Connect with us

Πολιτισμός

Αισχύλου «Ορέστεια» με την υπογραφή του καταξιωμένου δασκάλου Θόδωρου Τερζόπουλου!

Αισχύλου-«Ορέστεια»-με-την-υπογραφή-του-καταξιωμένου-δασκάλου-Θόδωρου-Τερζόπουλου!

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Η ιστορική παράσταση του κορυφαίου Έλληνα σκηνοθέτη και δασκάλου συνεχίζει τη θριαμβευτική πορεία της και φέτος σε επιλεγμένους σταθμούς στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, επανέρχεται και στο Φεστιβάλ Φιλίππων, δίνοντάς μας τη δυνατότητα να τη ζήσουμε για ακόμα μια φορά.

Θαρρείς, είναι ιστορία τρόμου γεμάτη μίση, εκδίκηση, φονικά, αίμα. Με έντονη δράση, σασπένς και συναισθηματικές εκρήξεις. Η «Ορέστεια» του Αισχύλου, η μοναδική σωζόμενη αρχαία τριλογία από την κλασική αθηναϊκή δραματουργία που πρωτοπαρουσιάστηκε το 458 π.Χ., αποτελείται από τις τραγωδίες «Αγαμέμνων», «Χοηφόροι» και «Ευμενίδες».

Η αφήγηση για τα πάθη του οίκου των Ατρειδών ξεκινάει από τη θυσία της Ιφιγένειας στον «Αγαμέμνονα». Αυτή ορίζει το έργο ψυχικά, δραστικά, ποιητικά. Έχουμε την επιστροφή του βασιλιά Αγαμέμνονα και τη δολοφονία του από τη γυναίκα του Κλυταιμνήστρα, η οποία περίμενε 10 χρόνια την επιστροφή του και είχε λόγους να διαπράξει το έγκλημα.

Για τη σκηνοθεσία και τη διασκευή από τον δάσκαλο Θόδωρο Τερζόπουλο, η Κλυταιμνήστρα δεν είναι ούτε άντρας ούτε γυναίκα, αλλά ένα πλάσμα που άφησε τη μήτρα του στην Αυλίδα. Από τη στιγμή που της πήραν την Ιφιγένεια δεν είναι η ίδια.

 Υιοθετεί χαρακτηριστικά του κυρίαρχου φύλου, για να επιβιώσει σε μια πατριαρχική συνθήκη και με εμμονή περιμένει να εκδικηθεί τη θυσία του παιδιού της. Η μετάλλαξή της επηρεάζει την αφήγηση και τη δράση. Το βασικό δίπολο της ιστορίας είναι η σύγκρουσή της με τον Χορό.

Οι «Χοηφόροι» συμπυκνώνουν το μεγαλύτερο κομμάτι της δράσης της τριλογίας. Είμαστε δέκα χρόνια μετά τον φόνο του Αγαμέμνονα, σε μια ηλεκτρισμένη κατάσταση αναμονής. Ο παλιός κόσμος, όπως τον γνώρισαν οι ήρωες, έφτασε σε τέλμα και πρέπει κάτι να συμβεί. 

Το έργο ξεκινάει με την επιστροφή του Ορέστη, που όλοι τον περιμένουν ως εκδικητή για τον φόνο του πατέρα του, αλλά και για να βάλει ένα τέλος στον φαύλο κύκλο του αίματος. Θα κόψει τον ομφάλιο λώρο με το παρελθόν, διαπράττοντας το πιο δύσκολο έγκλημα, αυτό της μητέρας του. Είναι ο άνθρωπος που θα φέρει το καινούργιο.

Το τρίτο μέρος της αισχύλειας τραγωδίας είναι οι «Ευμενίδες». Εδώ βρίσκουμε πολλές καινοτομίες. Για παράδειγμα, δεν υπάρχει ενότητα του χώρου ούτε του χρόνου. Από τους Δελφούς βρισκόμαστε ξαφνικά στην Αθήνα, αλλά δεν ξέρουμε πόσα χρόνια μεσολάβησαν. Έχουμε την καταδίωξη του Ορέστη από τις Ερινύες και τη διαδικασία που θα χρειαστεί για να εξευμενιστούν, αθωώνοντας το έγκλημά του.

 Η λύση δίνεται στον Άρειο Πάγο, στο δικαστήριο των Αθηνών. Ορέστης και Ερινύες υπερασπίζονται τις θέσεις τους. Με την ψήφο της Αθηνάς κηρύσσεται αθώος. Η δίκη των θεών γίνεται δικαιοσύνη των ανθρώπων.

Το έργο δείχνει πώς διαχειρίζεται κάποιος το πολιτικό, προσωπικό και γενεαλογικό παρελθόν του. Όταν ο Ορέστης αθωώνεται και δίνει όρκο στην πόλη της Αθήνας, δε μιλάει για τον εαυτό του αλλά και για τους προγόνους και τους απογόνους.

 Οι Ερινύες έχουν καταχωρισθεί στη συνείδησή μας σαν κάτι κακό, αλλά εδώ είναι οι πρωταγωνίστριες. Πρεσβεύουν το παλιό δίκαιο, αλλά συγχρόνως είναι αδέκαστες και ακριβοδίκαιες.

Ο μύθος των Ατρειδών, της καταραμένης γενιάς, που βρέθηκε στο κέντρο των ιστορικών εξελίξεων του αρχαϊκού κόσμου, ήταν θέμα πολύ αγαπητό στην ποίηση των αρχαίων.

Κεντρικός άξονας της τριλογίας είναι το τραγικό βραχυκύκλωμα του Ορέστη, που διαχέεται σε όλα τα πρόσωπα του δράματος και στον χορό μέσα από διαδοχικά στάδια: Από την αποσταθεροποίηση, στο αδιέξοδο, στην τρέλα. Την κατάσταση αυτή εκμεταλλεύεται η Αθηνά στο τρίτο μέρος της τριλογίας, για να θεσμοθετήσει τη δημοκρατία με τη βία, μέσω μιας αμφιλεγόμενης σύναψης ειρήνης.

Ο σπουδαίος Έλληνας σκηνοθέτης Θόδωρος Τερζόπουλος δουλεύει σε βάθος, έως τον πυρήνα του μύθου, και δημιουργεί μια παράσταση σ’ ένα έργο απ’ όλες τις πλευρές κομβικό, γιατί με συμβολικό τρόπο διαπραγματεύεται ιδέες, αξίες, θεσμούς, επινοήσεις και δόγματα, σε βαθμό που να θεωρείται επάξια ως κιβωτός της μεγάλης εκείνης στιγμής της ανθρώπινης συνείδησης.

 Αυτός ο κόσμος ανήκει και για τον ποιητή και για τον θεατή σε ένα απώτερο ιστορικό παρελθόν, ενώ οι μορφές που αντιπροσωπεύουν αρχέτυπα σύμβολα είναι καθολικές, αδρές, όχι ειδικές ή εξατομικευμένες περιπτώσεις. Διατηρούν έτσι όλο το μεγαλείο τους. Φόνοι, εκδίκηση, συνομωσίες, επερχόμενη τιμωρία, συνθέτουν την πλοκή του όλου δράματος στη διάρκεια των διακοσίων λεπτών που διαρκεί αυτή η μεγαλειώδης παράσταση.

 Ένας φόνος μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά και τιμωρείται. Ατρέας, Ιφιγένεια, Αγαμέμνονας, Κλυταιμήστρα, Ορέστης. Μια αλυσίδα εγκλημάτων, που το ένα ακολουθεί το άλλο, σαν αποτέλεσμα του πρώτου.

Ο μέγιστος σκηνοθέτης με διεθνή καταξίωση Θόδωρος Τερζόπουλος, στην πρώτη του συνεργασία με το Εθνικό Θέατρο,δραματοποιεί τη μετεξέλιξη της έννοιας της Δικαιοσύνης από την κυριαρχία του θεϊκού δικαίου (θεοκρισία) στη νομιμοποίηση του ανθρώπινου δικαίου, από ένα δικαστήριο θνητών. Εξετάζει, επίσης, την πορεία του ανθρώπου από την αυτοδικία στη θεσμοθετημένη Δίκη, θεωρώντας την ως τον μοναδικό τρόπο επιτυχούς διευθέτησης των ανθρώπινων σχέσεων. Έτσι, το έργο θέτει τις προϋποθέσεις της ευημερίας της πόλης και της κοινωνικής ειρήνης, που είναι ο σεβασμός στη Δίκη με την ευρεία έννοια.

Τα πρόσωπα του δράματος αποτυπώνουν με τα πάθη τους τα στάδια αυτής της διαδικασίας, διαγράφοντας ταυτόχρονα την οδυνηρή πορεία προς την τελική γνώση.

Στον «Αγαμέμνονα» και στους «Χοηφόρους» επικρατεί η λογική της ανταπόδοσης, της εκδίκησης και της αυτοδικίας. Η Κλυταιμνήστρα σκοτώνει τον άντρα της, τον Αγαμέμνονα, εκδικούμενη για τη θυσία της κόρης της Ιφιγένειας, ο Ορέστης στους Χοηφόρους σκοτώνει τη μητέρα του εκδικούμενος τον θάνατο του πατέρα του.

Στις «Ευμενίδες» η παρέμβαση της Αθηνάς, όχι απλώς κλείνει τον κύκλο του αίματος, αλλά δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την επικράτηση της έννομης τάξης, του κράτους δικαίου και της κοινωνικής ειρήνης.

Η βία δίνει τη θέση της στην Πειθώ, η αντεκδίκηση στη Δικαιοσύνη. Ο Άρειος Πάγος αναγορεύεται σε κορυφαίο δημοκρατικό θεσμό, φράγμα στην αδικία, στη βία, στην αναρχία και η απονομή της Δικαιοσύνης, είναι πράξη ανθρώπινης ευθύνης.

Στην παράσταση του «αρχιτέκτονα» Θόδωρου Τερζόπουλου μάχονται δύο αντιλήψεις περί δικαίου: Το αρχαίο δίκαιο και το νέο. Το αρχαίο είναι αυτό που εκπροσωπείται από τις Ερινύες, τις πανάρχαιες χθόνιες θεότητες, και από την κληρονομική «Αρά». Πρόκειται για ένα δίκαιο που βασίζεται στον τυφλό νόμο της εκδίκησης και απαιτεί νέο αίμα για εκείνο που χύθηκε.

Ο Αισχύλος κατασκευάζει, χτίζει, με την ιστορία των Ατρειδών ένα έργο που θα μείνει στην ιστορία, σαν μνημείο άφταστης μεγαλοσύνης του ανθρώπινου πνεύματος πέρα όμως απ’ αυτό εκπονεί, θα λέγαμε, το ανθρωπολογικό πρόγραμμα της Δύσης, έτσι όπως μας το πρόσφερε η μετάφραση της Ελένης Βαροπούλου κι έτσι όπως αναπαρίσταται στο αρχαίο κατάμεστο θέατρο των Φιλίππων, σ’ ένα σκηνικό που υπογράφει ο ίδιος ο σκηνοθέτης κι έτσι όπως το φωτίζει ο ίδιος..

Μια γυμνή ξύλινη κυκλική πλατφόρμα σκεπάζει όλο το εύρος της ορχήστρας , χωρισμένη σε τεταρτημόρια. Πίσω της ανοικτή η είσοδος στο ανάκτορο. Απλή, σιδερένια, διαβρωμένη. Περιμετρικά της ορχήστρας, μια στοίβα με ματωμένα σεντόνια, για να χρησιμοποιηθούν με διάφορους τρόπους, από την αρχή ως το τέλος.

 Με αναμμένα ακόμη τα φώτα, η παράσταση ξεκινά με τον φύλακα (Τάσος Δήμας) να ταλανίζεται από σμήνη μυγών. Σαφώς, δάνειο από την «Οδύσσεια της Ελευθερίας» του Σαρτρ, όπου το 1943 ο Γάλλος φιλόσοφος εμπνεύστηκε από τον ελληνικό μύθο των Ατρειδών και αναπτύσσει μία φιλοσοφική αντίληψη της τραγωδίας με υπαρξιστικά στοιχεία.

 Ακολουθεί η είσοδος του Χορού, που σκλαβώνει από το πρώτο λεπτό το κοινό και το κρατά ως το φινάλε δέσμιο στις κινήσεις του, στον λόγο του, στα εικαστικής ομορφιάς σχήματά του, στο σωματικό, τελετουργικό εκστατικό βάδισμά του, στη φορμαλιστική απόδοση, που εδώ και χρόνια διδάσκει ο παγκόσμιας αναγνώρισης σκηνοθέτης.

Αυτή η φόρμα δικαιολογεί και ο ύφος της παράστασης, δικαιολογεί τον βερμπαλιστικό, ίσως, τρόπο ερμηνείας του Σάββα Στρούμπου στον ρόλο του Αγαμέμνονα και της Σοφίας Χίλλ σ’ αυτόν της Κλυταιμνήστρας, αλαζόνες και δυο, εμφορούμενοι από την έπαρση της εξουσίας τους.

 Έξοχη η σκηνή της υποδοχής του Αγαμέμνονα, καθώς στρώνεται το κόκκινο χαλί και στεφανώνεται η άφιξη από την πρωτότυπη μουσική του Παναγιώτη Βελιανίτη, ενώ το ματωμένο ύφασμα «κοσμεί» τα σώματα – πτώματα των νεκρών στρατιωτών.

Υπερταλαντούχοι οι ηθοποιοί που συγκροτούν τον σπουδαίο Χορό, αυτόν τον εξαίσιο και σκληρά δουλεμένο Χορό, αυτές τις δυνάμεις – καθόλου εξατομικευμένες ή αφηρημένες – που δρούνε και στα τρία μέρη ως πρόσωπα ομοιογενούς ομάδας, εκφράζοντας τα αισθήματα άλλοτε με επική υπόσταση κι άλλοτε με λυρική ορμή, πάντα όμως, με εξαίσια σωματική κίνηση.

 Έτσι, πραγματοποιούν μια εκπληκτική σύνθεση μεταξύ ποίησης, μουσικής, άσκησης, πιστοποιώντας ως αληθή τον ορισμό της χορείας: απόλυτη ισότητα της σωματικής γλώσσας, ώστε η τεχνική τους να συγκεκριμενοποιεί στον θεατή, έναν άλλον θεατή -κριτή της δράσης, ικανό να σχολιάσει, δηλαδή έναν «ιδανικό θεατή».

 Ανυψούμενος αυτός ο εικοσαμελής Χορός πάνω από το κείμενο των δραματικών προσώπων, υποκαθιστά τον βαθύτερο λόγο του συγγραφέα, εξασφαλίζει το πέρασμα από το ειδικό στο γενικό, μεγεθύνει τις τρεις ιστορίες σε ένα ανυπέρβλητο επίπεδο, πολλαπλασιάζει τη δυνατότητα της θεατρικής τέχνης για ανακάλυψη, ενδοσκόπηση, ίσως και γενίκευση.

Επιβάλλεται η αναφορά σ’ αυτούς: Μπάμπης Αλεφάντης (Πυλάδης), Έβελυν Ασουάντ (Κασσάνδρα), Τάσος Δήμας (Φύλακας / Κορυφαίος / Προπομπός), Κωνσταντίνος Ζωγράφος (Ορέστης), Έλλη Ιγγλίζ (Τροφός), Δαυίδ Μαλτέζε (Αίγισθος), Άννα Μαρκά Μπονισέλ (Προφήτις), Νίκος Ντάσης (Απόλλων), Ντίνος Παπαγεωργίου (Κήρυκας), Αγλαΐα Παππά (Αθηνά), Μυρτώ Ροζάκη (Ηλέκτρα), Σάββας Στρούμπος (Αγαμέμνων), Αλέξανδρος Τούντας (Οικέτης), Σοφία Χιλλ (Κλυταιμνήστρα / Το Είδωλον της Κλυταιμνήστρας)

 Η Κασσάνδρα της μοναδικής ‘Εβελυν Ασουάντ, είναι μια μεγάλη αποκάλυψη για το ευρύ κοινό. Φορτίζει συναισθηματικά το κοίλο με την υπέροχη φωνή της στο μοιρολόι και στο αραβόφωνο τραγούδι της. Ανατριχιαστική ερμηνεία.

 Ξεχωριστός και ο Αίγισθος του Δαυίδ Μαλτέζε, θεϊκή, δεσποτική η εξαίρετη Αγλαΐα Παππά ως Αθηνά, αλλά και όλοι οι υπόλοιποι χαρακτήρες, ισοδύναμοι και στα τρία μέρη. Στους «Χοηφόρους» το μπλε αντικαθιστά το κόκκινο του «Αγαμέμνονα», αλλά η εικαστική υπεροχή υπερκεράζει πολλές φορές τη δράση. Ωστόσο, παραμένει συγκινητική η στιγμή της αναγνώρισης του Ορέστη (Κωσταντίνος Ζωγράφος) με την Ηλέκτρα (Μυρτώ Ροζάκη), στο γνωστό ύφος της υπερβολικής εκφοράς του λόγου.

Οι Ερινύες μετατρέπονται σε Ευμενίδες – συγγραφέως επιτρέποντος- ο σημαντικός σκηνοθέτης και δραματουργός Θόδωρος Τερζόπουλος επισημαίνει την ιστορική στιγμή, αλλά αμφιβάλλει για την εφαρμογή των αποφάσεων και τη λειτουργία των θεσμών στη διάρκεια του χρόνου, ενώ αμέσως μετά το τέλος του μονολόγου της Αθηνάς και μετά την τακτοποίηση των θεσμικών εκκρεμοτήτων, δηλώνεται ευθέως ότι η Δημοκρατία και η Δικαιοσύνη πάσχουν, χωλαίνουν.

Στη μέση της ορχήστρας είναι ένα νεαρός, τυλιγμένος στα ματωμένα σεντόνια και από τα μεγάφωνα αρχίζουν ν’ ακούγονται ήχοι βομβαρδισμών, πυροβολισμών ενός πολέμου, και φράσεις που αναφέρονται σε διάφορα εμπόλεμα σημεία του κόσμου, με έμφαση στη Γάζα, σε αμερικανικούς διαλόγους και συνθήματα, για άλλους μη αποδεκτά «κλισαρισμένα» τοπία διαμαρτυρίας και γι’ άλλους εύστοχη στηλίτευση σημερινής αιμοσταγούς πολιτικής δυνάμεων.

 Οπότε, έτσι στιγματίζεται η διαχρονικότητα του έργου, έτσι

υπηρετείται από όλους τους συντελεστές το όραμα του σκηνοθέτη και δραματουργού Θόδωρου Τερζόπουλου, σ’ αυτό το πολύωρο θεατρικό επίτευγμα, που ο κόσμος ανταμείβει με παρατεταμένο χειροκρότημα και επευφημίες στο φινάλε.

Η «Ορέστεια» του Αισχύλου έχει παρουσιαστεί από το Εθνικό Θέατρο στην Επίδαυρο πέντε φορές μέχρι σήμερα: το 1954 και το 1959 σε σκηνοθεσία Δημήτρη Ροντήρη, το 1972 σε σκηνοθεσία Τάκη Μουζενίδη, το 2001 σε σκηνοθεσία Γιάννη Κόκκου και το 2019 με την Ιώ Βουλγαράκη, τη Λίλλυ Μελεμέ και τη Γεωργία Μαυραγάνη, που σκηνοθέτησαν τα έργα Αγαμέμνων, Χοηφόροι και Ευμενίδες αντίστοιχα, στην πρώτη τους σκηνοθετική παρουσία στην Επίδαυρο.

Και φέτος η παράσταση της «Ορέστειας», σε σκηνοθεσία Θεόδωρου Τερζόπουλου, χαρακτηρίζεται από το κοινό ως «το πολιτιστικό γεγονός του καλοκαιριού»!

Θα το κρατήσει η μνήμη μας στα πολύτιμα, τα ξεχωριστά, που δεν μπορεί να τα αλλοιώσει ο χρόνος.

Συντελεστές

Ελένη Βαροπούλου: Μετάφραση

Θεόδωρος Τερζόπουλος: Σκηνοθεσία, δραματουργική επεξεργασία, σκηνικά, κοστούμια, φωτισμοί

Σάββας Στρούμπος: Συνεργάτης σκηνοθέτης

Παναγιώτης Βελιανίτης: Πρωτότυπη μουσική σύνθεση

Μαρία Σικιτάνο: Σύμβουλος δραματολόγος

Ειρήνη Μουντράκη: Δραματολόγος παράστασης
Θεοδώρα Πατητή: Βοηθός σκηνοθέτη
Παναγιώτα Κοκκορού: Συνεργάτιδα ενδυματολόγου
Κωνσταντίνος Μπεθάνης: Συνεργάτης φωτιστή
Μαρία Βογιατζή: Καλλιτεχνική συνεργάτιδα
Νίκος Πάστρας: Βίντεο
Olga Faleichyk: Σχεδιασμός μακιγιάζ
Κωνσταντίνος Κολιούσης: Σχεδιασμός κομμώσεων

Διανομή ρόλων

Μπάμπης Αλεφάντης: Πυλάδης
Έβελυν Ασουάντ: Κασσάνδρα
Τάσος Δήμας: Φύλακας, Κορυφαίος, Προπομπός
Κωνσταντίνος Ζωγράφος: Ορέστης
Έλλη Ιγγλίζ: Τροφός
Δαυίδ Μαλτέζε: Αίγισθος
Άννα Μαρκά Μπονισέλ: Προφήτις
Νίκος Ντάσης: Απόλλων
Ντίνος Παπαγεωργίου: Κήρυκας
Αγλαΐα Παππά: Αθηνά
Μυρτώ Ροζάκη: Ηλέκτρα
Σάββας Στρούμπος: Αγαμέμνων
Αλέξανδρος Τούντας: Οικέτης
Σοφία Χιλλ: Κλυταιμνήστρα, Το Είδωλον της Κλυταιμνήστρας

Χορός: Μπάμπης Αλεφάντης, Κατερίνα Αμπλιανίτη, Έβελυν Ασουάντ, Χριστόφορος Βογιατζής, Ναταλία Γεωργοσοπούλου, Κατερίνα Δημάτη, Πύρρος Θεοφανόπουλος, Έλλη Ιγγλίζ, Βασιλίνα Κατερίνη, Θάνος Μαγκλάρας, Ελπινίκη Μαραπίδη, Άννα Μαρκά Μπονισέλ, Λυγερή Μητροπούλου, Ρόζυ Μονάκη, Ασπασία Μπατατόλη, Νίκος Ντάσης, Ντίνος Παπαγεωργίου, Βαγγέλης Παπαγιαννόπουλος, Σταύρος Παπαδόπουλος, Μυρτώ Ροζάκη, Γιάννης Σανιδάς, Αλέξανδρος Τούντας, Κατερίνα Χιλλ, Μιχάλης Ψαλίδας

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«ΠΕΡΣΕΣ» του Αισχύλου στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

«ΠΕΡΣΕΣ»-του-Αισχύλου-στο-Αρχαίο-Θέατρο-Φιλίππων

Η εμβληματική τραγωδία «ΠΕΡΣΕΣ» του Αισχύλου, που έγινε SOLD OUT  στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου,  σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη, έρχεται στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, το Σάββατο 22 και την Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Στην παράσταση πρωταγωνιστούν οι: Μαρία Ναυπλιώτου, Δημήτρης Καταλειφός, Αναστάσης Ροϊλός και Σταύρος  Σβήγκος, πλαισιωμένοι από έναν δυναμικό 18μελή Χορό.

Οι «Πέρσες» αποτελούν το αρχαιότερο σωζόμενο ολοκληρωμένο έργο της αρχαίας ελληνικής δραματουργίας και ταυτόχρονα την πρώτη θεατρική καταγραφή ιστορικών γεγονότων. Ο Αισχύλος, αυτόπτης μάρτυρας της Ναυμαχίας της Σαλαμίνας, δημιουργεί ένα «σκηνικό ρεπορτάζ» πολέμου, μόλις οκτώ χρόνια μετά την καταστροφή.

Ο Χρήστος Θεοδωρίδης προσεγγίζει το έργο ως μια βαθιά αντιπολεμική κραυγή, συνεχίζοντας τη σκηνοθετική του πορεία πάνω σε πολιτικά φορτισμένα και καίρια σύγχρονα ζητήματα.

«Αχ, μια φορά πόσο μεγάλη και γλυκιά ήταν στ’ αλήθεια η ζωή μας…»

Είκοσι δύο άνθρωποι περιμένουν τα νέα μιας συντελεσμένης καταστροφής. Όταν ο αγγελιοφόρος επιστρέφει από το μέτωπο, ο λόγος του δίνει μορφή στον φόβο: η απώλεια είναι απόλυτη. Το σώμα και η σκέψη παραλύουν. Καμία πράξη δεν μοιάζει δυνατή. Μόνο ο θρήνος απομένει.

«Αχ, αχ, μιλάς για των δικών μας τα σώματα…»

Ο θρήνος γίνεται συλλογικός, επίμονος, αδιαπραγμάτευτος. Για τους νεκρούς. Για το παρελθόν που χάθηκε. Για το μέλλον που βυθίστηκε μαζί τους.

«Τώρα πάει του βασιλιά μας η εξουσία…»

Στο επίκεντρο της παράστασης βρίσκεται ο άνθρωπος απέναντι στην απώλεια. Η «τραγωδία των ηττημένων» ανοίγει έναν διαχρονικό διάλογο: οι ηττημένοι δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν, αλλά σε κάθε εποχή, σε κάθε πλευρά. Τα ονόματα που αναζητά ο Χορός είναι τα ονόματα όλων όσοι χάθηκαν και συνεχίζουν να χάνονται στους πολέμους του κόσμου…

Είκοσι δύο ηθοποιοί, σε μια σκηνή σχεδόν γυμνή, συγκροτούν έναν Χορό-πρωταγωνιστή. Με εργαλεία τον λόγο, την κίνηση και τη μουσική, αποτυπώνουν το συλλογικό τραύμα μιας κοινωνίας που στέκεται μουδιασμένη μπροστά στην καταστροφή.

«Τόσοι άνθρωποι, να ξέρεις, ποτέ δεν χάθηκαν σε μία και μόνο μέρα…»

Μια παράσταση που στοχάζεται πάνω στη μνήμη και την ήττα, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την ακατάλυτη ανθρώπινη ανάγκη για δημοκρατία και δικαιοσύνη, μέσα σε έναν κόσμο που ολοένα και θεμελιώνει την εξουσία και την άκριτη υποταγή!

Διανομή:

Άτοσσα: Ναυπλιώτου Μαρία

Δαρείος: Καταλειφός  Δημήτρης

Ξέρξης: Ροϊλός Αναστάσης

Αγγελιοφόρος: Σβήγκος  Σταύρος

Χορός (αλφαβητικά):  Αλεξανδρόπουλος  Πάρης,  Δεληθανάση Αγγελική, Δερμεντζίδης  Κρητικός Γιώργος, Εξακοΐδης  Γιώργος , Θεμελή Ξένια,

Κισσανδράκης Γιώργος,  Κωνσταντινίδης Γιώργος,  Μακρής Ντένης,

Μανδρινός Δημήτρης, Μανωλάς Νίκος, Πατερμαλή Αγγελική,

Πίττα Τατιάνα- Άννα, Σακελλαριάδη Πέννυ, Σωτηροπούλου Σαββίνα

Τρυφουλτσάνης Βασίλης, Τσαλίκης Βασίλης , Φύτρος Σαμψών

Συντελεστές:

Μετάφραση: Παναγιώτης Μουλλάς 

Σκηνοθεσία: Χρήστος Θεοδωρίδης 

Δραματουργική επεξεργασία: Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου, Παύλος Σούλης, Χρήστος Θεοδωρίδης 

Φωτισμοί: Ιωάννα ΑθανασίουΤάσος Παλαιορούτας 

Μουσική: Jeph Vanger

Χορογραφία – Κίνηση: Ξένια Θεμελή 

Επιστημονικός σύμβουλος: Παύλος Σούλης

Βοηθός σκηνοθέτη: Ιάσονας Ασημακόπουλος

Βοηθός χορογράφου: Ελίνα Παντελεμίδου

Social Media – Διαφήμιση: Renegade Media

Graphic Design – Photography: Mike Rafail

Οργάνωση παραγωγής: Λαμπρίνα Καραγιαννίδου

Παραγωγή: Marossoulis Productions

Διάρκεια : 1.45΄

Ώρα έναρξης : 9. 00 μμ

Προπώληση : more.com

https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/summer/perses-periodeia

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

​«Τρωάδες» του Ευριπίδη στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

​«Τρωάδες»-του-Ευριπίδη-στο-Αρχαίο-Θέατρο-Φιλίππων

Το Εθνικό Θέατρο παρουσιάζει στις 29 Αυγούστου, στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, τις Τρωάδες του Ευριπίδη, σε μετάφραση Γιάννη Τσαρούχη και διασκευή—σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου. Το κατεξοχήν ανθρωποκεντρικό έργο του μεγάλου τραγικού ποιητή ζωντανεύει στην πρώτη επιδαύρια σκηνοθεσία της διακεκριμένης δημιουργού στην πλέον λυρική και συλλογική του διάσταση.

Ένα ensemble 22 ερμηνευτριών και ερμηνευτών —μεταξύ των οποίων μέλη των Εν Δυνάμει— διαφορετικών ηλικιών, με και χωρίς αναπηρία, με ζωντανή μουσική επί σκηνής, μέσα από τη συνύπαρξη διαφορετικών σωμάτων, φωνών και εμπειριών, καταθέτουν μια σκηνική αφήγηση με κέντρο τη μουσικότητα. 

Ένα ποιητικό και βαθιά πολιτικό σκηνικό ανέβασμα χωρίς αποκλεισμούς στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, που για πρώτη φορά στην ιστορία του καθίσταται προσβάσιμο και σε άτομα με αισθητηριακές —οπτικές και ακουστικές— αναπηρίες [31/7]. Μια ξεχωριστή σκηνική ανάγνωση για τη φρίκη και το παράλογο του πολέμου μέσα από το φίλτρο του θηλυκού σώματος, που διεκδικεί το δικαίωμα της επιλογής, ακόμη και όταν βρίσκεται υπό κατοχή.

Οι Τρωάδες της Ελένης Ευθυμίου δεν είναι μόνο τα όμορφα, υγιή κορμιά των προνομιούχων γυναικών της οικογένειας του Πρίαμου, που αναμένουν την τελική διαλογή. Είναι και σώματα –ανήλικα, ανάπηρα, ηλικιωμένα– που ούτε πριν τον πόλεμο αποφάσιζαν για τον εαυτό τους, ενώ σπάνια είχαν το προνόμιο της αφήγησης. Αιχμάλωτες μετά την άλωση της πόλης τους, οι Τρωάδες αναμετρώνται και με τις δικές τους ευθύνες, όταν η σιωπηρή αποδοχή του πολέμου αποκαλύπτει τις ολέθριες συνέπειές της. Είναι πια φανερό πως ούτε οι θεοί, ούτε ο μύθος, ούτε η μοίρα ορίζουν τη ζωή τους. Παρά την οδύνη και την απόγνωση μπροστά στην καταστροφή, οι Τρωάδες βιώνουν την απώλεια, μα δεν παραδίδονται. Οι λέξεις γίνονται τα όπλα της αντίστασής τους —έστω και την ύστατη αυτή στιγμή— απέναντι στη σκλαβιά και την απώλεια της ταυτότητας που η νέα πραγματικότητα τους επιφυλάσσει. Στέκουν όρθιες, βρίσκουν τη φωνή τους και σταδιακά το πένθος τους μετασχηματίζεται σε μια εύθραυστη αλλά επίμονη μορφή εξέγερσης, με την αλληλεγγύη να είναι πλέον η μεγαλύτερή τους δύναμη. 

Θα μπορέσουν άραγε οι καταπιεσμένες αυτού του κόσμου να ξανακερδίσουν το δικαίωμα της επιλογής; Να κραυγάσουν τον θυμό και το μίσος τους, να θρηνήσουν, να γελάσουν μες στο χάος και το αδιέξοδο; Θα επαναοικειοποιηθούν ποτέ οι γυναίκες της Τροίας τα σώματά τους;

Μετάφραση: Γιάννης Τσαρούχης
Διασκευή—Σκηνοθεσία: Ελένη Ευθυμίου
Σύμβουλος δραματουργίας: Σοφία Ευτυχιάδου
Σκηνικά: Ευαγγελία Κιρκινέ
Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Μουσική: Λευτέρης Βενιάδης
Κίνηση: Τάσος Παπαδόπουλος 
Φωτισμοί: Ζωή Μολυβδά – Φαμέλη
Σχεδιασμός ήχου: Σοφία Καμαγιάννη
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά 

Βοηθός σκηνοθέτριας: Θέμης Θεοχάρογλου
Βοηθός σκηνογράφου: Μαριάνθη Ράδου
Βοηθός ενδυματολόγου: Δέσποινα Μαρία Ζαχαρίου

Βοηθός φωτίστριας: Νατάσα Πετροπούλου 
Β βοηθός σκηνογράφου: Ταξιάρχης Χούμος 

Καλλιτεχνικές συνεργάτιδες για την υποστήριξη της ομάδας Εν Δυνάμει: Ελένη Ζαχοπούλου, Δάφνη Καφετζή, Αγγελική Τόμπρου 

Παίζουν (αλφαβητικά):  Αργύρης Ξάφης (Ταλθύβιος), Εύη Σαουλίδου (Ανδρομάχη), Νάνσυ Σιδέρη (Κασσάνδρα), Βασιλική Τρουφάκου (Ελένη), Λυδία Φωτοπούλου (Εκάβη), Γιώργος Χριστοδούλου (Μενέλαος)

Χορός: Μύριαμ Σοφία Αρτζανίδου, Μαρία Δαχλύθρα, Eλένη Δημοπούλου, Νίκος Κυπαρίσσης, Ειρήνη Κουρούβανη, Λωξάνδρα Λούκας, Λυγερή Μητροπούλου, Θεανώ Παπαβασιλείου, Κατερίνα Παπανδρέου, Νίκη Πεταλά, Χρύσα Τουμανίδου

Μαζί τους, στους ρόλους της νεαρής Πολυξένης και του μικρού Αστυάνακτα η Άνα Τζουλάκη Χριστοδούλου και ο Μιχάλης Μήτσης αντίστοιχα.

Μουσικοί επί σκηνής: Σοφία Καμαγιάννη (πιάνο), Γιώργος  Μπουκαούρης (κρουστά), Σοφιανός Πεσιρίδης (όμποε)

Φωτογραφίες: Karol Jarek

Τρέιλερ: Χρήστος Συμεωνίδης

Προπώληση εισιτηρίων: ticketservices.gr

Το Εθνικό Θέατρο επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Η ΚΑΡΥΑΤΙΔΑ!» του Γιώργου Καπουτζίδη σε περιοδεία

«Η-ΚΑΡΥΑΤΙΔΑ!»-του-Γιώργου-Καπουτζίδη-σε-περιοδεία

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

«Και αφού ήταν σπασμένη έτσι και αλλιώς! Να κοίτα, Παναγιώτη, και η μύτη της ήταν σπασμένη! Στους Άγγλους που την σπάσανε δεν είπε κανείς τίποτα! Όλα σε εμένα θα τα ρίξουν τώρα! Που δεν είναι καθόλου σωστό να σπας την μύτη του άλλου! Την ξένη μύτη! Αλλά φταίνε και οι Έλληνες! Να γυρίσουν πίσω τα μάρμαρα! Τι καταλάβατε; Μια χαρά ήμασταν και με το αντίγραφο. Το έβλεπα εγώ στην Ακρόπολη και έλεγα «Πω! Πω! Τι ωραίο!» Ωραίο; Πιο ωραίο από το αληθινό!»

Αλεξάνδρα Βελλή, Υπουργός Πολιτισμού πρώην τηλεοπτική δημοσιογράφος και παντρεμένη με τον αδελφό του μεγαλύτερου εμπόρου ναρκωτικών των Βαλκανίων!

Τι συμβαίνει όταν η χαμένη έκτη Καρυάτιδα επιστρέφει επιτέλους στην πατρίδα;
Η χώρα φοράει τα καλά της. Οι κάμερες στήνονται. Οι λόγοι ετοιμάζονται. Οι δηλώσεις ξαναγράφονται. Οι μηχανισμοί δουλεύουν υπερωρίες. Οι τόνοι ανεβαίνουν.
Και κάπου εκεί, η εθνική συγκίνηση συναντά την πολιτική παράνοια, η επίσημη γραμμή συγκρούεται με τα κρυφά παρασκήνια και η Ελλάδα κάνει αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα: να μετατρέπει το μεγαλείο σε φιάσκο και το φιάσκο σε γελαστικό
θέαμα.

Με αφορμή μια εξαιρετική θεατρική ιδέα, η Καρυάτιδα γίνεται μια πικρή κωμωδία, μια σάτιρα εθνικής αυτογνωσίας, ένα φαρσοκωμικό πορτρέτο μιας χώρας που μπορεί να συγκινείται βαθιά, να διχάζεται θεαματικά και να αυτοϋπονομεύεται με
αξιοζήλευτη συνέπεια — συχνά όλα μαζί, ταυτόχρονα.

Ο Γιώργος Καπουτζίδης υπογράφει ένα έργο αιχμηρό, ευφυές και απολαυστικά άβολο, που πίσω από το γέλιο αποκαλύπτει με ακρίβεια χειρουργείου τα αντανακλαστικά, τις αντιφάσεις και τα εθνικά μας σπορ.

Η Κατερίνα Μαυρογεώργη σκηνοθετεί με ρυθμό, νεύρο και απόλυτη αίσθηση του κωμικού timing μια παράσταση που προχωρά με φόρα, εκπλήξεις και αλλεπάλληλα χτυπήματα στο κέντρο της ελληνικής ψυχής.

Όμως, ο ευφυής Γιώργος Καπουτζίδης έγραψε το έργο κατόπιν παραγγελίας του Εθνικού Θεάτρου. Ανέβηκε, σημείωσε τεράστια επιτυχία και φέτος το καλοκαίρι, οι παραγωγοί σεργιανάνε την παράσταση στη χώρα σε ανοικτούς χώρους.

Ατυχώς, σχεδόν πάντα μια παράσταση σε ανοικτό χώρο υφίσταται καλλιτεχνική απώλεια ή αναγκάζεται σε μερικούς συμβιβασμούς, καθώς τα έργα που σχεδιάζονται για κλειστή αίθουσα βασίζονται σε διαφορετική αισθητική, κλίμακα και τεχνικές ισορροπίες.

Στους κλειστούς χώρους οι ηθοποιοί εκμεταλλεύονται τις ψιθυριστές εντάσεις, τις λεπτές παύσεις και την απόλυτη σιωπή του κοινού. Στα ανοιχτά θέατρα, η ανάγκη για μικροφωνική ενίσχυση ή για πιο εξωτερική/διογκωμένη ερμηνεία, συχνά, καταστρέφει την οικειότητα και τις εσωτερικές διακυμάνσεις του λόγου.

Στο κλειστό θέατρο το σκοτάδι είναι απόλυτο εργαλείο κατεύθυνσης της προσοχής. Στα θερινά θέατρα, το φυσικό φως του σούρουπου, ο περιβάλλοντας αστικός φωτισμός και η απουσία “μαύρου” ακυρώνουν τις λεπτές αντιθέσεις, τις σκιές και την ατμόσφαιρα που είχε στήσει ο φωτιστής.

 Ένα σκηνικό που λειτουργεί υποβλητικά σε μια μικρή ή μεσαία σκηνή μπορεί να δείχνει “φτωχό”, αποκομμένο ή χαμένο στον αχανή χώρο ενός ανοιχτού αμφιθεάτρου.

Και, τέλος, οι εξωτερικοί θόρυβοι και το ανοιχτό τοπίο διασπούν τη συγκέντρωση τόσο των θεατών όσο και των ηθοποιών, δυσκολεύοντας τη διατήρηση της δραματικής έντασης.

Όλα αυτά πρέπει να ειπωθούν χωρίς φόβο και πάθος, επειδή και η «ΚΑΡΥΑΤΙΔΑ!» του Γιώργου Καπουτζίδη δε γλυτώνει τις αρνητικές συνέπειες.

Ωστόσο, σύμφωνα με το κείμενο η έκτη Καρυάτιδα έχει επιστρέψει στην Ελλάδα, μετά από δεκαετίες αιχμαλωσίας στο Βρετανικό Μουσείο. Η επιστροφή αυτή θεωρείται ένα μοναδικό γεγονός, καθώς η Καρυάτιδα θεωρείται σύμβολο του πολιτισμού και της ιστορίας της χώρας μας. Αυτή η Καρυάτιδα συγκεντρώνει τα πλήθη θεατρόφιλων, όπου παίζεται και, μπορεί ο Καπουτζίδης να είναι ένας τηλεοπτικός πετυχημένος συγγραφέας, πασίγνωστος στο ελληνικό κοινό, αγαπητός και δικαίως δημοφιλής, με τη συγγραφή θεατρικών έργων τελευταία, καταφέρνει κάτι αξιοσημείωτο. Να σηκώσει τους θεατές από τον καναπέ τους και να τους στείλει στις θεατρικές αίθουσες.

Η έλευση σημαντικής μερίδας κοινού που δεν πηγαίνει συχνά στο θέατρο, μέσω παραστάσεων με «τηλεοπτική αισθητική» (αναγνωρίσιμοι ηθοποιοί – συγγραφείς από την τηλεόραση, γρήγοροι ρυθμοί, εύπεπτη πλοκή, σπαρταριστό χιούμορ), είναι ένα από τα πιο πολυσυζητημένα θέματα στον χώρο των παραστατικών τεχνών.

Το θέατρο απομυθοποιείται στα μάτια του κόσμου. Παύει να θεωρείται μια τέχνη ελιτίστικη για μυημένους θεατές ή οικονομικά ευκατάστατους.

Αυτό το νέο κοινό έρχεται σε επαφή με τη ζωντανή εμπειρία της σκηνής. Αυτό το πρώτο βήμα μπορεί να του ανοίξει δρόμο να αναζητήσει αργότερα πιο απαιτητικά έργα.

Εξάλλου, οι γεμάτες αίθουσες εξασφαλίζουν θέσεις εργασίας και καλύτερες αμοιβές για ηθοποιούς, τεχνικούς και λοιπούς συντελεστές παραστάσεων.

Βέβαια, οι παραγωγοί κυνηγώντας το εύκολο κέρδος, ενδέχεται να επενδύουν μόνο σε εμπορικά θεάματα, αφήνοντας χωρίς στέγη και χρηματοδότηση νέους δημιουργούς, κλασικά κείμενα ή πρωτοποριακές ομάδες.

Η τηλεοπτική αισθητική, εντέλει, λειτουργεί ως γέφυρα. Το αν αυτή η γέφυρα θα οδηγήσει σε ένα ουσιαστικό, μόνιμο κοινό ή στην εμπορευματοποίηση της τέχνης εξαρτάται από τους ίδιους τους δημιουργούς: αν χρησιμοποιήσουν την προσέλευση του κόσμου για να του δείξουν κάτι βαθύτερο, το κέρδος για το θέατρο είναι τεράστιο.

Στη συγκεκριμένη κωμωδία με σατιρική πρόθεση του Γιώργου Καπουτζίδη, η υπουργός Πολιτισμού, Αλεξάνδρα Βελλή, προετοιμάζεται για την επίσημη παρουσίασή της στους δημοσιογράφους, όμως το σχέδιο ανατρέπεται και όλα πηγαίνουν λάθος από την αδεξιότητά της. Η ανατροπή αυτή προκαλεί μια σειρά από σουρεαλιστικές καταστάσεις και κωμικές ανατροπές.

Η «Καρυάτιδα!» ακολουθεί τα βήματα από τη μια πλευρά μιας Υπουργού Πολιτισμού (Αγορίτσα Οικονόμου), ενός Πρωθυπουργού (Στέλιος Ξανθουδάκης), της συμβούλου του (Μαρία Φιλίνη), ενός αρχηγού ακροδεξιού κόμματος στην κυβέρνηση (Δρόσος Σκώτης) και από την άλλη πλευρά, ακολουθεί τη ρότα του τίμιου γραμματέα της Υπουργού (Στέλιος Ιακωβίδης ), μιας νεαρής αρχαιολόγου (Ασημίνα Αναστασοπούλου) που είναι γραμματέας της Υπουργού και ενός νεαρού που ντύνεται Καρυάτιδα (Σωτήρης Μανίκας) και ποζάρει με τους τουρίστες.

Αυτοί οι πολύ ανθρώπινοι χαρακτήρες κλείνονται σε ένα δωμάτιο και τσακώνονται για το πώς θα διαχειριστούν το θέμα μιας κατεστραμμένης Καρυάτιδας. Και αυτό που εκτυλίσσεται σ’ ένα φανταστικό δωμάτιο ενός φανταστικού υπουργείου είναι τόσο κοντά στην πραγματικότητα της Ελλάδας, που, παρά το άφθονο γέλιο στο σενάριο, καταντά σχεδόν επαχθές.

Όμως, μια πολιτική σάτιρα θεωρείται επιτυχημένη και ποιοτική όταν καταφέρνει να συνδυάσει το χιούμορ με την ουσιαστική κοινωνική και πολιτική κριτική, αποφεύγοντας τον ευτελισμό ή την απλή εμπάθεια ή τον σκόπιμο διδακτισμό.

Ξεπερνά την επιφανειακή διακωμώδηση και εστιάζει στις πολιτικές πράξεις, την υποκρισία, τις αντιφάσεις και τη δημαγωγία. Χρησιμοποιεί την ειρωνεία, την υπερβολή και την αλληγορία, για να αποκαλύψει παρασκηνιακές αλήθειες.

Η καλή σάτιρα βασίζεται σε μια βαθιά κατανόηση της επικαιρότητας και της ανθρώπινης ψυχολογίας. Το αιχμηρό αστείο στηλιτεύει διεφθαρμένες καταστάσεις, επειδή ο αποδέκτης αναγνωρίζει σε αυτό μια πυρηνική αλήθεια που συχνά δε λέγεται ανοιχτά στον δημόσιο λόγο.

Δε λειτουργεί ως κομματικό εργαλείο ή προπαγάνδα. Ακόμη κι αν ο δημιουργός έχει προσωπικές πολιτικές πεποιθήσεις, η σάτιρα οφείλει να ασκεί κριτική σε κάθε μορφή εξουσίας, ανεξαρτήτως ιδεολογικού χώρου. Ο στόχος της δεν είναι απλώς το γέλιο, αλλά η αφύπνιση, ο προβληματισμός και η αμφισβήτηση του status quo. Προκαλεί το κοινό να σκεφτεί κριτικά για τα κοινά, χωρίς όμως να καταλήγει σε στείρο μηδενισμό.

«Η Καρυάτιδα!» του Γιώργου Καπουτζίδη ευφυώς δε μένει στην επιφανειακή χαρά της επιστροφής ενός μνημείου, αλλά σχολιάζει δηκτικά τον τρόπο με τον οποίο το πολιτικό σύστημα και τα ΜΜΕ σπεύδουν να καπηλευτούν ένα εθνικό γεγονός για ψηφοθηρικούς και επικοινωνιακούς λόγους. Αποκαλύπτει την αντίφαση ανάμεσα στην επιφανειακή πρόβα «εθνικής υπερηφάνειας» και στην παρασκηνιακή μικροπολιτική σκοπιμότητα.

Η σάτιρα εδώ λειτουργεί μέσα από την αμήχανη σύγκρουση: από τη μία πλευρά το «απαστράπτον σύμβολο» του αρχαίου πολιτισμού και από την άλλη τα κωμικοτραγικά αντανακλαστικά, η προχειρότητα και η γραφειοκρατία της σύγχρονης Ελλάδας. Το φαντασιακό μεγαλείο συγκρούεται με τη νεοελληνική καθημερινότητα.

Το κέντρο βάρους της κριτικής δεν πέφτει στους απλούς πολίτες, αλλά στους μηχανισμούς εξουσίας, στους πολιτικούς που ετοιμάζουν λόγους, στα δημοσιογραφικά επιτελεία που στήνουν το «θέαμα» και στη συστηματική τάση της πολιτείας να μετατρέπει μια ιστορική στιγμή σε επικοινωνιακό φιάσκο.

Η πρόθεση του συγγραφέα δεν είναι ο μηδενισμός, αλλά ο καθρέφτης. Το κοινό γελά με τις οικείες παθογένειες, αναγνωρίζοντας ότι η τάση να αυτοϋπονομευόμαστε ως χώρα είναι σχεδόν «εθνικό σπορ».

Παρόλο που το έργο γέρνει δραματουργικά προς τηλεοπτική κωμωδία καταστάσεων, η σκηνοθέτρια Κατερίνα Μαυρογεώργη δημιουργεί το κατάλληλο πλαίσιο και σκηνοθετεί εύστοχα μία σατιρική κωμωδία, δίνοντας τη δυνατότητα στους ηθοποιούς να αναδείξουν το ταλέντο τους.

Η υποκριτική ομάδα συνθέτει ένα άρτιο σύνολο και δίνει την αίσθηση ενός πλήρως ενορχηστρωμένου θεατρικού σχήματος δίνοντας επί σκηνής τον καλύτερό της εαυτό.

Η μοναδική Αγορίτσα Οικονόμου είναι απολαυστική στον ρόλο της υπουργού Πολιτισμού, Αλεξάνδρας Βελλή, ενώ με τον ξεχωριστό Στέλιο Ιακωβίδη, συνθέτουν ένα ταιριαστό και εξαιρετικά κωμικό δίδυμο. Στον ρόλο του βοηθού της Υπουργού Πολιτισμού, τον Παναγιώτη, αποκαλύπτει με ευφυή και θαυμάσιο τρόπο όλες τις αδυναμίες και τις παθογένειες που διατρέχουν το πολιτικό πλαίσιο, ιδίως όταν αυτό καλείται να διαχειριστεί μια τόσο σοβαρή και ευαίσθητη θεσμική θέση.

Ακολουθούν όλοι οι καλοί ηθοποιοί που στελεχώνουν τον θίασο, ως μια πηγή αβίαστου γέλιου με τον άψογο συγχρονισμό τους, τη χημεία που γεννά η καλή συνεργασία, το συνταίριασμα στους τόνους και στο ύφος που απαιτεί το κείμενο.

Τα σκηνικά της Άρτεμης Φλέσσα και τα κοστούμια της Ιφιγένειας Νταουντάκη, εξυπηρετούν τη δράση και την περιοδεία του έργου.

Η μουσική του Larry Gus γεμίζει την παράσταση με ενέργεια και σύγχρονο παλμό. Συνδέει παρελθόν και παρόν με παιχνιδιάρικη διάθεση.

Η Σοφία Πάσχου στη κίνηση προσέδωσε στο θίασο ρυθμό, αρμονία και ένα αίσθημα ελευθερίας, που παρασύρει και το κοινό.

Τέλος, η Βάσια Ατταριάν σχεδίασε τους φωτισμούς σύμφωνα με τις σκηνοθετικές οδηγίες.

«Με αυτήν εδώ βγάζεις είκοσι χιλιάδες κομματάκια! Να μου την έδιναν εμένα, ξέρεις πόσα λεφτά θα μπορούσα να βγάλω που έσπασε; 
Μα αυτή είναι ανεκτίμητη!
Τι ανεκτίμητη βρε κορίτσι μου!; Για ποιόν; Για εσένα; Ρώτα όποιον θέλεις εδώ έξω! Τι θα προτιμούσε μέσα στο σπίτι του; Αυτό το ερείπιο ή πενήντα χιλιάδες ευρώ; Βάζω στοίχημα οτι όλοι θα παίρναν τα λεφτά! 
Εγώ όχι! 
Εσύ είσαι χαζή!» 

Έξυπνη και ιδιαίτερα αστεία είναι η συμμετοχή στο τέλος της παράστασης μέσω προβολής βίντεο του ίδιου του Γιώργου Καπουτζίδη, πλάι στον Αλέξη Κωστάλα, ο οποίος καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης δανείζει τη φωνή του στα ηχητικά μηνύματα που ακούγονται, προσθέτοντας μια έξτρα δόση χιούμορ και αυτοσαρκασμού.

Εν πολλοίς, πρόκειται για μια ευθύβολη -γιατί όχι μαύρη- κωμωδία, σαρκαστική και καυστική, αφιερωμένη στην ιστορικά εγνωσμένη ικανότητα του τόπου μας να μπλέκει σε κωμικοτραγικές καταστάσεις, ένα κείμενο που ξεχειλίζει σπιρτάδα, στοχευμένη κριτική και μπόλικο χιούμορ με την υπογραφή του ευφυούς Γιώργου Καπουτζίδη.

Συντελεστές

Κείμενο: Γιώργος Καπουτζίδης
Σκηνοθεσία: Κατερίνα Μαυρογεώργη
Σύμβουλος δραματουργίας-Καλλιτεχνικός συνεργάτης: Αντώνης Αντωνόπουλος
Σκηνικά: Άρτεμις Φλέσσα
Κοστούμια: Ιφιγένεια Νταουντάκη
Μουσική: Larry Gus
Κίνηση: Σοφία Πάσχου
Φωτισμοί: Βάσια Ατταριάν
Σχεδιασμός βίντεο: Τάσος Γκολέτσος
Δραματολόγος παράστασης: Βιβή Σπαθούλα
Βοηθός σκηνοθέτιδος: Σοφία Σταθάτου
Βοηθός σκηνογράφου: Αγγελική Βασιλοπούλου-Καμπίτση
Βοηθός φωτίστριας: Σεραφείμ Ράδης
Βοηθός ενδυματολόγου: Αλεξάνδρα – Αναστασία Φτούλη
Β βοηθός σκηνοθέτιδος: Κορίνα Βεζυργιάννη
Σχεδιασμός κομμώσεων: Κωνσταντίνος Κολιούσης
Σχεδιασμός μακιγιάζ: Olga Faleichyk
Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή

Παίζουν (με αλφαβητική σειρά): Ασημίνα Αναστασοπούλου, Στέλιος Ιακωβίδης, Στέλιος Ξανθουδάκης, Αγορίτσα Οικονόμου, Δρόσος Σκώτης, Σταμάτης Φακορέλης, Μαρία Φιλίνη

Η παράσταση «Η Καρυάτιδα!» είχε παρουσιαστεί από το Εθνικό Θέατρο για πρώτη φορά
την περίοδο 2024-2025 και σε επανάληψη την περίοδο 2025-2026.
Η νέα παράσταση που βγαίνει σε καλοκαιρινή περιοδεία το 2026 πραγματοποιείται σε
συνεργασία της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ARK PRODUCTIONS E.E. και του Εθνικού Θεάτρου.

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα