Connect with us

Πολιτισμός

«Υπερβολές»: Μια παράσταση των Γ. Καλαβριανού, Μ. Κάλμπαρη, Β. Μαυρογεωργίου, στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

«Υπερβολές»:-Μια-παράσταση-των-Γ-Καλαβριανού,-Μ-Κάλμπαρη,-Β.-Μαυρογεωργίου,-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Προκειμένου να δοθεί στο έργο καλλιτεχνική εκφραστικότητα, οι συγγραφείς προσπαθούν να χρησιμοποιήσουν μια ποικιλία από τα πιο συνηθισμένα μεταξύ των οποίων είναι μεταφορές, συγκρίσεις, επιθέματα και υπερβολές. Επί του παρόντος, η υπερβολή χρησιμοποιείται με βάση την αλληλεπίδραση της συναισθηματικής και λογικής σημασίας της ίδιας λέξης.

 «Γιατί να λέμε βίαια τα νερά ενός ποταμού κι όχι τις όχθες που τα περιορίζουν;» ΜΠΡΕΧΤ

 Τρεις συγγραφείς-σκηνοθέτες (Γιάννης Καλαβριανός, Μαριάννα Κάλμπαρη και Βασίλης Μαυρογεωργίου) μέσα από τη δική τους προσωπικότητα και οπτική, μας παρουσιάζουν τρεις διαφορετικές ιστορίες, τρεις ιστορίες με κοινό παρονομαστή τη ΒΙΑ . Στην όποια της μορφή, τα αποτελέσματα είναι ίδια : φόβος, απομόνωση, άγχος, θλίψη, ανασφάλεια και, δυστυχώς, η λίστα δε σταματά εδώ .

 Περίτεχνα σε αυτές τις ιστορίες, με ευαισθησία, σεβασμό και χιούμορ βλέπουμε τη βία σε κάποιες από τις βασικές της μορφές, κάποιες εμφανείς και μερικές καλυμμένες. Παρατηρούμε την ευκολία που το θύμα μπορεί να μετατραπεί σε θήτη. Ιστορίες που οξύνουν το τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τη βία.

Υπόθεση

Τα μονόπρακτα (με σειρά παρουσίασης)

«Ο πατέρας μου ήταν ένας πολύ θυμωμένος άνθρωπος»

Κείμενο-Σκηνοθεσία: Μαριάννα Κάλμπαρη

Με την Κατερίνα Λυπηρίδου- Συμμετέχουν Μαριάννα Κάλμπαρη/Μαριλένα Μόσχου

Γύρισα στο πατρικό μου. Το μωρό έκλαιγε όλη μέρα. Και ο πατέρας μου ούρλιαζε. Δε με ένοιαζε τίποτε. Ήθελα μόνο να πεθάνω. Ή μάλλον ήθελα να πεθάνει πρώτα εκείνο και μετά εγώ. Για να πεθάνω ήσυχη. Πόσο κακιά, πόσο αναίσθητη είσαι; σκεφτόμουν. Πόσο τρελή είσαι; έλεγε η μάνα μου. Κατέστρεψες τη ζωή σου. Γιατί; Για μια ιδέα; Για το θέατρο; Αφού στο είπα, δεν κάνεις για ηθοποιός…Και εγώ έκλαιγα.. Και το μωρό έκλαιγε, έκλαιγε με ασταμάτητους λυγμούς. Μέχρι τη μέρα που.

«O άνθρωπος της διπλανής πόρτας»

Κείμενο: Βασίλης Μαυρογεωργίου, Άγγελος Μπούρας

Σκηνοθεσία: Βασίλης Μαυρογεωργίου

Με τον Άγγελο Μπούρα

Δεν σου κάνει εντύπωση όταν σε προσπερνάει στο δρόμο. Δεν τον παρατηρείς όταν κάθεται δίπλα σου στο λεωφορείο. Είναι ένας τυπικός, συνεπής, εργατικός άνθρωπος. Δεν έχει δώσει ποτέ δικαίωμα. Μόνο τα καλύτερα έχουν να πουν γι’ αυτόν συνάδελφοι και γείτονες. Πάντα με 5 αστέρια τον αξιολογούν οι πελάτες του. Είναι ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας. «Παρακαλώ πολύ κλείστε την πόρτα όσο διαβάζετε τα χαρτιά θα περιμένω απ’ έξω…πολλά συμβαίνουν στις μέρες μας».

«Πρώτη φορά συναντούσα άνθρωπο που μιλούσε σαν τρένο»

Κείμενο-Σκηνοθεσία: Γιάννη Καλαβριανού

Με τη Δέσποινα Γιαννοπούλου

Βασικό συστατικό της ζωής σε οργανωμένες κοινότητες είναι η εμπιστοσύνη πως ο καθένας κάνει σωστά τη δουλειά του. Μπαίνουμε σε κτίρια, ταξιδεύουμε, τρώμε, νοσηλευόμαστε, γιατί έχουμε ατύπως συμφωνήσει πως κάποιοι έχουν κατασκευάσει, οργανώσει και ελέγξει όλα όσα εμείς θα χρησιμοποιήσουμε. Η άρση αυτής της εμπιστοσύνης, έχει ανεξέλεγκτες συνέπειες. Μια γυναίκα, μητέρα ενός από τα θύματα των Τεμπών, λαμβάνει λογαριασμό νερού ύψους 2.750 ευρώ. Και πάει στην ΕΥΔΑΠ να δει τι μπορεί να έχει συμβεί. Και συναντάει έναν άνθρωπο που μιλούσε σαν τρένο. Και μία αφίσα με μια Καρυάτιδα. Μία ημέρα που ένιωθε αρκετά ζωντανή.

Η σπονδυλωτή παράσταση «Υπερβολές!» αποτελεί το τρίτο και τελευταίο μέρος του τριπτύχου πρωτότυπων νεοελληνικών κειμένων υπό τη θεματική «Βία παντού», που δημιούργησε και παρουσίασε το Θέατρο Τέχνης κατά την διετία 2021-23 με την υποστήριξη επιχορήγησης του ΥΠΠΟΑ. Οι δύο προηγούμενες παραγωγές της «Βίας παντού» ήταν το «Cry» σε κείμενο-σκηνοθεσία Λένας Κιτσοπούλου και το «Μοτέλ» σε κείμενο-σκηνοθεσία Βασίλη Μαυρογεωργίου.

Ανάγνωση

Με αφορμή τρεις μορφές βίας που εξελίσσονται στη δράση της παράστασης και σηματοδοτούν την απαρχή, ας υποθέσουμε, μιας αλυσίδας μορφών βίας, θα αναζητήσω τις αιτιάσεις στην αστική βία, η οποία είναι ένα σύνθετο κοινωνικό φαινόμενο που έχει να κάνει με τη βία και την πόλη. Μια πόλη, η οποία αναδύεται και εξαφανίζεται σε ακανόνιστους κύκλους στις διάφορες ηπείρους, με διαφορετική κάθε φορά σημασία και ρόλο, μέσα σε διαφορετικά καθεστώτα. Παράγοντες διάφοροι (πόλεμος, καιρικό ακραίο φαινόμενο, θρησκευτικός και πολιτικός ριζοσπαστισμός, εθελουσία αποχή κατοίκων από την εξέλιξη) καθορίζουν και την πορεία του άστεως στο πέρασμα των χρόνων.

Όμως, η αστική βία περικλείει πάμπολλες μορφές βίας. Από μια απλή φιλονικία, μέχρι την κακοποίηση ενός έμβιου όντος σε ένα άλλο, έως θανάτου.

Ως βία, γενικά, νοείται η πράξη της επιθετικότητας και της κατάχρησης με σκοπό να προκαλέσει τον τραυματισμό ή άλλη πάθηση σε πρόσωπα, σε ζώα. Διακρίνεται στη «φυσική βία» και στην «ανθρώπινη βία». Ως ανθρώπινη βία ορίζεται η κάθε λογής επιθετική συμπεριφορά του ανθρώπου, φυσική ή λεκτική σε έναν άλλον άνθρωπο, ζώο, αντικείμενο είτε ακόμη και στον ίδιο του τον εαυτό.

Άλλες μορφές βίας είναι η συμβολική βία (η επιβολή των κατηγοριών της σκέψης και την αντίληψης που κυριαρχείται από τους κοινωνικούς φορείς), η βία που καλύπτει μια κατάσταση μόνιμης κυριαρχίας. Ακόμη, η ενδοοικογενειακή βία, εκεί όπου εμφανίζονται ακραία φαινόμενα αυθαιρεσίας και αυταρχισμού μέσα στην οικογένεια, η σεξουαλική βία, η ομοφοβική, η ρατσιστική, η έμφυλη βία.

 Η παράσταση

Σπονδυλωτή παράσταση με θέμα τη βία σε κάποιες επιλεγμένες μορφές, από τις πάμπολλες που «γεννά» ο άνθρωπος για τον άνθρωπο.

Στόχος της η πρόσληψη. Αυτή που εξαφανίζει τα «σύνορα» μεταξύ σκηνής και πλατείας, αυτή που καθορίζει όλο το θεατρικό εγχείρημα. Επομένως, η συλλογική δουλειά στη σκηνοθεσία της ενιαίας θεματικής αυτών των τριών μονολόγων – με στοιχεία στοχασμού – είναι να επηρεάσει τη συνείδηση του θεατή και να αντηχεί μέσα του το «δια ταύτα» όταν πέσει η αυλαία.

 Τελικά, η τέχνη του θέατρου ωθεί το κοινό σε μια σειρά συμβολικών πράξεων -αντιδράσεων, προκαλεί έναν εσωτερικό διάλογο μαζί του, χάρη στην αλληλεπίδραση των σκηνοθετικών στρατηγικών και, σαφώς, με την προοδευτική ανακάλυψη από μέρους του, των κανόνων του «παιχνιδιού».

Η δυνατή και επίκαιρη αρχή του «Πολύ θυμωμένου ανθρώπου, μας εισάγει σε μια γνώριμη κατάσταση για τους καλλιτέχνες, πιθανώς να τη χαρακτηρίζουν μερικοί και παθογένεια που μαστίζει τον χώρο, αυτή της οντισιόν. Η γυναίκα «ιεροεξεταστής» στρατηγικά τοποθετημένη σε μια «ανώτερη» θέση ισχύος, κατευθύνει την εξαιρετική Κατερίνα Λυπηρίδου στη σκληρή και αναγκαία διαδικασία της ακρόασης. Η ηθοποιός καταφθάνει φέρελπις στη σκηνή και σταδιακά φέρνει όλο και περισσότερο στην επιφάνεια τα προσωπικά τραύματά της, καθώς και το βίωμα των νέων που προσπαθούν να επιβιώσουν στον καλλιτεχνικό χώρο.

Η απαίτηση για έναν αυτοσχεδιασμό είναι συχνά οδυνηρή, πόσο μάλλον όταν περιλαμβάνει την προσωπική εμπλοκή με το θέμα. Το ζήτημα «metoo» και όλη η συζήτηση που έχει ανοίξει σχετικά και τείνει να ξεχαστεί, επανήλθε με γλαφυρά σχόλια αλλά και εύστοχες συνδέσεις στο κείμενο. Η ηρωίδα, που είχε περάσει από το στάδιο της οικογενειακής κακοποίησης, μπαίνει σ’ έναν χώρο με εξίσου κακοποιητικές συμπεριφορές, όμως δεν παύει να είναι μια ιδανική κατάσταση για την προσωπική της έκφραση.

Το κείμενο της κ. Κάλμπαρη είναι το πιο ολοκληρωμένο θεατρικά από τα τρία μονόπρακτα, εμπεριέχει ποίκιλες μορφές βίας, υπαινίσσεται και την ενδοοικογενειακή, φέρνει στο προσκήνιο το πολυσυζητημένο θέμα «Πισπιρίγκου», επειδή εξακολουθεί να είναι θολό και ως προς το εσωτερικό του και ως προς την έκβασή του. Άλλωστε, κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς διαμείφθηκαν στο οικογενειακό της περιβάλλον στην εποχή της οικογενειακής της απαρτίας, όπως και στην παράσταση μένει ανοικτό το ζήτημα της ψυχολογικής κατάστασης της ηρωίδας. Μου άρεσε που δεν υπάρχει τελεία, που αφήνεται στον θεατή η ευκαιρία να βγάλει συμπεράσματα. Έξοχη η ερμηνεία της Κατερίνας Λυπηρίδου και πολύ σοφά, τοποθετήθηκε πρώτο στη σειρά παρουσίασης των τριών κειμένων.

Ακολουθεί «Ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας» με τον ηθοποιό και συγγραφέα Άγγελο Μπούρα. Ο Βίκτωρας είναι ο άνθρωπος που όλοι έχουμε συναντήσει και προσπεράσει κι ύστερα έχουμε αναφωνήσει «έπεσα από τα σύννεφα, είναι τόσο ήρεμος άνθρωπος». Σε κείμενο του ιδίου και του Β. Μαυρογεωργίου, που είναι και ο σκηνοθέτης του μονόπρακτου, μας δίνεται ένα σύντομο ψυχογράφημα. Παρακολουθούμε έναν ιδιωτικό υπάλληλο, τυπικό στα καθήκοντά του, που αρχίζει να βυθίζεται σε ατραπούς αποκλίνουσας συμπεριφοράς.

 Ο Βίκτωρας, χρησιμοποιώντας τα social media και άλλες εφαρμογές που έχει διάθεσή του, παρακολουθεί και ακολουθεί μία νεαρή κοπέλα, την Αγγελική Βίκου. Σταδιακά εισβάλει εκουσίως στη ζωή της. Την ίδια στιγμή συνειδητοποιούμε ότι και ο ήρωας, λόγω της εμφάνισης και της συστολής που τον διακρίνουν, δέχεται ένα είδος κοινωνικής απαξίωσης και είναι αναγκασμένος να ζει ολομόναχος στο περιθώριο. Έτσι, δημιουργεί με την φαντασία του ένα επιτυχημένο πλαστό, διαδικτυακό, alter ego και αρχίζει να βιώνει ψευδαισθήσεις, μέσα από αυτό.

 Στο κείμενο αναφέρεται ότι ο ήρωας είναι άνθρωπος της διπλανής πόρτας. Στην παράσταση ο ηθοποιός Άγγελος Μπούρας ερμηνεύει έναν άνθρωπό, καθόλου της διπλανής πόρτας. Έναν υστερικό, απολύτως νευρωτικό και υπερκινητικό τύπο, ο οποίος προσπαθεί με απίστευτη ταχύτητα, αταίριαστη στο θέμα του, να ξοδέψει τις προτάσεις που και ο ίδιος έγραψε. Δυστυχώς, οι φράσεις βγαίνουν μαζεμένες, κολλημένες η μια με την άλλη, σχεδόν χωρίς ανάσα, αλλά το περίεργο είναι ότι αρκετοί θεατές γελάνε. Επομένως, αρέσει.

Τέλος, «Ο άνθρωπος που μιλάει σαν τρένο», με αφορμή την υπόθεση των Τεμπών και την γενική εκκωφαντικά σιωπηρή απάθειά μας, είναι εξαιρετική επιλογή για να ολοκληρωθεί το κρεσέντο της βίας. Ο Γιάννης Καλαβριανός επέλεξε να ασχοληθεί με μια κατάσταση, ακόμα νωπή και παρούσα για πολλούς, και τη διεκπεραιώνει με τον προσήκοντα σεβασμό στα θύματα, αλλά και στις οικογένειές τους.

Το κείμενο μπλέκει με χιούμορ τα σοβαρά θέματα που είναι ανθρώπινα και διαχρονικά. Η βία που έχουμε αποδεχτεί, η βία που έχει γίνει συνήθεια, έχει μπει σε νούμερα και έχει χάσει την ανθρώπινη διάστασή της, είναι η βία που πιστοποιεί την αποκτήνωσή μας.

Η Δέσποινα Γιαννοπούλου, περνώντας από την αποκρουστική αδιαφορία των δημόσιων υπαλλήλων, την άσκοπη γραφειοκρατία, αυτή που κάνει τα εύκολα δύσκολα και από τη γενική ολιγωρία της χώρας στα σημαντικά και επείγοντα, φτάνει σε ένα βαθύ και διαμπερές ανίατο τραύμα, που πονάει. Ταυτόχρονα, στιγματίζει τις χρόνιες παθογένειες που μας συντροφεύουν καθημερινά, αφού έχουν ριζώσει στην ιδιοσυγκρασία μας.

 Η ερμηνεία της ηθοποιού είναι μια απολαυστική stand – up comedy, υποθέτω κατά σκηνοθετική οδηγία και αποδίδει καρπούς, επειδή το κοινό γελάει αβίαστα.

 Τα σκηνικά της Χριστίνας Κάλμπαρη, πολύ περιορισμένα από αυτά των παραστάσεων στο «Θέατρο Τέχνης» στην Αθήνα, ίσα- ίσα να εξυπηρετούν τη δράση. Άλλωστε, παράσταση μπορεί να ανεβεί και σε εντελώς άδεια σκηνή. Αρκούν ο λόγος και η υπόκριση.

 Επίλογος

Τα αίτια της βίαιης συμπεριφοράς των ανθρώπων είναι θέματα της έρευνας στους τομείς της ψυχολογίας, της εγκληματολογίας καθώς και της κοινωνιολογίας και ειδικότερα ως προς το εάν η βία είναι έμφυτη ή όχι στον άνθρωπο.

 Το κατά πόσο υπάρχει εν τέλει «γονίδιο» που ευνοεί τη βίαιη συμπεριφορά, από τους προγονούς μας ή εάν πρόκειται για ένα ζήτημα αποκλειστικά κοινωνικών συνθηκών και περιβάλλοντος ή αν εν τέλει ισχύουν και τα δύο δεν έχει ιδιαίτερα μεγάλη σημασία.

 Το σημαντικό στην όλη υπόθεση είναι η ίδια η βία η οποία υπάρχει από τις πρώτες κοινωνίες των ανθρώπων. Ας μη λησμονούμε την ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης όπου ο Κάιν σκοτώνει τον ίδιο του τον αδερφό τον Άβελ ή τον αρχαιοελληνικό μύθο κατά τον οποίο ο πατέρας Κρόνος καταπίνει τα ίδια του τα παιδιά .Ακόμη και στη μυθολογία των Σκανδιναβών ο Όντιν θυσιάζει το ένα του μάτι για να κερδίσει την μεγάλη του σοφία.

Παραδείγματα βίας, επομένως, υπάρχουν σε όλες τις μυθολογίες του κόσμου, τα οποία καταδεικνύουν ακριβώς αυτό, ότι δηλαδή η βία είναι αναπόσπαστο κομμάτι στην ζωή του ανθρώπου, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, ώστε την εντάσσει και στους μύθους, τους οποίους δημιουργεί για να εξηγήσει τον κόσμο γύρω του.

Συντελεστές:

Κείμενα-Σκηνοθεσία (με σειρά παρουσίασης): Μαριάννα Κάλμπαρη, Βασίλης Μαυρογεωργίου, Γιάννης Καλαβριανός

Σκηνικά-κοστούμια: Χριστίνα Κάλμπαρη

Μουσική επιμέλεια: Νέστωρ Κοψιδάς

Σχεδιασμός φωτισμού: Στέλλα Κάλτσου

Βοηθός στο σχεδιασμό φωτισμού: Στέβη Κουτσοθανάση

Συν. σκηνοθέτη (Μαριάννας Κάλμπαρη): Μαριλένα Μόσχου

Βοηθός σκηνοθέτη (Βασίλη Μαυρογεωργίου): Στάθης Γεωργαντζής

Οργάνωση παραγωγής: Αλεξάνδρα Χάμπαση

Φωτογραφίες: Ελευθερία Νικολαΐδου

Πρωταγωνιστούν (με σειρά εμφάνισης):

Κατερίνα Λυπηρίδου, Άγγελος Μπούρας, Δέσποινα Γιαννοπούλου

Η παράσταση περιοδεύει στα μεγάλα αστικά κέντρα!

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«Black Birthday» του Κώστα Σταύρου στο Φουαγιέ Θεάτρου Ε.Μ.Σ. σε σκηνοθεσία Νίκου Νικολάου

«black-birthday»-του-Κώστα-Σταύρου-στο-Φουαγιέ-Θεάτρου-ΕΜΣ.-σε-σκηνοθεσία-Νίκου-Νικολάου

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Η παράσταση του ΚΘΒΕ, γεμάτη ανατροπές, ευφυές χιούμορ, έξυπνους και γρήγορους διαλόγους και στιγμές αυτοσαρκασμού, αναδεικνύει τις σχέσεις των δυο φύλων και αποδεικνύει ότι τελικά τα φαινόμενα απατούν.

Τα εξηκοστά γενέθλια του Κώστα δεν προμηνύονται γιορτινά. Το αντίθετο. Αρρωστοφοβικός και αγχώδης θεωρεί ότι θα πεθάνει μόλις μπει η μέρα των γενεθλίων του, πεπεισμένος ότι θα έχει την ίδια τύχη με τον θείο του, που πέθανε στην ίδια ηλικία. Και καθώς η γυναίκα του βρίσκεται στο μαιευτήριο, περιμένοντας την κόρη τους να γεννήσει, εκείνος καλεί τον κολλητό και κουμπάρο του, για να μην περάσει μόνος την… τελευταία νύχτα της ζωής του. Από την άλλη ο Στάθης, έρχεται στο σπίτι, χωρίς καμία διάθεση να συμμεριστεί τον πανικό του. Άνθρωπος της δράσης, της απόλαυσης και της αισιοδοξίας, προσπαθεί να τον προσγειώσει στην πραγματικότητα. Όμως, όσο περνά η ώρα, οι δύο φίλοι παρασύρονται σε ένα αλλόκοτο παιχνίδι υποθέσεων, αναμνήσεων και εξομολογήσεων. Θα κάνουν έναν απρόσμενο απολογισμό ζωής, οργανώνοντας την κηδεία του Κώστα. Ποιος θα έρθει; Ποιος θα λείψει; Και σε ποιους θα λείψει ο ίδιος;

Το έργο του Κώστα Σταύρου «Black Birthday» είναι μια μαύρη κωμωδία με γρήγορο ρυθμό, αιχμηρό χιούμορ και πολλές ανατροπές, που μετατρέπει μια νύχτα πανικού σε μια αναμέτρηση με τις μικρές εμμονές, τις μεγάλες φιλίες, τις ματαιώσεις και όλα εκείνα που συνθέτουν μια ζωή.

Σκηνοθετικό σημείωμα

Το ανέβασμα του έργου «Black Birthtay» του Κώστα Σταύρου, αποτελεί ένα γοητευτικό στοίχημα. Πίσω απ’ την επιφάνεια αυτής της εξαιρετικής κωμωδίας, που ξετυλίγει το νήμα μιας μακροχρόνιας φιλίας και κουμπαριάς, ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος μιας επιδερμικής ανάγνωσης. Οι ήρωες του Κώστα Σταύρου οχυρώνονται πίσω από προσωπεία-μάσκες κοινωνικής επιβίωσης, που κρύβουν επιμελώς την αληθινή τους γύμνια. Ο ένας, ένας σύγχρονος «κατά φαντασίαν ασθενής» παγιδευμένος στον λαβύρινθο των εμμονών της υποχονδρίας και των ακραίων του φόβων. Ο άλλος, ορθολογιστής, κυνικός και οπλισμένος με ένα αιχμηρό χιούμορ. Όμως αυτές οι στερεοτυπικές ταυτότητες δεν είναι παρά η προθήκη. Σκοπός της παράστασής μας είναι να γκρεμίσει αυτά τα προσωπεία, να σπάσει τους καθρέπτες της ψευδαίσθησης και να φέρει στο φως τους ήρωες στην πιο καθαρή, ανθρώπινη και ανυπεράσπιστη αλήθεια τους.

Νίκος Νικολάου

Το κείμενο του Κώστα Σταύρου αντλεί έμπνευση και από τον Μολιέρο και από τον Παύλο Μάτεσι. Από τον «Κατά φαντασίαν ασθενή» και από την «Τελετή».

Ο Μάτεσις παραδίδει ένα αριστουργηματικό δείγμα μαύρου χιούμορ, όπου ο θάνατος υποβιβάζεται σε ένα κοσμικό γεγονός, ξεσκεπάζοντας τον απόλυτο μικροαστισμό και ο Μολιέρος «κοροϊδεύει» με σαρκασμό τις αρρωστημένες εμμονές του ανθρώπου.

 Ο Κώστας Σταύρου έρχεται με το αυτό μοτίβο να αποδείξει ότι η κωμωδία και, μάλιστα, η σκοτεινή κωμωδία με μακάβριο χιούμορ, μπορεί να διασκεδάσει την κατήφεια, τη μαύρη στεναχώρια, τη θλίψη, επειδή έχει η ζωή γυρίσματα.

 Η σκηνοθεσία του Νίκου Νικολάου έχει τοποθετήσεις τους ήρωες σε μια συνθήκη, όπου τα «δύσκολα» θέματα μπορούν να αποδοθούν θαυμάσια με γέλιο. Ο κατακερματισμός κάθε δύσκολου, βαρύ θέματος, από τον θάνατο μέχρι τον φόβο και από την πολιτική έως τη θρησκεία, περνάνε ανώδυνα, κάνοντας απλά χιούμορ. Τα αστεία στοιχεία προβάλλονται μέσα από την θλιβερότητα της κατάστασης και η σοβαρότητα του θέματος μέσα από το πρίσμα μιας άλλης γεμάτης χιούμορ πραγματικότητας. Ταυτόχρονα, αποτίνει φόρο τιμής στη μακροχρόνια φιλία.

Στην παράσταση του ΚΘΒΕ , δύο εξαιρετικοί ηθοποιοί, ο Νίκος Νικολάου και ο Δημήτρης Σιακάρας, υποδύονται τον Στάθη και τον Κώστα, εκ διαμέτρου αντίθετοι χαρακτήρες, που, ωστόσο, στην πολύχρονη φιλία τους ο ένας συμπλήρωνε τον άλλο, μέχρι να ξεχυθούν στη σκήνη εσώψυχα, αποκυήματα της αρρωστοφοβικής ψύχωσης του ενός και σπαράγματα ορθολογιστικά της μποέμικης αντίληψης περί ζωής, του άλλου.

Ο Κώστας, αρρωστομανής, εξηνταρίζει και είναι πεπεισμένος ότι δε θα τα προλάβει να γιορτάσει τα εξηκοστά γενέθλιά του. Ο φόβος πως θα έχει την ίδια τύχη με τον θείο του, που πέθανε στην ίδια ηλικία, τον οδηγεί να καλέσει τον κολλητό και κουμπάρο του, για να μη μείνει μόνος στην – κατ’ αυτόν – τελευταία νύχτα της ζωής του.

Ο Στάθης, αλέγκρος τύπος, βλέπει τη ζωή με θετική ματιά, με όρεξη για δράση, με αισιοδοξία και διάθεση για νέες περιπέτειες. Καθώς οι ώρες κυλούν, οι δύο άντρες μπλέκουν σε ένα παράξενο παιχνίδι υποθέσεων, αναμνήσεων και εξομολογήσεων, μέχρι να φτάσουν στο σημείο να οργανώσουν την κηδεία του φαντασιόπληκτου «συγχωρεμένου».

Οι δύο κόσμοι συγκρούονται με φόντο την υποτιθέμενη κηδεία του Κώστα, οι ανατροπές χαρίζουν εκρήξεις γέλιου, οι καταιγιστικοί ρυθμοί δεν επιτρέπουν τον αποπροσανατολισμό των θεατών από το θέμα που γέννησε η φαντασία του συγγραφέα, ο οποίος καταφεύγει στις λέξεις, άλλες μικρές και γλυκές, άλλες βαθιές και σκοτεινές, όλες, όμως, με μια κοινή ρίζα: την ανάγκη του ανθρώπου να νιώσει, να τολμήσει, να λυτρωθεί, να παραβεί τους κανόνες, να τιμωρήσει, να ξορκίσει.

 Οι φράσεις δημιουργούν εικόνες που, σε μια σειρά σχηματίζουνε ιστορίες, όπως αυτή των ταραγμένων γενεθλίων ενός μεσήλικα. Παραδόξως, τα κεριά της τούρτας μετατρέπονται στη φαντασία του σε εκείνα που φιλοξενεί το μανουάλι εκκλησιάς, σε μια μακάβρια τελετή.

 Το οξύμωρο στο έργο και, ταυτόχρονα ελπιδοφόρο, είναι το γεγονός ότι ενώ μονοπωλεί τη συζήτηση ο χάρος, η κόρη του «ετοιμοθάνατου» ετοιμάζεται στο μαιευτήριο να φέρει στη ζωή ένα νέο πλάσμα. Το τέλος γεννά μια αρχή, κατά τα ειωθότα, άσχετα εάν συμβαίνει στην πραγματικότητα ή στα παραμύθια. Επί της ουσίας, το «φύγε εσύ ο παλιός, έλα εσύ ο καινούργιος», είναι ένα αέναο γεγονός στο γένος των έμβιων όντων.

Αν αφουγκραστούμε την «πλατεία» στη διάρκεια της δράσης , ίσως να αντιληφθούμε από τις εκφράσεις και τις αυθόρμητες εκρήξεις γέλιου στο κοινό, ότι ο θάνατος παραμένει θέμα ταμπού σε πολλές σύγχρονες κοινωνίες και ότι η επιθυμία να μάθουμε ποιοι θα μας αποχαιρετήσουν πηγάζει από πολύ συγκεκριμένες ανάγκες, όπως η απάντηση στα ερωτήματα : τι αποτύπωμα αφήνουμε στις ζωές των άλλων; Είναι ένας τρόπος να μετρήσουμε την αγάπη, τη φιλία και τη σημασία που είχαμε για τον περίγυρό μας;

Ακόμα, το να επιθυμούμε μια γεμάτη αίθουσα ή έναν γεμάτο περίβολο, μας προσφέρει, ίσως, μια αίσθηση παρηγοριάς ότι δεν θα ξεχαστούμε αμέσως.

Πολλοί άνθρωποι, ειδικά όσο μεγαλώνουν, θέλουν να έχουν τον έλεγχο της τελευταίας τους «δημόσιας εμφάνισης». Η συζήτηση για την κηδεία (από τη λίστα των καλεσμένων μέχρι τη μουσική ή τα λουλούδια) είναι ένας τρόπος να συμφιλιωθεί κανείς με το αναπόφευκτο.

Στην τέχνη του θεάτρου και στη λογοτεχνία, το μοτίβο αυτό εμφανίζεται συχνά (από τον Τομ Σόγιερ που κρύβεται για να δει την ίδια του την κηδεία, μέχρι σύγχρονες ταινίες και σειρές και, βέβαια, σε θεατρικά έργα).

 Θα τολμήσω να πω, πως όλη αυτή η ανησυχία ή ο πανικός ή οι ενδόμυχες επιθυμίες, είναι απλώς ένας έμμεσος τρόπος να πούνε οι άνθρωποι : «Θέλω να ξέρω ότι η ζωή μου είχε σημασία για κάποιους ανθρώπους».

Ακόμα, η παράσταση είναι μια απόδειξη ότι στη μέση ηλικία, ας πούμε στη μεταβατική περίοδο της ζωής, η οποία συχνά χαρακτηρίζεται από έντονες αλλαγές και κρίσεις, οι φίλοι λειτουργούν ως το απόλυτο σύστημα υποστήριξης.

 Επίσης, ανεξάρτητα από εμμονές που πιθανώς να έχει ο μεσήλικας, η συνειδητοποίηση του χρόνου που περνά και χάνεται, οδηγεί συχνά στην κλασική «κρίση της μέσης ηλικίας». Οπότε, κρατάμε από την παράσταση κι ένα ακόμη μήνυμα: η φιλία δεν είναι πολυτέλεια, είναι ανάγκη επιβίωσης και ευημερίας. Οι ποιοτικές σχέσεις σε αυτή τη φάση λειτουργούν ως προστατευτικό δίχτυ για το πέρασμα στην επόμενη χρονική περίοδο, με αισιοδοξία.

Απολαυστικές οι ερμηνείες των δύο καλών ηθοποιών, με την εξαιρετική τους χημεία στη σκηνή, την οποία «στολίζει» με τα απαραίτητα σκηνικά ενός κλασικού σαλονιού και με σημερινά κοστούμια η Χρύσα Δαπόντε, ενώ ο Στέλιος Τζολόπουλος τη φωτίζει όπως πρεπει, ενώ ο Μάριος Στρόφαλης με τη μουσική του ντύνει το έργο.

 Οι ρυθμοί γρήγοροι, οι ατάκες απολαυστικές, «δολοφονικό» το χιούμορ, ενώ η σκηνοθετική άποψη μεγεθύνει αυτή του συγγραφέα, αντιμετωπίζοντας αυτόν τον ίδιο τον θάνατο με ειρωνεία, διδακτικό σαρκασμό και, οπωσδήποτε, εξορκισμό.

Δωρίζει δε ένα «δια ταύτα» πολύχρωμο, εφόσον όσο δυσάρεστος κι αν είναι ο τελευταίος μας προορισμός, η ζωή, μέσα από τις πράξεις μας, τις μικρές χαρές, τις όχι πάντα ευχάριστες συγκινήσεις της, μπορεί να τον ακυρώσει με τον πιο θετικό τρόπο.

Όλοι οι συντελεστές δίνουν την ιλαρή ατμόσφαιρα που γεύεται το κοινό, το οποίο τους αποδίδει τα εύσημα με το θερμό τους χειροκρότημα.

Συντελεστές      

Συγγραφέας: Κώστας Σταύρου

Σκηνοθεσία – Επιμέλεια κειμένου: Νίκος Νικολάου

Σκηνικά – Κοστούμια: Χρύσα Δαπόντε

Μουσική: Μάριος Στρόφαλης

Φωτισμοί: Στέλιος Τζολόπουλος

Βοηθός σκηνοθέτη: Λίλη Αδρασκέλα

Οργάνωση παραγωγής: Πέτρος Κοκόζης

Φωτογραφίες: Mike Rafail

Διανομή

Νίκος Νικολάου (Στάθης)

Δημήτρης Σιακάρας (Κώστας)

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Μηνάς Βιντιάδης «ΤΟ ΜΙΣΟ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝ» στο «Μικρό» της Μονής Λαζαριστών σε σκηνοθεσία Γιώργου Κιουρτσίδη

Μηνάς-Βιντιάδης-«ΤΟ-ΜΙΣΟ-ΤΟΥ-ΜΗΔΕΝ»-στο-«Μικρό»-της-Μονής-Λαζαριστών-σε-σκηνοθεσία-Γιώργου-Κιουρτσίδη

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Πώς τα παιχνίδια του μυαλού μπορούν να ξεχωρίσουν τη φαντασία από την πραγματικότητα; Σε αυτό το ερώτημα καλούνται να απαντήσουν οι θεατές που παρακολουθούν το νέο θεατρικό έργο του Μηνά Βιντιάδη «Το μισό του μηδέν» που παρουσιάζεται, σε πρώτη πανελλήνια, από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος.

Στην πιο γενικευμένη έννοια της η λέξη «παράσταση» αναφέρεται στην ενέργεια, τη δράση ή τη συμπεριφορά. Ειδικότερα, η ψυχολογία της «παράστασης» αναφέρεται στη συνθήκη κατά την οποία το άτομο σκέφτεται, αισθάνεται και συμπεριφέρεται, όπως συμβαίνει στο έργο που σκηνοθετεί έξυπνα ο Γιώργος Κιουρτζίδης.

Όπως σε έναν λαβύρινθο υπάρχουν αμέτρητα αδιέξοδα και δρόμοι που μπερδεύουν, έτσι και το μυαλό μπορεί να χαθεί σε αναμνήσεις, υπερανάλυση, εσωτερικές συγκρούσεις ή ανασφάλειες. Στον συμβολισμό του λαβύρινθου, η πορεία προς το κέντρο είναι ένα ταξίδι προς την αυτογνωσία, την επαφή με το ασυνείδητο και τις βαθύτερες υπαρξιακές αγωνίες.

Στο αλληγορικό σκηνικό της Άννας- Μαρίας Αγγελίδου, κυριαρχεί ο «Λαβύρινθος» των σχέσεών μας, του νου μας, των αληθειών μας, των κινήτρων μας, των συναισθημάτων μας, της ταυτότητάς μας και ως σκηνοθετικό μοτίβο αλληλεπίδρασης κυριαρχεί η εναλλαγή, η περιστροφή και η αποδόμηση του «οικείου», η σχεδόν παντελής κι απόκοσμη απουσία οπτικής επαφής κι επικοινωνίας, συμπληρωμένη από μια εικονική διάσταση της φαντασίας και ένα είδος λόγου, που καθιστά τον θεατή προβληματισμένο, έστω κι αν είναι πραγματικός διάλογος ή φανταστικός μονόλογος!

Σε όλο το έργο κυλάει ένας κομψός κι απέριττος συγγραφικός λόγος, μελετημένος, ρεαλιστικός και συγκινητικός.

Σκηνοθετικό σημείωμα

Ένα σύγχρονο νεοελληνικό έργο, που κινείται στον χώρο του κοινωνικού-ψυχολογικού θεάτρου.

«Το μισό του μηδέν», πέρα από ευφάνταστος τίτλος έργου, λειτουργεί ως σύμβολο απουσίας, κενού, έλλειψης και μοναξιάς. Πάνω σε έναν πολυμορφικό και πολυεπίπεδο καμβά εξυφαίνονται οι διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων, αποκαλύπτοντας ανάγκες, εξαρτήσεις, μυστικά και απογοητεύσεις.

Εδώ όμως υπεισέρχεται και η ιδιαιτερότητα του έργου, καθώς όλα τα ανωτέρω καλύπτονται κάτω από την ομπρέλα της ασθένειας του ήρωα. Μια ασθένεια, η οποία προσβάλλει τους μετωπιαίους λοβούς, οδηγώντας αργά αλλά σταθερά στην έλλειψη της συνείδησης, στη λήθη στην απουσία και τέλος στο θάνατο.

Ό,τι διαδραματίζεται στο έργο, συμβαίνει μέσα στο μυαλό του ήρωα σε παγωμένο χρόνο. Σε μια ρωγμή αυτού του σταματημένου χρόνου προβάλλονται όλες οι σκέψεις του, ως διάλογοι, εικόνες, επαναλήψεις, σε έναν λαβύρινθο από: κενό, απουσία, έκλαμψη, βύθιση και συνειδητότητα.

«Το μισό του μηδέν» παραπέμπει στο ανύπαρκτο. Ωστόσο, αποκτά ένα ιδιαίτερο δραματικό βάρος, όταν συνδέεται με την ανθρώπινη εμπειρία και υπόσταση.

Ένα έργο -εργαλείο, καθώς επιτρέπει δραματουργικά μέσα από σουρεαλιστικές φόρμες, να προσπαθήσει κανείς να προσεγγίσει και να ανιχνεύσει τη χαοτική διαδικασία σκέψης του μυαλού. Κάτω από το βάρος της ασθένειας, ο χαρακτήρας δίνει μια σκληρή και εναγώνια νοητική μάχη, καθώς προσπαθεί να επεξεργαστεί και να κατανοήσει την ίδια του τη ζωή.

 Υπάρχουν πολλές ψυχολογικές και φιλοσοφικές προεκτάσεις, δίνοντας έτσι στον θεατή τροφή για σκέψη και αναζήτηση.

Γιώργος Κιουρτσίδης

Ένα ξαφνικό γεγονός έρχεται να ανατρέψει τη ζωή ενός τραπεζικού υπαλλήλου, ο οποίος ζει με την οικογένειά του μια φαινομενικά συμβατική ζωή. Μια αναπάντεχη είδηση θα τον οδηγήσει στον απολογισμό των επιλογών του, των σχέσεών του και της ίδιας του της ύπαρξης. Θα βρεθεί αντιμέτωπος με τους μεγαλύτερους φόβους του, αλλά και με τις πιο τολμηρές του φαντασιώσεις. Θα αναμετρηθεί με τον εαυτό του, με πολλά και με τίποτα, αναζητώντας μέχρι το τέλος ένα ουσιαστικό νόημα.

Στο «Μισό του μηδέν», ο Μηνάς Βιντιάδης ξεκινά από μια σχεδόν κινηματογραφική συνθήκη: ένας άντρας ονειρεύεται ότι κερδίζει δέκα εκατομμύρια ευρώ σε τυχερό παιχνίδι. Το όνειρο μοιάζει τόσο αληθινό, ώστε αποφασίζει να το διηγηθεί στη γυναίκα του, στην κόρη του και στον καλύτερό του φίλο. Εκείνοι τον ακούν και, με έναν παράξενο τρόπο, συμπεριφέρονται σαν τα χρήματα να έχουν πράγματι κερδηθεί.

 Και τότε το όνειρο γίνεται πραγματικότητα.

Ή τουλάχιστον έτσι μοιάζει.

Λίγες μέρες αργότερα ο άντρας εξαφανίζεται, έχοντας μαζί του το αμύθητο ποσό. Όταν επιστρέφει, η ζωή των ανθρώπων γύρω του έχει ήδη αλλάξει. Παρεμπιπτόντως, έχει αλλάξει και η δική του ζωή. Ωστόσο, τα χρήματα, όσο μεγάλη δύναμη κι αν έχουν, δεν είναι τελικά το πιο επικίνδυνο πράγμα στην ιστορία.

Το πιο επικίνδυνο είναι η μνήμη.

Ο σκηνοθέτης, ακολουθώντας τη δομή του έργου στήνει ένα παιχνίδι, όπου η πραγματικότητα διαρκώς γλιστρά κάτω από τα πόδια των ηρώων. Οι αναμνήσεις δε λειτουργούν ως ασφαλές καταφύγιο. Δεν είναι ένα αρχείο στο οποίο επιστρέφουμε για να ανασύρουμε με ακρίβεια όσα συνέβησαν. Είναι υλικό εύπλαστο, ευάλωτο στην επιθυμία, στον φόβο, στην ενοχή και στην ανάγκη μας να αφηγηθούμε διαφορετικά τη ζωή μας.

Ο κεντρικός ήρωας (πολύ καλός ο Θοδωρής Πολυζώης) βρίσκεται αντιμέτωπος με αυτήν ακριβώς τη ρωγμή. Θεωρεί πως όσα θυμάται αποτελούν πιστά αντίγραφα του παρελθόντος. Σταδιακά όμως, ανακαλύπτει ότι κάθε ανάκληση μπορεί να είναι και μια καινούργια εκδοχή της ίδιας ιστορίας. Και κάπου εκεί το ερώτημα παύει να αφορά μόνο εκείνον.

 Αξιοσημείωτες οι ερμηνείες των συμπρωταγωνιστών του στους ρόλους του φίλου, της συζύγου και της κόρης , αυτών των ξυπόλυτων οικείων αερικών, που κυριολεκτικά στριφογυρίζουν στον λαβύρινθο του νου του.

Ο Αλέξανδρος Ζαφειριάδης, η Ελένη Τέτουλα κι η Ρέα Καραδέδου – Ισουά, μας ταξιδεύουν στην υπόθεση σουρεαλιστικά μεν, υπαρξιακά δε!

Ο στόχος της παράστασης είναι να γεννήσει ερωτήσεις, τις απαντήσεις των οποίων καλούνται να δώσουν οι θεατές. Πόσο καλά γνωρίζουμε τους ανθρώπους που αγαπάμε; Και πόσο καλά γνωρίζουμε τον εαυτό μας;

Οι ήρωες τοποθετούνται σε ένα περίπλοκο τοπίο, όπου η αλήθεια δεν είναι ποτέ απολύτως ασφαλής. Η οικογένεια, η φιλία, οι παλιές σχέσεις, οι κοινές αναμνήσεις, όλα όσα θεωρούμε δεδομένα, μπορούν ξαφνικά να αποκτήσουν μια δεύτερη ανάγνωση. Μια ανάγνωση που αλλάζει το παρελθόν, αλλά και το παρόν.

Και, ίσως, αυτό να είναι το διακύβευμα. Ότι πίσω από την ιστορία ενός ανθρώπου που κερδίζει ένα τεράστιο ποσό, κρύβεται μια ψυχανάλυση για την ανθρώπινη ανάγκη να επινοεί τη δική της αλήθεια.

Ο ίδιος ο Μηνάς Βιντιάδης περιγράφει τον ήρωά του, ως έναν άντρα που γίνεται έρμαιο του μυαλού του, που τον οδηγεί να πιστεύει πως οι αναμνήσεις του είναι πιστά αντίγραφα στιγμών του παρελθόντος, ενώ στην πραγματικότητα μεταμορφώνονται κάθε φορά που επιστρέφει σε αυτές.

Κι έτσι, πίσω από τα εκατομμύρια, το ψέμα και την εξαφάνιση, το κείμενο ανοίγει μια πολύ πιο προσωπική συζήτηση: τι κρατάμε από τη ζωή μας και τι ξαναγράφουμε χωρίς καν να το αντιλαμβανόμαστε;

Πιθανώς, η μνήμη να μην είναι ο μηχανισμός που διασώζει το παρελθόν, αλλά ο τρόπος με τον οποίο το παρελθόν συνεχίζει να μας διαμορφώνει.

Και μέσα σε αυτή τη συνθήκη η απόδοση στη σκηνή αφήνει χώρο και για κάτι ακόμη: το συναίσθημα. Για όσα δεν καταγράφονται εύκολα, για όσα το μυαλό παραμορφώνει ή κρύβει, αλλά επιστρέφουν από έναν διαφορετικό δρόμο.

«Το μισό του μηδέν» είναι ένα ψυχογράφημα της φύσης μας, γραμμένο με τρυφερότητα και ευαισθησία. Τα πρόσωπα του έργου καλούνται να αντιμετωπίσουν τις απρόβλεπτες εκδοχές της ζωής είτε αυτές προκύπτουν από την τύχη είτε από την ατυχία, αποκαλύπτοντας τις πολλαπλές όψεις της ανθρώπινης υπόστασης.

Ακροβατώντας ανάμεσα στο όνειρο και τον εφιάλτη, τη φαντασία και την πραγματικότητα, ο σκηνοθέτης χειρίζεται με δεξιοτεχνία τα διαφορετικά επίπεδα τόπου και χρόνου, μέσα σε ένα σκηνικό σύμπαν, όπου η φαντασία και η πραγματικότητα διαπλέκονται, όπως η περιπλάνηση μέσα σ’ έναν λαβύρινθο, όπου η έξοδος είναι το κερδισμένο στοίχημα, εφόσον υπάρξει έξοδος.

Χρησιμοποιώντας το εύρημα του αναπάντεχου γεγονότος δοκιμάζει τα όρια των ανθρώπινων σχέσεων και διερευνά την ειλικρίνεια, την αγάπη και τη σταθερότητά τους, διεισδύοντας κάτω από την επιφάνεια των κοινωνικών συμβάσεων.

 Οι ερμηνείες των τεσσάρων ηθοποιών πειθαρχημένες στη σκηνοθετική γραμμή, η μουσική του Γιώργου Μάρκου και οι φωτισμοί του Γιάννη Τούμπα συνεπικουρούν στη μυστηριώδη, σουρεαλιστική ατμόσφαιρα, ενώ το λευκό των κοστουμιών και του σκηνικού θυμίζει κενά μνήμης, όμως στιγματίζεται από το μαύρο κοστούμι του κεντρικού ήρωα, σαν ένα παράθυρο στην άνοια, σαν ένα βιολογικό ρολόι που οδεύει στο μηδέν και του απέμεινε το μισό του, μπορεί και το αντίστροφο, όσον αφορά στα χρώματα.

Διάρκεια παράστασης: 75′

*Κατάλληλο για θεατές άνω των 12 ετών

Συντελεστές

Συγγραφέας: Μηνάς Βιντιάδης

Σκηνοθεσία: Γιώργος Κιουρτσίδης

Σκηνικά – Κοστούμια: Άννα-Μαρία Αγγελίδου

Μουσική: Γεώργιος Μάρκος

Φωτισμοί: Γιάννης Τούμπας

Video Art: Άντα Λιάκου

Βοηθός φωτιστή: Τουλίν Οσμάν

Οργάνωση παραγωγής: Πέτρος Κοκόζης

Φωτογραφίες: Mike Rafail

*Βοηθός σκηνοθέτη στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης: Μαρία ΑλεξούδΗ

Διανομή

Αλέξανδρος Ζαφειριάδης – Βήτα

Ρέα Καραδέδου Ισουά – Κόρη

Θοδωρής Πολυζώνης – Άλφα

Ελευθερία Τέτουλα – Γυναίκα

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Ο Γλάρος» του Τσέχοφ ή «Η ικανότητα να αντέχεις» στο «Αριστοτέλειον» Θεσσαλονίκης

«Ο-Γλάρος»-του-Τσέχοφ-ή-«Η-ικανότητα-να-αντέχεις»-στο-«Αριστοτέλειον»-Θεσσαλονίκης

Τελευταία Θέματα

ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ

«Ο Γλάρος» του Τσέχοφ ή «Η ικανότητα να αντέχεις» στο «Αριστοτέλειον» Θεσσαλονίκης

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
  • «Είμαι ένας γλάρος… Όχι, δεν είναι αυτό. Είμαι μια ηθοποιός. Λοιπόν, ναι! Κι εκείνος είναι εκεί… Δεν πειράζει. Ναι, δεν πίστευε στο θέατρο, γελούσε με τα όνειρά μου, κι έτσι σιγά σιγά σταμάτησα να πιστεύω κι εγώ, έχασα το κουράγιο μου… Κι ύστερα ήρθαν τα βάσανα του έρωτα, η ζήλια, ο διαρκής φόβος για το παιδί… Έγινα μικροπρεπής, ασήμαντη, έπαιζα χωρίς ψυχή. Δεν ήξερα τι να κάνω τα χέρια μου στη σκηνή, δεν ήλεγχα τη φωνή μου. Δεν μπορείς να φανταστείς πώς είναι να νιώθεις ότι παίζεις φρικτά.Είμαι ένας γλάρος… Όχι, δεν είναι αυτό. Θυμάσαι που σκότωσες έναν γλάρο; Ένας άνθρωπος περνούσε τυχαία, τον είδε και, έτσι, επειδή δεν είχε τι άλλο να κάνει, τον κατέστρεψε… Μια ιδέα για μικρό διήγημα…» ΝΙΝΑ, από τη μετάφραση του Αντώνη Γαλέου.
    Πρόκειται για μια τολμηρή και παρακινδυνευμένη σύγχρονη ανάγνωση του εμβληματικού έργου του Άντον Τσέχοφ, «Ο Γλάρος», όπως γράφει ο σκηνοθέτης Γιώργος Βάλαρης, που γεφυρώνει τον κλασικό λόγο με τη σημερινή καλλιτεχνική αναζήτηση.H παράσταση φωτίζει εκ νέου τα υπαρξιακά αδιέξοδα, τις συγκρούσεις ανάμεσα στον έρωτα και τη ματαίωση, τη σύγχρονη κοινωνική αδράνεια και την αγωνία της δημιουργίας σε έναν κόσμο που φθείρει τα όνειρα.
  • Ένα έργο μικρών καθημερινών πόνων, ανθρώπινης περηφάνιας, ματαιοδοξίας και χαμένης αξιοπρέπειας. Τα πρόσωπα του είναι απλοί άνθρωποι του καθημερινού βίου, που ζουν μίζερα στη μουντή και μελαγχολική πραγματικότητα της ρωσικής επαρχίας στα τέλη του 19ου αιώνα και αγωνίζονται να επανακτήσουν τη χαμένη τους αξιοπρέπεια. Ο βασικός καμβάς του έργου περιγράφει τον έρωτα δύο ευαίσθητων νέων και τον τρόπο που οι συνθήκες του περιβάλλοντος συντρίβουν τα όνειρα και τις φιλοδοξίες τους.Ο Τσέχοφ εμπλουτίζει τον απλό αυτό μύθο με παράλληλες συμπεριφορές, εσωτερικές συγκρούσεις και ερωτικά τρίγωνα.
    Η Αρκάντινα, διάσημη ηθοποιός, της οποίας η έντονη παρουσία κυριαρχεί τόσο στη σκηνή όσο και στις προσωπικές της σχέσεις, φτάνοντας στο εξοχικό του αδελφού της Σόριν, για το Σαββατοκύριακο, βρίσκεται μπλεγμένη σε μια καταιγίδα αντικρουόμενων επιθυμιών.Ο γιος της Κονσταντίν, αγωνίζεται να βγει από τη σκιά της, καθώς κυνηγά τις δικές του καλλιτεχνικές φιλοδοξίες.Ο εραστής της, ο διάσημος συγγραφέας Τριγκόριν, γίνεται αντικείμενο θαυμασμού και έρωτα για την επίδοξη νεαρή ηθοποιό Νίνα.Οι ζωές τους μπλέκονται σε ένα τοπίο έρωτα, φιλοδοξίας και απογοήτευσης, όπου όλοι επιθυμούν κάτι που δεν μπορούν να αποκτήσουν.
    Γραμμένος το 1895 ο «Γλάρος» εγκαινίασε μια νέα θεατρική γλώσσα, όπου το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από τα γεγονότα στις συνέπειές τους.Στον κόσμο του Τσέχοφ, οι πιο κρίσιμες πράξεις συμβαίνουν εκτός σκηνής και αυτό που παρακολουθούμε είναι το αποτύπωμά τους στις ζωές των ανθρώπων.Όλοι ονειρεύονται μια ζωή διαφορετική από αυτή που ζουν. Και όλοι αποτυγχάνουν, όχι θεαματικά, αλλά υπαρξιακά.
  • Στην παράσταση, βλέπουμε κι ακούμε μια περίπλοκη ιστορία, όπως περίπλοκη είναι και η πορεία των ανθρώπων στη ζωή.Στη σκηνή τα πρόσωπα του έργου περνούν τον χρόνο τους λέγοντας ιστορίες και σκέψεις. Μιλούν για τις ζωές τους και τα όνειρά τους.Είναι αδύναμοι άνθρωποι που οικτίρουν τις ζωές τους και ψάχνουν από κάπου να πιαστούν. Ματαιόδοξοι άνθρωποι που επιζητούν απεγνωσμένα την αναγνώριση.Άνθρωποι που βαριούνται, άνθρωποι που εξασκούνται στην αυτολύπηση, άνθρωποι που πενθούν τη ζωή τους, άνθρωποι που πασχίζουν να ερωτευθούν, να βιώσουν την ευτυχία.
    Αυτοί είναι οι ήρωες στον Γλάρο (1895), το έργο του Τσέχοφ που εγκαινίασε ένα νέο είδος δραματουργίας, όπου αντί για έναν κεντρικό ήρωα, πρωταγωνιστούν πολλοί, μια μικρή κοινωνία. 
  • Ο Τσέχοφ χαρακτήρισε το έργο του ως «κωμωδία σε τέσσερις πράξεις». Μια κωμωδία, όπου δε συμβαίνει σχεδόν τίποτα, και όμως, οι ήρωες είναι σπουδαίοι, αν και βουλιάζουν μέσα στην ανούσια καθημερινότητά τους.
    Πέρα από το θέατρο, πέρα από τη λογοτεχνία, πέρα από τον έρωτα, η παράσταση αυτή μιλάει για την κοινωνία και, ταυτόχρονα, για τη θεοδικία και για τον υπαρξισμό (από φιλοσοφική σκοπιά) ή τον μυστικισμό (από καθαρά θρησκευτική σκοπιά) : ο Θεός  και η απουσία του. Η πίστη  και η δοκιμασία της. Η εξέγερση  και η προετοιμασία της. Η ευτυχία και η ανάμνησή της. Η ποίηση και η επιβίωσή της.
  • Πώς παλεύουμε με τα κύματα του ανεξάντλητου Κόσμου; Τί αφήνει πίσω του το πέρασμά μας από τη ζωή; Υπάρχει ελπίδα για τους δυστυχισμένους;
    Όλοι οι ήρωες ερωτεύονται κι απογοητεύονται. Εκρήγνυνται, φωνάζουν και κλαίνε κι έπειτα χορεύουν όλοι μαζί, αγαπημένοι πάλι. Αστειεύονται με θάρρος κοιτάζοντας την καταστροφή και τον θάνατο. Αυτοί οι ήρωες δεν είναι ούτε θεοί, ούτε βασιλιάδες, ούτε πολεμιστές.Είναι όπως ένα μερμήγκι που κατεβαίνει τον τοίχο, χωρίς καμιά αλαζονεία πως τάχα επιτελούν έναν άθλο. Οι ήρωες αυτοί δημιουργήθηκαν από τον Τσέχοφ, 21 χρόνια πριν από μια μεγάλη Επανάσταση. Άραγε σήμερα, που ξαναεμφανίζονται, τί προμηνύουν;
  • Είτε νέοι είτε ώριμοι και έμπειροι, οι ήρωες του Γλάρου ονειρεύονται τον έρωτα: τον κυνηγούν, τον εξυμνούν, τον αποθεώνουν, ακόμα και τη ζωή τους θυσιάζουν για χάρη του. Ο Μεντβεντένκο, ο δάσκαλος, ( Πάνος Κλάδης) αγαπά τη Μάσα (Νάνσυ Μπούκλη), εκείνη όμως θέλει διακαώς τον Κονσταντίν (Δημήτρης Τσίκλης), ο οποίος λιώνει για τη Νίνα (Αναστασία Γαλερού Βλάσση) , που με τη σειρά της λαχταρά τον Τριγκόριν (Παναγιώτη Μπουγιούρη) , που είναι υποταγμένος στην Αρκάντινα (Κατερίνα Διδασκάλου), και δεν έχει τέλος αυτός ο χορός κεραυνοβολημένων εξομολογήσεων, πονεμένων αναστεναγμών και μαζοχιστικών προσκολλήσεων.
    Εν μέρει, όλη αυτή η ρομαντική υπερβολή οφείλεται στην καλλιτεχνική φύση των περισσοτέρων: ο Κονσταντίν αναζητεί τη φωνή του γράφοντας θεατρικά έργα, ενώ η Νίνα
  • αποτολμά την πρώτη της εμφάνιση ως ηθοποιού. Στον αντίποδα, ο Τριγκόριν θεωρείται καταξιωμένος συγγραφέας και η Αρκάντινα μια διάσημη κυρία του ρωσικού θεάτρου.
    Η ευερέθιστη φαντασία πολλαπλασιάζει τις ταραχές της καρδιάς. Απομονωμένοι στην εξοχή, μακριά από τους αντιπερισπασμούς της μεγαλούπολης, οι ήρωες του Γλάρου διαθέτουν αναπόφευκτα περισσότερο χρόνο για παιχνίδια, ερωτικά ή άλλα, στα οποία επιδίδονται προκειμένου να νικήσουν την πλήξη. Ελεύθεροι να αυτοσχεδιάζουν εκεί όπου τίποτα δε συμβαίνει, οι τσεχοφικοί ήρωες φιλοσοφούν, ερωτοτροπούν, με λίγα λόγια κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν με τα γυμνά χέρια και τις μελαγχολικές διαθέσεις τους, ενώ στη σκηνή βρίσκονται όλοι σε όλη της διάρκεια του έργου, έτσι όπως το εμπνεύστηκε ο σκηνοθέτης και διασκευαστής του κειμένου Γιώργος Βάλαρης.
     Η σκηνή στην παράσταση είναι σχεδόν γυμνή. Ο σκηνοθέτης υπογράφει και τη σκηνογραφία που είναι ένα χαλί, ένα τραπέζι και γύρω του καρέκλες. Ο Τσέχοφ δε χρειάζεται «σαμοβάρια» και «βαριά επίπλωση» για να λάμψει, όπως φαίνεται να «φωνάζει» το σκηνικό. Τα σύγχρονα κοστούμια πάντως, τα σχεδίασε η Ιωάννα Κουρμπέλα.
  • Ο υπότιτλος «η ικανότητα να αντέχεις» προστέθηκε από τον Γιώργο Βάλαρη που υπογράφει διασκευή και σκηνοθεσία και ο οποίος δηλώνει: «αυτό είναι το διακύβευμα για μένα στο έργο. Ποιος αντέχει την απόρριψη; Ποιος αντέχει την επιτυχία ή την αποτυχία σε κάθε τομέα, κοινωνικό ή προσωπικό; Ποιος αντέχει να δει τον εαυτό του χωρίς αυταπάτες; “Ο γλάρος” δεν είναι μόνο μια ιστορία απελπισμένου έρωτα ή καλλιτεχνικής φιλοδοξίας. Είναι μια μελέτη προσωπικής και κοινωνικής αντοχής. Και νομίζω ότι σήμερα, σε μια εποχή διαρκούς έκθεσης, εύκολης κρίσης και διαρκώς αυξανόμενης πίεσης, η αντοχή είναι ίσως η πιο σπάνια αρετή».
  • Δυστυχώς, μια παράσταση δωματίου, όπως αυτή, παρουσιάζεται στη Θεσσαλονίκη στο αχανές «Αριστοτέλειον» και απώλεσε ένα τεράστιο ποσοστό επιτυχίας της.Θα έπρεπε, κανονικά, ο θεατής να αισθάνεται ότι βρίσκεται μέσα στον ίδιο τον μηχανισμό της σκηνής, επειδή από τα πρώτα λεπτά εγκαθιδρύεται μια συνεχής κινητικότητα: οι ηθοποιοί δεν εμφανίζονται μόνο όταν έρχεται η σειρά τους να μιλήσουν, αλλά παραμένουν παρόντες, κινούνται, στέκονται, παρατηρούν, διασχίζουν τον χώρο, σαν να μην εγκαταλείπουν ποτέ τον κόσμο του έργου.
    Αυτή η διαρκής παρουσία θα έπρεπε να δημιουργεί σταδιακά την αίσθηση ότι η σκηνή δεν ορίζεται αυστηρά, ότι η δράση δεν ξεκινά και δεν τελειώνει με σαφή όρια, αλλά αναπνέει συνεχώς μπροστά στα μάτια του κοινού, πράγμα που δεν συμβαίνει, λόγω της αρχιτεκτονικής κατασκευής της. Τι κρίμα!
  • Η χρήση της κάμερας προσπαθεί να καταργήσει την απόσταση πλατείας- παλκοσένικου, αλλά, φευ, δεν τα καταφέρνει. Λειτουργεί ως απλό τεχνικό εύρημα. Αλλά επειδή υπάρχει μια φράση στη δράση από τον Κονσταντίν: «τη ζωή δεν τη γράφεις όπως είναι ούτε όπως θα έπρεπε να είναι. Τη ζωή τη γράφεις, όπως τη φαντάζεσαι», υποθέτω ότι λειτούργησε το ένστικτο των προσεχτικών θεατών και η εσωτερική ανάγκη ταύτισης με τους ήρωες, ώστε κερδίζει το όλο εγχείρημα μία αναγνώριση, αυτή που εκδηλώνεται στο χειροκρότημα της υπόκλισης από τους πολύ καλούς ηθοποιούς με μπροστάρισα την εμβληματική Αρκάντινα της έξοχης Κατερίνας Διδασκάλου.
  •  Ο ανερχόμενος συγγραφέας (τον υποδύεται μ ε πειθώ ο Παναγιώτης Μπουγιούρης), η νεαρή ηθοποιός Αναστασία Γαλερού Βάσση- ως Νίνα, που ονειρεύεται καριέρα, η διάσημη μητέρα, οι υπόλοιποι άνθρωποι της καθημερινότητας, όλοι κινούνται γύρω από την ίδια βαθιά ανικανοποίητη επιθυμία: να είναι αλλιώς η ζωή τους.
  • Η ευπάθεια, η ανασφάλεια, η αίσθηση ότι διαρκώς βρίσκεται απέναντι σε κάτι μεγαλύτερο από τον ίδιο – κυρίως απέναντι στη μητέρα του και στην αποδοχή της – στον έρωτα της Νίνα, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό — αποδίδονται με αμεσότητα και εσωτερική ένταση από τον έξοχο Κονσταντίν -Δημήτρη Τσίκλη.
  • Η Νάνσυ Μπούκλη ως Μάσα, αποδίδει πειστικά τη μόνιμη πληγή του ανεκπλήρωτου έρωτα, μια μορφή που κουβαλά διαρκώς απογοήτευση χωρίς να την εξωτερικεύει υπερβολικά.
  • Ο Τάκης Σακελλαρίου  είναι ο Σόριν, ο οποίος λειτουργεί σαν ήρεμη παρουσία μέσα στην ένταση των υπολοίπων, σχεδόν σαν η φωνή μιας εμπειρίας που έχει ήδη αποστασιοποιηθεί από τα μεγάλα πάθη.
  • Ο Βασίλης Αφεντούλης και ο Πάνος Κλάδης συμπληρώνουν ουσιαστικά το σύνολο, κρατώντας τις απαραίτητες ισορροπίες μέσα στον κόσμο του έργου.
  • Η μουσική-ηχητική επένδυση από τον Τζεφ Βάγγερ υπογραμμίζει τον σύγχρονο χαρακτήρα της παράστασης.
  • Ο σχεδιασμός φωτισμών από τους Αλέκο Αναστασίου και Χάρη Δάλλα, ατμοσφαιρικοί και δυναμικοί, δημιουργούν σκηνές εντυπωσιακής αισθητικής. 
  • Στην εύληπτη μετάφραση του Αντώνη Γαλέου, ο γλάρος συμβολίζει την αθωότητα, την ελευθερία, τα ανεκπλήρωτα όνειρα και την καταστροφή που επιφέρει ο ανθρώπινος εγωισμός.
  • Ταυτότητα παράστασης
  • Μετάφραση: Αντώνης ΓαλέοςΔραματουργική επεξεργασία-Διασκευή -σκηνοθεσία -σχεδιασμός σκηνικού: Γιώργος Βάλαρης Μουσική σύνθεση: Τζεφ ΒάγγερΚοστούμια: Ιωάννα ΚουρμπέλαΚίνηση – χορογραφία: Αλέξανδρος ΣταυρόπουλοςΣχεδιασμός φωτισμών: Αλέκος Αναστασίου – Χάρης ΔάλλαςΒοηθός σκηνοθέτη: Κωνσταντίνος Φρίγγας Φωτογραφίες: Διόνυσος ΣούληςPromo artwork video: Φαίη ΣούκουSocial media-Διαφήμιση: Βασίλης ΛιάκοςΟργάνωση παραγωγής: Χρυσαντίνα Κούλουμπου
  • Εκτέλεση παραγωγής: Ιουλιέτα ΚαραχάλιουΟργάνωση γραφείου Παραγωγής: Βικτώρια Λώλη, Χαρούλα ΛώληΓραφιστική επιμέλεια: Αργυρώ ΤσοτσώνηΠαραγωγή: Αrtinfo + Αττικές παραγωγές (Γιώργος Βάλαρης)
  • Διανομή Αρκάντινα: Κατερίνα Διδασκάλου Τριγκόριν: Παναγιώτης Μπουγιούρης Σόριν: Τάκης Σακελλαρίου Κονσταντίν: Δημήτρης Τσίκλης Μάσα: Νάνσυ Μπούκλη Νίνα: Αναστασία Γαλερού Βλάσση Γιατρός: Βασίλης Αφεντούλης Δάσκαλος: Πάνος
  • Διάρκεια: 90 λεπτά
  • ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα