Πολιτισμός
Θανάση Τριαρίδη «Έγκλημα και τιμωρία» από το ΚΘΒΕ
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
Βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι και σε εμπνευσμένη σκηνοθεσία Νικαίτης Κοντούρη, ανέβηκε στη Μονή Λαζαριστών μια υψηλής αισθητικής παράσταση, με μια μυστηριώδη ιστορία, μοναδική και καθηλωτική και σε μια ιδιαίτερη συνθήκη πολλαπλής ανάγνωσης
Το «Έγκλημα και Τιμωρία» έχει μεταφραστεί αμέτρητες φορές στη γλώσσα μας, ενώ το ήδη μεταφρασμένο κείμενο έτυχε αρκετών διασκευών. Το έργο αυτό, με την αφάνταστη εξέλιξη σ’ όλους τους τομείς του Πνεύματος και της Τέχνης, εξακολουθεί να παραμένει κλασικό και ανυπέρβλητο πρότυπο του ψυχολογικού μυθιστορήματος.
Μεταφρασμένο και διασκευασμένο εδώ από τον Θανάση Τριαρίδη, με προσωπικές του προσθήκες, αποδίδει όλη την ατμόσφαιρα και τη ζεστασιά του πρωτοτύπου.
Οι ήρωες του έργου: ο δαιμονικός Ρασκόλνικωφ, ο τραγικός Μαρμελάντωφ, η μαρτυρική Σόνια, η βασανισμένη Πουλχερία Αλεξάντροβνα, ο σατανικός ΠορφύριοςΠετρόβιτς, η υπέροχη Ντούνια Ρομάνοβνα, ο λάγνος Σβιντριγκάιλοφ, όλοι αιώνιοι ανθρώπινοι τύποι, στέκονται μπροστά μας, είτε έξαλλοι είτε θλιμμένοι είτε σαρκαστικοί.
Ο Θανάσης Τριαρίδης καινοτομεί και τοποθετεί στη σκηνή και τον ίδιο τον συγγραφέα.
Στην παράσταση που υπογράφει η διακεκριμένη σκηνοθέτις Νικαίτη Κοντούρη, με τη συνεπικουρία του έμπειρου Γιάννη Παρασκευόπουλου, ο κόσμος του Ντοστογιέφσκι συναντά τον όλεθρο του Ολοκαυτώματος.
Ένα νεαρός φοιτητής της Νομικής και επίδοξος συγγραφέας, στην Αγία Πετρούπολη του 1865, ο Ροντιόν Ρασκόλνικωφ, δολοφονεί με μπαλτά την γριά τοκογλύφο Αλιόνα Ιβάνοβνα – λογαριάζοντας την ως «μία ψείρα» που πρέπει να εξαλειφθεί από την ηθικό ορίζοντα της ανθρωπότητας. Καθώς δεν υπάρχουν στοιχεία για την ενοχή του, ο αστυνόμος Πορφύριος Πέτροβιτς προσπαθεί να τον πιέσει ψυχολογικά ώστε να οδηγηθεί στην ομολογία. Η Σόνια, η Διάφανη Πόρνη, έρχεται να αγαπήσει τον εφιάλτη του Ροντιόν – για να τον πάρει μέσα της και να τον μετασχηματίσει σε αγάπη. Ο Αρκάντι Σβιντριγκάιλοφ ενσαρκώνει το κυνικό κακό που κατισχύει, η Ντούνια, η αδελφή του Ρόντια, θύμα του Αρκάντι, ανασυστήνει την θυσιαστική αγάπη. Πού βρίσκεται η φύση των ανθρώπων – στον αρχέγονο φόνο ή στην επινοημένη ηθική; Υπάρχει Θεός ή όλα επιτρέπονται; Γιατί ο Ροντιόν βλέπει στο όνειρό του τους θαλάμους αερίων του Άουσβιτς; Γιατί οι άντρες σκοτώνουν και οι γυναίκες σώζουν; Και με ποια διαδρομή η Πουλχερία Ρασκολνίκοβα, η μητέρα του Ροντιόν, δίνει μια προσωπική διέξοδο στην ανθρώπινη τραγωδία που απλώνεται δίχως όρια στην συνθήκη της νεωτερικότητας;
Δημοσιευμένο από τον Φιόντορ Ντοστογιέφσκι στα 1866, το «Έγκλημα και Τιμωρία» θεωρείται το κορυφαίο μυθιστόρημα του παγκόσμιου πολιτισμού, το σημείο μηδέν της ανθρώπινης πνευματικότητας. Στον Ρασκόλνικωφ συναντιούνται ο Χριστός με τον Διάβολο, ο Άμλετ με τον Υπεράνθρωπο, ο Δον Ζουάν με τον Γκρέγκορ Σάμσα. Στην Σόνια περιέχεται όλη η χαμένη ανθρωπότητα που σφαγιάστηκε χωρίς ελπίδα, που κλείστηκε μέσα σε θαλάμους αερίων, που έγινε καπνός σε καμινάδες κρεματορίων κι όμως, πέρα από κάθε λογική προσδοκία, γυρεύει να δικαιωθεί όχι δια της εκδίκησης αλλά με την αγάπη.
Στη θεατρική μεταφορά του Θανάση Τριαρίδη η δράση συναιρείται σε οχτώ πρόσωπα, ενώ στη σκηνή βρίσκεται και ο ίδιος ο Ντοστογιέφσκι, ως ένας από τους πρωταγωνιστές του εφιαλτικού σύμπαντος. Μέσα στο έργο ανακαλείται προφανώς ο Άμλετ (ως συνδεόμενο όριο με τον Ρασκόλνικωφ), η Κόλαση του Δάντη, ο Νίτσε, ο Φρόιντ και ο Κάφκα (που ορίζουν την εποχή του Χάους, συνεπώς και κάθε σύγχρονη ανάγνωση του κόσμου πριν από αυτήν).
Στον τρόπο που η Πουλχερία γίνεται δραματουργικά το πρόσωπο-κλειδί του έργου, προφανώς, αντανακλάται η κοσμοθεωρία του Αντρέι Ταρκόφσκι που στις ταινίες του καταπιάστηκε με την πολιτική και τον Χριστιανισμό, την επιστημονική φαντασία και τη μεταφυσική, φτιάχνοντας ένα ολόκληρο σύμπαν εικόνων, στοχασμού και ποίησης.
Τέλος, στα όνειρα του Ρασκόλνικωφ και της Σόνιας γίνεται η σύνδεση που χαρακτηρίζει όλη την δραματουργία του Τριαρίδη: Οι Θάλαμοι Αερίων του Άουσβιτς εισβάλλουν κυρίαρχοι, ως διαρκής εφιάλτης του μέλλοντος. Σύμφωνα με την πάγια θέση του Τριαρίδη, μετά το Άουσβιτς δεν μπορούν να υπάρξουν οι μεγάλες καταστατικές αφηγήσεις της ανθρωπότητας, δίχως να το συμπεριλάβουν στο πλέγμα τους.
Η σκηνοθέτιδα Νικαίτη Κοντούρη γράφει στο σημείωμά της: «κανένας συγγραφέας δεν ωθεί τους ήρωές του στην άκρη των εσωτερικών γκρεμών τους, σαν τον Ντοστογιέφσκι. Έμπλεοι πάθους, οργής, συναισθηματικής ταραχής και ψυχικού βρασμού, εμμονικής πίστης και υπέρτατης ανάγκης για Δικαιοσύνη, αποδέκτες μιας σκληρής καθημερινότητας, γεμάτης καταστολή και τρόμο, φοβισμένοι και σπάνια ελεύθεροι, οι χαρακτήρες του εμβληματικού συγγραφέα συναντούν τον συμπαγή ιδεολογικό κόσμο του Θανάση Τριαρίδη και μεταλλάσσονται σε θυσιαστικούς αμνούς της τραγωδίας του ανθρώπου».
Η ομορφιά και η γοητεία στο έργο του Ντοστογιέφσκι έγκειται κυρίως στην αληθινή και ειλικρινή απεικόνιση της ανθρώπινης ψυχολογίας. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Ζωγραφίζεται, επίσης, μια πιστή εικόνα των διαφορετικών τάξεων της ρωσικής κοινωνίας. Τα δύο στοιχεία συνδυασμένα παράγουν τόσο ρεαλιστικές ιστορίες, ώστε ξεπερνούν τη μυθοπλασία.
Η υπόθεση διαδραματίζεται στην Αγία Πετρούπολη και η κύρια πλοκή περιστρέφεται γύρω από το διπλό φονικό που διαπράχθηκε από τον πρωταγωνιστή Ρασκόλνικωφ. Ο ίδιος χαρακτηρίζεται ως περήφανος και εγωιστής άνθρωπος, με ιδιαίτερες ιδέες για την ηθική. Από τη μια δικαιολογεί τον εαυτό του για τη διάπραξη του εγκλήματος, λέγοντας ότι το θύμα – γυναίκα τοκογλύφος- είναι άτομο χωρίς αξία, αλλά από την άλλη επιβαρύνεται με ενοχές. Οι αντικρουόμενες ιδέες του τον βασανίζουν συνεχώς.
Είναι εκπληκτικό το πως ο Ντοστογιέφσκι διεισδύει στο διαταραγμένο μυαλό. Το μαρτύριο που περνά ο ήρωάς του κατά τον σχεδιασμό, τη στιγμή της διάπραξης του φόνου και στο μετά, απεικονίζεται με τέτοια ακρίβεια που, αν και δε μπορεί κανείς να τον συγχωρήσει για το έγκλημα που έχει διαπράξει, είναι δύσκολο να μη τον λυπηθεί.
Το ΚΘΒΕ με μια επιμελημένη, υψηλής αισθητικής, έξοχα μεθοδική, σχεδόν επιστημονική δουλειά μιας ολόκληρης ομάδας ανθρώπων πάνω και κάτω από τη σκηνή, με ηνίοχο την σκηνοθέτρια Νικαίτη Κοντούρη, μας ανοίγει πόρτες σε μια κοινωνία που τα πάντα μένουν ατιμώρητα, επειδή ο ταπεινής καταγωγής Ρασκόλνικωφ δημιουργεί μια δική του κοσμοθεωρία: οι άνθρωποι χωρίζονται σε δύο κατηγορίες, τους απλούς και τους υπεράνθρωπους. Οι δεύτεροι και «εκλεκτοί» έχουν έρθει στον κόσμο για να τον προάγουν, άρα κάθε έγκλημά τους συγχωρείται. Κατηγορία, όπου ανήκει και ο ίδιος και μετά τη δολοφονία δύο προσώπων, η τιμωρία του, πέρα από τις κοινές που επιβάλλονται από τον πειθαρχικό κώδικα, είναι βαθύτερη.
Ακολουθεί μια πορεία παραληρηματικής αποσύνδεσης του Ρασκόλνικωφ από τον εαυτό του, μια ψυχολογική αποδιοργάνωση (με τον συγγραφέα παρόντα), ο οποίος θύτης και θύμα συγχρόνως, προβάλλει την υπαρξιακή του αγωνία σε έναν κόσμο ζοφερό και θέτει το εσώψυχό του πρόβλημα προς επίρρωση των λόγων του.
Η σκηνοθέτις Νικαίτη Κοντούρη, με οδηγό την άποψη Τριαρίδη που εστιάζει στο δίπολο Καλό-Κακό κάνοντας το προσφιλές του περπάτημα στον ναζισμό και στο Ολοκαύτωμα, εξετάζει τον ανθρώπινο χαρακτήρα, τον ψυχισμό, την επιλογή του λάθους και του σωστού, το πού μπορούν να μας οδηγήσουν οι επιλογές μας: παράνοια, ενοχές, γαλήνη, ηρεμία και προβληματισμοί. Πόσο μακριά μπορεί να φτάσει ο καθένας και πόσο μπορεί να αντέξει;
Η παράσταση βρίθει ευρημάτων, υπαινιγμών, πολλαπλών επιπέδων ανάγνωσης από το κοινό. Σταχυολόγησα μερικά πνευματώδη σκηνοθετικά διαμάντια. Στη συνομιλία Ρασκόλνικωφ με τον αγαπημένο του φίλο Ραζουμίχιν, σε μια άκρη της σκηνής ένας «Δάμων» συναγελαζόταν χαριτολογώντας με έναν «Φιντία», ενώ στην αντίστοιχη εγκάρδια συνομιλία της μάνας Πουλχερίας με την πόρνη Σόνια, δυο κοπέλες απέναντί τους, φρόντιζε η μια την άλλη.
Ακόμη, συγκλονιστική η σκηνή του νανουρίσματος της Σόνιας, καθώς τραγουδά σπαραξικάρδια (…κι αν έχεις χέρια τρομερά για να κρατάς μαχαίρι, για να λιανίζεις τους λαιμούς και να σκορπάς το αίμα), στο αχνοφώτιστο φόντο – θέατρο σκιών, οι γυμνοί μελλοθάνατοι του Άουσβιτς οδηγούνται στο κρεματόριο.
Θα προσθέσω και την ανατριχιαστική σκηνή του θανάτου της Πουλχερίας, έξοχο δάνειο από αρχαία ελληνική τραγωδία, εκπληκτική σύλληψη και εκτέλεση ιδέας από τη σκηνοθέτιδα.
Πολλή δουλειά και από την ίδια και από τους συνεργάτες της, βαθιά μελέτη στο έργο του Ντοστογιέφσκι, ενδελεχής ανάλυση της ψυχοσύνθεσης του ήρωα, καθοδήγηση του καστ στη σωστή οδό ερμηνείας των ιδιαίτερων χαρακτήρων και μια ιδανική διανομή ρόλων.
Πορφύριος Πετρόβιτς: μια εντυπωσιακής ακρίβειας, με σωστά υλικά δομημένη ερμηνεία, από έναν στιβαρό και χαρισματικό Χρίστο Στυλιανού. Ο Αστυνόμος γίνεται εμμονικός με την ανακάλυψη του ενόχου. Δουλεύει, παλεύει, αυτοκυριαρχείται αλλά και φοβάται μην του ξεφύγει ο ένοχος, και φοβίζει. Απειλεί ευθέως τους ανθρώπους που ανακρίνει στο γραφείο του. Ξέρει ότι τα θύματα ήταν «παράσιτα», αλλά θεωρεί αποστολή του να επιβάλλει την τάξη. Φτάνει στα άκρα προκειμένου να αναγκάσει τον Ρασκόλνικωφ να ομολογήσει. Τάζει λεφτά μέχρι στον ίδιο τον Ντοστογιέφσκι, που ένα έξυπνο εύρημα του Τριαρίδη τον φέρνει επί σκηνής να παρακολουθεί τις ανακρίσεις του Αστυνόμου, βοηθώντας τον να αποσπάσει την ομολογία του ενόχου.
Ροντιόν Ρασκόλνικωφ: Σωτήρας -όπως τον βλέπουν οι τρεις γυναίκες της ζωής του- ή σαλεμένος μεγαλομανής; Οξείας αντίληψης άνδρας , προικισμένο μυαλό και μεγάθυμος, που σκοτώνει για να κάνει καλό στον κόσμο ή ιδεοληπτικός κι άλλος ένας εγκληματίας ανάμεσα στους τόσους;
Ο φοιτητής που μεγάλωσε μέσα σε τρομαχτική στέρηση, οικονομική, δικαιωμάτων κι αξιοπρέπειας στη ζωή, φτάνει να πιστεύει ότι δικαιούται να εγκληματήσει κατά του απροκάλυπτα κακού. Είναι κυνικός. Αδιαπέραστος. Άκαμπτος στις ανακρίσεις του Αστυνόμου. Μέχρι τη στιγμή που λυγίζει.
Τότε αρχίζει η αγωνιώδης κατάδυση στα μύχια της ψυχής του. Ο Ντοστογιέφσκι δεν έγραψε το έργο για να περιγράψει απλώς την αθλιότητα που έβλεπε ο Ρασκόλνικωφ γύρω του, αλλά για να καταγράψει τις σκοτεινές διαδρομές του μυαλού του, μετά τη συνειδητοποίηση της ενοχής του.
Ο νεαρός Δημήτρης – Τάρικ Ελ Φλάιτι μάς δίνει έναν Ρασκόλνικωφ πειστικό, μέσα από μια σειρά παραδοξότητες. Εμφανίζεται αψύς, αλλά και ταραγμένος. Σπλαχνικός και βίαιος. Καλός και κακός. Λογικός και τρελός. Θαρραλέος και φοβισμένος. Μας αφήνει να δούμε τις ψυχικές μεταπτώσεις ενός ανθρώπου που περνάει από τον κυνισμό στον οποίο τον εξωθεί η επιβίωση, στα όρια της τρέλας, αλλά και στη μεταμέλεια.
Η Σόνια τη Ελίζας Χαραλαμπογιάννη είναι η πόρνη με την αμόλυντη καρδιά, που δαιμονίζει το μυαλό του Ροντιόν. Η πορνεία και η εξαθλίωση δεν αλλοιώνουν την παιδική της ματιά στον δύσκολο κόσμο που την περιβάλλει. Με ανεξάντλητη τρυφερότητα και πίστη στο καλό στέκεται απέναντι σε όλους. Από τους βίαιους ανθρώπους του πεζοδρομίου μέχρι τον Ρασκόλνικωφ, του οποίου αποτελεί την προσωπική του ρωγμή, δίνοντάς του την ευκαιρία να καταλάβει πως μόνο μέσα από την καταβύθιση στα υπόγεια της ύπαρξής του μπορεί να αποδεχθεί την τιμωρία και να βιώσει την εν ζωή ανάσταση. Καθόλου τυχαίο που η αγαπημένη «Ανάσταση» της Σόνια στην Αγία Γραφή είναι αυτή του Λαζάρου και όχι του Χριστού.
Σημαντική, μεστή και συγκινητική η ερμηνεία της σπουδαίας Έφης Σταμούλη, ως Πουλχερία – μάνα. Πονάει, υποφέρει, πιστεύει στην αθωότητα του γιου της, εκλιπαρεί τον αστυνομικό για την απαλλαγή του από τη κατηγορία του φονιά, μα μεταλλάσσεται σε λέαινα όταν μαθαίνει την αλήθεια. Σπαρακτική, ανθρώπινη, αληθινή. Καθηλώνει την αιθουσα με την υποκριτική της δεινότητα.
Ο Στέλιος Καλαϊτζής είναι ο Σβιντριγκάιλοφ σε μια ερμηνεία χειμαρρώδη, πολυεπίπεδη. Κυνικός άντρας, έκφυλος και θρασύς που βιάζει, σκοτώνει την πλούσια γυναίκα που παντρεύτηκε κι ανερυθρίαστα εκβιάζει. Δεν έχει ηθικούς φραγμούς ούτε ενοχές. Είναι απεχθής, χαμερπής και μόνος, ως την ώρα που δίνει τέλος στη ζωή του. Πραγματικά, άξιος θαυμασμού ο έμπειρος ηθοποιός.
Ερμηνευτικά ακριβής ο Δημήτρης Φουρλής, ως χαρισματικός αλλά και νευρωτικός Ντοστογιέφσκι.
Υποθέτω ότι τον Τριαρίδη απασχόλησε η εσωτερική ομιλία του Ρασκόλνικωφ, η οποία περιέχει ερωτήσεις προς αόρατους συνομιλητές, τις πιθανές απαντήσεις τους και τη διαμάχη που προκύπτει μεταξύ τους. Ο ήρωας στο κείμενο, συνήθως, απευθύνεται στους «εσωτερικούς» αντιπάλους του ανεπίσημα και πολύ επιπόλαια. Ένας ακόμη λόγος που ισχυροποιεί τη θέση του συγγραφέα στη σκηνή.
Πολύ ενδιαφέρουσα και η παρουσία του Δημήτρη Καυκά, ως Ραζουμίχιν.
Θαυμάσιο ανσάμπλ οι ηθοποιοί που ενσωματώνονται στη δραση και υποκρίνονται με στρατιωτική πειθαρχία στους επί μέρους ρόλους. Δημιουργούν μια εικαστική πανδαισία με την κίνησή τους και τη διάταξή τους σε ολόκληρο το εύρος της σκηνής.
Η διασκευή του Θανάση Τριαρίδη σταματά τη στιγμή που ο Ρασκόλνικωφ αποφασίζει να αναλάβει την ευθύνη της πράξης του και να κάνει το «πέραν της λογικής» άλμα στην πίστη.
Η Νικαίτη Κοντούρη επιχειρεί «ανέγερση οικοδομήματος» με υψηλό βαθμό δυσκολίας. Επεξεργάζεται -μαζί με τον Γιάννη Παρασκευόπουλο – δραματουργικά το μεστό κείμενο του Τριαρίδη και ενορχηστρώνει τους βασικούς χαρακτήρες του έργου με τρόπο τέτοιο, ώστε δεν υπάρχει νοηματικό κενό στην εξέλιξη. Παράλληλα, αξιοποιεί εύστροφα το σύνολο και μας χαρίζει εικόνες κινηματογραφικές.
Ακροβατώντας πάνω σε εξαιρετικά αμφίρροπες γέφυρες, πραγματεύεται τον γρίφο: τι μπορεί να σημαίνει μία πράξη αυτοδικίας σήμερα και πόσο νομιμοποιείται κάποιος να αυτοδικήσει προκειμένου να εξυγιάνει μία ολόκληρη κοινωνία, αλλά και πόσο μπορεί να επιτευχθεί μία εν ζωή ανάσταση;
Πάμπολλοι οι συμβολισμοί και οι ιδεολογικές προεκτάσεις του έργου. Αρκεί να παρατηρήσει κανείς το επιβλητικό σκηνικό της Ευαγγελίας Κιρκινέ, ένα άχρονο τοπίο γκρίζο, φονικό, του πάγου, με σιδερένιες σκάρες στο δάπεδο και στο φόντο της σκηνής να δεσπόζουν τεράστια μουντά πετάματα που, όταν ανάβει φως πίσω τους, μετατρέπονται σε θέατρο σκιών με συνταρακτικές δράσεις. Τα κοστούμια της, σε μιλιταριστικό στιλ, συμπληρώνουν το δυστοπικό τοπίο όπου κινούνται οι άνθρωποι ζυγίζοντας τα βήματά τους, αναλόγως τη βαρύτητα των λόγων τους.
Όλα μοιάζουν υγρά και σκοτεινά. Οι φωτισμοί της Μελίνας Μάσχα εντείνουν αυτήν την ατμόσφαιρα, ενώ οι διακριτικοί αλλά πανταχού παρόντες ήχοι του Μάνου Μυλωνάκη, συντελούν ακόμη περισσότερο στο αρμονικό τελικό αποτέλεσμα.
Νευραλγική και ιδιαιτέρως βοηθητική στην αφηγηματική ροή η συμμετοχή του τραγουδιού του Γιάννη Αγγελάκα, σε δικούς του στίχους και με τον ιδιαίτερο τρόπο ερμηνείας του. Την υπέροχη μουσική που ντύνει την παράσταση υπογράφει ο νέος συνθέτης Μάνος Μυλωνάκης.
Πρόκειται για ένα έργο πολυπρόσωπο, πολύπλευρο από τη φύση του αλλά και πολύπλευρα ιδωμένο, που θα σταθεί αφορμή να εμβαθύνετε όσο επιθυμείτε στις συνθήκες και τους λόγους που το δημιούργησαν -τότε και τώρα.
Φέρει χαρακτηρισμούς όπως: αστυνομικό-ψυχογραφικό-φιλοσοφικό έργο, που στο τέλος του το κοινό θεωρεί τους χαρακτήρες οικεία πρόσωπα και οι ιδέες του ήρωα, θα στροβιλίζονται για καιρό στο μυαλό των θεατών, μετά την αυλαία.
Θα ήταν ευχής έργον, αυτή η σημαντική δουλειά να περιόδευε τη χώρα το καλοκαίρι. Τη φαντάζομαι στο αρχαίο θέατρο Φιλίππων να την επευφημεί το κοινό όρθιο στο κοίλο.
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Πρωτότυπη Θεατρική Μεταφορά: Θανάσης Τριαρίδης
Σκηνοθεσία: Νικαίτη Κοντούρη
Συνεργάτης Σκηνοθέτης: Γιάννης Παρασκευόπουλος
Κοστούμια- Σκηνικά: Ευαγγελία Κιρκινέ
Μουσική: Μάνος Μυλωνάκης
Τραγούδι παράστασης: Γιάννης Αγγελάκας
Χορογραφία: Τάσος Παπαδόπουλος
Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα
Βοηθός σκηνογράφου- ενδυματολόγου: Σόνια Καϊτατζή
Οργάνωση παραγωγής: Αθανασία Ανδρώνη
Φωτογραφίες: MikeRafail | Thatlongblackcloud
Διανομή:
Δημήτρης – Τάρικ Ελ Φλάιτι (Ρασκόλνικωφ), Ελίζα Χαραλαμπογιάννη (Σόνια), Φανή Καλογήρου Βαλτή (Ντούνια), Χρίστος Στυλιανού (Πορφύριος), Στέλιος Καλαϊτζής (Σβιντριγκάιλοφ), Δημήτρης Φουρλής (Ντοστογιέφσκι), Δημήτρης Καυκάς (Ντιμίτρι Ραζουμίχιν), Έφη Σταμούλη (Πουλχερία)
Φίλοι, Κατάδικοι, Θαμώνες Ταβέρνας, Κλώνοι των Ηρωίδων και των Ηρώων:
Λίλη Αδρασκέλα, Αγγελική Κιντώνη, Νίκος Κουσούλης, Εύη Κουταλιανού, Τίτος Μακρυγιάννης, Φαμπρίτσιο Μούτσο, Χριστίνα Μπακαστάθη, Γιάννης Παρασκευόπουλος, Μαρία Νεφέλη Παρασκευοπούλου, Νίκος Τσολερίδης, Στέλιος Χρυσαφίδης
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Μπορεί να σας ενδιαφέρουν
Πολιτισμός
«ΠΕΡΣΕΣ» του Αισχύλου στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων
Η εμβληματική τραγωδία «ΠΕΡΣΕΣ» του Αισχύλου, που έγινε SOLD OUT στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη, έρχεται στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, το Σάββατο 22 και την Κυριακή 23 Αυγούστου 2026
Στην παράσταση πρωταγωνιστούν οι: Μαρία Ναυπλιώτου, Δημήτρης Καταλειφός, Αναστάσης Ροϊλός και Σταύρος Σβήγκος, πλαισιωμένοι από έναν δυναμικό 18μελή Χορό.
Οι «Πέρσες» αποτελούν το αρχαιότερο σωζόμενο ολοκληρωμένο έργο της αρχαίας ελληνικής δραματουργίας και ταυτόχρονα την πρώτη θεατρική καταγραφή ιστορικών γεγονότων. Ο Αισχύλος, αυτόπτης μάρτυρας της Ναυμαχίας της Σαλαμίνας, δημιουργεί ένα «σκηνικό ρεπορτάζ» πολέμου, μόλις οκτώ χρόνια μετά την καταστροφή.
Ο Χρήστος Θεοδωρίδης προσεγγίζει το έργο ως μια βαθιά αντιπολεμική κραυγή, συνεχίζοντας τη σκηνοθετική του πορεία πάνω σε πολιτικά φορτισμένα και καίρια σύγχρονα ζητήματα.
«Αχ, μια φορά πόσο μεγάλη και γλυκιά ήταν στ’ αλήθεια η ζωή μας…»
Είκοσι δύο άνθρωποι περιμένουν τα νέα μιας συντελεσμένης καταστροφής. Όταν ο αγγελιοφόρος επιστρέφει από το μέτωπο, ο λόγος του δίνει μορφή στον φόβο: η απώλεια είναι απόλυτη. Το σώμα και η σκέψη παραλύουν. Καμία πράξη δεν μοιάζει δυνατή. Μόνο ο θρήνος απομένει.
«Αχ, αχ, μιλάς για των δικών μας τα σώματα…»
Ο θρήνος γίνεται συλλογικός, επίμονος, αδιαπραγμάτευτος. Για τους νεκρούς. Για το παρελθόν που χάθηκε. Για το μέλλον που βυθίστηκε μαζί τους.
«Τώρα πάει του βασιλιά μας η εξουσία…»
Στο επίκεντρο της παράστασης βρίσκεται ο άνθρωπος απέναντι στην απώλεια. Η «τραγωδία των ηττημένων» ανοίγει έναν διαχρονικό διάλογο: οι ηττημένοι δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν, αλλά σε κάθε εποχή, σε κάθε πλευρά. Τα ονόματα που αναζητά ο Χορός είναι τα ονόματα όλων όσοι χάθηκαν και συνεχίζουν να χάνονται στους πολέμους του κόσμου…
Είκοσι δύο ηθοποιοί, σε μια σκηνή σχεδόν γυμνή, συγκροτούν έναν Χορό-πρωταγωνιστή. Με εργαλεία τον λόγο, την κίνηση και τη μουσική, αποτυπώνουν το συλλογικό τραύμα μιας κοινωνίας που στέκεται μουδιασμένη μπροστά στην καταστροφή.
«Τόσοι άνθρωποι, να ξέρεις, ποτέ δεν χάθηκαν σε μία και μόνο μέρα…»
Μια παράσταση που στοχάζεται πάνω στη μνήμη και την ήττα, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την ακατάλυτη ανθρώπινη ανάγκη για δημοκρατία και δικαιοσύνη, μέσα σε έναν κόσμο που ολοένα και θεμελιώνει την εξουσία και την άκριτη υποταγή!
Διανομή:
Άτοσσα: Ναυπλιώτου Μαρία
Δαρείος: Καταλειφός Δημήτρης
Ξέρξης: Ροϊλός Αναστάσης
Αγγελιοφόρος: Σβήγκος Σταύρος
Χορός (αλφαβητικά): Αλεξανδρόπουλος Πάρης, Δεληθανάση Αγγελική, Δερμεντζίδης Κρητικός Γιώργος, Εξακοΐδης Γιώργος , Θεμελή Ξένια,
Κισσανδράκης Γιώργος, Κωνσταντινίδης Γιώργος, Μακρής Ντένης,
Μανδρινός Δημήτρης, Μανωλάς Νίκος, Πατερμαλή Αγγελική,
Πίττα Τατιάνα- Άννα, Σακελλαριάδη Πέννυ, Σωτηροπούλου Σαββίνα
Τρυφουλτσάνης Βασίλης, Τσαλίκης Βασίλης , Φύτρος Σαμψών
Συντελεστές:
Μετάφραση: Παναγιώτης Μουλλάς
Σκηνοθεσία: Χρήστος Θεοδωρίδης
Δραματουργική επεξεργασία: Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου, Παύλος Σούλης, Χρήστος Θεοδωρίδης
Φωτισμοί: Ιωάννα Αθανασίου –Τάσος Παλαιορούτας
Μουσική: Jeph Vanger
Χορογραφία – Κίνηση: Ξένια Θεμελή
Επιστημονικός σύμβουλος: Παύλος Σούλης
Βοηθός σκηνοθέτη: Ιάσονας Ασημακόπουλος
Βοηθός χορογράφου: Ελίνα Παντελεμίδου
Social Media – Διαφήμιση: Renegade Media
Graphic Design – Photography: Mike Rafail
Οργάνωση παραγωγής: Λαμπρίνα Καραγιαννίδου
Παραγωγή: Marossoulis Productions
Διάρκεια : 1.45΄
Ώρα έναρξης : 9. 00 μμ
Προπώληση : more.com
https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/summer/perses-periodeia
Πολιτισμός
«Τρωάδες» του Ευριπίδη στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων
Το Εθνικό Θέατρο παρουσιάζει στις 29 Αυγούστου, στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, τις Τρωάδες του Ευριπίδη, σε μετάφραση Γιάννη Τσαρούχη και διασκευή—σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου. Το κατεξοχήν ανθρωποκεντρικό έργο του μεγάλου τραγικού ποιητή ζωντανεύει στην πρώτη επιδαύρια σκηνοθεσία της διακεκριμένης δημιουργού στην πλέον λυρική και συλλογική του διάσταση.
Ένα ensemble 22 ερμηνευτριών και ερμηνευτών —μεταξύ των οποίων μέλη των Εν Δυνάμει— διαφορετικών ηλικιών, με και χωρίς αναπηρία, με ζωντανή μουσική επί σκηνής, μέσα από τη συνύπαρξη διαφορετικών σωμάτων, φωνών και εμπειριών, καταθέτουν μια σκηνική αφήγηση με κέντρο τη μουσικότητα.
Ένα ποιητικό και βαθιά πολιτικό σκηνικό ανέβασμα χωρίς αποκλεισμούς στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, που για πρώτη φορά στην ιστορία του καθίσταται προσβάσιμο και σε άτομα με αισθητηριακές —οπτικές και ακουστικές— αναπηρίες [31/7]. Μια ξεχωριστή σκηνική ανάγνωση για τη φρίκη και το παράλογο του πολέμου μέσα από το φίλτρο του θηλυκού σώματος, που διεκδικεί το δικαίωμα της επιλογής, ακόμη και όταν βρίσκεται υπό κατοχή.
Οι Τρωάδες της Ελένης Ευθυμίου δεν είναι μόνο τα όμορφα, υγιή κορμιά των προνομιούχων γυναικών της οικογένειας του Πρίαμου, που αναμένουν την τελική διαλογή. Είναι και σώματα –ανήλικα, ανάπηρα, ηλικιωμένα– που ούτε πριν τον πόλεμο αποφάσιζαν για τον εαυτό τους, ενώ σπάνια είχαν το προνόμιο της αφήγησης. Αιχμάλωτες μετά την άλωση της πόλης τους, οι Τρωάδες αναμετρώνται και με τις δικές τους ευθύνες, όταν η σιωπηρή αποδοχή του πολέμου αποκαλύπτει τις ολέθριες συνέπειές της. Είναι πια φανερό πως ούτε οι θεοί, ούτε ο μύθος, ούτε η μοίρα ορίζουν τη ζωή τους. Παρά την οδύνη και την απόγνωση μπροστά στην καταστροφή, οι Τρωάδες βιώνουν την απώλεια, μα δεν παραδίδονται. Οι λέξεις γίνονται τα όπλα της αντίστασής τους —έστω και την ύστατη αυτή στιγμή— απέναντι στη σκλαβιά και την απώλεια της ταυτότητας που η νέα πραγματικότητα τους επιφυλάσσει. Στέκουν όρθιες, βρίσκουν τη φωνή τους και σταδιακά το πένθος τους μετασχηματίζεται σε μια εύθραυστη αλλά επίμονη μορφή εξέγερσης, με την αλληλεγγύη να είναι πλέον η μεγαλύτερή τους δύναμη.
Θα μπορέσουν άραγε οι καταπιεσμένες αυτού του κόσμου να ξανακερδίσουν το δικαίωμα της επιλογής; Να κραυγάσουν τον θυμό και το μίσος τους, να θρηνήσουν, να γελάσουν μες στο χάος και το αδιέξοδο; Θα επαναοικειοποιηθούν ποτέ οι γυναίκες της Τροίας τα σώματά τους;
Μετάφραση: Γιάννης Τσαρούχης
Διασκευή—Σκηνοθεσία: Ελένη Ευθυμίου
Σύμβουλος δραματουργίας: Σοφία Ευτυχιάδου
Σκηνικά: Ευαγγελία Κιρκινέ
Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Μουσική: Λευτέρης Βενιάδης
Κίνηση: Τάσος Παπαδόπουλος
Φωτισμοί: Ζωή Μολυβδά – Φαμέλη
Σχεδιασμός ήχου: Σοφία Καμαγιάννη
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά
Βοηθός σκηνοθέτριας: Θέμης Θεοχάρογλου
Βοηθός σκηνογράφου: Μαριάνθη Ράδου
Βοηθός ενδυματολόγου: Δέσποινα Μαρία Ζαχαρίου
Βοηθός φωτίστριας: Νατάσα Πετροπούλου
Β βοηθός σκηνογράφου: Ταξιάρχης Χούμος
Καλλιτεχνικές συνεργάτιδες για την υποστήριξη της ομάδας Εν Δυνάμει: Ελένη Ζαχοπούλου, Δάφνη Καφετζή, Αγγελική Τόμπρου
Παίζουν (αλφαβητικά): Αργύρης Ξάφης (Ταλθύβιος), Εύη Σαουλίδου (Ανδρομάχη), Νάνσυ Σιδέρη (Κασσάνδρα), Βασιλική Τρουφάκου (Ελένη), Λυδία Φωτοπούλου (Εκάβη), Γιώργος Χριστοδούλου (Μενέλαος)
Χορός: Μύριαμ Σοφία Αρτζανίδου, Μαρία Δαχλύθρα, Eλένη Δημοπούλου, Νίκος Κυπαρίσσης, Ειρήνη Κουρούβανη, Λωξάνδρα Λούκας, Λυγερή Μητροπούλου, Θεανώ Παπαβασιλείου, Κατερίνα Παπανδρέου, Νίκη Πεταλά, Χρύσα Τουμανίδου
Μαζί τους, στους ρόλους της νεαρής Πολυξένης και του μικρού Αστυάνακτα η Άνα Τζουλάκη Χριστοδούλου και ο Μιχάλης Μήτσης αντίστοιχα.
Μουσικοί επί σκηνής: Σοφία Καμαγιάννη (πιάνο), Γιώργος Μπουκαούρης (κρουστά), Σοφιανός Πεσιρίδης (όμποε)
Φωτογραφίες: Karol Jarek
Τρέιλερ: Χρήστος Συμεωνίδης
Προπώληση εισιτηρίων: ticketservices.gr
Το Εθνικό Θέατρο επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού
Πολιτισμός
«Η ΚΑΡΥΑΤΙΔΑ!» του Γιώργου Καπουτζίδη σε περιοδεία
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
«Και αφού ήταν σπασμένη έτσι και αλλιώς! Να κοίτα, Παναγιώτη, και η μύτη της ήταν σπασμένη! Στους Άγγλους που την σπάσανε δεν είπε κανείς τίποτα! Όλα σε εμένα θα τα ρίξουν τώρα! Που δεν είναι καθόλου σωστό να σπας την μύτη του άλλου! Την ξένη μύτη! Αλλά φταίνε και οι Έλληνες! Να γυρίσουν πίσω τα μάρμαρα! Τι καταλάβατε; Μια χαρά ήμασταν και με το αντίγραφο. Το έβλεπα εγώ στην Ακρόπολη και έλεγα «Πω! Πω! Τι ωραίο!» Ωραίο; Πιο ωραίο από το αληθινό!»
Αλεξάνδρα Βελλή, Υπουργός Πολιτισμού πρώην τηλεοπτική δημοσιογράφος και παντρεμένη με τον αδελφό του μεγαλύτερου εμπόρου ναρκωτικών των Βαλκανίων!
Τι συμβαίνει όταν η χαμένη έκτη Καρυάτιδα επιστρέφει επιτέλους στην πατρίδα;
Η χώρα φοράει τα καλά της. Οι κάμερες στήνονται. Οι λόγοι ετοιμάζονται. Οι δηλώσεις ξαναγράφονται. Οι μηχανισμοί δουλεύουν υπερωρίες. Οι τόνοι ανεβαίνουν.
Και κάπου εκεί, η εθνική συγκίνηση συναντά την πολιτική παράνοια, η επίσημη γραμμή συγκρούεται με τα κρυφά παρασκήνια και η Ελλάδα κάνει αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα: να μετατρέπει το μεγαλείο σε φιάσκο και το φιάσκο σε γελαστικό
θέαμα.
Με αφορμή μια εξαιρετική θεατρική ιδέα, η Καρυάτιδα γίνεται μια πικρή κωμωδία, μια σάτιρα εθνικής αυτογνωσίας, ένα φαρσοκωμικό πορτρέτο μιας χώρας που μπορεί να συγκινείται βαθιά, να διχάζεται θεαματικά και να αυτοϋπονομεύεται με
αξιοζήλευτη συνέπεια — συχνά όλα μαζί, ταυτόχρονα.
Ο Γιώργος Καπουτζίδης υπογράφει ένα έργο αιχμηρό, ευφυές και απολαυστικά άβολο, που πίσω από το γέλιο αποκαλύπτει με ακρίβεια χειρουργείου τα αντανακλαστικά, τις αντιφάσεις και τα εθνικά μας σπορ.
Η Κατερίνα Μαυρογεώργη σκηνοθετεί με ρυθμό, νεύρο και απόλυτη αίσθηση του κωμικού timing μια παράσταση που προχωρά με φόρα, εκπλήξεις και αλλεπάλληλα χτυπήματα στο κέντρο της ελληνικής ψυχής.
Όμως, ο ευφυής Γιώργος Καπουτζίδης έγραψε το έργο κατόπιν παραγγελίας του Εθνικού Θεάτρου. Ανέβηκε, σημείωσε τεράστια επιτυχία και φέτος το καλοκαίρι, οι παραγωγοί σεργιανάνε την παράσταση στη χώρα σε ανοικτούς χώρους.
Ατυχώς, σχεδόν πάντα μια παράσταση σε ανοικτό χώρο υφίσταται καλλιτεχνική απώλεια ή αναγκάζεται σε μερικούς συμβιβασμούς, καθώς τα έργα που σχεδιάζονται για κλειστή αίθουσα βασίζονται σε διαφορετική αισθητική, κλίμακα και τεχνικές ισορροπίες.
Στους κλειστούς χώρους οι ηθοποιοί εκμεταλλεύονται τις ψιθυριστές εντάσεις, τις λεπτές παύσεις και την απόλυτη σιωπή του κοινού. Στα ανοιχτά θέατρα, η ανάγκη για μικροφωνική ενίσχυση ή για πιο εξωτερική/διογκωμένη ερμηνεία, συχνά, καταστρέφει την οικειότητα και τις εσωτερικές διακυμάνσεις του λόγου.
Στο κλειστό θέατρο το σκοτάδι είναι απόλυτο εργαλείο κατεύθυνσης της προσοχής. Στα θερινά θέατρα, το φυσικό φως του σούρουπου, ο περιβάλλοντας αστικός φωτισμός και η απουσία “μαύρου” ακυρώνουν τις λεπτές αντιθέσεις, τις σκιές και την ατμόσφαιρα που είχε στήσει ο φωτιστής.
Ένα σκηνικό που λειτουργεί υποβλητικά σε μια μικρή ή μεσαία σκηνή μπορεί να δείχνει “φτωχό”, αποκομμένο ή χαμένο στον αχανή χώρο ενός ανοιχτού αμφιθεάτρου.
Και, τέλος, οι εξωτερικοί θόρυβοι και το ανοιχτό τοπίο διασπούν τη συγκέντρωση τόσο των θεατών όσο και των ηθοποιών, δυσκολεύοντας τη διατήρηση της δραματικής έντασης.
Όλα αυτά πρέπει να ειπωθούν χωρίς φόβο και πάθος, επειδή και η «ΚΑΡΥΑΤΙΔΑ!» του Γιώργου Καπουτζίδη δε γλυτώνει τις αρνητικές συνέπειες.
Ωστόσο, σύμφωνα με το κείμενο η έκτη Καρυάτιδα έχει επιστρέψει στην Ελλάδα, μετά από δεκαετίες αιχμαλωσίας στο Βρετανικό Μουσείο. Η επιστροφή αυτή θεωρείται ένα μοναδικό γεγονός, καθώς η Καρυάτιδα θεωρείται σύμβολο του πολιτισμού και της ιστορίας της χώρας μας. Αυτή η Καρυάτιδα συγκεντρώνει τα πλήθη θεατρόφιλων, όπου παίζεται και, μπορεί ο Καπουτζίδης να είναι ένας τηλεοπτικός πετυχημένος συγγραφέας, πασίγνωστος στο ελληνικό κοινό, αγαπητός και δικαίως δημοφιλής, με τη συγγραφή θεατρικών έργων τελευταία, καταφέρνει κάτι αξιοσημείωτο. Να σηκώσει τους θεατές από τον καναπέ τους και να τους στείλει στις θεατρικές αίθουσες.
Η έλευση σημαντικής μερίδας κοινού που δεν πηγαίνει συχνά στο θέατρο, μέσω παραστάσεων με «τηλεοπτική αισθητική» (αναγνωρίσιμοι ηθοποιοί – συγγραφείς από την τηλεόραση, γρήγοροι ρυθμοί, εύπεπτη πλοκή, σπαρταριστό χιούμορ), είναι ένα από τα πιο πολυσυζητημένα θέματα στον χώρο των παραστατικών τεχνών.
Το θέατρο απομυθοποιείται στα μάτια του κόσμου. Παύει να θεωρείται μια τέχνη ελιτίστικη για μυημένους θεατές ή οικονομικά ευκατάστατους.
Αυτό το νέο κοινό έρχεται σε επαφή με τη ζωντανή εμπειρία της σκηνής. Αυτό το πρώτο βήμα μπορεί να του ανοίξει δρόμο να αναζητήσει αργότερα πιο απαιτητικά έργα.
Εξάλλου, οι γεμάτες αίθουσες εξασφαλίζουν θέσεις εργασίας και καλύτερες αμοιβές για ηθοποιούς, τεχνικούς και λοιπούς συντελεστές παραστάσεων.
Βέβαια, οι παραγωγοί κυνηγώντας το εύκολο κέρδος, ενδέχεται να επενδύουν μόνο σε εμπορικά θεάματα, αφήνοντας χωρίς στέγη και χρηματοδότηση νέους δημιουργούς, κλασικά κείμενα ή πρωτοποριακές ομάδες.
Η τηλεοπτική αισθητική, εντέλει, λειτουργεί ως γέφυρα. Το αν αυτή η γέφυρα θα οδηγήσει σε ένα ουσιαστικό, μόνιμο κοινό ή στην εμπορευματοποίηση της τέχνης εξαρτάται από τους ίδιους τους δημιουργούς: αν χρησιμοποιήσουν την προσέλευση του κόσμου για να του δείξουν κάτι βαθύτερο, το κέρδος για το θέατρο είναι τεράστιο.
Στη συγκεκριμένη κωμωδία με σατιρική πρόθεση του Γιώργου Καπουτζίδη, η υπουργός Πολιτισμού, Αλεξάνδρα Βελλή, προετοιμάζεται για την επίσημη παρουσίασή της στους δημοσιογράφους, όμως το σχέδιο ανατρέπεται και όλα πηγαίνουν λάθος από την αδεξιότητά της. Η ανατροπή αυτή προκαλεί μια σειρά από σουρεαλιστικές καταστάσεις και κωμικές ανατροπές.
Η «Καρυάτιδα!» ακολουθεί τα βήματα από τη μια πλευρά μιας Υπουργού Πολιτισμού (Αγορίτσα Οικονόμου), ενός Πρωθυπουργού (Στέλιος Ξανθουδάκης), της συμβούλου του (Μαρία Φιλίνη), ενός αρχηγού ακροδεξιού κόμματος στην κυβέρνηση (Δρόσος Σκώτης) και από την άλλη πλευρά, ακολουθεί τη ρότα του τίμιου γραμματέα της Υπουργού (Στέλιος Ιακωβίδης ), μιας νεαρής αρχαιολόγου (Ασημίνα Αναστασοπούλου) που είναι γραμματέας της Υπουργού και ενός νεαρού που ντύνεται Καρυάτιδα (Σωτήρης Μανίκας) και ποζάρει με τους τουρίστες.
Αυτοί οι πολύ ανθρώπινοι χαρακτήρες κλείνονται σε ένα δωμάτιο και τσακώνονται για το πώς θα διαχειριστούν το θέμα μιας κατεστραμμένης Καρυάτιδας. Και αυτό που εκτυλίσσεται σ’ ένα φανταστικό δωμάτιο ενός φανταστικού υπουργείου είναι τόσο κοντά στην πραγματικότητα της Ελλάδας, που, παρά το άφθονο γέλιο στο σενάριο, καταντά σχεδόν επαχθές.
Όμως, μια πολιτική σάτιρα θεωρείται επιτυχημένη και ποιοτική όταν καταφέρνει να συνδυάσει το χιούμορ με την ουσιαστική κοινωνική και πολιτική κριτική, αποφεύγοντας τον ευτελισμό ή την απλή εμπάθεια ή τον σκόπιμο διδακτισμό.
Ξεπερνά την επιφανειακή διακωμώδηση και εστιάζει στις πολιτικές πράξεις, την υποκρισία, τις αντιφάσεις και τη δημαγωγία. Χρησιμοποιεί την ειρωνεία, την υπερβολή και την αλληγορία, για να αποκαλύψει παρασκηνιακές αλήθειες.
Η καλή σάτιρα βασίζεται σε μια βαθιά κατανόηση της επικαιρότητας και της ανθρώπινης ψυχολογίας. Το αιχμηρό αστείο στηλιτεύει διεφθαρμένες καταστάσεις, επειδή ο αποδέκτης αναγνωρίζει σε αυτό μια πυρηνική αλήθεια που συχνά δε λέγεται ανοιχτά στον δημόσιο λόγο.
Δε λειτουργεί ως κομματικό εργαλείο ή προπαγάνδα. Ακόμη κι αν ο δημιουργός έχει προσωπικές πολιτικές πεποιθήσεις, η σάτιρα οφείλει να ασκεί κριτική σε κάθε μορφή εξουσίας, ανεξαρτήτως ιδεολογικού χώρου. Ο στόχος της δεν είναι απλώς το γέλιο, αλλά η αφύπνιση, ο προβληματισμός και η αμφισβήτηση του status quo. Προκαλεί το κοινό να σκεφτεί κριτικά για τα κοινά, χωρίς όμως να καταλήγει σε στείρο μηδενισμό.
«Η Καρυάτιδα!» του Γιώργου Καπουτζίδη ευφυώς δε μένει στην επιφανειακή χαρά της επιστροφής ενός μνημείου, αλλά σχολιάζει δηκτικά τον τρόπο με τον οποίο το πολιτικό σύστημα και τα ΜΜΕ σπεύδουν να καπηλευτούν ένα εθνικό γεγονός για ψηφοθηρικούς και επικοινωνιακούς λόγους. Αποκαλύπτει την αντίφαση ανάμεσα στην επιφανειακή πρόβα «εθνικής υπερηφάνειας» και στην παρασκηνιακή μικροπολιτική σκοπιμότητα.
Η σάτιρα εδώ λειτουργεί μέσα από την αμήχανη σύγκρουση: από τη μία πλευρά το «απαστράπτον σύμβολο» του αρχαίου πολιτισμού και από την άλλη τα κωμικοτραγικά αντανακλαστικά, η προχειρότητα και η γραφειοκρατία της σύγχρονης Ελλάδας. Το φαντασιακό μεγαλείο συγκρούεται με τη νεοελληνική καθημερινότητα.
Το κέντρο βάρους της κριτικής δεν πέφτει στους απλούς πολίτες, αλλά στους μηχανισμούς εξουσίας, στους πολιτικούς που ετοιμάζουν λόγους, στα δημοσιογραφικά επιτελεία που στήνουν το «θέαμα» και στη συστηματική τάση της πολιτείας να μετατρέπει μια ιστορική στιγμή σε επικοινωνιακό φιάσκο.
Η πρόθεση του συγγραφέα δεν είναι ο μηδενισμός, αλλά ο καθρέφτης. Το κοινό γελά με τις οικείες παθογένειες, αναγνωρίζοντας ότι η τάση να αυτοϋπονομευόμαστε ως χώρα είναι σχεδόν «εθνικό σπορ».
Παρόλο που το έργο γέρνει δραματουργικά προς τηλεοπτική κωμωδία καταστάσεων, η σκηνοθέτρια Κατερίνα Μαυρογεώργη δημιουργεί το κατάλληλο πλαίσιο και σκηνοθετεί εύστοχα μία σατιρική κωμωδία, δίνοντας τη δυνατότητα στους ηθοποιούς να αναδείξουν το ταλέντο τους.
Η υποκριτική ομάδα συνθέτει ένα άρτιο σύνολο και δίνει την αίσθηση ενός πλήρως ενορχηστρωμένου θεατρικού σχήματος δίνοντας επί σκηνής τον καλύτερό της εαυτό.
Η μοναδική Αγορίτσα Οικονόμου είναι απολαυστική στον ρόλο της υπουργού Πολιτισμού, Αλεξάνδρας Βελλή, ενώ με τον ξεχωριστό Στέλιο Ιακωβίδη, συνθέτουν ένα ταιριαστό και εξαιρετικά κωμικό δίδυμο. Στον ρόλο του βοηθού της Υπουργού Πολιτισμού, τον Παναγιώτη, αποκαλύπτει με ευφυή και θαυμάσιο τρόπο όλες τις αδυναμίες και τις παθογένειες που διατρέχουν το πολιτικό πλαίσιο, ιδίως όταν αυτό καλείται να διαχειριστεί μια τόσο σοβαρή και ευαίσθητη θεσμική θέση.
Ακολουθούν όλοι οι καλοί ηθοποιοί που στελεχώνουν τον θίασο, ως μια πηγή αβίαστου γέλιου με τον άψογο συγχρονισμό τους, τη χημεία που γεννά η καλή συνεργασία, το συνταίριασμα στους τόνους και στο ύφος που απαιτεί το κείμενο.
Τα σκηνικά της Άρτεμης Φλέσσα και τα κοστούμια της Ιφιγένειας Νταουντάκη, εξυπηρετούν τη δράση και την περιοδεία του έργου.
Η μουσική του Larry Gus γεμίζει την παράσταση με ενέργεια και σύγχρονο παλμό. Συνδέει παρελθόν και παρόν με παιχνιδιάρικη διάθεση.
Η Σοφία Πάσχου στη κίνηση προσέδωσε στο θίασο ρυθμό, αρμονία και ένα αίσθημα ελευθερίας, που παρασύρει και το κοινό.
Τέλος, η Βάσια Ατταριάν σχεδίασε τους φωτισμούς σύμφωνα με τις σκηνοθετικές οδηγίες.
«Με αυτήν εδώ βγάζεις είκοσι χιλιάδες κομματάκια! Να μου την έδιναν εμένα, ξέρεις πόσα λεφτά θα μπορούσα να βγάλω που έσπασε;
Μα αυτή είναι ανεκτίμητη!
Τι ανεκτίμητη βρε κορίτσι μου!; Για ποιόν; Για εσένα; Ρώτα όποιον θέλεις εδώ έξω! Τι θα προτιμούσε μέσα στο σπίτι του; Αυτό το ερείπιο ή πενήντα χιλιάδες ευρώ; Βάζω στοίχημα οτι όλοι θα παίρναν τα λεφτά!
Εγώ όχι!
Εσύ είσαι χαζή!»
Έξυπνη και ιδιαίτερα αστεία είναι η συμμετοχή στο τέλος της παράστασης μέσω προβολής βίντεο του ίδιου του Γιώργου Καπουτζίδη, πλάι στον Αλέξη Κωστάλα, ο οποίος καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης δανείζει τη φωνή του στα ηχητικά μηνύματα που ακούγονται, προσθέτοντας μια έξτρα δόση χιούμορ και αυτοσαρκασμού.
Εν πολλοίς, πρόκειται για μια ευθύβολη -γιατί όχι μαύρη- κωμωδία, σαρκαστική και καυστική, αφιερωμένη στην ιστορικά εγνωσμένη ικανότητα του τόπου μας να μπλέκει σε κωμικοτραγικές καταστάσεις, ένα κείμενο που ξεχειλίζει σπιρτάδα, στοχευμένη κριτική και μπόλικο χιούμορ με την υπογραφή του ευφυούς Γιώργου Καπουτζίδη.
Συντελεστές
Κείμενο: Γιώργος Καπουτζίδης
Σκηνοθεσία: Κατερίνα Μαυρογεώργη
Σύμβουλος δραματουργίας-Καλλιτεχνικός συνεργάτης: Αντώνης Αντωνόπουλος
Σκηνικά: Άρτεμις Φλέσσα
Κοστούμια: Ιφιγένεια Νταουντάκη
Μουσική: Larry Gus
Κίνηση: Σοφία Πάσχου
Φωτισμοί: Βάσια Ατταριάν
Σχεδιασμός βίντεο: Τάσος Γκολέτσος
Δραματολόγος παράστασης: Βιβή Σπαθούλα
Βοηθός σκηνοθέτιδος: Σοφία Σταθάτου
Βοηθός σκηνογράφου: Αγγελική Βασιλοπούλου-Καμπίτση
Βοηθός φωτίστριας: Σεραφείμ Ράδης
Βοηθός ενδυματολόγου: Αλεξάνδρα – Αναστασία Φτούλη
Β βοηθός σκηνοθέτιδος: Κορίνα Βεζυργιάννη
Σχεδιασμός κομμώσεων: Κωνσταντίνος Κολιούσης
Σχεδιασμός μακιγιάζ: Olga Faleichyk
Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή
Παίζουν (με αλφαβητική σειρά): Ασημίνα Αναστασοπούλου, Στέλιος Ιακωβίδης, Στέλιος Ξανθουδάκης, Αγορίτσα Οικονόμου, Δρόσος Σκώτης, Σταμάτης Φακορέλης, Μαρία Φιλίνη
Η παράσταση «Η Καρυάτιδα!» είχε παρουσιαστεί από το Εθνικό Θέατρο για πρώτη φορά
την περίοδο 2024-2025 και σε επανάληψη την περίοδο 2025-2026.
Η νέα παράσταση που βγαίνει σε καλοκαιρινή περιοδεία το 2026 πραγματοποιείται σε
συνεργασία της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ARK PRODUCTIONS E.E. και του Εθνικού Θεάτρου.
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Προτεινόμενα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΠροκήρυξη Διεθνούς Διαγωνισμού Ποίησης εις Μνήμη του Πρωτοπρεσβύτερου Ποιητή Γεωργίου Ι. Διαμαντόπουλου. Με θέμα ꓽ «Υπάρχουν Άνθρωποι»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΘάσος: Αναστέλλεται η λειτουργία σχολικών τμημάτων και του «Θεαγένη»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμαρχος Θάσου για το πρόγραμμα ενίσχυσης επιχειρήσεων της ΑΜΘ με την διαδικασία της μη επιστρεπτέας προκαταβολής
-
ΚαβάλαΠριν 6 έτηΚαμπανάκι για την μείωση των δρομολογίων στη γραμμή Πρίνος-Καβάλα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΧορωδίες δήμου θάσου 2020
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμος Θάσου κοντά στον πολίτη, δίνει χρήσιμες συμβουλές για την εξοικονόμηση ενέργειας
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΞεκινούν οι εγγραφές στην Παιδική Θεατρική Σκηνή του Δήμου Θάσου
-
ΕλλάδαΠριν 6 έτηΣε κακούργημα μετατρέπεται το αδίκημα βασανισμού των ζώων

You must be logged in to post a comment Login