέπεια το γκρέμισμα γεφυριού της Άρτας ή αποδοχή της μοίρας, άρα στέριωμα γεφυριού;

Υπάρχει, δηλαδή, αντίθεση ανάμεσα στο θέλω (επιθυμία, συναίσθημα) και στο πρέπει (λογική, καθήκον), ωστόσο, η κατάληξη είναι η υποταγή στο μοιραίο (ρίχνει μέγα λίθο).

Μπορούμε να τον συγκρίνουμε με τον Ισαάκ και τον Αγαμέμνονα, που κλήθηκαν να θυσιάσουν τα παιδιά τους. Νιώθει κι αυτός μεγάλο πόνο με την ιδέα ότι πρέπει να θυσιάσει τη γυναίκα του και συγκρούεται μέσα του η αγάπη με το καθήκον αφού είναι υποχρεωμένος να ολοκληρώσει το έργο του.

 Κρίνει από την αρχή ότι δεν έχει περιθώρια να αντισταθεί στη φωνή του πουλιού που είναι η φωνή της μοίρας και αποφασίζει άμεσα να στείλει το μήνυμα στη γυναίκα του να έρθει. Επειδή τη λυπάται, της παραγγέλνει να μη βιαστεί για να καθυστερήσει το μοιραίο. Ύστερα από τη λύπη, έρχεται η συμπόνια όταν βλέπει την ανυποψίαστη Λυγερή να χαιρετάει ευδιάθετα. Αλλά και πάλι το «πρέπει» νικάει την αγάπη. Δεν υποκύπτει στα παρακάλια της, αλλά πρωτοστατεί στη θανάτωσή της.

 Τραγικό πρόσωπο είναι και η Λυγερή. Η χαρά, η αγάπη και το ενδιαφέρον για τον άντρα της την ώρα της άφιξης, που φαίνονται στον χαιρετισμό, σκιάζεται από την κακή διάθεση και τη θλίψη του. Επίσης, την προθυμία της να κατεβεί ανυποψίαστη στο ποτάμι, τη διαδέχεται η αγωνία και ο πανικός, όταν αντιλαμβάνεται την απάτη και την παγίδα που της έχει στήσει. Αντιδρά παρακαλώντας με παράπονο και τρυφερότητα και εκφράζοντας πικρία για το οικογενειακό της δράμα. Όταν διαπιστώνει ότι η θυσία της είναι αναπότρεπτη, επιδίδεται σε κατάρες με αγανάκτηση. Τότε της θέτουν το εκβιαστικό δίλημμα: αν επιμείνει στις κατάρες, θα θέσει σε κίνδυνο τη ζωή του αδερφού της. Από τη σύγκρουση θα βγει νικητής η αδελφική αγάπη, ενώ οι κατάρες θα μετατραπούν σε ευχές.

Οι συντονισμένοι με πολλή δουλειά εννέα ηθοποιοί της «DOT Ensemble» : Άννα Μαρία Γάτου, Νεφέλη Γκίκογλου, Γιούλη Ευθυμίου, Δημήτρης Κρίκος, Αριάδνη Κώστα,

Ευαγγελία Μπότση, Λένα Νεστορίδου, Γεωργία Ποντσουκτσή και Θάνος Πουμάκης, μια ανομοιογενής ομάδα, επειδή και σε αντίστοιχες ιεροτελεστίες οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί στην όψη και στην εσωτερική παρόρμηση, ακολουθούν τη διδασκαλία κίνησης της Μαριάνθης Ψωματάκη με τρόπο μυσταγωγικό, υποβλητικό και επιβλητικό στην αίθουσα.

Η γυναίκα του Πρωτομάστορα (δυναμικός ο Δημήτρης Κρίκος) στην παράσταση του Χάρη Θώμου εκπροσωπείται από μια νύφη, μια γυναίκα ( υπέροχη η καλλικέλαδη Ευαγγελία Μπότση) μέσα στο σφρίγος της νεότητας, μια γυναίκα, τυλιγμένη σε άσπρο σεντόνι – σάβανο, σαφώς σκηνοθετικό εύρημα, προϊδεάζοντας το κοινό για την τραγική κατάληξη. Εκπροσωπεί, θα λέγαμε, την αγνότητα, την πίστη, τη θυσία και την ακολουθία των μυστών.

Η εικόνα της Λυγερής, μπορεί και να παραπέμπει και στο φάντασμα της νύφης, εκείνης της μυστηριώδους παρουσίας που φτάνει στο τέλος να καταριέται, αλλά αναλογιζόμενη ότι έχει και έναν αδελφό που, ενδέχεται να περάσει από το καταραμένο γεφύρι, καταλήγει να αποσύρει την κατάρα της.

 Στον αντίποδα της εικόνας αυτής, υπάρχει η ζωντανή τελετουργική παρουσία της ομάδας, που είναι οι χωρικοί, οι εργάτες, οι μάστορες, ο Χορός. Τα δυνατά της σημεία: το σωματικό θέατρο, η μουσική -ηχοτοπία του Μάριου Αποστολακούλη, το παραδοσιακό τραγούδι που δίδαξε η Νατάσα Τσακηρίδου και οι φωτισμοί της Αθηνάς Μπανάβα.

Το λιτό σκηνικό της Κατερίνας Κουκότα και τα κοστούμια της ιδίας και της Νεφέλης Νικολαΐδη, επιτρέπουν την απρόσκοπτη κίνηση σε όλη τη διάσταση της σκηνής.

Η Πετριχώρα είναι μια χώρα που δεν χτίσαμε ακόμη,

ένα τραγούδι που δεν βρήκε τα λόγια να πει την αλήθεια,

μια πορεία που καλούμαστε να αποφασίσουμε μαζί.

Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Χάρης Θώμος

Δραματουργία: Αμαλία Κοντογιάννη

Β. Σκηνοθέτη: Θεοχάρης Μπαϊρακταρίδης

Κίνηση: Μαριάνθη Ψωματάκη

Μουσική – Ηχοτοπία: Μάριος Αποστολακούλης

Διδασκαλία παραδοσιακού τραγουδιού: Νατάσα Τσακηρίδου

Φωτισμοί: Αθηνά Μπανάβα

Σκηνογραφία: Κατερίνα Κουκότα

Ενδυματολογία: Νεφέλη Νικολαΐδη – Κατερίνα Κουκότα

Επικοινωνία: Μαρία Τότσκα

Φωτογραφία – Trailer: Γιώργος Ματζάρης

Γραφιστική επιμέλεια: Χάρης Θώμος

Παραγωγή: DOT Ensemble

Επί σκηνής:

Άννα Μαρία Γάτου

Νεφέλη Γκίκογλου

Γιούλη Ευθυμίου

Δημήτρης Κρίκος

Αριάδνη Κώστα

Ευαγγελία Μπότση

Λένα Νεστορίδου

Γεωργία Ποντσουκτσή

Θάνος Πουμάκης

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«ΠΕΡΣΕΣ» του Αισχύλου στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

«ΠΕΡΣΕΣ»-του-Αισχύλου-στο-Αρχαίο-Θέατρο-Φιλίππων

Η εμβληματική τραγωδία «ΠΕΡΣΕΣ» του Αισχύλου, που έγινε SOLD OUT  στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου,  σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη, έρχεται στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, το Σάββατο 22 και την Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Στην παράσταση πρωταγωνιστούν οι: Μαρία Ναυπλιώτου, Δημήτρης Καταλειφός, Αναστάσης Ροϊλός και Σταύρος  Σβήγκος, πλαισιωμένοι από έναν δυναμικό 18μελή Χορό.

Οι «Πέρσες» αποτελούν το αρχαιότερο σωζόμενο ολοκληρωμένο έργο της αρχαίας ελληνικής δραματουργίας και ταυτόχρονα την πρώτη θεατρική καταγραφή ιστορικών γεγονότων. Ο Αισχύλος, αυτόπτης μάρτυρας της Ναυμαχίας της Σαλαμίνας, δημιουργεί ένα «σκηνικό ρεπορτάζ» πολέμου, μόλις οκτώ χρόνια μετά την καταστροφή.

Ο Χρήστος Θεοδωρίδης προσεγγίζει το έργο ως μια βαθιά αντιπολεμική κραυγή, συνεχίζοντας τη σκηνοθετική του πορεία πάνω σε πολιτικά φορτισμένα και καίρια σύγχρονα ζητήματα.

«Αχ, μια φορά πόσο μεγάλη και γλυκιά ήταν στ’ αλήθεια η ζωή μας…»

Είκοσι δύο άνθρωποι περιμένουν τα νέα μιας συντελεσμένης καταστροφής. Όταν ο αγγελιοφόρος επιστρέφει από το μέτωπο, ο λόγος του δίνει μορφή στον φόβο: η απώλεια είναι απόλυτη. Το σώμα και η σκέψη παραλύουν. Καμία πράξη δεν μοιάζει δυνατή. Μόνο ο θρήνος απομένει.

«Αχ, αχ, μιλάς για των δικών μας τα σώματα…»

Ο θρήνος γίνεται συλλογικός, επίμονος, αδιαπραγμάτευτος. Για τους νεκρούς. Για το παρελθόν που χάθηκε. Για το μέλλον που βυθίστηκε μαζί τους.

«Τώρα πάει του βασιλιά μας η εξουσία…»

Στο επίκεντρο της παράστασης βρίσκεται ο άνθρωπος απέναντι στην απώλεια. Η «τραγωδία των ηττημένων» ανοίγει έναν διαχρονικό διάλογο: οι ηττημένοι δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν, αλλά σε κάθε εποχή, σε κάθε πλευρά. Τα ονόματα που αναζητά ο Χορός είναι τα ονόματα όλων όσοι χάθηκαν και συνεχίζουν να χάνονται στους πολέμους του κόσμου…

Είκοσι δύο ηθοποιοί, σε μια σκηνή σχεδόν γυμνή, συγκροτούν έναν Χορό-πρωταγωνιστή. Με εργαλεία τον λόγο, την κίνηση και τη μουσική, αποτυπώνουν το συλλογικό τραύμα μιας κοινωνίας που στέκεται μουδιασμένη μπροστά στην καταστροφή.

«Τόσοι άνθρωποι, να ξέρεις, ποτέ δεν χάθηκαν σε μία και μόνο μέρα…»

Μια παράσταση που στοχάζεται πάνω στη μνήμη και την ήττα, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την ακατάλυτη ανθρώπινη ανάγκη για δημοκρατία και δικαιοσύνη, μέσα σε έναν κόσμο που ολοένα και θεμελιώνει την εξουσία και την άκριτη υποταγή!

Διανομή:

Άτοσσα: Ναυπλιώτου Μαρία

Δαρείος: Καταλειφός  Δημήτρης

Ξέρξης: Ροϊλός Αναστάσης

Αγγελιοφόρος: Σβήγκος  Σταύρος

Χορός (αλφαβητικά):  Αλεξανδρόπουλος  Πάρης,  Δεληθανάση Αγγελική, Δερμεντζίδης  Κρητικός Γιώργος, Εξακοΐδης  Γιώργος , Θεμελή Ξένια,

Κισσανδράκης Γιώργος,  Κωνσταντινίδης Γιώργος,  Μακρής Ντένης,

Μανδρινός Δημήτρης, Μανωλάς Νίκος, Πατερμαλή Αγγελική,

Πίττα Τατιάνα- Άννα, Σακελλαριάδη Πέννυ, Σωτηροπούλου Σαββίνα

Τρυφουλτσάνης Βασίλης, Τσαλίκης Βασίλης , Φύτρος Σαμψών

Συντελεστές:

Μετάφραση: Παναγιώτης Μουλλάς 

Σκηνοθεσία: Χρήστος Θεοδωρίδης 

Δραματουργική επεξεργασία: Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου, Παύλος Σούλης, Χρήστος Θεοδωρίδης 

Φωτισμοί: Ιωάννα ΑθανασίουΤάσος Παλαιορούτας 

Μουσική: Jeph Vanger

Χορογραφία – Κίνηση: Ξένια Θεμελή 

Επιστημονικός σύμβουλος: Παύλος Σούλης

Βοηθός σκηνοθέτη: Ιάσονας Ασημακόπουλος

Βοηθός χορογράφου: Ελίνα Παντελεμίδου

Social Media – Διαφήμιση: Renegade Media

Graphic Design – Photography: Mike Rafail

Οργάνωση παραγωγής: Λαμπρίνα Καραγιαννίδου

Παραγωγή: Marossoulis Productions

Διάρκεια : 1.45΄

Ώρα έναρξης : 9. 00 μμ

Προπώληση : more.com

https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/summer/perses-periodeia

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

​«Τρωάδες» του Ευριπίδη στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

​«Τρωάδες»-του-Ευριπίδη-στο-Αρχαίο-Θέατρο-Φιλίππων

Το Εθνικό Θέατρο παρουσιάζει στις 29 Αυγούστου, στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, τις Τρωάδες του Ευριπίδη, σε μετάφραση Γιάννη Τσαρούχη και διασκευή—σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου. Το κατεξοχήν ανθρωποκεντρικό έργο του μεγάλου τραγικού ποιητή ζωντανεύει στην πρώτη επιδαύρια σκηνοθεσία της διακεκριμένης δημιουργού στην πλέον λυρική και συλλογική του διάσταση.

Ένα ensemble 22 ερμηνευτριών και ερμηνευτών —μεταξύ των οποίων μέλη των Εν Δυνάμει— διαφορετικών ηλικιών, με και χωρίς αναπηρία, με ζωντανή μουσική επί σκηνής, μέσα από τη συνύπαρξη διαφορετικών σωμάτων, φωνών και εμπειριών, καταθέτουν μια σκηνική αφήγηση με κέντρο τη μουσικότητα. 

Ένα ποιητικό και βαθιά πολιτικό σκηνικό ανέβασμα χωρίς αποκλεισμούς στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, που για πρώτη φορά στην ιστορία του καθίσταται προσβάσιμο και σε άτομα με αισθητηριακές —οπτικές και ακουστικές— αναπηρίες [31/7]. Μια ξεχωριστή σκηνική ανάγνωση για τη φρίκη και το παράλογο του πολέμου μέσα από το φίλτρο του θηλυκού σώματος, που διεκδικεί το δικαίωμα της επιλογής, ακόμη και όταν βρίσκεται υπό κατοχή.

Οι Τρωάδες της Ελένης Ευθυμίου δεν είναι μόνο τα όμορφα, υγιή κορμιά των προνομιούχων γυναικών της οικογένειας του Πρίαμου, που αναμένουν την τελική διαλογή. Είναι και σώματα –ανήλικα, ανάπηρα, ηλικιωμένα– που ούτε πριν τον πόλεμο αποφάσιζαν για τον εαυτό τους, ενώ σπάνια είχαν το προνόμιο της αφήγησης. Αιχμάλωτες μετά την άλωση της πόλης τους, οι Τρωάδες αναμετρώνται και με τις δικές τους ευθύνες, όταν η σιωπηρή αποδοχή του πολέμου αποκαλύπτει τις ολέθριες συνέπειές της. Είναι πια φανερό πως ούτε οι θεοί, ούτε ο μύθος, ούτε η μοίρα ορίζουν τη ζωή τους. Παρά την οδύνη και την απόγνωση μπροστά στην καταστροφή, οι Τρωάδες βιώνουν την απώλεια, μα δεν παραδίδονται. Οι λέξεις γίνονται τα όπλα της αντίστασής τους —έστω και την ύστατη αυτή στιγμή— απέναντι στη σκλαβιά και την απώλεια της ταυτότητας που η νέα πραγματικότητα τους επιφυλάσσει. Στέκουν όρθιες, βρίσκουν τη φωνή τους και σταδιακά το πένθος τους μετασχηματίζεται σε μια εύθραυστη αλλά επίμονη μορφή εξέγερσης, με την αλληλεγγύη να είναι πλέον η μεγαλύτερή τους δύναμη. 

Θα μπορέσουν άραγε οι καταπιεσμένες αυτού του κόσμου να ξανακερδίσουν το δικαίωμα της επιλογής; Να κραυγάσουν τον θυμό και το μίσος τους, να θρηνήσουν, να γελάσουν μες στο χάος και το αδιέξοδο; Θα επαναοικειοποιηθούν ποτέ οι γυναίκες της Τροίας τα σώματά τους;

Μετάφραση: Γιάννης Τσαρούχης
Διασκευή—Σκηνοθεσία: Ελένη Ευθυμίου
Σύμβουλος δραματουργίας: Σοφία Ευτυχιάδου
Σκηνικά: Ευαγγελία Κιρκινέ
Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Μουσική: Λευτέρης Βενιάδης
Κίνηση: Τάσος Παπαδόπουλος 
Φωτισμοί: Ζωή Μολυβδά – Φαμέλη
Σχεδιασμός ήχου: Σοφία Καμαγιάννη
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά 

Βοηθός σκηνοθέτριας: Θέμης Θεοχάρογλου
Βοηθός σκηνογράφου: Μαριάνθη Ράδου
Βοηθός ενδυματολόγου: Δέσποινα Μαρία Ζαχαρίου

Βοηθός φωτίστριας: Νατάσα Πετροπούλου 
Β βοηθός σκηνογράφου: Ταξιάρχης Χούμος 

Καλλιτεχνικές συνεργάτιδες για την υποστήριξη της ομάδας Εν Δυνάμει: Ελένη Ζαχοπούλου, Δάφνη Καφετζή, Αγγελική Τόμπρου 

Παίζουν (αλφαβητικά):  Αργύρης Ξάφης (Ταλθύβιος), Εύη Σαουλίδου (Ανδρομάχη), Νάνσυ Σιδέρη (Κασσάνδρα), Βασιλική Τρουφάκου (Ελένη), Λυδία Φωτοπούλου (Εκάβη), Γιώργος Χριστοδούλου (Μενέλαος)

Χορός: Μύριαμ Σοφία Αρτζανίδου, Μαρία Δαχλύθρα, Eλένη Δημοπούλου, Νίκος Κυπαρίσσης, Ειρήνη Κουρούβανη, Λωξάνδρα Λούκας, Λυγερή Μητροπούλου, Θεανώ Παπαβασιλείου, Κατερίνα Παπανδρέου, Νίκη Πεταλά, Χρύσα Τουμανίδου

Μαζί τους, στους ρόλους της νεαρής Πολυξένης και του μικρού Αστυάνακτα η Άνα Τζουλάκη Χριστοδούλου και ο Μιχάλης Μήτσης αντίστοιχα.

Μουσικοί επί σκηνής: Σοφία Καμαγιάννη (πιάνο), Γιώργος  Μπουκαούρης (κρουστά), Σοφιανός Πεσιρίδης (όμποε)

Φωτογραφίες: Karol Jarek

Τρέιλερ: Χρήστος Συμεωνίδης

Προπώληση εισιτηρίων: ticketservices.gr

Το Εθνικό Θέατρο επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Η ΚΑΡΥΑΤΙΔΑ!» του Γιώργου Καπουτζίδη σε περιοδεία

«Η-ΚΑΡΥΑΤΙΔΑ!»-του-Γιώργου-Καπουτζίδη-σε-περιοδεία

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

«Και αφού ήταν σπασμένη έτσι και αλλιώς! Να κοίτα, Παναγιώτη, και η μύτη της ήταν σπασμένη! Στους Άγγλους που την σπάσανε δεν είπε κανείς τίποτα! Όλα σε εμένα θα τα ρίξουν τώρα! Που δεν είναι καθόλου σωστό να σπας την μύτη του άλλου! Την ξένη μύτη! Αλλά φταίνε και οι Έλληνες! Να γυρίσουν πίσω τα μάρμαρα! Τι καταλάβατε; Μια χαρά ήμασταν και με το αντίγραφο. Το έβλεπα εγώ στην Ακρόπολη και έλεγα «Πω! Πω! Τι ωραίο!» Ωραίο; Πιο ωραίο από το αληθινό!»

Αλεξάνδρα Βελλή, Υπουργός Πολιτισμού πρώην τηλεοπτική δημοσιογράφος και παντρεμένη με τον αδελφό του μεγαλύτερου εμπόρου ναρκωτικών των Βαλκανίων!

Τι συμβαίνει όταν η χαμένη έκτη Καρυάτιδα επιστρέφει επιτέλους στην πατρίδα;
Η χώρα φοράει τα καλά της. Οι κάμερες στήνονται. Οι λόγοι ετοιμάζονται. Οι δηλώσεις ξαναγράφονται. Οι μηχανισμοί δουλεύουν υπερωρίες. Οι τόνοι ανεβαίνουν.
Και κάπου εκεί, η εθνική συγκίνηση συναντά την πολιτική παράνοια, η επίσημη γραμμή συγκρούεται με τα κρυφά παρασκήνια και η Ελλάδα κάνει αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα: να μετατρέπει το μεγαλείο σε φιάσκο και το φιάσκο σε γελαστικό
θέαμα.

Με αφορμή μια εξαιρετική θεατρική ιδέα, η Καρυάτιδα γίνεται μια πικρή κωμωδία, μια σάτιρα εθνικής αυτογνωσίας, ένα φαρσοκωμικό πορτρέτο μιας χώρας που μπορεί να συγκινείται βαθιά, να διχάζεται θεαματικά και να αυτοϋπονομεύεται με
αξιοζήλευτη συνέπεια — συχνά όλα μαζί, ταυτόχρονα.

Ο Γιώργος Καπουτζίδης υπογράφει ένα έργο αιχμηρό, ευφυές και απολαυστικά άβολο, που πίσω από το γέλιο αποκαλύπτει με ακρίβεια χειρουργείου τα αντανακλαστικά, τις αντιφάσεις και τα εθνικά μας σπορ.

Η Κατερίνα Μαυρογεώργη σκηνοθετεί με ρυθμό, νεύρο και απόλυτη αίσθηση του κωμικού timing μια παράσταση που προχωρά με φόρα, εκπλήξεις και αλλεπάλληλα χτυπήματα στο κέντρο της ελληνικής ψυχής.

Όμως, ο ευφυής Γιώργος Καπουτζίδης έγραψε το έργο κατόπιν παραγγελίας του Εθνικού Θεάτρου. Ανέβηκε, σημείωσε τεράστια επιτυχία και φέτος το καλοκαίρι, οι παραγωγοί σεργιανάνε την παράσταση στη χώρα σε ανοικτούς χώρους.

Ατυχώς, σχεδόν πάντα μια παράσταση σε ανοικτό χώρο υφίσταται καλλιτεχνική απώλεια ή αναγκάζεται σε μερικούς συμβιβασμούς, καθώς τα έργα που σχεδιάζονται για κλειστή αίθουσα βασίζονται σε διαφορετική αισθητική, κλίμακα και τεχνικές ισορροπίες.

Στους κλειστούς χώρους οι ηθοποιοί εκμεταλλεύονται τις ψιθυριστές εντάσεις, τις λεπτές παύσεις και την απόλυτη σιωπή του κοινού. Στα ανοιχτά θέατρα, η ανάγκη για μικροφωνική ενίσχυση ή για πιο εξωτερική/διογκωμένη ερμηνεία, συχνά, καταστρέφει την οικειότητα και τις εσωτερικές διακυμάνσεις του λόγου.

Στο κλειστό θέατρο το σκοτάδι είναι απόλυτο εργαλείο κατεύθυνσης της προσοχής. Στα θερινά θέατρα, το φυσικό φως του σούρουπου, ο περιβάλλοντας αστικός φωτισμός και η απουσία “μαύρου” ακυρώνουν τις λεπτές αντιθέσεις, τις σκιές και την ατμόσφαιρα που είχε στήσει ο φωτιστής.

 Ένα σκηνικό που λειτουργεί υποβλητικά σε μια μικρή ή μεσαία σκηνή μπορεί να δείχνει “φτωχό”, αποκομμένο ή χαμένο στον αχανή χώρο ενός ανοιχτού αμφιθεάτρου.

Και, τέλος, οι εξωτερικοί θόρυβοι και το ανοιχτό τοπίο διασπούν τη συγκέντρωση τόσο των θεατών όσο και των ηθοποιών, δυσκολεύοντας τη διατήρηση της δραματικής έντασης.

Όλα αυτά πρέπει να ειπωθούν χωρίς φόβο και πάθος, επειδή και η «ΚΑΡΥΑΤΙΔΑ!» του Γιώργου Καπουτζίδη δε γλυτώνει τις αρνητικές συνέπειες.

Ωστόσο, σύμφωνα με το κείμενο η έκτη Καρυάτιδα έχει επιστρέψει στην Ελλάδα, μετά από δεκαετίες αιχμαλωσίας στο Βρετανικό Μουσείο. Η επιστροφή αυτή θεωρείται ένα μοναδικό γεγονός, καθώς η Καρυάτιδα θεωρείται σύμβολο του πολιτισμού και της ιστορίας της χώρας μας. Αυτή η Καρυάτιδα συγκεντρώνει τα πλήθη θεατρόφιλων, όπου παίζεται και, μπορεί ο Καπουτζίδης να είναι ένας τηλεοπτικός πετυχημένος συγγραφέας, πασίγνωστος στο ελληνικό κοινό, αγαπητός και δικαίως δημοφιλής, με τη συγγραφή θεατρικών έργων τελευταία, καταφέρνει κάτι αξιοσημείωτο. Να σηκώσει τους θεατές από τον καναπέ τους και να τους στείλει στις θεατρικές αίθουσες.

Η έλευση σημαντικής μερίδας κοινού που δεν πηγαίνει συχνά στο θέατρο, μέσω παραστάσεων με «τηλεοπτική αισθητική» (αναγνωρίσιμοι ηθοποιοί – συγγραφείς από την τηλεόραση, γρήγοροι ρυθμοί, εύπεπτη πλοκή, σπαρταριστό χιούμορ), είναι ένα από τα πιο πολυσυζητημένα θέματα στον χώρο των παραστατικών τεχνών.

Το θέατρο απομυθοποιείται στα μάτια του κόσμου. Παύει να θεωρείται μια τέχνη ελιτίστικη για μυημένους θεατές ή οικονομικά ευκατάστατους.

Αυτό το νέο κοινό έρχεται σε επαφή με τη ζωντανή εμπειρία της σκηνής. Αυτό το πρώτο βήμα μπορεί να του ανοίξει δρόμο να αναζητήσει αργότερα πιο απαιτητικά έργα.

Εξάλλου, οι γεμάτες αίθουσες εξασφαλίζουν θέσεις εργασίας και καλύτερες αμοιβές για ηθοποιούς, τεχνικούς και λοιπούς συντελεστές παραστάσεων.

Βέβαια, οι παραγωγοί κυνηγώντας το εύκολο κέρδος, ενδέχεται να επενδύουν μόνο σε εμπορικά θεάματα, αφήνοντας χωρίς στέγη και χρηματοδότηση νέους δημιουργούς, κλασικά κείμενα ή πρωτοποριακές ομάδες.

Η τηλεοπτική αισθητική, εντέλει, λειτουργεί ως γέφυρα. Το αν αυτή η γέφυρα θα οδηγήσει σε ένα ουσιαστικό, μόνιμο κοινό ή στην εμπορευματοποίηση της τέχνης εξαρτάται από τους ίδιους τους δημιουργούς: αν χρησιμοποιήσουν την προσέλευση του κόσμου για να του δείξουν κάτι βαθύτερο, το κέρδος για το θέατρο είναι τεράστιο.

Στη συγκεκριμένη κωμωδία με σατιρική πρόθεση του Γιώργου Καπουτζίδη, η υπουργός Πολιτισμού, Αλεξάνδρα Βελλή, προετοιμάζεται για την επίσημη παρουσίασή της στους δημοσιογράφους, όμως το σχέδιο ανατρέπεται και όλα πηγαίνουν λάθος από την αδεξιότητά της. Η ανατροπή αυτή προκαλεί μια σειρά από σουρεαλιστικές καταστάσεις και κωμικές ανατροπές.

Η «Καρυάτιδα!» ακολουθεί τα βήματα από τη μια πλευρά μιας Υπουργού Πολιτισμού (Αγορίτσα Οικονόμου), ενός Πρωθυπουργού (Στέλιος Ξανθουδάκης), της συμβούλου του (Μαρία Φιλίνη), ενός αρχηγού ακροδεξιού κόμματος στην κυβέρνηση (Δρόσος Σκώτης) και από την άλλη πλευρά, ακολουθεί τη ρότα του τίμιου γραμματέα της Υπουργού (Στέλιος Ιακωβίδης ), μιας νεαρής αρχαιολόγου (Ασημίνα Αναστασοπούλου) που είναι γραμματέας της Υπουργού και ενός νεαρού που ντύνεται Καρυάτιδα (Σωτήρης Μανίκας) και ποζάρει με τους τουρίστες.

Αυτοί οι πολύ ανθρώπινοι χαρακτήρες κλείνονται σε ένα δωμάτιο και τσακώνονται για το πώς θα διαχειριστούν το θέμα μιας κατεστραμμένης Καρυάτιδας. Και αυτό που εκτυλίσσεται σ’ ένα φανταστικό δωμάτιο ενός φανταστικού υπουργείου είναι τόσο κοντά στην πραγματικότητα της Ελλάδας, που, παρά το άφθονο γέλιο στο σενάριο, καταντά σχεδόν επαχθές.

Όμως, μια πολιτική σάτιρα θεωρείται επιτυχημένη και ποιοτική όταν καταφέρνει να συνδυάσει το χιούμορ με την ουσιαστική κοινωνική και πολιτική κριτική, αποφεύγοντας τον ευτελισμό ή την απλή εμπάθεια ή τον σκόπιμο διδακτισμό.

Ξεπερνά την επιφανειακή διακωμώδηση και εστιάζει στις πολιτικές πράξεις, την υποκρισία, τις αντιφάσεις και τη δημαγωγία. Χρησιμοποιεί την ειρωνεία, την υπερβολή και την αλληγορία, για να αποκαλύψει παρασκηνιακές αλήθειες.

Η καλή σάτιρα βασίζεται σε μια βαθιά κατανόηση της επικαιρότητας και της ανθρώπινης ψυχολογίας. Το αιχμηρό αστείο στηλιτεύει διεφθαρμένες καταστάσεις, επειδή ο αποδέκτης αναγνωρίζει σε αυτό μια πυρηνική αλήθεια που συχνά δε λέγεται ανοιχτά στον δημόσιο λόγο.

Δε λειτουργεί ως κομματικό εργαλείο ή προπαγάνδα. Ακόμη κι αν ο δημιουργός έχει προσωπικές πολιτικές πεποιθήσεις, η σάτιρα οφείλει να ασκεί κριτική σε κάθε μορφή εξουσίας, ανεξαρτήτως ιδεολογικού χώρου. Ο στόχος της δεν είναι απλώς το γέλιο, αλλά η αφύπνιση, ο προβληματισμός και η αμφισβήτηση του status quo. Προκαλεί το κοινό να σκεφτεί κριτικά για τα κοινά, χωρίς όμως να καταλήγει σε στείρο μηδενισμό.

«Η Καρυάτιδα!» του Γιώργου Καπουτζίδη ευφυώς δε μένει στην επιφανειακή χαρά της επιστροφής ενός μνημείου, αλλά σχολιάζει δηκτικά τον τρόπο με τον οποίο το πολιτικό σύστημα και τα ΜΜΕ σπεύδουν να καπηλευτούν ένα εθνικό γεγονός για ψηφοθηρικούς και επικοινωνιακούς λόγους. Αποκαλύπτει την αντίφαση ανάμεσα στην επιφανειακή πρόβα «εθνικής υπερηφάνειας» και στην παρασκηνιακή μικροπολιτική σκοπιμότητα.

Η σάτιρα εδώ λειτουργεί μέσα από την αμήχανη σύγκρουση: από τη μία πλευρά το «απαστράπτον σύμβολο» του αρχαίου πολιτισμού και από την άλλη τα κωμικοτραγικά αντανακλαστικά, η προχειρότητα και η γραφειοκρατία της σύγχρονης Ελλάδας. Το φαντασιακό μεγαλείο συγκρούεται με τη νεοελληνική καθημερινότητα.

Το κέντρο βάρους της κριτικής δεν πέφτει στους απλούς πολίτες, αλλά στους μηχανισμούς εξουσίας, στους πολιτικούς που ετοιμάζουν λόγους, στα δημοσιογραφικά επιτελεία που στήνουν το «θέαμα» και στη συστηματική τάση της πολιτείας να μετατρέπει μια ιστορική στιγμή σε επικοινωνιακό φιάσκο.

Η πρόθεση του συγγραφέα δεν είναι ο μηδενισμός, αλλά ο καθρέφτης. Το κοινό γελά με τις οικείες παθογένειες, αναγνωρίζοντας ότι η τάση να αυτοϋπονομευόμαστε ως χώρα είναι σχεδόν «εθνικό σπορ».

Παρόλο που το έργο γέρνει δραματουργικά προς τηλεοπτική κωμωδία καταστάσεων, η σκηνοθέτρια Κατερίνα Μαυρογεώργη δημιουργεί το κατάλληλο πλαίσιο και σκηνοθετεί εύστοχα μία σατιρική κωμωδία, δίνοντας τη δυνατότητα στους ηθοποιούς να αναδείξουν το ταλέντο τους.

Η υποκριτική ομάδα συνθέτει ένα άρτιο σύνολο και δίνει την αίσθηση ενός πλήρως ενορχηστρωμένου θεατρικού σχήματος δίνοντας επί σκηνής τον καλύτερό της εαυτό.

Η μοναδική Αγορίτσα Οικονόμου είναι απολαυστική στον ρόλο της υπουργού Πολιτισμού, Αλεξάνδρας Βελλή, ενώ με τον ξεχωριστό Στέλιο Ιακωβίδη, συνθέτουν ένα ταιριαστό και εξαιρετικά κωμικό δίδυμο. Στον ρόλο του βοηθού της Υπουργού Πολιτισμού, τον Παναγιώτη, αποκαλύπτει με ευφυή και θαυμάσιο τρόπο όλες τις αδυναμίες και τις παθογένειες που διατρέχουν το πολιτικό πλαίσιο, ιδίως όταν αυτό καλείται να διαχειριστεί μια τόσο σοβαρή και ευαίσθητη θεσμική θέση.

Ακολουθούν όλοι οι καλοί ηθοποιοί που στελεχώνουν τον θίασο, ως μια πηγή αβίαστου γέλιου με τον άψογο συγχρονισμό τους, τη χημεία που γεννά η καλή συνεργασία, το συνταίριασμα στους τόνους και στο ύφος που απαιτεί το κείμενο.

Τα σκηνικά της Άρτεμης Φλέσσα και τα κοστούμια της Ιφιγένειας Νταουντάκη, εξυπηρετούν τη δράση και την περιοδεία του έργου.

Η μουσική του Larry Gus γεμίζει την παράσταση με ενέργεια και σύγχρονο παλμό. Συνδέει παρελθόν και παρόν με παιχνιδιάρικη διάθεση.

Η Σοφία Πάσχου στη κίνηση προσέδωσε στο θίασο ρυθμό, αρμονία και ένα αίσθημα ελευθερίας, που παρασύρει και το κοινό.

Τέλος, η Βάσια Ατταριάν σχεδίασε τους φωτισμούς σύμφωνα με τις σκηνοθετικές οδηγίες.

«Με αυτήν εδώ βγάζεις είκοσι χιλιάδες κομματάκια! Να μου την έδιναν εμένα, ξέρεις πόσα λεφτά θα μπορούσα να βγάλω που έσπασε; 
Μα αυτή είναι ανεκτίμητη!
Τι ανεκτίμητη βρε κορίτσι μου!; Για ποιόν; Για εσένα; Ρώτα όποιον θέλεις εδώ έξω! Τι θα προτιμούσε μέσα στο σπίτι του; Αυτό το ερείπιο ή πενήντα χιλιάδες ευρώ; Βάζω στοίχημα οτι όλοι θα παίρναν τα λεφτά! 
Εγώ όχι! 
Εσύ είσαι χαζή!» 

Έξυπνη και ιδιαίτερα αστεία είναι η συμμετοχή στο τέλος της παράστασης μέσω προβολής βίντεο του ίδιου του Γιώργου Καπουτζίδη, πλάι στον Αλέξη Κωστάλα, ο οποίος καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης δανείζει τη φωνή του στα ηχητικά μηνύματα που ακούγονται, προσθέτοντας μια έξτρα δόση χιούμορ και αυτοσαρκασμού.

Εν πολλοίς, πρόκειται για μια ευθύβολη -γιατί όχι μαύρη- κωμωδία, σαρκαστική και καυστική, αφιερωμένη στην ιστορικά εγνωσμένη ικανότητα του τόπου μας να μπλέκει σε κωμικοτραγικές καταστάσεις, ένα κείμενο που ξεχειλίζει σπιρτάδα, στοχευμένη κριτική και μπόλικο χιούμορ με την υπογραφή του ευφυούς Γιώργου Καπουτζίδη.

Συντελεστές

Κείμενο: Γιώργος Καπουτζίδης
Σκηνοθεσία: Κατερίνα Μαυρογεώργη
Σύμβουλος δραματουργίας-Καλλιτεχνικός συνεργάτης: Αντώνης Αντωνόπουλος
Σκηνικά: Άρτεμις Φλέσσα
Κοστούμια: Ιφιγένεια Νταουντάκη
Μουσική: Larry Gus
Κίνηση: Σοφία Πάσχου
Φωτισμοί: Βάσια Ατταριάν
Σχεδιασμός βίντεο: Τάσος Γκολέτσος
Δραματολόγος παράστασης: Βιβή Σπαθούλα
Βοηθός σκηνοθέτιδος: Σοφία Σταθάτου
Βοηθός σκηνογράφου: Αγγελική Βασιλοπούλου-Καμπίτση
Βοηθός φωτίστριας: Σεραφείμ Ράδης
Βοηθός ενδυματολόγου: Αλεξάνδρα – Αναστασία Φτούλη
Β βοηθός σκηνοθέτιδος: Κορίνα Βεζυργιάννη
Σχεδιασμός κομμώσεων: Κωνσταντίνος Κολιούσης
Σχεδιασμός μακιγιάζ: Olga Faleichyk
Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή

Παίζουν (με αλφαβητική σειρά): Ασημίνα Αναστασοπούλου, Στέλιος Ιακωβίδης, Στέλιος Ξανθουδάκης, Αγορίτσα Οικονόμου, Δρόσος Σκώτης, Σταμάτης Φακορέλης, Μαρία Φιλίνη

Η παράσταση «Η Καρυάτιδα!» είχε παρουσιαστεί από το Εθνικό Θέατρο για πρώτη φορά
την περίοδο 2024-2025 και σε επανάληψη την περίοδο 2025-2026.
Η νέα παράσταση που βγαίνει σε καλοκαιρινή περιοδεία το 2026 πραγματοποιείται σε
συνεργασία της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ARK PRODUCTIONS E.E. και του Εθνικού Θεάτρου.

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα