Connect with us

Πολιτισμός

«BURN OUT» του Παύλου Τσακαλίδη από την θεατρική ομάδα ΠΑΡΕ(ν)ΘΕΣΗ

«burn-out»-του-Παύλου-Τσακαλίδη-από-την-θεατρική-ομάδα-ΠΑΡΕ(ν)ΘΕΣΗ

Του Παύλου Λεμοντζή

Η θεατρική ομάδα ΠΑΡΕ(ν)ΘΕΣΗ του Πολιτιστικού Συλλόγου Ελευθερούπολης, με έδρα την Ελευθερούπολη Καβάλας, ταξιδεύει στην Αθήνα για να παρουσιάσει την παράσταση “BURN OUT” στο πλαίσιο του 13ου Handmade & Recycled Theater Festival – Osmosis Edition, το οποίο διοργανώνεται από την πολυδραστική ομάδα τέχνης Fabrica Athens στον Κεραμεικό, από τις 18 έως τις 28 Σεπτεμβρίου 2025.

 Η συμμετοχή της ομάδας προκρίθηκε στο διαγωνιστικό τμήμα Green Object, μία πρωτοβουλία του HRTFest που προάγει την περιβαλλοντική και κοινωνική θεματολογία, μέσα από τη σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία.

Το έργο

 Σ’ έναν τόπο που καίγεται ξανά και ξανά κυριολεκτικά και μεταφορικά, τρεις έφηβοι επιστρέφουν στα καμένα, όχι μόνο για να βρουν απαντήσεις, αλλά και για να διεκδικήσουν χώρο και φωνή μέσα σε έναν κόσμο που τους διαψεύδει από νωρίς. Καθώς βυθίζονται σε μια σκοτεινή διαδρομή γεμάτη ενοχές, αντιπαραθέσεις και ανατροπές, καταγράφουν γεγονότα, ερευνούν μυστικά και αμφισβητούν ό,τι θεωρούσαν δεδομένο. Η αλήθεια, ωστόσο, δεν αργεί να γίνει προσωπική κι εκεί είναι που αλλάζουν όλα. Πόσο μακριά μπορούν να φτάσουν για να ξεσκεπάσουν το ψέμα που έκαψε τα παιδικά τους καλοκαίρια; Και, κυρίως, αν το φως που αναζητούν προέρχεται από τη φωτιά που τους καίει, είναι τόσο δυνατοί για να το ακολουθήσουν μέχρι το τέλος;

 Το κείμενο υπογράφει ο 16χρονος Παύλος Τσακαλίδης, και έχει διακριθεί με Α’ βραβείο στον 15ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό και Καλλιτεχνικό Διαγωνισμό ΕΠΟΚ 2024–2025.

Το Φεστιβάλ

Το Handmade & Recycled Theater Festival είναι ένας πολυσυλλεκτικός θεσμός που υποστηρίζει για 13η συνεχή χρονιά τη χειροποίητη, ανεξάρτητη και περιβαλλοντικά ευαισθητοποιημένη δημιουργία. Με βασικό άξονα τη «σύμμειξη» (osmosis) διαφορετικών μορφών τέχνης, πολιτισμικών προσεγγίσεων και κοινωνικών φωνών, το φεστιβάλ προβάλλει νέες αφηγήσεις και ενισχύει την ενεργή συμμετοχή της καλλιτεχνικής κοινότητας.

Ένα βιβλίο σκληρό, τρυφερό, δυνατό, ευαίσθητο, ρευστό και πυρωμένο, για όσους επιδιώκουν να ανήκουν, αλλά με τους δικούς τους όρους.

Ανήσυχοι, προκλητικοί, ανατρεπτικοί και βαθιά απογοητευμένοι από την κοινωνία των ενηλίκων στην οποία καλούνται (και αρνούνται) να συμμετάσχουν, οι έφηβοι της εποχής της κρίσης βρίσκονται διαρκώς παρόντες γύρω μας – και χωρίς να λένε πολλά, μιλάνε πάντα με τον τρόπο τους∙ εκνευριστικό, αστείο, αιχμηρό. Καινούριο. Και αποκαλυπτικό. Αρκεί να τους ακούσουμε καθώς θα ακούν και οι ίδιοι τη φωνή τους μέσα σε κάθε βιβλίο να αναρωτιέται «ποιος είμαι;», «πού ανήκω;» και να βεβαιώνει «κάτι έχω να πω».

Η άποψή μου σχετικά με τη δημιουργία του έφηβου Παύλου Τσακαλίδη και της αντιμετώπισής της από τη Βάγια Παπαποστόλου: Ο έφηβος είναι υποκείμενο εν ποιήσει, με τις δυο σημασίες του όρου:

Πρώτο, βιώνει οργίλος μεν, ποιητικά δε τον κόσμο: Με φαντασία και πάθος και καλλιεργώντας την τέχνη της μεταφορικής σημασιοδότησης και της – ποιητική αδεία – μεταποίησης της πραγματικότητας σε όνειρο, ακόμη και αν αυτή η ποιητική αίσθηση παραπλέει ή εξοκείλει στα νερά του εφιάλτη.

Αρκεί να αναλογιστούμε, για μια στιγμή, το αδιανόητο μίγμα που μέσα του κολυμπάει ο έφηβος: ρομαντισμός και κυνισμός, επιζήτηση του θρίλερ και αποφυγή της πικρής όψης των πραγμάτων, απαίτηση για αλήθεια και δυσχερέστατη σχέση με την κυριολεξία.

 Αυτά και άλλα τόσα απροσδόκητα και αντιφατικά, χαρακτηρίζουν όλα μαζί ταυτόχρονα και αλληλομπλεγμένα την εφηβική εμπειρία, το εφηβικό Φαντασιακό, τον εφηβικό λόγο, την εφηβική συμπεριφορά.

Δεύτερο, υπόκειται σε πολλαπλές και όχι πάντα εναρμονισμένες, συχνά αντιφατικές διεργασίες ποίησης, δηλαδή κατασκευής της υποκειμενικότητάς του, όπου ως υποκείμενο νοείται ένα ανθρώπινο πλάσμα που βιώνει, επιθυμεί και πράττει για λογαριασμό του, χωρίς να αρνείται τον κόσμο. Ένας άνθρωπος που έχει επαρκώς εναρμονίσει τα θέλω του με τη δική του λογική των πραγμάτων, τις φαντασιώσεις του με τον κανόνα του παιχνιδιού.

Αυτό το παιχνίδι, η πολυσχιδής καλλιτέχνις Βάγια Παπαποστόλου, το αναπαράστησε σε θεατρικό δρώμενο, με την πρέπουσα σκηνοθετική δομή μιας μικρού μήκους παράστασης.

 Ο βραβευμένος πια έφηβος συγγραφέας, κινήθηκε εσωτερικά, σαφώς βιωματικά και παρουσίασε με απλά λόγια βασικά εφηβικά ερωτήματα: Πώς είμαι; Ποιοι είναι οι φίλοι μου; Τι θέλω; Πού θέλω και πού μπορώ να πάω; Τι θέση μπορεί να βρεθεί στον κόσμο για μένα; Μ’ αγαπούν; Γιατί βρισκω πάντα αιτία να εκνευρίζομαι;

Ερωτήματα καθολικά, πανανθρώπινα, με απαντήσεις όχι και τόσο ευχερείς ούτε τόσο καλόδεχτες. Ωστόσο, στην εφηβεία, αυτά τα ερωτήματα αποκτούν εκρηκτικές διαστάσεις και αλλάζουν μορφή συχνά, καθώς διαπλέκονται με καθρεφτίσματα, ταυτίσεις, προσωρινές εκδοχές Ιδεώδους « Εγώ». Συχνά αντιφάσκουν κι αλληλοαναιρούνται. Αβεβαιότητα, ανασφάλεια, απειλή, άγχος ή αυταπάτες παντοδυναμίας, είναι τα ψυχοσυναισθηματικά παράγωγα που γεννά αυτή η καθημερινή Οδύσσεια δωματίου, σε κάθε εφηβική ψυχή.

Η συνθήκη, που επέλεξε να τοποθετήσει το δυνατό θέμα του ο Παύλος Τσακαλίδης, είναι η φωτιά. Πυρκαγιά στον τόπο του. Με μυστήριο που απαιτεί λύση. Φωτιά που καίει την ύλη και τα σωθικά. Αναδρομές στο παρελθόν, εκτιμήσεις και επαναπροσδιορισμοί στάσεων ζωής, με την εσωτερική ανάγκη να καταστούν πυροσβέστες και να καταστείλουν μικρές και μεγάλες πύρινες εστίες κι μ’ ένα απρόσμενο φινάλε.

Ταυτόχρονα, το έργο είναι ένα μάθημα για ενήλικες: Οι έφηβοι βρίσκονται σε ένα μεταβατικό στάδιο, που χαρακτηρίζεται από γρήγορες σωματικές, συναισθηματικές και ψυχολογικές αλλαγές. Αυτή η περίοδος, είναι γεμάτη με αυτοανακάλυψη, επιρροή από συνομηλίκους και αναζήτηση ανεξαρτησίας. Επίσης, μπορεί να είναι μια περίοδος συναισθηματικής αναταραχής και παρεξηγήσεων, ειδικά μεταξύ εφήβων. Η κατανόηση της συμπεριφοράς, των αναγκών και του ύφους επικοινωνίας τους, είναι το κλειδί για την οικοδόμηση μιας υγιούς σχέσης μαζί τους.

Πολύ καλές οι ερμηνείες των τριών πρωταγωνιστών. Ο Μπάμπης Μαρουφίδης είναι ο ορθολογιστής της παρέας. Ο Παύλος Τσακαλίδης είναι ένας οργισμένος έφηβος, παρορμητικός και επικίνδυνα τολμηρός. Η Νεφέλη Μποσμπότη, η κοπέλα του φιλικού τριγώνου, είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να συμβεί σε μια παρέα εφήβων. Μου άρεσε ιδιαίτερα για τη θαυμάσια άρθρωσή της και άλλο ένα μπράβο στον συγγραφέα για τη σκιαγράφηση των τριών διαφορετικών χαρακτήρων.

 Με την ευχή να διαπρέψει στον διαγωνισμό η ομάδα ΠΑΡΕ(ν)ΘΕΣΗ και να έχει ένα λαμπρό μέλλον στον χώρο, ο έφηβος συγγραφέας Παύλος Τσακαλίδης.

Ταυτότητα παράστασης

Κείμενο: Παύλος Τσακαλίδης    

Σκηνοθεσία: Βάγια Παπαποστόλου

Παίζουν: Μπάμπης Μαρουφίδης, Νεφέλη Μποσμπότη, Παύλος Τσακαλίδης

Μαζί τους επί σκηνής η Βάγια Παπαποστόλου  

Παραγωγή: Πολιτιστικός Σύλλογος Ελευθερούπολης

Με την υποστήριξη του Δήμου Παγγαίου

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«Μια βόλτα ρε γαμώτο, μια βόλτα να με κάψει ο Μάρτης» του Τάσου Βιζικίδη

«Μια-βόλτα-ρε-γαμώτο,-μια-βόλτα-να-με-κάψει-ο-Μάρτης»-του-Τάσου-Βιζικίδη

Η παράσταση «Μια βόλτα ρε γαμώτο, μια βόλτα να με κάψει ο Μάρτης», που θα παρουσιαστεί την Κυριακή 17 Μαΐου 2026 στις 20.00 στο θέατρο Αντιγόνη Βαλάκου, ζωντανεύει δώδεκα μικρές ιστορίες καθημερινότητας που προέρχονται από τη συλλογή δημοσιευμένων διηγημάτων του Τάσου Βιζικίδη με γενικό τίτλο: «Ιστορίες από το παράθυρό μου».

Τα διηγήματα παρακολουθούν τις ανθρώπινες σχέσεις και συμπεριφορές σε στιγμές της καθημερινής ζωής.

Ο τίτλος της παράστασης, «Μια βόλτα ρε γαμώτο, μια βόλτα να με κάψει ο Μάρτης» είναι μια φράση από το μικρό διήγημα του Τάσου Βιζικίδη «Η άνοιξη σταμάτησε στις σκάλες».

Η παράσταση είναι μια απόδειξη ότι η κοινωνία μπορεί να γίνει προσβάσιμη και φιλόξενη για όλους, χωρίς περιορισμούς.

Συγγραφέας: Τάσος Βιζικίδης

Σκηνοθεσία – Δραματουργία: Μαρία Κολτσακίδου

Βοηθός Σκηνοθέτη: Παρασκευή Πανταζίδου

Επιμέλεια Ήχου: Αθανάσιος Μουστακίδης

Επιμέλεια Φωτισμού: Παρασκευή Πανταζίδου

Συμμετέχουν οι ηθοποιοί (σε αλφαβητική σειρά: Αγγελοπούλου Χρύσα, Αϊβαζίδης Γρηγόρης, Βιζικίδης Τάσος, Βλαχάκη Ελένη, Γεωργιάδου Τάνια, Γκόγκου Φωτεινή, Ζαφειρίου Γιώργος, Μαρκοπούλου Νικολέτα, Πολυχρονιάδου Ευγενία, Πυργιλής Χρήστος, Ρακιτζής Επαμεινώνδας, Φαρσακόπουλος Μισαήλ, Χατζηδημητρίου Μάγδα, Tohganipoor Mohammed.

Είσοδος ελεύθερη. Διανομή δελτίων εισόδου, καθημερινά 11.00 – 14.00 & 18.00 – 20.00, στο ταμείο του θεάτρου Αντιγόνη Βαλάκου, τηλ: 2510-620566 & 2510-834777. Θα τηρηθεί σειρά προτεραιότητας.

Συνδιοργάνωση: ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας, Northern Lights Aid.  

Για περισσότερες πληροφορίες και κρατήσεις μπορείτε να καλείτε στα τηλέφωνα του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας 2510. 220876 (10.00 – 14.00).

ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Βίκυ Κυριακίδου: «Μάνα, Πάρε Με Αγκαλιά»

Βίκυ-Κυριακίδου:-«Μάνα,-Πάρε-Με-Αγκαλιά»

Μουσική: Βίκυ Κυριακίδου

Στίχοι: Εβίτα Καραγιώργου

Ένα νέο τραγούδι της καβαλιώτισσας Βίκυς Κυριακίδου, που αγγίζει την καρδιά, κυκλοφόρησε λίγες μέρες πριν τη Γιορτή της Μητέρας.

 «Μάνα, πάρε με αγκαλιά», ένα μοναδικά, βαθιά συναισθηματικό κομμάτι, που έρχεται να “ντύσει” με μουσική μια από τις πιο τρυφερές στιγμές του χρόνου.

Ένας ύμνος στην ανιδιοτελή αγάπη – σε εκείνη τη δύναμη που γιατρεύει, που αγκαλιάζει σιωπηλά και κλείνει τις πιο βαθιές πληγές. Μέσα από στίχους γεμάτους εικόνες και συναίσθημα, το τραγούδι αποτυπώνει τη μοναδική σχέση παιδιού και μητέρας, μια σχέση που παραμένει αναλλοίωτη στον χρόνο, είτε μέσα από την παρουσία είτε μέσα από τη μνήμη.

Τους στίχους υπογράφει για μία ακόμη φορά η Εβίτα Καραγιώργου, που πάντα “γράφει αληθινά”, ενώ τη λιτή και “γυμνή” ενορχηστρωτικά μουσική, συνθέτει η ίδια η Βίκυ

Ένα τραγούδι που μας θυμίζει πως, ό,τι κι αν συμβεί, υπάρχει πάντα ένα μέρος όπου μπορούμε να επιστρέψουμε — η αγκαλιά της μάνας… και η Βίκυ, με τη γλυκιά, συναισθηματική, λυρική φωνή της, έρχεται να αναδείξει αυτήν την αλήθεια!

 Διαθέσιμο σε όλες τις ψηφιακές πλατφόρμες.

YouTube:

Μάνα, Πάρε Με Αγκαλιά – Βίκυ Κυριακίδου | Audio Video

Spotify:

Instagram:

https://www.instagram.com/vicky.kyriakidou?igsh=MWZwOHJsaWMyank5&utm_source=qr

Facebook:

https://www.facebook.com/share/1BNEcFew7P/?mibextid=wwXIfr

TikTok:

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Τρεις Αδελφές (θα έρθουν καλύτερες μέρες)» των Ειρήνη Λαμπρινοπούλου & Δανάη-Αρσενία Φιλίδου στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

«Τρεις-Αδελφές-(θα-έρθουν-καλύτερες-μέρες)»-των-Ειρήνη-Λαμπρινοπούλου-&-Δανάη-Αρσενία-Φιλίδου-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Ο Τσέχωφ, στις «Τρεις αδερφές», δεν έγραψε απλώς για τη ρωσική επαρχία του 1900. Έγραψε για την υπαρξιακή στασιμότητα. Στην Ελλάδα, αυτό το «πότε θα πάμε στη Μόσχα;» μεταφράζεται με τρομακτική ευκολία σε οικεία κοινωνικά και ψυχολογικά αδιέξοδα.

Το έργο Τρεις Αδερφές (θα έρθουν καλύτερες μέρες) αποτελεί μια σύγχρονη ελληνική μεταγραφή του ομώνυμου θεατρικού έργου, που φωτίζει με καυστικό χιούμορ και ευαισθησία τις ρωγμές της ελληνικής οικογένειας.

Με αφορμή ένα κληρονομικό ζήτημα, αναδύονται ερωτήματα γύρω από τη μνήμη, την απώλεια και τον αποχωρισμό του πρώτου σπιτιού. Τι σημαίνει οικογένεια; Πώς διαχειριζόμαστε τα ανεκπλήρωτα όνειρα; Και ποια είναι η «Μόσχα» που συνεχίζουμε να αναζητούμε σήμερα;

Έχει πλάκα, πάντως. Το πώς περνάει ο χρόνος. Σα σήμερα, πριν ένα χρόνο ακριβώς, πέθανε ο πατέρας. Και τώρα να είμαστε εδώ. Ένα χρόνο μετά. Ακριβώς στο ίδιο σπίτι.

Η Όλγα, η Μαρία και η Ειρήνη επιστρέφουν στην Κεφαλονιά, έναν χρόνο μετά τον θάνατο του πατέρα τους. Η απόφαση να πουλήσουν το πατρικό τους σπίτι — έναν χώρο γεμάτο μνήμη, παιδικά ίχνη και οικογενειακές χίμαιρες — τις φέρνει ξανά μαζί, έπειτα από οκτώ χρόνια που η καθεμία έχει ακολουθήσει μία διαφορετική πορεία ζωής στην Αθήνα.

Περιμένοντας τους υποψήφιους αγοραστές, αναγκάζονται να συνυπάρξουν σε ένα σπίτι που λειτουργεί σαν ζωντανό αρχείο: οι παλιές συγκρούσεις αναβιώνουν, οι συζητήσεις που δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ επιστρέφουν, οι προσωπικές επιλογές τίθενται εκ νέου υπό αμφισβήτηση. Οι ισορροπίες τους δοκιμάζονται και οι βεβαιότητες καταρρέουν, καθώς κάθε μία καλείται να επαναπροσδιορίσει τι άφησε πίσω και τι διεκδικεί ακόμη.

Στην καλλιτεχνική ομάδα της παράστασης συμμετέχουν τρεις γυναίκες δημιουργοί με καταγωγή από την Καβάλα και τη Θάσο: η Καβαλιώτισσα ηθοποιός Δανάη-Αρσενία Φιλίδου και η Θασίτισσα Υψιπύλη Σοφιά, που ενσαρκώνουν δύο από τις Αδερφές, καθώς και η Άννα Φιλίδου, ως συνεργάτρια σκηνοθέτρια.

Στην παράσταση η γραφή και η σκηνοθεσία εστιάζουν στο Σύνδρομο της «Αναμονής».

Η Όλγα, η Μάσα και η Ειρήνη περιμένουν μια ζωή που δεν έρχεται ποτέ. Στην ελληνική διασκευή αυτό καθρεφτίζει τη γενιά που εγκλωβίστηκε στην επαρχία που αργοπεθαίνει, την αίσθηση ότι η «πραγματική ζωή» συμβαίνει κάπου αλλού, εν προκειμένω, όχι στην Κεφαλονιά!

Ακόμη, είναι ορατή η φθορά της καθημερινότητας. Ο Τσέχωφ, άλλωστε, καταδεικνύει το πώς ο χρόνος «τρώει» τους ανθρώπους, μέσα από μικροπρέπειες και ανούσιες συζητήσεις.

Ο καιρός περνάει και αυτές συνεχίζουν να διαμένουν στη μικρή επαρχιακή πόλη της Κεφαλονιάς, όπου ένας άλλος τρόπος ζωής, πολύ μακρινός και ξένος −σχεδόν χυδαίος− στοιχειώνει την καθημερινότητά τους και σταδιακά τους αλλοτριώνει. Το μέλλον πλησιάζει και επιφυλάσσει νέες ματαιωμένες προσδοκίες.

Οι τρεις αδελφές, αφήνοντας τον χρόνο να εξαντλείται σε όνειρα και φλυαρίες, δεν μπορούν να αναλάβουν την ευθύνη της ίδιας τους της ζωής, βουλιάζουν στον συμβιβασμό και αδυνατούν να μετατρέψουνε τις επιθυμίες τους σε πράξη. Το αλλού και το μετά απομένουν για αυτές οι μόνοι φαντασιακοί τόποι διαφυγής.

Το έργο διερευνά μια σειρά από διαχρονικά θέματα και ζητήματα, όπως τι είναι ευτυχία, αν η γνώση είναι καλύτερη από την άγνοια, πόσους συμβιβασμούς χρειάζεται να κάνει κανείς στη ζωή του. Ο Τσέχωφ επιτυγχάνει μια ισορροπία μεταξύ της «υποκειμενικά οδυνηρής» και «αντικειμενικά κωμικής» προοπτικής για τη ζωή, για να συνδέσει την καταστροφή με το ασήμαντο, σε αυτό το έργο χαρακτήρων, θολώνοντας τα όρια μεταξύ κωμωδίας και δράματος, για να σφυρηλατήσει την τραγική προσέγγιση με τη φάρσα, η οποία συχνά μπερδεύει κοινό και κριτικούς.

Μια σύγχρονη ελληνική ματιά, όπως αυτή των Ειρήνης Λαμπρινοπούλου και Δανάης Αρσενίας Φιλίδου, αντικαθιστά, θα λέγαμε, το σαμοβάρι με το κεφαλλονίτικο κρασί, τα ακριβά έπιπλα με πλαστικές καρέκλες, αλλά η ουσία παραμένει η ίδια: η φυγή από την πραγματικότητα, μέσω της ονειροπόλησης.

 Η τεχνολογία μεγεθύνει τους ήχους, τα ακουστικά απομονώνουν τον περίγυρο όταν το επιτάσσει η λογική και η επιθυμία μιας εκ των αδερφών, σαν παροδική αποστασιοποίηση από τα κοινά προβλήματα.

 Επίσης, η σύγχρονη διασκευή αφαιρεί τον στόμφο του 19ου αιώνα. Οι ηρωίδες μιλούν κοφτά, νευρικά, όπως εμείς σήμερα. Η τραγωδία δεν κρύβεται σε μεγάλους λόγους, αλλά στις δακρύβρεκτές παύσεις και στην αδυναμία επικοινωνίας.

Μια τέτοια διασκευή δεν είναι απλώς «εκσυγχρονισμός», αλλά επανανοηματοδότηση.

Όταν ο Τσέχοφ λέει «Σε διακόσια-τριακόσια χρόνια η ζωή στη γη θα είναι αφάνταστα ωραία», στην Ελλάδα του σήμερα αυτό ακούγεται σαν μια πικρή ειρωνεία που μας αφορά άμεσα. Η σύγχρονη ματιά έγκειται στο να δείξει ότι η «Μόσχα» δεν είναι πόλη, αλλά μια ουτοπία που χρησιμοποιούμε για να αντέξουμε το παρόν.

Πολλές πρόσφατες ελληνικές παραστάσεις (π.χ. από τον Δημήτρη Καραντζά ή παλαιότερα από τον Μαρμαρινό) έχουν αποδείξει ότι ο Τσέχωφ είναι πιο «Έλληνας» και πιο «σύγχρονος» από πολλούς δικούς μας συγγραφείς, ακριβώς επειδή αποθεώνει τη μελαγχολία της αδράνειας.

Η Δανάη-Αρσενία Φιλίδου αναμετριέται για πρώτη φορά με τη συγγραφή και, μαζί με την Ειρήνη Λαμπρινοπούλου, ερευνά το γυναικείο βίωμα, τις οικογενειακές συγκρούσεις και τη διαδικασία ενηλικίωσης μιας σύγχρονης γυναίκας στην ελληνική επαρχία.

Η παρένθεση στον τίτλο του έργου (θα έρθουν καλύτερες μέρες), δηλώνει τη χαρακτηριστική απόκλιση από το έργο του Άντον Τσέχωφ. Για εκείνον δεν υπάρχουν καλύτερες μέρες.

 Η Ειρήνη Λαμπρινοπούλου, διατηρώντας τη βασική δομή του Ρώσου συγγραφέα, βαδίζει με σταθερότητα και συνέπεια σε ένα τέλος που ανοίγει τον ορίζοντα αντί να τον κλείνει.

Η σκηνοθετική της άποψη είναι άξια λόγου, όχι μόνο για την τεχνική αρτιότητα της έκφρασής της, αλλά, κυρίως, για τη συγκίνηση που αβίαστα προκαλεί.

Η Ειρήνη Λαμπρινοπούλου, έχοντας στο ενεργητικό της – παρά το νεαρό της ηλικίας της – αξιόλογες σκηνοθετικές προσεγγίσεις σε έργα όπως: «Οι Μελλοθάνατοι ή Zoochosis Under Panopticon» (Ωδείο Αθηνών, 2021), «Το Διαβατήριο» (Θέατρο του Νέου Κόσμου, 2023), «Η Λυγερή» του Ανδρέα Καρκαβίτσα (Εθνικό Θέατρο 2024), «Πνεύμονες» (Θέατρο Κάτω από τη Γέφυρα 2025), τώρα καταπιάνεται με τον Ρώσο θεατρικό συγγραφέα, για να ξεκλειδώσει τους γρίφους του εμβληματικού αυτού έργου, που παραμένει – περισσότερο από έναν αιώνα- η πιο εύστοχη μεταφορά για να μιλήσει κανείς για τον χρόνο.

 Οι Τρεις αδελφές είναι ένα ψυχικό «μωσαϊκό» για το νόημα που διαρκώς μας διαφεύγει, όπως οι στιγμές της ζωής μας που δεν καταφέραμε να ζήσουμε ένδοξα, αποτελεσματικά, λυτρωτικά. Αλλά είναι και ταυτόχρονα μια αξεπέραστη παρακαταθήκη της αγάπης του Τσέχωφ για τον ίδιο τον άνθρωπο.

 Η ίδια δηλώνει σε συνέντευξή της: «Οι «Τρεις Αδελφές (θα έρθουν καλύτερες μέρες)» παραμένουν με τα ίδια ονόματα κουβαλώντας, όπως και οι ηρωίδες του Τσέχωφ παγιδευμένες σε επιθυμίες, όνειρα ανεκπλήρωτα και μια εσωτερική πληγή για τη μεταξύ τους σχέση. Στο έργο δε συμβαίνουν θεαματικά γεγονότα.

Ο Τσέχωφ φωτίζει τις μικρές απογοητεύσεις, τις ματαιώσεις και την αίσθηση ότι η ζωή περνά χωρίς να εκπληρώνεται. Η περίφημη «Μόσχα» λειτουργεί τελικά λιγότερο ως πραγματικός προορισμός και περισσότερο ως σύμβολο μιας ζωής, που θα μπορούσε να είχε υπάρξει, μιας διαρκούς προσδοκίας για «κάτι καλύτερο» που συνεχώς αναβάλλεται».

 Η «Μόσχα» της Ειρήνης Λαμπρινοπούλου είναι το Αργοστόλι, όπου και το πατρικό τους σπίτι που θέλουν να πουληθεί.

Στη σύγχρονη εκδοχή τους, οι τρεις αδελφές διατηρούν τον πυρήνα των τσεχοφικών ηρωίδων, αλλά αποκτούν μια σαφώς σύγχρονη ταυτότητα.

Η Όλγα (Υψιπύλη Σοφιά), παραμένει δασκάλα, μια φιγούρα υπεύθυνη, που κουβαλά το βάρος της οικογένειας ήδη από την παιδική της ηλικία. Η απώλεια της εγκυμοσύνης της λειτουργεί ως ένα ακόμα τραύμα που έρχεται να προστεθεί σε μια ζωή καθήκοντος και ματαίωσης, ενώ οι αναφορές στο σώμα της μέσα από ηχητικά ντοκουμέντα του πατέρα αναδεικνύουν ένα υπόγειο, διαρκές βίωμα υποτίμησης.

Η Μαρία (Μαριαλένα Ηλία), αντίθετα, εμφανίζεται ως η πιο παθιασμένη και ατίθαση από τις τρεις. Ζει έναν ανεκπλήρωτο έρωτα, εργάζεται σε μια δουλειά που δεν την εκφράζει και εκκινεί από μια θέση έντονου θυμού απέναντι σε όλα. Σταδιακά, όμως, η ένταση αυτή μειώνεται και δίνει τη θέση της σε μια πιο ήρεμη, σχεδόν συμφιλιωμένη στάση απέναντι στην πραγματικότητα.

Η Ειρήνη (Δανάη – Αρσενία Φιλίδου), η μικρότερη, λειτουργεί ως ο συνδετικός κρίκος της οικογένειας, εκείνη που επιθυμεί περισσότερο από όλες την επιστροφή σε μια χαμένη ενότητα. Με όνειρο να γίνει σκηνοθέτις μετακινείται σε μεγαλούπολη, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή, όμως, όπως και στον κόσμο του Άντον Τσέχωφ, τα όνειρα αυτά σταδιακά διαψεύδονται. Η πορεία της αποτυπώνει με τον πιο άμεσο τρόπο τη διάψευση μιας γενιάς που πίστεψε ότι μπορεί να ξεκινήσει από την αρχή, αλλά βρίσκεται αντιμέτωπη με τα όρια της πραγματικότητας.

Και οι τρείς νεαρές ηθοποιοί, αξιοποιούν με τον καλύτερο τρόπο τα εκφραστικά τους μέσα, ακολουθούν πιστά τις σκηνοθετικές οδηγίες, σαφώς αυτοσχεδιάζουν, και έχουν μια απίστευτη χημεία μεταξύ τους, με αποτέλεσμα να κερδίζουν το θερμό χειροκρότημα του κοινού.

Το λιτό σκηνικό του Βασίλη Αποστολάτου εξυπηρετεί τις ανάγκες της δραματοποίησης, όπως και τα σύγχρονα κοστούμια της Ουρανίας Φραγγέα, ενώ η πρωτότυπη μουσική είναι του Δημήτρη Λώλη. Η πρωτότυπη μουσική σε μια θεατρική παράσταση δεν είναι απλώς ένα «χαλί» που γεμίζει τη σιωπή, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός που αλληλεπιδρά με το κείμενο, τους ηθοποιούς και το κοινό. Είναι, ουσιαστικά, ένας επιπλέον χαρακτήρας επί σκηνής.

Υπάρχουν πολλές ιστορίες σ’ αυτή τη διασκευή, εκείνο όμως που κυριαρχεί είναι η πλήξη, η στασιμότητα, η αποπνικτική ατμόσφαιρα της επαρχίας, η απογοήτευση.

 Οι ελπίδες αποδεικνύονται φρούδες, τα όνειρα βγαίνουν πλάνες, όπως και το όνειρο της αντιμετώπισης όλων αυτών με την επιστροφή στη γενέθλια πόλη, εκεί όπου υπάρχει ζωή, κοσμική κίνηση, πολιτισμός, διασκέδαση, πιθανότητες για μια καλύτερη τύχη.

Το κυριότερο όμως, όσο και βασικό θέμα του έργου, είναι το να περιμένεις κάτι που δεν πρόκειται ποτέ να συμβεί (πρόδρομος του «Περιμένοντας τον Godot»).

«Ίσως και να φταις εσύ γιατί σου λείπει η τόλμη που θα σου επέτρεπε να σχίσεις τη θολή γραμμή των οριζόντων, τώρα όμως που τη ζωή σου χάλασες στην κόχη εκείνη τη μικρή, σε όλη τη γη τη χάλασες», όπως έλεγε και ο μεγάλος Αλεξανδρινός ποιητής.

Η παράσταση «Τρεις Αδερφές (θα έρθουν καλύτερες μέρες)» παρουσιάστηκε υπό την αιγίδα του προγράμματος «Όλη η Ελλάδα Ένας Πολιτισμός» του Υπουργείου Πολιτισμού, στο Κάστρο του Αγίου Γεωργίου στην Κεφαλονιά, αφήνοντας εξαιρετικές εντυπώσεις στο κοινό.

 Συντελεστές

Κείμενο: Ειρήνη Λαμπρινοπούλου, Δανάη-Αρσενία Φιλίδου

Σκηνοθεσία: Ειρήνη Λαμπρινοπούλου

Σκηνικό: Βασίλης Αποστολάτος

Φωτισμοί: Βασίλης Αποστολάτος, Σωτήρης Ρουμελιώτης

Κοστούμια: Ουρανία Φραγγέα

Πρωτότυπη μουσική: Δημήτρης Λώλης

Επιμέλεια Κίνησης: Θωμαΐς Σταυριανού-Ζυμαρίτου

Σύμβουλος Δραματουργίας: Εύα Φρακτοπούλου

Συνεργάτρια Σκηνοθέτρια: Άννα Φιλίδου

Φωτογραφίες: Αναστασία Γιαννάκη

Trailer: Άννα Φιλίδου

Γραφιστικά: Βάγια Κεκέ

Παραγωγή: ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΟΜΑΔΑ GRASSHOPER

Ερμηνεύουν: Μαριαλένα Ηλία, Υψιπύλη Σοφιά, Δανάη-Αρσενία Φιλίδου

Ακούγονται οι φωνές των: Γιάννη Κόραβου, Βασίλη Καραμπούλα

Διάρκεια: 85′

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα