Connect with us

Πολιτισμός

Έναρξη 64ου Φεστιβάλ Φιλίππων με Εθνικό Θέατρο και Αριστοφάνη «Ιππείς»

Έναρξη-64ου-Φεστιβάλ-Φιλίππων-με-Εθνικό-Θέατρο-και-Αριστοφάνη-«Ιππείς»

Εξήντα τέσσερα χρόνια Φεστιβάλ Φιλίππων. Ώριμη ηλικία κι εννοώ ότι η ωριμότητα είναι η ικανότητα ενός θεσμού να ανταποκρίνεται στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος, «γνωρίζοντας» με ποιον τρόπο να δράσει , αναλόγως με τις συνθήκες και την κουλτούρα της κοινωνίας στην οποία είναι εντεταγμένο.

Ομολογώ ότι οι άνθρωποι που το διοικούν έχουν καταφέρει εφέτος να καταρτίσουν ένα πλουσιότατο πρόγραμμα υψηλού επιπέδου, με τέχνες και γράμματα που αφορούν στο θέατρο, στην ποίηση, στην αφήγηση, στην μουσική, στη διδασκαλία. Ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός είναι η τιμώμενη προσωπικότητα και οι εκδηλώσεις απλώνονται εφέτος στην πόλη της Καβάλας, ως συμμετοχή του θεσμού στην επέτειο των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση.

Πρώτη παράσταση στο αρχαίο θέατρο Φίλιππων οι «Ιππείς» του Αριστοφάνη από το Εθνικό Θέατρο.

Η κατεξοχήν πολιτική και επίκαιρη κωμωδία του Αριστοφάνη «Ιππείς» διδάχτηκε το 424 π. X. και, εκτός από τη νίκη του στα Λήναια, ήταν και το πρώτο έργο που έφερε την υπογραφή του Αριστοφάνη στη σκηνοθεσία.

Ιππείς σημαίνει, βέβαια, «καβαλάρηδες», όμως στις ελληνικές πόλεις το ιππικό στρατολογούσε άνδρες από τις ευπορότερες τάξεις, διότι αυτές μπορούσαν να συντηρήσουν άλογα. Ο μέσος Αθηναίος αντίκριζε τους «ιππείς», όπως βλέπουμε σήμερα τους αξιωματικούς του στρατού κι όχι τους απλούς πολίτες.

Στόχος του ήταν η διακωμώδηση των διεφθαρμένων πολιτικών και αποτελεί την πιο ωμή πολιτική κωμωδία του. Έργο αλληγορικό με συμβολισμούς, σύγχρονο όσο ποτέ, θεμελιώνει την άποψη πως, όταν σε μια πολιτεία κυριαρχήσει η απάτη, η εξαγορά, η φαυλότητα, η αναξιοκρατία, το ψέμα, η παραπλάνηση, μόνο με τα ίδια μέσα μπορεί να αντιμετωπιστεί η διαφθορά.

Ο Αριστοφάνης δηλώνει την αποστροφή του για τον δημαγωγό Κλέωνα, Παφλαγόνα στο έργο, που μετά τον Περικλή κατείχε την εξουσία στην πόλη της Αθήνας τα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου. Για να χτυπήσει τον φαύλο Κλέωνα, ο ποιητής εφευρίσκει έναν φαυλότερο, ο οποίος και κατατροπώνει τον δημαγωγό.

Το κείμενο, καθαρά πολιτικό, καυτηριάζει την κακοδιαχείριση και τις ατασθαλίες της εξουσίας που οδηγούν τη χώρα στην παρακμή, την εξαθλίωση και τον μαρασμό και προειδοποιεί τους πολίτες κάθε εποχής για τους κινδύνους που ελλοχεύουν στα θεμέλια της Δημοκρατίας.

Οι Ιππείς δεν είναι το καλύτερο έργο του Αριστοφάνη. Ούτε το ποιητικότερο. Αποτελεί, όμως, τον αδυσώπητο λίβελο του νεαρού κωμωδιογράφου– γράφτηκε όταν ο Αριστοφάνης ήταν περίπου 26 ετών- που στηλιτεύει αμείλικτα την πολιτική κατάσταση των δραματικών εκείνων χρόνων και καταφέρεται απροκάλυπτα εναντίον του δημαγωγού Κλέωνα. Και το κάνει οργισμένος με τον τρόπο του φαύλου πολιτικού. Ξεπέφτει στο επίπεδο της αγοράς, του όχλου και της πολιτικής χυδαιότητας, καθώς πίστευε ότι ο καλύτερος τρόπος για να πολεμήσει τον δημαγωγό της λαοσύναξης ήταν να γίνει κι ο ίδιος ένας δημαγωγός της σκηνής. Να ένα παράδειγμα από την μετάφραση του Σωτήρη Κακίση.

«Αλλαντοπώλης: Πράγματι, αξίζει να τ’ ακούσετε όλα.
Τον ακολούθησα, και να ‘μαι κι εγώ στη Βουλή.
Αυτός εκεί μέσα βρόνταγε, σημεία και τέρατα
για τους Ιππείς έλεγε, να σας γκρεμίσει,
να τους πείσει πως είστε συνωμότες φώναζε,
πως σας έπιασε. Κι οι βουλευτές όλοι
τον άκουγαν κι αλλάζανε χρώματα
κι αγρίευαν και σκυθρώπιασαν.
Κι εγώ επειδή κατάλαβα πως θα κατάφερνε
να τους εξαπατήσει με τα λόγια και τα ψέματα,
είπα μέσα μου: «Εμπρός, Απατεώνες και Παλιάνθρωποι,
Αναίσθητοι και Τομάρια και Κακούργοι
κι Αγορά εσύ που μ’ ανέθρεψες, δώσ’ τε μου
τώρα θάρρος και θράσος, ευφράδεια κι ευγλωττία
κι αναίδεια!» Κι όπως έτσι σκεφτόμουνα,
δεξιά δίπλα μου ένας ξεκωλιάρης έκλασε!
Προσευχήθηκα τότε και με τον κώλο κι εγώ το κιγκλίδωμα
έσπρωξα και χύθηκα μέσα κι όσο πιο δυνατά μπορούσα
φώναξα: «Βουλευτές, επειδή μεταφέρω
ευχάριστα μηνύματα, να μιλήσω πρώτος θέλω.
Από τότε που ξέσπασε αυτός ο πόλεμος
μαρίδες τόσο φτηνές δεν έχω ξαναδεί!»
Κι αμέσως τότε τα πρόσωπά τους ηρέμησαν,
και για το καλό νέο αυτό με στεφάνωσαν. Κι εγώ τότε
τους είπα να τρέξουν κρυφά όσο πιο γρήγορα
ν’ αγοράσουν μαρίδες πολλές πάμφθηνες,
τα τελάρα των ψαράδων να τα σηκώσουν όλα.
Κι εκείνοι με χειροκρότησαν, οι χαζοί».

Υπόθεση

Ο Δήμος ο Πυκνίτης (ο λαός της Αθήνας) έχει δύο υπηρέτες: τον Δημοσθένη και τον Νικία – τους γνωστούς πολιτικούς και στρατηγούς- που προσπαθούν να προσφέρουν με τις υπηρεσίες τους ό,τι καλύτερο στον Δήμο- Λαό. Έχει προσλάβει όμως κι έναν άλλον υπηρέτη, τον Παφλαγόνα , που γίνεται ευνοούμενός του και τρομοκρατεί το υπόλοιπο προσωπικό με τρόπο βάναυσο και χυδαίο. Ο Γέρο Δήμος, δυστυχώς, υποκύπτει στις κολακείες και τις δημαγωγίες αυτού του αγύρτη -Παφλαγόνα – Κλέωνα.

Παρά την εισαγωγή του Χορού στην κωμωδία, ως αντίδραση απέναντί του, είναι φανερό ότι ο απατεώνας δεν δύναται να ηττηθεί από μια ανώτερη τάξη αρετής και πνεύματος, όπως αυτή των ιππέων. Ως αποτέλεσμα, οι δύο δούλοι του Δήμου επιλέγουν τον Αλλαντοπώλη, καθώς αυτός θα κυβερνήσει, σύμφωνα με τον χρησμό, ολόκληρη την αθηναϊκή επικράτεια. Οι προαναφερθέντες, Νικίας και Δημοσθένης, οι οποίοι προέρχονται από την ολιγαρχική και δημοκρατική μερίδα αντίστοιχα, συσπειρώνονται απέναντι στον ριζοσπαστικό δημοκράτη με σκοπό την ελευθερία τους από την κακομεταχείριση που υφίστανται. Η απελευθέρωση αντιπροσωπεύει την επιθυμία των καλών ανθρώπων για ειρήνη, η οποία θα βάλει τελεία στον φόβο και στον πόλεμο που επικρατεί στην πόλη. Η εμπλοκή του Κλέωνα στην αστάθεια και τις άσκοπες πολεμικές συρράξεις αποτελούν τον λόγο για τον οποίο σατιρίζεται. Η γελοιοποίησή του εκκινεί από το κωμικό του όνομα «Παφλαγόνας», η ετυμολογία του οποίου αποτελεί μια κατηγορία εναντίον του πολιτικού και προϊδεάζει το κοινό ότι θα παρακολουθήσει μια κατά μέτωπο επίθεση απέναντι σε ένα πρόσωπο. Η παραπομπή στην Παφλαγονία, βόρεια της Φρυγίας, φέρει στον νου το ηχομιμητικό «παφλάζειν» που σημαίνει θορυβώ, κοχλάζω, αναβράζω, ενώ, παράλληλα, υπονοεί την ξενική καταγωγή του Κλέωνα.

Με μια σειρά αντιπαραθέσεων, όπου οι δύο αντίπαλοι ανταλλάσσουν χυδαίες ύβρεις και ανταγωνίζονται σε φαυλότητα, καταλήγουν μπροστά στο Γέρο Δήμο να αναπτύσσουν τα ‘πολιτικά’ τους σχέδια και το πρόγραμμά τους. Ο αγράμματος Αλλαντοπώλης αναδεικνύεται έξοχος δημαγωγός και ξεπερνάει σε κολακείες τον Παφλαγόνα- Κλέωνα. Εκείνος, ηττημένος εγκαταλείπει τον οίκο του Δήμου, ο νέος υπηρέτης του Λαού με μαγικά φίλτρα τον ξανανιώνει και το έργο τελειώνει με χαρές και πανηγύρια.

Η παράσταση

Οι Ιππείς του Εθνικού σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ρήγου είναι, θαρρείς, παράσταση στημένη αμήχανα, χωρίς να κομίζει μια νέα, πρωτότυπη ανάγνωση. Βλέπετε, η εποχή ευνοεί τους δημοφιλείς και πετυχημένους σε συγκεκριμένα μετερίζια να δοκιμάζονται και σε άλλα χωράφια είτε έχουν φαεινές ιδέες είτε αξιοποιούν γνωριμίες. Ζούμε, ευτυχώς θα λέγαμε, σ’ έναν κύκλο εκδημοκρατισμού της έκφρασης, η οποία καταλαμβάνει, ενίοτε, τη θέση της τέχνης κι από μια άποψη δικαιώνει τη φράση: « γιατί αυτός κι όχι εγώ;».

Η μετάφραση του Σωτήρη Κακίση και η σκηνοθεσία -χορογραφία του Κωνσταντίνου Ρήγου εκμεταλλεύτηκαν ανεπαρκώς την ευκαιρία που τους δόθηκε. Οι κειμενικές παρεμβάσεις δεν πρόσφεραν ούτε επικαιρική εμβέλεια ούτε σατιρική νοστιμιά. Δώθε- κείθε πεταμένα τσιτάτα, μια Καρυάτιδα φέρουσα τίτλο καλλιστείων «Miss Brexit» και μια τυπωμένη σκιά από τα 200 χρόνια Ελληνικής Επανάστασης, στήθηκαν ωσάν μπαλωματάκια κουρελούς, που είχε για κρόσσια ευφυολογήματα του συρμού, όπως αγγλικούρες και σπαράγματα από viral προτάσεις πολιτικών. Ο πηγαίος κωμικός οίστρος και η σκηνική ελαφράδα έλειψαν σκηνοθετικά, σκηνογραφικά, ενδυματολογικά (η έμπνευση από αρχαιοελληνικά αγγεία χάθηκε στα ακκίσματα των φερόντων τα κοστούμια), μουσικά, χορογραφικά, αλλά και ερμηνευτικά.

Κυρίαρχο οπτικό στοιχείο δεν υπήρχε. Η έναρξη με τους ηθοποιούς σε ρόλο μελών ομάδας ενόργανης και ρυθμικής γυμναστικής, ως προθέρμανση, προϊδέασε – κατά κάποιον τρόπο – το κοινό για την ιλαρή ατμόσφαιρα που θα ακολουθούσε.

Σ’ ένα σκηνικό πανηγυριού στήθηκαν περιμετρικά της ορχήστρας πλάγιοι ίπποι ενόργανης γυμναστικής, ικανοποιημένη η Θυμέλη από τον Χορό ( άξιος, άξιος!) κι νεοφώτιστος Πάνος Μουζουράκης, ως Δημοσθένης, έκανε φιλότιμες προσπάθειες να στηρίξει τον ρόλο, παρότι έχει ακόμη θέματα με την άρθρωσή του. Συμπαθητική, δημοφιλής δίμετρη φιγούρα, χρειάζεται χρόνο για να εντρυφήσει στον νόμο της παραγωγής της συνείδησης στη σκηνή, που διαρκεί σε όλη τη διάρκεια της παράστασης. Σαφώς, λόγω έλλειψης εμπειρίας και θεατρικής παιδείας. Επαρκής ο Κωνσταντίνος Πλεμμένος- Νικίας.

Ο Χορός – προικισμένοι με πολλά ταλέντα ηθοποιοί, πειθαρχημένοι εργάτες του θεάτρου – βρισκόταν στο πατάρι του σκηνικού και στην ορχήστρα σ’ έναν διαρκή ιλαρό οίστρο. Παρά τις εξαιρετικές του ικανότητες στην υποκριτική, στην κίνηση, στο τραγούδι, παρά την άριστη φυσική κατάσταση των μελών του, έφερε τη σκευή του κενή από «αριστοφανική- δηκτική- σατιρική» επιθυμία, ελέω σκηνοθεσίας, ώστε αδυνατούσε να δείξει ικανό μέγεθος της ύπαρξής του στο καταγγελτικό έργο. Ωστόσο, δεκαέξι γυμνασμένοι, ταλαντούχοι νέοι, άσκησαν ευσυνείδητα τα καθήκοντά τους στη γραμμή του σκηνοθέτη και χορογράφου της παράστασης. Μάλιστα, έδειξαν να διασκεδάζουν υπέρμετρα τις χορογραφίες, σε βαθμό γλεντιού σε rave party. Τουλάχιστον, παρέσυραν το κοινό στην ευθυμία και σκόρπισαν ένα ευεργετικό κέφι στο κοίλο είτε με χιπ -χοπ μουσικές είτε με ραπ είτε με πρωτότυπες.

Περίεργοι κίονες συμβόλιζαν οτιδήποτε αρχέτυπο έλαμψε στο μυαλό του σκηνοθέτη. Όλο το σύνολο βοήθησε μόνο στη σύγκριση τηλεόρασης- θεάτρου, με νικητή αυτόν που ήθελε ο κάθε θεατής.

Ξεχωριστά σημεία της παράστασης, η παρλάτα του Δήμου – Στέλιου Ιακωβίδη στο πατάρι, ο οποίος απέδωσε με ιδιαίτερη δυναμική το πνίγος (φράση που λέγεται με μια ανάσα και σε πολύ γρήγορο ρυθμό), ο μονόλογος της Στεφανίας Γουλιώτη με την επίκληση των Θεών και την προσευχή στον Άνθρωπο και στα Άλογα (ο Ποσειδώνας ήταν θεός αλόγων, αρματοδρομιών και θάλασσας), με ιδιαίτερη αναφορά στο Θέατρο και τις ιέρειές του, ενώ οι «αγώνες» Κλέωνα και Αλλαντοπώλη παρουσιάστηκαν, μάλλον, άνισα με τη δυναμική των Χορικών.

Κορυφαία σκηνή, αυτή του δεύτερου μονολόγου της Στεφανίας Γουλιώτη, ένα έξυπνο κείμενο – παράπονο θνητού προς οποιαδήποτε ωσεί, μονίμως, παρούσα θεότητα της ανθρωπότητας στο πέρασμα των αιώνων, ενώ ταυτόχρονα τη συνόδευε έξοχα ο Κωνσταντίνος Μπιμπής φωνητικά, σιγοτραγουδώντας επιφωνήματα λύπης, απόγνωσης, ικεσίας, πικρίας, σαν νέγρικο μπλουζ, σαν υπόγειο τζαζ, σαν gospel καθολικό, σαν μπαλάντα καρδιάς. Άξιο επαίνου στιγμιότυπο, μια και μοναδική ευφυής στιγμή συνεργασίας όλων των συντελεστών. Μουσική, φωτισμοί, καθοδήγηση, ερμηνείες.

Ο Κώστας Κόκλας είναι συμπαθής στο ευρύ κοινό. Διαθέτει μια αγαπητή μανιέρα, η οποία τον έκανε δημοφιλή και στην τηλεόραση και στο θέατρο, την ξεδίπλωσε κι εδώ ως Κλέων, επευφημήθηκε από το κοινό, το οποίο έφτασε στο κοίλο για να τον απολαύσει, άρα η επένδυση της κρατικής παραγωγής σ’ αυτόν ήταν σωστή.

Ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, έμπειρος, διαφορετικής σχολής κι απολαυστικός όπου τον έχω δει, ερμήνευσε με δεξιότητα έναν πολυσχιδή ήρωα – Αλλαντοπώλη και, προσωπικά, θεωρώ πως ήταν ο σημαντικότερος τροχός του άρματος.

Ο Δήμος (λαός) Στέλιος Ιακωβίδης, ιδιαιτέρως γραφική καρικατούρα στην παράσταση, ηθοποιός με πηγαίο κωμικό ταλέντο, άρεσε στο κοινό.

Η μουσική του Θοδωρή Ρέγκλη χαρούμενη, διασκεδαστική, ενταγμένη στο πλαίσιο ενός πάρτι και, ως εκεί. Αντίθετα, οι φωτισμοί του Χρήστου Τζιόγκα συγκαταλέγονται αβίαστα στα «συν» της παράστασης.

Οι χορογραφίες του Κωνσταντίνου Ρήγου, άλλοτε σχολικής εκδρομής κι άλλοτε απαιτητικές ασκήσεις, διασκέδασαν κοινό και ερμηνευτές.

Το πολιτικό μήνυμα του έργου – ακόμα κι αν δεν ξεπηδούσαν οι εμβόλιμες στο σώμα του κειμένου αναφορές στη σημερινή διαφθορά, στα γνωστά τσιτάτα πολιτικών – είναι σαφέστατο: ο Αριστοφάνης εντόπισε και μετέτρεψε σε ποιητικό, θεατρικό λόγο, προκλητικά σύγχρονο, το αιώνιο δράμα αυτού του τόπου: η χειραγώγηση του Δήμου από αχρείους δημαγωγούς, δήθεν υπηρέτες του, αλλά και η ευθύνη του ίδιου του λαού που παρασύρεται και χειραγωγείται. Εθνική παθογένεια, ανέγγιχτη στο πέρασμα των αιώνων.

Κι αν το 424 π. Χ. το κοινό της Αθήνας, εν μέσω Πελοποννησιακού Πολέμου, έβλεπε ξεκάθαρα στο ρόλο του Παφλαγόνα αποκλειστικά και μόνο τον περίφημο πολεμοχαρή δημαγωγό, το σημερινό κοινό στον απόηχο της οικονομικής κρίσης, μπορεί κάλλιστα να αποδώσει σε αρκετά πρόσωπα της πολιτικής σκηνής των τελευταίων δεκαετιών, τον ρόλο του Κλέωνα.

Τελικά, αποχωρεί από την παράσταση με ένα χαμόγελο ικανοποίησης.

Συντελεστές

Μετάφραση: Σωτήρης Κακίσης
Σκηνοθεσία – Χορογραφία: Κωνσταντίνος Ρήγος
Μουσική: Θοδωρής Ρέγκλης
Σκηνικό: Κωνσταντίνος Ρήγος – Μαίρη Τσαγκάρη
Κοστούμια: Νατάσα Δημητρίου
Φωτισμοί: Χρήστος Τζιόγκας
Συνεργάτις χορογράφου: Μαρκέλλα Μανωλιάδη
Βοηθός σκηνοθέτη: Άγγελος Παναγόπουλος
Mουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Βοηθός σκηνογράφου: Αλέγια Παπαγεωργίου
Β’ Βοηθός σκηνοθέτη: Χριστίνα Στεφανίδη
Βοηθός ενδυματολόγου: Αλίσα Μπουλάτ
Βοηθός ενδυματολόγου: Κατερίνα Κωστάκη
Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά

Διανομή (αλφαβητικά):

Αλλαντοπώλης: Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης

Δήμος: Στέλιος Ιακωβίδης

Κλέων: Κώστας Κόκλας

Δημοσθένης: Πάνος Μουζουράκης

Νικίας: Κωνσταντίνος Πλεμμένος

Kορυφαίοι Χορού: Στεφανία Γουλιώτη, Κωνσταντίνος Μπιμπής (γιουκαλίλι), Γιάννης Χαρίσης

Χορός: Πάρις Αλεξανδρόπουλος, Αλέξανδρος Βαρδαξόγλου, Θάνος Γρίβας (κιθάρα), Πάνος Ζυγούρος (μελόντικα), Κωνσταντίνος Καϊκής, Γιάννης Καράμπαμπας (κιθάρα), Αλκιβιάδης Μαγγόνας (κλαρινέτο), Βασίλης Μπούτσικος (κιθάρα), Γιώργος Πατεράκης (κιθάρα), Κωνσταντίνος Πλεμμένος, Περικλής Σιούντας (μπαγιάν), Γιώργος Σκαρλάτος (ευφώνιο), Αντώνης Σταμόπουλος (κιθάρα).

Μουσικός επί σκηνής: Λαέρτης Μαλκότσης (σαξόφωνο)

Φωτογράφος παράστασης: Πάτροκλος Σκαφίδας

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Συνέχεια ανάγνωσης
Διαφήμιση1
Κάντε κλικ για να σχολιάσετε

You must be logged in to post a comment Login

Γράψτε μας το σχόλιο σας

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Πολιτισμός

Το καθαρό σπίτι της Sarah Ruhl στο θέατρο «Τ»! Επιτέλους, ζωντανό θέατρο!

Το-καθαρό-σπίτι-της-sarah-ruhl-στο-θέατρο-«Τ»!-Επιτέλους,-ζωντανό-θέατρο!

Πρόλογος

Η πολυβραβευμένη Αμερικανή συγγραφέας, υποψήφια το 2005 για βραβείο Pulitzer, Sarah Ruhl, γράφει για την αγάπη, την απώλεια, τις ανατροπές στη ζωή, για τη χαρά και τη θλίψη σε μια ρομαντική κωμωδία με πλούσιο αλλά μαύρο χιούμορ.

Το έργο διαδραματίζεται σ’ αυτό που η συγγραφέας περιγράφει ως “μεταφυσικό Κονέκτικατ”, εννοώντας το σπίτι ενός παντρεμένου ζευγαριού ιατρών.

Πρόκειται για ένα εξαιρετικό δείγμα σύγχρονης γραφής, μία σύνθετη αφήγηση πολλών φωνών που διεισδύουν η μία στην άλλη, που κρίνει η μία την άλλη φωτίζοντας τον ψυχισμό των πέντε προσώπων, αλλά και την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα που καθορίζει τόσο τις επιλογές τους, όσο και τις αντιδράσεις που προκαλούν.

Υπόθεση

Η σύζυγος Λέιν, σοβαρή γιατρός αφοσιωμένη στην καριέρα της, προσλαμβάνει μια ιδιόμορφη Βραζιλιάνα υπηρέτρια. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι η υπηρέτρια, η Ματθίλδη, μισεί να καθαρίζει. Αντίθετα, λαχταρά να γίνει κωμικός.

Η Λέιν εγκαταλείπεται από τον σύζυγό της Τσαρλς για χάρη της ερωμένης του Άνα, μιας παθιασμένης, μεγαλύτερής του Λατίνας, στην οποία είχε κάνει μαστεκτομή.

Η Ματθίλδη, που δεν της αρέσει διόλου να καθαρίζει, λατρεύει να λέει και ν’ ακούει χαριτωμένα αστεία. Η μητέρα της πέθανε, καθώς χαριεντιζόταν με τον πατέρα της, ο οποίος στη συνέχεια αυτοπυροβολήθηκε. Φεύγει από τη Βραζιλία αναζητώντας το τέλειο αστείο, παρότι φοβάται ότι, όταν το βρει, αυτό θα τη σκοτώσει.

Αν και η πλοκή είναι κάπως ιδιόμορφη, επειδή δίνει μέγεθος στις γυναικείες συναναστροφές, είναι πολύ ενδιαφέρουσα. Η Ματθίλδη πιστεύει βαθιά στη δύναμη του γέλιου, το οποίο έχει την ικανότητα να φέρει ανατροπές στα άσχημα και στα δύσκολα. Τελικά, προσλαμβάνεται στο σπίτι των δυο γιατρών. Εξαιτίας της περίεργης εμμονής της, προτιμά να αστειεύεται παρά να εργάζεται. Εύκολα φορτώνει όλες τις δουλειές του σπιτιού στην αδερφή της γιατρού, τη Βιρτζίνια, η οποία υπεραγαπά την καθαριότητα και θεωρεί τη σκόνη – φετίχ μια κινητήρια δύναμη ζωής, εφόσον υποστηρίζει ότι: «αν δεν υπήρχε η σκόνη, νομίζω ότι θα πέθαινα».

Όταν ο σύζυγος Τσαρλς ερωτεύεται την ασθενή του Άνα, το χιούμορ της υπηρέτριας γίνεται σημαντικός καταλύτης στη διαχείριση της έντασης. Επιπλέον, πετυχαίνει να φέρει όλες τις γυναίκες κοντά, για να αλληλοβοηθηθούν, επαληθεύοντας την προφητεία του αισιόδοξου πρωταγωνιστή ότι, «αν οι γυναίκες είχαν πηγαίο χιούμορ, τότε θα υπήρχε περισσότερη δικαιοσύνη στον κόσμο». Αυτό το φεμινιστικό κομμάτι τονίζεται περισσότερο, όταν ο Τσαρλς καταφεύγει σε ηρωισμούς για να σώσει τη ζωή της ερωμένης του και οι εμπλεκόμενες κυρίες στην ιστορία αντιδρούν με απροσδόκητα καλές προθέσεις και με στοργή.

Το μαγευτικό παιχνίδι των απρόσμενων καταστάσεων μάς θυμίζει ότι υπάρχει χιούμορ και ομορφιά στα πιο απίθανα μπερδέματα της ζωής.

Ανάγνωση

Ένα πνευματώδες αστείο που λέγεται στα πορτογαλικά, χωρίς μετάφραση. Μια ανάλυση της έννοιας της ακαταστασίας. Ένα ταξίδι στην Αλάσκα προς εύρεση αντικαρκινικού συγκεκριμένου φαρμάκου και η μέση ηλικία σε όλα τα πρόσωπα. Αυτά τα ασύνδετα, πρωτίστως, «υλικά» δε μοιάζουν με πολλά υποσχόμενα δομικά στοιχεία για μια σύγχρονη αμερικάνικη θεατρική κωμωδία. Ωστόσο, εισπράττουμε με καλοδεχούμενη έκπληξη τη αποτελεσματική σύζευξή τους στη δράση.

Πράγματι, χάρις στην αλχημική φαντασία της Sarah Ruhl, της χαρισματικής συγγραφέως του «The Clean House», αυτή η περίεργη σκευή ιδεών και εικόνων, μαζί με μερικά πιο εξωγενή συστατικά, συγκροτούνται μαγικά για να δημιουργήσουν μία από τις καλύτερες φρέσκιες αμερικανικές κωμωδίες.

Στην αλληγορική κωμωδία της η Ruhl υποστηρίζει ότι τα καλύτερα πράγματα στη ζωή, όπως ένα υπέροχο αστείο, ένας εκπληρωμένος σκοπός, ένας σύντροφος ψυχής, ακόμη κι ένα τέλος στην ώρα του, αξίζουν δεινά και υπομονή περιμένοντάς τα.

Παρόλο που το έργο αντιπαραβάλλει την αμερικανική τάξη με το λατινικό πηγαίο κι αυθόρμητο ταμπεραμέντο, οι πέντε πολύ διαφορετικοί χαρακτήρες σχηματίζουν μια εκπληκτικά αρμονική ροή στα δρώμενα επί σκηνής.

Η παράσταση

Συναντάμε πρώτη τη Ματθίλδη στην έναρξη, τη νεαρή Βραζιλιάνα υπηρέτρια που μισεί να καθαρίζει και προτιμά να αναζητά αστεία. Ενσαρκώνεται φιλότιμα από την Ευγενία Παναγιωτίδου, η οποία φέρνει στη σκηνή τον εσωτερικό πόνο του χαρακτήρα, ενώ προσπαθεί να βρει το τέλειο αστείο για να αντιμετωπίσει την προσωπική της θλίψη.

Η Άννα Σωτηρούδη είναι απόλυτα πιστευτή ως Λέιν. Αρχικά ατάραχη, απαθής, ψύχραιμη σύζυγος και γιατρός. Στη συνέχεια, γυναίκα εύθραυστη κι ευαίσθητη. Η ερμηνεία της ακροβατεί επιδέξια μεταξύ κλάματος και γέλιου.

Ως Βιρτζίνια, αδερφή της Λέιν που βρίσκει νόημα στη ζωή της καθαρίζοντας, η Νανά Παπαγαβριήλ είναι ένα καζάνι που βράζει από καταπιεσμένα συναισθήματα. Οι εκρήξεις στην έκφρασή της συγκροτούν ένα από τα υψηλά κωμικά σημεία του έργου.

Ο Κυριάκος Δανιηλίδης είναι εξαιρετικός ως Τσαρλς, ο σύζυγος χειρουργός, ο οποίος έχει εμπλακεί σε μια σχέση τύπου: «αγάπη με την πρώτη ματιά» με την καρκινοπαθή ασθενή του και βιώνει με εφηβική χαρά τον έρωτά του, πράγμα που τον κάνει από συμπαθή έως αξιαγάπητο, ώστε γρήγορα τού συγχωρούμε την «αμαρτία» της απιστίας. Χαριτωμένη η σκηνή στο βίντεο που τον δείχνει στην παγωμένη Αλάσκα, σε μια απέλπιδα προσπάθεια σωτηρίας της καλής του.

Τέλος, η Ειρήνη Σεβαστοπούλου στον ρόλο της Άνα, μιας αντικομφορμίστριας ασθενούς, είναι απολαυστική και, ίσως, ο πιο «ζωντανός» χαρακτήρας του έργου, που αποδέχεται τα ελαττώματά του αλλά και τις αλήθειες γύρω από τη ζωή και τον θάνατο, αντιμετωπίζοντας κάθε ζοφερή κατάσταση με λεπτό χιούμορ.

Το εξυπηρετικό λευκό σετ της Μαρίας Καραδελόγλου, με τους αντικριστούς καναπέδες του, δεν παρέχει μόνο έναν ατμοσφαιρικό χώρο δράσης, αλλά κι έναν καμβά για τον ταιριαστό φωτισμό του Σωτήρη Ρουμελιώτη, ο οποίος επιμελήθηκε και τα casual κοστούμια της παράστασης. Οι χρωματικές επιλογές ρούχων στους χαρακτήρες και οι λεπτές αλλαγές χρώματος στις σκηνές, στοχεύουνε ευθέως ένα συναισθηματικό επίπεδο. Η αυθεντική μουσική του καταξιωμένου Κώστα Βόμβολου είναι εξαιρετική.

Η σκηνοθέτις Γλυκερία ΚαλαΪτζή έχει κάνει μια θαυμάσια δουλειά, καθώς δεν αρκείται να παρουσιάσει μια έξυπνη σάτιρα των εργασιακών σχέσεων μεταξύ των εργοδοτών και των μεταναστών υπηρετών στη σύγχρονη Αμερική. Η κοινωνιολογία δεν είναι μόνο ένα μικρό νήμα στο πολύχρωμο «ύφασμα» του “The Clean House”, αλλά αποκαλύπτει εκπληκτικές ιδέες, ιδιότροπες εικόνες και στρώματα πλούσιων συναισθημάτων,έτσι όπως εξελίσσεται η υπόθεση κι έτσι όπως – με ισχυρά αντανακλαστικά απέναντι στην κωμωδία – καθοδηγεί εύστοχα τους ηθοποιούς της, ανάμεσα στα εναλλασσόμενα κύματα πραγματικότητας και ονειροπόλησης. Παρά τις φαινομενικά αλαζονικές στάσεις των χαρακτήρων δεν καταλύεται εντελώς ο νατουραλισμός στις αλληλεπιδράσεις τους. Εύρημα χωροχρονικό το πατάρι και η χρήση της κάμερας ως ρεαλιστική μηχανή και ως εσωτερικός μονόλογος προσώπων.

Η μετάφραση της Ευαγγελίας Κιρκινέ συμβάλλει στην επιτυχία, καθώς μας δίνει την πληρότητα με την οποία βλέπει η συγγραφέας τους ήρωές της, όταν όλοι έχουν περίπλοκες εσωτερικές ζωές, όταν αρχίζουν να επηρεάζουν ο ένας τον άλλον με μυστηριώδεις τρόπους.

“Ποιοι είναι αυτοί;” ρωτάει έκπληκτη η υπηρέτρια Ματθίλδη, μπαίνοντας στο σαλόνι της Κυρίας της και βλέποντας ένα άγνωστο ζευγάρι να αγκαλιάζεται. «Ο άντρας μου και η γυναίκα που αγαπά», απαντά η γιατρός Λέιν ψύχραιμα. Η συνειδητά ονειροπόλος υπηρέτρια έχει τη δική της φιλοσοφία: «αν το πάτωμα είναι βρώμικο, κοιτάξτε το ταβάνι». Με άλλα λόγια, το «Καθαρό σπίτι» χαρίζει μια πολύ διασκεδαστική βραδιά και αρκετή τροφή για σκέψη.

Στην παράσταση του θεάτρου « Τ » μπορείτε να απολαύσετε ένα έργο που ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα, ένα έργο που αντιστέκεται στη λογική ανάλυση και, αντί να κάνει ρητορικές ασκήσεις επί σκηνής και να σκορπίσει μερικές βαριές συναισθηματικές εκκλήσεις, χαρίζει διασκεδαστική ευκαιρία επαναπροσδιορισμού της άποψης για τη ζωή και τον θάνατο. Το κοινό πρέπει να ασχοληθεί σοβαρά με τους υπαινιγμούς κάτω από τις λέξεις, ώστε να αξιοποιήσει στο έπακρο αυτήν την ευκαιρία, δηλαδή να συμβιβαστεί με την ιδέα: «ό,τι αρχίζει με ανοικτούς ορίζοντες, τελειώνει με σκοτάδι».

Οι παραστάσεις κάθε Παρασκευή και Σάββατο στις 21,30.Κυριακη στις 20,00

Με την επίδειξη ταυτότητας , πιστοποιητικού εμβολιασμού και η παρακολούθηση υποχρεωτικά με μάσκα.

Συντελεστές

Μετάφραση: Ευαγγελία Κιρκινέ

Σκηνοθεσία: Γλυκερία Καλαϊτζή

Σκηνικά – Κοστούμια: Μαρία Καραδελόγλου

Μουσική: Κώστας Βόμβολος

Κίνηση: Ιωάννα Μήτσικα

Φωτισμοί: Σωτήρης Ρουμελιώτης

Βοηθός σκηνοθέτη: Ελευθερία Καμπαγιοβάνη

Κατασκευή σκηνικού: Γιώργος Μαυρόπουλος

Τεχνική υποστήριξη: Κωνσταντίνος Ξανθόπουλος

Φωτογραφίες: Χρήστος Κυριαζίδης

Γραφιστική επιμέλεια αφίσας: Μαριέττα Πανίδου

Επικοινωνία: Λία Κεσοπούλου

Επί σκηνής

Άννα Σωτηρούδη

Νανά Παπαγαβριήλ

Ευγενία Παναγιωτίδου

Ειρήνη Σεβαστοπούλου

Ανδρική συμμετοχή: Κυριάκος Δανιηλίδης

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Συνέχεια ανάγνωσης

Πολιτισμός

Ευγένιος Ο, Νηλ: «Ταξίδι μιας Μεγάλης Μέρας μέσα στη Νύχτα» από το Κ.Θ.Β.Ε.

Ευγένιος-Ο,-Νηλ:-«Ταξίδι-μιας-Μεγάλης-Μέρας-μέσα-στη-Νύχτα»-από-το-ΚΘΒΕ.

Πρόλογος

Ξεκίνησε στα μέσα Ιουλίου ως συμμετοχή στο φεστιβάλ της Μονής Λαζαριστών, έκανε μια μεγάλη βόλτα σε διάφορες πόλεις της χώρας, παραστάθηκε μπροστά σε χιλιάδες θεατές ως πρόσκληση – πρόκληση κι επέστρεψε στον αύλιο χώρο της Μονής Λαζαριστών , για να κλείσει ένα θερμό ελληνικό καλοκαίρι με την ομίχλη και την υγρασία του Νέου Λονδίνου Κονέκτικατ Αμερικής, όπου διαγραμμίζεται το δράμα της οικογένειας Τάϊρον.

Το επικό έργο του Ευγένιου Ο, Νηλ γράφτηκε το 1941 και θεωρείται ένα από τα κορυφαία κλασικά αριστουργήματα του 20ού αιώνα. Αντανακλώντας την ελληνική τραγωδία, σαν ένα φαύλο, αναπόδραστο οικογενειακό δράμα, δεν εμπεριέχει ευχάριστες ανατροπές ή τη δικαίωση – κάθαρση. Καθένα από τα μέλη της οικογένειας και μέσα από ό,τι θεωρείται ανυπέρβλητη περίσταση, βυθίζεται στην αυτολύπηση, στην παντελή έλλειψη αυτοσεβασμού και στην ανάγκη, ως μονόδρομος, λεκτικών επιθέσεων – κατηγοριών του ενός στον άλλον.

Είναι, ακόμη, μια ζωντανή απεικόνιση της βιωματικής εμπειρίας του συγγραφέα, ο οποίος μεγάλωσε σε μια οικογένεια μ’ έναν πατέρα- αφέντη και, λόγω του αυτοβιογραφικού περιεχομένου του, το απαγόρευσε να δημοσιοποιηθεί κατά τη διάρκεια της ζωής του. Ανέβηκε για πρώτη φορά στη Σουηδία το 1956, τρία χρόνια μετά τον θάνατό του, και μέσα στην ίδια χρονιά στο Broadway, όπου κέρδισε πολλά βραβεία κι ανάμεσά τους ένα «Tony» καλύτερου έργου.

Κάθε φορά που ένα θέατρο ανακοινώνει μια νέα παραγωγή του μεταθανάτιου αριστουργήματος του Ευγένιου Ο, Νηλ, σκιρτώ. Πρόκειται για ένα μακρύ ταξίδι ημέρας μέσα στη νύχτα. Ένα ταξίδι στην κόλαση της δυσλειτουργικής οικογενειακής ζωής που μαστίζεται από τηνχρήση ναρκωτικών, το μεθύσι, την αναπόφευκτη σύγκρουση και την τρέλα που συνοδεύει τον μεγάλο θυμό. Θυμός που εκρήγνυται σε βάρος του εαυτού σου ή σε βάρος άλλων. Θυμός που βγαίνει σε αγαπημένα πρόσωπα αλλά και σε αγνώστους, σε συνεργάτες ή σε γυναίκες ποθητές του αγοραίου έρωτα. Φοβικά γεγονότα.

Αυτό που δεν παύει ποτέ να εκπλήσσει είναι η ιλιγγιώδης συναισθηματική αντίφαση των χαρακτήρων του O’ Νηλ. Μέσα από μια σφιχτή κλασική δομή, αναπηδούν πυροτεχνήματα ανάμεσα στην πραγματικότητα και στην ψευδαίσθηση.

Η υπόθεση

Το έργο εκτυλίσσεται κατά τη διάρκεια μιας ημέρας στη ζωή της οικογένειας Τάιρον σε μια παραθαλάσσια πόλη, το Νέο Λονδίνο, του Κονέκτικατ, το καλοκαίρι του 1912. Ο πατέρας Τζέιμς Τάιρον είναι ένας πολύ επιτυχημένος ηθοποιός, που έχει σφυρηλατήσει μια μακροχρόνια καριέρα στο σανίδι. Ωστόσο, η φιλαργυρία του καταφέρνει οδυνηρά κτυπήματα στην οικογένεια. Η σύζυγος, Μαίρη Τάιρον, βιώνει την πλήρη εξάρτηση από την μορφίνη. Ζει σχεδόν τυλιγμένη σ’ ένα σάβανο πικρών αναμνήσεων και κατηγοριών, οι περισσότερες εκ των οποίων επιβάλλονται από τον σύζυγό της Τζέιμς.

Ο μεγαλύτερος γιος τους, Τζέιμς τζούνιορ , είναι ένας αποτυχημένος ηθοποιός που απολαμβάνει τη ζωή με ποτό και ιερόδουλες, ενώ ο μικρότερος γιος τους Έντμοντ, επιστρέφει από τα καράβια, στα οποία δούλευε ως ναυτικός, για να ανακαλύψει ότι πάσχει από φυματίωση. Όλα τα μέλη της οικογένειας είναι εγωκεντρικά και μεμψίμοιρα, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να αλληλοβοηθηθούν. Κανείς τους δεν έχει καταλάβει τι ακριβώς ζητάει από τη ζωή και αυτό καθιστά την κατάστασή τους όλο και πιοανυπόφορη.Ως εκ τούτου, ένας τοξικός κύκλος ενοχών και εθισμών περικλείει διαρκώς τους ήρωες του έργου, αλλά οι ανατροπές και οι παλινδρομήσεις ανάμεσα στις ατομικές και συλλογικές ευθύνες, αναγκάζουν τον θεατή να «παραδοθεί» στην ψευδαίσθηση της πλοκής και στην βιωματική του πραγματικότητα.

Ο συγγραφέας

Ο Αμερικανός θεατρικός συγγραφέας Ευγένιος Ο, Νηλ, από τους πλέον σημαντικούς του 20ου αιώνα, τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας (1936) και τέσσερις φορές με το βραβείο Πούλιτζερ για τα έργα: “Beyond the horizon” (1920), “Anna Christie” (1922), “Strange Interlude” (1928), “Long day’s journey into night” (1957).

Τρίτος γιός του διάσημου ηθοποιού της εποχής Τζέιμς Ο΄Νηλ και της Έλλα Κουίνλαν, γεννήθηκε σε ξενοδοχείο του Μπρόντγουέι και έζησε τραυματικά παιδικά χρόνια, γεγονός που επηρέασε τόσο την προσωπική του ζωή, όσο και το έργο του. Εισήχθη στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, αποβλήθηκε και δεν επέστρεψε ποτέ. Εργάστηκε ως κλητήρας στη Νέα Υόρκη, έφυγε ως χρυσοθήρας στην Ονδούρα και ταξίδεψε ως ναύτης με εμπορικά πλοία, αποκομίζοντας γνώσεις και παρατηρήσεις ιδιαίτερα χρήσιμες στη σκιαγράφηση των ηρώων του. Αποφασισμένος να αφοσιωθεί στη συγγραφή θεατρικών έργων, εγκατέλειψε την περιπλάνηση και παρακολούθησε τα σχετικά μαθήματα που πρόσφερε το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ.

Το σύνολο του έργου του κατατάσσεται σε τρεις περιόδους: στην πρώιμη ρεαλιστική περίοδο με διακριτές τις εμπειρίες από την προσωπική του περιπλάνηση στον εξπρεσιονισμό, που αρχίζει το 1920, αλλά και με εμφανείς τις φιλοσοφικές επιρροέςτου Νίτσε, τις ψυχαναλυτικές του Φρόυντ και του Γιούνγκ, τις δραματουργικές του Στρίντμπεργκ και, τέλος, στην ώριμη ρεαλιστική περίοδο, με εμφανέστατες τις βαθιές επιρροές από τους Έλληνες τραγικούς.

Τα κείμενα της τελευταίας περιόδου, διαποτισμένα από την τραγική αίσθηση της ζωής του, συνιστούν τα μεγάλα έργα του Ο΄ Νηλ και έγιναν γνωστά στην χώρα μας, κυρίως, από την Κατίνα Παξινού και τον Αλέξη Μινωτή, όπως συνέβη και με το “Ταξίδι μιας μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα” στη συγκεκριμένη απόδοση του Νίκου Γκάτσου.

Η παράσταση

Ο σκηνοθέτης, ακολουθώντας τα βήματα του συγγραφέα, στέκεται με ιδιαίτερη συμπάθεια απέναντι στους τσακισμένους ήρωες. Η παράσταση δε φιλοδοξεί να κάνει τίποτε άλλο από το να αναδείξει τις σχέσεις των μελών της οικογένειας σε όλον τον βασανισμένο κύκλο άρνησης ανάληψης ευθυνών τους. Και το επιτυγχάνει σε αξιόλογο βαθμό. Το ταξίδι μεγάλο, εξοντωτικό, μοιάζει ατελείωτο και απαιτεί προσήλωση, υπομονή, αντοχή εκ μέρους του θεατή. Ωστόσο, χρειάζεται ο πολύς χρόνος σ’ αυτή τη διαδρομή, για να καταλυθούν οι αντιστάσεις, να αναδυθεί το απέραντο τοπίο θλίψης, αγωνίας και συγχώρεσης σε μια οικογένεια που ταλανίζεται από ενοχές, καθόλου μικρά καθημερινά εγκλήματα, χρονικά και συναισθηματικά πισωγυρίσματα, αλληλοκατηγορίες και, που όμως, παραμένει με όλα αυτά μια σφιχτοδεμένη οικογένεια. Θα πρέπει να πω ότι η σκηνοθεσία τόλμησε να περικόψει το τεράστιο κείμενο που είναι θαμμένο κυριολεκτικά στην πολυλογία, χωρίς να του στερήσει τους γλυκόπικρους χυμούς του.

Οι χαρακτήρες του έργου είναι απογυμνωμένοι με ανοικτίρμονα ευθύτητα από κάθε είδους συμβατική αισθηματολογία. Οι σκηνές είναι στυγνές και δυνατές, ο χρόνος ενιαίος, ο τόπος το ίδιο. Οι διάλογοι αψείς, σχεδόν σκαιοί, καταλυτικοί. Το δράμα προχωρεί από σκηνή σε σκηνή με ανηλεή ρυθμό που φτάνει προς το τέλος σε μια υπνωτισμένη φρενίτιδα, σάμπως η εφιαλτική περιπέτεια να’ χει συμβεί στο χείλος της λησμοσύνης.

Οφείλω να ομολογήσω ότι με ελκύει η σκοτεινή πλευρά των πραγμάτων και αυτό το έργο προσφέρει πολύ θάμπος και βαριές σκιές. Όταν ερμηνεύεται από μια επαγγελματική ομάδα ηθοποιών, που μπορούν να χειριστούν το σκοτάδι με τη δική τους εσωτερική λάμψη, φωτίζοντας τους χαρακτήρες και επιτυγχάνοντας μια φυσικότητα, παρά τη σκληρότητα που αυτοί αποπνέουν, οι ώρες περνούν σαν μια βόλτα σε απότομη πλαγιά λόφου, μ’ έναν άνεμο στην πλάτη σου.

Ως εθισμένη στη μορφίνη Mαίρη Κάβαν Τάιρον – Βέρα Κρούσκα, φέρνει εκπληκτικά χρώματα στον ρόλο μιας γυναίκας που ξανοίγει την ομίχλη που μπαίνει από παντού στο σπίτι. Δεν μπορείς να πάρεις τα μάτια σου από πάνω της, επειδή αναγνωρίζει ότι το ταξίδι του τίτλου είναι δικαίως δικό της και ότι οι άντρες τής ιστορίας είναι υποδεέστεροί της, έστω κι αν δείχνουν οργισμένοι, θλιμμένοι, εγωιστές αλλά είναι ανίκανοι μάρτυρές της. Έτσι, λοιπόν, η Μαίρη- Βέρα Κρούσκα είναι μια απελπισμένη μαχήτρια, αμυντική και χειριστική. Κι όχι μόνο. Είναι ποθητή αλλά και τρομαχτική, μοναχική, περήφανη, μοχθηρή και μπερδεμένη, αλλά πάνω απ’ όλα είναι δέσμια μιας εξάρτησης. Πολυκύμαντη η φωνή της, τη χρησιμοποιεί σαν μουσικό απαλό όργανο και φινετσάτο, ζεστό και μητρικό, στη συνέχεια αγκαθωτό και βάναυσο σαν να ξεβράζει λέξεις από ένα απύθμενο πηγάδι απελπισίας και, στο τέλος, σαν άηχη κραυγή αναχώρησης με εισιτήριο τις μνήμες.

Ο Πέρης Μιχαηλίδης υποδύεται τον σύζυγό της Τζέιμς, με συγκρατημένη αντοχή στις συνεχείς διακυμάνσεις ενός αλλοπρόσαλλου χαρακτήρα και με συμπαθητική αυτοσυγκράτηση στο ζοφερό οικογενειακό τοπίο. Ενίοτε, καταφέρνει να μετατρέπεται από ανθρώπινο ζεστό σύζυγο σε απάνθρωπο άγριο πατριάρχη.

Καθώς είναι διαλυμένος από τον έκκλητο βίο του, ο μεγαλύτερος γιος Τζέημς τζούνιορ, ενσαρκώνεται από τον Θανάση Σαράντο, ο οποίος γεμίζει την αποκορυφωμένη μεθυσμένη σκηνή του με έντονο σκοτεινό χιούμορ και με απρόθυμη, επιδερμική τρυφερότητα προς τον καχεκτικό μικρότερο αδερφό του, Έντμουντ – Χρήστο Διαμαντούδη.

Ως Έντμουντ ο Διαμαντούδης είναι μια επιπόλαιη προσωπικότητα. Η σπουδή του, η σάπια οικογενειακή υποδομή και η ασθένειά του μεταφέρονται στη σκηνή με ακρίβεια.

Η Σταυριάνα Παπαδάκη είναι η υπηρέτρια και ό,τι δήλωσε η ίδια πριν από την παράσταση, αυτό ακριβώς είναι και στον ρόλο: «αφελής, συμπονετική, μοναχική, με τσαγανό και ευαισθησία, φλύαρη κι ανυπόμονη, η ιρλανδή μετανάστρια Καθλίν με τις φωναχτές σκέψεις, υπηρετώντας το βαρύ τοπίο στο εξοχικό των Τάϊρον, είναι η μόνη υγιής, φωτεινή και κάποτε κωμική πινελιά του έργου».

Η σκηνογραφία της Άσης Δημητροπούλου φέρνει μια καλοκαιρινή εξοχική κατοικία, ξεθωριασμένη από τον χρόνο και ποτισμένη από την ομίχλη σκληρών αντιπαραθέσεων που τυλίγουν τα πρόσωπα. Οι σκάλες που οδηγούν στο επάνω δωμάτιο είναι μια σκοτεινή εξωπραγματική απόχρωση και χαρίζει την αίσθηση ωκεανού που ξεθωριάζει σε ένα κανονικό ξύλινο πάτωμα. Έξω από τους γυάλινους τοίχους του σαλονιού, το Νέο Λονδίνο του Κονέκτικατ μοιάζει με την Αρκτική, καθώς τα φώτα του Λευτέρη Παυλόπουλου δημιουργούν ένα σταθερό εφέ εντυπωσιακού σέλαος .

Η παράσταση, εν τέλει, είναι ένα ευπρόσδεκτο άγγιγμα ψυχής σε ένα έργο που, αν παρασταθεί σωστά, δίνει την αίσθηση ότι ο Ο’Νηλ, παρέχοντας ένα αναπάντεχο πορτρέτο της οικογένειάς του, ζητά τη μεταθανάτια συγχώρεση τους.

Ταυτότητα Παραγωγής:

Απόδοση: Νίκος Γκάτσος

Σκηνοθεσία- Δραματουργική επεξεργασία: Θανάσης Σαράντος

Σκηνικά: Άση Δημητρολοπούλου

Κοστούμια: Μπιάνκα Νικολαρεϊζη

Μουσική: Κώστας Ευαγγελίδης

Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος

Επιμέλεια Βίντεο: Άντα Λιάκου

Βοηθός σκηνοθέτη: Παναγιώτης Γκιζώτης, Γιάννης Γκρέζιος

Δραματουργική συνεργασία: Μάρκος Τσούμας

Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Δανάη Πανά

Οργάνωση παραγωγής: Εύα Κουμανδράκη

Οδηγός σκηνής: Καλλιόπη Παπαθανασίου

Φωτογράφιση παράστασης: Τάσος Θώμογλου

Σχεδιασμός αφίσας: Σιμώνη Γρηγορουδη

Διανομή (κατά σειρά εμφάνισης):

Πέρης Μιχαηλίδης (Τζέιμς Τάιρον)

Βέρα Κρούσκα (Μαίρη Κάβαν Τάιρον)

Θανάσης Σαράντος (Τζέιμς Τάιρον Τζούνιορ)

Χρήστος Διαμαντούδης (Έντμοντ Τάιρον)

Σταυριάνα Παπαδάκη (Κάθλιν)

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Συνέχεια ανάγνωσης

Πολιτισμός

“Εμείς και οι άλλοι”. Το νέο μυθιστόρημα του Γιάννη Στρουμπούλη

“Εμείς-και-οι-άλλοι”.-Το-νέο-μυθιστόρημα-του-Γιάννη-Στρουμπούλη

Εκτός από το να ψυχαγωγηθείτε, ο Γιάννης Στρουμπούλης, μέσα από το νέο του μυθιστόρημα σας ζητά αυτή τη φορά και να προβληματιστείτε.

Εμείς σαν KavalaWebNews.gr του ευχόμαστε όπως και τα άλλα βιβλία του, να είναι καλοτάξιδο!

Πηγή: KavalaWebNews

Συνέχεια ανάγνωσης
Διαφήμιση1

Προτεινόμενα