Connect with us

Πολιτισμός

Έναρξη 64ου Φεστιβάλ Φιλίππων με Εθνικό Θέατρο και Αριστοφάνη «Ιππείς»

Έναρξη-64ου-Φεστιβάλ-Φιλίππων-με-Εθνικό-Θέατρο-και-Αριστοφάνη-«Ιππείς»

Εξήντα τέσσερα χρόνια Φεστιβάλ Φιλίππων. Ώριμη ηλικία κι εννοώ ότι η ωριμότητα είναι η ικανότητα ενός θεσμού να ανταποκρίνεται στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος, «γνωρίζοντας» με ποιον τρόπο να δράσει , αναλόγως με τις συνθήκες και την κουλτούρα της κοινωνίας στην οποία είναι εντεταγμένο.

Ομολογώ ότι οι άνθρωποι που το διοικούν έχουν καταφέρει εφέτος να καταρτίσουν ένα πλουσιότατο πρόγραμμα υψηλού επιπέδου, με τέχνες και γράμματα που αφορούν στο θέατρο, στην ποίηση, στην αφήγηση, στην μουσική, στη διδασκαλία. Ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός είναι η τιμώμενη προσωπικότητα και οι εκδηλώσεις απλώνονται εφέτος στην πόλη της Καβάλας, ως συμμετοχή του θεσμού στην επέτειο των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση.

Πρώτη παράσταση στο αρχαίο θέατρο Φίλιππων οι «Ιππείς» του Αριστοφάνη από το Εθνικό Θέατρο.

Η κατεξοχήν πολιτική και επίκαιρη κωμωδία του Αριστοφάνη «Ιππείς» διδάχτηκε το 424 π. X. και, εκτός από τη νίκη του στα Λήναια, ήταν και το πρώτο έργο που έφερε την υπογραφή του Αριστοφάνη στη σκηνοθεσία.

Ιππείς σημαίνει, βέβαια, «καβαλάρηδες», όμως στις ελληνικές πόλεις το ιππικό στρατολογούσε άνδρες από τις ευπορότερες τάξεις, διότι αυτές μπορούσαν να συντηρήσουν άλογα. Ο μέσος Αθηναίος αντίκριζε τους «ιππείς», όπως βλέπουμε σήμερα τους αξιωματικούς του στρατού κι όχι τους απλούς πολίτες.

Στόχος του ήταν η διακωμώδηση των διεφθαρμένων πολιτικών και αποτελεί την πιο ωμή πολιτική κωμωδία του. Έργο αλληγορικό με συμβολισμούς, σύγχρονο όσο ποτέ, θεμελιώνει την άποψη πως, όταν σε μια πολιτεία κυριαρχήσει η απάτη, η εξαγορά, η φαυλότητα, η αναξιοκρατία, το ψέμα, η παραπλάνηση, μόνο με τα ίδια μέσα μπορεί να αντιμετωπιστεί η διαφθορά.

Ο Αριστοφάνης δηλώνει την αποστροφή του για τον δημαγωγό Κλέωνα, Παφλαγόνα στο έργο, που μετά τον Περικλή κατείχε την εξουσία στην πόλη της Αθήνας τα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου. Για να χτυπήσει τον φαύλο Κλέωνα, ο ποιητής εφευρίσκει έναν φαυλότερο, ο οποίος και κατατροπώνει τον δημαγωγό.

Το κείμενο, καθαρά πολιτικό, καυτηριάζει την κακοδιαχείριση και τις ατασθαλίες της εξουσίας που οδηγούν τη χώρα στην παρακμή, την εξαθλίωση και τον μαρασμό και προειδοποιεί τους πολίτες κάθε εποχής για τους κινδύνους που ελλοχεύουν στα θεμέλια της Δημοκρατίας.

Οι Ιππείς δεν είναι το καλύτερο έργο του Αριστοφάνη. Ούτε το ποιητικότερο. Αποτελεί, όμως, τον αδυσώπητο λίβελο του νεαρού κωμωδιογράφου– γράφτηκε όταν ο Αριστοφάνης ήταν περίπου 26 ετών- που στηλιτεύει αμείλικτα την πολιτική κατάσταση των δραματικών εκείνων χρόνων και καταφέρεται απροκάλυπτα εναντίον του δημαγωγού Κλέωνα. Και το κάνει οργισμένος με τον τρόπο του φαύλου πολιτικού. Ξεπέφτει στο επίπεδο της αγοράς, του όχλου και της πολιτικής χυδαιότητας, καθώς πίστευε ότι ο καλύτερος τρόπος για να πολεμήσει τον δημαγωγό της λαοσύναξης ήταν να γίνει κι ο ίδιος ένας δημαγωγός της σκηνής. Να ένα παράδειγμα από την μετάφραση του Σωτήρη Κακίση.

«Αλλαντοπώλης: Πράγματι, αξίζει να τ’ ακούσετε όλα.
Τον ακολούθησα, και να ‘μαι κι εγώ στη Βουλή.
Αυτός εκεί μέσα βρόνταγε, σημεία και τέρατα
για τους Ιππείς έλεγε, να σας γκρεμίσει,
να τους πείσει πως είστε συνωμότες φώναζε,
πως σας έπιασε. Κι οι βουλευτές όλοι
τον άκουγαν κι αλλάζανε χρώματα
κι αγρίευαν και σκυθρώπιασαν.
Κι εγώ επειδή κατάλαβα πως θα κατάφερνε
να τους εξαπατήσει με τα λόγια και τα ψέματα,
είπα μέσα μου: «Εμπρός, Απατεώνες και Παλιάνθρωποι,
Αναίσθητοι και Τομάρια και Κακούργοι
κι Αγορά εσύ που μ’ ανέθρεψες, δώσ’ τε μου
τώρα θάρρος και θράσος, ευφράδεια κι ευγλωττία
κι αναίδεια!» Κι όπως έτσι σκεφτόμουνα,
δεξιά δίπλα μου ένας ξεκωλιάρης έκλασε!
Προσευχήθηκα τότε και με τον κώλο κι εγώ το κιγκλίδωμα
έσπρωξα και χύθηκα μέσα κι όσο πιο δυνατά μπορούσα
φώναξα: «Βουλευτές, επειδή μεταφέρω
ευχάριστα μηνύματα, να μιλήσω πρώτος θέλω.
Από τότε που ξέσπασε αυτός ο πόλεμος
μαρίδες τόσο φτηνές δεν έχω ξαναδεί!»
Κι αμέσως τότε τα πρόσωπά τους ηρέμησαν,
και για το καλό νέο αυτό με στεφάνωσαν. Κι εγώ τότε
τους είπα να τρέξουν κρυφά όσο πιο γρήγορα
ν’ αγοράσουν μαρίδες πολλές πάμφθηνες,
τα τελάρα των ψαράδων να τα σηκώσουν όλα.
Κι εκείνοι με χειροκρότησαν, οι χαζοί».

Υπόθεση

Ο Δήμος ο Πυκνίτης (ο λαός της Αθήνας) έχει δύο υπηρέτες: τον Δημοσθένη και τον Νικία – τους γνωστούς πολιτικούς και στρατηγούς- που προσπαθούν να προσφέρουν με τις υπηρεσίες τους ό,τι καλύτερο στον Δήμο- Λαό. Έχει προσλάβει όμως κι έναν άλλον υπηρέτη, τον Παφλαγόνα , που γίνεται ευνοούμενός του και τρομοκρατεί το υπόλοιπο προσωπικό με τρόπο βάναυσο και χυδαίο. Ο Γέρο Δήμος, δυστυχώς, υποκύπτει στις κολακείες και τις δημαγωγίες αυτού του αγύρτη -Παφλαγόνα – Κλέωνα.

Παρά την εισαγωγή του Χορού στην κωμωδία, ως αντίδραση απέναντί του, είναι φανερό ότι ο απατεώνας δεν δύναται να ηττηθεί από μια ανώτερη τάξη αρετής και πνεύματος, όπως αυτή των ιππέων. Ως αποτέλεσμα, οι δύο δούλοι του Δήμου επιλέγουν τον Αλλαντοπώλη, καθώς αυτός θα κυβερνήσει, σύμφωνα με τον χρησμό, ολόκληρη την αθηναϊκή επικράτεια. Οι προαναφερθέντες, Νικίας και Δημοσθένης, οι οποίοι προέρχονται από την ολιγαρχική και δημοκρατική μερίδα αντίστοιχα, συσπειρώνονται απέναντι στον ριζοσπαστικό δημοκράτη με σκοπό την ελευθερία τους από την κακομεταχείριση που υφίστανται. Η απελευθέρωση αντιπροσωπεύει την επιθυμία των καλών ανθρώπων για ειρήνη, η οποία θα βάλει τελεία στον φόβο και στον πόλεμο που επικρατεί στην πόλη. Η εμπλοκή του Κλέωνα στην αστάθεια και τις άσκοπες πολεμικές συρράξεις αποτελούν τον λόγο για τον οποίο σατιρίζεται. Η γελοιοποίησή του εκκινεί από το κωμικό του όνομα «Παφλαγόνας», η ετυμολογία του οποίου αποτελεί μια κατηγορία εναντίον του πολιτικού και προϊδεάζει το κοινό ότι θα παρακολουθήσει μια κατά μέτωπο επίθεση απέναντι σε ένα πρόσωπο. Η παραπομπή στην Παφλαγονία, βόρεια της Φρυγίας, φέρει στον νου το ηχομιμητικό «παφλάζειν» που σημαίνει θορυβώ, κοχλάζω, αναβράζω, ενώ, παράλληλα, υπονοεί την ξενική καταγωγή του Κλέωνα.

Με μια σειρά αντιπαραθέσεων, όπου οι δύο αντίπαλοι ανταλλάσσουν χυδαίες ύβρεις και ανταγωνίζονται σε φαυλότητα, καταλήγουν μπροστά στο Γέρο Δήμο να αναπτύσσουν τα ‘πολιτικά’ τους σχέδια και το πρόγραμμά τους. Ο αγράμματος Αλλαντοπώλης αναδεικνύεται έξοχος δημαγωγός και ξεπερνάει σε κολακείες τον Παφλαγόνα- Κλέωνα. Εκείνος, ηττημένος εγκαταλείπει τον οίκο του Δήμου, ο νέος υπηρέτης του Λαού με μαγικά φίλτρα τον ξανανιώνει και το έργο τελειώνει με χαρές και πανηγύρια.

Η παράσταση

Οι Ιππείς του Εθνικού σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ρήγου είναι, θαρρείς, παράσταση στημένη αμήχανα, χωρίς να κομίζει μια νέα, πρωτότυπη ανάγνωση. Βλέπετε, η εποχή ευνοεί τους δημοφιλείς και πετυχημένους σε συγκεκριμένα μετερίζια να δοκιμάζονται και σε άλλα χωράφια είτε έχουν φαεινές ιδέες είτε αξιοποιούν γνωριμίες. Ζούμε, ευτυχώς θα λέγαμε, σ’ έναν κύκλο εκδημοκρατισμού της έκφρασης, η οποία καταλαμβάνει, ενίοτε, τη θέση της τέχνης κι από μια άποψη δικαιώνει τη φράση: « γιατί αυτός κι όχι εγώ;».

Η μετάφραση του Σωτήρη Κακίση και η σκηνοθεσία -χορογραφία του Κωνσταντίνου Ρήγου εκμεταλλεύτηκαν ανεπαρκώς την ευκαιρία που τους δόθηκε. Οι κειμενικές παρεμβάσεις δεν πρόσφεραν ούτε επικαιρική εμβέλεια ούτε σατιρική νοστιμιά. Δώθε- κείθε πεταμένα τσιτάτα, μια Καρυάτιδα φέρουσα τίτλο καλλιστείων «Miss Brexit» και μια τυπωμένη σκιά από τα 200 χρόνια Ελληνικής Επανάστασης, στήθηκαν ωσάν μπαλωματάκια κουρελούς, που είχε για κρόσσια ευφυολογήματα του συρμού, όπως αγγλικούρες και σπαράγματα από viral προτάσεις πολιτικών. Ο πηγαίος κωμικός οίστρος και η σκηνική ελαφράδα έλειψαν σκηνοθετικά, σκηνογραφικά, ενδυματολογικά (η έμπνευση από αρχαιοελληνικά αγγεία χάθηκε στα ακκίσματα των φερόντων τα κοστούμια), μουσικά, χορογραφικά, αλλά και ερμηνευτικά.

Κυρίαρχο οπτικό στοιχείο δεν υπήρχε. Η έναρξη με τους ηθοποιούς σε ρόλο μελών ομάδας ενόργανης και ρυθμικής γυμναστικής, ως προθέρμανση, προϊδέασε – κατά κάποιον τρόπο – το κοινό για την ιλαρή ατμόσφαιρα που θα ακολουθούσε.

Σ’ ένα σκηνικό πανηγυριού στήθηκαν περιμετρικά της ορχήστρας πλάγιοι ίπποι ενόργανης γυμναστικής, ικανοποιημένη η Θυμέλη από τον Χορό ( άξιος, άξιος!) κι νεοφώτιστος Πάνος Μουζουράκης, ως Δημοσθένης, έκανε φιλότιμες προσπάθειες να στηρίξει τον ρόλο, παρότι έχει ακόμη θέματα με την άρθρωσή του. Συμπαθητική, δημοφιλής δίμετρη φιγούρα, χρειάζεται χρόνο για να εντρυφήσει στον νόμο της παραγωγής της συνείδησης στη σκηνή, που διαρκεί σε όλη τη διάρκεια της παράστασης. Σαφώς, λόγω έλλειψης εμπειρίας και θεατρικής παιδείας. Επαρκής ο Κωνσταντίνος Πλεμμένος- Νικίας.

Ο Χορός – προικισμένοι με πολλά ταλέντα ηθοποιοί, πειθαρχημένοι εργάτες του θεάτρου – βρισκόταν στο πατάρι του σκηνικού και στην ορχήστρα σ’ έναν διαρκή ιλαρό οίστρο. Παρά τις εξαιρετικές του ικανότητες στην υποκριτική, στην κίνηση, στο τραγούδι, παρά την άριστη φυσική κατάσταση των μελών του, έφερε τη σκευή του κενή από «αριστοφανική- δηκτική- σατιρική» επιθυμία, ελέω σκηνοθεσίας, ώστε αδυνατούσε να δείξει ικανό μέγεθος της ύπαρξής του στο καταγγελτικό έργο. Ωστόσο, δεκαέξι γυμνασμένοι, ταλαντούχοι νέοι, άσκησαν ευσυνείδητα τα καθήκοντά τους στη γραμμή του σκηνοθέτη και χορογράφου της παράστασης. Μάλιστα, έδειξαν να διασκεδάζουν υπέρμετρα τις χορογραφίες, σε βαθμό γλεντιού σε rave party. Τουλάχιστον, παρέσυραν το κοινό στην ευθυμία και σκόρπισαν ένα ευεργετικό κέφι στο κοίλο είτε με χιπ -χοπ μουσικές είτε με ραπ είτε με πρωτότυπες.

Περίεργοι κίονες συμβόλιζαν οτιδήποτε αρχέτυπο έλαμψε στο μυαλό του σκηνοθέτη. Όλο το σύνολο βοήθησε μόνο στη σύγκριση τηλεόρασης- θεάτρου, με νικητή αυτόν που ήθελε ο κάθε θεατής.

Ξεχωριστά σημεία της παράστασης, η παρλάτα του Δήμου – Στέλιου Ιακωβίδη στο πατάρι, ο οποίος απέδωσε με ιδιαίτερη δυναμική το πνίγος (φράση που λέγεται με μια ανάσα και σε πολύ γρήγορο ρυθμό), ο μονόλογος της Στεφανίας Γουλιώτη με την επίκληση των Θεών και την προσευχή στον Άνθρωπο και στα Άλογα (ο Ποσειδώνας ήταν θεός αλόγων, αρματοδρομιών και θάλασσας), με ιδιαίτερη αναφορά στο Θέατρο και τις ιέρειές του, ενώ οι «αγώνες» Κλέωνα και Αλλαντοπώλη παρουσιάστηκαν, μάλλον, άνισα με τη δυναμική των Χορικών.

Κορυφαία σκηνή, αυτή του δεύτερου μονολόγου της Στεφανίας Γουλιώτη, ένα έξυπνο κείμενο – παράπονο θνητού προς οποιαδήποτε ωσεί, μονίμως, παρούσα θεότητα της ανθρωπότητας στο πέρασμα των αιώνων, ενώ ταυτόχρονα τη συνόδευε έξοχα ο Κωνσταντίνος Μπιμπής φωνητικά, σιγοτραγουδώντας επιφωνήματα λύπης, απόγνωσης, ικεσίας, πικρίας, σαν νέγρικο μπλουζ, σαν υπόγειο τζαζ, σαν gospel καθολικό, σαν μπαλάντα καρδιάς. Άξιο επαίνου στιγμιότυπο, μια και μοναδική ευφυής στιγμή συνεργασίας όλων των συντελεστών. Μουσική, φωτισμοί, καθοδήγηση, ερμηνείες.

Ο Κώστας Κόκλας είναι συμπαθής στο ευρύ κοινό. Διαθέτει μια αγαπητή μανιέρα, η οποία τον έκανε δημοφιλή και στην τηλεόραση και στο θέατρο, την ξεδίπλωσε κι εδώ ως Κλέων, επευφημήθηκε από το κοινό, το οποίο έφτασε στο κοίλο για να τον απολαύσει, άρα η επένδυση της κρατικής παραγωγής σ’ αυτόν ήταν σωστή.

Ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, έμπειρος, διαφορετικής σχολής κι απολαυστικός όπου τον έχω δει, ερμήνευσε με δεξιότητα έναν πολυσχιδή ήρωα – Αλλαντοπώλη και, προσωπικά, θεωρώ πως ήταν ο σημαντικότερος τροχός του άρματος.

Ο Δήμος (λαός) Στέλιος Ιακωβίδης, ιδιαιτέρως γραφική καρικατούρα στην παράσταση, ηθοποιός με πηγαίο κωμικό ταλέντο, άρεσε στο κοινό.

Η μουσική του Θοδωρή Ρέγκλη χαρούμενη, διασκεδαστική, ενταγμένη στο πλαίσιο ενός πάρτι και, ως εκεί. Αντίθετα, οι φωτισμοί του Χρήστου Τζιόγκα συγκαταλέγονται αβίαστα στα «συν» της παράστασης.

Οι χορογραφίες του Κωνσταντίνου Ρήγου, άλλοτε σχολικής εκδρομής κι άλλοτε απαιτητικές ασκήσεις, διασκέδασαν κοινό και ερμηνευτές.

Το πολιτικό μήνυμα του έργου – ακόμα κι αν δεν ξεπηδούσαν οι εμβόλιμες στο σώμα του κειμένου αναφορές στη σημερινή διαφθορά, στα γνωστά τσιτάτα πολιτικών – είναι σαφέστατο: ο Αριστοφάνης εντόπισε και μετέτρεψε σε ποιητικό, θεατρικό λόγο, προκλητικά σύγχρονο, το αιώνιο δράμα αυτού του τόπου: η χειραγώγηση του Δήμου από αχρείους δημαγωγούς, δήθεν υπηρέτες του, αλλά και η ευθύνη του ίδιου του λαού που παρασύρεται και χειραγωγείται. Εθνική παθογένεια, ανέγγιχτη στο πέρασμα των αιώνων.

Κι αν το 424 π. Χ. το κοινό της Αθήνας, εν μέσω Πελοποννησιακού Πολέμου, έβλεπε ξεκάθαρα στο ρόλο του Παφλαγόνα αποκλειστικά και μόνο τον περίφημο πολεμοχαρή δημαγωγό, το σημερινό κοινό στον απόηχο της οικονομικής κρίσης, μπορεί κάλλιστα να αποδώσει σε αρκετά πρόσωπα της πολιτικής σκηνής των τελευταίων δεκαετιών, τον ρόλο του Κλέωνα.

Τελικά, αποχωρεί από την παράσταση με ένα χαμόγελο ικανοποίησης.

Συντελεστές

Μετάφραση: Σωτήρης Κακίσης
Σκηνοθεσία – Χορογραφία: Κωνσταντίνος Ρήγος
Μουσική: Θοδωρής Ρέγκλης
Σκηνικό: Κωνσταντίνος Ρήγος – Μαίρη Τσαγκάρη
Κοστούμια: Νατάσα Δημητρίου
Φωτισμοί: Χρήστος Τζιόγκας
Συνεργάτις χορογράφου: Μαρκέλλα Μανωλιάδη
Βοηθός σκηνοθέτη: Άγγελος Παναγόπουλος
Mουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Βοηθός σκηνογράφου: Αλέγια Παπαγεωργίου
Β’ Βοηθός σκηνοθέτη: Χριστίνα Στεφανίδη
Βοηθός ενδυματολόγου: Αλίσα Μπουλάτ
Βοηθός ενδυματολόγου: Κατερίνα Κωστάκη
Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά

Διανομή (αλφαβητικά):

Αλλαντοπώλης: Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης

Δήμος: Στέλιος Ιακωβίδης

Κλέων: Κώστας Κόκλας

Δημοσθένης: Πάνος Μουζουράκης

Νικίας: Κωνσταντίνος Πλεμμένος

Kορυφαίοι Χορού: Στεφανία Γουλιώτη, Κωνσταντίνος Μπιμπής (γιουκαλίλι), Γιάννης Χαρίσης

Χορός: Πάρις Αλεξανδρόπουλος, Αλέξανδρος Βαρδαξόγλου, Θάνος Γρίβας (κιθάρα), Πάνος Ζυγούρος (μελόντικα), Κωνσταντίνος Καϊκής, Γιάννης Καράμπαμπας (κιθάρα), Αλκιβιάδης Μαγγόνας (κλαρινέτο), Βασίλης Μπούτσικος (κιθάρα), Γιώργος Πατεράκης (κιθάρα), Κωνσταντίνος Πλεμμένος, Περικλής Σιούντας (μπαγιάν), Γιώργος Σκαρλάτος (ευφώνιο), Αντώνης Σταμόπουλος (κιθάρα).

Μουσικός επί σκηνής: Λαέρτης Μαλκότσης (σαξόφωνο)

Φωτογράφος παράστασης: Πάτροκλος Σκαφίδας

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Συνέχεια ανάγνωσης
Διαφήμιση1
Κάντε κλικ για να σχολιάσετε

You must be logged in to post a comment Login

Γράψτε μας το σχόλιο σας

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Πολιτισμός

«Αρίστος» με Φιλαρέτη Κομνηνού στο Φρούριο της Καβάλας

«Αρίστος»-με-Φιλαρέτη-Κομνηνού-στο-Φρούριο-της-Καβάλας

Η βραβευμένη παράσταση του Γιώργου Παπαγεωργίου «Αρίστος» , με κεντρικό θέμα τη ζωή του Αριστείδη Παγκρατίδη, του φερόμενου ως «Δράκου του Σέιχ Σου», έχοντας συγκεντρώσει την ευρεία αποδοχή του κοινού και των κριτικών, έρχεται την Πέμπτη 29 Ιουλίου στις 21.30, στο Φρούριο Καβάλας, στο πλαίσιο του 64ου Φεστιβάλ Φιλίππων.

Εννέα χαρακτήρες που συνδέονται με τον Αριστείδη Παγκρατίδη, μέσα από τις χειμαρρώδεις, υποβλητικές εξομολογήσεις τους, μιλώντας διαφορετικές γλώσσες, ανάλογα με τα βιώματα, τον χαρακτήρα και τον ρόλο τους, συνθέτουν το προφίλ του Αρίστου.

Ο φίλος από την Τούμπα, η παραδουλεύτρα γειτόνισσα της μάνας του, ένας αχθοφόρος του λιμανιού, ο παρακρατικός δοσίλογος περιπτεράς, ένας χωροφύλακας δημοκρατικών φρονημάτων, ένας συντηρητικός αστός της παραλίας, το αφεντικό του σε ένα λαϊκό πανηγύρι, η τραβεστί Λολό και μία λαϊκή τραγουδίστρια – οι δύο έρωτες του, ερμηνευμένοι επί σκηνής από τρεις ηθοποιούς.

Οι ερμηνευτές ζωντανεύουν μια ιστορία που μεταφέρει τους θεατές στις αλάνες της Θεσσαλονίκης, στις σκοτεινές πλευρές του λιμανιού, στα υπαίθρια πανηγύρια και στα μπουζουξίδικα της παλιάς Θεσσαλονίκης, σε ένα σκηνικό χρόνο που φτάνει μέχρι το 1960 όταν γίνεται είκοσι χρονών ο βασικός ήρωας, στον οποίο όλοι αναφέρονται, που είναι ο Αριστείδης Παγκρατίδης, ο φερόμενος ως «Δράκος του Σέϊχ σου», τον οποίο ο τύπος του 1963 (Ελληνικός Βορράς) τον αποκαλούσε «νεαρό ανώμαλο». Το 1966 καταδικάστηκε τετράκις σε θάνατο από το πενταμελές εφετείο Θεσσαλονίκης. Η εκτέλεσή του έγινε στο μέρος που ήταν συνδεδεμένο με το όνομά του, το Δάσος του Σέιχ Σου. Οι τελευταίες λέξεις που ψέλλισε ήταν «Μανούλα μου, είμαι αθώος».

* Το βιβλίο του Θωμά Κοροβίνη «Ο Γύρος του Θανάτου» τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος

  • Η παράσταση τιμήθηκε με το βραβείο καλύτερης παράστασης από το ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ

Συντελεστές της παράστασης

Σκηνοθεσία: Γιώργος Παπαγεωργίου

Διασκευή: Θεοδώρα Καπράλου

Μουσική Σύνθεση: Γιώργος Δούσος

Μουσικός επί σκηνής: Γιώργος Δούσος

Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου

Κίνηση: Μαρίζα Τσίγκα

Σκηνογραφική/Ενδυματολογική επιμέλεια: Κατερίνα Αριανούτσου

Φωτογραφίες: Δομνίκη Μητροπούλου

Υπεύθυνη περιοδείας: Έφη Χριστοδουλοπούλου

Παίζουν

Φιλαρέτη Κομνηνού, Γιάννης Λεάκος, Ιωάννης Αθανασόπουλος

Απαγορεύεται η είσοδος στο θέατρο μετά την έναρξη των παραστάσεων.

Είναι υποχρεωτική η χρήση μη ιατρικής μάσκας από τους θεατές κατά την είσοδο και έξοδο από το χώρο, καθώς και σε όλη τη διάρκεια της παράστασης.

Τιμές εισιτηρίων: 15 € Γενική Είσοδος, 12 € Φοιτητικό (με την επίδειξη της φοιτητικής ταυτότητας) – Παιδιά μέχρι 12 ετών, Ανέργων (με προσκόμιση ηλεκτρονικής ανανέωσης της κάρτας ανεργίας), Πολυτέκνων, ΑΜΕΑ, Ομαδικά (άνω των 10 ατόμων)

Προπώληση: www.ticketservices.gr, καταστήματα public

Πληροφορίες:

  • ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας 220876 – 7 (ώρες γραφείου)

Κέντρο πληροφόρησης επισκεπτών Δήμου Καβάλας (πρώην ΕΟΤ) Κεντρική Πλατεία, τηλ: 2510-620566, καθημερινά 10:00 – 14:00 και 18:00 – 21:00.

*Το 64ο Φεστιβάλ Φιλίππων θα πραγματοποιηθεί ακολουθώντας τις ειδικές οδηγίες των υγειονομικών αρχών, με προτεραιότητα τη δημόσια υγεία και με αίσθημα ευθύνης απέναντι στο κοινό και τους καλλιτέχνες.

ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας

Πηγή: KavalaWebNews

Συνέχεια ανάγνωσης

Πολιτισμός

Αλλαγή χώρου παρουσίασης της παράστασης “Ειδικές Περιστάσεις”

Αλλαγή-χώρου-παρουσίασης-της-παράστασης-“Ειδικές-Περιστάσεις”

Το 64ο Φεστιβάλ Φιλίππων, ενημερώνει το θεατρόφιλο κοινό ότι η προγραμματισμένη για σήμερα Κυριακή 25/7 παράσταση του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κοζάνης «Ειδικές Περιστάσεις», θα παρουσιαστεί την ίδια ώρα (21.30) στο γήπεδο μπάσκετ του Πάρκου Φαλήρου Καβάλας και όχι στο Φρούριο Καβάλας, όπως αρχικά είχε προγραμματιστεί, για τεχνικούς λόγους.

 

Πηγή: KavalaWebNews

Συνέχεια ανάγνωσης

Πολιτισμός

Ευριπίδη «Ελένη» από το Κ.Θ.Β.Ε. στο Φεστιβάλ Φιλίππων

Ευριπίδη-«Ελένη»-από-το-ΚΘΒΕ.-στο-Φεστιβάλ-Φιλίππων

«Ένα κόκκινο ποτάμι διασχίζει την επικράτεια της αγάπης και με τη ροή του υπηρετεί τον μέγα στόχο: Να γίνει νόημα το αίμα. Να ειπωθούν καθαρά και να ακουστούν δίχως παρερμηνείες ιστορίες κορυφωμένων αισθημάτων ακόμα και καταστροφικών ή αυτοκαταστροφικών. Τα υψηλά -και τί υψηλότερο από την αγάπη- θίγονται με τον τρόπο του απλού που έχει την ισχύ να καθιερώνει και τη φαινομενική υπερβολή εντάσσοντάς τη στον κόσμο της φυσικότητας»

Παντελής Μπουκάλας.

Η «Ελένη» του Ευριπίδη γράφτηκε το 412 π.Χ και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά την ίδια εποχή δηλαδή μόλις είχε τελειώσει η Σικελική εκστρατεία με την πανωλεθρία του αθηναϊκού στόλου. Παράλληλα αναπτύχθηκε στην Αθήνα το σοφιστικό κίνημα που είχε αρχίσει να αμφισβητεί πατροπαράδοτες αξίες και προκαλούσε με την κριτική των εκπροσώπων του κρίση στο δημοκρατικό πολίτευμα και φαινόμενα ασέβειας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο Ευριπίδης με την τραγωδία του «Ελένη» καταδικάζει τον πόλεμο ως πρόξενο όλων των κακών.

Υπόθεση

Η ιστορία εκτυλίσσεται στο νησί Φάρος της Αιγύπτου όπου η ηρωίδα έχει μεταφερθεί από τον Ερμή. Έμενε στα ανάκτορα του βασιλιά Πρωτέα ενώ το είδωλό της ακολούθησε τον Μενέλαο στην Τροία. Μετά το θάνατο του Πρωτέα ο γιος του και διάδοχος Θεοκλύμενος επιμένει να την παντρευτεί. Η Ελένη αρνείται και παραμένει πιστή στον Μενέλαο. Φτάνει ο Τεύκρος (επικός ήρωας) και την πληροφορεί για την άλωση της Τροίας και για τον πιθανό θάνατο τού άνδρα της. Συντριμμένη εκείνη τον συμβουλεύει να κρυφτεί γιατί ο βάρβαρος βασιλιάς συνηθίζει να σκοτώνει όλους τους Έλληνες που φτάνουν στην Αίγυπτο. Έρχεται ο Χορός και της προτείνει να συμβουλευτεί τη μάντισσα Θεονόη (αδελφή του Θεοκλύμενου) για να εξακριβώσει την αλήθεια των πληροφοριών του Τεύκρου.

Εμφανίζεται εξαθλιωμένος ο Μενέλαος και διηγείται ότι περιπλανήθηκε στη θάλασσα και ναυάγησε σ’ αυτήν την άγνωστη χώρα φέρνοντας μαζί του τη γυναίκα του όπως πιστεύει. Από μια γερόντισσα θυρωρό του παλατιού μαθαίνει ότι η Ελένη βρίσκεται στον τόπο αυτόν από καιρό και εκπλήσσεται. Ακολουθεί η αναγνώριση και η χαρά των δύο συζύγων κορυφώνεται αλλά δεν διαρκεί πολύ αφού η Ελένη φοβάται τον Θεοκλύμενο και συμβουλεύει τον Μενέλαο να φύγει για να σωθεί. Η Θεονόη αναγνωρίζει τον βασιλιά της Σπάρτης αλλά τελικά πείθεται να μην τον αποκαλύψει στον αδελφό της. Η Ελένη ξεγελά τον Θεοκλύμενο ο οποίος της δίνει καράβι και ναύτες για να σκορπίσει – τάχα – την τέφρα του Μενέλαου στη θάλασσα σύμφωνα με τα ελληνικά έθιμα ταφής.

Ο σκληρός άρχοντας Θεοκλύμενος πληροφορείται από αγγελιαφόρο ότι το ζευγάρι δραπέτευσε. Έξαλλος θέλει να σκοτώσει την αδερφή του που τον πρόδωσε. Οι Διόσκουροι όμως εμφανίζονται σαν «από μηχανής Θεός» στο θεολογείο τον αποτρέπουν από τους σκοπούς του και το δράμα κλείνει ειρηνικά.

Ανάγνωση

Ο Ευριπίδης παρουσιάζει μία τελείως διαφορετική εικόνα της Ελένης. Εμφανίζεται σε πολλά έργα του και ιδιαίτερα στις Τρωάδες και στον Ορέστη. Τη δείχνει σαν μία γυναίκα φιλάρεσκη και ερωτομανή με πολλά ελαττώματα και άπιστη. Ωστόσο τα λόγια αυτά δεν είναι οι κρίσεις του ποιητή αλλά των ηρώων και απηχούν μόνο τις απόψεις της εποχής του. Ο ίδιος φαίνεται να θεωρεί την ομηρική ηρωίδα ως μία γυναίκα που απλά ερωτεύτηκε τον ωραίο και κατά πολύ νεότερο τού Μενελάου Πάρη. Την αποδέχεται ως ένοχη μοιχείας αλλά εξαιτίας του έρωτα. Εξάλλου ο τραγικός ποιητής δεν μπορούσε να δεχτεί ότι στην φαλλοκρατική εκείνη εποχή ήταν δυνατόν να γίνει ένας πόλεμος μόνο και μόνο για μία γυναίκα όσο κι αν ετίθετο ζήτημα τιμής για το Μενέλαο. Οπωσδήποτε δε θα γινόταν ένας γενικευμένος δεκαετής πόλεμος.

Η παράσταση

Ο δοκιμασμένος εμπειρότατος Βασίλης Παπαβασιλείου κατέβασε τους ήρωες από το βάθρο του έπους και τους παρουσιάζει ρεαλιστικά ως ανθρώπους ζωντανούς και όχι τέλειους βαδίζοντας σ’ έναν σύγχρονο θεατρικό δρόμο και ίσως πιο ανώδυνο εφόσον τον στολίζει με κωμικά στοιχεία και με γερές δόσεις παρωδίας. Θα έλεγα εμπνέεται από την περίφημη ομάδα Monty Python ως προς τη φόρμα και δουλεύει μια παράδοξη σύνθεση. Μια δραματουργική τεχνική δηλαδή που ανατρέπει τη δραματική δομή με την παρεμβολή κωμικής κατάστασης ή αλλιώς μια υπόδειξη της ειρωνείας της τύχης του δραματικού προσώπου όπως ακριβώς το ήθελε κι ο Ευριπίδης.

Ο Μενέλαος αν και είναι ο ηγέτης απομυθοποιείται και εμφανίζεται ως ένας κοινός καθημερινός άνθρωπος: ναυαγός περιπλανώμενος σε άθλια κατάσταση με συνείδηση της δεινής του κατάστασης με μια σκελέα μόνος συγκρούεται σαν απλός άνθρωπος με τη γερόντισσα δέχεται απειλές και οδηγίες από αυτήν προσπαθεί να βρει μέσα στην σύγχυση μια λύση αλλά η αδιέξοδη κατάσταση τον κάνει επιπόλαιο και αντιφατικό. Όλα αυτά τα στοιχεία τον χρίζουν ένα τυπικό ευριπίδειο ήρωα. Επίσης ο σκηνοθέτης φανερώνει ευκρινώς τις δίσημες φράσεις αυτές που χαρακτηρίζουν το έργο τραγικωμωδία. Το διαπιστώνουμε στον διάλογο Ελένης – Θεοκλύμενου λίγο πριν το φινάλε όπου άλλα λέει η ηρωίδα άλλα καταλαβαίνει ο αφελής Βασιλιάς.

Ο σημαντικός σκηνοθέτης Βασίλης Παπαβασιλείου στήνει την παράσταση άλλοτε σε συνθήκη καμπαρέ κι άλλοτε σε συνθήκη λαϊκού πανηγυριού. Άλλωστε τα Λαϊκά Ελληνικά πανηγύρια με τα ήθη και τα έθιμά τους με τους μύθους την ιστορία τους το γιορταστικό τους τυπικό στεφανώνονται από μεγαλοπρέπεια. Τα πανηγύρια είναι ένα μέρος τοπικού πολιτισμού και αφορμή κοινωνικής συνοχής. Το ύφος η γραμμή της παράστασης έχει εννοιολογική σημασία και στιγματίζει μια σύγχρονη αντίληψη ιλαροτραγωδίας. Στόχος της σκηνοθεσίας να περάσουν αντιπολεμικά μηνύματα στο κοινό δια μέσου κωμικών καταστάσεων λαμπερών εικόνων και χαρίεσσας ατμόσφαιρας. Τον πέτυχαν πιστεύω.

Η μετάφραση ενός δραματικού κειμένου μοιάζει να υποχρεώνει τον μεταφραστή να αναλάβει ρόλο σκηνοθέτη στον εγκέφαλό του προκειμένου να επιτευχθεί η μεταφορά από τον πολιτισμό εκκίνησης στον πολιτισμό προορισμού. Θα μπορούσε να θέσει κανείς δίλημμα: οι μεταφράσεις αποτελούν τμήμα της πρόσληψης του αρχαίου δράματος ως συνέχεια των πρωτοτύπων κειμένων ή είναι νέες πνευματικές δημιουργίες προϊόντα σύγχρονης λογοτεχνίας; Στην προκειμένη περίπτωση ο ποιητής Παντελής Μπουκάλας και ο σκηνοθέτης Βασίλης Παπαβασιλείου δούλεψαν στην τομή των δύο τεχνικών. Αποτέλεσμα τα ηθικά τα φιλοσοφικά ή τα κοινωνικά θέματα της τραγωδίας αναφύονται στη σκηνή και αποδεικνύουν ότι η ταραγμένη εποχή μας είναι γόνιμη περίοδος για την αναβίωση του αρχαίου ελληνικού δράματος.

Τα λιτά σκηνικά του Άγγελου Μέντη συμβολίζουν τη χώρα της Αιγύπτου με διάσπαρτα εμβληματικά της στοιχεία (πυραμίδες, φοίνικες) στην ορχήστρα. Τα κοστούμια του στις απαστράπτουσες αποχρώσεις του λαμέ υφάσματος. Όλα μαζί αγκαλιάζουν τον τάφο του Πρωτέα ενώ ο θίασος με συναίσθηση του σκηνικού χρόνου και κώδικες με ιδιαίτερο φορτίο ολοκληρώνουν έναν εναλλακτικό τρόπο προσέγγισης της τραγικής ποίησης ιδωμένης μέσα από έννοιες όπως μουσικότητα καθαρότητα ιλαρή «ανάγνωση».

Η λαμπερή καλλίφωνη Έμιλυ Κολιανδρή, ως ωραία Ελένη θα πω: «πολύ ωραία Ελένη» ακολουθεί τις σκηνοθετικές οδηγίες και μας χαρίζει μια πανέμορφη γυναίκα με ψυχολογικές μεταπτώσεις: χαρούμενη, αισιόδοξη από τα νέα της Θεονόης, έκπληκτη, φοβισμένη, πανικοβλημένη καθώς αντικρίζει έναν άντρα στο παλάτι να την κοιτάζει ερευνητικά αλλά και με αγαλλίαση όταν τον αναγνωρίζει ή με στενοχώρια απογοήτευση όταν αυτός δεν την πιστεύει και ετοιμάζεται να φύγει.

Ο Μενέλαος του Θέμη Πάνου απολαυστικός σαν άλλος John Cleese ζωγραφίζει επιδέξια έναν απίθανο χαρακτήρα εγκλωβισμένο στην πλάνη του περιπλανιέται αδιάκοπα ανάμεσα στο «είναι» και το «φαίνεσθαι». Έτσι μ’ αυτήν την αντίθεση εξυπηρετείται εξαιρετικά η οικονομία του έργου.

Η εμφάνιση του α’ αγγελιοφόρου (Δημήτρης Κολοβός) αποτελεί απρόοπτο σκηνικό επεισόδιο κάτι που κανείς δεν το περίμενε μήτε οι θεατές. Ο Ευριπίδης χρησιμοποίησε και πριν κάποια απρόοπτα: την εμφάνιση του Τεύκρου, την ξαφνική εμφάνιση του Μενέλαου, το γεγονός ότι μια γυναίκα άνοιξε στον Μενέλαο (Γερόντισσα) και όχι ένας άντρας. Και οι δύο αγγελιαφόροι (Δ. Κολοβός και Άγγελος Μπούρας) μέσα στο πνεύμα του ποιητή και στη σκηνοθετική άποψη, αν και ξένισε η γυμνή εμφάνιση του δεύτερου παρότι συμβόλιζε την ολοσχερή γύμνια του μοναδικού διασωθέντος από το καράβι της δραπέτευσης του πονηρού ζευγαριού.

Ο εξαιρετικός Δημήτρης Μορφακίδης ως Τεύκρος εδώ είναι παράδειγμα ανθρώπου που επάνω του φαίνονται όλα τα δεινά του πολέμου. Αν και τύποις νικητής είναι εξόριστος ταπεινωμένος και ανασφαλής. Μέσα από την ερμηνεία του φανερώνεται όλη η αντιηρωική διάσταση του πολέμου που μόνο να φθείρει ψυχικά ,ηθικά και σωματικά τους ανθρώπους μπορεί. Το φιλειρηνικό μήνυμά του είναι ολοφάνερο εφόσον απευθύνεται στους συμπολίτες του μετά από την πανωλεθρία των Αθηναίων στη Σικελία.

Η εμφάνιση της απαστράπτουσας περσόνας με λαμέ- υπερπαραγωγή ενδυμασία στην ορχήστρα θα μπορούσε να είναι το RuPaul αλλά είναι η δεινή καρατερίστα Αγορίτσα Οικονόμου ως μάντισσα Θεονόη η οποία «κλέβει» την παράσταση με την λεκτική της ευχέρεια την κίνησή της την έκφρασή της την ωραία «τρέλα» της.

Η πολύπειρη Έφη Σταμούλη ως γερόντισσα φέρνει στη σκηνή μια κόμικ φιγούρα και με το ισχυρό της ένστικτο την πολύχρονη θητεία της στο θέατρο επωμίζεται εύστροφα την ιλαρή διάθεση του ποιητή. Παράδειγμα η απορία της για το γεγονός ότι δε γνωρίζει τον Μενέλαο δημιουργεί ποικίλα συναισθήματα μιας και ο πόλεμος σε συνδυασμό με τις κακουχίες μπορεί να κάνει έναν βασιλιά να φαίνεται ζητιάνος.

Ο Γιώργος Καύκας πλάθει με πειθώ έναν αφελή Βασιλιά Θεοκλύμενο έναν άνθρωπο με μανδύα κακού αλλά ουσιαστικά έναν άνθρωπο που αφήνεται στα «έπεα πτερόεντα» και εύκολα τον εξαπατούν οι άλλοι.

Οι Διόσκουροι Νικόλας Μαραγκόπουλος και Ορέστης Παλιαδέλης εμφανίζονται στην τελευταία σκηνή με ασημένια τεφλόν φορεσιά κι από ένα συννεφάκι στα χέρια λικνίζονται χαριτωμένα και διασκεδάζουν εαυτούς και κοινό. Ο δε Παναγιώτης Παπαϊωάννου ως υπηρέτης συμπληρώνει στο αυτό ύφος τον θίασο- βαριετέ.

Άλλωστε η εποχή του Ευριπίδη είναι αυτή της αμφισβήτησης των μύθων και των ειδώλων: ο ποιητής απομυθοποιεί τον Μενέλαο τον επικό ήρωα. Η εποχή του είναι αυτή του σοφιστικού κινήματος του αρχαίου ελληνικού διαφωτισμού με κύρια χαρακτηριστικά: την κριτική κάθε αξίας και κάθε αυθεντίας τον έλεγχο κάθε δεδομένης αντίληψης την αμφισβήτηση των κοινωνικών στερεοτύπων. Ο Ευριπίδης ως μαθητής των σοφιστών υιοθετεί τις απόψεις τους.

Ο Χορός αποτελείται από Ελληνίδες αιχμάλωτες. Στον κομμό τα λόγια του Χορού αποτελούν την αντιστροφή στο θρήνο της Ελένης. Εδώ φθίνει ο βαρύς ρόλος του (τα τραγούδια γίνονται ακόμη και ξεχωριστά μέρη), ωστόσο, δε χάνει την επαφή µε τα πρόσωπα του δράματος. Αυτό επιβεβαιώνεται μέσα από τις συμβουλές, τις προτροπές, τις σκέψεις. Κι όταν δε δρα είναι παρών και κρίνει όσα συμβαίνουν. Διατυπώνει ηθικούς κανόνες, θρηνεί για τις ατυχίες ή έρχεται σε αντίθεση µε όποιον βρίσκεται στη σκηνή σε δεδομένη στιγμή. Δεκαπέντε εξαιρετικές γυναίκες ηθοποιοί του Κ.Θ.Β.Ε πλαισιώνουν την Ελένη, ερμηνεύουν, τραγουδούν, χορεύουν, παίζουν. Μεταμορφώνονται από γυναίκες- σκλάβες σε προκλητικά Pin-up models , σε δεσποινίδες της Αβινιόν, σε συγκρότημα τζαζ και μπλουζ, σε εμπνευσμένα ιντερμέδια, σε Χορό αρχαίου δράματος. Όλες καλλίφωνες, όμορφές και άψογα συντονισμένες.

Ο Δημήτρης Σωτηρίου, όπως πάντα, ευφάνταστος χορογράφος, μέσα στο συγγραφικό πνεύμα και αρωγός της σκηνοθεσίας.

Το δια ταύτα

Ο Ευριπίδης χαρακτηρίζεται ως ο από σκηνής φιλόσοφος.

Με την «Ελένη» ο Ευριπίδης εκφράζει τις δικές του απόψεις και τους προβληματισμούς για διάφορα θέματα: τον ορθολογισμό τη μαντική τον σωστό τρόπο σκέψης και δράσης τον Θεό το θεσμό της δουλείας. Τα θέματα αυτά απασχολούσαν τους φιλοσόφους της εποχής του έτσι και ο ίδιος φαίνεται να φιλοσοφεί στη σκηνή. Μέσω της διάνοιας των προσώπων εκφράζει τις φιλοσοφικές του ιδέες.

Θέσεις του Ευριπίδη που θα μπορούσαν να είναι σύγχρονες όπως οι σημερινές απόψεις για τις θρησκευτικές προλήψεις για τη συνήθεια των ανθρώπων να πιστεύουν σε ζώδια για τις αστρολογικές προβλέψεις για τις αλλαγές που συμβαίνουν τυχαία στην ανθρώπινη ζωή και που είναι ανεξέλεγκτες.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ:

Μετάφραση: Παντελής Μπουκάλας
Σκηνοθεσία: Βασίλης Παπαβασιλείου
Συνεργάτης σκηνοθέτης-Δραματουργία: Νικολέτα Φιλόσογλου
Σκηνικά- Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Μουσική: Άγγελος Τριανταφύλλου
Χορογραφία: Δημήτρης Σωτηρίου
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Ενορχήστρωση – Μουσική διδασκαλία: Γιώργος Δούσος,
Moυσική διδασκαλία: Χρύσα Τουμανίδου
Βοηθός χορογράφου: Σοφία Παπανικάνδρου
Βοηθός σκηνοθέτη: Άννα – Μαρία Ιακώβου
Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Έλλη Ναλμπάντη
Οργάνωση παραγωγής: Αθανασία Ανδρώνη
Οδηγοί σκηνής: Γιάννης Παλαμιώτης Μαρίνα Χατζηιωάννου
Παίζουν:

Έμιλυ Κολιανδρή (Ελένη)
Θέμης Πάνου (Μενέλαος)
Αγορίτσα Οικονόμου (Θεονόη)
Γιώργος Καύκας (Θεοκλύμενος)
Έφη Σταμούλη (Γερόντισσα)
Δημήτρης Κολοβός (Αγγελιοφόρος Α’)
Άγγελος Μπούρας (Αγγελιοφόρος Β’)
Δημήτρης Μορφακίδης (Τεύκρος)
Παναγιώτης Παπαϊωάννου (Θεράπων)
Νικόλας Μαραγκόπουλος Ορέστης Παλιαδέλης (Διόσκουροι)
Χορός:

Νεφέλη Ανθοπούλου Σταυρούλα Αραμπατζόγλου Λουκία Βασιλείου Μομώ Βλάχου Ελένη Γιαννούση Ηλέκτρα Γωνιάδου Νατάσα Δαλιάκα Χρύσα Ζαφειριάδου Σοφία Καλεμκερίδου Αίγλη Κατσίκη Άννα Κυριακίδου Κατερίνα Πλεξίδα Μαριάννα Πουρέγκα Φωτεινή Τιμοθέου Χρύσα Τουμανίδου
Μουσικοί επί σκηνής: Γιώργος Δούσος (φλάουτο κλαρίνο σαξόφωνο καβάλ) Δάνης Κουμαρτζής (κοντραμπάσο) Θωμάς Κωστούλας (κρουστά) Παύλος Μέτσιος (τρομπέτα ηλεκτρική κιθάρα) Χάρης Παπαθανασίου (βιολί) Μανώλης Σταματιάδης (πιάνο ακορντεόν).

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Συνέχεια ανάγνωσης
Διαφήμιση1

Προτεινόμενα