Connect with us

Πολιτισμός

Έναρξη 64ου Φεστιβάλ Φιλίππων με Εθνικό Θέατρο και Αριστοφάνη «Ιππείς»

Έναρξη-64ου-Φεστιβάλ-Φιλίππων-με-Εθνικό-Θέατρο-και-Αριστοφάνη-«Ιππείς»

Εξήντα τέσσερα χρόνια Φεστιβάλ Φιλίππων. Ώριμη ηλικία κι εννοώ ότι η ωριμότητα είναι η ικανότητα ενός θεσμού να ανταποκρίνεται στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος, «γνωρίζοντας» με ποιον τρόπο να δράσει , αναλόγως με τις συνθήκες και την κουλτούρα της κοινωνίας στην οποία είναι εντεταγμένο.

Ομολογώ ότι οι άνθρωποι που το διοικούν έχουν καταφέρει εφέτος να καταρτίσουν ένα πλουσιότατο πρόγραμμα υψηλού επιπέδου, με τέχνες και γράμματα που αφορούν στο θέατρο, στην ποίηση, στην αφήγηση, στην μουσική, στη διδασκαλία. Ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός είναι η τιμώμενη προσωπικότητα και οι εκδηλώσεις απλώνονται εφέτος στην πόλη της Καβάλας, ως συμμετοχή του θεσμού στην επέτειο των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση.

Πρώτη παράσταση στο αρχαίο θέατρο Φίλιππων οι «Ιππείς» του Αριστοφάνη από το Εθνικό Θέατρο.

Η κατεξοχήν πολιτική και επίκαιρη κωμωδία του Αριστοφάνη «Ιππείς» διδάχτηκε το 424 π. X. και, εκτός από τη νίκη του στα Λήναια, ήταν και το πρώτο έργο που έφερε την υπογραφή του Αριστοφάνη στη σκηνοθεσία.

Ιππείς σημαίνει, βέβαια, «καβαλάρηδες», όμως στις ελληνικές πόλεις το ιππικό στρατολογούσε άνδρες από τις ευπορότερες τάξεις, διότι αυτές μπορούσαν να συντηρήσουν άλογα. Ο μέσος Αθηναίος αντίκριζε τους «ιππείς», όπως βλέπουμε σήμερα τους αξιωματικούς του στρατού κι όχι τους απλούς πολίτες.

Στόχος του ήταν η διακωμώδηση των διεφθαρμένων πολιτικών και αποτελεί την πιο ωμή πολιτική κωμωδία του. Έργο αλληγορικό με συμβολισμούς, σύγχρονο όσο ποτέ, θεμελιώνει την άποψη πως, όταν σε μια πολιτεία κυριαρχήσει η απάτη, η εξαγορά, η φαυλότητα, η αναξιοκρατία, το ψέμα, η παραπλάνηση, μόνο με τα ίδια μέσα μπορεί να αντιμετωπιστεί η διαφθορά.

Ο Αριστοφάνης δηλώνει την αποστροφή του για τον δημαγωγό Κλέωνα, Παφλαγόνα στο έργο, που μετά τον Περικλή κατείχε την εξουσία στην πόλη της Αθήνας τα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου. Για να χτυπήσει τον φαύλο Κλέωνα, ο ποιητής εφευρίσκει έναν φαυλότερο, ο οποίος και κατατροπώνει τον δημαγωγό.

Το κείμενο, καθαρά πολιτικό, καυτηριάζει την κακοδιαχείριση και τις ατασθαλίες της εξουσίας που οδηγούν τη χώρα στην παρακμή, την εξαθλίωση και τον μαρασμό και προειδοποιεί τους πολίτες κάθε εποχής για τους κινδύνους που ελλοχεύουν στα θεμέλια της Δημοκρατίας.

Οι Ιππείς δεν είναι το καλύτερο έργο του Αριστοφάνη. Ούτε το ποιητικότερο. Αποτελεί, όμως, τον αδυσώπητο λίβελο του νεαρού κωμωδιογράφου– γράφτηκε όταν ο Αριστοφάνης ήταν περίπου 26 ετών- που στηλιτεύει αμείλικτα την πολιτική κατάσταση των δραματικών εκείνων χρόνων και καταφέρεται απροκάλυπτα εναντίον του δημαγωγού Κλέωνα. Και το κάνει οργισμένος με τον τρόπο του φαύλου πολιτικού. Ξεπέφτει στο επίπεδο της αγοράς, του όχλου και της πολιτικής χυδαιότητας, καθώς πίστευε ότι ο καλύτερος τρόπος για να πολεμήσει τον δημαγωγό της λαοσύναξης ήταν να γίνει κι ο ίδιος ένας δημαγωγός της σκηνής. Να ένα παράδειγμα από την μετάφραση του Σωτήρη Κακίση.

«Αλλαντοπώλης: Πράγματι, αξίζει να τ’ ακούσετε όλα.
Τον ακολούθησα, και να ‘μαι κι εγώ στη Βουλή.
Αυτός εκεί μέσα βρόνταγε, σημεία και τέρατα
για τους Ιππείς έλεγε, να σας γκρεμίσει,
να τους πείσει πως είστε συνωμότες φώναζε,
πως σας έπιασε. Κι οι βουλευτές όλοι
τον άκουγαν κι αλλάζανε χρώματα
κι αγρίευαν και σκυθρώπιασαν.
Κι εγώ επειδή κατάλαβα πως θα κατάφερνε
να τους εξαπατήσει με τα λόγια και τα ψέματα,
είπα μέσα μου: «Εμπρός, Απατεώνες και Παλιάνθρωποι,
Αναίσθητοι και Τομάρια και Κακούργοι
κι Αγορά εσύ που μ’ ανέθρεψες, δώσ’ τε μου
τώρα θάρρος και θράσος, ευφράδεια κι ευγλωττία
κι αναίδεια!» Κι όπως έτσι σκεφτόμουνα,
δεξιά δίπλα μου ένας ξεκωλιάρης έκλασε!
Προσευχήθηκα τότε και με τον κώλο κι εγώ το κιγκλίδωμα
έσπρωξα και χύθηκα μέσα κι όσο πιο δυνατά μπορούσα
φώναξα: «Βουλευτές, επειδή μεταφέρω
ευχάριστα μηνύματα, να μιλήσω πρώτος θέλω.
Από τότε που ξέσπασε αυτός ο πόλεμος
μαρίδες τόσο φτηνές δεν έχω ξαναδεί!»
Κι αμέσως τότε τα πρόσωπά τους ηρέμησαν,
και για το καλό νέο αυτό με στεφάνωσαν. Κι εγώ τότε
τους είπα να τρέξουν κρυφά όσο πιο γρήγορα
ν’ αγοράσουν μαρίδες πολλές πάμφθηνες,
τα τελάρα των ψαράδων να τα σηκώσουν όλα.
Κι εκείνοι με χειροκρότησαν, οι χαζοί».

Υπόθεση

Ο Δήμος ο Πυκνίτης (ο λαός της Αθήνας) έχει δύο υπηρέτες: τον Δημοσθένη και τον Νικία – τους γνωστούς πολιτικούς και στρατηγούς- που προσπαθούν να προσφέρουν με τις υπηρεσίες τους ό,τι καλύτερο στον Δήμο- Λαό. Έχει προσλάβει όμως κι έναν άλλον υπηρέτη, τον Παφλαγόνα , που γίνεται ευνοούμενός του και τρομοκρατεί το υπόλοιπο προσωπικό με τρόπο βάναυσο και χυδαίο. Ο Γέρο Δήμος, δυστυχώς, υποκύπτει στις κολακείες και τις δημαγωγίες αυτού του αγύρτη -Παφλαγόνα – Κλέωνα.

Παρά την εισαγωγή του Χορού στην κωμωδία, ως αντίδραση απέναντί του, είναι φανερό ότι ο απατεώνας δεν δύναται να ηττηθεί από μια ανώτερη τάξη αρετής και πνεύματος, όπως αυτή των ιππέων. Ως αποτέλεσμα, οι δύο δούλοι του Δήμου επιλέγουν τον Αλλαντοπώλη, καθώς αυτός θα κυβερνήσει, σύμφωνα με τον χρησμό, ολόκληρη την αθηναϊκή επικράτεια. Οι προαναφερθέντες, Νικίας και Δημοσθένης, οι οποίοι προέρχονται από την ολιγαρχική και δημοκρατική μερίδα αντίστοιχα, συσπειρώνονται απέναντι στον ριζοσπαστικό δημοκράτη με σκοπό την ελευθερία τους από την κακομεταχείριση που υφίστανται. Η απελευθέρωση αντιπροσωπεύει την επιθυμία των καλών ανθρώπων για ειρήνη, η οποία θα βάλει τελεία στον φόβο και στον πόλεμο που επικρατεί στην πόλη. Η εμπλοκή του Κλέωνα στην αστάθεια και τις άσκοπες πολεμικές συρράξεις αποτελούν τον λόγο για τον οποίο σατιρίζεται. Η γελοιοποίησή του εκκινεί από το κωμικό του όνομα «Παφλαγόνας», η ετυμολογία του οποίου αποτελεί μια κατηγορία εναντίον του πολιτικού και προϊδεάζει το κοινό ότι θα παρακολουθήσει μια κατά μέτωπο επίθεση απέναντι σε ένα πρόσωπο. Η παραπομπή στην Παφλαγονία, βόρεια της Φρυγίας, φέρει στον νου το ηχομιμητικό «παφλάζειν» που σημαίνει θορυβώ, κοχλάζω, αναβράζω, ενώ, παράλληλα, υπονοεί την ξενική καταγωγή του Κλέωνα.

Με μια σειρά αντιπαραθέσεων, όπου οι δύο αντίπαλοι ανταλλάσσουν χυδαίες ύβρεις και ανταγωνίζονται σε φαυλότητα, καταλήγουν μπροστά στο Γέρο Δήμο να αναπτύσσουν τα ‘πολιτικά’ τους σχέδια και το πρόγραμμά τους. Ο αγράμματος Αλλαντοπώλης αναδεικνύεται έξοχος δημαγωγός και ξεπερνάει σε κολακείες τον Παφλαγόνα- Κλέωνα. Εκείνος, ηττημένος εγκαταλείπει τον οίκο του Δήμου, ο νέος υπηρέτης του Λαού με μαγικά φίλτρα τον ξανανιώνει και το έργο τελειώνει με χαρές και πανηγύρια.

Η παράσταση

Οι Ιππείς του Εθνικού σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ρήγου είναι, θαρρείς, παράσταση στημένη αμήχανα, χωρίς να κομίζει μια νέα, πρωτότυπη ανάγνωση. Βλέπετε, η εποχή ευνοεί τους δημοφιλείς και πετυχημένους σε συγκεκριμένα μετερίζια να δοκιμάζονται και σε άλλα χωράφια είτε έχουν φαεινές ιδέες είτε αξιοποιούν γνωριμίες. Ζούμε, ευτυχώς θα λέγαμε, σ’ έναν κύκλο εκδημοκρατισμού της έκφρασης, η οποία καταλαμβάνει, ενίοτε, τη θέση της τέχνης κι από μια άποψη δικαιώνει τη φράση: « γιατί αυτός κι όχι εγώ;».

Η μετάφραση του Σωτήρη Κακίση και η σκηνοθεσία -χορογραφία του Κωνσταντίνου Ρήγου εκμεταλλεύτηκαν ανεπαρκώς την ευκαιρία που τους δόθηκε. Οι κειμενικές παρεμβάσεις δεν πρόσφεραν ούτε επικαιρική εμβέλεια ούτε σατιρική νοστιμιά. Δώθε- κείθε πεταμένα τσιτάτα, μια Καρυάτιδα φέρουσα τίτλο καλλιστείων «Miss Brexit» και μια τυπωμένη σκιά από τα 200 χρόνια Ελληνικής Επανάστασης, στήθηκαν ωσάν μπαλωματάκια κουρελούς, που είχε για κρόσσια ευφυολογήματα του συρμού, όπως αγγλικούρες και σπαράγματα από viral προτάσεις πολιτικών. Ο πηγαίος κωμικός οίστρος και η σκηνική ελαφράδα έλειψαν σκηνοθετικά, σκηνογραφικά, ενδυματολογικά (η έμπνευση από αρχαιοελληνικά αγγεία χάθηκε στα ακκίσματα των φερόντων τα κοστούμια), μουσικά, χορογραφικά, αλλά και ερμηνευτικά.

Κυρίαρχο οπτικό στοιχείο δεν υπήρχε. Η έναρξη με τους ηθοποιούς σε ρόλο μελών ομάδας ενόργανης και ρυθμικής γυμναστικής, ως προθέρμανση, προϊδέασε – κατά κάποιον τρόπο – το κοινό για την ιλαρή ατμόσφαιρα που θα ακολουθούσε.

Σ’ ένα σκηνικό πανηγυριού στήθηκαν περιμετρικά της ορχήστρας πλάγιοι ίπποι ενόργανης γυμναστικής, ικανοποιημένη η Θυμέλη από τον Χορό ( άξιος, άξιος!) κι νεοφώτιστος Πάνος Μουζουράκης, ως Δημοσθένης, έκανε φιλότιμες προσπάθειες να στηρίξει τον ρόλο, παρότι έχει ακόμη θέματα με την άρθρωσή του. Συμπαθητική, δημοφιλής δίμετρη φιγούρα, χρειάζεται χρόνο για να εντρυφήσει στον νόμο της παραγωγής της συνείδησης στη σκηνή, που διαρκεί σε όλη τη διάρκεια της παράστασης. Σαφώς, λόγω έλλειψης εμπειρίας και θεατρικής παιδείας. Επαρκής ο Κωνσταντίνος Πλεμμένος- Νικίας.

Ο Χορός – προικισμένοι με πολλά ταλέντα ηθοποιοί, πειθαρχημένοι εργάτες του θεάτρου – βρισκόταν στο πατάρι του σκηνικού και στην ορχήστρα σ’ έναν διαρκή ιλαρό οίστρο. Παρά τις εξαιρετικές του ικανότητες στην υποκριτική, στην κίνηση, στο τραγούδι, παρά την άριστη φυσική κατάσταση των μελών του, έφερε τη σκευή του κενή από «αριστοφανική- δηκτική- σατιρική» επιθυμία, ελέω σκηνοθεσίας, ώστε αδυνατούσε να δείξει ικανό μέγεθος της ύπαρξής του στο καταγγελτικό έργο. Ωστόσο, δεκαέξι γυμνασμένοι, ταλαντούχοι νέοι, άσκησαν ευσυνείδητα τα καθήκοντά τους στη γραμμή του σκηνοθέτη και χορογράφου της παράστασης. Μάλιστα, έδειξαν να διασκεδάζουν υπέρμετρα τις χορογραφίες, σε βαθμό γλεντιού σε rave party. Τουλάχιστον, παρέσυραν το κοινό στην ευθυμία και σκόρπισαν ένα ευεργετικό κέφι στο κοίλο είτε με χιπ -χοπ μουσικές είτε με ραπ είτε με πρωτότυπες.

Περίεργοι κίονες συμβόλιζαν οτιδήποτε αρχέτυπο έλαμψε στο μυαλό του σκηνοθέτη. Όλο το σύνολο βοήθησε μόνο στη σύγκριση τηλεόρασης- θεάτρου, με νικητή αυτόν που ήθελε ο κάθε θεατής.

Ξεχωριστά σημεία της παράστασης, η παρλάτα του Δήμου – Στέλιου Ιακωβίδη στο πατάρι, ο οποίος απέδωσε με ιδιαίτερη δυναμική το πνίγος (φράση που λέγεται με μια ανάσα και σε πολύ γρήγορο ρυθμό), ο μονόλογος της Στεφανίας Γουλιώτη με την επίκληση των Θεών και την προσευχή στον Άνθρωπο και στα Άλογα (ο Ποσειδώνας ήταν θεός αλόγων, αρματοδρομιών και θάλασσας), με ιδιαίτερη αναφορά στο Θέατρο και τις ιέρειές του, ενώ οι «αγώνες» Κλέωνα και Αλλαντοπώλη παρουσιάστηκαν, μάλλον, άνισα με τη δυναμική των Χορικών.

Κορυφαία σκηνή, αυτή του δεύτερου μονολόγου της Στεφανίας Γουλιώτη, ένα έξυπνο κείμενο – παράπονο θνητού προς οποιαδήποτε ωσεί, μονίμως, παρούσα θεότητα της ανθρωπότητας στο πέρασμα των αιώνων, ενώ ταυτόχρονα τη συνόδευε έξοχα ο Κωνσταντίνος Μπιμπής φωνητικά, σιγοτραγουδώντας επιφωνήματα λύπης, απόγνωσης, ικεσίας, πικρίας, σαν νέγρικο μπλουζ, σαν υπόγειο τζαζ, σαν gospel καθολικό, σαν μπαλάντα καρδιάς. Άξιο επαίνου στιγμιότυπο, μια και μοναδική ευφυής στιγμή συνεργασίας όλων των συντελεστών. Μουσική, φωτισμοί, καθοδήγηση, ερμηνείες.

Ο Κώστας Κόκλας είναι συμπαθής στο ευρύ κοινό. Διαθέτει μια αγαπητή μανιέρα, η οποία τον έκανε δημοφιλή και στην τηλεόραση και στο θέατρο, την ξεδίπλωσε κι εδώ ως Κλέων, επευφημήθηκε από το κοινό, το οποίο έφτασε στο κοίλο για να τον απολαύσει, άρα η επένδυση της κρατικής παραγωγής σ’ αυτόν ήταν σωστή.

Ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, έμπειρος, διαφορετικής σχολής κι απολαυστικός όπου τον έχω δει, ερμήνευσε με δεξιότητα έναν πολυσχιδή ήρωα – Αλλαντοπώλη και, προσωπικά, θεωρώ πως ήταν ο σημαντικότερος τροχός του άρματος.

Ο Δήμος (λαός) Στέλιος Ιακωβίδης, ιδιαιτέρως γραφική καρικατούρα στην παράσταση, ηθοποιός με πηγαίο κωμικό ταλέντο, άρεσε στο κοινό.

Η μουσική του Θοδωρή Ρέγκλη χαρούμενη, διασκεδαστική, ενταγμένη στο πλαίσιο ενός πάρτι και, ως εκεί. Αντίθετα, οι φωτισμοί του Χρήστου Τζιόγκα συγκαταλέγονται αβίαστα στα «συν» της παράστασης.

Οι χορογραφίες του Κωνσταντίνου Ρήγου, άλλοτε σχολικής εκδρομής κι άλλοτε απαιτητικές ασκήσεις, διασκέδασαν κοινό και ερμηνευτές.

Το πολιτικό μήνυμα του έργου – ακόμα κι αν δεν ξεπηδούσαν οι εμβόλιμες στο σώμα του κειμένου αναφορές στη σημερινή διαφθορά, στα γνωστά τσιτάτα πολιτικών – είναι σαφέστατο: ο Αριστοφάνης εντόπισε και μετέτρεψε σε ποιητικό, θεατρικό λόγο, προκλητικά σύγχρονο, το αιώνιο δράμα αυτού του τόπου: η χειραγώγηση του Δήμου από αχρείους δημαγωγούς, δήθεν υπηρέτες του, αλλά και η ευθύνη του ίδιου του λαού που παρασύρεται και χειραγωγείται. Εθνική παθογένεια, ανέγγιχτη στο πέρασμα των αιώνων.

Κι αν το 424 π. Χ. το κοινό της Αθήνας, εν μέσω Πελοποννησιακού Πολέμου, έβλεπε ξεκάθαρα στο ρόλο του Παφλαγόνα αποκλειστικά και μόνο τον περίφημο πολεμοχαρή δημαγωγό, το σημερινό κοινό στον απόηχο της οικονομικής κρίσης, μπορεί κάλλιστα να αποδώσει σε αρκετά πρόσωπα της πολιτικής σκηνής των τελευταίων δεκαετιών, τον ρόλο του Κλέωνα.

Τελικά, αποχωρεί από την παράσταση με ένα χαμόγελο ικανοποίησης.

Συντελεστές

Μετάφραση: Σωτήρης Κακίσης
Σκηνοθεσία – Χορογραφία: Κωνσταντίνος Ρήγος
Μουσική: Θοδωρής Ρέγκλης
Σκηνικό: Κωνσταντίνος Ρήγος – Μαίρη Τσαγκάρη
Κοστούμια: Νατάσα Δημητρίου
Φωτισμοί: Χρήστος Τζιόγκας
Συνεργάτις χορογράφου: Μαρκέλλα Μανωλιάδη
Βοηθός σκηνοθέτη: Άγγελος Παναγόπουλος
Mουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Βοηθός σκηνογράφου: Αλέγια Παπαγεωργίου
Β’ Βοηθός σκηνοθέτη: Χριστίνα Στεφανίδη
Βοηθός ενδυματολόγου: Αλίσα Μπουλάτ
Βοηθός ενδυματολόγου: Κατερίνα Κωστάκη
Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά

Διανομή (αλφαβητικά):

Αλλαντοπώλης: Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης

Δήμος: Στέλιος Ιακωβίδης

Κλέων: Κώστας Κόκλας

Δημοσθένης: Πάνος Μουζουράκης

Νικίας: Κωνσταντίνος Πλεμμένος

Kορυφαίοι Χορού: Στεφανία Γουλιώτη, Κωνσταντίνος Μπιμπής (γιουκαλίλι), Γιάννης Χαρίσης

Χορός: Πάρις Αλεξανδρόπουλος, Αλέξανδρος Βαρδαξόγλου, Θάνος Γρίβας (κιθάρα), Πάνος Ζυγούρος (μελόντικα), Κωνσταντίνος Καϊκής, Γιάννης Καράμπαμπας (κιθάρα), Αλκιβιάδης Μαγγόνας (κλαρινέτο), Βασίλης Μπούτσικος (κιθάρα), Γιώργος Πατεράκης (κιθάρα), Κωνσταντίνος Πλεμμένος, Περικλής Σιούντας (μπαγιάν), Γιώργος Σκαρλάτος (ευφώνιο), Αντώνης Σταμόπουλος (κιθάρα).

Μουσικός επί σκηνής: Λαέρτης Μαλκότσης (σαξόφωνο)

Φωτογράφος παράστασης: Πάτροκλος Σκαφίδας

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«Πιτσιμπούργκο» της Σώτης Τριανταφύλλου στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

«Πιτσιμπούργκο»-της-Σώτης-Τριανταφύλλου-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Ποιος θεωρείται μετανάστης; Έχει ο μετανάστης χρώμα; Έχει ταυτότητα; Πρώτα γίνεσαι φτωχός και μετά μετανάστης.

Η παλιά πληγή της μετανάστευσης σε μικρογραφία είναι το θέμα της ιστορίας της Σώτης Τριανταφύλλου με τον τίτλο Πιτσιμπούργκο. Πρόκειται για την αφαίμαξη από το πιο σημαντικό και ακμαίο δυναμικό του πληθυσμού της Ελλάδας, τους νέους της που έφευγαν για να βρουν μια καλύτερη τύχη σε όποια χώρα της πλατιάς ξενιτιάς, όπου έβρισκαν τόπο να δουλέψουν, να εξοντωθούν, να πεθάνουν και χάθηκαν απ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς να μάθει τίποτα κανείς γι’ αυτούς, ενώ άλλοι κατάφεραν να επιβιώσουν και να ζήσουν εκεί κι άλλοι να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και να συνεχίσουν με κάποια άνεση τη ζωή τους.

Το Πιτσιμπούργκο είναι ένα αφήγημα που περιλαμβάνει την αλληλογραφία ενός τέτοιου δυστυχισμένου νέου, νιόπαντρου, του Δημοσθένη, με τη γυναίκα το την Ελέγκω.

Ο Δημοσθένης από τη Χίο μεταναστεύει στο Πίτσμπουργκ, τη μεγαλύτερη πόλη στην αμερικανική Πενσυλβανία, η οποία θεωρείται η «Πόλη του Χάλυβα» για τις πάνω από 300 επιχειρήσεις της και «Πόλη των Γεφυρών» για τις 446 γέφυρές της, αφού είναι χτισμένη στη συμβολή τριών μεγάλων ποταμών. Στη Χίο δεν υπάρχει «μέλλο», όπως λέει ο Δημοσθένης, σεισμοί, ναυάγια, πειρατές και το χώμα «που ’ναι στέρφο».

Το αφήγημα, λόγω των ημερολογιακών καταγραφών του ζεύγους, μοιάζει και με ημερολόγιο, από το οποίο πληροφορούμαστε τις ένθεν και εκείθεν του μεσολαβούντος ωκεανού, δυστυχίες. Της πόλης που θα δώσει στον Δημοσθένη και στους άλλους εργάτες της βιομηχανίας τα μέσα για να ζήσουν και της γενέθλιας γης της Χίου, που δεν μπορεί να τους τα εξασφαλίσει. Το μεροκάματο του τρόμου καταλήγει στο ημερολόγιο της δυστυχίας, αλλά και της ιστορικής ενημέρωσης, αφού ο καθένας από την πλευρά του περιγράφει την κακή του μοίρα και οραματίζεται την ελπίδα που αργεί πολύ, μέσα σε μια κοινωνία που διαρκώς πάσχει από πόλεμο, φτώχεια, βία και δυστυχία.

Χίος 28 Μάρτη 1913. Η Ελέγκω παίρνει στα χέρια της το πρώτο γράμμα, έπειτα από οκτώμισι μήνες, από τον ξενιτεμένο στο Πίτσμπουργκ της Αμερικής άντρα της Δημοσθένη.

«Τίλως είσαι, Ελέγκω μου; Τρως; Κοιμάσαι; Αχ, να ’μουνα κει πέρα την Πρωτοχρονιά, να πηαίναμε στον Βροντάδο να τρώγαμε τα μαμούλια της Μαριόγκας!»

Μέσα από την αλληλογραφία τους ξεδιπλώνεται η ζωή στο νησί, αμέσως μετά την απελευθέρωσή του από τους Τούρκους.

Φτώχεια, πείνα, μπάρκα, προσφυγιά, αρρώστιες, μα και τηλέφωνα και κινηματόγραφος. Ένα νησί πληγωμένο και σαστισμένο.

«ΥΓ. Τώρα θυμήθηκα πως αυτοκίνητα έχομε κι εδώ, πάνε κι έρχονται σαν δαίμονες. Εγώ εν τα δα, μου το ’πε η Ειρήνη».

Από την άλλη, η βιομηχανική πόλη του Πίτσμπουργκ.

«Βρέχει νερό μαύρο, Ελέγκω μου, αφ’ τα εργοστάσια, καταλαβαίνεις».

«Αγαπημένη μου Ελέγκω, άργησα να σου γράψω γιατί εν ήβρισκα γραμματικό».

«Δημοστένη μου, μόλις έλαβα το γράμμα σου μου ’ρθε λιγοθυμιά».

Τα γράμματα πηγαινοέρχονται, ο Δημοσθένης γράφει τα προβλήματα της ζωής στο Πιτσιμπούργκο και η Ελέγκω παραπονιέται πως δεν της γράφει συχνά και ανησυχεί. Εκείνος την καθησυχάζει – είναι και τα γραμματόσημα ακριβά και κάνει οικονομίες, παράλληλα της δίνει συμβουλές τι να κάνει, τι να προσέχει, ποιον να αποφεύγει, για να μην της βγει κακό όνομα, κι εκείνη του γράφει να προσέχει γιατί φοβάται…

Εν πάση περιπτώσει, αυτή η αλληλογραφία φέρνει στην επιφάνεια το τι τράβηξε αυτός ο καημένος άνθρωπος και τι η οικογένειά του πίσω στο χωριό, στη Χίο, όπου ο αέρας μοσκοβολάει μαστίχα, ενώ στο Πιτσιμπούργκο μυρίζει χάλυβα.

Η συγγραφέας με τον τρόπο της θίγει το πολύ σοβαρό θέμα του μετανάστη, του φτωχού, του μόνου κι έρημου ανθρώπου, που αγωνιά γι’ αυτούς που άφησε πίσω του, ενώ εκείνος ξένος ανάμεσα σε ξένους και κάποιους Έλληνες –«Σλάβοι, Αράπηδες, Έλληνες, ένα και το αυτό»– αγωνιά να επιβιώσει στην άγνωστη, άγρια και αφιλόξενη γη.

Παράλληλα, αναφέρονται ήθη, έθιμα, απλά καθημερινά κουτσομπολιά, ευρύτερα πολιτικά, ο καιρός ή η δολοφονία τού βασιλιά και η θέση της γυναίκας:

 «Δημοσθένη, Λες πως στο Πιτσιμπούργκο χιονίζει, αμ εδώ ήντα κάμνει; […] Σκοτώσανε και τον βασιλιά, λένε, το ’μαθες, Δημοσθένη μου; Εγώ τον βασιλιά εν τον ήξερα, αλλά για να τον σκοτώσουνε κάτι θα ’κανε… Εσύ Δημοσθένη μου, ήντα λες; Οι γυναίκες εν πρέπει να ’χουνε εμυαλό για τέτοια πράματα, βασιλιάδες, πολέμοι, αλλά, μες στη μοναξιά που με δέρνει και τον καμό, φοβούμαι ήμπα στο νησί έχουν έρθει οι βουρβούλακες κι έχει πέσει κατσικοποδιά […] έγινε κι άλλος σεισμός […] μια γίδα γέννησε τέρας δίχως μάτια…». Μέχρι και παράπονα του γράφει, γιατί ο Δημοσθένης είπε πως η Μαριόγκα κάνει τα «μαμούλια» καλύτερα από εκείνην. Με την ευκαιρία η Ελέγκω μάς δίνει τις λεπτομέρειες: ψιλοκόβει το αμύγδαλο, προσθέτει καρύδι, βάζει και μοσκοκάρφι: «Τίλως μπορείς να λες πως τα μαμούλια της Μαριόγκας είναι πεντανόστιμα;». Παράλληλα, λέει πως ο θείος θα την πάρει μαζί με τη Μαριόγκα να δούνε την Εσμέ την Τουρκοπούλα. «Αχ Δημοσθένη, να με πήαινες εσύ!». Αλλά σαν την Ελέγκω είναι κι άλλες πολλές που οι άντρες τους ταξιδεύουν με τα «παπόρια». «Ήντα παπόρια ήντα Πιτσιμπούργκο, καλύτερα το Πιτσιμπούργκο, που δεν θα ρουφήξει ποτές η θάλασσα».

Έτσι, εκκινώντας από το προσωπικό, στη δραματοποιημένη λογοτεχνία, η σκηνοθέτρια Αρκαδία Ψάλτη, σταδιακά απλώνει την αφήγηση στο γενικό κακό, εκείνο από το οποίο υποφέρει η ελληνική οικογένεια, η φτωχή επαρχία, η Ευρώπη που ετοιμάζεται για πόλεμο, αλλά και στην Πενσυλβανία, όπου η ζωή είναι τρόμος, σκληρή δουλειά, αμφίβολη βελτίωση, υπόκοσμος και ύποπτος πλουτισμός.

 Όπως βλέπουμε από τον διάλογο, η εξομολόγηση, το παράπονο, η περιγραφή, η εξήγηση, η ερμηνεία, η κοινωνική παρατήρηση, ό,τι κι αν δείχνει αυτή η αλληλογραφία, είναι μια καταγραφή των προβλημάτων που αρχίζει με εστίαση πάνω σε ένα οικογενειακό θέμα, για να ανοίξει σε έναν ευρύτερο κοινωνικό κύκλο, στη Χίο ή στο Πίτσμπουργκ, και στη συνέχεια στον κόσμο όλο, με τον πόλεμο ενόψει.

Το γλωσσικό ιδίωμα, η ντοπιολαλιά της Χίου, προσδίδει αληθοφάνεια στον ιδιαίτερο, μεταποιημένο λόγο των αλληλογράφων, οι οποίοι πέρα από την ιδιάζουσα λέξη αποδεικνύονται άριστοι στη σύνταξη. Αυτό, βέβαια, οφείλεται στην ικανότητα της συγγραφέως, η οποία έχει συγγράψει πάνω από σαράντα βιβλία και ξέρει πολύ καλά πώς να μεταβάλει τον διάλογο δύο επαρχιωτών σε απλό, κατανοητό, γοητευτικό και συγκινητικό λογοτεχνικό λόγο.

Η συγκεκριμένη θέση του Δημοσθένη και της Ελέγκως είναι θέμα που δεν αφορά μόνο τη Χίο, αλλά όλη την Ελλάδα, όλον τον κόσμο, που μεταναστεύει στην υπερατλαντική χώρα της ευκαιρίας.

Η Αρκαδία Ψάλτη σκηνοθετεί με τρυφερότητα το κείμενο της Σώτης Τριανταφύλλου Πιτσιμπούργκο, και οι δύο νέοι και καλοί ηθοποιοί Τζωρτζίνα Λιώση και Σταμάτης Μπάκνης, ζωντανεύουν στη σκηνή μοναδικά μια ιστορία αγάπης στη διάρκεια του πρώτου μεγάλου μεταναστευτικού κύματος από την Ελλάδα προς την Αμερική.

Το αφήγημα είναι γραμμένο στο χαρακτηριστικό Χιώτικο γλωσσικό ιδίωμα, μια γλώσσα εύληπτη και άμεσα συνδεδεμένη με την αρχαία ελληνική.

Όλα τα επιστολικά μυθιστορήματα καλούν τον αναγνώστη – θεατή, να ανασυστήσει, μέσα από ενδείξεις της αλληλογραφίας, τη ροή των γεγονότων, ως σκιώδης αφηγητής μιας ανείπωτης ιστορίας.

 Και σαν να μην έφτανε αυτό, η επιστολική μορφή του έργου και το κυρίως προσωπικό περιεχόμενο των γραμμάτων, γεννούν μια εντύπωση αδιάκριτης παρέμβασης στις ζωές των άλλων. Σαν να ανοίγεις στα κρυφά ξένους φακέλους. Γοητευτική τακτική, από την πλευρά του συγγραφέα. Από την πλευρά του αναγνώστη – θεατή, , η ψυχολογική ένταση ενισχύει την εμπλοκή.

Η σκηνοθέτρια δηλώνει – σε συνέντευξή της – για το έργο και την παράσταση: «Το έργο διαδραματίζεται το 1913, στην Χίο. Αμέσως μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων και πληθυσμιακών μετακινήσεων. 

 Κάθε χρόνο 25.000 άνθρωποι εγκαταλείπουν μια χώρα οικονομικά εξουθενωμένη και πολιτικά αβέβαιη. Μπαίνουν στα καράβια να κυνηγήσουν το αμερικάνικο όνειρο που υπόσχεται ευκαιρίες πλούτου και ευημερία. Ελπίζουν σε καλύτερη ζωή για αυτούς και τις οικογένειές τους και λειώνουν και στραγγίζονται στις μεγάλες βιομηχανικές πόλεις.

Το όνειρο αποδεικνύεται εφιάλτης. Ευτυχώς υπάρχει αλληλεγγύη και στήριξη ανάμεσα στους συμπατριώτες, που τους δυναμώνει. Έτσι καταφέρνουν να κάνουν κοινότητες και μέσα από μια πολύ σκληρή ζωή να ορθοποδήσουν. Πόσο μακρινό είναι όλο αυτό; Πόσο όμοιες εικόνες και καταστάσεις υπάρχουν σήμερα; Σε ποια θέση είμαστε; Η ηθική μας πως πλάθεται; Πως αξιολογούμε και ιεραρχούμε τις ανάγκες μας; Τι πιστεύουμε ότι μπορεί να είναι τελικά η σανίδα της σωτηρίας μας, αν αυτή υπάρχει; Αυτά και ίσως κι άλλα τα ερωτηματικά, που ο καθένας δίνει τις δικές του απαντήσεις και έτσι προχωράει η ζωή όπως προχωράει. Τα υστερινά τιμούν τα πρώτα. Το παρελθόν έχει τις απαντήσεις για το μέλλον».

Γραμμένο με έναν λόγο καθαρό, με στοιχεία Χιώτικης ντοπιολαλιάς, με πολύ ενδιαφέρουσα ροή, κινηματογραφικές περιγραφές και με δυνατές σκηνές που συνδυάζουν την συγκίνηση και το κωμικό στοιχείο σε τέλεια αρμονία, το έργο δε μας προσφέρει απλώς την τοιχογραφία μιας εποχής, αλλά κυρίως, μας μιλά για τους επιζήσαντες και τους αδικοχαμένους μιας γενιάς που όρθωσε ανάστημα, σε μια από τις πλέον δύσκολες περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Μιας γενιάς που πέρασε πολλά σ’ αυτόν τον κακοτράχαλο δρόμο της ξενιτιάς, έχασε πολλά και θυσίασε πολλά, που πληγώθηκε, αδικήθηκε, περιπλανήθηκε, υποτιμήθηκε, βίωσε ρατσισμό και εξευτελισμούς, μα αγωνίστηκε μέχρι τέλους για να σταθεί στα πόδια της και να επιβιώσει.

Αυτή η γενιά μνημονεύεται με τρόπο ευαίσθητο και σεβαστικό μέσα από το αφήγημα της Σώτης Τριανταφύλλου και πραγματικά αυτή η μνεία της αξίζει, όπως αξίζουν συγχαρητήρια στους συντελεστές της ιδιαίτερης αυτής παράστασης.

Συντελεστές

Κείμενο: Σώτη Τριανταφύλλου

Σκηνοθεσία: Αρκαδία Ψάλτη 

Μουσική επιμέλεια, φωτισμοί: Αρκαδία Ψάλτη

Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή

Παίζουν: Τζωρτζίνα Λιώση, Σταμάτης Μπάκνης

Παραγωγή: ΑΜΚΕ Αγγελοπετριά

Διάρκεια: 60 λεπτά

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Οι  καθηλωτικές «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

Οι- καθηλωτικές-«Στρακαστρούκες»-του-Δημήτρη-Σαμόλη-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Συγκινητική, συναρπαστική, σαγηνευτική η παράσταση του Δημήτρη Σαμόλη που, πέρα από το όποιο μάθημα – σπουδή σε γονείς, σε εφήβους, σε άνδρες, στην ελληνική κοινωνία, είναι κι ένα όψιμο μνημόσυνο στον φονευθέντα από νταήδες Κρητικούς αγριάνθρωπους συμφοιτητές του, για τον άδικο θάνατό του, για την τιμωρία- χάδι που τους επιβλήθηκε, ύστερα από πολλά χρόνια αναβολής της δίκης. Κι ο ηθικός αυτουργός; Τίποτα! Κύριος!

Η ομοφοβία δεν είναι έμφυτη. Διδάσκεται! Είναι ένας συνδυασμός κοινωνικής πίεσης για συμμόρφωση και προσωπικής ανασφάλειας απέναντι στην ελευθερία του άλλου να αυτοπροσδιορίζεται.

Ο Δημήτρης Σαμόλης, ένας ιδιαίτερα ταλαντούχος ηθοποιός και τραγουδιστής, επέλεξε να μιλήσει με ειλικρίνεια και τόλμη για κάποια πράγματα που προφανώς τον αφορούν. Πράγματα που συνέβησαν στο πρόσφατο παρελθόν και απ’ ό,τι φαίνεται εξακολουθούν να συμβαίνουν.

Στο πρώτο του θεατρικό έργο, βάζει στο μικροσκόπιο την «αγία ελληνική οικογένεια», τη ζωή στην επαρχία και τον εκφοβισμό σε ένα συνταρακτικό μονόλογο-κατάθεση. Οι «Στρακαστρούκες» είναι μια καθηλωτική ελεγεία αγάπης για την ανθρώπινη φύση, αλλά και ένα φωτεινό βέλος σε αυτά που μας πόνεσαν βαθιά.

Η επίσημη πρώτη του έργου πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2023 στο θέατρο «Μικρό Γκλόρια» στην Αθήνα.

Η παράσταση γνώρισε τεράστια επιτυχία (sold out) από την πρώτη κιόλας χρονιά, γεγονός που την οδήγησε να συνεχίσει για τρεις συνεχόμενες σεζόν (2023-24, 2024-25 και 2025-26) και στις μέρες μας περιοδεύει τη χώρα.

Ο έφηβος Κωνσταντής, το μικρότερο παιδί μιας οικογένειας που αποτελείται από τις τέσσερις μεγαλύτερες αδελφές του, οι οποίες τον αγαπούν και τον προστατεύουν από τη μητέρα του, για την οποία δεν μαθαίνουμε πολλά, και από έναν πατέρα στα όρια του κακοποιητή, έναν αψύ Κρητικό μεγαλωμένο στη κακοφορμισμένη κρητική παράδοση που θέλει κυρίαρχο το αρσενικό σε όλα τα καθωσπρέπει της, έναν τυποποιημένο γονέα, που δεν περιμένει πια από τον γιό του όλα όσα, συνήθως, κάνουν περήφανους πατεράδες σαν κι αυτόν.

 Ο Κωνσταντής, όμως, κακοποιείται καθημερινά και από τους νταήδες του σχολείου του, που του έχουν βγάλει το παρατσούκλι «Μπέντζι», το οποίο ενίοτε μετατρέπεται στο πιο θηλυκό «Μπεντζίνα», και του απευθύνουν σκληρά σεξουαλικά, άκρως προσβλητικά πειράγματα, που για κάποιο λόγο οι Έλληνες πάντα θεωρούσαν ότι έχουν το δικαίωμα να ξεστομίζουν.

Η καθημερινότητά του είναι βασανιστική, οι συμμαθητές του τού κάνουν τη ζωή μαρτύριο, πάντα με την ανοχή των καθηγητών. Κοντολογίς, όλα όσα περνάνε κάποια αγόρια στα σχολεία όταν ορισμένα χαρακτηριστικά τους προδίδουν το διαφορετικό ή όταν αυθαίρετα τους αποδίδονται ερωτικές προτιμήσεις αντίθετες από τις «κανονικές» των περισσότερων. 

Ο Κωνσταντής «αποδρά» από την κόλαση που βιώνει είτε χάρη στην πλούσια φαντασία του, καθώς ονειρεύεται ένα μέλλον σπουδαίο και λαμπερό, είτε μέσα από τη μουσική, μαζί με τον κολλητό του, τον Ασκομπαντούρα, έναν άλλο αποσυνάγωγο, για διαφορετικούς από εκείνον λόγους.

Ωστόσο, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να «ανδρωθεί». Μια από τις πρακτικές που ακολουθεί είναι να συμμετέχει στην προετοιμασία του ρουκετοπόλεμου της Ανάστασης, ώστε να ανέβει στα μάτια των συμμαθητών του, μήπως και ξεφύγει από το bullying, τα χυδαία λόγια και από την καζούρα.

 Φτάνει στο σημείο να σχεδιάζει σχέση με μια συμμαθήτριά του, τη Σωτηρούλα, ώστε να έχει κι αυτός το κορίτσι του.

Η αδεξιότητά του, βέβαια, φέρνει εντελώς άλλα αποτελέσματα, καθώς λίγο πριν την Ανάσταση, τη βραδιά που ετοιμάζεται να της δώσει το πρώτο φιλί, αντί να της προσφέρει καραμέλες που έχει στην τσέπη του, κατά λάθος της δίνει μια χούφτα στρακαστρούκες από τη λάθος τσέπη. Η Σωτηρούλα χάνει το δόντι της κι εκείνος την ευκαιρία να αναβαθμιστεί στα μάτια των άλλων αγοριών.

Με αυτό το πανέξυπνο εύρημα ξεκινάει ουσιαστικά ο μονόλογος του Κωνσταντή, που ξεδιπλώνει μια ζωή ενοχών, φόβου, τρόμου και βαθιάς απαξίωσης από τον πατέρα του, έναν άνθρωπο που φέρει το δικό του «τραύμα», καθώς τον είχε κάποτε ταπεινώσει μπροστά σε όλο το χωριό ο δικός του πατέρας, με αποτέλεσμα να είναι σκληρός και μονίμως προσβλητικός απέναντι στον γιο του. 

Ο Δημήτρης Σαμόλης ξεπροβάλλει από ένα όρθιο κιβώτιο (σκηνογραφία Λουκάς Μπάκας), γεμάτο άλλα κουτιά, αναπόσπαστα υλικά της μνήμης, σαν ο Κωνσταντής να αναδύεται μέσα από τον μικρόκοσμό του, και με μοναδικό κωμικό μπρίο, χρησιμοποιώντας κρητική προφορά, αφηγείται τον κακό χαμό που ακολούθησε το χάσιμο του δοντιού της Σωτηρούλας.

Ο ήρωας που γεννάνε οι λέξεις του Δημήτρη Σαμόλη δε φλυαρεί, θυμάται. Δεν ομολογεί, εξομολογείται. Δεν ομιλεί, συνομιλεί. Μας αποκαλύπτει την ιστορία του, που σχεδόν την ξέρουμε, σχεδόν την έχουμε ξανακούσει, σχεδόν την έχουμε αποφύγει και σχεδόν την έχουμε πετάξει στο μπαούλο της λήθης.

Μια γνώριμη ιστορία που ζωντανεύει ένας καταιγιστικός μονόλογος, του οποίου η μόνη αγωνία είναι να βγουν από το κουτί οι μνήμες μας, όποιες κι αν είναι, οι στιγμές που έχουμε καταπιεστεί μέσα στην « παραδοσιακή ελληνική κοινωνία», που ό,τι δε δέχεται, ό,τι δε χωράει στα ασφαλή σύνορα της συνηθίζει να το πνίγει, να το καταπιέζει, να το εξουσιάζει, να το εξαφανίζει.

 Έτσι, από την πρώτη κιόλας σκηνή, κατακτάει το ενδιαφέρον του κοινού, το οποίο στο υπόλοιπο της παράστασης κυριολεκτικά κρέμεται από τα χείλη του.

 Η ιστορία που ακολουθεί είναι η αφήγηση ενός πονεμένου παιδιού που αυτοσαρκάζεται για να εξιλεωθεί απέναντι σε έναν πατέρα και μια κοινωνία, ακόμα και απέναντι στον εαυτό του, επειδή τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα περίμεναν. 

Ο σκηνοθέτης Μάριος Κακουλλής αφήνει ελεύθερο τον Δημήτρη Σαμόλη να πλάσει με ανάσες, λέξεις και δικές του νότες, έναν πραγματικό ήρωα που σκαλίζει τη μνήμη μας, αλλά και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, πότε με χιούμορ και πότε με αυτό το μούδιασμα που προκαλούν στα αυτιά μας οι στρακαστρούκες, καθώς συγκρούονται με την κανονικότητα.

Ο Δημήτρης Σαμόλης φαντάζεται, φτιάχνει και παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο ήρωα. Η αφήγησή του είναι τέτοια που στη σκηνή βρίσκουν χώρο και οι υπόλοιποι ήρωες, κι ας μην έχουν φυσική παρουσία.

Η ιστορία του ξεκινάει ως μια γλυκόπικρη ανάμνηση των παιδικών του χρόνων για να γίνει μια πλημμύρα συναισθημάτων, για τον ίδιο αλλά και για το κοινό, για την καταπίεση που έχουμε νιώσει οι ίδιοι, για την βία που είδαμε αλλά δεν κάναμε αρκετά, ή και τίποτα, για τις ιστορίες που έχουν βγει από την ειδησεογραφία.

Κι όλα αυτά χωρίς διάθεση καταγγελίας ή διδακτισμού, αλλά με τον ήρωα να εκφράζει το παράπονό του. Το γιατί του, σε μια καλοστημένη παράσταση -περφόρμανς, έμπλεη ευρημάτων και εξαιρετικής ερμηνείας.

Οι «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη δεν είναι ένα παραδοσιακό μάθημα, αλλά ένα τραγούδι-μανιφέστο για την αυτοπεποίθηση, την αποδοχή της διαφορετικότητας και τη δύναμη του να «κάνεις θόρυβο» με την προσωπικότητά σου.

Το τραγούδι προτρέπει τον ακροατή να αγκαλιάσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ακόμα και αυτά που οι άλλοι μπορεί να θεωρούν «περίεργα» ή «υπερβολικά.

Αν και ξεκινά από το άτομο, το τραγούδι συχνά λειτουργεί ως ένας ύμνος για όλους όσοι νιώθουν έξω από τας κελύφη των κανόνων, θυμίζοντάς τους ότι δεν είναι μόνοι.

Οι «Στρακαστρούκες», εντέλει, διδάσκουν πως η μεγαλύτερη επανάσταση είναι να είσαι ο εαυτός σου σε έναν κόσμο που προσπαθεί να σε κάνει ίδιο με όλους τους άλλους, με τα πρέπει, δηλαδή τη βία.

 Αν μένει κάτι στο θυμικό όλων των θεατών από την σπουδαία αυτή δουλειά, στην κάθε φορά ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα, είναι σίγουρα το σπαρακτικό φινάλε. Ανατριχιαστικό, συγκλονιστικό, ένα δυνατό ράπισμα στον καθωσπρεπισμό που επιβάλει μια στημένη από δόγματα και από κακοφορμισμένες συνήθειες κανονικότητα, και που σαπίζει συνειδήσεις. Δυστυχώς, η αφύπνιση έρχεται όταν είναι πια αργά… πολύ αργά.

Συντελεστές

Κείμενο – Ερμηνεία – Τραγούδια : Δημήτρης Σαμόλης

Σκηνοθεσία : Μάριος Κακουλλής

Σκηνικά – Κοστούμια : Λουκάς Μπάκας

Φωτιστικός σχεδιασμός – Δραματουργία : Στέφανος Δρουσιώτης

Μουσική: ECATI

Βοηθός σκηνοθέτη : Δανάη – Αρσενία Φιλίδου

Φωτογραφίες : Ελίνα Γιουνανλή

Graphic design : Μιχάλης Δέμελης

Trailer : Θωμάς Παλυβός

Social media : Κάλλη Μαυρογένη

Οργάνωση Παραγωγής : Μαρία Παπαφωτίου

Παραγωγή: Ars Aeterna – Σταμάτης Μουμουλίδης

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Ο Αρχέλαος Γρανάς πλέκει το εγκώμιο της Εύας Οικονόμου – Βαμβακά

Ο-Αρχέλαος-Γρανάς-πλέκει-το-εγκώμιο-της-Εύας-Οικονόμου-–-Βαμβακά

Η Εύα Οικονόμου Βαμβακά θα είναι και για τα επόμενα τρία χρόνια στη θέση της καλλιτεχνικής διευθύντριας του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας, όπως αποφάσισε την Τρίτη (17/3) κατά πλειοψηφία το διοικητικό συμβούλιο του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.
Για το θέμα μίλησε στην ΕΡΑ Καβάλας, ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., Αρχέλαος Γρανάς.

Με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους

«Στην τελευταία συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας κάναμε την επιλογή του καλλιτεχνικού διευθυντή για την επόμενη τριετία. Με μυστική ψηφοφορία προέκυψαν 7 ψήφοι για την κ. Οικονόμου Βαμβακά, οπότε με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους. Εκείνο που επικράτησε είναι ότι έχει την καλλιτεχνική εμπειρία, διετέλεσε ξανά καλλιτεχνική διευθύντρια, έχει διοικητικές και οργανωτικές ικανότητες, έχει αποστολή να φέρει το θέατρο κοντά στην κοινωνία. Υπάρχει συνεργασία με τα σχολεία, με τους τοπικούς φορείς, με τους πολιτιστικούς οργανισμούς και προωθεί και τη θεατρική παιδεία. Έχει καλή δικτύωση με διάφορους παραγωγούς, αλλά και με άλλα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. της χώρας και συνεργασίες που έχει αναπτύξει με αυτούς. Όλα αυτά εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. και την επιλέξαμε για ακόμη μία τριετία», ανέφερε σχετικά ο κ. Γρανάς.

”Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε…”

”Έχει ικανότητες για να παίρνει αποφάσεις και να επιλύει προβλήματα που δημιουργούνται ούτως ή άλλως σε τέτοιες περιπτώσεις. Όλα αυτά επίσης εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία μας. Όχι ότι και οι άλλοι υποψήφιοι που ανέπτυξαν εν ολίγοις τα δικά τους επιχειρήματα δεν ήταν καλοί, αλλά εφόσον είμαστε ευχαριστημένοι από την προηγούμενη θητεία της κ. Οικονόμου Βάμβακα της εμπιστευτήκαμε και πάλι τη νέα τριετία ως καλλιτεχνική διευθύντρια στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας και έτσι έληξε η ιστορία αυτή. Δεν ήταν τόσο η αμφισβήτηση της καλλιτεχνικής διεύθυνσης, αλλά όσον αφορά τη νομιμότητα των διαδικασιών. Εφόσον πλέον έγιναν όλα νόμιμα και κανείς δεν μπορεί να πει τίποτα, προχωράμε. Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε”, επισήμανε καταληκτικά ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας.

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα