Πολιτισμός
«F*ck Strindberg» ή αλλιώς «Οι Δανειστές» από το «Θεσσαλικό Θέατρο» στο Κ.Θ.Β.Ε.
Πρόλογος
Το θέατρο είναι µια σύνθετη τέχνη στη σύλληψη και στην υλοποίησή της. Υπάρχει καταρχάς ένα κείμενο, το οποίο περιμένει από τον ηθοποιό να το ειρηνεύσει. Η γραπτή λέξη του χαρτιού, που απευθύνεται απλώς στη νόηση του αναγνώστη, περνάει μέσα από ένα σώμα και προορίζεται για τον θεατή. Η δυσκολία, λοιπόν, που αντιμετωπίζει κανείς όταν πρέπει να περιγράψει την έννοια του θεάτρου έγκειται στο ότι πρόκειται για ένα είδος μεικτό, που δεν κρίνεται µε βάση το κείμενο αλλά µε βάση τη σκηνική του απόδοση.
Ο ηθοποιός δεν είναι απλώς το κύριο µέσο, όπως το πινέλο, ή το βασικό υλικό, όπως το μάρμαρο. Είναι η ψυχή της θεατρικής δράσης µε την απεριόριστη, και γι’ αυτό ασύλληπτη, ποικιλία της. Δίνω σημασία στην ερμηνεία, επειδή στη συγκεκριμένη παράσταση ξεπερνά την ευρηματικότητα του σκηνοθέτη.
Δραματουργία
“Οι Δανειστές” του Σουηδού συγγραφέα August Strindberg χαρτογραφεί τη διάλυση του γάμου της Θέκλας και του Άντολφ, όταν δέχονται μια απρόσμενη επίσκεψη από τον Γκούσταβ, τον πρώτο σύζυγο της Θέκλας. Με βασικό εργαλείο τρεις εξαιρετικά λεπτοδουλεμένους διαλόγους, ο συγγραφέας πλάθει ένα σύμπαν αστείρευτης βίας και μίσους που οδηγεί την Θέκλα και τον Άντολφ στην καταστροφή. Είναι ένα έργο αμείλικτης εκδίκησης σε ένα τοπίο που, ενώ φαντάζει ρεαλιστικό, δονείται υπόγεια από ψυχικές εντάσεις, παράδοξα σύμβολα και παρουσίες.
Ο σκηνοθέτης δίνει την πρέπουσα σημασία στον δημιουργό του 19ου αιώνα, αφήνοντας το κείμενο αναλλοίωτο.
Στους “Δανειστές” η αγάπη, οι έρωτες, οι διαπροσωπικές σχέσεις και το κάθε λογής ερωτικό συναίσθημα δικάζονται υπό το βάρος του πόνου και της αδυσώπητης εκδίκησης, για το ποιος οφείλει σε ποιον, διαλύοντας σχέσεις και κατασπαράζοντας ανθρώπινες ψυχές.
Υπόθεση
Δύο άντρες, ένας καθηγητής νεκρών γλωσσών, ο Γκούσταβ, κι ένας καλλιτέχνης, ο Άντολφ, συναντιούνται σε ξενοδοχείο ενός παραθαλάσσιου θέρετρου. Ο Άντολφ, θεωρώντας τον Γκούσταβ έμπιστο, αρχίζει να του μιλάει ανοιχτά για τη γυναίκα του, τη Θέκλα. Η συζήτηση γρήγορα φτάνει σ’ ένα σχέδιο πού θα μπει αμέσως σ’ εφαρμογή. Ο Άντολφ θ‘ αλλάξει συμπεριφορά απέναντι στη γυναίκα του, σε μια προσπάθειά του να της επιβληθεί, ενώ ο Γκούσταβ θα κρυφακούει. Όταν αργότερα ο Γκούσταβ θα εμφανιστεί στην Θέκλα, ο Άντολφ θα είναι εκείνος που θα κρυφακούει. Στόχος του Γκούσταβ είναι να παρασύρει τον Άντολφ στην αμφιβολία για την πίστη της γυναίκας του. Ποιος όμως είναι πραγματικά αυτός ο καθηγητής που ταξιδεύει με ψευδώνυμο και μπαίνει ανάμεσα στο ζευγάρι;
Σ’ αυτό το σκληρό παιχνίδι εξουσίας τα πρόσωπα εκδικούνται, εξομολογούνται, έρχονται αντιμέτωπα με το παρελθόν και τα “ανεξόφλητα” χρέη τους. Αλλάζουν συνεχώς ρόλους παίζοντας πότε το θύμα και πότε το θύτη μέσα σε κωμικοτραγικές καταστάσεις. Οι μάσκες όμως κάποια στιγμή πέφτουν και οι χαρακτήρες φτάνοντας στα άκρα, προχωρούν πια σε μια κατά μέτωπο σύγκρουση, μέσα σ’ ένα βίαιο και δίχως διέξοδο σχήμα, το “τρίγωνο”.
Ο συγγραφέας
(Στοκχόλμη, 1849-1912) Πολυγραφότατος Σουηδός συγγραφέας και δραματουργός, πατέρας -κατά τον Ο’ Νήλ- του σύγχρονου θεάτρου. Δύσκολη παιδική ηλικία, παράφορη φύση και ασταθής, οργισμένος ατομικισμός, βίαιος ενίοτε μισογυνισμός και διαρκής αναζήτηση του απόλυτου χαρακτηρίζουν τον Στρίντμπεργκ αλλά και τα πρόσωπα των έργων του, κατά το μάλλον ή ήττον αυτοβιογραφικών (“Ο γιός της δούλας”). Η σκέψη του, επηρεασμένη από τον Kierkegaard, τον Nietzsche, τον Rousseau και τον Fourier, τον οδηγεί εκείθεν του ρομαντισμού, στον αθεϊσμό και τον μυστικισμό. Δεινός ερμηνευτής της συμπεριφοράς των ανθρώπων και των μυστηρίων του υποσυνείδητου, περνάει με θαυμαστή ευχέρεια από τον πιο σκληρό νατουραλισμό στον πλέον αέρινο συμβολισμό. Καταγγέλλει τον θρίαμβο της βίας στις διαπροσωπικές σχέσεις και την αδυναμία επικοινωνίας του ενός με τον άλλον ή με τους πολλούς, έχοντας ο ίδιος φτάσει στα πρόθυρα της τρέλας ύστερα από τις οδυνηρές αποτυχίες των τριών γάμων του.
Η νατουραλιστική περίοδος σημαδεύεται με επιρροές από τον Valles και τον Zola και περιλαμβάνει έργα όπως: “Το κόκκινο δωμάτιο” (μυθιστόρημα που θα προκαλέσει κοινωνικό σκάνδαλο), τα τρία θεατρικά “Ο πατέρας” (πιθανώς, νατουραλιστική παραλλαγή του κλασικού μύθου του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας), “Δεσποινίς Τζούλια”, “Οι δανειστές”, οι σουηδικές ιστορικές τραγωδίες “Ο κύρ Ούλοφ”, “Γουσταύος Βάσα” και “Γουσταύος Αδόλφος” και, τέλος, το δράμα “Ο χορός του θανάτου”. Ακολουθεί η περίοδος του μυστικισμού, ενός γαληνεμένου μυστικισμού, εμπνευσμένου από τον θεόσοφο Swedenborg (“Ονειρόδραμα”).
Η τρίτη περίοδος φωτίζεται από ένα διαυγές ουμανιστικό φως χάρη στο Intima Teatern (1907), ένα μικρό θέατρο το οποίο ο ίδιος ο Στρίντμπεργκ δημιουργεί και διευθύνει για να παρουσιάσει εκεί την “Καταιγίδα”, τον “Πελεκάνο”, τη “Σονάτα των φαντασμάτων”, έργα δωματίου διαποτισμένα με σκληρότητα και απόγνωση.
Η παράσταση
Από το 1889, που γράφτηκε το έργο, το βλέπουμε το 2022 στη Μονή Λαζαριστών, ως μετάκληση από το Κρατικό Θέατρο «PLUS». Πρόκειται για μια πρωτοβουλία του ΚΘΒΕ στο πλαίσιο της έναρξης συνεργασίας με διαφορετικούς Καλλιτεχνικούς φορείς και Οργανισμούς.
Ο σκηνοθέτης Αλέξανδρος Νικόλαος Μπαλαμώτης δηλώνει πριν από την πρεμιέρα της παράστασης στη Λάρισα: «Πρόβα, για το “f*ck Strindberg ή αλλιώς οι Δανειστές του Στρίντμπεργκ”. Σε ένα υπόγειο στο Θησείο. Σταματάει ο χρόνος και είμαστε στον 19ο αιώνα και μελετάμε τα “γιατί” της “Θέκλας”, του “Άντολφ”, του “Γκουστάβ”. Τους στόχους, τα θέλω τους. Και παράλληλα τα δικά μας. Η αποδόμηση του Στρίντμπεργκ με τα όλα της».
« Γ*μ*σε τον Στρίντμπεργκ» τιτλοφόρησε την παράσταση η παραγωγή. Όχι, τυχαία. Ας προσέξουμε ότι στα αγγλικά η εξαιρετικά κοινόχρηστη λέξη «f*ck» ίσως να μη λέει τίποτα το ουσιώδες, να είναι μια συνήθης βωμολοχία ή να μεταφέρει απλώς την ένταση της στιγμής. Πάντως, επιδέχεται πολλές αναγνώσεις, όπως: καθημερινή αστική συναλλαγή ή αργκό, κάποια περίφραση ή μια λεκτική προσβλητική περικοκλάδα. Άλλοτε προφέρεται ως οργίλος επιθετικός προσδιορισμός κι άλλοτε επιβάλλεται να παραλειφθεί. Εν προκειμένω, αφήνεται στο κοινό η ερμηνεία της. Στέκει και ως ανάθεμα και ως αγανάκτηση και ως μεταφορά της εμμονής του συγγραφέα με τη διάλυση δεσμών, την αποδόμηση σχέσεων και προσώπων. Ιδίως, γυναικών.
Στην παράσταση δύο άντρες ηθοποιοί αναλαμβάνουν και τους αντρικούς αλλά και τον μοναδικό γυναικείο χαρακτήρα της Θέκλας. Πρόκειται για μια σύλληψη του σκηνοθέτη, μέσω της οποίας καταρρίπτονται τα στερεότυπα και οι κοινωνικοί ρόλοι. Κεντρικός άξονας της παράστασης είναι ο σχολιασμός των αντιφάσεων των ιδεών του Στρίντμπεργκ σχετικά με το γυναικείο φύλο και την κατωτερότητα του.
Η καινοτόμος σκηνοθεσία οδήγησε τους, κατ’ ουσία δυστυχισμένους ήρωες του έργου, σε μονοπάτια μιας προδιαγεγραμμένης διαδρομής, της οποίας ο χαρακτήρας είναι η μοίρα. Ότι, δηλαδή, δε θα μπορούσαν να ενεργήσουν διαφορετικά από το μοιραίο.
Ακόμη περισσότερο από τον μεταγενέστερο “Χορό του Θανάτου”, οι «Δανειστές” είναι ένα πρότυπο για ένα είδος δράματος που θα άνθιζε τον 20ο αιώνα από συγγραφείς τόσο διαφορετικούς, όπως ο Ευγένιος Ο, Νηλ, ο ‘Έντουαρντ ΄Αλμπυ και ο Χάρολντ Πίντερ. Αλλά είναι πιο ωμό και πιο σκληρό από οτιδήποτε ακολούθησε.
Αν ο ΄Αντολφ είναι ένα είδος tabula rasa, που θα γραφτεί από πιο έμπειρα χέρια, ο συναισθηματικά ημιδιαφανής Γκούσταβ του Γιώργη Βασιλόπουλου εγγυάται ότι αυτή η κενή σελίδα έχει μια πονεμένη ατομική υφή και σχήμα. Η Θέκλα του ιδίου και του Αντώνη Κυριακάκη, είναι ένα υπέροχο κράμα ματαιοδοξίας, εγωκεντρισμού και αρκετής παρατεταμένης αμφιβολίας για τον εαυτό της.
Ο Αντώνης Κυριακάκης ενσαρκώνει αρχικά ήρεμα, αλλά στη συνέχεια αυτοκαταστροφικά τον Άντολφ. Ο Γκούσταβ εξελίσσεται σταδιακά σε έναν χειριστικό άνθρωπο, που έχει στραγγιστεί από κάθε συναίσθημα εκτός από ένα: τη δίψα για εκδίκηση. Θέλει να ξαναγίνει κορυφαίος «σαρκοφάγος». Και στην πρωταρχική «ζούγκλα» της ζωής του Στρίντμπεργκ, αυτό είναι πραγματικά το μόνο συναίσθημα που έχει σημασία.
Οι δυο εξαιρετικοί ηθοποιοί ερμηνεύουν ισομερώς τους ρόλους και ισορροπούν μεταξύ της αγάπης, της ζήλειας και της αποστροφής προς το γυναικείο αδύναμο, υποδεέστερο φύλο.
Είναι δελεαστικό να πιστεύει κανείς ότι ο σκηνοθέτης Νικόλαος Μπαλαμώτης κωδικοποιεί τον μισογυνισμό του Στρίντμπεργκ, ώστε μια τέτοια απόδοση στη σκηνή να είναι αναπόφευκτη συνέπεια της παραίτησης των ανδρών από την εξουσία πάνω στις γυναίκες. Αλλά ο πανούργος συγγραφέας είναι πολύ καλός δραματουργός για να κρατήσει αυτή την αναγωγική σκέψη, για πολύ. Εξάλλου, χωρίζει τον πρώην σύζυγο της Θέκλας, τον Γκούσταβ, για να θολώσει τα νερά. Ο Γκούσταβ, στο μεταξύ, δηλητηριάζει το μυαλό του ‘Αντολφ, όπως ο Ιάγος τον Οθέλλο, και παίζει ψυχοπαθητικά παιχνίδια μυαλού με τη Θέκλα. Παράλληλα προωθεί ένα δόγμα ανδρικής ανωτερότητας έναντι της γυναίκας.
Το έργο εξελίσσεται σε τρεις συγκλονιστικές συναντήσεις, οι οποίες πιστοποιούν τις ασυμβίβαστες συγκρούσεις στην αρχετυπική τους φύση.
Στο «διά ταύτα», η σκηνοθεσία αφορίζει με το ρήμα «f*ck» τον Στρίντμπεργκ, ενώ την απατηλή αρχική ηρεμία και άνεση τη μετατρέπει σε καταστροφή, ανοίγει παλιές πληγές, αποκαλύπτει ανασφάλειες και μυστικά και τα προηγούμενα χρέη διευθετούνται, όπως το ήθελε ο συγγραφέας.
Η όντως πειραματική παράσταση είναι μια τολμηρή μα θαρραλέα εκδοχή των «Δανειστών» του Στρίντμπεργκ, μια λεπτή, πνευματώδη αναβίωση, μια συναρπαστική νέα προοπτική στην ανάγνωση του γνωστού έργου του Σουηδού συγγραφέα, στην οποία η υποτιθέμενη ενσάρκωση του γυναικείου μίσους αποδεικνύεται ο πιο σκληρός επικριτής του.
Δεν πρόκειται για διασκευή. Είναι ατόφιο το κείμενο του συγγραφέα. Πάνω σ’ αυτό χτίστηκε η σκηνοθετική άποψη του Αλέξανδρου Μπαλαμώτη, ο οποίος τριπλασίασε τον οπτικό χώρο του θεατή με επιφάνειες προβολής, ενίσχυσε τη δυνατότητα της εκφραστικής λεπτομέρειας και έδωσε ρυθμό στη δράση με την μουσική του Ευριπίδη Μπέκου. Οι επιφάνειες προβολής χρησιμοποιήθηκαν ως «πίνακες» καταγραφής συγκεκριμένων σκηνών.
Επίλογος
Η παράσταση «F*ck Strindberg» εντάσσεται στον αναστοχασμό της κλασικής δραματουργίας, του Στρίντμπεργκ, μέσα από την οπτική γωνία του σύγχρονου οικολογικού φεμινισμού που διερευνά τις έμφυλες ταυτότητες. Το κίνημα «me too» έδειξε την αναγκαιότητα αυτού του προβληματισμού.
Συντελεστές
Μετάφραση: Elio Pearlman
Σκηνοθεσία: Αλέξανδρος Νικόλαος Μπαλαμώτης
Σκηνογραφία – Κοστούμια: Γιάννης Κατρανίτσας
Πρωτότυπη μουσική και ηχητικός σχεδιασμός: Ευριπίδης Μπέκος
Βοηθός Σκηνοθέτη: Τζένη Μαράβα
Διεύθυνση Παραγωγής: Νίκος Γεωργάκης
Φωτισμοί: Μάκης Παπατριανταφύλλου – Ανδρονίκη Τσαγκαράκου
Ήχος – Φώτα – Live εικόνα: Μάκης Παπατριανταφύλλου – Γιώργος Γκόλαντας
Κατασκευή κοστουμιών: Νικολέτα Καΐση
Κατασκευή Σκηνικού: Χρήστος Καράκης – Νίκος Ανδριανόπουλος
Φωτογραφίες: Γιάννης Χατζηαντωνίου
Τρέιλερ: Δημήτρης Βάλλας Life of Film production
Επεξεργασία live εικόνας: Βαγγέλης Αντωνόπουλος
Αφίσα – Πρόγραμμα: Μουτζούρα
Παίζουν με αλφαβητική σειρά:
Γιώργης Βασιλόπουλος: Γκούσταβ, Θέκλα
Αντώνης Κυριακάκης: Άντολφ, Θέκλα
*Οι σκηνές του ΚΘΒΕ λειτουργούν σύμφωνα με τις ισχύουσες υγειονομικές διατάξεις.
Παύλος Λεμοντζής
You may like
Πολιτισμός
Ευριπίδη «Μήδεια» σε σκηνοθεσία Nikita Milivojević στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Η παρωχημένη άποψη ότι η «Μήδεια» του Ευριπίδη είναι δράμα ζηλοτυπίας έχει καταδικαστεί. Η αμηχανία των σκηνοθετών, ωστόσο, δεν έχει βρει ακόμα διέξοδο. Πού «πατάει» αυτή η άγρια παιδοκτονική τραγωδία του Ευριπίδη; Σε τι επικεντρώνεται;
Η αντίληψη του συρμού, που συμπορεύεται και με σύγχρονους κοινωνικούς προβληματισμούς, είναι πως η «Μήδεια» είναι μια ακραία μορφή επαναστατημένης γυναίκας και, ως εκ τούτου, έργο φεμινιστικό!
Αυτή είναι η επικρατέστερη άποψη και σ’ αυτή στηρίχθηκαν λίγο – πολύ οι «Μήδειες» που είδαμε τα τελευταία χρόνια. Άποψη, κατά τη γνώμη μου, απολύτως περιπλανημένη.
Γυναίκα σημαίνει, καταρχάς, μητρότητα. Οι αρχαίοι πρόγονοι , χωρίς τη δική μας αλλοτρίωση στα θέματα της αναπαραγωγής του είδους, δεν είχαν μειωμένη έννοια της μητρότητας, οπότε, θα πρέπει να ήταν αδιανόητο ένα έργο που, για να προβάλει τα δικαιώματα της γυναίκας, την καθιστά παιδοκτόνο. Της καταργεί, δηλαδή, τα αισθήματα της μητρότητας.
Η πράξη της Μήδειας, αν κριθεί στο πλαίσιο σύγχρονων αντιλήψεων, κάνει το έργο ακραία αντιφεμινιστικό. Η Μήδεια είναι η κορύφωση της έννοιας του τραγικού.
Στα πρόσωπα της Μήδειας και του Ιάσωνα, ο Ευριπίδης βρήκε την ιδανική περίπτωση να αντιπαραθέσει δυο βασικά στοιχεία που συγκρούονται σ’ όλη τη διαδρομή της ανθρώπινης περιπέτειας, παράγοντας την τραγικότητα του ανθρώπου. Το ορμέμφυτο, το φυσικό ένστικτο απ’ τη μια και την ιστορική ανάγκη, τη σκοπιμότητα, από την άλλη.
Αν ο θεατής δε σταθεί προκατειλημμένα απέναντι στον Ιάσωνα, θα διαπιστώσει πως η λογική της σκοπιμότητας, στα όσα λέει για τους σκοπούς του γάμου του, είναι τετράγωνη.
Σήμερα δε, που μας έχει καταλάβει απόλυτα αυτή η λογική, ποιος ή ποια θα θεωρήσουν τη θέση του Ιάσωνα ανήθικη; Ποιος ή ποια θα δικαιώσει τη Μήδεια, που για την εγκατάλειψή της από τον σύζυγο, σκοτώνει την αντίζηλο και τον πατέρα της και σφάζει τα παιδιά της εν ψυχρώ;
Φόνοι σχεδιασμένοι, προμελετημένοι και με πρόβλεψη για τη φυγή και την ατιμωρησία. Με τα σημερινά μέτρα τίποτα δε δικαιώνει τη Μήδεια ούτε, άλλωστε, και στην εποχή του Ευριπίδη. Γιατί γράφτηκε λοιπόν αυτή η τραγωδία με βασικό πρόσωπο μια ειδεχθή φόνισσα;
Ο Nikita Milivojević, διεθνής σκηνοθέτης με βαθιά σχέση με την ελληνική γραμματεία, επιστρέφει για να προσεγγίσει αυτή τη φορά τη Μήδεια, φωτίζοντας την ανθρώπινη διάσταση του μύθου. Η παράσταση διατηρεί τον κλασικό άξονα του κειμένου, αφήνοντας τα υπόγεια ρεύματα μιας ισχυρής μνήμης να διαπερνούν τη δράση. Η ιστορία μοιάζει να ξεδιπλώνεται μέσα από όσα ανακαλεί η ίδια η Μήδεια, σαν εικόνες, που επιστρέφουν επίμονα: ο έρωτας, η φυγή, τα παιδιά, η προδοσία.
«Επειδή τον Νικίτα τον ενδιέφερε το τι ακριβώς συμβαίνει στον ψυχισμό της Μήδειας μετά τον φόνο των παιδιών, η παράσταση στήνεται κατά κάποιον τρόπο σαν μια αναβίωση των γεγονότων που συνέβησαν μέσα στο ταραγμένο της μυαλό. Είναι σαν φρικτό όνειρο, σαν ένας εφιάλτης που τη βασανίζει. Ακόμα και ο Χορός που είναι γυναίκες της Κορίνθου, εμφανίζεται να αποτελείται από οντότητες παράξενες. Είναι κάτι σαν δαίμονες που έχουν στοιχειώσει την ψυχή της. Όλο αυτό, έχει ένα πολύ έντονο εικαστικό ενδιαφέρον», αναφέρει η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη σε συνέντευξή της.
Η Τροφός ανοίγει την παράσταση στο πρωτότυπο, με έναν από τους πιο εμβληματικούς μονολόγους του αρχαίου δράματος. Στη συγκεκριμένη σκηνική ανάγνωση, η προσέγγιση του ρόλου εμπεριέχει μια πολύ ενδιαφέρουσα ανατροπή. Η διασκευή του Νικήτα Μιλιβόγεβιτς επιλέγει να ανοίξει την παράσταση με την ίδια τη Μήδεια, η οποία καταρρέει σωματικά και ψυχικά μετά τον φόνο των παιδιών της. Από εκείνο το σημείο και μετά, η ηρωίδα ξαναζεί ολόκληρη την ιστορία της μέσα σε ένα όνειρο ή, μάλλον, μέσα σε έναν εφιάλτη. Όλα τα πρόσωπα του έργου αναδύονται σταδιακά μέσα από τον Χορό, αφαιρώντας τις μάσκες τους, γεγονός που τοποθετεί τη λειτουργία της μνήμης σε πρώτο πλάνο.
Έτσι, η Τροφός (Ρένη Πιττακή) δε μεταφέρει τον παραδοσιακό, εκτενή εναρκτήριο μονόλογο. Κρατάει ένα μικρό, αλλά εξαιρετικά πυκνό σπάραγμα αυτού του εμβληματικού κειμένου, ενώ παράλληλα δανείζεται φράσεις τόσο από τον Χορό όσο και από τον Παιδαγωγό, καθώς ο τελευταίος δεν υφίσταται ως ξεχωριστός χαρακτήρας στη διανομή.
Πρόκειται για μια παράσταση υψηλών προδιαγραφών από τον πολιτιστικό οργανισμό “Λυκόφως” του Γιώργου Λυκιαρδόπουλου, που περιοδεύει φέτος το καλοκαίρι σε όλη την Ελλάδα κι έφτασε και στο αρχαίο θέατρο Φιλίππων. Η υπογραφή του Σέρβου σκηνοθέτη Νικίτα Μιλιβόγιεβιτς επικυρώνει την ποιητική διάσταση της τραγωδίας.
Στο αρχαίο δράμα, άλλωστε, οι ήρωες δε μιλούν μόνο για το «εδώ και τώρα». Η ποίηση επιτρέπει στον λόγο τους να ανοίγεται σε πανανθρώπινα μεγέθη κι όταν η ποίηση είναι καταφανής, μια φράση για το σκοτάδι ή το φως, για τη μοίρα ή τον νόμο, ξεπερνά το συγκεκριμένο έργο και αντηχεί στην ψυχή του θεατή, ως μια διαχρονική αλήθεια για την ανθρώπινη κατάσταση. Ό,τι ακριβός συμβαίνει στην τωρινή «Μήδεια» που φωτίζει εξαιρετικά ο Νίκος Βλασόπουλος, υπό τις οδηγίες του σκηνοθέτη.
Εδώ, δώδεκα ηθοποιοί συγκροτούν ένα συμπαγές σκηνικό σώμα, όπου οι φωνές ενώνονται και λειτουργούν ως καθρέφτης της πτώσης της ηρωίδας. Δύο μουσικοί επί σκηνής συμμετέχουν οργανικά στη δράση, με τη ζωντανή μουσική του Δημήτρη Καμαρωτού να διατρέχει την παράσταση με ένταση και υποβλητικότητα, δημιουργώντας ένα ηχητικό τοπίο που συνομιλεί με τον αρχαίο λόγο.
Τρεις από τους κύριους ρόλους είχανε ανατεθεί το 1997 από το Εθνικό Θέατρο στους: Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Λάζαρο Γεωργακόπουλο και Άρη Λεμπεσόπουλο , οι οποίοι βρίσκονται και στην τωρινή διανομή, οι οποίοι είναι εξαιρετικοί και στην τωρινή παράσταση, ιδίως ο Ιάσων του Λάζαρου Γεωργακόπουλου, που σαν χαροκαμένος πατέρας στο τελευταίο μέρος, καταθέτει οδύνη και σπαραγμό, σκορπώντας ρίγη συγκίνησης στο κοινό.
Η σπουδαία Καρυοφυλλιά Καραμπέτη έχει αναμετρηθεί πολλάκις με τη Μήδεια, πάντα με επιτυχία. Κι εδώ, είναι ηρωίδα βαθύτατα ανθρώπινη και ψυχολογικά απόλυτα αληθοφανής, παρά τη φρίκη των πράξεων που αποτολμά ωθημένη από το μίσος, την εκδίκηση και τον θυμό. Εξεγείρεται με τα εγκλήματά της κατά της ποταπότητας του κόσμου που την περιβάλλει και κατά της μοίρας της, ως περιπλανώμενης και καταδιωγμένης ξένης.
Θύματά της ο Κρέων (Άρης Λεμπεσόπουλος) και η κόρη του, νέα σύζυγος του Ιάσονα (Λάζαρος Γεωργακόπουλος). Ο τελευταίος θα παραστεί ανήμπορος στο θάνατο των δύο παιδιών του, που η Μήδεια σκοτώνει σε κρίση μίσους κι εκδίκησης.
Στην παράσταση του Μιλιβόγιεβιτς, η Μήδεια ενσαρκώνεται με ευαισθησία και σκηνική σοφία – για άλλη μια φορά – από τη σημαντική ηθοποιό. Είναι αδαμάντινη, απαράμιλλη στο ερωτικό πάθος και στην ερωτική απόγνωση. Εκπληκτική ως κίνηση, ως έκφραση, ευθύβολη, καίρια, υπογραμμίζει όλες τις αποχρώσεις του μεγάλου αυτού ρόλου, επιδεικνύοντας τα άφθονα υποκριτικά της μέσα. Ως πειθαρχημένος εργάτης του θέατρου ακολουθεί τη σκηνοθετική επιταγή. Σπουδαία ερμηνεία.
Βέβαια, η σκηνοθεσία αντιμετωπίζει το έργο όπως συνηθίζονταν στο παρελθόν, όπου αβανταδόρικες «αλήθειες» περί αιώνιας γυναίκας, συζυγικής απιστίας κ.λπ. , μοιραία απολήγουν σε σκιερά ξέφωτα.
Τι είδους τραγική διαδρομή πορεύεται η ηρωίδα εάν, με τις εκλογικεύσεις μας, την εντάξουμε σε μια κοινή πληγωμένη αλλά ανάλγητη παιδοκτόνο;
Θαρρώ, ότι η ανειρήνευτη πάλη του Ευριπίδη με το θεολογικό πρόβλημα, ανάγλυφα δοσμένη και στο κύκνειο άσμα του, τις «Βάκχες», απαντά στο παραπάνω ερώτημα. Είναι η θεϊκή καταγωγή της ηρωίδας που οπλίζει το χέρι της.
Εγγονή του Ήλιου, ενανθρωπίζεται για το χατίρι ενός θνητού αλαζόνα, του μοιχού Ιάσωνα.
Όταν η ερωτική θυσία της διαψεύδεται, η Μήδεια επανακτά τη θεία περιωπή της και στο δικαίωμα (ή την υποχρέωση) στην εκδίκηση -αυτοδικία!
Η σύζυγος – μάνα γίνεται πάλι θεά, Άτη και Νέμεση. Τιμωρεί τον θνητό για την ύβριν του, δευτερευόντως δε και -αυτοπαθώς – τον εαυτό της.
Αναγκαίο λοιπόν να ζητάμε αναγωγή στις πληροφορίες του μύθου, εφόσον δηλώνονται στο κείμενο: Η Μήδεια επικαλείται τον Δία και την προσωπική προστάτιδά της, μνησίκακη ερωτικά, Ήρα, η ανάληψή της γίνεται με το άρμα του πάππου της Ήλιου και υπόσχεται στον Αιγέα το μυστικό της τεκνοποιίας.
Εδώ εγκαθίσταται καθαρός διάλογος ανάμεσα στο έλλογο και στο υπέρλογο στοιχείο, γι’ αυτό και η αποκατάσταση της «αρμονίας», δεν μπορεί να αναζητείται υποβαθμισμένη στα ανθρώπινα μέτρα.
Ο Nikita Milivojević έκρινε ότι η σύγχρονη επικαιρότητα δίνει φρέσκα παραδείγματα (όντως δίνει, εάν αναμοχλεύσουμε το γιατί και το διότι της υπόθεσης Πισπιρίγκου), οπότε μιλά στην παράστασή του για την προδοσία, την εξορία, την αξιοπρέπεια και το οριακό σημείο, όπου ο άνθρωπος συνθλίβεται ανάμεσα στον έρωτα και την κοινωνική τάξη.
Η παρούσα παράσταση δεν αντιμετωπίζει τη Μήδεια ως «τέρας», αλλά ως μια συνειδητή ανθρώπινη ύπαρξη που φτάνει στο έσχατο όριο.
Ο σκηνοθέτης με τους συνεργάτες του στήνουν μια τραγωδία που βασίζεται πολύ έντονα στη συλλογική ενέργεια.
Το όραμα του Μιλιβόγιεβιτς επιχειρεί να φωτίσει με ιδιαίτερο βάρος τη σκληρότητα μιας πατριαρχικής κοινωνίας, η οποία σπρώχνει τον άνθρωπο στα άκρα.
Όμως η Μήδεια στην παράσταση, δεν είναι μια απλώς σκληρή ή μονοδιάστατα εκδικητική γυναίκα.
Είναι ένας άνθρωπος βαθιά πληγωμένος, μια ξένη σε έναν εχθρικό κόσμο που την αποδιώκει, την υποτιμά και την απαξιώνει.
Μια συνιστώσα με διαρκή συμμετοχή στο αρχαίο δράμα, η μετάφραση του – προσφάτως εκλιπόντα – ποιητή Γιώργου Μπλάνα, ο οποίος δεν αντιμετώπισε το κείμενο του Ευριπίδη στενά φιλολογικά ή μουσειακά, αλλά προσέδωσε έναν λόγο που «ρέει» στη σκηνή. Η μετάφρασή του έχει εσωτερικό ρυθμό, αποφεύγει τις αρχαιοπρέπειες που ξενίζουν τον σύγχρονη θεατή, αλλά παράλληλα διατηρεί το ειδικό βάρος και την ιερότητα του τραγικού λόγου.
Η επόμενη συνιστώσα του έργου συνόλου είναι η πρωτότυπη μουσική του Δημήτρη Καμαρωτού. Στην παράσταση, η επικοινωνία με το κοινό ενισχύεται δραστικά από τη ζωντανή μουσική, που ερμηνεύεται από τους Στέλιο Κατσατσίδη και Βαγγέλη Παρασκευαΐδη.
Στο κέντρο της σκηνής υπάρχει ένας μεγάλος κύκλος, μια σειρά από κόκκινες πόρτες, σύμβολα της μνήμης, του ασυνείδητου, της ζωής και του θανάτου. Μια εξαιρετική εικαστική εγκατάσταση του σκηνικά Σωτήρης Μελανού, ενώ στις δύο πλευρές του έχουν τοποθετηθεί δύο ξεχωριστές μουσικές εστίες με τύμπανα και ακορντεόν. Αυτό το ζωντανό ηχητικό τοπίο λειτουργεί ως μια συνεχής, πανίσχυρη τόνωση για τον θίασο.
Ακόμα, όπως ο αρχαίος αυλητής καθοδηγούσε τα βήματα και το μέλος του Χορού, έτσι και ο σύγχρονος μουσικός δίνει το σύνθημα για την κίνηση και τον τόνο των ηθοποιών σε πραγματικό χρόνο, με τους άνδρες της παράστασης: Τάσο Σωτηράκη, Διονύση Πιφέα, να φανερώνουν την «ελλειπτικότητα» του φύλου και του χαρακτήρα τους απέναντι στις γυναίκες.
Και στα λυρικά μέρη της τραγωδίας πρυτανεύει η φορμαλιστική σκηνοθετική γραμμή.
Έτσι, ο εξαμελής Χορός των Κορινθίων μεταμορφώνεται στους δαίμονες της Μήδειας. Δεν τραγουδάει αλλά σχολιάζει τη δράση, αποτελώντας τη σκηνική έκφραση όσων συμβαίνουν μέσα στο μυαλό της ηρωίδας και κινείται σε σχήματα, όπως τον δίδαξε η Amalia Bennett.
Απέριττη, υποδειγματική Τροφός, με την έντονη προσωπικότητά της, η Ρένη Πιττακή, φέρει τη φωνή τής μνήμης και της συνείδησης της τραγωδίας.
Μιλά για την προδοσία, την εξορία, την αξιοπρέπεια και το οριακό σημείο, όπου ο άνθρωπος συνθλίβεται ανάμεσα στον έρωτα και την κοινωνική τάξη.
Η παράσταση επικεντρώνεται στο καταστροφικό πάθος του έρωτα και στη σύγκρουση της ηρωίδας με μια κοινωνία που την ταπεινώνει. Όταν ο Ιάσονας προσπαθεί να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, ισχυριζόμενος με κυνισμό ότι έκανε τον νέο γάμο για το κοινό τους συμφέρον και ότι εκείνη πρέπει να συμβιβαστεί, η Μήδεια αντιδρά απέναντι σε επιχειρήματα που για την ίδια είναι ανυπόστατα και εξωφρενικά. Αυτή η σύγκρουση παραμένει συγκλονιστικά επίκαιρη.
Πέρα από την ιστορία μιας προδομένης γυναίκας, η Μήδεια αποτελεί μια από τις πιο δυνατές φωνές γένους θηλυκού της αρχαίας δραματουργίας. Μέσα από τον λόγο και τη στάση της αναδύονται ζητήματα που αφορούν διαχρονικά τη γυναικεία θέση στην κοινωνία όπως η ανισότητα, η εξάρτηση, η απώλεια της φωνής, η ανάγκη για αναγνώριση κι αξιοπρέπεια.
Είναι μια ηρωίδα που ακόμα και μέσα στην ακραία της πράξη, φέρνει στο προσκήνιο την εμπειρία κάποιας που αρνείται να παραμείνει αόρατη. «Αιώνες πριν διατύπωσε τα αιτήματα που εξακολουθούν να είναι επίκαιρα, όπως την ανάγκη να μην υπάρχει αυτή η απίστευτη ανισότητα. Γιατί εκείνη την εποχή, ο ελληνικός πολιτισμός ήταν ένας πολιτισμός ανδρών.
Ο Ευριπίδης αναδεικνύει την πολυπλοκότητα των ανθρώπινων συναισθημάτων και της μοίρας που καθορίζει τις πράξεις μας.
Η “Μήδεια” ακολουθεί την παραδοσιακή δομή της αρχαίας τραγωδίας, με πρόλογο, πάροδο, επεισόδια, και έξοδο.
Ο διάλογος είναι γεμάτος συναισθηματική ένταση, ειδικά στους μονολόγους της Μήδειας, όπου εκφράζει τον βαθύ ψυχικό της πόνο και την απόγνωση.
Το στυλ του Ευριπίδη είναι περισσότερο ρεαλιστικό από τους προηγούμενους τραγικούς ποιητές, και η «Μήδεια» φέρει την αίσθηση της εσωτερικής ψυχολογικής διαμάχης και της ανθρώπινης ευαλωτότητας.
Η γλώσσα είναι πλούσια και συχνά αποκαλύπτει τις αντιφάσεις των χαρακτήρων.
Έτσι, οι θεατές εισπράττουν το διά ταύτα της σκηνοθετικής άποψης. Αιτία όλων των γεγονότων είναι ο έρωτας, από το πιο απλό στο πιο σύνθετο. Η Μήδεια έρχεται στην Ελλάδα, γιατί ερωτεύεται τον Ιάσονα. Αυτός εγκαταλείπει την αγαπημένη και τα παιδιά του, γιατί ερωτεύεται την κόρη του Κρέοντα. Η Μήδεια υποφέρει και οδηγείται στη μανία, την παραφροσύνη και την αγριότητα του τραγικού τέλους του έργου.
Ο Σέρβος σκηνοθέτης, γνωρίζει πως ο ποιητής «ερωτεύεται» τον έρωτα, τον λατρεύει και δε διστάζει να δείξει, μέσα από τις ερμηνείες, τη δύναμή του σ’ όλη την έκταση του έργου.
Ταυτόχρονα, τολμά να μιλήσει για τις προσδοκίες των ανθρώπων και πώς αυτές μπορούν να τον απογοητεύσουν. Από τη μία αυτός που πιστεύει στο δούναι και λαβείν και προσδοκά μια κοινή ζωή και από την άλλη αυτός που αψηφά τις υποσχέσεις του και εγκαταλείπει τα κοινά τους όνειρα για μια νέα αρχή. Ποιος έχει περισσότερο θράσος;
Αυτή την ερώτηση έρχεται να απαντήσει ξεκάθαρα στη συνέχεια του έργου, με τον Ιάσονα να προσπαθεί να δικαιολογηθεί για τις πράξεις του. Βέβαια, το αν τον δικαιολογεί ο θεατής, έχει να κάνει με την δική του κοσμοθεωρία.
Με τη δική του κοσμοθεωρία, όμως, καλείται να δικαιολογήσει ή όχι και ένα άλλο κομμάτι του έργου : τα εγκλήματα της Μήδειας. Εγκληματεί, διαπράττει ύβρις, διαπράττει αισχρό αδίκημα. Το κάνει όμως αναίτια; Ακούγοντας τα λόγια όλων των ηρώων, όπως τα έφερε στα νεοελληνικά ο Γιώργος Μπλάνας, θα φτιάξει και το δικό του προφίλ για τον καθένα τους.
Ο Ευριπίδης, τελικά, έκανε για άλλη μια φορά αυτό που είχε στο μυαλό του. Άνοιξε ένα νέο παράθυρο στην τέχνη και στην τραγωδία. Συνδύασε μέσα σ’ ένα μόνο έργο την ευαισθησία της ανθρώπινης ψυχής και τις συγκινήσεις που την διακατέχουν, τόσο τις αγνές όσο και τις άγριες παρεκκλίσεις τους. Δεν είναι τυχαίο που, κανείς, πέρα των σχολαστικών μελετητών, δε θυμάται τις «Μήδειες» που έφυγαν για άλλη χώρα ή αποχωρίστηκαν τα παιδιά τους εξαιτίας ενός πολέμου.
Δεν είναι τυχαίο που όλοι θυμόμαστε την πληγωμένη Μήδεια του Ευριπίδη, οπότε, η τραγωδία αυτή εξακολουθεί να αποτελεί πηγή έμπνευσης για καλλιτέχνες, συγγραφείς και σκηνοθέτες, καθώς τα κεντρικά θέματα της προδοσίας, της εκδίκησης και της κοινωνικής αδικίας παραμένουν διαχρονικά και οικουμενικά.
Συντελεστές
Σκηνοθεσία: Nikita Milivojević
Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας
Σκηνογραφία: Σωτήρης Μελανός
Πρωτότυπη μουσική / δραματουργία: Δημήτρης Καμαρωτός
Κίνηση: Amalia Bennett
Ενδυματολόγος: Βασιλική Σύρμα
Σχεδιασμός Φωτισμών: Νίκος Βλασόπουλος
Σχεδιασμός Ήχου: Κώστας Μπώκος
Μετάφραση στα Σέρβικα: Natasa Mijatovic
Βοηθοί σκηνοθέτη: Νίκος Τσιμάρας – Γιώτα Σερεμέτη
Βοηθός Σκηνογράφου: Σοφία Θεοδώρου
Βοηθός Ενδυματολόγου: Δήμητρα Σαρρή
Βοηθός Κινησιολόγου: Κατερίνα Γεβετζή
Βοηθοί σκηνοθέτη στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης ΕΚΠΑ:
Πηνελόπη Πανταζή, Βασιλική Χατζηχαμπή
Πρωταγωνιστούν:
Καρυοφυλλιά Καραμπέτη
Λάζαρος Γεωργακόπουλος
Άρης Λεμπεσόπουλος
Τάσος Σωτηράκης
Διονύσης Πιφέας
Στον ρόλο της Τροφού η Ρένη Πιττακή
Χορός:
Εβίτα Αγαΐτση
Ηλέκτρα Καρτάνου
Εμμανουήλ Κοντός
Ιωάννα Μπιτούνη
Μαριάμ Ρουχατζέ
Νίκος Τσιμάρας
Μουσικός επί σκηνής: Στέλιος Κατσατσίδης
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Πολιτισμός
Έναρξη του 69ου Φεστιβάλ Φιλίππων με συναυλία του Simon Zhu και της Camerata Junior
Με μία σημαντική μουσική συνάντηση άνοιξε το βράδυ της Τετάρτης 8 Ιουλίου 2026 η αυλαία του 69ου Φεστιβάλ Φιλίππων, παρουσία του Δημάρχου Καβάλας, Θόδωρου Μουριάδη και του Προέδρου του ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας, Αρχέλαου Γρανά.
Ο λόγος για τη σύμπραξη του χαρισματικού βιολονίστα Simon Zhu, νικητή του Διεθνούς Διαγωνισμού Βιολιού «Παγκανίνι» το 2023, και της Camerata Junior, της Ορχήστρας Νέων των Φίλων της Μουσικής, που κέρδισε το ζεστό χειροκρότημα των θεατών στο αρχαίο θέατρο Φιλίππων!
Επρόκειτο για την πρώτη συνεργασία του Σύλλογου “Οι Φίλοι της Μουσικής / Friends of Music Society, με έδρα το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, με το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας, κατά τη διάρκεια της οποίας παρουσιάστηκε το Πρώτο Κοντσέρτο για βιολί του Νικολό Παγκανίνι, καθώς και η εκρηκτική Έβδομη Συμφωνία του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν, ένα από τα πιο απαιτητικά έργα του συμφωνικού ρεπερτορίου.
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Camerata Junior – Ορχήστρα Νέων των Φίλων της Μουσικής
Βιολί: Simon Zhu
Διδασκαλία, μουσική διεύθυνση: Νίκος Χαλιάσας
Βοηθός μαέστρου: Αριστέα Τσιχλή
Βοηθός διδασκαλίας: Χριστίνα Καμινάρη
Διδασκαλία πνευστών: Σπύρος Μουρίκης
Αποκλειστικός χορηγός ορχήστρας: Φωτεινή Γ. Λιβανού
Πολιτισμός
«Οικογένεια Τσεκμέ» του Τόλη Παπαδημητρίου στο Φρούριο Καβάλας!
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
Κωμωδία παρεξηγήσεων, ίσως, πάντως σύγχρονη, με ύφος ποικιλόμορφων καταστάσεων της μόδας και στιλ πάνω – κάτω, των κωμωδιών ταχείας κατανάλωσης των Ρέπα- Παπαθανασίου ή των Ρήγα – Αποστόλου, με τη διαφορά ότι εδώ πρωτοστατεί η άκρατη βωμολοχία.
Η υπόθεση της κωμωδίας «Οικογένεια Τσεκμέ» είναι ένα σουρεαλιστικό κομφούζιο, που έχει την πρόσθεση να σατιρίσει την ελληνική πραγματικότητα, την οικογενειακή τρέλα και τα στερεότυπα. Οι θεατές εισπράττουν γρήγορα το ιλαρό της προσπάθειας, άρα, ο Παπαδημητρίου ξέρει τον δρόμο που οδηγεί στην επιτυχία. Είναι ο γρήγορος ρυθμός και το ατέλειωτο βρισίδι.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η οικογένεια Τσεκμέ (τα ξαδέρφια του διαβόητου Τάκη Τσεκμέ, που γνώρισαν οι φαν του είδους στην προηγούμενη επιτυχία του δημιουργού, τη «Μαύρη Σαμπούκα»).
Τα μέλη αυτής της οικογένειας είναι το ένα πιο δυσλειτουργικό και αλλοπρόσαλλο από το άλλο: ένας αποτυχημένος κλαριντζής, μια θεοσεβούμενη φιλόλογος, ένας τράπερ/στρίπερ, μια influencer, μια κοπελιά που κάνει γιόγκα, ένας μυστήριος γείτονας με πιτζάμες και ένας… παπαγάλος.
Όλα ξεκινούν όταν στο σπίτι της οικογένειας καταφτάνει ένας ανυποψίαστος Ισπανός τουρίστας (ο Μπενίσιο Πίπα Ροντρίγκο Καλιέντε), ο οποίος ψάχνει ένα μέρος για να μείνει, μέσω πλατφόρμας τύπου Airbnb.
Αντί για ένα ήρεμο δωμάτιο, ο ξένος πέφτει πάνω στο απόλυτο χάος.
Η οικογένεια Τσεκμέ αποφασίζει να του προσφέρει μια «αξέχαστη» εμπειρία ελληνικής φιλοξενίας, η οποία όμως εξελίσσεται σε κανονική ομηρία – παγίδα.
Η οικογένεια κρύβει μυστικά, οικονομικές κομπίνες και μια περίεργη καθημερινότητα.
Για να συνεννοούνται μεταξύ τους μπροστά στα μάτια του Ισπανού (αλλά και για να μην τους καταλαβαίνουν οι έξω), χρησιμοποιούν τη δική τους, κωδικοποιημένη διάλεκτο, μια δική τους αργκό.
Ο Ισπανός προσπαθεί απεγνωσμένα να καταλάβει πού έχει μπλέξει και να επιβιώσει, οι παρεξηγήσεις διαδέχονται η μία την άλλη με καταιγιστικό ρυθμό, οι χαρακτήρες συγκρούονται για τα λεφτά, την καριέρα και τις ιδιοτροπίες τους, ενώ το κοινό παρακολουθεί μια ακραία σάτιρα για το τι σημαίνει «σύγχρονη ελληνική οικογένεια».
Πιο αναλυτικά, οι χαρακτήρες είναι:
Σάκης: Ταλαντούχος στρίπερ και ανερχόμενος τράπερ.
Στέλιος: Έχει μεγάλο πάθος για το κλαρίνο, αλλά δυστυχώς… μηδενικό ταλέντο.
Ρόζα: Φιλόλογος που έχασε για ένα μόριο τη Νομική και το έχει ρίξει στον δρόμο του Θεού.
Κική: Η πολιτικά ορθή σύντροφος του Στέλιου που λατρεύει τη γιόγκα.
Νάνσυ: Η εντυπωσιακή και ενίοτε πονηρή κοπέλα του Σάκη.
Παρασκευάς: Ο αθώος, συνεσταλμένος γείτονας που κλέβει την παράσταση με τις πιτζάμες του.
Bonus character: Ένας παπαγάλος που μιλάει πάντα την πιο ακατάλληλη στιγμή.
Η παράσταση μοιάζει με live-action καρτούν ή με μια καλά δομημένη σύγχρονη ελληνική ανατρεπτική κωμωδία, με έντονους ρυθμούς.
Αν ξύσουμε την επιφάνεια του δελτίου τύπου, αυτό που πραγματικά βλέπει ο θεατής είναι
το «Χάος», ως κινητήριο μοχλό.
Η πλοκή δεν ακολουθεί μια κλασική γραμμική δομή. Ξεκινάει από μια απλή παρανόηση και μετατρέπεται σ’ ένα non-stop ντόμινο ανατροπών.
Τα σκηνικά της Λίας Ασβεστά είναι μοντέρνα, ευφάνταστα, σε έντονα χρώματα, αποτυπώνοντας με ακρίβεια τον κόσμο της παράστασης.
Ο χώρος δράσης περιορίζεται σε ένα σαλόνι, το οποίο, όμως, αξιοποιείται πλήρως σκηνοθετικά, λειτουργώντας άλλοτε ως πεδίο οικογενειακών συγκρούσεων και άλλοτε ως σκηνή καθαρής φάρσας.
Ο φωτισμός του Περικλή Μαθιέλλη είναι ιδανικός και παίζει καθοριστικό ρόλο στην καθοδήγηση των σκηνών, ενισχύοντας την ένταση ή την κωμική κορύφωση, όπου χρειάζεται.
Αντίστοιχα, τα κοστούμια της Ελένης Σκιρτοπούλου είναι όμορφα, συχνά προκλητικά, και συμβάλλουν στη γελοιογραφική αλλά αναγνωρίσιμη απεικόνιση των χαρακτήρων.
Οι ερμηνείες είναι αληθοφανείς, μέσα στο πλαίσιο της υπερβολής που απαιτεί το είδος. Ο Τόλης Παπαδημητρίου, ο οποίος σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί, δίνει τον τόνο με άνεση και αυτοσαρκασμό, ενώ το σύνολο του θιάσου λειτουργεί δεμένο και με σαφή αίσθηση του πρέποντος ρυθμού. Ξεχωρίζουν ιδιαίτερα οι σκηνές χορού, όπου η ενέργεια κορυφώνεται, αλλά και η αισθησιακή σκηνή του Παπαδημητρίου με την Πηνελόπη Πλάκα υπό το μουσικό background του «Down in Mexico», η οποία συνδυάζει χιούμορ και πρόκληση με απόλυτη σκηνική ακρίβεια.
Αλλά και όλοι οι χαρακτήρες είναι «στα όρια» νευρικής κρίσης με το μεγαλύτερο highlight, που συζητιέται έντονα, είναι η Μαρία Κίτσου.
Έχοντας ταυτιστεί στο μυαλό του κοινού με δραματικούς ρόλους, εδώ «τσαλακώνεται» πλήρως, παίζει με απίστευτη σωματικότητα και αποδεικνύει ότι διαθέτει και εξαιρετική κωμική φλέβα.
Ο Τόλης Παπαδημητρίου γράφει μ’ έναν τρόπο που υπαινίσσεται βιωματικές καταστάσεις και των θεατών. Υπάρχουν στιγμές που η ενέργεια σπάει τον τέταρτο τοίχο, κάνοντας το κοινό να νιώθει μέρος της τρέλας.
Πρόκειται για μια παράσταση καθαρά ψυχαγωγική, φτιαγμένη για να κάνει το κοινό να γελάσει χωρίς να προβληματιστεί, αλλά με πολύ υψηλή τεχνική στο πώς στήνονται τα αστεία.
Οι απολαυστικοί Άννη Θεοχάρη και Κωνσταντίνος Γαβαλάς, ένα ζευγάρι που μαζί δεν κάνει και χώρια δεν μπορεί, θα φύγουν διακοπές αφήνοντας τον αδελφό τού ενός, τον οποίο υποδύεται ο Τόλης Παπαδημητρίου, να φροντίσει τα διαδικαστικά για τον τουρίστα που θα νοικιάσει το σπίτι τους, όσο αυτοί θα λείπουν.
Κι εκεί τα πράγματα ξεκινούν να πηγαίνουν λάθος! Και θα γίνουν ακόμα χειρότερα όταν η κοπέλα του, την οποία υποδύεται η Πηνελόπη Πλάκα, αλλά και η αδερφή του, θα προσπαθήσουν να τον βοηθήσουν να τα διορθώσει, χωρίς να τους πάρει είδηση ο αδιάκριτος γείτονας.
Η Μαρία Κίτσου είναι αποκάλυψη στον ρόλο της αδερφής Ρόζας Τσεκμέ και, μαζί με τον φύσει κομεντιέν Αντώνη Καλομοιράκη στον ρόλο του γείτονα, αποτελούν σπαρταριστό δίδυμο για το κοινό. Η εξαιρετική ηθοποιός έρχεται να αποδείξει με τον πιο απολαυστικό τρόπο, πως ένας πραγματικά σπουδαίος ερμηνευτής δεν περιορίζεται σε μία μόνο υποκριτική ταυτότητα. Η παρουσία της όχι μόνο ενσωματώνεται οργανικά στην παράσταση, αλλά γίνεται και αφορμή για μία από τις πιο ευρηματικές στιγμές του έργου.
Το ίδιο το κείμενο αξιοποιεί έξυπνα τη δραματική εικόνα που έχει χτίσει η ίδια όλα αυτά τα χρόνια, δημιουργώντας ξεκαρδιστικές καταστάσεις. Όπως μια ηρωίδα αρχαίας τραγωδίας, η Ρόζα χάνεται στιγμιαία μέσα στις δραματικές της αναφορές, προσφέροντας πολυπρισματική διάσταση στην παράσταση.
Τέλος, ο Αντώνης Στάμος, καταφέρνει μια εντυπωσιακή ερμηνεία στον ρόλο του ανυποψίαστου Ισπανού τουρίστα.
Όλοι μαζί είναι η οικογένεια Τσεκμέ, σε μια από αυτές τις κωμωδίες που προσφέρουν απροβλημάτιστο γέλιο και είναι ιδανική επιλογή για ένα ευχάριστο καλοκαιρινό βράδυ. Βέβαια, στον ανοικτό χώρο η παράσταση χάνει ένα σοβαρό ποσοστό επιτυχίας, ιδίως στο θέατρο Φρουρίου Καβάλας, όπου ο χώρος είναι αχανής και η απόσταση Σκηνής και Πλατείας, τεράστια.
Επειδή ο Τόλης Παπαδημητρίου υπογράφει κείμενο και σκηνοθεσία, ξέρει ακριβώς πώς να ζωντανέψει τις λέξεις του στο σανίδι.
Όταν έχεις μια κωμωδία παρεξηγήσεων με κρυμμένα μυστικά, παράνομα χόρτα και έναν παπαγάλο, η δράση πρέπει να εξελίσσεται με μαθηματική ακρίβεια.
Οι είσοδοι και οι έξοδοι των ηρώων είναι τόσο γρήγορες, ώστε θυμίζουν κλασική γαλλική φάρσα, αλλά μεταφερμένη στο σήμερα.
Οι καλοί ηθοποιοί ερμηνεύουν τους ρόλους με τον λόγο, το σώμα, την έκφραση. Σε γρήγορο τέμπο κινούνται στη σκηνή, κρύβονται, αντιδρούν στα αιφνιδιαστικά συμβάντα ταχύτατα και απολαυστικά.
Ο Παπαδημητρίου έχει θητεύσει στην τηλεόραση (γράφοντας για πετυχημένα στο ευρύ κοινό show και σειρές), και αυτό φαίνεται στη δομή της παράστασης.
Η σκηνοθεσία επιβάλλει έναν ρυθμό που μοιάζει με γρήγορο κινηματογραφικό μοντάζ.
Οι σκηνές εναλλάσσονται πριν προλάβει ο θεατής να κουραστεί, κρατώντας την προσοχή του τεντωμένη.
Ας πούμε ότι το πασπαλισμένο κείμενο με υπερβολικό βρίσιμο, δε γίνεται για να σοκάρει, αλλά για να δείξει την απόλυτη παρακμή της οικογένειας.
Οι χαρακτήρες είναι στα όρια νευρικής κρίσης, οπότε κάθε δεύτερη λέξη τους είναι «μπινελίκια», κατά τη γλώσσα του έργου. Όταν μάλιστα αρχίζει να μιλάει και ο παπαγάλος του σπιτιού (ο οποίος έχει μάθει μόνο τις βρισιές που ακούει όλη μέρα), το σπίτι γίνεται κανονικό «χαμαιτυπείο».
Αν λοιπόν σας ελκύει η σκηνοθεσία που έχει νεύρο, καθαρή γεωμετρία στον χώρο και δεν αφήνει «νεκρούς χρόνους», αν σας αρέσει το σημερινό αστείο με την αγοραία γλώσσα που επικρατεί στην καθημερινότητα των νεοελλήνων, η συγκεκριμένη παράσταση έχει μεγάλο ενδιαφέρον να την παρατηρήσει κανείς από αυτήν και μόνο τη σκοπιά. Ασφαλώς, υπάρχει και το δέλεαρ: Μαρία Κίτσου.
Συντελεστές
Κείμενο – Σκηνοθεσία: Τόλης Παπαδημητρίου
Σκηνικά: Λία Ασβεστά
Φωτισμοί: Περικλής Μαθιέλλης
Κοστούμια: Ελένη Σκιρτοπούλου
Βοηθός Σκηνοθέτη: Σίλια Κόη
Φωτογραφίες: Γκέλυ Καλαμπάκα
Trailer: Γιώργος Χαρίσης
Social Media: Renegade Media
Δημόσιες Σχέσεις: Ρίτα Σίσιου, Μαρκέλλα Καζαμία
Παραγωγή: Θεατρικές Επιχειρήσεις Τάγαρη
Οργάνωση Παραγωγής: Eβελίνα Αλεξανδροπούλου
Πρωταγωνιστούν:
Tόλης Παπαδημητρίου
Πηνελόπη Πλάκα
Κωνσταντίνος Γαβαλάς
Αντώνης Στάμος
Αντώνης Καλομοιράκης
Άννη Θεοχάρη
Στο ρόλο της Ρόζας Τσεκμέ η Μαρία Κίτσου
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Προτεινόμενα
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΠροκήρυξη Διεθνούς Διαγωνισμού Ποίησης εις Μνήμη του Πρωτοπρεσβύτερου Ποιητή Γεωργίου Ι. Διαμαντόπουλου. Με θέμα ꓽ «Υπάρχουν Άνθρωποι»
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΘάσος: Αναστέλλεται η λειτουργία σχολικών τμημάτων και του «Θεαγένη»
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΟ Δήμαρχος Θάσου για το πρόγραμμα ενίσχυσης επιχειρήσεων της ΑΜΘ με την διαδικασία της μη επιστρεπτέας προκαταβολής
-
Καβάλα6 έτη agoΚαμπανάκι για την μείωση των δρομολογίων στη γραμμή Πρίνος-Καβάλα
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΧορωδίες δήμου θάσου 2020
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΟ Δήμος Θάσου κοντά στον πολίτη, δίνει χρήσιμες συμβουλές για την εξοικονόμηση ενέργειας
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΞεκινούν οι εγγραφές στην Παιδική Θεατρική Σκηνή του Δήμου Θάσου
-
Ελλάδα6 έτη agoΣε κακούργημα μετατρέπεται το αδίκημα βασανισμού των ζώων

You must be logged in to post a comment Login