Πολιτισμός
«H Tριλογία του Παραθερισμού» του Κάρλο Γκολντόνι από το Κ.Θ.Β.Ε. και τη «bijoux de kant».
Πρόλογος
Κάρλο Γκολντόνι (Βενετία, 25 Φεβρουαρίου 1707 – Παρίσι, 6 Φεβρουαρίου 1793).
Τα έργα που γράφτηκαν, όσο ο συγγραφέας ήταν στην Ιταλία, δεν έχουν θρησκευτικό ή εκκλησιαστικό θέμα ούτε εκφράζουν σκέψεις για το θάνατο ή τη μετάνοια, κάτι που προκαλεί εντύπωση, λόγω της αυστηρής καθολικής ανατροφής του Γκολντόνι. Μετά τη μετοίκησή του στη Γαλλία η θέση του έγινε πιο ξεκάθαρη, καθώς τα έργα του είχαν έντονο αντι-εκκλησιαστικό τόνο και συχνά σατίριζαν την υποκρισία των μοναχών και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.
Ο Γκολντόνι ενδιαφερόταν για τις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους, τη φιλοσοφία, το κίνημα του Ουμανισμού, ενώ ασκούσε κριτική στην αλαζονεία, στην αδιαλλαξία και την κατάχρηση εξουσίας. Συχνά σατίριζε τους υπερόπτες ευγενείς και τους φτωχούς που δεν είχαν τιμιότητα και αξιοπρέπεια.
Το θεατρικό “Η τριλογία του παραθερισμού” περιλαμβάνει τρία μέρη: “Η μανία του παραθερισμού”, “Οι περιπέτειες του παραθερισμού”, “Το τέλος του παραθερισμού”.
Ένα έργο που, ενώ μαρτυρεί το μακρόχρονο παρελθόν του, περικλείει ταυτόχρονα όλους τους παλμούς του παρόντος. Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1756.
Η οικονομική διάβρωση της αστικής ευδαιμονίας και η αναπότρεπτη καταφυγή σε ταπεινωτικές λύσεις συναλλαγής, η βαθιά λαχτάρα για αναχώρηση σε έναν τόπο που επιφυλάσσει ανανεωτικές εμπειρίες και η πυρετώδης προετοιμασία για το ταξίδι, η εξοχική έπαυλη όπου περιφέρονται μελαγχολικά πρόσωπα χαρτοπαίζοντας και επικοινωνώντας μεταξύ τους με θραύσματα λόγου και, πάνω απ’ όλα, το ερωτικό γαϊτανάκι, που περιστρέφεται παρασύροντας τους παίχτες σε κωμικοτραγικές εκρήξεις, οδηγούν απευθείας στον Τσέχωφ ( Βυσσινόκηπος, Τρεις αδελφές, Ο Γλάρος, Ο Θείος Βάνιας).
Υπόθεση
Ο Λεονάρντο και η αδελφή του Βιτόρια προετοιμάζονται πυρετωδώς να αναχωρήσουν για την εξοχή. Οι κοινωνικές συμβάσεις επιβάλλουν έναν πολυτελή τρόπο ζωής, στον οποίο όμως δυσκολεύονται να ανταποκριθούν, αφού τα χρέη τους από παλιότερα δάνεια τους έχουν ήδη πνίξει. Αλλά, πώς μπορεί ο Λεονάρντο να μείνει πίσω όταν η αγαπημένη του Τζακίντα αναχωρεί για διακοπές, και μάλιστα έχοντας συντροφιά έναν νεαρό και όμορφο αντεραστή; Η απόφαση για μια πολυέξοδη διαμονή στην εξοχή θα διογκώσει ακόμη περισσότερο τα οικονομικά τους προβλήματα και θα τους οδηγήσει στο δρόμο του συμβιβασμού.
Με άφθονο χιούμορ και πικρή ειρωνεία, ο Βενετός δραματουργός καυτηριάζει το πάθος των συμπατριωτών του για αυτοπροβολή μέσω του πολυτελούς παραθερισμού, χαρακτηρίζοντάς το «μανία και διαταραχή». Όμως, από τα μέσα του 18ου αιώνα, εποχή που γράφτηκε η «Τριλογία του παραθερισμού», μέχρι τις μέρες μας, ορισμένες νοοτροπίες παραμένουν ίδιες, υπονομεύοντας διαχρονικά την αξιοπρέπεια και ταπεινώνοντας την ανθρώπινη υπόσταση.
Ανάγνωση
Ο Κάρλο Γκολντόνι, στα τρία έργα που αποτελούν την “Τριλογία του παραθερισμού “, καυτηριάζει με άφθονο χιούμορ και πικρή ειρωνεία το πάθος των συμπατριωτών του για προβολή και κοινωνική αναγνώριση.
Νεόπλουτοι της εποχής (18ος αιώνας) αλλά και ξεπεσμένοι αριστοκράτες υφαίνουν το δικό τους γαϊτανάκι ματαιοδοξίας, σε ένα έργο με αποκαλυπτικά επίκαιρες αναφορές.
Ο Ιταλός θεατρικός συγγραφέας σκεφτόταν ήδη να σκηνοθετήσει ο ίδιος τις διασκεδάσεις και τις προσδοκίες όσων φτάνουν σε ευχάριστα, εξοχικά μέρη, έξω από τις χαοτικές πόλεις το 1761.
Αν ο Γκολντόνι ιστορούσε τότε τη μεγαλομανία των πρωτο – αστικών οικογενειών, που έβαζαν τις τελευταίες οικονομίες τους στην πρόσκαιρη διασκέδασή τους, έστω σε ένα σύντομο ταξίδι, σήμερα, όπως φαίνεται, οι συνήθειες των Ιταλών δεν έχουν αλλάξει καθόλου, γιατί όχι και των Ελλήνων, μια και το μεσογειακό ταπεραμέντο αγγίζει και τους δυο λαούς.
Οι τρελές προετοιμασίες που φέρνει μαζί της η αστική αναταραχή, αναδεικνύουν τις υπερβολές τους αλλά και τις απαράδεκτες αδυναμίες τους. Βασικά, σήμερα όπως και τότε, εμφανίζονται με κάθε ευκαιρία οι υπέρ ή υπο- δομές που συνδέονται με το κοινωνικό status: ένα οξύ και πιστό πορτρέτο της αστικής τάξης , καθώς ακολουθεί τη μόδα των διακοπών τυλιγμένο σε ένα πέπλο κοροϊδίας.
Το έργο είναι η ιστορία μιας κάστας ανθρώπων που ζει πέρα από τις δυνατότητές της, σπαταλώντας απρόσεκτα το βιός της με παράλογο τρόπο.
«Η φιλοδοξία των μικρών θέλει να εμφανιστεί με τους μεγάλους, και αυτή είναι η γελοιότητα που προσπάθησα να βάλω σε προοπτική, να τη διορθώσω, αν είναι δυνατόν» , γράφει ο θεατρικός συγγραφέας. Το υλικό που γέννησε την «τριλογία των διακοπών» βασίζεται λοιπόν στην αλήθεια, όπως επισημαίνει στον αναγνώστη ο ίδιος ο συγγραφέας. Η ιδέα ήταν να δώσει ζωή σε τρεις διαδοχικές κωμωδίες: η πρώτη με τίτλο «Οι λαχτάρες για τις διακοπές» και οι τρελές προετοιμασίες της. το δεύτερο «Οι περιπέτειες των διακοπών» για να διηγηθεί την τρελή διαγωγή του και τέλος το τρίτο «Η επιστροφή από τις διακοπές» με τις οδυνηρές συνέπειες που προκύπτουν.
Η παράσταση
Βλέπουμε στη σκηνή «Σωκράτης Καραντινός» του Κ.Θ.Β.Ε. μια κωμωδία με διαχρονικό θέμα, «διαβολεμένη» πλοκή, έξοχα σχεδιασμένους χαρακτήρες, καλπάζοντες διαλόγους και με μια γλώσσα που τσακίζει κόκαλα, όταν μεταφράζεται με μαστοριά τέτοια, που να αναδεικνύει -όπως συνέβη με την άμεση, οικεία, εύληπτη από τον σημερινό θεατή μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα – το ποιητικό ήθος, την οικουμενικότητα, διαχρονικότητα αλλά και επικαιρότητα του έργου του Γκολντόνι. Επειδή ο σοφός συγγραφέας και, γιατί όχι, κοινωνιολόγος, σατιρίζοντας τη λαιμαργία για υψηλό βιοτικό επίπεδο κοινών θνητών, την κακογουστιά, την ξιπασιά, την επιτήδευση, την υποκρισία, την ψευτιά, τον συμφεροντολογικό καιροσκοπισμό, τον σνομπισμό, την ψευτοδιανόηση στα σαλόνια της αστικής τάξης της εποχής του, ήξερε ότι τέτοιου είδους ματαιόδοξοι άνθρωποι θα υπάρχουν πάντοτε και παντού.
Ο Γιάννης Σκουρλέτης δημιουργεί, μ’ έναν φρέσκο τρόπο, μια απολαυστική τοιχογραφία εποχής σε ύφος burlesque, με χιούμορ και πικρή ειρωνεία, τονίζοντας και μεγεθύνοντας το πάθος και τη μανία των ξεπεσμένων αριστοκρατών για πολυτελή διαβίωση, προβολή και κοινωνική αναγνώριση. Μια ολόκληρη άρχουσα τάξη αγκιστρωμένη από την κενή ευδαιμονία της, δεν παραιτείται των προνομίων της και συνεχίζει τον τρελό χορό μιας ξέφρενης πολυτελούς ζωής, που έχει φτάσει στο χείλος του γκρεμού, βουλιαγμένη στα χρέη και την απώλεια της οικονομικής της δύναμης. Ακόμα και η καταστροφή, μπορεί να περιμένει «μετά τον παραθερισμό».
Η συνθήκη που επέλεξε για τη δράση είναι επαρχιακό «σκυλάδικο», όπου
«τα λουλούδια από μένα στην κυρία» συνάδουν με τα στραφταλιζέ χρώματα σαν το ασημί, το χρυσαφί, το άλικο των υπογείων, σε σκηνικά και κοστούμια του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη, ο οποίος ευθύνεται και για τους ατμοσφαιρικούς φωτισμούς, ενώ η commedia dell’ arte συναντά το σύγχρονο underground – shop σ’ ένα ευφάνταστο σκηνικό γοητευτικής νυχτερινής αμαρτίας, ένα λαϊκό πλατό κάτω από τον υπαινικτικό τίτλο «Τραγωδία». Την αντιλαμβάνεται ο θεατής στο τρίτο μέρος, μετά τον γάμο, όπου οι ήρωες τον θέλουν σύμβολο στέγης της αγάπης τους, ενώ οι θεατές του βάζουν ένα ερωτηματικό.
Έτσι, η πρωτότυπη συνθήκη λειτουργίας μοιάζει πιο ευοίωνη και πιο ικανή να αναπτύξει όλη την ιδέα του 18ου αιώνα στο 2023, μέσα από αυτή.
Ευφυές σκηνοθετικό εύρημα η παρουσία του κερασφόρου από την έναρξη ακόμα, σαν μια παγανιστική μορφή, σαν μια διονυσιακή φιγούρα, ένα δείγμα έκλυσης ηθών ή διαστρέβλωσης της πραγματικότητας με μια ουτοπική «κατάκτηση» ευδαιμονίας.
Πιθανώς, να έλειπε τα τελευταία χρόνια αυτός ο πειραματικός χώρος σύζευξης των παραστατικών τεχνών, ένας χώρος που συστήνει τις τέχνες σε μια πιο χαλαρή ατμόσφαιρα, σαν να πίνεις το ποτό σου. Βλέπεις, λοιπόν, ένα κλασσικό έργο να παριστάνεται σύγχρονα και γνωρίζεις το θέατρο μέσα από τον τρόπο που έχεις μάθει να διασκεδάζεις. Εάν, μάλιστα, αναλογιστούμε πόση επιτυχία είχε παλιότερα η ρεβί – πίστας, και πόσο γερά αντέχουν έως σήμερα τα υπόγεια λαϊκομάγαζα, ακόμη πιο ευχάριστα αποδεχόμαστε το θέαμα που προσφέρει το Κ.Θ.Β.Ε στη σκηνή «Σωκράτης Καραντινός».
Γνωρίζουμε ότι καλός αγωγός ρεύματος είναι το νερό, τα μέταλλα, το ανθρώπινο σώμα. Στην παρούσα παράσταση ο καλός αγωγός είναι η μουσική. Η σκηνοθεσία θέλησε να θυμίζει θρίλερ κόντρα σε ό,τι διαμείβεται στη σκηνή. Έτσι, το μουσικό χαλί του Πάνου Ηλιόπουλου υπαινίσσεται το αντίθετο της κωμωδίας. Μια υπόθεση, ας πούμε, που έχει αγωνία, έχει ανατροπές και είτε το αρέσεις και το αφήνεις να σε συνεπάρει, να σε ταξιδέψει σ’ ένα μυστήριο είτε το απορρίπτεις και αφήνεις τον Μορφέα να σε αγκαλιάσει. Συμβαίνουν και τα δυο, σας διαβεβαιώνω.
Στο πρώτο μέρος απολαμβάνουμε τις ετοιμασίες για το ταξίδι σ’ ένα ρεσιτάλ παρεξηγήσεων, κωμικών ανατροπών κι ένα παιχνίδι γάτας – ποντικού, όπου ο έρωτας, η ζήλεια κι ο ανταγωνισμός έχουν τον πρώτο ρόλο. Στη συνέχεια, αφού μετά από πολλά δεινά πραγματοποιείται η φυγή στην εξοχή, μεταφερόμαστε κι εμείς στη θερινή ραστώνη και στις ανούσιες διασκεδάσεις των βαριεστημένων ευγενών. Ο έρωτας, για ακόμα μια φορά εμφανίζεται στο προσκήνιο, για να επαναπροσδιορίσει τις σχέσεις, όμως την επαναστατική του ορμή αναχαιτίζει ο φόβος της κοινωνικής κατακραυγής.
Στο τελευταίο κομμάτι επιστρέφουμε στο Λιβόρνο, για να παρακολουθήσουμε την αυλαία της γιορτής. Σπίτια σφραγίζονται, περιουσίες έχουν εξαφανιστεί, νέες συμφωνίες προσπαθούν να περισώσουν την όποια αξιοπρέπεια, μακριά όμως από μια πράξη τιμιότητας – η εξιλέωση δεν θα έρθει ποτέ.
Το μέγιστο προσόν της παράστασης είναι οι ερμηνείες των ταλαντούχων ηθοποιών. Ηθοποιοί με γερή θεατρική παιδεία, ασκημένη για τη λεπτομερειακή επεξεργασία του χαρακτήρα του ρόλου τους, του λόγου, της χειρονομίας, της στάσης και της κίνησής τους.
Η εντυπωσιακή Κλειώ- Δανάη Οθωναίου είναι μια κυκλοθυμική Τζακίντα που την κουράζει η ζήλεια του Λεονάρντο (Χρίστος Στυλιανού), έλκεται από την ομορφιά του Γουλιέλμο (Βασίλη Μπεσίρη) και προσπαθεί να αποδείξει στο ταίρι της ότι η αγάπη δεν επιβάλλεται αλλά εμπνέεται και ότι είναι ένα βαθύ συναίσθημα ανεπηρέαστο από εξωγενείς παράγοντες.
Ο εξαιρετικός Χρίστος Στυλιανού, με πανοπλία την ωραία του σκηνική παρουσία και όπλα του την υποκριτική του δεινότητα και την καθαρή του άρθρωση, ελίσσεται επιδέξια ανάμεσα στο ερωτικό πάθος και στην αλαζονική ζήλεια.
Αλλά ο χρωματισμός της κωμωδίας παίρνει πιο σκούρες, πιο νατουραλιστικές αποχρώσεις στο ρομάντζο, στην καρδιά του έργου. Ο συγγραφέας εξερευνά τα συναισθηματικά και πρακτικά προβλήματα του γάμου με μια συμπαθητική ματιά και δημιουργεί στον χαρακτήρα της Τζακίντα ένα πορτρέτο μιας νεαρής γυναίκας ασυνήθιστου βάθους και πολυπλοκότητας για την κωμωδία της περιόδου (ή μάλιστα οποιασδήποτε περιόδου). Περήφανη και έξυπνη, η ηρωίδα βλέπει στον γάμο σαν έναν δρόμο προς την ανεξαρτησία, εάν, φυσικά, μπορεί να γίνει ένα σωστό deal.
O Γιώργος Καύκας καταθέτει την εμπειρία του στον ρόλο του γλοιώδους, κουτσομπόλη Φερντινάντο που, μάλιστα, αρέσκεται να καταπίνει την αλόη που του κερνά ο ευειδής Τονίνο και μαζί με την Άννα Κυριακίδου, ως Σαμπίνα, πλάθουν ένα ευχάριστο δίδυμο.
Υπό την οξυδερκή σκηνοθετική καθοδήγηση του Γιάννη Σκουρλέτη, οι ερμηνείες των εξαιρετικών ηθοποιών του Κ.Θ.Β.Ε. αποκαλύπτουν τα ευάλωτα στοιχεία των χαρακτήρων, όπως τη βαρετή επιμονή του πατέρα σινιόρ Φίλιππο (Δημήτρη Κολοβού) προς τον ευνοούμενό του «γαμπρό» και δήθεν εύπορο Λεονάρντο, την επιπολαιότητα της Βιττόρια, αδερφής του Λεονάρντο ( απολαυστική η Εύα Φρακτοπούλου), το μπρίο της Κοστάντσα, γυναίκας άπληστης, που ονειρεύεται το εύκολο χρήμα ( Σοφία Καλεμκερίδου), την ηθική ακεραιότητα του Φουλτζέντσιο (Δημήτρη Σιακάρα), ο οποίος χαρίζει ιλαρές νότες στο κοινό με τις νουθεσίες του περί άσκοπων δαπανών σε περιττές αγορές.
Στη «φελινική» φιγούρα του υπηρέτη Τσέκο, ο καλός ηθοποιός Χρήστος Νταρακτσής δίνει μια ερμηνεία, που θα μπορούσες να τη χαρακτηρίσεις ως έναν φόρο τιμής στη σπουδαία Σαπφώ Νοταρά.
Ακόμη, συναντάμε τη Ροζίνα της Θεοφανώς Τζαλαβρά, όμορφη αλλά φτωχή, τον όμορφο αμφί Τονίνο, του Κωνσταντίνου Τσονόπουλου και την αξιαγάπητη υπηρέτρια Μπριτζίντα, της υπέροχης Μαίρης Ανδρέου, η οποία αντικατέστησε τάχιστα την απούσα Άννα Ευθυμίου.
Ένας προφανής ρόλος, ως μια χιουμοριστική μολιερική σεκάνς στο τρίτο μέρος , είναι αυτός του μίζερου Μπερναρντίνο, που ερμηνεύεται από τον έμπειρο Κώστα Σαντά.
Κανείς από το σύνολο των ερμηνευτών δεν υστερεί σε απόδοση και τα εύσημα αποδίδονται σε όλους τους συντελεστές γενναιόδωρα, με τα δυνατά χειροκροτήματα των θεατών.
Ο σκηνοθέτης Γιάννης Σκουρλέτης κατάφερε να περιορίσει την τριλογία σε ένα έργο διαχειρίσιμου μήκους, διατηρώντας τη γλώσσα, τη σατιρική κωμωδία, τα θέματα, τη δραματική ροή και την αφήγηση του Γκολντόνι. Η συγκέντρωση των τριών θεατρικών έργων σε μια παράσταση επέτρεψε να παρασταθεί ο επεξηγητικός διάλογος που τα συνέδεε ή που ενίσχυε θέματα, στάσεις ή σχέσεις, όπως είχαν εισαχθεί προηγουμένως. Ωστόσο, παραδόξως, υπάρχουν λίγα πράγματα που χρειάστηκε να αφαιρεθούν – ή να προστεθούν, για το θέμα αυτό – για να μεταφερθεί το έργο σε μια νέα εποχή, περίπου τρεις αιώνες αργότερα.
Επίλογος
Ο Βενετός θεατρικός συγγραφέας Γκολντόνι έγραψε δεκάδες κωμωδίες, τραγωδίες και λιμπρέτα όπερας στη μακρά και διακεκριμένη καριέρα του. Το πιο συχνά αναβιωμένο έργο του, τουλάχιστον στα αγγλικά, είναι πιθανότατα «Ο υπηρέτης των δύο αφεντάδων» (1743), ένα κλασικό έργο που χρησιμοποιεί χαρακτήρες και συμβάσεις της commedia dell’arte.
Όμως ο Γκολντόνι σεβόταν τον Μολιέρο και βρήκε τους τύπους και τη μορφή της κωμωδίας περιοριστικά. Οι μεταγενέστερες κωμωδίες του ώθησαν το ιταλικό θέατρο σε μια πιο ανθρώπινη και στοχαστική κατεύθυνση, με χαρακτήρες βγαλμένους από την κανονική ζωή και σενάρια που απέφευγαν τον αυτοσχεδιασμό και τις γενικές κωμικές φιγούρες.
Έτσι, στην αριστουργηματική «Τριλογία του παραθερισμού», ο Κάρλο Γκολντόνι σατιρίζει, με πικρό χιούμορ και περιπαικτική διάθεση, τα πάθη της ανθρώπινης φύσης, τη σπατάλη, την επιδειξιμανία, την υπερβολή, την αλαζονεία και τον εγωκεντρισμό. Καυτηριάζει, παράλληλα, την επιπόλαιη τάση των ανθρώπων να δανείζονται και να ξοδεύουν δίχως μέτρο, κατάσταση που τους οδηγεί μοιραία στην ηθική κρίση και στην οικονομική καταστροφή.
Εν πολλοίς, ο Γκολντόνι καταφέρνει να συνδυάσει το κοινωνικό υπόβαθρο (την οικογενειακή σφαίρα με τις συζυγικές διαμάχες και τα ξεσπάσματα των ερωτευμένων) με τις ηθικές προεκτάσεις της αστικής κρίσης.
Συντελεστές
Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας
Σκηνοθεσία: Γιάννης Σκουρλέτης
Σκηνικά – Κοστούμια – Φωτισμοί: Κωνσταντίνος Σκουρλέτης
Μουσική: Πάνος Ηλιόπουλος
Δραματουργική Επεξεργασία: Ασημένια Ευθυμίου
Βοηθός σκηνοθέτη: Χριστόφορος Μαριάδης
Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Παρασκευή Μποκοβού
Β’ βοηθoί σκηνοθέτη: Αλέξανδρος Ζαφειριάδης, Αθηνά Καμπούρη, Φωτεινή Τιμοθέου
Οργάνωση παραγωγής: Αθανασία Ανδρώνη
Παίζουν: Άννα Ευθυμίου– Μαίρη Ανδρέου (Μπρίτζιντα)
Σοφία Καλεμκερίδου (Κοστάντσα)
Δημήτρης Καρτόκης (Πάολο)
Γιώργος Καύκας (Φερντινάντο)
Δημήτρης Κολοβός (Φιλίππο)
Άννα Κυριακίδου (Σαμπίνα)
Φαμπρίτσιο Μούτσο (Τίτα)
Βασίλης Μπεσίρης (Γκουλιέλμο)
Χρίστος Νταρακτσής (Τσέκο)
Κλειώ Δανάη Οθωναίου (Τζακίντα)
Κώστας Σαντάς (Μπερναρντίνο)
Δημήτρης Σιακάρας (Φουλτζέντσιο)
Χρίστος Στυλιανού (Λεονάρντο)
Θεοφανώ Τζαλαβρά (Ροζίνα)
Κωνσταντίνος Τσονόπουλος (Τονίνο)
Εύα Φρακτοπούλου (Βιττόρια)
Φιγκυράν-Μουσικός: Γιώργος Κωνσταντινίδης (Πασκουάλε)
* Η παράσταση είναι κατάλληλη για θεατές άνω των 16 ετών
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Μπορεί να σας ενδιαφέρουν
Πολιτισμός
«Πολυάννα Το παιχνίδι της χαράς» στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων
Η παιδική σκηνή Κάρμεν Ρουγγέρη έρχεται στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων και παρουσιάζει την παράσταση «Πολυάννα Το παιχνίδι της χαράς», την Κυριακή 30 Αυγούστου στις 21:00 στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων.
Πρόκειται για ένα «παιχνίδι» της Πολυάννας, ενός δωδεκάχρονου τρισχαριτωμένου κοριτσιού, που κατέκτησε ολοκληρωτικά τις καρδιές μικρών και μεγάλων τον χειμώνα που ανέβηκε στο Θέατρο Κιβωτός..
Η Πολυάννα, η ηρωίδα της ιστορίας, γίνεται σύμβολο αγάπης και καλοσύνης για όλους όσους θα βρεθούν στο δρόμο της. Βλέπει πάντα τη ρόδινη πλευρά της ζωής, και πιστεύει ότι κάποιος μπορεί να βρει χαρά ακόμα και σε κάτι δυσάρεστο που θα του συμβεί.
Χαρά που ομορφαίνει και καλυτερεύει τα πάντα στη ζωή.
Η παράσταση έχει πολλή ενδιαφέρουσα πλοκή. Έξυπνα σκηνικά και παραμυθένια κοστούμια προσεγμένα στη λεπτομέρεια και ακόμα εμπνευσμένες χορογραφίες πάνω σε πρωτότυπη μουσική και τραγούδια με ρυθμούς country, foxtrot, rock and roll, godspell και blues.
Τα πιόνια του παιχνιδιού αυτού είναι:
• η αισιοδοξία απέναντι στην απαισιοδοξία,
• η καλοσύνη απέναντι στην κακία,
• το ενδιαφέρον απέναντι στην αδιαφορία
• η θετική σκέψη απέναντι στην αρνητική σκέψη
• το γέλιο απέναντι στο κλάμα
• η συγχώρηση απέναντι στην εκδίκηση
• η χαρά απέναντι στην θλίψη
Promo Trailer: https://youtu.be/wibWlmDhQaQ
Λίγα λόγια για το έργο:
Ήταν μια φορά σ’ ένα μακρινό μέρος, κάπου στην Αμερική, πολλά χρόνια πριν, ένα μελαγχολικό χωριουδάκι.
Σ’ αυτό το χωριό οι κάτοικοι ήταν κάπως απρόσιτοι. Δεν πιάνανε κουβέντα εύκολα, χαμογελούσαν πολύ δύσκολα. Με άλλα λόγια… σ’ αυτό το χωριό λες ΚΑΙ ΕΙΧΕ ΧΑΘΕΙ Η ΧΑΡΑ.
Η μικρή μας ηρωίδα καταφθάνει μόνη της σε αυτό το χωριουδάκι με τους αδιάφορους και λυπημένους κατοίκους και εφαρμόζοντας το «παιχνίδι της χαράς» κατορθώνει μέσα σε λίγο διάστημα, να τους ξεσηκώσει όλους και να τους γεμίσει με αισιοδοξία, χαρά και ελπίδα.
Δήλωση της Κάρμεν Ρουγγέρη
«Το έργο έχει μια τόσο ενδιαφέρουσα πλοκή και ένα τόσο όμορφο τέλος που μπορεί να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον μικρών και μεγάλων. Κατά την γνώμη μου είναι για όλες τις ηλικίες. Οι Θησαυροί –μηνύματα που έχει το έργο αυτό είναι τόσοι που σίγουρα οι μικροί και μεγάλοι θεατές μας θα φύγουν πολύ πιο πλούσιοι από την παράσταση αυτή».
Δήλωση της Χριστίνας Κουλουμπή
«Το παιχνίδι της χαράς» της Eleanor Porter είναι το αριστούργημα της Αμερικάνικης Λογοτεχνίας που σημάδεψε τα παιδικά μου χρόνια! Ένα βιβλίο που επηρέασε τον τρόπο που βλέπω την ζωή με αφάνταστα θετικό τρόπο!
Ηρωίδα, ένα μικρό κορίτσι 12 χρονών που- παρά τις αντιξοότητες που παρουσιάζονται στην ζωή της – καταφέρνει να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες με χαμόγελο και αισιοδοξία! Ο πατέρας της, ένας φτωχός ιεραπόστολος, της είχε μάθει να παίζει το «παιχνίδι της χαράς» που είναι το μυστικό της ευτυχίας! Μέσα από τις περιπέτειες της μικρής Πολυάννας καταλαβαίνουμε την αξία της ευγνωμοσύνης, την αγάπη που μεταδίδεται μέσα από την καλοσύνη, την φιλία και την ελπίδα που φωτίζει την σκέψη μας να επιλέγει το καλό ακόμα κι όταν όλα μοιάζουν δύσκολα…
Κείμενο: Κάρμεν Ρουγγέρη
Σκηνοθεσία: Κάρμεν Ρουγγέρη – Χριστίνα Κουλουμπή
Σκηνικά – Κοστούμια: Χριστίνα Κουλουμπή
Κίνηση – Χορογραφίες – Φωτισμοί: Πέτρος Γάλλιας
Πρωτότυπη μουσική – VideoArt: Αντώνης Δελαπόρτας
Στίχοι: Ανδρέας Κουλουμπής – Κάρμεν Ρουγγέρη
Διδασκαλία τραγουδιών: Ελένη Ζιώγα
Διεύθυνση παραγωγής – Υπεύθυνη περιοδείας: Ελένη Καρτάση
Παίζουν οι ηθοποιοί (με αλφαβητική σειρά):
Αναγνωστοπούλου Αναστασία, Ζωγραφόπουλος Κώστας, Κορλός Θανάσης, Κύρτσος Νίκος, Λιναρδάτου Κωνσταντίνα, Μιχαλάκη Έλενα, Παπαδόπουλος Χάρης, Πικιώνη Ινώ
ΠΑΡΑΓΩΓΗ: ΠΑΙΔΙΚΗ ΣΚΗΝΗ ΚΑΡΜΕΝ ΡΟΥΓΓΕΡΗ
Πολυάννα Το Παιχνίδι της Χαράς
Κυριακή 30 Αυγούστου / 21:00
Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων
Τιμές εισιτηρίων: 14€ Γενική Είσοδος (Δωρεάν είσοδος για παιδιά έως 2 ετών)
Ηλεκτρονική Προπώληση: https://www.ticketservices.gr/event/polyanna-to-paixnidi-tis-xaras/?lang=el
Προπώληση
Καβάλα: Κέντρο Πληροφόρησης Επισκεπτών Δήμου Καβάλας (πρώην ΕΟΤ) Κεντρική Πλατεία, τηλ: 2510-620566, καθημερινά από Δευτέρα έως Σάββατο (10:00 – 14:00 και 18:00 – 21:00) και Κυριακή (10.00 – 14.00), ενώ την ημέρα της παράστασης θα γίνεται προπώληση στο ταμείο του χώρου της εκδήλωσης από τις 19:00 το απόγευμα.
Πολιτισμός
«ΡΩΜΑΙΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΕΤΑ» του Μποστ! σε περιοδεία από ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κρήτης
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Διαβάζοντας ξανά και ξανά κείμενα και σκίτσα του Μέντη Μποσταντζόγλου κάνουμε συχνά το ίδιο λάθος: προσπαθούμε να κρατήσουμε παραπομπές, μνημόνια εδαφίων. Όμως, στο μποστικό σύμπαν δε βρίσκουν έδαφος τα μνημόνια. Οι σελιδοδείκτες θα ‘πρεπε να είναι όσοι είναι οι λαχνοί στο κοντάρι του λαχειοπώλη την ώρα που βγαίνει για δουλειά! Δεν είναι μόνο εύλογη η αμηχανία όποιου επιχείρησε να χωρέσει σε ταξινομημένα ράφια το έργο του Μποσταντζόγλου.
Σκιτσογράφος, θεατρικός συγγραφέας, στιχουργός, σατιρικός, λαϊκός ζωγράφος, σαρκαστικός αφηγητής και καλλιτέχνης, διαφημιστής, σχεδιαστής όμορφων δώρων, κατεδαφιστής της κοινωνικής και γλωσσικής υποκρισίας…
Ανεπαρκείς οι ορισμοί, τόσο αληθινοί ο καθένας χωριστά, τόσο λίγοι, όμως, για να κλείσουν μέσα τους αυτόν τον Ανατολίτη αυθεντικό άρχοντα της πένας και του πινέλου.
Είπαν για αυτόν πως ζωγράφιζε τη γλώσσα και μιλούσε τις εικόνες: ένα ισόβιο, εύφορο μποστάνι, που θα ‘λεγε κανείς ότι το σκάλισαν, το πότισαν και το ευλόγησαν ο Αριστοφάνης, ο Θεόφιλος, ο Βυζάντιος, ο Σουρής, ο Ροΐδης, ο Θέμος Άννινος και ο αδελφός του ο Μπάμπης, αλλά μαζί και όλοι οι μάστορες του Θεάτρου Σκιών και οι ακαδημαϊκοί του Σουρρεαλισμού.
Το συνολικό έργο του Μποστ είναι ίσως το πιο αδιάσειστο τεκμήριο εκείνου του αξιώματος που έλεγε πως στην Ελλάδα δεν χρειάζεται κανείς να εισάγει τον Σουρρεαλισμό, καθότι υπάρχει επάρκεια.
Ιδού το δείγμα: «Σε κάποια πόλη μακρινή, στην πόλη της Βερόνας
Μοντέγοι από τη μία μεριά, και κάτι Καπουλέτοι
είχανε έχθρα φοβερή που εκρατούσε έτη.
Κι έτυχε τότε έρωτας να μπει εις την καρδιά
και να θρονιάσει για καλά σε δυό μικρά παιδιά.
Αυτά υπήρξαν θύματα ετούτης της βεντέτας
Κάποιου Μοντέγου δηλαδή και κάποιας Καπουλέτας.
Ρωμαίος λέγεται ο γιός από Μοντέγου γένος
Και με την κόρη του εχθρού βαριά ερωτευμένος.
Ιουλιέτα λέγετο η κόρη που αγαπούσε
και Καπουλέτους έλεγαν το γένος που κρατούσε.
Η μοίρα όμως το’ φερε η αγάπη των να σβήσει.
Θα δείτε πώς συνέβηκε στο έργο που θ’ αρχίσει».
Ο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Μποστ δεν είναι απλώς μια κωμωδία, αλλά είναι ένα γλωσσικό και κοινωνικό φαινόμενο. Με τον χαρακτηριστικό δεκαπεντασύλλαβο και την σκοπίμως ανατρεπτική γλώσσα του, το έργο σατιρίζει τον μικροαστικό καθωσπρεπισμό, τις διαχρονικές ελληνικές παθογένειες και τις αντιφάσεις της σύγχρονης κοινωνίας, προκαλώντας ουσιαστικά ερωτήματα αβίαστο γέλιο.
Ο Μποστ εμπνέεται από την πασίγνωστη ρομαντική σαιξπηρική ιστορία. Οι ήρωες έρχονται από το παρελθόν στο παρόν, λέγοντας την ιστορία με το δικό τους τρόπο μέσα από τον αυτοσαρκασμό, το χιούμορ και τις ανατροπές.
Ο Ρωμαίος γεμάτος από έρωτα για την Ιουλιέτα αντιπροσωπεύει το πάθος, το αίσθημα, αλλά και τη δύναμη, έτοιμος να θυσιαστεί για τα ιδανικά της αγάπης. Η Ιουλιέτα, μέσα πάντα από τον ανατρεπτικό όσο και σουρεαλιστικό λόγο του Μποστ, είναι ένα κορίτσι και αργότερα γυναίκα που τη διακρίνει η δυναμικότητα και αποφασιστικότητα, έτοιμη να διεκδικήσει μέχρι τέλους την αγάπη της για τον Ρωμαίο.
Και εδώ πρωταγωνιστής είναι η γλώσσα. Μέσα σε αυτόν τον ευρηματικό και απροσδόκητο δεκαπεντασύλλαβο, ο Μποστ σατιρίζει με το δικό του υπονομευτικό τρόπο τα κακώς κείμενα της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας.
Ο σουρεαλισμός, ο γνωστός δεκαπεντασύλλαβος, οι ήρωες που μοιάζουν με τα σκίτσα του, η υπόγεια κριτική , είναι τα στοιχεία εκείνα που κάνουν το έργο να αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα δείγματα ενός θεάτρου που δεν υπήρξε όμοιο στην Ελλάδα.
Αιχμηρός, αληθινός, αλλά και πολύ ευαίσθητος στίχος.
Ο πολυμήχανος σατιριστής Μποστ βάζει δύσκολα στον εαυτό του, εφόσον χρησιμοποιεί ως θεματική αφετηρία του και ως πλαίσιο του μύθου του ένα άλλο έργο, άλλης εποχής, άλλης δραματουργικής πλοκής και υφής και, μάλιστα, τραγικής, όπως είναι και η «Μήδεια».
Διακινδυνεύει κινούμενος στην κόψη του ξυραφιού, καθώς πλέκει το πρωτότυπο Σαιξπηρικό έργο και τα πρόσωπά του με το σύγχρονο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι στον δικό του μύθο, τον φαινομενικά παράλογο, αλλά στο βάθος του ορθολογικά δομημένο και κριτικά καυστικό, ακριβώς γιατί θέλει να στηλιτεύσει τον σύγχρονο βίο του Έλληνα, του εκτροχιασμένου και εξαιτίας της κατακλυσμιαίας υποκουλτούρας, που σαρώνει τα πάντα.
‘Ήθη, παραδόσεις αιώνων, πολιτιστικές αξίες και τέχνες.
Μια κοινωνία σε πλήρη σύγχυση αποκαλύπτει η παράσταση, μέσα από ένα παιχνίδι σκόπιμης, δαιμόνιας , χιουμοριστικά εύφορης δραματουργικής ασάφειας. Πρόκειται για μια επιτηδευμένη σύγχυση που λυτρώνει τον θεατή από τη σαβούρα της τηλεοπτικής υποκουλτούρας, αυτής που συντηρεί μελοδραματικές λαϊκίστικες ιστορίες, προκαλεί μαζική αποχαύνωση στη σημερινή Ελλάδα του κακόγουστου διπολικού σκηνικού των «Πράσινων» και «Βένετων».
Τα λογοπαίγνια του Μποστ, δια στόματος των ανεκδιήγητων ηρώων του «σπάνε κόκαλα» με την αιχμηρότητά τους και ευεργετούν τον θεατή με το εύστοχο, ανατρεπτικό τους χιούμορ.
Ο Νικορέστης Χανιωτάκης σκηνοθετεί το έργο και το μπολιάζει με πάμπολλα, ευφυή ευρήματα και με φρέσκους στίχους ομοιοκατάληκτους που στηλιτεύουν τη σημερινή επικαιρότητα, ντυμένο με την πρωτότυπη μουσική του Γιώργου Ανδρέου, που «γλεντά» την παράσταση με τα τραγούδια του και τη ζωντανή μουσική του.
Ο σκηνοθέτης προσφέρει στο κοινό ένα θέαμα λευτερωμένο από κάθε υποκριτική αναστολή από έναν «εξωφρενικό θίασο», με προεξάρχοντες την έξοχη Υρώ Μανέ, που σκορπά κύματα γέλιου στον ρόλο της Ιουλιέτας και τον πολυτάλαντο Άκη Σακελλαρίου, ως έναν πολυδιάστατο Ρωμαίο, ενώ η σκηνική δράση εμπλουτίζεται σε υπερθετικό βαθμό από τον Γιάννη Ζουγανέλη στον ρόλο της Παραμάνας.
Ακόμη, ο Σπύρος Μπιμπίλας με απίστευτη ενέργεια και μπρίο ως Μερκούτιος, ο απολαυστικός Γιάννης Δρακόπουλος στον ρόλο του αντισυμβατικού Πάτερα Λαυρέντιου, μαζί με τους εξαιρετικούς Δαυίδ Μαλτέζε, Παναγιώτη Γουρζουλίδη, Βασίλη Παπαδημητρίου, Αρετή Πασχάλη και Νίνα Φώσκολου, με το πληθωρικό τους ταλέντο, τον γρήγορο ρυθμό και το χιούμορ, εναλλάσσουν ρόλους με γρήγορα αντανακλαστικά και απογειώνουν το κοινό.
Είναι ένας θίασος υπέροχος, διαρκώς σχολιαστικός, μέσα σ’ ένα σκηνικό «όργιο» της Μαρίας Φιλίππου και της δημιουργικής συνεργασίας της Ιωάννας Καλαβρού με τα κοστούμια της, καθοδηγούμενου κινητικά από την Φαίδρα Νταϊόγλου.
Συντελεστές
Σκηνοθεσία-Φωτισμοί: Νικορέστης Χανιωτάκης
Πρωτότυπη μουσική: Γιώργος Ανδρέου
Σκηνικά: Μαρία Φιλίππου
Κοστούμια: Ιωάννα Καλαβρού
Χορογραφίες: Φαίδρα Νταϊόγλου
Σχεδιασμός ήχου – ηχοληψία: Μανώλης Καραδημητράκης
Βοηθός σκηνοθέτη: Θεοδώρα Κοκκινίδη
Οργάνωση παραγωγής: Χρυσαντίνα Κούλουμπου, Χαρούλα Λώλη
Εκτέλεση παραγωγής: Ιουλιέτα Καραχάλιου
Οργάνωση γραφείου παραγωγής: Βικτώρια Λώλη, Αργυρώ Τσοτσώνη
Επικοινωνία: Ελένη Λιλή – elenanlily@gmail.com
Creative Agency : GridFox
Social media: Social Wave
Παίζουν: Υρώ Μανέ, Άκης Σακελλαρίου, Σπύρος Μπιμπίλας, Γιάννης Δρακόπουλος, Δαυΐδ Μαλτέζε, Παναγιώτης Γουρζουλίδης, Βασίλης Παπαδημητρίου, Αρετή Πασχάλη, Νίνα Φώσκολου, Οδυσσέας Κωνσταντόπουλος
Στον ρόλο της Παραμάνας ο Γιάννης Ζουγανέλης!
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Πολιτισμός
«Γη της Επαγγελίας» της Γεωργίας Μαυραγάνη στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων!
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
«Πίσω από κάθε διακόπτη ρεύματος κρύβονται χιλιάδες ανθρώπινες ιστορίες που συνθέτουν ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της σύγχρονης Ελλάδας»
Γεωργία Μαυραγάνη
Η ενεργειακή μετάβαση στην Πτολεμαΐδα και η οριστική παύση του λιγνίτη, με επίκεντρο τη μετατροπή της μονάδας «Πτολεμαΐδα 5» σε φυσικό αέριο έως το 2028, αντιμετωπίζεται από την εξουσία ως μονόδρομος πράσινης ανάπτυξης, ενώ από τους πολίτες και φορείς της Δυτικής Μακεδονίας εκλαμβάνεται συχνά ως βίαιη και οικονομικά επισφαλής αποβιομηχάνιση.
«Το θέμα της ενεργειακής πολιτικής μιας χώρας είναι μεγάλο και πολυδιάστατο. Ήταν για μένα δύσκολο να επιλέξω τα σημεία που θα αναδείξει η παράσταση. Επέλεξα να ακούσουμε μόνο τις φωνές των ανθρώπων της Δυτικής Μακεδονίας. Εργαζόμενους στο λιγνιτωρυχεία και στους ΑΗΣ (ατμοηλεκτρικούς σταθμούς), αλλά και πολιτικούς φορείς. Είδα από κοντά τη δύσκολη εργασία στο ορυχεία και άκουσα προσεκτικά τα σχέδια και τα έργα που εκπονούνται στη Μετάβαση Α.Ε. Αυτές τις μαρτυρίες, προσεκτικά επιλεγμένες, επιστρέφω και στο κοινό». Δηλώνει η σκηνοθέτρια.
Η παράσταση αντλεί υλικό από τη συλλογική μνήμη και την ιστορική εμπειρία της λιγνιτικής δραστηριότητας στη Δυτική Μακεδονία. Μέσα από ιστορικά ντοκουμέντα, προσωπικές συνεντεύξεις, βιώματα και μαρτυρίες, αναδεικνύει ένα κεφάλαιο που σφράγισε την ταυτότητα της περιοχής, ενώ ταυτόχρονα θέτει στο προσκήνιο το μείζον ζήτημα της ενέργειας – ένα θέμα που διαπερνά ολόκληρη τη χώρα και αφορά το κοινό μας μέλλον.
Η Γεωργία Μαυραγάνη ασχολήθηκε επισταμένως με το ακανθώδες θέμα της απολιγνιτοποίησης της Δυτικής Μακεδονίας, το οποίο αποκτά πλέον μη αναστρέψιμα χαρακτηριστικά.
Διεξήγαγε μια ενδελεχή έρευνα μηνών σε ζωντανές πηγές (συνεντεύξεις) και σε γραπτές (αρχεία), διασκεύασε το κείμενό της ως μια ποιητική μεν, καταγγελτική δε παράσταση και παρουσιάζει σε επιλεγμένα σημεία της χώρας ένα θέατρο ντοκουμέντο, με κύριο στόχο την ενσυναίσθηση και, κυρίως, τη διάσωση της συλλογικής μνήμης, μετατρέποντας τις προσωπικές συνεντεύξεις, τις αληθινές αφηγήσεις και τις μαρτυρίες των βιομηχανικών εργατών σε άμεσο τεκμήριο μνήμης, για την εργασία και την απώλεια.
Αυτή ήταν και η μεγάλη πρόκληση για τη Γεωργία Μαυραγάνη. Από πού ξεκινά κανείς; Από την ιστορία του λιγνίτη; Από το παγκόσμιο ζήτημα της ενέργειας; Από την οικονομική διάσταση; Από τη ζωή των εργαζομένων; Από τις περιβαλλοντικές συνέπειες; Είναι ένα θέμα γεμάτο αντιφάσεις. Από τη μία πλευρά , ο λιγνίτης στήριξε οικονομικά την περιοχή, δημιούργησε χιλιάδες θέσεις εργασίας και διαμόρφωσε την ανάπτυξή της. Από την άλλη, υπήρξαν σοβαρές επιπτώσεις στο περιβάλλον, στην υγεία και στην ποιότητα ζωής των κατοίκων. Όλα αυτά συνυπάρχουν στην παράσταση, επειδή δεν έπρεπε να αγνοηθούν.
Στον βαθμό που η δραματουργία δε δημιουργεί οτιδήποτε εκ του μηδενός, αλλά καταφεύγει σε πηγές, κάθε δραματική σύνθεση περιλαμβάνει ένα μέρος ντοκουμέντων.
Διακρίνουμε αναμφίβολα σ’ αυτή τη μέθοδο την ανταπόκριση στη σύγχρονη προτίμηση στο ρεπορτάζ και στο αληθινό ντοκουμέντο, την επιρροή των Μέσων που κατακλύζουν τους θεατές- ακροατές με αντιφατικές και κατευθυνόμενες πληροφορίες και την επιθυμία του δημιουργού να απαντήσει με ανάλογη τεχνική.
Επομένως, η κίνηση είναι ορθώς πολιτική και, θαρρώ, πως το θέατρο ντοκουμέντου είναι ο κληρονόμος του ιστορικού δράματος. Αντίθετα, το θέατρο μυθοπλασίας το εισπράττω ως ιδεαλιστικό και απολιτικό, ίσως, εφόσον χειρίζεται τα γεγονότα με στόχο την ψυχαγωγία.
Ωστόσο, αν εκλάβουμε την πολιτική με την ετυμολογική έννοια του όρου, θα συμφωνήσουμε ότι το θέατρο είναι κατ’ ανάγκη πολιτικό, αφού εγγράφει τους πρωταγωνιστές στην πόλη ή την ομάδα. Ο όρος δηλώνει με ακρίβεια, επιτρέψτε μου, το αγωνιστικό θέατρο, το λαϊκό, το προπαγανδιστικό, το επικό, αλλά και το μπρεχτικό.
Όλα αυτά τα είδη έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό τη θέληση των συντελεστών μιας παράστασης να θριαμβεύσει μια αλήθεια, μια αναγκαία πίστη, ένα φιλοσοφικό ή και ένα στρατηγικό σχέδιο. Οπότε, η αισθητική υπάγεται στον πολιτικό αγώνα, μέχρι του σημείου -γιατί, όχι – η θεατρική μορφή να ακυρώνει τον αγώνα των ιδεών που ενστερνίζεται η εξουσία, που, πιθανώς, να πρόκειται για αγώνα- άλλοθι.
Στη «Γη της Επαγγελίας» ( τίτλος – δάνειο από τη «Γένεση» της Παλαιάς Διαθήκης) οι θεατές κοινωνούμε το κυρίως θέμα ως μείζον πρόβλημα, μέσα από τις συνεντεύξεις εργαζομένων που δραματοποιούνται, μέσα από το υλικό που απλώνεται στη σκηνή και θυμίζει εργοτάξιο- ακόμα και ο λιγνίτης είναι παρών – έτσι όπως το σχεδίασαν οι Εύη Μιμίκου και Βενετία Νάση, αλλά και μέσα από τις εικόνες που εμπεριέχουν καθαρή ποίηση στη μεταφορά της πραγματικότητας, ενώ ξετυλίγονται σκηνές με ανθρώπινες αντιδράσεις όπως πικρό γέλιο, θυμός, αγανάκτηση, οργή για την ανυπαρξία ενός σχεδίου σωτηρίας.
Η περιοχή ζει με τις κοιλότητες των ορυχείων, τα κουφάρια των εργοστασίων και την παλιά της δόξα. Οι νέοι φεύγουν μαζικά. Όσοι έχουν μείνει βρίσκονται σε πένθος. Χρειάζονται πράξεις. Όσο συντηρείται η μικροπολιτική με την επιδοματική λογική των ανοικονόμητων χρηματοδοτήσεων από το ΔΑΜ (Δίκαιη αναπτυξιακή μετάβαση) δεν θα αλλάξει τίποτα.
Η παράσταση ξεχωρίζει και για τις συγκλονιστικές αφηγήσεις εργατών και για το κινηματογραφικό της υλικό, με την υπογραφή του Στάθη Γαλαζούλα, το οποίο αποκαλύπτει σημαντικά τεκμήρια για όσα συμβαίνουν αυτή τη στιγμή στα χωριά και στα παροπλισμένα ορυχεία της Δυτικής Μακεδονίας, με αισθητική ντοκιμαντέρ αλλά και με ποιητική ματιά. Στο ενδιαφέρον οπτικό υλικό, θα πρέπει προσθέσουμε τις συγκλονιστικές φωτογραφίες του Νίκου Λόφτσαλη από τον κρανίου τόπο των ορυχείων.
Το τέλος της λιγνιτικής εποχής γίνεται το εφαλτήριο αυτής της παράστασης θεάτρου-ντοκουμέντου. Μαρτυρίες κατοίκων και εργαζομένων μετατρέπονται σε σκηνική πρώτη ύλη, σε μια αφήγηση που επιστρέφει στις ρίζες της ενεργειακής ιστορίας της Δυτικής Μακεδονίας. Ένα άμεσο τεκμήριο μνήμης για την ενέργεια, την απώλεια και τη μετάβαση, που αφορά όχι μόνο έναν τόπο, αλλά ολόκληρη τη χώρα.
Διαπιστώνουμε ότι η παράσταση αποκαλύπτει μια θολή πλευρά ενός ζητήματος με το οποίο όλοι συνδεόμαστε, χωρίς όμως να το γνωρίζουμε πραγματικά. Όλοι πατάμε τον διακόπτη για να έχουμε ηλεκτρικό ρεύμα, όμως ελάχιστοι γνωρίζουμε τι κρύβεται πίσω από αυτή την καθημερινή πράξη. Οι θεατές ανοίγουμε ένα παράθυρο στη σκέψη μας. Μοιραστήκαμε μια ιστορία, που μέχρι σήμερα παρέμενε σχεδόν άγνωστη, μέσα από τις μαρτυρίες ανθρώπων που εργάστηκαν στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.
Το θέατρο δίνει πρόσωπο σ’ αυτή την ιστορία και την κάνει από κρυμμένη, ορατή. Λογικό να απορεί η παραγωγή αν μια παράσταση μπορεί να αλλάξει την πραγματικότητα ή να επισπεύσει εξελίξεις. Δεν μπορεί να ξέρουν η Κοζάνη, η Πτολεμαΐδα, το Αμύνταιο, εάν η «Γη της Επαγγελίας» θα στρέψει περισσότερο τα φώτα της επικαιρότητας στη Δυτική Μακεδονία ή αν τελικά θα υλοποιηθούν όλα όσα είχαν εξαγγελθεί για τη δίκαιη μετάβαση.
Η σκηνοθεσία δεν αποσιωπά τις περιβαλλοντικές και τις υγειονομικές συνέπειες της λιγνιτικής δραστηριότητας. Είναι προφανές ότι οι κάτοικοι της περιοχής επιθυμούνε ένα καθαρότερο περιβάλλον και καλύτερες συνθήκες ζωής. Το θέμα που υπαινίσσεται η παράσταση είναι ότι η μετάβαση σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, θα έπρεπε να συνοδεύεται από μια ουσιαστική αντιπρόταση για την περιοχή.
Η Γεωργία Μαυραγάνη εργάστηκε για δύο μήνες πραγματοποιώντας δεκάδες συνεντεύξεις και συγκεντρώνοντας αρχειακό υλικό. Μίλησε με εργαζομένους της ΔΕΗ, ανθρώπους της αυτοδιοίκησης, πολιτικούς, κατοίκους της περιοχής και πολλούς ακόμη που είχαν προσωπική γνώση της ιστορίας. Στη συνέχεια συνέθεσε όλο αυτό το υλικό δραματουργικά, επιλέγοντας να εστιάσει κυρίως στους εργαζομένους. Συνειδητή η επιλογή της να φέρει αυτούς τους ανθρώπους στο προσκήνιο και, μέσα από τις προσωπικές τους διαδρομές, να φωτίσει μια πολύ σημαίνουσα ιστορία.
Επέλεξε να δώσει πρωταγωνιστικό ρόλο στις ίδιες τις μαρτυρίες. Ακούμε τις φωνές των ανθρώπων, βλέπουμε ορισμένους σε βίντεο, υπάρχουν αρχειακές εικόνες, φωτογραφίες και οπτικό υλικό από τα εργοστάσια και τα μηχανήματα. Οι ηθοποιοί ( Δημήτρης Γαλανάκης, Συμεών Κωστάκογλου, Γρηγόρης Ποιμενίδης, Ιωάννα Σίσκου, Ανατολή Τσακαλίδου), δε λειτουργούν ως οι αποκλειστικοί φορείς της αφήγησης, αλλά υπηρετούν τη μαρτυρία και το υλικό που έχει συγκεντρωθεί. Η μουσική του Χάρη Νείλα ντύνει την αφήγηση.
Η δράση στη σκηνή εξελίσσεται σε μια πολύ συγκεκριμένη δραματουργική δομή. Η παράσταση αναπτύσσεται σε επτά ημέρες. Η επιλογή αυτή συνδέεται αφενός με τον τίτλο, «Γη της Επαγγελίας», αφετέρου με την ίδια τη λειτουργία των μονάδων, η οποία δεν σταματούσε ποτέ. Συνεχιζόταν επτά ημέρες την εβδομάδα, είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η παρουσία δύο ανθρώπων της κοινότητας (Νίκος Λόφτσαλης, Παναγιώτης Χλιαράς), που συμμετέχουν στην παράσταση. Ενός εν ενεργεία εργαζομένου, που είναι και καλλιτέχνης και ενός συνταξιούχου. Ο δεύτερος είναι άνθρωπος που έχει υποβληθεί σε τραχειοτομή. Η φωνή του υπόκωφη, αδύναμη, λιγοστή και η σκηνή στην οποία αφηγείται την ιστορία του είναι από τις πιο συγκινητικές της παράστασης.
Οι ηθοποιοί τον ρωτούν αν, γνωρίζοντας όσα ακολούθησαν, θα ξαναέκανε την ίδια δουλειά. Και εκείνος απαντά χωρίς δισταγμό: «Βεβαίως. Εκεί ήταν το σπίτι μου». Στη συνέχεια τον ρωτούν αν θα ήθελε ο γιος του να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο. «Με τίποτα», απαντά. Σε αυτή την αντίφαση συμπυκνώνεται ολόκληρη η ιστορία της περιοχής και αυτός ο απόμαχος εργάτης αποτελεί το μέτρο της παράστασης.
Η Γεωργία Μαυραγάνη ακολουθεί μια πολύ λιτή σκηνοθετική γραμμή. Δεν επιδιώκει την ένταση μέσα από δυνατές μουσικές ή εξάρσεις των ηθοποιών. Υπάρχει μια βραδύτητα και μια απλότητα. Η αφήγηση είναι τόσο πυκνή, ώστε τα 90 λεπτά της διάρκειάς της κυλάνε γρήγορα και δημιουργικά, εφόσον η παράσταση ήρθε για να δώσει δημόσιο χώρο σε ανθρώπους και εμπειρίες, που διαφορετικά μπορεί να έμεναν αθέατες.
Ουσιαστικά, η παράσταση θέτει στο επίκεντρο το μείζον ζήτημα της ενέργειας, της ανάπτυξης και του κοινού μας μέλλοντος, δείχνοντας ότι όσα συμβαίνουν στη Δυτική Μακεδονία αντικατοπτρίζουν παγκόσμιες προκλήσεις.
Η «Γη της Επαγγελίας» περιοδεύει σε επιλεγμένα ανοικτά θέατρα της χώρας.
Συντελεστές
Σκηνοθεσία – Δραματουργία: Γεωργία Μαυραγάνη
Επιμέλεια κίνησης: Μαριάννα Καβαλλιεράτου
Σκηνικά – κοστούμια: Εύη Μιμίκου, Βενετία Νάση
Μουσική: Χάρης Νείλας
Σχεδιασμός φωτισμών: Εμορφίλη Τσιμπλίδου
Κινηματογράφηση υλικού – Επεξεργασία με ΑΙ: Στάθης Γαλαζούλας
Βοηθοί σκηνοθέτη: Μαρία Ηλιάδη, Νικολέτα Σιώμου
Βοηθός φωτίστριας: Ηρώ Μεταξά
Ηθοποιοί: Δημήτρης Γαλανάκης, Συμεών Κωστάκογλου, Γρηγόρης Ποιμενίδης, Ιωάννα Σίσκου, Ανατολή Τσακαλίδου
Άνθρωποι της κοινότητας: Νίκος Λόφτσαλης, Παναγιώτης Χλιαράς
Φωτογραφίες – Βίντεο παράστασης: Κωνσταντίνος Μανουσαρίδης
Εικονογράφηση αφίσας: Lekõ
Σχεδιασμός προγράμματος – Επικοινωνία: Παναγιώτης Τσαρτσιανίδης
Επιμέλεια προγράμματος: Κατερίνα Λάκκα
Κατασκευή σκηνικού: Νίκος Λαβαντσιώτης, Γιάννης Λυγκώνης, Τάκης Συνδουκάς
Ζωγραφική επιμέλεια σκηνικού: Νίκος Καρράς, Νίκος Αθανασάκης, Παναγιώτης Μεϊντάνης, Δημοσθένης Καρράς
Τεχνικοί σκηνής: Βαγγέλης Καραθανάσης, Νίκος Λαβαντσιώτης, Τάκης Συνδουκάς
Ηλεκτρολόγος – χειριστής φώτων: Τάσος Διδασκάλου
Ηχολήπτης προβών: Λευτέρης Φερλαχίδης
Ηχολήπτης περιοδείας: Μάνος Κόμπος
Υπεύθυνη παραγωγής Δη.Πε.Θε. Κοζάνης: Δήμητρα Σωτηροπούλου
Υπεύθυνη παραγωγής Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου: Ηλέκτρα Καρατζά
Υπεύθυνος περιοδείας: Στέλιος Σωτηρόπουλος
Πρόκειται για μια συμπαραγωγή του Δημοτικού Περιφερειακού Θεάτρου Κοζάνης με το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου για την ιστορική συγκυρία του κλεισίματος των λιγνιτικών εργοστασίων.
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Προτεινόμενα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΠροκήρυξη Διεθνούς Διαγωνισμού Ποίησης εις Μνήμη του Πρωτοπρεσβύτερου Ποιητή Γεωργίου Ι. Διαμαντόπουλου. Με θέμα ꓽ «Υπάρχουν Άνθρωποι»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΘάσος: Αναστέλλεται η λειτουργία σχολικών τμημάτων και του «Θεαγένη»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμαρχος Θάσου για το πρόγραμμα ενίσχυσης επιχειρήσεων της ΑΜΘ με την διαδικασία της μη επιστρεπτέας προκαταβολής
-
ΚαβάλαΠριν 6 έτηΚαμπανάκι για την μείωση των δρομολογίων στη γραμμή Πρίνος-Καβάλα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΧορωδίες δήμου θάσου 2020
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμος Θάσου κοντά στον πολίτη, δίνει χρήσιμες συμβουλές για την εξοικονόμηση ενέργειας
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΞεκινούν οι εγγραφές στην Παιδική Θεατρική Σκηνή του Δήμου Θάσου
-
ΕλλάδαΠριν 6 έτηΣε κακούργημα μετατρέπεται το αδίκημα βασανισμού των ζώων

You must be logged in to post a comment Login