Connect with us

Πολιτισμός

Peter Weiss: «Η δολοφονία του Μαρά» / Ένα πολιτικό έργο στη σκηνή της Ε.Μ.Σ. από το Κ.Θ.Β.Ε.

peter-weiss:-«Η-δολοφονία-του-Μαρά»-/-Ένα-πολιτικό-έργο-στη-σκηνή-της-ΕΜΣ-από-το-ΚΘΒΕ.

Πρόλογος

Το πολυσυζητημένο έργο το περιμέναμε πέρυσι. Η πανδημία και οι συνέπειές της εμπόδισαν την ολοκλήρωση της προετοιμασίας, η οποία διήρκησε σειρά μηνών. Πολυπρόσωπη παράσταση, απαιτητική στις πολλές παραμέτρους της, εξαντλητικές πρόβες εν μέσω απαγορεύσεων, πολλή δουλειά από όλους τους συντελεστές, όμως ο έμπειρος και ικανότατος ηνίοχος Κοραής Δαμάτης φέρνει, τελικά, ένα εντυπωσιακό «Άρμα Θέσπιδος», ένα άρτιο «παραστατικό» αποτέλεσμα στο εμβληματικό θέατρο της Ε.Μ.Σ και το Κ.Θ.Β.Ε. κάνει την πρεμιέρα του με περηφάνια που τη δικαιούται.

Δραματουργία

Το έργο πραγματεύεται τη φανταστική σύγκρουση μεταξύ του ακραίου ατομικισμού και της σκέψης μιας πολιτικής και κοινωνικής ανατροπής.

«Η δολοφονία του Μαρά» του PeterWeiss υλοποιεί σε μεγάλο βαθμό την αντίληψη του Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898-1956) για το επικό θέατρο. Το επικό θέατρο ήταν η εναλλακτική του Μπρεχτ στο θέατρο της ψευδαίσθησης και της ενσυναίσθησης. Κατά τη διάρκεια τωνδεκαετιών του 1920, 1930, ο Μπρεχτ ανέπτυξε μια θεατρική θεωρία, βασισμένη στον μαρξισμό, που στρεφόταν κατά του αριστοτελικού αλλά και του αστικού δράματος της πρώιμης Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τον όρο «επικό θέατρο» το 1926. Έψαξε εντατικά για μια μορφή θεάτρου που ήταν κατάλληλη για την εποχή του και προσαρμοσμένη στη σύγχρονη, καπιταλιστική και «μορφωμένη» κοινωνία. Το κοινό, κατ’ αυτήν, πρέπει να αναλύει τα γεγονότα στη σκηνή, να βγάζει συμπεράσματα και να βρίσκει τις δικές του κινητήριες δυνάμεις. Το θέατρο, σύμφωνα με την μπρεχτική θεωρία, πρέπει να βλέπει κριτικά το εκμεταλλευτικό σύστημα της αστικής κοινωνίας και να συμμετέχει στην επαναστατική του αλλαγή. Επομένως, το κοινό δεν πρέπει να είναι παθητικό αλλά να ενεργοποιεί τη σκέψη που οδηγεί στη δράση.

Ανάγνωση

«Η δολοφονία του Μαρά» είναι μια παράσταση «θεάτρου μέσα στο θέατρο» ή πιο κυριολεκτικά, «θεάτρου μέσα στο ψυχιατρείο».

Σχεδόν είκοσι χρόνια μετά τη Γαλλική επανάσταση ο Μαρκήσιος ντε Σαντ, έγκλειστος στο άσυλο του Σαραντόν, εφαρμόζει τη μέθοδο της δραματοθεραπείας σκηνοθετώντας την ιστορία της δολοφονίας του πρωταγωνιστή της επανάστασης Ζαν Πωλ Μαρά, με «ηθοποιούς» τους ίδιους τους τρόφιμους του ασύλου. Βήμα-βήμα, καθώς εξελίσσονται στη «σκηνή» τα γεγονότα που οδήγησαν στη δολοφονία του Μαρά, τα όρια ανάμεσα στην ψευδαίσθηση και στην πραγματικότητα γίνονται δυσδιάκριτα και το έργο μετατρέπεται σε ένα αιχμηρό και επίκαιρο σχόλιο για την επανάσταση και τη σύγκρουση της ατομικής ελευθερίας με το ιστορικό και κοινωνικό καθήκον.
Η καταδίωξη και η δολοφονία του Ζαν-Πωλ Μαρά γράφτηκε από τον Γερμανό δραματουργό Πέτερ Βάις το 1963. Ένα σημαντικό πολιτικό έργο στα ίχνη του Μπρεχτ που, με αφορμή μία από τις πιο καθοριστικές περιόδους της παγκόσμιας Ιστορίας, θίγει διαχρονικά το ζήτημα της επανάστασης και των συνεπειών της.

Ιστορικό

Ανέβηκε για πρώτη φορά στη χώρα μας το 1965 από τον Κάρολο Κουν σε αψεγάδιαστη μετάφραση του Μάριου Πλωρίτη. Μερικά χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα το 1989, ο Κοραής Δαμάτης το σκηνοθέτησε για το Εθνικό Θέατρο πάνω στην ίδια μετάφραση.

Έπειτα από 32 χρόνια ο ίδιος σκηνοθέτης επιχειρεί μια νέα προσέγγιση. Μια παράσταση για το Κ.Θ.Β.Ε. εμπλουτισμένη με τη γνώση και την εμπειρία των χρόνων αυτών, αλλά και μια ανάγνωση υπό το πρίσμα των σημερινών πολιτικών και κοινωνικών συνθηκών.

Αν και το έργο γράφτηκε το 1963 παραμένει σύγχρονο, ακριβώς γιατί ο Πέτερ Βάις είχε εξαιρετική αντίληψη για τους ανθρώπους και τα γεγονότα της εποχής του. Βέβαια, δεν είναι το έργο επίκαιρο, όπως σημειώνει ο σκηνοθέτης, αλλά δεν έχει αλλάξει τίποτα επί της ουσίας στις πράξεις και στην πολυπλοκότητα του σοφού εξολοθρευτή homosapiens.

Η υπόθεση

Ο Μαρκήσιος ντε Σαντ βρίσκεται κλεισμένος σε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα. Σκηνοθετεί τους άλλους τρόφιμους σ’ ένα θεατρικό έργο που αφορά τις τελευταίες μέρες και τη δολοφονία του Μαρά. Στην ανάπτυξή του όμως, οι τρόφιμοι αρχίζουν σταδιακά να επηρεάζονται από τις καταστάσεις και βουλιάζουν όλο και περισσότερο στη βία, με αποτέλεσμα η παράσταση να ξεφύγει από τα λογικά όρια και να ακολουθήσει μια τελείως χαοτική εξέλιξη.

Ο γεννημένος το 1743 στην Ελβετία Ζαν Πολ Μαρά ήταν μια πολύ σημαντική μορφή για την προπαγάνδα υπέρ της Γαλλικής Επανάστασης. Εκδότης της εφημερίδας «Φίλος του λαού», είχε καταφέρει με τα πύρινα άρθρα του να βρεθεί στην κορυφή της εξουσίας, ενώ συνέβαλε με αυτά στην καταδίκη του Λουδοβίκου του 16ου. Ήταν μέλος της Λέσχης των Κορδελιέρων και ηγετική μορφή στην Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας, που είχε δημιουργηθεί λίγους μήνες νωρίτερα, μέσα στην οποία πάρθηκαν αποφάσεις για μαζικές εκτελέσεις ανθρώπων που θεωρούνταν ύποπτοι συνωμοσίας κατά της Επανάστασης (σφαγές Σεπτεμβρίου).

Ανάμεσα στις αποφάσεις του ήταν και η πρόταση για την διάλυση των δεξιών Γιρονδίνων. Όταν ο Μαρά διέταξε τη σύλληψη 22 εξ’ αυτών, μια νεαρή οπαδός τους, η Σαρλόττα Κορνταί, αποφάσισε να τον δολοφονήσει. Ο Μαρά κρυβόταν από τους αντιπάλους του στους υπονόμους της πόλης. Έπασχε από κάποια δερματική ασθένεια και για τον λόγο αυτό πολύ συχνά χρησιμοποιούσε τα κρύα λουτρά για να ανακουφιστεί. Με την πρόφαση πως είχε να του αποκαλύψει συνωμότες, η Κορνταί τόλμησε να τον επισκεφτεί στο λουτρό. Εκεί βύθισε στο στήθος του ένα μαχαίρι προκαλώντας τον θάνατο του. Συνελήφθη και, μετά από δίκη, εκτελέστηκε στη λαιμητόμο.

«Σαν τον Χριστό, ο Μαρά αγαπούσε παράφορα τον λαό. Σαν τον Χριστό, ο Μαρά μισούσε τους βασιλιάδες, τους ευγενείς, τους ιερείς, τους αγύρτες και, σαν τον Χριστό, ποτέ δεν έπαψε να πολεμά αυτές τις μάστιγες του λαού» είχε γράψει ο Μαρκήσιος Ντε Σαντ για ένα από τα σημαντικότερα πρόσωπα της Γαλλικής Επανάστασης. Και έτσι ήταν.

Η δολοφονία του ενέπνευσε πολλούς συγγραφείς και καλλιτέχνες, ενώ παράλληλα αναπαραστάθηκε στον διάσημο πίνακα του Ζακ-ΛουιΝταβίντ «Ο θάνατος του Μαρά», ένα από τα γνωστότερα έργα της Γαλλικής Επανάστασης.

Ο συγγραφέας

Ο Πέτερ Βάις γεννήθηκε στη Γερμανία το 1916. Από το 1939 έζησε στη Στοκχόλμη όπου και πήρε τη σουηδική υπηκοότητα. Στρατευμένος συγγραφέας, μαρξιστής και εκφραστής του «Θεάτρου της σκληρότητας», εμπλεκόταν ενεργά στην πολιτική ζωή, καθώς έπαιρνε καθαρές θέσεις στις δημόσιες τοποθετήσεις του. Η «Δολοφονία το Μαρά» είναι το έργο που τον έκανε γνωστό, κυρίως μέσω της εξαιρετικής σκηνοθεσίας του Πήτερ Μπρουκ στο θέατρο, που στη συνέχεια μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο σημειώνοντας τεράστια επιτυχία. Με έντονες επιρροές, κυρίως από το θέατρο του Μπρεχτ αλλά και του Αρτώ, δημιούργησε το προσωπικό του στυλ γραφής, με το οποίο καταφέρνει μέχρι και σήμερα να μας κάνει να επαναπροσδιορίσουμε τις βεβαιότητές μας.

Η παράσταση

Συλλογική και ατομική ευθύνη

Σύμφωνα με τη σκηνοθετική προσέγγιση το έργο αναπτύσσεται από ηθοποιούς και τραγουδιστές, σε δύο παράλληλα επίπεδα. Επομένως, δεν υπάρχει γραμμική δράση.

Το πρώτο είναι εκείνο του δράματος. Εδώ τα γεγονότα ακολουθούν δύο τροχιές, εκείνη των ιστορικών συμβάντων που οδήγησαν στη δολοφονία του Μαρά και εκείνη ενός διαλόγου Μαρά – Σαντ που, πιθανότατα, δεν έγινε ποτέ αλλά στο έργο έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Τον διάλογο αυτόν πυροδοτεί η αναζήτηση της απόλυτης αλήθειας μέσα από την αντιπαράθεση του εγώ (Σαντ) και του εμείς (Μαρά). Η Γαλλική επανάσταση είναι η αφορμή να αναδυθούν καινούργιες ιδέες, αλλά και νέα ερωτήματα για τα ατομικά και τα συλλογικά συμφέροντα και ελευθερίες, για τη δράση και την παθητικότητα, για τη ζωή και τον θάνατο. Στην καρδιά της συζήτησης βρίσκεται ο άνθρωπος αλλά και η φύση που, παρά την ιστορική τους εξέλιξη, μοιάζουν ακίνητοι σε σύγκριση με την ηλικία της γης, ωστόσο, ανώριμοι για την ενηλικίωσή τους.

Το δεύτερο επίπεδο αφορά στην πραγματικότητα που βιώνουν οι ίδιοι οι ηθοποιοί – έγκλειστοι του ψυχιατρείου, που υποδύονται τους ρόλους του έργου. Πρόκειται για μια μίξη ψυχοπαθών, περιθωριακών, αλλά και πολιτικών κρατουμένων με κοινό στόχο την απελευθέρωσή τους.

Το Κ.Θ.Β.Ε. και με την ευκαιρία της επετείου των 200 χρόνων από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, ευτυχώς, επέλεξε αυτό το έργο. Η επετειακή συγκυρία, η αξεπέραστη οδηγητική ιδεολογικά και αισθητικά , η μετάφραση του σπουδαίου Μάριου Πλωρίτη και η ενδιαφέρουσα σκηνοθεσία του Κοραή Δαμάτη συντελούν, ώστε να επιδείξει ο μεγάλος πολιτιστικός αυτός φορέας, μια ευδόκιμη – θεατρικά – παράσταση. Ο Βάις με τον ουμανισμό που τον διακρίνει και μέσα από το πρίσμα των σύγχρονων προοδευτικών ιδεών, πρόβαλε στο κείμενό του τα ανεκπλήρωτα αιτήματα της προδομένης Γαλλικής Επανάστασης.

Ωστόσο, η σύλληψη είναι ολότελα ιδιότυπη. Ο βασικός «μύθος» στρέφεται, φυσικά, γύρω από τη δολοφονία του «αρχιεπαναστάτη» Μαρά απ’ τη Σαρλότ Κορνταί στις 13 Ιουλίου 1793. Ο Βάις, όμως, δεν «αναπαρασταίνει» τα γεγονότα. Τα παρουσιάζει «σαν παράσταση έργου με αυτό το θέμα, που είχε γραφτεί (τάχα) απ’ τον Μαρκήσιο ντε Σάντ και που παίχτηκε (τάχα) το 1808 στο Άσυλο Φρενοβλαβών του Σαραντόν», γράφει ο Μάριος Πλωρίτης, που μετέφρασε το έργο όταν πρωτοπαρουσιάστηκε στην Ελλάδα από τον Κουν. Παρόμοια σχόλια έχει κάνει και ο Πήτερ Μπρουκ, ο οποίος σκηνοθέτησε το έργο για το θέατρο και τον κινηματογράφο. Είπε ότι : «Το έργο είναι μια μοντέρνα μίξη όλων των καλύτερων θεατρικών συστατικών της εποχής: Μπρεχτ— διδακτικό— παράλογο— Θέατρο της Σκληρότητας. Είναι δυνατό, η κεντρική του σύλληψη ξεχωριστή, η φόρμα του κοφτή και αλάνθαστη. Από πρακτική εμπειρία μπορώ να πω πως η δύναμη της παράστασης έχει άμεση σχέση με την πλούσια φαντασία του υλικού».

Ο Κοραής Δαμάτης έχει ήδη κατακτήσει ένα μικρό μερίδιο από το έργο, αλλά διαθέτει και μια σπάνια ικανότητα να καθοδηγεί ομάδες, να συνθέτει κινησιολογικές αντιστίξεις, να συγκροτεί με ανθρώπινα μέλη μουσικές φαντασίες και εκφραστικά σύνολα. Οργάνωσε με γνώση, μέτρο, καλαισθησία , μια εμπνευσμένη παράσταση. Έστησε σε ενιαίο σύνολο ανθρώπους με ιδιαιτερότητες και απεικόνισε έναν ολόκληρο κόσμο.

Σύμφωνα με το «επικό θέατρο» που ενστερνίζεται ο σκηνοθέτης, το κοινό πρέπει να αποστασιοποιηθεί από το έργο. Η πολύπλοκη δομή και το δίδυμο Μαρά- Ντε Σαντ συμβάλλουν σε αυτό, επειδή το κοινό μπορεί να δει τα δραματικά γεγονότα από πέντε οπτικές γωνίες. Είναι οι προοπτικές του διευθυντή του ιδρύματος Κουλμιέ, του ριζοσπαστικού επαναστατικού αγκιτάτορα Μαρά, της δολοφόνου Κορνταί , του συγγραφέα και «ηθοποιού» ντε Σαντ και των ασθενών – χαρακτήρες που συμμετέχουν.

Οι ασθενείς δεν παίζουν μόνο τους ρόλους τους, αλλά και τον εαυτό τους. Κυριεύουν κυριολεκτικά τη σκηνή απ’ άκρη σ’ άκρη, μένουν στο σανίδι σε όλη τη διάρκεια της παράστασης και χαρίζουν γενναιόδωρα μοναδικά εικαστικά κάδρα. Η ασάφεια στη δομή του δικού τους παιχνιδιού, υπό την καθοδήγηση του Σαντ, αποτελεί προϋπόθεση για τη συνεχή παρέμβαση του Κουλμιέ. Γι ‘αυτό γίνεται ο ίδιος συμπαίκτης. Οι άνθρωποι που έχουν τη λειτουργία της χορωδίας ( έξοχα τα χορωδιακά μέρη) είναι κομμάτι της υπόθεσης και, ταυτόχρονα, έχουν καθήκοντα σχολιαστών, όπως στο διδακτικό θέατρο.

Το σκηνικό (Ανδρέα Βαρώτσου) έχει επίσης δυαδική υπόσταση. Το μπάνιο στο άσυλο ψυχασθενών υποδηλώνει την ιδέα της υγιεινής καθαριότητας, αλλά ταυτόχρονα έρχεται σε αντίθεση με την «ακαθαρσία» των κοινωνικών συνθηκών.

Τα κοστούμια της ΄Άννας Μαχαιριανάκη ξεπερνούνε την αληθοφάνεια μιας συνθήκης, εν προκειμένω του τέλους του 18ου αιώνα, και παίρνουν μια θέση πολύ πιο φιλόδοξη. Πολλαπλασιάζουν τις λειτουργίες τους και ενσωματώνονται στη δουλειά του συνόλου πάνω στα σκηνικά σημαίνοντα. Εδώ τα κοστούμια χρησιμοποιούνται ως αξία ταύτισης με το δραματικό πρόσωπο, επιτρέποντας στον θεατή να επισημαίνει το οτιδήποτε από τη δράση, τον χαρακτήρα, την κατάσταση, την ατμόσφαιρα και να μην εξαντλείται στην ολιγόλεπτη αρχική του παρατήρηση.

Η μουσική της Δήμητρας Γαλάνη, μια έκπληξη. Οι μουσικές γέφυρες, έντεχνα αριστουργήματα και με υπέροχο «άρωμα» Χατζιδάκι, προσφέρουν στον θεατή επί πλέον απόλαυση. Εξαιρετικός επιχρωματισμός και δημιουργία αισθήσεων που αντιστοιχεί στη δραματική κατάσταση. Η ατμόσφαιρα αντικατοπτρίζεται στη μουσική αλλά και ενισχύεται από αυτή. Είναι, θα λέγαμε, η δομή που δίνει ρυθμό σε ολόκληρη την παράσταση.

Ο πληθωρικός Κώστας Σαντάς ενσαρκώνει με απίστευτη ένταση και μέγιστη υποκριτική δεινότητα τον εκκεντρικό Ντε Σαντ, τον βασικό χαρακτήρα του έργου. Δίνει αστείρευτη ενέργεια στη σκηνή και τροφοδοτεί τεχνηέντως τους θεατές με αφορμές για φιλοσοφικούς διαλόγους , χρησιμοποιώντας σαρδόνιο χιούμορ και τη γνωστή μηδενιστική, ατομιστική προβληματική τού ήρωα που υποδύεται.

Ο Δημήτρης Σιακάρας , ένας Μαρά επαναστάτης με αιτία, ένας μπερδεμένος χαρακτήρας, δωρίζει στο κοινό και στην παράσταση μια πολυδιάστατη ερμηνεία. Βασανίζεται από τις μνήμες, κατατρύχεται από την απογοήτευση για την αποτυχία της επανάστασης κι ας επαίρεται φωνάζοντας «εγώ είμαι η επανάσταση» και υποφέρει από την παράξενη ασθένεια της δερματοπάθειας που τον έχει εγκλωβίσει σε μια μπανιέρα γεμάτη νερό. Συγκινεί το κοινό.

Η Μαριάννα Πουρέγκα είναι η Σαρλόττα Κορνταί που, ως άλλη «Ελευθερία που οδηγεί τον λαό» του Ντελακρουά, θεωρεί τη δολοφονία του Μαρά μια πράξη που θα απελευθερώσει την ανθρωπότητα. Η ερμηνεία της θυμίζει ευριπίδεια Ηλέκτρα κάποιες στιγμές κι άλλες σοφόκλεια Αντιγόνη. Κάποτε έβρισκε τις ιδέες του Μαρά ελκυστικές, αλλά κατέληξε απογοητευμένη από το αποτέλεσμα της επανάστασης. Βλέπει τον θάνατό του ως το πρώτο βήμα σε μια νέα επανάσταση. Κοντά στο τέλος, οραματίζεται τον δικό της θάνατο στη λαιμητόμο.

Ο Δημήτρης Τσιλινίκος είναι ο Κουλμιέ, ο διευθυντής του ψυχιατρείου συνοδευόμενος από την απαστράπτουσα , πανέμορφη διευθύντρια και σύζυγό του Γιολάντα Μπαλαούρα, ο οποίος με άφθονο νεύρο κινείται επιδέξια στη σκηνή και διακόπτει τη δουλειά του Ντε Σαντ για να επιβληθεί στο πείραμα της δραματοθεραπείας, ενώ παροτρύνει σαδιστικά τους επιστάτες να τιμωρήσουν με βία τους «επαναστάτες» ασθενείς στο φινάλε.

Ο Ορέστης Παλιαδέλης ερμηνεύει τον Ντυπερρέ, έτσι όπως ακριβώς πρέπει. Χειριστικός με τις γυναίκες, λάγνα σκέψη μονίμως, όμως δείχνει μια ικμάδα μετάνοιας, λίγο πριν τον φόνο του Μαρά, παρότι ήταν υπέρμαχος της ιδέας.

Η εξαιρετική ΄Αννη Τσολακίδου έχει τον πρέποντα κρυφό ερωτισμό ως Σιμόνη Εβράρ, μετρέσα του Μαρά, όμως του προσφέρει και αγάπη και φροντίδα, όπως η τροφός αρχαίου ελληνικού δράματος.

Ο Ζακ- Ρου του Δημήτρη Μορφακίδη υποστηρίζεται από τον έμπειρο ηθοποιό με πάθος και πολεμά εξίσου θερμά τη μισαλλοδοξία της εκκλησίας, την οποία υπηρετούσε στο παρελθόν. Καθηλωτική η ερμηνεία του.

Οι τέσσερις τραγουδιστές: Αριστοτέλης Ζαχαράκης, Σοφία Καλεμκερίδου, Νίκος Καπέλιος, Νίκος Κουσούλης, είναι ο Χορός, είναι τα μουσικά ιντερμέδια, είναι οι μελωδικοί αφηγητές, είναι το λυσάρι για τους θεατές. Εξαιρετικοί όλοι τους.

Ο Θάνος Φερετζέλης, ως Τελάλης, πρωτοστατεί στη σκηνή, κινεί τα νήματα όλων που «κρέμονται» στο στόμα του, εξηγεί και διακωμωδεί. Πλούσια κωμική φλέβα, αίλουρος στην κίνηση και με ιδιαίτερα βαθύ, καθαρό μέταλλο φωνής, ένας εξαιρετικός comedicrelief .

Άξιοι επαίνου όλοι οι ηθοποιοί του Κ.Θ.Β.Ε. που ενώνουν τις φωνές τους, το ταλέντο τους κι ερμηνεύουν τους «τρελούς» ασθενείς του ιδρύματος και τις νοσοκόμες – επιστάτες , σαν ένα καλοκουρδισμένο και εκπαιδευμένο σύνολο που απλώνει γενναιόδωρα στη σκηνή το σκηνοθετικό όραμα.

Σ’ αυτή την αναπαράσταση των συνεπειών της Γαλλικής Επανάστασης η σκηνοθεσία ακολουθεί τον συγγραφέα, ο οποίος επικεντρώνεται στο δίπολο φτωχός- πλούσιος και στα συνακόλουθα μέσα σε μια μικροδομή ενός φρενοκομείου κι εγείρει ερωτήματα σχετικά με την ταξική σύγκρουση και τη δύναμη της εκκλησίας στη Γαλλία του 18ου αιώνα. Όμως, τοποθετείται και στην τρέχουσα επικαιρότητα, επειδή η ανισότητα στην ανθρωπότητα πρυτανεύει μόνιμα. Ο διαχωρισμός «λαός και Κολονάκι» είναι διαχρονικός και υφίσταται σήμερα μεταλλαγμένος σε προνομιούχους ακολούθους δογμάτων και σε κοινωνικά απόκληρους ή ιδεολογικά απείθαρχους στην καθεστηκυία τάξη πραγμάτων.

Υπάρχουν σκηνές αναρχικού χιούμορ, ενοχλητικής βίας, υστερικών διαλόγων και παραληρηματικών μονολόγων που ασκούν κριτική τόσο στην προγενέστερη, όσο και στη μεταγενέστερη της Γαλλικής Επανάστασης πολιτική κατάσταση.

Πέρα από την πολιτική, η φύση της θρησκείας, το αμφιλεγόμενο της ανθρώπινης ύπαρξης, οι σεξουαλικές προτιμήσεις, ο ρόλος της βίας στην ιστορική εξέλιξη του ανθρώπινου είδους, η μορφή της κοινωνίας και της εξουσίας, το δυαδικό σύστημα του καλού και του κακού, η έννοια της ελεύθερης βούλησης ακόμα και η λογοκρισία και η προπαγάνδα αποδομούνται και κριτικάρονται στη δράση.

Ωστόσο, όταν πέφτει η αυλαία μένουμε με την εντύπωση ότι η σύγκριση Ντε Σαντ- Μαρά βρίσκεται στις αντικρουόμενες ιδέες τους. Ο πρώτος, ως συγγραφέας του έργου μέσα στο έργο, έρχεται αντιμέτωπος με τον δεύτερο και την ιδεολογία του. Η διαφορά τους είναι η πάλη μεταξύ του φυσικού κόσμου και του νου, δηλαδή του εσωτερικού κόσμου.

Στο ΚΘΒΕ ανεβαίνει πρώτη φορά φέτος, ενώ αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως, κανένα άλλο έργο του συγγραφέα δεν παρουσιάστηκε νωρίτερα στις σκηνές του.

Σύμφωνα με τον Καλλιτεχνικό Διευθυντή του ΚΘΒΕ Νίκο Κολοβό: «Ήταν ευδόκιμος ο χρόνος του ανεβάσματος μιας τόσο μεγάλης παραγωγής θα αναρωτηθεί κανείς; H Επανάσταση στην οποία πολύμηνα όλοι κληθήκαμε να προβούμε εν μέσω πανδημίας για το κατάκτημα της ελευθερίας έκφρασης που μετουσιώνεται σε θεατρική πράξη, με σημαία την ατομική και κατ’ επέκταση τη συλλογική ευθύνη, συμπλέει τόσο με το διαχρονικό ζήτημα που θίγει ο Βάις στη «Δολοφονία του Μαρά». Ένα επίκαιρο σχόλιο αιχμής για τις συγκρούσεις που ανακύπτουν μεταξύ των ορίων της ατομικής μας ελευθερίας έναντι του κοινωνικού καθήκοντος σε στιγμές βαρύνουσες ιστορικά».

Δείτε την παράσταση. Ξεχωριστή εμπειρία!

Συντελεστές

Μετάφραση: Μάριος Πλωρίτης

Σκηνοθεσία- Κίνηση: Κοραής Δαμάτης

Σκηνικά: Ανδρέας Βαρώτσος

Κοστούμια-Γλυπτικές μάσκες: Άννα Μαχαιριανάκη

Μουσική: Δήμητρα Γαλάνη

Φωτισμοί: Στέλιος Τζολόπουλος

Μουσική διδασκαλία: Χρύσα Τουμανίδου

Α΄ Βοηθός σκηνοθέτη: Αντρέας Κουτσουρέλης

Β΄ Βοηθός σκηνοθέτη: Χριστόφορος Μαριάδης

Βοηθός ενδυματολόγου: Δανάη Πανά

Βοηθός κινησιολόγου: Ευανθία Σωφρονίδου

Υπεύθυνη φροντιστηριακού υλικού: Χαρά Αργυρούδη

Βοηθός φωτιστή: Στάθης Φρούσσος

Οργάνωση παραγωγής: Εύα Κουμανδράκη

Φωτογράφιση παράστασης: Τάσος Θώμογλου

Σχεδιασμός δημιουργικού: ΣιμώνηΓρηγορούδη

Διανομή

Κώστας Σαντάς: Μαρκήσιος Ντε Σαντ

Δημήτρης Σιακάρας: Ζαν Πωλ Μαρά

Άννη Τσολακίδου: ΣιμόνηΕβράρ

Μαριάννα Πουρέγκα: ΣαρλότταΚορνταί

Ορέστης Παλιαδέλης: Ντυπερρέ

Δημήτρης Μορφακίδης: Ζακ Ρου

Θάνος Φερετζέλης: Τελάλης

Δημήτρης Τσιλινίκος: Κουλμιέ

Γιολάντα Μπαλαούρα: Κυρία Κουλμιέ

 

Τραγουδιστές: Αριστοτέλης Ζαχαράκης, Σοφία Καλεμκερίδου, Νίκος Καπέλιος, Νίκος Κουσούλης.

Ασθενείς: Λευτέρης Αγγελάκης, Λουκία Βασιλείου, Μάνος Γαλανής, Ελένη Γιαννούση, Γιάννης Γκρέζιος, Λευτέρης Δημηρόπουλος, Στέλιος Καλαϊτζής, Γιάννης Καραμφίλης, Αναστασία ΡαφαέλαΚονίδη, Χρήστος Μαστρογιαννίδης, Μαρία Μπενάκη, Χρίστος Νταρακτσής, Σταυριάνα Παπαδάκη, Παναγιώτης Παπαϊωάννου, Κατερίνα Σισίννι, Ευανθία Σωφρονίδου, Φωτεινή Τιμοθέου, Νίκος Τσολερίδης.

Συμμετέχουν επίσης: Τίμος Αρχοντίδης, Δημήτρης Δανάμπασης, Ευάγγελος Δρούγκας, Κατερίνα Ζησκάτα, Αλέξανδρος Καλτζίδης, Χρυσοβαλάντης Νέστωρας, Θεοχάρης Παπαδόπουλος.

Πληροφορίες

Θέατρο Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών

Πρεμιέρα: Παρασκευή 19 Νοεμβρίου, 21.00

Παραστάσεις: Τετάρτη, Κυριακή (19.00), Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο (21.00).

Προπώληση: www.ntng.gr | VIVA.GR | 11876 |WIND

Κεντρικό Εκδοτήριο Βασιλικού Θεάτρου:

Δευτέρα – Κυριακή (08:30-21:30)

Εκδοτήριο ΕΜΣ:

Τετάρτη- Κυριακή (14.00- 22.00)

Εκδοτήριο Μονής Λαζαριστών:

Τετάρτη- Κυριακή (14.00- 22.00)

Εκδοτήριο ΚΘΒΕ Πλατείας Αριστοτέλους:

Τρίτη- Σάββατο (11:00-19:00)

Γενική είσοδος: 13€

Άνω των 65 ετών: 10€

Εκπτωτικό Εισιτήριο 8€ (θέσεις Α’ εξώστη, Φοιτητικό/ πολύτεκνοι) – Θέσεις Β’ Εξώστη 5€

Ομαδικό εισιτήριο (για κρατήσεις άνω των 10 ατόμων): 8€. Απαραίτητη η προαγορά των εισιτηρίων, κατόπιν τηλεφωνικής κράτησης (Δευτέρα- Παρασκευή, πρωινές ώρες τηλ.: 2315200012).

Άνεργοι: 5€

ΑΜΕΑ: Δωρεάν με έκδοση εισιτήριου από τα ταμεία έως και 2 ώρες πριν από την παράσταση αυστηρά, με την επίδειξη σχετικής κάρτας.

Ατέλειες: Δωρεάν 10 θέσεις ανά παράσταση με έκδοση εισιτήριου από τα ταμεία έως και 2 ώρες πριν από την παράσταση αυστηρά

*Οι σκηνές του ΚΘΒΕ λειτουργούν ως covid free χώροι για θεατές που έχουν εμβολιαστεί και με τις δύο δόσεις του εμβολίου κατά της COVID-19 ή έχουν νοσήσει εντός του τελευταίου εξαμήνου. Για την είσοδό σας στην παράσταση είναι απαραίτητη η επίδειξη πιστοποιητικού πλήρους εμβολιασμού, είτε πιστοποιητικού νόσησης καθώς και πιστοποιητικού ταυτοπροσωπίας (αστυνομική ταυτότητα, διαβατήριο, δίπλωμα οδήγησης). H προσέλευση ανηλίκων (από 12 και άνω) προϋποθέτει την επίδειξη πιστοποιητικoύ εμβολιασμού ή νόσησης και ανηλίκων (από 4 έως 11 ετών) αρνητικού selftest με ισχύ 24 ωρών.

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

 

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

Αισχύλου «Πέρσες» στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη

Αισχύλου-«Πέρσες»-στο-69ο-Φεστιβάλ-Φιλίππων-σε-σκηνοθεσία-Χρήστου-Θεοδωρίδη

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Με αφηγηματικό σημείο εκκίνησης την είδηση της καταστροφικής ήττας στη Σαλαμίνα, κεντρικός άξονας της ιστορίας είναι ο θρήνος –αδιαπραγμάτευτος, διαρκής, επαναλαμβανόμενος– για όσους χάθηκαν, για το ευτυχισμένο παρελθόν που απωλέσθηκε.

Στην πρώτη του κάθοδο στο αργολικό θέατρο, αυτός ο νεαρός σκηνοθέτης από τη Θεσσαλονίκη αναμετριέται με την αισχύλεια τραγωδία. Γραμμένη το 472 π.Χ., αποτελεί το αρχαιότερο σωζόμενο πλήρες έργο της αρχαίας ελληνικής δραματουργίας και, ταυτόχρονα, την παλαιότερη μεταγραφή γεγονότων της Ιστορίας σε θέατρο.

Ο σκηνοθέτης Χρήστος Θεοδωρίδης εργάζεται πάνω στο αντιπολεμικό έργο των Περσών, συνεχίζοντας έτσι τη νοητή πορεία που έχει σχηματίσει τα τελευταία χρόνια με έργα πολιτικά φορτισμένα και ιδιαίτερα επίκαιρα (Σ’ εσάς που με ακούτε / Λούλα Αναγνωστάκη, Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου / Εντουάρ Λουί, Συνέδριο για το Ιράν / Ιβάν Βιριπάγεφ, κ.ά.).

Οι Πέρσες του Αισχύλου δεν είναι απλώς το αρχαιότερο σωζόμενο θεατρικό έργο της ανθρωπότητας. Είναι μία απόδειξη ότι η Ιστορία δεν κινείται από τους θριάμβους αλλά από τις καταρρεύσεις. Οι νικητές αφηγούνται τον εαυτό τους ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα μιας λογικής πορείας. Οι ηττημένοι, αντίθετα, αποκαλύπτουν την πραγματική φύση της ανθρώπινης κατάστασης: την αβεβαιότητα, την ευθραυστότητα και την αδυναμία μας να προβλέψουμε τις συνέπειες της ίδιας μας της ισχύος.

Αυτός είναι και ο λόγος που το έργο μοιάζει τόσο οικείο σήμερα. Από τα στενά της Σαλαμίνας μέχρι τα Στενά του Ορμούζ, η γεωγραφία εξακολουθεί να επιβάλλει τα όρια στις αυτοκρατορίες. Η αρχαία Περσία έγινε το σύγχρονο Ιράν, οι θαλάσσιοι δίαυλοι παραμένουν οι αρτηρίες του παγκόσμιου εμπορίου και οι ηγεμονικές δυνάμεις συνεχίζουν να πιστεύουν ότι η κλίμακα και η ισχύς τις προστατεύουν από την έκπληξη.

Ο Αισχύλος όμως δεν προειδοποιεί μόνο τους Πέρσες. Προειδοποιεί κυρίως τους Αθηναίους, τη δική του πόλη -για κάποιους οι ΗΠΑ είναι η Αθήνα της εποχής μας, η οποία εκείνη ακριβώς την περίοδο μετατρεπόταν από ελεύθερη πόλη σε ηγεμονική δύναμη του ελληνικού κόσμου. Είναι μια υπενθύμιση ότι κάθε αυτοκρατορία θεωρεί τον εαυτό της εξαίρεση μέχρι τη στιγμή που ανακαλύπτει πως δεν είναι.

Είναι οι «Πέρσες» αντιπολεμικό έργο; Όχι με τη σύγχρονη, πασιφιστική έννοια του όρου, αλλά ναι ως προς την ανάδειξη της κοινής ανθρώπινης οδύνης.

Για να καταλάβουμε το έργο, πρέπει να δούμε τις δύο όψεις του. Την πατριωτική -θεολογική διάστασή του, αρχικά. Ο Αισχύλος γράφει για ένα κοινό Αθηναίων, που λίγα χρόνια πριν είδε την πόλη του να καίγεται από τους Πέρσες. Το έργο λειτουργεί και ως ένας ύμνος στον θρίαμβο της αθηναϊκής δημοκρατίας έναντι του ανατολικού δεσποτισμού.

Η ήττα των Περσών παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα της Ύβρεως του Ξέρξη, ο οποίος ξεπέρασε τα ανθρώπινα όρια, γεφυρώνοντας τον Ελλήσποντο και προκάλεσε τη Νέμεση, τη θεϊκή τιμωρία.

Η δεύτερη όψη είναι η συγκλονιστική ενσυναίσθηση. Εδώ κρύβεται η ιδιοφυΐα του Αισχύλου. Αντί να στήσει ένα νικητήριο γλέντι, τοποθετεί τη δράση στα Σούσα, στο παλάτι του εχθρού. Το κοινό δε βλέπει τους Έλληνες να πανηγυρίζουν, αλλά τον θρήνο της βασιλομήτορος Άτοσσας, του Χορού των γερόντων (στην εκδοχή τού Θεοδωρίδη ο Χορός αποτελείται από νέους ανθρώπους) και του ηττημένου Ξέρξη.

Ο Αισχύλος δε δαιμονοποιεί τον εχθρό. Του δίνει φωνή, αξιοπρέπεια και δικαίωμα στον πόνο. Με αυτή την έννοια, το έργο ξεπερνά τα όρια της προπαγάνδας και γίνεται βαθιά ανθρωπιστικό, καθώς δείχνει ότι οι συνέπειες του πολέμου και της αλαζονείας είναι καθολικές και ισοπεδωτικές.

Στο ανέβασμα της συγκεκριμένης τραγωδίας σχεδόν πάντα προκύπτει ένα μεγάλο εμπόδιο στον εκάστοτε σκηνοθέτη. Να αποκρυπτογραφήσει το τραγικό στοιχείο πίσω από το ανδραγάθημα, να αναδείξει την τραγικότητα μέσα από τον ηρωισμό. Επειδή, εδώ δεν είναι ούτε η πλοκή ούτε η δομή της τραγωδίας αναμενόμενη και απλή, και, ως εκ τούτου, η τραγική κορύφωση και κάθαρση επέρχεται από άλλους δρόμους.

Ο τραγικός ήρωας, ο Ξέρξης (Αναστάσης Ροϊλός), στο μεγαλύτερο μέρος της μόνο μνημονεύεται, δε δρα. Εμφανίζεται στο τέλος και για πολύ λίγο τσακισμένος και εξευτελισμένος, έχοντας χάσει την αίγλη και την παντοδυναμία του, τρανό τρόπαιο της Θείας Δίκης. Τον κυρίαρχο λόγο τον έχει ο Χορός, που είναι και ο μέγας πρωταγωνιστής.

Οι σύγχρονες σκηνοθετικές προσεγγίσεις των Περσών, συχνά, διχάζουν το κοινό και την κριτική. Η «ανεκτικότητα» μιας παράστασης εξαρτάται από το πώς ισορροπεί ανάμεσα στον σεβασμό του ποιητικού λόγου και την ανάγκη για πολιτικό σχολιασμό.

Επειδή το έργο μιλά για μια υπερδύναμη που καταρρέει λόγω αλαζονείας, πολλοί σύγχρονοι σκηνοθέτες το χρησιμοποιούν για να σχολιάσουν τη σύγχρονη γεωπολιτική κατάσταση στον κόσμο μας.

 Όταν η μεταφορά αναδεικνύει την οικουμενικότητα του κειμένου, όταν τα κοστούμια ή τα σκηνικά βοηθούν τον θεατή να συνδέσει το τότε με το τώρα, χωρίς όμως να αλλοιώνεται το νόημα των λέξεων, τότε μιλάμε για μια πετυχημένη σκηνοθεσία.

 Όταν η παράσταση μετατρέπεται σε μια φτηνή, διδακτική πολιτική μπροσούρα, αν ο Ξέρξης παρουσιαστεί απλώς σαν μια καρικατούρα σύγχρονου δικτάτορα ή δυτικού ηγέτη, χάνεται το τραγικό του μέγεθος και η θεολογική διάσταση της Ύβρεως, τότε είναι σαφής η διολίσθηση στα κλισέ. Εδώ, ο Ξέρξης παρουσιάστηκε άχρωμος, άοσμος, επίπεδος. Έτσι τον θέλησε ο σκηνοθέτης.

Το δεύτερο μισό των Περσών είναι ένας παρατεταμένος, μουσικός θρήνος (κομμός).

Στο αρχαίο θέατρο, αυτό λειτουργούσε μέσω της ρυθμικής απαγγελίας και της μουσικής.

Στις σύγχρονες μεταφορές, αν ο σκηνοθέτης δε βρει έναν ισχυρό κώδικα (μέσω της κίνησης, της σύγχρονης μουσικής ή της χορογραφίας), ο συνεχής θρήνος μπορεί να κουράσει τον σύγχρονο θεατή ή, ακόμα χειρότερα, να φανεί μελοδραματικός και γραφικός.

Κλείνοντας, οι Πέρσες αντέχουν σε κάθε σύγχρονη μεταφορά —ακόμα και την πιο ακραία οπτικά— αρκεί ο σκηνοθέτης να εμπιστεύεται τη δύναμη του λόγου του Αισχύλου και να μην προσπαθεί να γίνει πιο «έξυπνος» από το ίδιο το κείμενο.

Δυστυχώς, ο νεαρός σκηνοθέτης στην προσπάθειά του να πρωτοτυπήσει, να ξεχωρίσει, να διαφοροποιηθεί από την πεπατημένη, που όμως την απαιτεί ο Αισχύλος, κατήργησε τους γέροντες Πέρσες κι αράδιασε στην ορχήστρα μια χαρά νέους ανθρώπους που, λογικά, δεν έχουν εμπειρίες και γνώσεις, κι αν αυτό το προσπερνάμε σαν μοντερνισμό και άποψη που αναφέρω παρακάτω, διολίσθησε σε μέγα ατόπημα να αναθέσει τον ρόλο της Άτοσσας στην όμορφη, ταλαντούχα, πλην ακατάλληλη για αυτόν, Μαρία Ναυπλιώτου, δείχνοντας ασέβεια στο κείμενο.

 Όλοι ξέρουμε πως αυτή η γυναίκα έχει, για την εποχή της μάλιστα, μεγάλη ηλικία. Η «γριά μητέρα» αναφέρεται σε όλες τις ξενόγλωσσες αναλύσεις του έργου, διότι δεν ήταν

μόνο μητέρα των δύο αγοριών, που είχε αποκτήσει από τον Δαρείο, αλλά και ο Δαρείος ήταν ο τρίτος σύζυγός της. Κόρη του Κόρου, η Άτοσσα είχε παντρευτεί τον αδελφό του τον Καμβύση, κατόπιν τον μάγο Σμερδή και μετά τον Δαρείο.

Την εποχή του έργου ο Ξέρξης είχε σαρανταρίσει, και μόνο η ανάγκη του συγγραφέα να τον παρουσιάσει εύκολα παρασυρόμενο από τις κοροϊδίες των φίλων του και, γενικά, «οξύ», με την αψάδα των νιάτων, υποχρεώθηκε – ας πούμε – να αγνοήσει την ιστορία, όπως άλλωστε την αγνόησε σε πλείστα όσα σημεία, όπως τα ονόματα των νεκρών αρχηγών του περσικού στρατού (που δε συμφωνούν καθόλου μ’ αυτά που μας αναφέρει ο Ηρόδοτος, ο οποίος είχε προβεί σε τεράστιες έρευνες παίρνοντας «συνεντεύξεις» από τους ελάχιστους επιζώντες), αλλά και τη σχεδόν αγιοσύνη του Δαρείου, που κι αυτός είχε «ζεύξει» (το Βόσπορο) κι αυτός ονειρευόταν συνεχώς να εκδικηθεί τους Αθηναίους.

Όλα αυτά είναι γνωστά. Από κει και πέρα, όμως, η όμορφη και καλή ηθοποιός Μαρία Ναυπλιώτου, τι σχέση έχει σ’ αυτή την παράσταση με τη μητέρα και σύζυγο θεού που ήταν η Άτοσσα, η οποία για τους υπηκόους της ήταν είδωλο απροσπέλαστο, καταστόλιστο με τόσο βαριά κεντημένα χρυσά ρούχα, πυργωτά στέμματα κ.λπ., όπως άρμοζε σε μια Βασίλισσα τέτοιου μεγέθους;

Άποψη του σκηνοθέτη, θα πείτε. Ναι, μα ο Αισχύλος δεν είναι απλός παραμυθατζής. Είναι ο μεγαλύτερος ποιητής σε μια χώρα τεράστιων ποιητών, το έργο του, ειδικά αυτό, ως στίχος είναι ό,τι πιο «μοντέρνα» ποιητικό έχει γραφτεί ποτέ, αλλά συγχρόνως, είναι μια «τελετή».

Μια τελετή γραμμένη από έναν ανώτερο άνθρωπο, τον Αισχύλο, που η ευγένειά του έναντι του εχθρού είναι το θαύμα του διεθνούς θεάτρου.

Αποκλίνοντας από τη μυθική αφήγηση που κατά κανόνα κυριαρχεί στην τραγωδία, ο Αισχύλος, συνθέτει το μοναδικό έργο του είδους «θέατρο-ντοκουμέντο» που απαντάται στο σώμα της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας.

Αυτόπτης μάρτυρας και στρατιώτης των Αθηναίων στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας (480 π.Χ.), ο ίδιος δημιουργεί μια πρωτοφανή μορφή παραστατικού «ρεπορτάζ» πολέμου μόλις οχτώ χρόνια μετά. Η Ιστορία ανεβαίνει πρώτη φορά στη σκηνή.

Σε αυτό το καλλιτεχνικό εγχείρημα συναντάμε στο επίκεντρο τον άνθρωπο και την απώλεια. Τα ονόματα ανθρώπων, για τα οποία με τόση εμμονή ρωτάει ο Χορός τον αγγελιοφόρο, δεν είναι μόνο περσικά, αλλά είναι ονόματα ανθρώπων που χάθηκαν και χάνονται κάθε λεπτό στο σήμερα. Είκοσι δύο ηθοποιοί, που παραμένουν διαρκώς επί σκηνής, συνθέτουν έναν Χορό-πρωταγωνιστή, που με μόνα εργαλεία τον λόγο, την κίνηση και τη μουσική, εκφράζει το συλλογικό τραύμα μιας μουδιασμένης κοινωνίας.

Άνδρες και γυναίκες, με σακίδια στην πλάτη, φούστες και κοντά ή μακριά παντελόνια δεν είναι οι γέροντες – σύμφωνα με τη σκηνοθετική γραμμή – οι συνομήλικοι του νεκρού βασιλιά Δαρείου που είχαν μείνει στα μετόπισθεν, στα Σούσα, αναμένοντας νέα από την εκστρατεία στην Ελλάδα του νεαρού Ξέρξη. Είναι υπήκοοι μιας χώρας αφυδατωμένης από νιάτα (οξύμωρο στον νεανικό Χορό) και ελπίδα, ξερής, όπως το χώμα γύρω από τη θυμέλη. Σιωπηλοί στην αρχή και με το βλέμμα τους στραμμένο εμμονικά προς τη Δύση, εκεί όπου βρίσκεται η Ελλάδα, άρχισαν να εκφράζουν την αγωνία για την τύχη των δικών τους και συνάμα αναπολούσαν τις όμορφες μέρες που είχαν ζήσει.

Αντί για την πολυπόθητη είδηση, από τη Δύση φτάνει η Άτοσσα. Με το άστοχο για βασίλισσα κοστούμι της Τίνας Τζόκα, στέκεται μπροστά στο μικρόφωνο και, εν είδει διαγγέλματος, μοιράζεται με όσους την ακούνε υποταγμένοι με το κεφάλι χαμηλά, τα δυσοίωνα όνειρά της, ενώ η ορχήστρα στο αρχαίο θέατρο διαιρείται από μια κατακόκκινη φωτεινή γραμμή, μαρτυρώντας όχι μόνο το αίμα των νεκρών που αποκαλύπτονται αργότερα, αλλά και τον καίριο, σχεδόν ομιλούντα ρόλο, που έχει ο φωτισμός στην παράσταση (Ιωάννα Αθανασίου, Τάσος Παλαιορούτας), αναδεικνύοντας συναισθήματα κι αντιδράσεις, υποκαθιστώντας- κατά κάποιον τρόπο – τα απόντα σκηνικά.

Από την πρώτη κιόλας εικόνα γίνεται σαφές ότι η παράσταση θα αφηγηθεί την ιστορία, κυρίως, μέσα από τη δύναμη των εικόνων. Τα μέλη του Χορού- όχι γέροντες, αλλά νέοι άνθρωποι και το δεχτήκαμε – εισέρχονται αργά κι ένα-ένα στην ορχήστρα, ντυμένα σύγχρονα – θα πω σαν δικαιολογία – ότι είναι μια ευθεία αναφορά στον πόλεμο που δε σταμάτησε να σκοτώνει ανθρώπους είτε στο πλήθος πέριξ του Περσικού Κόλπου είτε στην Ουκρανία είτε στη Γάζα ή τον Λίβανο.

Γύρω από κάθε σώμα σχηματίζονται σκιές που συμβολίζουν όλο το φορτίο που φέρει κάθε άνθρωπος: την οικογένεια, τους προγόνους, τη μνήμη, τις ρίζες του. Κανείς δε βαδίζει μόνος, ακόμη και όταν η σκιά γίνεται μία. Αυτό δείχνει, θαρρώ, πως πίσω από κάθε σώμα υπάρχει η προσωπική του ιστορία.

Τα μέλη του Χορού στρέφονται προς τη Δύση, προς την κατεύθυνση από όπου αναμένεται να φτάσει η είδηση από τη Σαλαμίνα. Έχουν την πλάτη στραμμένη στο κοινό. Για αρκετή ώρα δε συμβαίνει τίποτα. Κι όμως, αυτή η ακινησία είναι από τις πιο δυνατές στιγμές της παράστασης. Η αναμονή γίνεται πρωταγωνιστής. Μια σιωπή γεμάτη αγωνία, προσμονή και ελπίδα. Όλοι περιμένουν ότι ο πανίσχυρος περσικός στόλος θα έχει επικρατήσει. Το κοινό γνωρίζει ήδη την αλήθεια, όμως οι ήρωες όχι. Έτσι δημιουργείται μια δραματική ένταση που κορυφώνεται, χωρίς να χρειάζονται λόγια.

Ο Χρήστος Θεοδωρίδης προσεγγίζει το έργο με τη δική του ματιά, ως μια αντιπολεμική κραυγή, συνεχίζοντας τη σκηνοθετική του πορεία πάνω σε πολιτικά φορτισμένα και καίρια σύγχρονα ζητήματα.

Είκοσι ένας άνθρωποι περιμένουν τα νέα μιας συντελεσμένης καταστροφής. Όταν ο αγγελιοφόρος ( Σταύρος Σβήγκος) επιστρέφει από το μέτωπο, ο λόγος του δίνει μορφή στον φόβο. Η απώλεια είναι απόλυτη. Το σώμα και η σκέψη παραλύουν. Καμία πράξη δεν μοιάζει δυνατή. Μόνο ο θρήνος απομένει.

«Αχ, αχ, μιλάς για των δικών μας τα σώματα…»

Η δραματουργική επεξεργασία των: Ιζαμπέλας Κωνσταντινίδου, Παύλου Σούλη, Χρήστου Θεοδωρίδη, η εύληπτη μετάφραση του Παναγιώτη Μουλλά, η μουσική του Jeph Vanger, οι φωτισμοί των: Ιωάννας Αθανασίου – Τάσου Παλαιορούτα και τα κοστούμια της Τίνας Τζόκα, συμβάλουν στη δημιουργία μιας παράστασης με μπερδεμένη καλλιτεχνική ταυτότητα, όπου εικόνα, λόγος και ήχος λειτουργούν μεν, αλλά όχι καθηλωτικά.

Ο Χορός στην ορχήστρα, ακολουθώντας τη χορογραφία της Ξένιας Θεμελή, επιδίδεται σ’ έναν θρήνο συλλογικό, επίμονο, αδιαπραγμάτευτο, για τους νεκρούς, για το παρελθόν που χάθηκε, για το μέλλον που βυθίστηκε μαζί τους.

«Τώρα πάει του βασιλιά μας η εξουσία…»

Στο επίκεντρο της παράστασης βρίσκεται ο άνθρωπος απέναντι στην απώλεια.

Η «τραγωδία των ηττημένων» ανοίγει έναν διαχρονικό διάλογο: οι ηττημένοι δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν, αλλά σε κάθε εποχή, σε κάθε πλευρά. Τα ονόματα που αναζητά ο Χορός είναι τα ονόματα όλων όσοι χάθηκαν και συνεχίζουν να χάνονται στους πολέμους του κόσμου!

«Τόσοι άνθρωποι, να ξέρεις, ποτέ δεν χάθηκαν σε μία και μόνο μέρα…»

Ένα καταλυτικό συναίσθημα αγωνίας, ένα προμήνυμα κατακλυσμιαίας καταστροφής διαβρώνει σταδιακά τη δραματική στατικότητα των «Περσών». Η αγωνία αυτή αναβλύζει από τα λόγια του Χορού – συμβούλων, κορυφώνεται με το προφητικό όνειρο της βασιλομήτορα Άτοσσας, μετατρέπεται σε τρόμο με την άφιξη του Αγγελιοφόρου που

διηγείται την πανωλεθρία των περσικών στρατευμάτων στη Σαλαμίνα, μετουσιώνεται σε απόγνωση όταν το φάντασμα του βασιλιά Δαρείου ( Δημήτρης Καταλειφός) αποκαλύπτει την πραγματική διάσταση και αιτία της συμφοράς και καταλήγει σε θρήνο με την εμφάνιση του ντυμένου με απομεινάρια δόξας του, Ξέρξη, η υπέρμετρη εγωπάθεια του οποίου προκάλεσε μοιραία, τη θεία δίκη.

Ωστόσο, η παράσταση έχει ασύμμετρους ρυθμούς, αταίριαστους στο σύνολο των κινήσεων, με πολλές αμήχανες στιγμές, ιδίως άκαρπες παύσεις και μια δυστοκία στη διανομή, εμφανής ολωσδιόλου. Η βασίλισσα Άτοσσα δίχως ηγεμονική μεγαλοπρέπεια. Ο Δαρείος του Δημήτρη Καταλειφού, σχεδόν ήρωας άλλου έργου, ίσως του Σοφοκλή με τέτοιες δόσεις ρεαλισμού και ο Χορός, σαν σε άλλη τραγωδία.

Η σύγχυση με όλα τα παραπάνω, δεν αναδύεται τελικά ως δραματική διάσταση και ψυχολογική κατάσταση των ηρώων, αλλά ως βασικό γνώρισμα της σκηνοθετικής προσέγγισης.

Είναι φανερό ότι υπήρχαν σοβαρές προθέσεις και ιδέες με πειραματική διάθεση

πίσω από το εγχείρημα, έμειναν όμως ακατέργαστες, ανολοκλήρωτες και αχαλιναγώγητες συνθέτοντας ένα αποτέλεσμα πολύ κατώτερο των προσδοκιών των μυημένων στο αρχαίο δράμα, θεατών.

Ευτυχές είναι το γεγονός – σπάνιο φαινόμενο – ότι δεν ξεχώρισα κανένα ηθοποιό, καμία ερμηνεία άξια να μνημονευθεί ξεχωριστά, επειδή όλοι ακολούθησαν πειθήνια τη σκηνοθετική γραμμή, όμως χειροκροτήθηκαν το ίδιο ζεστά από το κοινό.

Συντελεστές:

Μετάφραση: Παναγιώτης Μουλλάς 

Σκηνοθεσία: Χρήστος Θεοδωρίδης 

Δραματουργική επεξεργασία: Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου, Παύλος Σούλης, Χρήστος Θεοδωρίδης 

Φωτισμοί: Ιωάννα Αθανασίου – Τάσος Παλαιορούτας 

Μουσική: Jeph Vanger

Ενδυματολόγος: Τίνα Τζόκα

Χορογραφία – Κίνηση: Ξένια Θεμελή 

Επιστημονικός σύμβουλος: Παύλος Σούλης

Βοηθός σκηνοθέτη: Ιάσονας Ασημακόπουλος

Βοηθός χορογράφου: Ελίνα Παντελεμίδου

Social Media – Διαφήμιση: Renegade Media

Graphic Design – Photography: Mike Rafail

Επικοινωνία – προβολή: Μαρκέλλα Καζαμία

Σχεδιασμός αφίσας: Θοδωρής Λαλάγγας

Οργάνωση παραγωγής: Λαμπρίνα Καραγιαννίδου

 Παραγωγή: Marossoulis Productions

Συμπαραγωγή: Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου

Διανομή:

Άτοσσα: Ναυπλιώτου Μαρία

Δαρείος: Καταλειφός Δημήτρης

Ξέρξης: Ροϊλός Αναστάσης

Αγγελιοφόρος: Σβήγκος Σταύρος

Χορός (αλφαβητικά):

Αλεξανδρόπουλος Πάρης

Δεληθανάση Αγγελική

Δερμεντζίδης Κρητικός Γιώργος

Εξακοΐδης Γιώργος 

Θεμελή Ξένια

Κισσανδράκης Γιώργος

Κωνσταντινίδης Γιώργος

Μακρής Ντένης

Μανδρινός Δημήτρης

Μανωλάς Νίκος

Παντερμαλή Αγγελική

Πίττα Τατιάνα- Άννα

Σακελλαριάδη Πέννυ

Σωτηροπούλου Σαββίνα

Τρυφουλτσάνης Βασίλης

Τσαλίκης Βασίλης

Φύτρος Σαμψών

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Βάκχες» με τους The Tiger Lillies στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

«Βάκχες»-με-τους-the-tiger-lillies-στο-Αρχαίο-Θέατρο-Φιλίππων

Βάκχες, έρχονται στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων την Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου, σε σκηνοθεσία του διακεκριμένου δημιουργού Γιάβορ Γκάρντεφ,  με την ειδική συμμετοχή  του διεθνούς φήμης βρετανικού  συγκροτήματος, The Tiger Lillies, οι οποίοι όχι μόνον  υπογράφουν τη μουσική αλλά και ερμηνεύουν ζωντανά επί σκηνής,  συμμετέχοντας ταυτόχρονα στη δράση  του έργου.

Η παράσταση είναι μια σημαντική συμπαραγωγή του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου με το Εθνικό Θέατρο Βουλγαρίας «Ιβάν Βάζοφ» και με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (ΚΘΒΕ), με τη σκηνοθετική υπογραφή του  Γιάβορ Γκάρντεφ και τη συμμετοχή ενός μεικτού θιάσου Ελλήνων και Βούλγαρων ηθοποιών μεταξύ των οποίων ο διιεθνούς ακτινοβολίας γερμανοβούλγαρος ηθοποιός Σάμουελ Φίντζι  και η δική μας Λουκία Μιχαλοπούλου.

Στις Βάκχες του Γκάρντεφ τίθεται ένα καίριο ερώτημα σχετικά με την ανοχή της κοινωνίας στην αποσταθεροποίηση. Πώς μεταβολίζεται στον συλλογικό οργανισμό το συμβάν –διανοητικά, ψυχικά, πολιτικά– πριν μετατραπεί σε τραύμα; Το έργο λειτουργεί ως αναμέτρηση με τα όρια της ευταξίας, δοκιμάζοντας την αντοχή κανόνων και θεσμών. Στον Ευριπίδη, η διονυσιακή μανία δεν είναι μια αθώα γιορτή αλλά δοκιμασία της ίδιας της ιδέας του πολιτισμού, που ωθεί στα άκρα τη διατήρηση του ελέγχου, των ηθών/εθών, των νόμων και της αυτό-εικόνας μας.

Η παράσταση έκανε πρεμιέρα στην Επίδαυρο 11 και 12 Ιουλίου  και απέσπασε διθυραμβικά σχόλια από κοινό και κριτικούς.

ΒΑΚΧΕΣ

Συμπαραγωγή του ΙΒΑΝ ΒΑΖΟΒ ΕΘΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ, του

ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ – ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ, του ΚΘΒΕ και της ΒΕΓΑΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ

Βάκχες του Ευριπίδη

Με την ειδική συμμετοχή των The Tiger Lillies

Μετάφραση στα Αγγλικά: Robin Robertson

Μετάφραση  στα Νέα Ελληνικά (Υπέρτιτλοι):  Θεόδωρος Στεφανόπουλος

Μετάφραση στα Βουλγαρικά (Υπέρτιτλοι): Doroteya Tabakova

Θεατρική διασκευή: Ιωάννα Ρεμεδιάκη  και Javor Gardev

Ιδέα και σκηνοθεσία: Javor Gardev

Μουσική και στίχοι Ραψωδιών: Martyn Jacques (Copyright and publishing

Misery Guts Music Ltd., 2026)

Σκηνικά: Nikola Toromanov

Κοστούμια: Ηλένια Δουλαδίρη

Χορογραφία: Uršula Teržan

Φωνητική διδασκαλία Χορού: Kalin Nikolov

Σχεδιασμός φωτισμών:Στέλλα Κάλτσου

Γραφιστικός σχεδιασμός: Teodora Simova

Δραματουργία:  Ιωάννα Ρεμεδιάκη και Pavlina Doublekova

Διδασκαλία αγγλικού λόγου: Nathan Cooper και Mark Modzelewski

Βοηθός σκηνοθέτη και χειρισμός υπερτίτλων: Lyuba Todorova

Σύμβουλος σκηνοθέτη: Valleri Robinson

Stage Manager: Bogdan Dimitrov

Δεύτερη βοηθός σκηνοθέτη: Elena Kostova

Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή

Διαφήμιση: Renegade Media

Γραφιστικός Σχεδιασμός: Μαύρα Γίδια – Τeodora Simova

Make up: Όλγα Φαλέι

Κομμώσεις: Θωμάς Γαλαζούλας

Επικοινωνία – Δημόσιες σχέσεις : ART WAYS Δήμητρα Παπαδοπούλου

Οργάνωση  – εκτέλεση περιοδείας : ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΕΡΓΑ

Ραψωδοί (The Tiger Lillies)

Μεσαίος — Martyn Jacques

Aιθέριος — Adrian Stout

Χθόνιος — Budi Butenop

Διανομή

Διόνυσος — Leonid Yovchev

Κάδμος — Αλέξανδρος Μυλωνάς

Τειρεσίας — Samuel Finzi

Αγαύη — Λουκία Μιχαλοπούλου

Πενθέας — Mιχαήλ Ταμπακάκης

Υπηρέτης — Ivan Nikolov

Πρώτος Αγγελιαφόρος — Ivan Yurukov

Δεύτερος Αγγελιαφόρος — Martin Dimitrov

Χορός των Βακχών —Νεφέλη Ανθοπούλου, Aλεξάνδα Γαϊδατζή, Ξένια

Γραμματικού, Ευθυμία Δανιηλίδου, Ζωή Ευθυμίου, Ελένη Θυμιοπούλου,

Αγγελική Κιντώνη, Πολυξένη Σπυροπούλου, Δανάη Σταματοπούλου, Nadya

Keranova, Kremena Slavcheva, Alexandra Svilenova

 VIDEO : https://youtu.be/U4fzuu4mOfU

Φωτογραφικό υλικό  https://drive.google.com/drive/folders/1pmZyJO8sGyRBdquSxirQ0i1sNaqt7J-Z?usp=share_link

ΔΙΑΡΚΕΙΑ : 120’

Η παράσταση θα αποδοθεί στα αγγλικά, με ελληνικούς υπέρτιτλους

Ώρα έναρξης : 9.00 μμ

Προπώληση : more.com

https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/festival/bakxes

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Γη της Επαγγελίας» στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

«Γη-της-Επαγγελίας»-στο-Αρχαίο-Θέατρο-Φιλίππων

Μετά τη μεγάλη επιτυχία που σημείωσε στο Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, η «Γη της Επαγγελίας», σε σκηνοθεσία Γεωργίας Μαυραγάνη, έρχεται στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων την Τετάρτη 26 Αυγούστου, στις 21:00 στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων.

Πρόκειται για μια συμπαραγωγή του Δημοτικού Περιφερειακού Θεάτρου Κοζάνης με το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου για την ιστορική συγκυρία του κλεισίματος των λιγνιτικών εργοστασίων.

Μια συγκλονιστική αφήγηση που επιστρέφει στις ρίζες της ενεργειακής ιστορίας της Δυτικής Μακεδονίας και φέρνει στη σκηνή το ζήτημα της απολιγνητοποίησης ή αλλιώς ενεργειακής, οικονομικής και υπαρξιακής «μετάβασης» αντικατοπτρίζοντας όσα συμβαίνουν στον τόπο, τη χώρα αλλά και σε όλο τον κόσμο.

Η «Γη της Επαγγελίας» είναι μια ποιητική «αντιπαράσταση» θεάτρου ντοκουμέντο, στην οποία οι συνεντεύξεις και οι μαρτυρίες κατοίκων και εργαζομένων που έδεσαν τη ζωή τους με τον λιγνίτη και την ελληνική παραγωγή Ηλεκτρικού Ρεύματος, μετατρέπονται σε άμεσο τεκμήριο μνήμης για την ενέργεια, την απώλεια και τη μετάβαση.

Ακούμε τις σκέψεις, βλέπουμε την πραγματικότητα και τα βιώματά τους και παρακολουθούμε μια σκηνική σύνθεση που στόχο έχει να αναδείξει την ποίηση και το αίσθημα όσων μαρτυρούνται.

Σκηνοθεσία – Δραματουργία: Γεωργία Μαυραγάνη

Επιμέλεια κίνησης: Μαριάννα Καβαλλιεράτου

Σκηνικά – κοστούμια: Εύη Μιμίκου, Βενετία Νάση

Μουσική: Χάρης Νείλας

Σχεδιασμός φωτισμών: Εμορφίλη Τσιμπλίδου

Κινηματογράφηση υλικού – Επεξεργασία με ΑΙ: Στάθης Γαλαζούλας

Βοηθοί σκηνοθέτη: Μαρία Ηλιάδη, Νικολέτα Σιώμου

Βοηθός φωτίστριας: Ηρώ Μεταξά

Ηθοποιοί: Δημήτρης Γαλανάκης, Συμεών Κωστάκογλου, Γρηγόρης Ποιμενίδης, Ιωάννα Σίσκου, Ανατολή Τσακαλίδου

Άνθρωποι της κοινότητας: Νίκος Λόφτσαλης, Παναγιώτης Χλιαράς

Φωτογραφίες – Βίντεο παράστασης: Κωνσταντίνος Μανουσαρίδης και Χρήστος Συμεωνίδης

Εικονογράφηση αφίσας: Lekõ

Σχεδιασμός προγράμματος – Επικοινωνία: Παναγιώτης Τσαρτσιανίδης

Κατασκευή σκηνικού: Νίκος Λαβαντσιώτης, Γιάννης Λυγκώνης, Τάκης Συνδουκάς

Τεχνικοί σκηνής: Βαγγέλης Καραθανάσης, Νίκος Λαβαντσιώτης, Τάκης Συνδουκάς

Ηλεκτρολόγος – χειριστής φώτων: Τάσος Διδασκάλου

Ηχολήπτης: Μάνος Κόμπος

Υπεύθυνος περιοδείας: Στέλιος Σωτηρόπουλος

Γη της Επαγγελίας

Τετάρτη 26 Αυγούστου / 21:00

Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

Διάρκεια: 75 λεπτά

Τιμές εισιτηρίων: 15€ Γενική Είσοδος • 10€ Φοιτητικό, Μαθητικό, Ανέργων, ΑμεΑ, Τριτέκνων και Πολυτέκνων

Ηλεκτρονική Προπώληση: https://www.ticketservices.gr/event/dipethe-kozanis-gi-tis-epaggelias/?lang=el

Προπώληση

Καβάλα: Κέντρο Πληροφόρησης Επισκεπτών Δήμου Καβάλας (πρώην ΕΟΤ) Κεντρική Πλατεία, τηλ: 2510-620566, καθημερινά από Δευτέρα έως Σάββατο (10:00 – 14:00 και 18:00 – 21:00) και Κυριακή (10.00 – 14.00), ενώ την ημέρα της παράστασης θα γίνεται προπώληση στο ταμείο του χώρου της εκδήλωσης από τις 19:00 το απόγευμα.

Κρηνίδες: Café «Προσκήνιο», Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, τηλ. 2510516090

*Απαγορεύεται η είσοδος στο χώρο μετά την έναρξη της παράστασης.

**Για άλλη μία χρονιά, θα υπάρξει δυνατότητα μεταφοράς θεατών από λεωφορείο του ΚΤΕΛ Καβάλας από και προς το αρχαίο θέατρο Φιλίππων με την επίδειξη εισιτηρίου της εκάστοτε θεατρικής παράστασης και ειδικό αντίτιμο 4.40€.

Αναχώρηση από το ΚΤΕΛ Καβάλας στις 18.45 και επιστροφή μετά το πέρας της παράστασης.

Σημ. Οι κάτοχοι ονομαστικών προσκλήσεων του 69ου Φεστιβάλ Φιλίππων καλούνται να δηλώσουν την πρόθεσή τους να τις χρησιμοποιήσουν έως την Δευτέρα 24/8, ενώ ο έλεγχος ταυτοπροσωπίας θα γίνεται στην είσοδο του θεάτρου τη μέρα της παράστασης.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να καλείτε στα τηλέφωνα του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας 2510. 220876 (10:00-14:00).

ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα