Connect with us

Πολιτισμός

Το έργο του Μηνά Βιντιάδη «Στου Μποχώρη» στο Θέατρο «Αμαλία» Θεσσαλονίκης

Το-έργο-του-Μηνά-Βιντιάδη-«Στου-Μποχώρη»-στο-Θέατρο-«Αμαλία»-Θεσσαλονίκης

Πρόλογος

Η ιστορία των πόλεων ορίζεται εν πολλοίς, από την αφανή πινακοθήκη της μικροϊστορίας της. Βήμα το βήμα, όσο σκάβει κανείς το ίζημα του χρόνου, συναντά εκείνα τα κοιτάσματα της μνήμης, που φέρουν όλα, ονοματεπώνυμο. Η υστεροφημία μας θα επιβιώσει αν υπάρχει λόγος ή αν είμαστε τυχεροί. Αλλιώς, σταδιακά θα επέλθει η λήθη.

Ο Μηνάς Βιντιάδης, έχων το δημοσιογραφικό μικρόβιο συν τοις άλλοις, έψαξε κι έμαθε ότι στον Πειραιά οι Γιουσουρούμ (χωνεμένη εβραϊκή ρίζα στην Αθήνα) και οι διαδρομές τους στον χρόνο είναι μια σύνοψη, ας πούμε, της ιστορίας της Ανατολικής Μεσογείου, των μετακινήσεων, των ελεύθερων εμπορικών οδών της παλιάς Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από Σμύρνη, για παράδειγμα, παρακλάδι των Γιουσουρούμ και βρήκε την πρώτη άφιξη με το όνομα Μποχώρ, η οποία έστησε ταβερνάκι στο μεγάλο λιμάνι. Η μαγιά μπολιάστηκε με τα γεγονότα της Μικρασιατικής καταστροφής κι έτσι, γεννήθηκε το έργο «Στου Μποχώρη».

Με αφορμή, λοιπόν, την επέτειο για τα 100 χρόνια από τη Μικρασιατική καταστροφή, η συγκεκριμένη θεατρική παράσταση μάς ταξιδεύει στις τελευταίες εικόνες πριν την καταστροφή, καθώς και στις πρώτες στιγμές της προσφυγιάς.

Ο συγγραφέας

Ο Μηνάς Ε. Βιντιάδης, δημοσιογράφος και συγγραφέας, γεννήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1957 στο Πορτ Σάιντ της Αιγύπτου. Μεγάλωσε στην ιδιαίτερη πατρίδα του Κάσο και από τα δεκάξι του ζει στην Αθήνα. Σπούδασε Δημοσιογραφία και στη συνέχεια Ελληνικό Πολιτισμό στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο.

Επί είκοσι επτά χρόνια εργάστηκε στον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη. Επί τριάντα χρόνια συνεργάστηκε με το κρατικό ραδιόφωνο.

Έχουν εκδοθεί έως σήμερα πέντε λογοτεχνικά βιβλία του. Τα μυθιστορήματα «Τι είπα στην Κλαούντια» (1996, Λιβάνης), «Οι τρεις Μαρίες» (1999, Εκδόσεις Νέα Σύνορα Λιβάνης), «Το δεξί πόδι του θεού» (2004) και « Ο Δράκος κόκορας» (διηγήματα, 2006), Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα. Το 2013 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά του «Τηγανίζουν πατάτες στον Άρη;», από τις εκδόσεις ΤΟΠΟΣ. Έχει συμμετάσχει σε πολλές συλλογές διηγημάτων (Κέδρος, Μεταίχμιο, κ.α.), ενώ έχει δημοσιεύσει κείμενα σε όλα τα μεγάλα λογοτεχνικά περιοδικά (Λέξη, Δένδρο, Εντευκτήριο, Εξώπολις κτλ). Διηγήματά του έχουν μεταφραστεί στα Γερμανικά.

Είναι μέλος της Καλλιτεχνικής Επιτροπής του Ιδρύματος Κακογιάννη, μέλος του Δ.Σ. της Εταιρείας για το Κτήριο της Όπερας και της Ακαδημίας Λυρικής Τέχνης «Μαρία Κάλας». Στο παρελθόν έχει διατελέσει Σύμβουλος- για τρία χρόνια- του Μορφωτικού ιδρύματος της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών.

Διδάσκει σεμινάρια Δημιουργικής Γραφής και για τρία χρόνια έκανε μαθήματα στα παιδιά με ειδικές ανάγκες του Σχολείου Ηρακλείου Αττικής. Το 2015, συμμετείχε ως καθηγητής στο Στούντιο Συγγραφής του Εθνικού Θεάτρου «Γράψε το έργο σου» και το 2017 δίδαξε στον κύκλο σεμιναρίων του Ιδρύματος Κακογιάννη.

Το έργο του «Ο Κάτω Παρθενώνας» ανέβηκε τον Οκτώβριο του 2015 στο ΚΘΒΕ, σε σκηνοθεσία Περικλή Χούρσογλου και τον Οκτώβριο του 2019 στο «Άλμα» σε σκηνοθεσία Βάνας Πεφάνη, ενώ το έργο του «Tattooland» ανέβηκε το 2017 στο «Αγγέλων Βήμα», στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Ελληνικού Έργου, σε σκηνοθεσία Κερασίας Σαμαρά. Για το έργο αυτό ήταν υποψήφιος το 2018, για το Βραβείο «Κάρολος Κουν».

Ανάγνωση

Δεν είναι εύκολο για έναν Έλληνα να μιλήσει για τα γαλάζια παράλια της Μικράς Ασίας, να καταγράψει μέσα από αφηγήσεις προσφύγων τις ιστορίες και τις μνήμες των Ελλήνων, ακόμη κι αν αυτές έχουν περάσει στις νεότερες γενιές. Μετά από πολλά χρόνια η Μικρασιατική Καταστροφή αποτελεί πια, ένα ακόμη κεφάλαιο στην πολύπαθη ιστορία της μικρής μας πατρίδας. Η Μικρασία ήταν το πιο στενάχωρο κομμάτι της οικογενειακής ιστορίας των προσφύγων, των σχολικών αναγνωσμάτων, της συλλογικής μνήμης τριγύρω, της ιστορίας όπως τη μάθαμε και όπως μας άγγιξε. Η Μικρασία, είχε τόσο πολύ ταυτισθεί στο μυαλό εκείνων των πολύπαθων ανθρώπων με την υπέρτατη τραγωδία, ώστε να μοιάζει με κάτι καταραμένο.

Η γενιά που έζησε τον χαμό στη Σμύρνη, πάει έφυγε. Οι επόμενες γενιές οφείλουν να μαθαίνουν από την Ιστορία, να θυμούνται από τις διηγήσεις και να κρίνουν αθώους και φταίχτες.

Μικρασία 1922 και ο Ελληνισμός ξεριζώνεται, σφαγιάζεται, εξανδραποδίζεται. Ελλάδα 2022, έχει ηθική υποχρέωση, τουλάχιστον, να μην ξεχάσει.

Παραστάσεις, σαν και τούτη, δίνουν την ευκαιρία στον ελληνισμό του 21ου αιώνα να κοινωνήσει δραματοποιημένες σκηνές από τη ζωή που δεν έζησε, να κατανοήσει τι σημαίνει προσφυγιά, να δικαιώσει προγόνους που λοιδορήθηκαν σαν έφτασαν από απέναντι πένητες, σχεδόν γυμνοί, ανέστιοι και να χειροκροτήσει τους κόπους, τις προσπάθειες και τους αγώνες που έδωσαν για να εδραιωθούν στην πατρίδα, να μπολιάσουν, ως γονιμοποιός δύναμη, τα ήθη τους στην ντόπια λαϊκή παράδοση, να διδάξουν την εξέχουσα πολιτιστική τους στάθμη στους γηγενείς Έλληνες, ώστε να κερδίσουν με την αξία τους αναγνώριση και αξιοθαύμαστες επιτυχίες.

Υπόθεση – Παράσταση

Αρχές του 1924. Ο ηλικιωμένος Αναστάσης καταφέρνει και στήνει το μικρό του μουσικό ταβερνάκι στον Πειραιά, μετά την καταστροφή της Σμύρνης και το δύσκολο ταξίδι του για την Ελλάδα. «Στου Μποχώρη» το ονοματίζει και φιλοδοξεί να γίνει γνωστό ως τις άκρες της πόλης. Μαζί του ήρθε και η κόρη του Ρηνιώ, και σπουδαγμένη και καλή τραγουδίστρια. Εκείνη αρνείται στην αρχή να τραγουδήσει στην ταβέρνα, από σεβασμό στη μνήμη του σκοτωμένου συντρόφου της, κάτω από θλιβερές συνθήκες. Αργότερα το κάνει. Με θέληση και πάθος. Ο Φώτης, παιδικός της φίλος από τη Σμύρνη, τους βοηθά και ονειρεύεται μαζί τους ένα καλύτερο αύριο.

Μέσα από τραγούδια και μνήμες που στέκονται ζωντανές, πότε από τις ευτυχισμένες μέρες στη Σμύρνη, πότε από τις τραγικές στιγμές της καταστροφής, ακόμα κι από τη νέα τους ζωή στον Πειραιά, ο Αναστάσης, η Ρηνιώ, ο Φώτης και τρεις μουσικοί στη σκηνή, διηγούνται ιστορίες γλυκόπικρες με λόγια και νότες.

Είναι έξι χαρακτήρες- μάρτυρες από το ενάμιση εκατομμύριο προσφύγων που έφτασαν εξαθλιωμένοι στην Ελλάδα και δοκιμάζουν από τα «αδέλφια» τους στη μεγάλη πατρίδα, την αποστροφή και την περιφρόνηση, με την πιο σκληρή ταπείνωση στη λέξη «τουρκόσποροι».

Μέσα από τις διηγήσεις, τις δραματοποιημένες θύμησες, περνούν από μπροστά μας όλα τα γεγονότα που σημάδεψαν την ιστορία και τους ανθρώπους που τη βίωσαν. Η καθημερινή ζωή των Ελλήνων της Σμύρνης – από το 1890 έως το 1924 – ξετυλίγεται στο έργο, μέσα από τις συνήθειές τους, την τέχνη και τον πολιτισμό τους, την κουζίνα τους και τις μυρωδιές της.

Σκληρές μνήμες, αλλά και ανθρωπιά, τρυφερότητα κι αγάπη και καημοί και τραγούδια και σπιτικές μυρωδιές. Μα, αυτό που υπερτερεί είναι η πίστη στο όνειρο να σταθούν και πάλι με αξιοπρέπεια στα πόδια τους, στον νέο τόπο τους.

«Τι σε μέλει εσένανε από που είμαι εγώ..», «Κρασοπίνω», «Από τα πολλά που μου ‘χεις καμωμένα», «Γέλα προσφυγοπούλα, ξέχνα τη συμφορά», «Σ’ αγαπώ γιατί είσαι ωραία», είναι λίγα από τα τραγούδια που ακούγονται, ενώ η πλατεία αγκαλιάζει τους απτάλικους χορούς.

Η έμπνευση, βασισμένη σε αληθινές μαρτυρίες, ανήκει στον δημοσιογράφο και συγγραφέα Μηνά Βιντιάδη, που με τη σκηνοθετική προσέγγιση της Βάνας Πεφάνη οδηγούν ηθοποιούς στη σκηνή και κοινό στην πλατεία, σ’ ένα ταξίδι στον χρόνο και στις αλησμόνητες πατρίδες.

«…Άιντε του καημένου του Μποχώρη, του τη σκάσαν στο βαπόρι

Άιντε και του πήραν πεντακόσια

Άντε όλο λίρες κι όλο γρόσια…»

Ο Κώστας Αρζόγλου στον ρόλο του Αναστάση είναι τόσο αυθεντικός, τόσο αληθινά Σμυρνιός, όσο είναι εστιασμένος στο οριακό σημείο ανάμεσα στο γήρας και στο να ξαναγίνεται παιδί. Μας διασκεδάζει, μας δίνει συνταγές για σουτζουκάκια Σμυρναίικα και ιμάμ μπαϊλντί, μας ανασταίνει τη μνήμη. «Να μη ξεχάσουμε Θε μου».

Η Ρηνιώ- Πέμη Ζούνη θυμάται τη ζωή στη Σμύρνη, αφήνει να μπλέκονται μέσα στις αναπολήσεις της ζωντανοί και πεθαμένοι και γλυκόπικρες γεύσεις. Ταυτόχρονα, μοιράζει εικόνες της καταστροφής αφόρητες, ζοφερές.

«Ο Κεμάλ επιστράτευσε Τσέτες που διψούσαν για αίμα. Μας κυνηγούσε ο ίδιος ο διάβολος. Για 15 μέρες η πιο όμορφη πόλη του κόσμου ήταν ένα σφαγείο, μια κόλαση.»

Η Ρηνιώ είναι άνθρωπος γεμάτος πόνο, θυμό αλλά και όρεξη για ζωή. Είναι μορφωμένη αλλά ταπεινή.

Αυτή η εξόχως ενδιαφέρουσα Ρηνιώ της Πέμης Ζούνη, φορτωμένη μνήμες της καταστροφής, μας δίνει μια γυναίκα ευαίσθητη που προσπαθεί να είναι σκληρή για ν’ αντέξει. Παρουσιάζεται συμβολικά ως εκπρόσωπος ολόκληρου του ελληνισμού της Μικρασίας και ιδιαιτέρως της Σμύρνης, αυτού του μεγάλου πολιτιστικού κέντρου. Αρχοντική, μα και ευάλωτη.

”Εμείς είμαστε φτωχοί αλλά είμαστε μορφωμένοι. Ούτε που φαντάζονται τι θα τον κάνουν τον πολιτισμό που τους φέραμε.”

Η οργισμένη φωνή της είναι η κραυγή της προσφυγιάς. Η Ρηνιώ είναι η Σμύρνη. Που άντεξε, που αντέχει, που περιμένει.

Η παράσταση διανθίζεται από αγαπημένα τραγούδια και υπέροχες μουσικές. Ο Βασίλης Ζιγκερίδης στο κανονάκι, ο Κωνσταντίνος Ζιγκερίδης ακορντεόν και μπαντονεόν και ο Γιάννης Παπαγεωργίου (ωραία φωνή, μεστή, ζεστή, ταξιδιάρικη) κιθάρα και τραγούδι, μας ταξίδεψαν στα ηχοχρώματα της Ανατολής, ενώ σε αρκετά σημεία το κοινό συνόδευε αυθόρμητα τον τραγουδιστή.

Στο δυνατό κείμενο του Βιντιάδη γίνονται αναφορές για τα παιχνίδια που παίχτηκαν σε βάρος των Ελλήνων, για τη στάση των συμμάχων, για τον τελικό απολογισμό της καταστροφής, για την υποδοχή των προσφύγων από τους συμπατριώτες τους.

”Το σκάκι παίζεται αλλού κι εμείς πάντα στη μέση, τα πιόνια που πρέπει να θυσιαστούν.”

”Η Γαλλία η σύμμαχος μας αλλάζει στρατόπεδο και υπογράφει συμφωνία με τον Κεμάλ. Εμείς…οι παράπλευρες απώλειες.”

”Η Ελληνική κυβέρνηση αφήνει τους Έλληνες Μικρασιάτες στην τύχη τους.

”Στρατόν σώσατε, πολίτας εγκαταλείψατε.”

”25000 Έλληνες στρατιώτες νεκροί. 1500000 πρόσφυγες, 600000 αθώοι πολίτες νεκροί, 800000 αιχμάλωτοι, οι άνθρωποι έγιναν αριθμοί.”

”Είναι μαγκιά να χτυπάς και να βρίζεις πρόσφυγα; Εγώ είμαι πιο Έλληνας από σένα.”

 Ευαίσθητος, μα και δυναμικός ο Βασίλης Ευταξόπουλος είναι η ψυχή της παράστασης. Αφηγείται και δονείται ολόκληρος. Δίνει ρυθμό, ένταση και οδηγεί την πλατεία σε μια «θεία κοινωνία» των γεγονότων που εξιστορεί. Παράλληλα, ερμηνεύει τον ρόλο του Φώτη με τρυφερότητα και ανθρωπιά. Αξιοπρεπής, συγκινητικός, εκφραστικός και πολύ αληθινός. Απολαυστική η κίνησή του στον απτάλικο, χορός που απλώνει στην αίθουσα την Ανατολία με τα μεράκια, τους καημούς, τα ντέρτια και τα πάθη της.

Η σκηνοθεσία της Βάνας Πεφάνη ήσυχη, αλλά ατμοσφαιρική. Πήρε το έργο του Βιντιάδη και το κάνει εικόνες και χρώματα, μυρωδιές και συναισθήματα. Του δίνει ζωή και το κάνει να μοιάζει σημερινό.

Τα λιτά σκηνικά του Γιώργου Λυντζέρη, οι ατμοσφαιρικοί φωτισμοί του Βασίλη Κλωτσοτήρα και η κίνηση του Κυριάκου Κοσμίδη, μας οδηγούν στην ενσυναίσθηση της φρικώδους κατάστασης που απέπνεε η καταστροφή της Σμύρνης .

Σαν της Σμύρνης το γιαγκίνι

στον ντουνιά δεν έχει γίνει

κάηκε κι έγινε στάχτη

έβγαλε ο Κεμάλ το άχτι.

Έτσι, παρέα με ”το φεγγαράκι το γαϊτανόφρυδο”, απολαύσαμε, θυμηθήκαμε, συγκινηθήκαμε, οργιστήκαμε.

 Η σκηνοθεσία, πολύ φρόνιμα, οργάνωσε μια «παρτιτούρα» για την παράσταση και συμπεριέλαβε όλα τα θεατρικά υλικά. Υπόκριση, κοστούμια, μουσική και φώτα. Εδώ, οι ζωντανές νότες επί σκηνής παρέχουν καθοδηγητικό σχέδιο στο έργο και επιτρέπουν θεατές και ηθοποιούς να αισθανθούν τον σκηνικό χρόνο με τον ίδιο τρόπο που τον αισθάνονται οι μουσικοί.

Ιδιαίτερος έπαινος στους τρεις μουσικούς Βασίλη Ζιγκερίδη, Κωνσταντίνο Ζιγκερίδη και Γιάννη Παπαγεωργίου, οι οποίοι χαρίζουν στους θεατές τραγούδια – πολύτιμα τιμαλφή της Μικρασίας και ιδιαίτερα της Σμύρνης.

Οι Σμυρνιοί καλλιτέχνες, άλλωστε, έσπειραν το λαϊκό τους ύφος στον Πειραιά με την έλευσή τους, γρήγορα οι ντόπιοι μουσικοί έδρεψαν τους καρπούς της σποράς κι ο ρυθμός της Ανατολής κυρίευσε το ελληνικό λαϊκό και ρεμπέτικο τραγούδι.

Έτσι, στου «Μποχώρη» και στην εξέλιξη της δράσης δημιουργούνται δυνητικοί κόσμοι και συγκινησιακά πλαίσια για την παράσταση.

Δίκαιο το χειροκρότημα στο φινάλε σε όλους τους συντελεστές της.

Επίλογος

Το έργο του Μηνά Βιντιάδη είναι ένα ταξίδι εξωτερικό κι εσωτερικό. Ακόμα και σε μας, τους νεότερους, ενεργοποιεί μέσα μας τη συλλογική μνήμη. Ο πόνος, η φρίκη, η αδικία είναι γραμμένα στο συλλογικό σώμα της ανθρωπότητας, στο συλλογικό υποσυνείδητο.

Σμύρνη, Κωνσταντινούπολη, Μικρασία, στρατόπεδα συγκέντρωσης, γενοκτονίες, ολόκληρη η κακοποίηση του ανθρώπινου γένους, υπάρχει μέσα στον καθένα μας και είναι ένας ο τρόπος για να θεραπευτεί. Η απόφαση για ελευθερία. Η απόφαση, ποτέ ξανά.

Συντελεστές

Κείμενο: Μηνάς Βιντιάδης

Σκηνοθεσία: Βάνα Πεφάνη

Μουσικοί: Ζιγκερίδης Βασίλης-κανονάκι, Ζιγκερίδης Κωνσταντίνος-ακορντεόν, μπαντονεόν και Παπαγεωργίου Γιάννης-κιθάρα, φωνή.

Σκηνικά-κοστούμια: Γιώργος Λυντζέρης

Σχεδιασμός Φώτων: Βασίλης Κλωτσοτήρας

Επιμέλεια κίνησης: Κυριάκος Κοσμίδης

Δημόσιες σχέσεις- Επικοινωνία: Νταίζη Λεμπέση

Με την Υποστήριξη της Περιφέρειας Αττικής

Πρωταγωνιστούν: Κώστας Αρζόγλου, Πέμη Ζούνη, Βασίλης Ευταξόπουλος

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας: Τέσσερα εργαστήρια για όλους

ΔΗΠΕΘΕ-Καβάλας:-Τέσσερα-εργαστήρια-για-όλους

Το ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας ανοίγει τις πόρτες του για τη σεζόν 2026–2027 με τέσσερα εργαστήρια, από τον Νοέμβριο του 2026 έως τον Απρίλιο του 2027. Απευθύνονται σε εφήβους 12–18 ετών, σε ενήλικες κάθε ηλικίας και, για πρώτη φορά, σε άτομα με αναπηρία.

«WHAT IF? Vol. 5» — Βιωματικό εργαστήριο για εφήβους

Για πέμπτη συνεχόμενη χρονιά το ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας προσκαλεί εφήβους 12 έως 18 ετών στο WHAT IF?, ένα βιωματικό εργαστήριο όπου η θεατρική πράξη γίνεται τρόπος να μαθαίνεις, να εκφράζεσαι και να μεγαλώνεις. Διδάσκει και φέτος η θεατρολόγος Ελευθερία Μελά, με εξειδικευμένη εμπειρία σε εργαστήρια ερασιτεχνών. Φέτος το εργαστήριο λειτουργεί σε ένα ενιαίο τμήμα.

  • Πότε: Κάθε Δευτέρα, 19:00–21:00
  • Που: Θέατρο ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΒΑΛΑΚΟΥ
  • Έναρξη: Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2026

«Ο Ποιητικός Εαυτός Επιστρέφει» — Εργαστήριο αγωγής προφορικού λόγου και ορθοφωνίας

Για δεύτερη χρονιά η Καβαλιώτισσα ηθοποιός και εμψυχώτρια Δέσποινα Παπάζογλου συνεχίζει στο ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας το ξεχωριστό της σεμινάριο. Απευθύνεται σε ανθρώπους κάθε ηλικίας που θέλουν να διερευνήσουν τα όρια και τη δύναμη της φωνής τους και να χρησιμοποιήσουν το σώμα τους ως ηχείο.

  • Πότε: Κάθε Σάββατο, 12:00–14:00
  • Που: Θέατρο ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΒΑΛΑΚΟΥ
  • Έναρξη: Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2026

«Μετατοπίσεις» — Εργαστήριο θεατρικής κινησιολογίας

Για πρώτη φορά το ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας προσφέρει εργαστήριο θεατρικής κινησιολογίας, με διδάσκοντα τον Καβαλιώτη ηθοποιό Δημήτρη Γαλανάκη, απόφοιτο του Τμήματος Θεάτρου του Α.Π.Θ. Αφετηρία είναι η παρατήρηση και η εξερεύνηση του σώματος. Με κινητικούς αυτοσχεδιασμούς και στοιχεία σύγχρονου χορού, οι συμμετέχοντες θα ερευνήσουν τις δυναμικές του σώματος και θα διευρύνουν το κινητικό τους λεξιλόγιο. Θα έρθουν επίσης σε επαφή με τη σύνθεση και τη χορογραφία, δημιουργώντας τις δικές τους κινητικές συνθέσεις. Δεν απαιτείται προηγούμενη εμπειρία στον χορό ή στο θέατρο.

  • Πότε: Κάθε Τετάρτη, 18:00–20:00
  • Που: Θέατρο ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΒΑΛΑΚΟΥ
  • Έναρξη: Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2026

«Ένας Κόσμος Αλλιώς» — Θεατρικό εργαστήριο για άτομα με αναπηρία

Για πρώτη φορά το ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας προσφέρει θεατρικό εργαστήριο για άτομα με αναπηρία που αγαπούν το παιχνίδι, τη φαντασία και τη δημιουργική έκφραση. Διδάσκουν οι θεατρολόγοι και εμψυχώτριες Ελευθερία Μελά και Γεωργία Χουχούμη. Με θεατρικά παιχνίδια, αυτοσχεδιασμούς, μουσική και δημιουργικές δραστηριότητες, οι συμμετέχοντες θα πειραματιστούν, θα φανταστούν και θα επικοινωνήσουν με τρόπους που δεν χρειάζονται πάντα λέξεις. Ο καθένας μας βλέπει τον κόσμο διαφορετικά· όταν οι διαφορετικές ματιές συναντιούνται, μπορεί να γεννηθεί ένας κόσμος αλλιώς.

  • Πότε: Κάθε Πέμπτη, 16:30–18:00
  • Που: Πολιτιστικό Κέντρο “Πυθαγόρας”
  • Έναρξη: Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2026
  • Κόστος: 20 ευρώ / μήνα, με σημαντικές μειώσεις ή δωρεάν συμμετοχή σε ειδικές περιπτώσεις. Για πληροφορίες, επικοινωνήστε μαζί μας.

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

  • Διάρκεια: Νοέμβριος 2026 – Απρίλιος 2027
  • Κόστος συμμετοχής: 20 ευρώ / μήνα για κάθε εργαστήριο
  • Δηλώσεις συμμετοχής: έως τις 5 Νοεμβρίου 2026, στο 2510 220 876 (10:00–14:00) και στο thkavala@otenet.gr

Τα εργαστήρια θα πραγματοποιηθούν εφόσον συμπληρωθεί ο ελάχιστος αριθμός συμμετοχών.

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Black Birthday» του Κώστα Σταύρου στο Φουαγιέ Θεάτρου Ε.Μ.Σ. σε σκηνοθεσία Νίκου Νικολάου

«black-birthday»-του-Κώστα-Σταύρου-στο-Φουαγιέ-Θεάτρου-ΕΜΣ.-σε-σκηνοθεσία-Νίκου-Νικολάου

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Η παράσταση του ΚΘΒΕ, γεμάτη ανατροπές, ευφυές χιούμορ, έξυπνους και γρήγορους διαλόγους και στιγμές αυτοσαρκασμού, αναδεικνύει τις σχέσεις των δυο φύλων και αποδεικνύει ότι τελικά τα φαινόμενα απατούν.

Τα εξηκοστά γενέθλια του Κώστα δεν προμηνύονται γιορτινά. Το αντίθετο. Αρρωστοφοβικός και αγχώδης θεωρεί ότι θα πεθάνει μόλις μπει η μέρα των γενεθλίων του, πεπεισμένος ότι θα έχει την ίδια τύχη με τον θείο του, που πέθανε στην ίδια ηλικία. Και καθώς η γυναίκα του βρίσκεται στο μαιευτήριο, περιμένοντας την κόρη τους να γεννήσει, εκείνος καλεί τον κολλητό και κουμπάρο του, για να μην περάσει μόνος την… τελευταία νύχτα της ζωής του. Από την άλλη ο Στάθης, έρχεται στο σπίτι, χωρίς καμία διάθεση να συμμεριστεί τον πανικό του. Άνθρωπος της δράσης, της απόλαυσης και της αισιοδοξίας, προσπαθεί να τον προσγειώσει στην πραγματικότητα. Όμως, όσο περνά η ώρα, οι δύο φίλοι παρασύρονται σε ένα αλλόκοτο παιχνίδι υποθέσεων, αναμνήσεων και εξομολογήσεων. Θα κάνουν έναν απρόσμενο απολογισμό ζωής, οργανώνοντας την κηδεία του Κώστα. Ποιος θα έρθει; Ποιος θα λείψει; Και σε ποιους θα λείψει ο ίδιος;

Το έργο του Κώστα Σταύρου «Black Birthday» είναι μια μαύρη κωμωδία με γρήγορο ρυθμό, αιχμηρό χιούμορ και πολλές ανατροπές, που μετατρέπει μια νύχτα πανικού σε μια αναμέτρηση με τις μικρές εμμονές, τις μεγάλες φιλίες, τις ματαιώσεις και όλα εκείνα που συνθέτουν μια ζωή.

Σκηνοθετικό σημείωμα

Το ανέβασμα του έργου «Black Birthtay» του Κώστα Σταύρου, αποτελεί ένα γοητευτικό στοίχημα. Πίσω απ’ την επιφάνεια αυτής της εξαιρετικής κωμωδίας, που ξετυλίγει το νήμα μιας μακροχρόνιας φιλίας και κουμπαριάς, ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος μιας επιδερμικής ανάγνωσης. Οι ήρωες του Κώστα Σταύρου οχυρώνονται πίσω από προσωπεία-μάσκες κοινωνικής επιβίωσης, που κρύβουν επιμελώς την αληθινή τους γύμνια. Ο ένας, ένας σύγχρονος «κατά φαντασίαν ασθενής» παγιδευμένος στον λαβύρινθο των εμμονών της υποχονδρίας και των ακραίων του φόβων. Ο άλλος, ορθολογιστής, κυνικός και οπλισμένος με ένα αιχμηρό χιούμορ. Όμως αυτές οι στερεοτυπικές ταυτότητες δεν είναι παρά η προθήκη. Σκοπός της παράστασής μας είναι να γκρεμίσει αυτά τα προσωπεία, να σπάσει τους καθρέπτες της ψευδαίσθησης και να φέρει στο φως τους ήρωες στην πιο καθαρή, ανθρώπινη και ανυπεράσπιστη αλήθεια τους.

Νίκος Νικολάου

Το κείμενο του Κώστα Σταύρου αντλεί έμπνευση και από τον Μολιέρο και από τον Παύλο Μάτεσι. Από τον «Κατά φαντασίαν ασθενή» και από την «Τελετή».

Ο Μάτεσις παραδίδει ένα αριστουργηματικό δείγμα μαύρου χιούμορ, όπου ο θάνατος υποβιβάζεται σε ένα κοσμικό γεγονός, ξεσκεπάζοντας τον απόλυτο μικροαστισμό και ο Μολιέρος «κοροϊδεύει» με σαρκασμό τις αρρωστημένες εμμονές του ανθρώπου.

 Ο Κώστας Σταύρου έρχεται με το αυτό μοτίβο να αποδείξει ότι η κωμωδία και, μάλιστα, η σκοτεινή κωμωδία με μακάβριο χιούμορ, μπορεί να διασκεδάσει την κατήφεια, τη μαύρη στεναχώρια, τη θλίψη, επειδή έχει η ζωή γυρίσματα.

 Η σκηνοθεσία του Νίκου Νικολάου έχει τοποθετήσεις τους ήρωες σε μια συνθήκη, όπου τα «δύσκολα» θέματα μπορούν να αποδοθούν θαυμάσια με γέλιο. Ο κατακερματισμός κάθε δύσκολου, βαρύ θέματος, από τον θάνατο μέχρι τον φόβο και από την πολιτική έως τη θρησκεία, περνάνε ανώδυνα, κάνοντας απλά χιούμορ. Τα αστεία στοιχεία προβάλλονται μέσα από την θλιβερότητα της κατάστασης και η σοβαρότητα του θέματος μέσα από το πρίσμα μιας άλλης γεμάτης χιούμορ πραγματικότητας. Ταυτόχρονα, αποτίνει φόρο τιμής στη μακροχρόνια φιλία.

Στην παράσταση του ΚΘΒΕ , δύο εξαιρετικοί ηθοποιοί, ο Νίκος Νικολάου και ο Δημήτρης Σιακάρας, υποδύονται τον Στάθη και τον Κώστα, εκ διαμέτρου αντίθετοι χαρακτήρες, που, ωστόσο, στην πολύχρονη φιλία τους ο ένας συμπλήρωνε τον άλλο, μέχρι να ξεχυθούν στη σκήνη εσώψυχα, αποκυήματα της αρρωστοφοβικής ψύχωσης του ενός και σπαράγματα ορθολογιστικά της μποέμικης αντίληψης περί ζωής, του άλλου.

Ο Κώστας, αρρωστομανής, εξηνταρίζει και είναι πεπεισμένος ότι δε θα τα προλάβει να γιορτάσει τα εξηκοστά γενέθλιά του. Ο φόβος πως θα έχει την ίδια τύχη με τον θείο του, που πέθανε στην ίδια ηλικία, τον οδηγεί να καλέσει τον κολλητό και κουμπάρο του, για να μη μείνει μόνος στην – κατ’ αυτόν – τελευταία νύχτα της ζωής του.

Ο Στάθης, αλέγκρος τύπος, βλέπει τη ζωή με θετική ματιά, με όρεξη για δράση, με αισιοδοξία και διάθεση για νέες περιπέτειες. Καθώς οι ώρες κυλούν, οι δύο άντρες μπλέκουν σε ένα παράξενο παιχνίδι υποθέσεων, αναμνήσεων και εξομολογήσεων, μέχρι να φτάσουν στο σημείο να οργανώσουν την κηδεία του φαντασιόπληκτου «συγχωρεμένου».

Οι δύο κόσμοι συγκρούονται με φόντο την υποτιθέμενη κηδεία του Κώστα, οι ανατροπές χαρίζουν εκρήξεις γέλιου, οι καταιγιστικοί ρυθμοί δεν επιτρέπουν τον αποπροσανατολισμό των θεατών από το θέμα που γέννησε η φαντασία του συγγραφέα, ο οποίος καταφεύγει στις λέξεις, άλλες μικρές και γλυκές, άλλες βαθιές και σκοτεινές, όλες, όμως, με μια κοινή ρίζα: την ανάγκη του ανθρώπου να νιώσει, να τολμήσει, να λυτρωθεί, να παραβεί τους κανόνες, να τιμωρήσει, να ξορκίσει.

 Οι φράσεις δημιουργούν εικόνες που, σε μια σειρά σχηματίζουνε ιστορίες, όπως αυτή των ταραγμένων γενεθλίων ενός μεσήλικα. Παραδόξως, τα κεριά της τούρτας μετατρέπονται στη φαντασία του σε εκείνα που φιλοξενεί το μανουάλι εκκλησιάς, σε μια μακάβρια τελετή.

 Το οξύμωρο στο έργο και, ταυτόχρονα ελπιδοφόρο, είναι το γεγονός ότι ενώ μονοπωλεί τη συζήτηση ο χάρος, η κόρη του «ετοιμοθάνατου» ετοιμάζεται στο μαιευτήριο να φέρει στη ζωή ένα νέο πλάσμα. Το τέλος γεννά μια αρχή, κατά τα ειωθότα, άσχετα εάν συμβαίνει στην πραγματικότητα ή στα παραμύθια. Επί της ουσίας, το «φύγε εσύ ο παλιός, έλα εσύ ο καινούργιος», είναι ένα αέναο γεγονός στο γένος των έμβιων όντων.

Αν αφουγκραστούμε την «πλατεία» στη διάρκεια της δράσης , ίσως να αντιληφθούμε από τις εκφράσεις και τις αυθόρμητες εκρήξεις γέλιου στο κοινό, ότι ο θάνατος παραμένει θέμα ταμπού σε πολλές σύγχρονες κοινωνίες και ότι η επιθυμία να μάθουμε ποιοι θα μας αποχαιρετήσουν πηγάζει από πολύ συγκεκριμένες ανάγκες, όπως η απάντηση στα ερωτήματα : τι αποτύπωμα αφήνουμε στις ζωές των άλλων; Είναι ένας τρόπος να μετρήσουμε την αγάπη, τη φιλία και τη σημασία που είχαμε για τον περίγυρό μας;

Ακόμα, το να επιθυμούμε μια γεμάτη αίθουσα ή έναν γεμάτο περίβολο, μας προσφέρει, ίσως, μια αίσθηση παρηγοριάς ότι δεν θα ξεχαστούμε αμέσως.

Πολλοί άνθρωποι, ειδικά όσο μεγαλώνουν, θέλουν να έχουν τον έλεγχο της τελευταίας τους «δημόσιας εμφάνισης». Η συζήτηση για την κηδεία (από τη λίστα των καλεσμένων μέχρι τη μουσική ή τα λουλούδια) είναι ένας τρόπος να συμφιλιωθεί κανείς με το αναπόφευκτο.

Στην τέχνη του θεάτρου και στη λογοτεχνία, το μοτίβο αυτό εμφανίζεται συχνά (από τον Τομ Σόγιερ που κρύβεται για να δει την ίδια του την κηδεία, μέχρι σύγχρονες ταινίες και σειρές και, βέβαια, σε θεατρικά έργα).

 Θα τολμήσω να πω, πως όλη αυτή η ανησυχία ή ο πανικός ή οι ενδόμυχες επιθυμίες, είναι απλώς ένας έμμεσος τρόπος να πούνε οι άνθρωποι : «Θέλω να ξέρω ότι η ζωή μου είχε σημασία για κάποιους ανθρώπους».

Ακόμα, η παράσταση είναι μια απόδειξη ότι στη μέση ηλικία, ας πούμε στη μεταβατική περίοδο της ζωής, η οποία συχνά χαρακτηρίζεται από έντονες αλλαγές και κρίσεις, οι φίλοι λειτουργούν ως το απόλυτο σύστημα υποστήριξης.

 Επίσης, ανεξάρτητα από εμμονές που πιθανώς να έχει ο μεσήλικας, η συνειδητοποίηση του χρόνου που περνά και χάνεται, οδηγεί συχνά στην κλασική «κρίση της μέσης ηλικίας». Οπότε, κρατάμε από την παράσταση κι ένα ακόμη μήνυμα: η φιλία δεν είναι πολυτέλεια, είναι ανάγκη επιβίωσης και ευημερίας. Οι ποιοτικές σχέσεις σε αυτή τη φάση λειτουργούν ως προστατευτικό δίχτυ για το πέρασμα στην επόμενη χρονική περίοδο, με αισιοδοξία.

Απολαυστικές οι ερμηνείες των δύο καλών ηθοποιών, με την εξαιρετική τους χημεία στη σκηνή, την οποία «στολίζει» με τα απαραίτητα σκηνικά ενός κλασικού σαλονιού και με σημερινά κοστούμια η Χρύσα Δαπόντε, ενώ ο Στέλιος Τζολόπουλος τη φωτίζει όπως πρεπει, ενώ ο Μάριος Στρόφαλης με τη μουσική του ντύνει το έργο.

 Οι ρυθμοί γρήγοροι, οι ατάκες απολαυστικές, «δολοφονικό» το χιούμορ, ενώ η σκηνοθετική άποψη μεγεθύνει αυτή του συγγραφέα, αντιμετωπίζοντας αυτόν τον ίδιο τον θάνατο με ειρωνεία, διδακτικό σαρκασμό και, οπωσδήποτε, εξορκισμό.

Δωρίζει δε ένα «δια ταύτα» πολύχρωμο, εφόσον όσο δυσάρεστος κι αν είναι ο τελευταίος μας προορισμός, η ζωή, μέσα από τις πράξεις μας, τις μικρές χαρές, τις όχι πάντα ευχάριστες συγκινήσεις της, μπορεί να τον ακυρώσει με τον πιο θετικό τρόπο.

Όλοι οι συντελεστές δίνουν την ιλαρή ατμόσφαιρα που γεύεται το κοινό, το οποίο τους αποδίδει τα εύσημα με το θερμό τους χειροκρότημα.

Συντελεστές      

Συγγραφέας: Κώστας Σταύρου

Σκηνοθεσία – Επιμέλεια κειμένου: Νίκος Νικολάου

Σκηνικά – Κοστούμια: Χρύσα Δαπόντε

Μουσική: Μάριος Στρόφαλης

Φωτισμοί: Στέλιος Τζολόπουλος

Βοηθός σκηνοθέτη: Λίλη Αδρασκέλα

Οργάνωση παραγωγής: Πέτρος Κοκόζης

Φωτογραφίες: Mike Rafail

Διανομή

Νίκος Νικολάου (Στάθης)

Δημήτρης Σιακάρας (Κώστας)

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Μηνάς Βιντιάδης «ΤΟ ΜΙΣΟ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝ» στο «Μικρό» της Μονής Λαζαριστών σε σκηνοθεσία Γιώργου Κιουρτσίδη

Μηνάς-Βιντιάδης-«ΤΟ-ΜΙΣΟ-ΤΟΥ-ΜΗΔΕΝ»-στο-«Μικρό»-της-Μονής-Λαζαριστών-σε-σκηνοθεσία-Γιώργου-Κιουρτσίδη

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Πώς τα παιχνίδια του μυαλού μπορούν να ξεχωρίσουν τη φαντασία από την πραγματικότητα; Σε αυτό το ερώτημα καλούνται να απαντήσουν οι θεατές που παρακολουθούν το νέο θεατρικό έργο του Μηνά Βιντιάδη «Το μισό του μηδέν» που παρουσιάζεται, σε πρώτη πανελλήνια, από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος.

Στην πιο γενικευμένη έννοια της η λέξη «παράσταση» αναφέρεται στην ενέργεια, τη δράση ή τη συμπεριφορά. Ειδικότερα, η ψυχολογία της «παράστασης» αναφέρεται στη συνθήκη κατά την οποία το άτομο σκέφτεται, αισθάνεται και συμπεριφέρεται, όπως συμβαίνει στο έργο που σκηνοθετεί έξυπνα ο Γιώργος Κιουρτζίδης.

Όπως σε έναν λαβύρινθο υπάρχουν αμέτρητα αδιέξοδα και δρόμοι που μπερδεύουν, έτσι και το μυαλό μπορεί να χαθεί σε αναμνήσεις, υπερανάλυση, εσωτερικές συγκρούσεις ή ανασφάλειες. Στον συμβολισμό του λαβύρινθου, η πορεία προς το κέντρο είναι ένα ταξίδι προς την αυτογνωσία, την επαφή με το ασυνείδητο και τις βαθύτερες υπαρξιακές αγωνίες.

Στο αλληγορικό σκηνικό της Άννας- Μαρίας Αγγελίδου, κυριαρχεί ο «Λαβύρινθος» των σχέσεών μας, του νου μας, των αληθειών μας, των κινήτρων μας, των συναισθημάτων μας, της ταυτότητάς μας και ως σκηνοθετικό μοτίβο αλληλεπίδρασης κυριαρχεί η εναλλαγή, η περιστροφή και η αποδόμηση του «οικείου», η σχεδόν παντελής κι απόκοσμη απουσία οπτικής επαφής κι επικοινωνίας, συμπληρωμένη από μια εικονική διάσταση της φαντασίας και ένα είδος λόγου, που καθιστά τον θεατή προβληματισμένο, έστω κι αν είναι πραγματικός διάλογος ή φανταστικός μονόλογος!

Σε όλο το έργο κυλάει ένας κομψός κι απέριττος συγγραφικός λόγος, μελετημένος, ρεαλιστικός και συγκινητικός.

Σκηνοθετικό σημείωμα

Ένα σύγχρονο νεοελληνικό έργο, που κινείται στον χώρο του κοινωνικού-ψυχολογικού θεάτρου.

«Το μισό του μηδέν», πέρα από ευφάνταστος τίτλος έργου, λειτουργεί ως σύμβολο απουσίας, κενού, έλλειψης και μοναξιάς. Πάνω σε έναν πολυμορφικό και πολυεπίπεδο καμβά εξυφαίνονται οι διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων, αποκαλύπτοντας ανάγκες, εξαρτήσεις, μυστικά και απογοητεύσεις.

Εδώ όμως υπεισέρχεται και η ιδιαιτερότητα του έργου, καθώς όλα τα ανωτέρω καλύπτονται κάτω από την ομπρέλα της ασθένειας του ήρωα. Μια ασθένεια, η οποία προσβάλλει τους μετωπιαίους λοβούς, οδηγώντας αργά αλλά σταθερά στην έλλειψη της συνείδησης, στη λήθη στην απουσία και τέλος στο θάνατο.

Ό,τι διαδραματίζεται στο έργο, συμβαίνει μέσα στο μυαλό του ήρωα σε παγωμένο χρόνο. Σε μια ρωγμή αυτού του σταματημένου χρόνου προβάλλονται όλες οι σκέψεις του, ως διάλογοι, εικόνες, επαναλήψεις, σε έναν λαβύρινθο από: κενό, απουσία, έκλαμψη, βύθιση και συνειδητότητα.

«Το μισό του μηδέν» παραπέμπει στο ανύπαρκτο. Ωστόσο, αποκτά ένα ιδιαίτερο δραματικό βάρος, όταν συνδέεται με την ανθρώπινη εμπειρία και υπόσταση.

Ένα έργο -εργαλείο, καθώς επιτρέπει δραματουργικά μέσα από σουρεαλιστικές φόρμες, να προσπαθήσει κανείς να προσεγγίσει και να ανιχνεύσει τη χαοτική διαδικασία σκέψης του μυαλού. Κάτω από το βάρος της ασθένειας, ο χαρακτήρας δίνει μια σκληρή και εναγώνια νοητική μάχη, καθώς προσπαθεί να επεξεργαστεί και να κατανοήσει την ίδια του τη ζωή.

 Υπάρχουν πολλές ψυχολογικές και φιλοσοφικές προεκτάσεις, δίνοντας έτσι στον θεατή τροφή για σκέψη και αναζήτηση.

Γιώργος Κιουρτσίδης

Ένα ξαφνικό γεγονός έρχεται να ανατρέψει τη ζωή ενός τραπεζικού υπαλλήλου, ο οποίος ζει με την οικογένειά του μια φαινομενικά συμβατική ζωή. Μια αναπάντεχη είδηση θα τον οδηγήσει στον απολογισμό των επιλογών του, των σχέσεών του και της ίδιας του της ύπαρξης. Θα βρεθεί αντιμέτωπος με τους μεγαλύτερους φόβους του, αλλά και με τις πιο τολμηρές του φαντασιώσεις. Θα αναμετρηθεί με τον εαυτό του, με πολλά και με τίποτα, αναζητώντας μέχρι το τέλος ένα ουσιαστικό νόημα.

Στο «Μισό του μηδέν», ο Μηνάς Βιντιάδης ξεκινά από μια σχεδόν κινηματογραφική συνθήκη: ένας άντρας ονειρεύεται ότι κερδίζει δέκα εκατομμύρια ευρώ σε τυχερό παιχνίδι. Το όνειρο μοιάζει τόσο αληθινό, ώστε αποφασίζει να το διηγηθεί στη γυναίκα του, στην κόρη του και στον καλύτερό του φίλο. Εκείνοι τον ακούν και, με έναν παράξενο τρόπο, συμπεριφέρονται σαν τα χρήματα να έχουν πράγματι κερδηθεί.

 Και τότε το όνειρο γίνεται πραγματικότητα.

Ή τουλάχιστον έτσι μοιάζει.

Λίγες μέρες αργότερα ο άντρας εξαφανίζεται, έχοντας μαζί του το αμύθητο ποσό. Όταν επιστρέφει, η ζωή των ανθρώπων γύρω του έχει ήδη αλλάξει. Παρεμπιπτόντως, έχει αλλάξει και η δική του ζωή. Ωστόσο, τα χρήματα, όσο μεγάλη δύναμη κι αν έχουν, δεν είναι τελικά το πιο επικίνδυνο πράγμα στην ιστορία.

Το πιο επικίνδυνο είναι η μνήμη.

Ο σκηνοθέτης, ακολουθώντας τη δομή του έργου στήνει ένα παιχνίδι, όπου η πραγματικότητα διαρκώς γλιστρά κάτω από τα πόδια των ηρώων. Οι αναμνήσεις δε λειτουργούν ως ασφαλές καταφύγιο. Δεν είναι ένα αρχείο στο οποίο επιστρέφουμε για να ανασύρουμε με ακρίβεια όσα συνέβησαν. Είναι υλικό εύπλαστο, ευάλωτο στην επιθυμία, στον φόβο, στην ενοχή και στην ανάγκη μας να αφηγηθούμε διαφορετικά τη ζωή μας.

Ο κεντρικός ήρωας (πολύ καλός ο Θοδωρής Πολυζώης) βρίσκεται αντιμέτωπος με αυτήν ακριβώς τη ρωγμή. Θεωρεί πως όσα θυμάται αποτελούν πιστά αντίγραφα του παρελθόντος. Σταδιακά όμως, ανακαλύπτει ότι κάθε ανάκληση μπορεί να είναι και μια καινούργια εκδοχή της ίδιας ιστορίας. Και κάπου εκεί το ερώτημα παύει να αφορά μόνο εκείνον.

 Αξιοσημείωτες οι ερμηνείες των συμπρωταγωνιστών του στους ρόλους του φίλου, της συζύγου και της κόρης , αυτών των ξυπόλυτων οικείων αερικών, που κυριολεκτικά στριφογυρίζουν στον λαβύρινθο του νου του.

Ο Αλέξανδρος Ζαφειριάδης, η Ελένη Τέτουλα κι η Ρέα Καραδέδου – Ισουά, μας ταξιδεύουν στην υπόθεση σουρεαλιστικά μεν, υπαρξιακά δε!

Ο στόχος της παράστασης είναι να γεννήσει ερωτήσεις, τις απαντήσεις των οποίων καλούνται να δώσουν οι θεατές. Πόσο καλά γνωρίζουμε τους ανθρώπους που αγαπάμε; Και πόσο καλά γνωρίζουμε τον εαυτό μας;

Οι ήρωες τοποθετούνται σε ένα περίπλοκο τοπίο, όπου η αλήθεια δεν είναι ποτέ απολύτως ασφαλής. Η οικογένεια, η φιλία, οι παλιές σχέσεις, οι κοινές αναμνήσεις, όλα όσα θεωρούμε δεδομένα, μπορούν ξαφνικά να αποκτήσουν μια δεύτερη ανάγνωση. Μια ανάγνωση που αλλάζει το παρελθόν, αλλά και το παρόν.

Και, ίσως, αυτό να είναι το διακύβευμα. Ότι πίσω από την ιστορία ενός ανθρώπου που κερδίζει ένα τεράστιο ποσό, κρύβεται μια ψυχανάλυση για την ανθρώπινη ανάγκη να επινοεί τη δική της αλήθεια.

Ο ίδιος ο Μηνάς Βιντιάδης περιγράφει τον ήρωά του, ως έναν άντρα που γίνεται έρμαιο του μυαλού του, που τον οδηγεί να πιστεύει πως οι αναμνήσεις του είναι πιστά αντίγραφα στιγμών του παρελθόντος, ενώ στην πραγματικότητα μεταμορφώνονται κάθε φορά που επιστρέφει σε αυτές.

Κι έτσι, πίσω από τα εκατομμύρια, το ψέμα και την εξαφάνιση, το κείμενο ανοίγει μια πολύ πιο προσωπική συζήτηση: τι κρατάμε από τη ζωή μας και τι ξαναγράφουμε χωρίς καν να το αντιλαμβανόμαστε;

Πιθανώς, η μνήμη να μην είναι ο μηχανισμός που διασώζει το παρελθόν, αλλά ο τρόπος με τον οποίο το παρελθόν συνεχίζει να μας διαμορφώνει.

Και μέσα σε αυτή τη συνθήκη η απόδοση στη σκηνή αφήνει χώρο και για κάτι ακόμη: το συναίσθημα. Για όσα δεν καταγράφονται εύκολα, για όσα το μυαλό παραμορφώνει ή κρύβει, αλλά επιστρέφουν από έναν διαφορετικό δρόμο.

«Το μισό του μηδέν» είναι ένα ψυχογράφημα της φύσης μας, γραμμένο με τρυφερότητα και ευαισθησία. Τα πρόσωπα του έργου καλούνται να αντιμετωπίσουν τις απρόβλεπτες εκδοχές της ζωής είτε αυτές προκύπτουν από την τύχη είτε από την ατυχία, αποκαλύπτοντας τις πολλαπλές όψεις της ανθρώπινης υπόστασης.

Ακροβατώντας ανάμεσα στο όνειρο και τον εφιάλτη, τη φαντασία και την πραγματικότητα, ο σκηνοθέτης χειρίζεται με δεξιοτεχνία τα διαφορετικά επίπεδα τόπου και χρόνου, μέσα σε ένα σκηνικό σύμπαν, όπου η φαντασία και η πραγματικότητα διαπλέκονται, όπως η περιπλάνηση μέσα σ’ έναν λαβύρινθο, όπου η έξοδος είναι το κερδισμένο στοίχημα, εφόσον υπάρξει έξοδος.

Χρησιμοποιώντας το εύρημα του αναπάντεχου γεγονότος δοκιμάζει τα όρια των ανθρώπινων σχέσεων και διερευνά την ειλικρίνεια, την αγάπη και τη σταθερότητά τους, διεισδύοντας κάτω από την επιφάνεια των κοινωνικών συμβάσεων.

 Οι ερμηνείες των τεσσάρων ηθοποιών πειθαρχημένες στη σκηνοθετική γραμμή, η μουσική του Γιώργου Μάρκου και οι φωτισμοί του Γιάννη Τούμπα συνεπικουρούν στη μυστηριώδη, σουρεαλιστική ατμόσφαιρα, ενώ το λευκό των κοστουμιών και του σκηνικού θυμίζει κενά μνήμης, όμως στιγματίζεται από το μαύρο κοστούμι του κεντρικού ήρωα, σαν ένα παράθυρο στην άνοια, σαν ένα βιολογικό ρολόι που οδεύει στο μηδέν και του απέμεινε το μισό του, μπορεί και το αντίστροφο, όσον αφορά στα χρώματα.

Διάρκεια παράστασης: 75′

*Κατάλληλο για θεατές άνω των 12 ετών

Συντελεστές

Συγγραφέας: Μηνάς Βιντιάδης

Σκηνοθεσία: Γιώργος Κιουρτσίδης

Σκηνικά – Κοστούμια: Άννα-Μαρία Αγγελίδου

Μουσική: Γεώργιος Μάρκος

Φωτισμοί: Γιάννης Τούμπας

Video Art: Άντα Λιάκου

Βοηθός φωτιστή: Τουλίν Οσμάν

Οργάνωση παραγωγής: Πέτρος Κοκόζης

Φωτογραφίες: Mike Rafail

*Βοηθός σκηνοθέτη στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης: Μαρία ΑλεξούδΗ

Διανομή

Αλέξανδρος Ζαφειριάδης – Βήτα

Ρέα Καραδέδου Ισουά – Κόρη

Θοδωρής Πολυζώνης – Άλφα

Ελευθερία Τέτουλα – Γυναίκα

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα