Πολιτισμός
«Πράγα» του Javier de Dios (Χαβιέρ δε Διός) στο Φουαγιέ της Ε.Μ.Σ. από το Κ.Θ.Β.Ε.
Πρόλογος
Όταν ο καθωσπρεπισμός της ελίτ κοινωνίας αποδεικνύεται φοβικό σύνδρομο και τρομάζει τον μικρόκοσμο που ανήκει στη διαφορετικότητα, όταν από ευυπόληπτες «κιβωτούς αγάπης» ρέει η απαξίωση των κακόμοιρων πληβείων και η εκμετάλλευση υλικών παροχών προς όφελος τιτλούχων, όταν το ανάθεμα στον φιλομόφυλο παρία μετατρέπεται σε εκούσια δολοφονία, είναι παρήγορο για την ντόπια κοινωνία να βάζει ένας μεγάλος φορέας πολιτισμού το δάχτυλο στην πληγή, να θέτει σε ένα ευρύ κοινό ερωτήματα όπως, το δικαίωμα στην αγάπη, στην ένωση, στη ζωή, ανήκει μόνο σ’ αυτούς που γεννήθηκαν με προίκα την ετεροσεξουαλικότητα; Παράλληλα, να δίνει την ευκαιρία στους «ορθολογιστές» να επαναπροσδιορίζουν συμπεριφορές απέναντι στους συνανθρώπους τους. Αυτό ακριβώς κάνει το Κ.Θ.Β.Ε. με την παράσταση που ανέβασε στο Φουαγιέ της Ε.Μ.Σ.
«Η Πράγα» έκανε πρεμιέρα στη Μαδρίτη το 2013 σε σκηνοθεσία του συγγραφέα με τον θίασο La Barca Teatro. Παραστάθηκε σε διάφορους χώρους μέχρι το 2017. Εκδόθηκε από τις Ediciones Antígona και μεταφράστηκε στην κροατική, ιταλική και αγγλική γλώσσα με τη συνεργασία της Fundación SGAE. Η αγγλική μετάφραση δημοσιεύτηκε στη συλλογή Estreno Spanish Plays (2017) στις ΗΠΑ και έκανε πρεμιέρα στο New Jersey Repertory Theatre (2017), με τη μορφή θεατρικού αναλογίου. Έχει ανεβεί και στο Μιλάνο την ίδια χρονιά , με τη συμμετοχή του La Barca Teatro και τώρα παρουσιάζεται στη Θεσσαλονίκη από το Κ.Θ.Β.Ε. σε μετάφραση της Μαρίας Χατζηεμμανουήλ.
Υπόθεση
Ο Μπένι και ο Χάρης είναι ζευγάρι για μια εικοσαετία. Η στενή φιλία τους με τη Σουζάνα διαρκεί περισσότερο. Είναι μια καλοκαιρινή βραδιά (τοποθετείται από τη σκηνοθεσία στη Θεσσαλονίκη), όπου οι δυο τους έχουν ετοιμάσει ένα δείπνο γι’ αυτήν: ωραίο φαγητό, ωραίο κρασί, ωραία μουσική, καλή διάθεση.
Και οι τρεις τους απολαμβάνουν το δείπνο με απόλυτη εμπιστοσύνη στη σχέση τους, απολαμβάνουν το χιούμορ, τα όμορφα συναισθήματα που γεννάνε οι ωραιότερες αναμνήσεις τους, χαίρονται την ευφρόσυνη ατμόσφαιρα της συνάντησης. Δεν έχουν υπολογίσει, όμως, ένα υπόγειο παιχνίδι που γεννιέται στη βραδιά ανάμεσα στη Σουζάνα και στον Μπένι. Ούτε περίμεναν να εμφανιστούν θαμμένα ένοχα μυστικά, απροσδόκητες εκπλήξεις και να δημιουργηθούν νευρικές εξάρσεις, ώστε να βάλουν σε δοκιμασία την αγάπη και τη φιλία τους.
Ποιος γνωρίζει πραγματικά τον σύντροφό του; Ενοχλητικά τα ερωτηματικά. «Κι αν το παρελθόν δεν είναι όπως το θυμόμαστε»; «Κι αν το μέλλον δε θα δεχτεί τα όσα σχεδιάζουμε»; «Από τι κρυβόμαστε τώρα»;
Ανάμεσα στα λάθη και στον πυρετό της βραδιάς, ανάμεσα στα γέλια και στις αναπάντεχες αποκαλύψεις, μόνο ένα πράγμα παραμένει σαφές για τον Μπένι, τη Σουζάνα και τον Χάρη: υπάρχει πάντα ένα μέρος στο οποίο θέλουν να γυρίσουν. Και αυτό το μέρος είναι η Πράγα.
«Η Πράγα» του Χαβιέρ δε Διός είναι ένα έργο για τρεις χαρακτήρες και έναν μοναδικό χώρο – το σαλόνι του σπιτιού των Μπένι και Χάρη- που παίζει με τις συμβάσεις της κοσμικής κωμωδίας, για να προσεγγίσει μέσα από αυτές, ειρωνικά, ένα θέμα που, συνήθως, απέχει πολύ από μια συνθήκη αγάπης, φιλίας και χρόνου. Τις σχέσεις ενός μακρόβιου ζευγαριού ανδρών με μια φίλη από τα νεανικά τους χρόνια, το έργο τις θέτει σε σκληρή δοκιμασία.
Με αφορμή τη διαφωνία των δυο αγοριών, γύρω από το θέμα της υιοθεσίας ενός παιδιού, μία απόφαση που τους φέρνει αντιμέτωπους με την υπαρξιακή ανάγκη για συνέχεια, την ανάληψη ευθυνών, τον φόβο της μετάβασης σε μια διαφορετική καθημερινότητα, με το πέρασμα στη συνθήκη της γονεϊκότητας, ο συγγραφέας αναδεικνύει σύγχρονα κοινωνικά ζητήματα, έτσι όπως φωτίζονται μέσα από τις διαπροσωπικές σχέσεις και από τα σημερινά αδιέξοδα.
Ανάγνωση
Ένα κοινωνικό, ευαίσθητο και σύγχρονο κείμενο είναι «Η Πράγα», που διαθέτει το ταλέντο, την ικανότητα εκείνων που ξέρουν να αφηγούνται πολύ καλά ιστορίες ξεχωριστών προσώπων. Τρεις υπέροχοι χαρακτήρες ανεβάζουν ψηλά το έργο, φέροντες λαμπερό παράσημο την αξιοπιστία σε αυτό που ζουν και νιώθουν, σε μια πολύ ιδιαίτερη υπόθεση που, αν δεν είχε κατακτηθεί από τον δημιουργό του η τέχνη της καλής δραματουργίας, θα έχανε το στοίχημα της κατήχησης, της ψυχαγωγίας και της διασκέδασης. Ο Javier de Dios το κέρδισε.
Πρωταγωνιστές είναι ένα σταθερό γκέι ζευγάρι που, στην πιο κρίσιμη στιγμή της σχέσης τους, σκέφτονται να γίνουν γονείς. Η κοινή τους κολλητή, Σουζάνα, θα είναι η εκλεκτή μητέρα, σε περίπτωση που καταλήξουν σε συμφωνία, κάτι που ικανοποιεί τα τρία εμπλεκόμενα μέλη. Ανασφάλειες, μισές αλήθειες, κλεμμένα φιλιά, ψεύτικοι εραστές, κοινό παρελθόν και πολλά ποτήρια κρασί αργότερα. Αυτό το τρίγωνο καταλήγει να γίνει κάτι παραπάνω από οικείο στους θεατές, γιατί οι χαρακτήρες είναι πολύ καλά σκιαγραφημένοι και είναι εύκολο να τους αναγνωρίσουν είτε σε κοινούς φίλους είτε στον εαυτό τους.
Ο μισάνθρωπος και εγωιστής διανοούμενος, ο αφοσιωμένος εραστής, ικανός να εγκαταλείψει τις δικές του ανάγκες για να ικανοποιήσει τον άλλον, η φαινομενικά επιπόλαιη γυναίκα, που ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο, με το συνεχές ξόδεμα του εαυτού της. Το πέρασμα του χρόνου μετατρέπει αδυσώπητα όλους αυτούς σε κωμικοτραγικούς χαρακτήρες, επειδή είναι ευάλωτοι, συναισθηματικοί αλλά και αλαζόνες.
Ο συγγραφέας
Ο Javier de Dios (Μαδρίτη, 1966) είναι θεατρικός συγγραφέας και διευθυντής του Κέντρου Τεκμηρίωσης Παραστατικών Τεχνών και Μουσικής του INAEM-Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού. Φιλόλογος και δάσκαλος, το 1996 ίδρυσε την εταιρεία La Barca Teatro, με την οποία ανεβάζει δικά του κείμενα αλλά και άλλων συγγραφέων έκτοτε.
Ως συγγραφέας, πολλά από τα περισσότερα από τριάντα έργα που συνθέτουν τη δραματική του παραγωγή έχουν επιμεληθεί και μεταφραστεί, συγκεκριμένα στα αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, ρουμανικά και κροατικά. Τα κείμενά του περιλαμβάνουν Trilogía de la Emprendedora (2018), Iván (2017), Praga (2013), Food for Fish (2005; Euskadi Literature Award 2006), Social Skills (2007), Chicken for China (2013), Defenceless (2002) ήΕυκαιρίες (2014). Επίσης εκδοχές και δραματουργίες, όπως αυτά που ετοιμάζονται για το Teatro de la Zarzuela με βάση το La marchenera ή το La dogaresa.
Ως δάσκαλος, υπήρξε δάσκαλος Ισπανικής Γλώσσας, Λογοτεχνίας, Θεάτρου και Παραστατικών Τεχνών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση από το 1990 έως το 2018, καθώς και καθηγητής Δραματικής Γραφής και Θεατρικής Συγγραφής στην Τάξη Θεάτρου και στη Σχολή Συγγραφής του Πανεπιστημίου της Αλκαλά, μεταξύ 1998 και 2010.
Έχει μεγάλη εμπειρία στη σκηνοθεσία και τη διδασκαλία θεάτρου από και για τους νέους, πτυχές για τις οποίες έχει διδάξει μαθήματα σε διαφορετικά σχολεία και ιδρύματα και για τις οποίες έχει λάβει διάφορα βραβεία. Από το 2014 έως το 2018 διετέλεσε γενικός γραμματέας της Ένωσης Συγγραφέων και Συγγραφέων Θεάτρου (ΑΑΤ).
Ομαλοποιήστε την παρουσία της συλλογικότητας LGBTIQA+
Κέρδισε τον Διεθνή Διαγωνισμό XV Leopoldo Alas Mínguez (2021 LAM Award). Το Ίδρυμα SGAE και ο Πολιτιστικός Σύλλογος Visible αθλοθετούν αυτό το βραβείο κάθε χρόνο, με στόχο να υποστηρίξουν και να τονώσουν τη δημιουργία νέων θεατρικών κειμένων που δίνουν προβολή στη συλλογικότητα LGBTIQA+. Ο συγγραφέας έλαβε αυτό το βραβείο για το έργο του «An Italian Song», ένα συγκινητικό και λεπτό κείμενο για τις σχέσεις μιας οικογένειας (πατέρας, μητέρα και γιος, ο οποίος ανακαλύπτει νωρίς την ομοφυλοφιλία του) στην Ισπανία της δεκαετίας του εβδομήντα. Το συγκεκριμένο έργο είναι κι ένας φόρος τιμής σε όλους εκείνους που τόλμησαν να ανοίξουν δρόμο, για τη δημιουργία μιας νέας openminded χώρας.
Η παράσταση
Και αν έχουμε ήδη μιλήσει θετικά για το κείμενο, η σκηνοθεσία είναι, επίσης, άψογη σε όλες τις συναισθηματικές αποχρώσεις του. Σκηνοθεσία και δραματουργική επεξεργασία από τον Θέμη Θεοχάρογλου, ο οποίος συλλογίστηκε τον κλασικό τόνο απόδοσης, με τη βεβαιότητα ότι το «ιδιαίτερο» όταν το χρωματίζεις «καθολικό», περνάει πάντα στο κοινό.
Σημειώνω ότι, καθώς το κείμενο δεν εμπίπτει σε άγνωστα στερεότυπα, πέρα από αυτά που αναγνωρίζουμε όλοι, όπως η προσδοκία ότι ο άνθρωπος που ανήκει σε μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα έχει όλα τα χαρακτηριστικά της, οι τρεις πρωταγωνιστές – εξαιρετικοί ηθοποιοί του Κ.Θ.Β.Ε. – δίνουν στους ήρωες «Χάρη», «Μπένι» και «Σουζάνα», θέση στην κοινωνίας μας, χωρίς να αγγίξουν την υπερβολή ή το ψέμα. Μετατρέπουν τους χαρακτήρες σε μοτίβο, σύμφωνα με αυτά που βιώνουν, και το κάνουν ήρεμα, σιγά- σιγά, μεγιστοποιώντας την ένταση, ανάλογα με εκείνη που εκλύει η ιστορία.
Η παράσταση κυλάει ευχάριστα, ντυμένη με τζαζ μουσική, λίγο αργεντίνικο τάνγκο, πολλή κινηματογραφική μουσική και στο φινάλε ελληνική, η οποία έρχεται μέσα από μια ραδιοφωνική εκπομπή που αγαπά τα γράμματα ακροατών, ενώ ο θεατής απολαμβάνει τα χαρακτηριστικά στοιχεία κωμωδίας, όπως ρυθμό, έξυπνο χιούμορ, συνεργασία ηθοποιών, φλύαρες σιωπές, μουσικά ταξίδια και ενδιαφέρουσα πλοκή με μυστικά και ψέματα, με κρυμμένες αλήθειες, με υπεκφυγές και «κράξιμο», αλλά και με ανατροπές και παρεξηγήσεις.
Οι ερμηνείες τρων τριών ηθοποιών του Κ.Θ.Β.Ε, εντυπωσιακές. Η Σουζάνα της Λουκίας Βασιλείου, απολαυστική. Είναι μια χαριτωμένη γυναίκα που διψά για ζωή, που την ξοδεύει και το χαίρεται, που ζει το σήμερα με ένταση και πάθος και που ξέρει καλά να κρύβει τις πληγές της. Κυριολεκτικά οργώνει τη σκηνή και είναι χάρμα ιδέσθαι σαν γυναίκα και σαν ρόλος.
Ο Γιάννης Τομάζος παραγκωνίζει το οτιδήποτε ωφελιμιστικό, για χάρη του ονείρου της τεκνοποιίας, ενώ μπολιάζει με όρεξη το δυναμικό του «εγώ» στο ζητούμενο «εμείς. Ο χαρισματικός ηθοποιός πλάθει έναν αξιολάτρευτο χαρακτήρα, έχει απίστευτη ενέργεια, ελίσσεται αξιοθαύμαστα ανάμεσα στο κωμικό και το κωμικοτραγικό, θυμίζει έντονα φιγούρα Τσάρλι Τσάπλιν ή Τζιν Γουάιλντερτ, κερδίζει από την έναρξη, ακόμη, το κοινό.
Ο γυμνασμένος Χρήστος Μαστρογιαννίδης είναι ο macho Χάρης, που ταλανίζεται από αμφιβολίες για μια μακρόβια υγιή σχέση, ενώ βαδίζει μέσα της μ’ ένα βήμα μπρος κι ένα πίσω. Ο σκηνοθέτης τον θέλησε αψύ, τραχύ, αδρό, σκληρά αρρενωπό, το άλλο άκρο της σχέσης, εγώ θα τον ήθελα λιγότερο μονοκόμματο, όχι τόσο άκαμπτο. Θα μπορούσε, ίσως, να σπάσει κάπως, να ξεχάσει τον επικό τόνο στις εξάρσεις του, να γίνει πιο γήινος, πιο αληθινός στις τρυφερές στιγμές του ζευγαριού. Ωστόσο, προσπαθεί φιλότιμα ο Χρήστος Μαστρογιαννίδης να ακολουθήσει τη σκηνοθετική γραμμή.
Σκηνικός χώρος και πλατεία ενώνονται σε μια εικαστική συμμετοχική εγκατάσταση αποτελούμενη από διαφορετικές καρέκλες που η κάθε μια φέρει μια διαφορετική ταυτότητα, μνήμη και σωματικότητα. Το δε δάπεδο, χαρούμενο, στα χρώματα του ουράνιου τόξου.
Τα φιλοξενούμενα άτομα προσκαλούνται να αφήσουν τα παλτό τους σε stand ρούχων, έτσι ώστε τα καθημερινά προσωπικά τους στοιχεία συμμετέχουν με έναν ιδιότυπο τρόπο στο συνολικό εγχείρημα. Σφαιρική-περιμετρική όραση 360 μοιρών. Αφήνοντας τον χώρο να μιλήσει με αυτονομία και εμπνεόμενα από την ημικυκλική του μορφή, φέρνουμε στο φως όλες τις πλευρές του.
Εδώ σκοτεινά σημεία δεν υπάρχουν, όλα είναι συμπεριληπτικά. Ένας από τους στόχους της εικαστικής εγκατάστασης είναι η βιωσιμότητα και η DIY πρακτικές μέσω της ανακύκλωσης και της αξιοποίησης των ήδη υπαρχόντων υλικών του Κρατικού Θέατρου.
Μια ιδιότυπη συνεργασία είναι αυτή με τον δημιουργό Άγγελο Μέντη και η χρήση ενός συγκεκριμένου αριθμού (7) σκηνικών κατασκευών του, οι οποίες μετατράπηκαν σε μια άλλη μορφή και επεξεργάστηκαν καλλιτεχνικά.
Η πρόταση του Javier de Dios είναι απλή και πολύ κοντινή μας και, παρά τη σίγουρη συστολή του, όσον αφορά την ενσωμάτωση του κοινού στη σκηνή, η παραγωγή του Κ.Θ.Β.Ε. κερδίζει πόντους λόγω εύστοχης διαμόρφωσης του χώρου, όπου παίζεται η παράσταση.
Φυτά από διαφορετικά σημεία της πόλης αναδεικνύουν την περμακουλτούρ (η «permaculture» πραγματεύεται τη δημιουργία ενσυνείδητα σχεδιασμένων οικοσυστημάτων, στα οποία η ανθρώπινη δραστηριότητα μπορεί να ενταχθεί και να αναδειχθεί ως αναγεννητικός και σταθεροποιητικός παράγοντας), με τελική ευχή, μετά την ολοκλήρωση του project, τα φυτά να γίνουν κομμάτι φροντίδας του κτιρίου και των ατόμων που δραστηριοποιούνται στον Οργανισμό.
Η εικαστική εγκατάσταση είναι συμπεριληπτική και επιθυμεί να αναπτύξει ετερόκλητους διαλόγους με τα άτομα το χώρο και το κτίριο, όπως αναφέρεται και στο καλλιτεχνικό σημείωμα της παραγωγής .
Επίλογος
«Η Πράγα» εμβαθύνει σε θέματα όπως: πώς μεγαλώνουμε, με ποιες προσλαμβάνουσες, πώς μπορούμε να κρατήσουμε τις αρετές που έχουμε βιώσει και να απαλλαγούμε από τον εγωισμό και την αποθάρρυνση για εξέλιξη, πώς να ανιχνεύσουμε την καλοσύνη ή την τοξικότητα, πώς να εδραιώσουμε την αυτοπεποίθησή μας στο παρόν και πώς να αντιμετωπίσουμε λογικά και ψύχραιμα το μέλλον.
«Η Πράγα» είναι, εν ολίγοις, μια βιταλιστική πρόποση για το παρόν και το μέλλον μιας γενιάς που κατέκτησε τις προσωπικές και σεξουαλικές ελευθερίες στη δεκαετία του ‘80 και που, σήμερα, συνεχίζει να απολαμβάνει τις ίδιες ελευθερίες ή να υπερασπίζεται την αναγνώριση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Μια αξιοπρέπεια που ανήκει σε όλους, επειδή οι πτυχές της αναταραχής και της νηνεμίας είναι κοινές σε κάθε ζευγάρι, αλλά και σε κάθε αυτόνομη ανθρώπινη μονάδα, ανεξάρτητα από τον σεξουαλικό τους προσανατολισμό.
Η υπόθεση εξελίσσεται στη Θεσσαλονίκη, όπως θέλει η σκηνοθεσία, αν και η Ισπανία είναι χιλιόμετρα μπροστά σε ανάλογα θέματα, ωστόσο, η παράσταση επιβεβαιώνει ότι η Ελλάδα, σε ό,τι αφορά τα ζητήματα ΛΟΑΤΚΙ+, κινείται με δύο ταχύτητες ταυτόχρονα: επιταχύνει σε μεγάλο αριθμό μεταρρυθμίσεων, ενώ κινείται βραδέως ή μένει εντελώς στάσιμη στο ζήτημα αναγνώρισης του γάμου ομόφυλων ζευγαριών και της παρεπόμενης τεκνοθεσίας.
Συντελεστές
Μετάφραση: Μαρία Χατζηεμμανουήλ
Σκηνοθεσία -Δραματουργική επεξεργασία: Θέμης Θεοχάρογλου
Εικαστική εγκατάσταση- Σχεδιασμός κοστουμιών: Νεφέλη Μυρτίδη
Μουσική: Σπύρος Παρασκευάκος
Φωτισμοί: Ζωή Μολυβδά Φαμέλη
Βοηθός Σκηνοθέτη: Σίσσυ Θεοφίλου
Βοηθός Σκηνογράφου -ενδυματολόγου: Σόνια – Μαρία Καϊτατζή
Οργάνωση Παραγωγής: Φιλοθέη Ελευθεριάδου
Παίζουν οι ηθοποιοί: Λουκία Βασιλείου (Σουζάνα), Χρήστος Μαστρογιαννίδης (Χάρης), Γιάννης Τομάζος (Μπένι)
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
You may like
Πολιτισμός
«Λαχταρώ» της Σάρα Κέιν από το ΚΘΒΕ
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
“Η Σάρα Κέην πέθανε τραγικά. Ήταν τόσο μεγάλος και τόσο βαθύς ο τρόμος του κόσμου. Δεν τον άντεξε. Ήταν γυμνή. Απροστάτευτη. Γυμνά είναι και τα έργα της. Τρομαγμένα. Τρομερά.”
Χάρολντ Πίντερ, 5.2.2001
(Γραμμένο ειδικά για την παράσταση του “Καθαροί, πια” από τη “Νέα Σκηνή”)
Το εμβληματικό έργο της σπουδαίας Βρετανίδας δραματουργού «Λαχταρώ» ζωντανεύει στη σκηνή του Φουαγιέ θεάτρου της Ε.Μ.Σ., με καθαρότητα, τόλμη και βαθιά ευαισθησία, αναδεικνύοντας τον υπαρξιακό πυρήνα του κειμένου.
Τέσσερις φωνές αλληλοσυμπληρώνονται σε μια ιδιότυπη αφήγηση -μετέωρη στον χρόνο και στον χώρο σε ένα έργο που μιλάει για τις επώδυνες διαδρομές διαφυγής του μυαλού από τα τραύματα.
Γραμμένο λίγους μήνες πριν την αυτοχειρία, το «Λαχταρώ» (Crave, 1998), είναι η τολμηρή απόπειρα της ίδιας της Κέιν να βυθιστεί στα μύχια των φόβων της και να τους καταγράψει μέσα από ένα παλίμψηστο δραματουργικών μοτίβων και προσωπικές της εξομολογήσεις.
Αυτό είναι το τέταρτο και προτελευταίο έργο μιας ψυχικά διαταραγμένης νεαρής γυναίκας που, σε ηλικία 28 ετών (το 1999), κρεμάστηκε στο μπάνιο ενός νοσοκομείου. Δύο μέρες πριν, μια συγκάτοικός της είχε αποτρέψει την προηγούμενη απόπειρα αυτοκτονίας της. Με τη σοφία τής εκ των υστέρων γνώσης, είναι εύκολο να θεωρήσουμε το «Crave» ως το παρατεταμένο σημείωμα αυτοκτονίας ενός κλινικά καταθλιπτικού και, ως εκ τούτου, αυτοκαταστροφικού μυαλού.
Κείμενο, σε αποσπασματικό ύφος εμπνευσμένο από το έργο « Η Έρημη Χώρα» του Τ.Σ. Έλιοτ, το» Crave» ορίζει τέσσερις φωνές – χαρακτήρες, που αναγνωρίζονται μόνο ως Α, Β, Γ και Μ ( Β – Ιωάννης Αθανασόπουλος, Μ – Μομώ Βλάχου, Γ – Άννα Ευθυμίου, Α – Γιάννης Παρασκευόπουλος) σε διακειμενικό διάλογο που μετέφρασε ο Αντώνης Γαλέος.
Η απόδοση του Αντώνη Γαλέου καταφέρνει να διατηρήσει τον «κοφτό», νευρώδη ρυθμό της Κέιν, μετατρέποντας την αγγλική απόγνωση σε έναν ζωντανό, ελληνικό συναισθηματικό χείμαρρο.
Κοινή μοίρα ή καταγωγή όλων τους τα λόγια της M: «Αν αυτοκτονήσεις, θ’ αναγκαστείς να επιστρέψεις και να τα ξαναπεράσεις. Όλα. Και πάλι».
Οι ήρωες του έργου αποζητούν απελπισμένα τον έρωτα, γνωρίζουν όμως καλά ότι για να αποκτήσουν την ευτυχία πρέπει να ρισκάρουν τον ολοκληρωτικό ψυχικό, ίσως και σωματικό τους, αφανισμό. Γιατί ο έρωτας είναι ταυτόχρονα η ελπίδα και η συντριβή τους. Όπλα τους είναι οι λέξεις, οι κραυγές, τα θραύσματα αναμνήσεων, η ποίηση, τα όνειρα και οι εφιάλτες τους.
Σε αυτό, το ΚΘΒΕ τα κατάφερε άψογα, επιλέγοντας ένα άγονο σκηνικό (Αλεξάνδρα Μπουσουλέγκα, Ράνια Υφαντίδου) με τους τέσσερις ηθοποιούς να παραμένουν στο ίδιο μέρος για ολόκληρη την πράξη, φωτισμένο με χρώματα και σκιές.
Ο σχεδιασμός φωτισμών από τη Δήμητρα Αλουτζανίδου, αξιοποιεί στον – όχι βολικό – χώρο του Φουαγιέ του θέατρου της ΕΜΣ, ευτυχώς εύστοχα, ποιότητες και χαρακτηριστικά, όπως ένταση, μορφή, κίνηση, κατεύθυνση, χρώμα, δημιουργώντας μία ιδιαίτερη «παρτιτούρα», ένα «σενάριο» για την εξέλιξη της φωτιστικής ιστορίας μέσα στην παράσταση.
Η σκηνοθεσία συμπληρώνει τέλεια την αποπροσανατολιστική φύση του κειμένου, με την έλλειψη φυσικής αλληλεπίδρασης μεταξύ των ηθοποιών, και αποτυπώνει τον απομονωτικό αντίκτυπο που έχουν εμπειρίες, όπως ο βιασμός, η αιμομιξία, ο εθισμός στα ναρκωτικά και η παιδοφιλία.
Η κύρια οπτική εστίαση παρέχεται από προβολές σε πλάνα κομμένα, ώστε να μοιάζουν με θραύσματα σπασμένου γυαλιού (το οποίο, αν και από μόνο του ένα φθαρμένο τροπάριο, λειτουργεί καλά σε αυτό το πλαίσιο), αντανακλώντας ιδέες κατακερματισμού της ταυτότητας που διατρέχουν όλο το έργο.
Το «Λαχταρώ» σηματοδοτεί μια αλλαγή στο στυλ της Κέιν, από το τολμηρό, προκλητικό και αυθάδες, σε μια προσπάθεια για κάτι πιο ποιητικό, αλλά το αποτέλεσμα είναι ένας ιδιόμορφος συνδυασμός των δύο.
Ούτε αρκετά αφηρημένο για να προκαλέσει στοχασμό ούτε αρκετά γραφικό για να σοκάρει, παράγει φράσεις όπως «Πού πήγε η προσωπικότητά μου… Είμαι συναισθηματικός λογοκλόπος», οι οποίες (για μένα) δε μεταφέρουν την πολυπλοκότητα των ζητημάτων που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν.
Ενώ υπήρχαν κάποιες ατάκες που άφησαν περιθώρια για σκέψη, όπως η στιγμή που αποκαλύπτεται ότι οι κακοποιητές ενός παιδιού είναι ο πατέρας και ο παππούς του, το μεγαλύτερο μέρος του έργου έπεσε σε κουρασμένα στερεότυπα.
Ωστόσο, αρκετά χρόνια μετά την πρεμιέρα του «Crave», πολλοί συγγραφείς έχουν ασχοληθεί με αυτά τα ανατρεπτικά θέματα, που η παρουσίασή τους στο θέατρο δεν αποτελεί πλέον αιτία διαμάχης από μόνη της, και η γραφή της Κέιν είναι ανοιχτή σε σύγκριση με μεταγενέστερα κείμενα που έχουν ασχοληθεί με τα ίδια θέματα, όμως με μεγαλύτερη σαφήνεια και λεπτότητα. Απόψεις, θα πείτε. Έχετε δίκιο.
Επαινώ, όμως, την τόλμη του ΚΘΒΕ να παρουσιάζει έργα που είναι ταυτόχρονα «άβολα», «βρώμικα» αλλά και «όμορφα» και απαραίτητα για ρεπερτόριο μιας κρατικής σκηνής.
Το έργο έχει σχεδιαστεί για να δείξει ότι η θεατρική τέχνη είναι ισοδύναμη με την αφηρημένη τέχνη. Περιλαμβάνει τέσσερις χαρακτήρες, που ονομάζονται απλώς «Α», «Β», «Γ» και «Μ». Η δομή του είναι μη γραμμική, που σημαίνει ότι όταν μιλάει ο καθένας από τους χαρακτήρες, οι ατάκες του δεν ακολουθούν απαραίτητα κάποια συγκεκριμένη χρονολογική σειρά, ούτε το κοινό είναι πάντα σίγουρο σε ποιον απευθύνονται.
Υπάρχουν σημεία στο έργο, όπου ορισμένες συζητήσεις έχουν νόημα με την παραδοσιακή έννοια, αλλά το να ακούς τις φράσεις που λέγονται – κάτι αντίστοιχο με κείμενα του Σαίξπηρ- χρειάζεται λίγος χρόνος για να καταλάβεις τι συμβαίνει, πριν επιτευχθεί ένα επίπεδο σαφήνειας, άρα και κατανόησης.
Η Κέιν το σχεδίασε με αυτόν τον τρόπο, έτσι ώστε το κοινό να μην είναι ποτέ σίγουρο για τι ακριβώς πρόκειται. Τα «ονόματα» των χαρακτήρων έχουν νόημα για τη θεατρική συγγραφέα και ενώ θα μπορούσε να είχε αποδώσει ένα συγκεκριμένο ψευδώνυμο στα αρχικά, το αρνήθηκε, επειδή δεν ήθελε να περιορίσει το κοινό σε μια συγκεκριμένη αντίληψη.
Ήθελε τα υπονοούμενα να αναλυθούν από τους θεατές. Επομένως, το «Crave» δεν είναι για όλους, παράδειγμα για κείνους που αναζητούν μια αφήγηση εύκολη, με πλοκές χαρακτήρων που διδάσκουν κάτι ή που να έχει μια λυτρωτική κατάληξη.
Αντίθετα, για θετές που τους συνεπαίρνουν συναισθήματα όπως θυμός, θλίψη, χαρά κ.λπ., ως πιο πρωτόγονα, πιο ωμά, σαν αυτά που αποδίδονται περισσότερο στα ζωώδη ένστικτά μας, κόντρα στην ανθρώπινη φύση μας, τότε αυτή η παραγωγή είναι συγκλονιστική.
Το «Λαχταρώ» είναι ένα κείμενο σκέψης, με έντονη γραφή, που πρέπει να το αποκωδικοποιήσει ο θεατής και ο καλύτερος τρόπος είναι να το αφήσει να τον κυριεύσει.
Οι συζητήσεις για την υπόθεση ή το όποιο μήνυμα εκλύει, μπορούν να γίνουν αργότερα, μετά την αυλαία, κι όταν ωριμάσει η αναμόχλευσή της, θα έρθει και η κατανόηση. Αυτό σημαίνει ότι η αποστολή εξετελέσθη για τη Sarah Kane.
Αυτό που δεν αμφισβητείται, ωστόσο, είναι η ποιότητα της παραγωγής και της παρουσίασης του «Crave» από το ΚΘΒΕ.
Η σκηνοθεσία της Χατζηβασιλείου είναι εντυπωσιακή, η οπτική των θεατών απέναντι στις ερμηνείες των τεσσάρων ηθοποιών, είναι σαν να κοιτάζουν τις ζωές τους μέσα από μια βιτρίνα πολυκαταστήματος, με μια λίμνη νερού ανάμεσά τους, τόσο για να αντανακλώνται αυτά τα βαθιά συναισθήματα, όσο και για να προσδίδει το νερό μια λυτρωτική ποιότητα στις συνθήκες διαβίωσής τους.
Πρόκειται για ένα εξαιρετικό σχέδιο από την Χριστίνα Χατζηβασιλείου, με ηχητικά εφέ από τον Φίλιππο Θεοχαρίδη, που ξεκινά απαλά, αλλά η ένταση μεγεθύνεται καθώς η πλοκή γίνεται πιο σκοτεινή και πιο ωμή, καταφέρνοντας να απλώσει δίχτυα, ίσως φοβικά, αλλά και ποίησης, μέσω των εικόνων.
Όπως ανέφερα, ο διάλογος παρουσιάζεται με μη γραμμικό τρόπο και αυτό απαιτεί από τους ηθοποιούς να εκτελούν τις ατάκες τους γρήγορα και με τρόπο που να κρατά το κοινό σε αγωνία, άσχετα αν σε πολλές περιπτώσεις δεν απευθύνονται προς συγκεκριμένο αποδέκτη.
Είναι έργο πολύ γρήγορο, πολύ σύντομο και δομημένο σαν νοητικός χάρτης, για να προσπαθήσουμε να το διακρίνουμε σε πραγματικό χρόνο. Αυτό που είναι σαφές, ωστόσο, είναι η ποιότητα της απαγγελίας – αφήγησης – ερμηνείας, ανεξάρτητα από τη μέθοδο.
Ο Γιάννης Παρασκευόπουλος ως «Α», έχει μερικούς από τους μεγαλύτερους και πιο συναισθηματικά ποικίλους μονολόγους, και η μεταφορά τους γίνεται με απόλυτη ακρίβεια. Ο χαρακτήρας του είναι σαφώς προβληματισμένος και αγωνίζεται να αποδεχτεί έναν χαμένο έρωτα που φαίνεται ανεπανόρθωτος, λόγω σκοτεινών κι ανίερων πράξεών του.
Ο «Β» του Ιωάννη Αθανασόπουλου και η «Μ» της Μομώς Βλάχου, έχουν μια ανταλλαγή απόψεων που είναι άλλοτε τεταμένη κι άλλοτε ελαφρώς χιουμοριστική, αλλά και οι δύο είναι σαφώς προβληματισμένοι με τα δικά τους σοβαρά θέματα, ώστε το άγχος μεταφέρεται στις σχέσεις τους.
Η ΄Άννα Ευθυμίου ως Γ, δίνει μια έξοχη ερμηνεία, μιλώντας για κακοποίηση στην παιδική ηλικία, διπλασιάζοντας την αγωνία της και ξεστομίζοντας αγοραίες λέξεις από οργή, ενώ οι εκφράσεις της και το ηχόχρωμα της φωνής της δημιουργούν ένα σύμπαν – συνονθύλευμα συναισθημάτων που εκρήγνυνται στη ροή του έργου, άλλοτε με οργή, άλλοτε με ωμότητα κι άλλοτε με χιούμορ, πάντα με ρεαλισμό.
Πρόκειται για τέσσερις ιδιόμορφους χαρακτήρες, που ασχολούνται με πολύ δύσκολα ζητήματα, και τέσσερις εξαιρετικούς ηθοποιούς που ερμηνεύουν με ρεαλισμό το ωμό, χωρίς αναστολές έργο της Σάρα Κέιν, όπως εκείνη ήθελε να είναι.
Μοιράζονται τον χώρο και τον χρόνο αλλά κατοικούν σε διαφορετικές σφαίρες, ελεύθεροι να πιάσουν μια λέξη από την ιστορία κάποιου άλλου και να την κάνουν δική τους. Η σχέση του «εδώ και τώρα», ή οι αναμνήσεις από περασμένα περιστατικά, συχνά βάναυσες και ενοχλητικές, πλημμυρίζουν τη συνείδηση, αφηγούνται επεισοδιακά και στη συνέχεια υποβιβάζονται στις σκιές.
Ουσιαστικά, οι τέσσερις χαρακτήρες κινούνται ανάμεσα στην ελπίδα και την απελπισία.
Υπάρχει, όμως, και πιο απλή γλώσσα: «Είμαι τόσο γαμημένα μόνος», λέει ο ένας, μέσα σε ένα ηχοτοπίο. «Δεν νιώθω τίποτα», λέει ένας άλλος. Αλλά τότε, ξαφνικά, κάποιος λέει «Σε ονειρεύομαι», ενώ κάποιος άλλος μιλάει για «μια απαλή χρυσή θάλασσα κάτω από έναν απαλό ροζ ουρανό» και αυτές οι ξαφνικά ελπιδοφόρες στιγμές μοιάζουν με σπίρτα που έχουν ανάψει στο σκοτάδι.
Οι εξαιρετικοί ηθοποιοί, ως χαρακτήρες, ίσως ήθελαν να κοιτάξουν ο ένας τον άλλον και να μιλήσουν για λίγο, να διαφωνήσουν ή να βασανίσουν ο ένας τον άλλον, αλλά ούτε μία φορά δεν μπόρεσαν να αγγίξουν ο ένας τον άλλον. Αυτή η σωματική πείνα είναι ιδιαίτερα οδυνηρή, καθώς οι τέσσερίς τους πρέπει να αποδώσουν την επιθυμία και τον πόνο τους αποκλειστικά με τη δική τους κίνηση και έκφραση, ανίκανοι να βασιστούν φυσικά στους άλλους γύρω τους και αυτή την ανάγκη την αποδίδουν έξοχα όλοι τους.
Το «Λαχταρώ», του ΚΘΒΕ δεν είναι παράσταση για ένα ευρύ κοινό.
Αν είστε από τους θεατρόφιλους που θέλουν μια όμορφα δομημένη ιστορία, που εγείρει ενσυναίσθηση και δεν απαιτεί πολλή σκέψη η εξέλιξή της στη σκηνή, αυτό το έργο δεν είναι το ιδανικό για εσάς.
Αλλά αν σας αρέσει να σας προκαλεί μια θεατρική παράσταση που σας ζητά να δουλέψετε τη σκέψη και να αφήσετε τα λόγια και τα καλλιτεχνικά του στοιχεία να ρέουν πάνω σας, τότε το «Λαχταρώ» της Σάρα Κέιν μπορεί να είναι ακριβώς αυτό που ψάχνετε.
Βεβαίως, η γραφή στο «Crave» είναι περίπλοκη και πολυεπίπεδη. Ενώ αρχικά φαινόταν να επιβεβαιώνει τα συναισθήματα μίσους και απελπισίας που εκλύονται από την περφόρμανς, σταδιακά φαίνεται να επιβεβαιώνει την αγάπη και τη λύτρωση μέσα από δύο ισχυρά αντίθετα: τη σκληρότητα και τη συμπόνια».
Ωστόσο, οι αμφιβολίες μερίδας θεατών, δικαίως είναι ηθικές αλλά και καλλιτεχνικές. Ας δεχτούμε ότι αναρωτιέται τι επίδραση θα μπορούσε να έχει αυτή η παραγωγή σε μερικά μέλη του κοινού που είναι επιρρεπείς στην κατάθλιψη. Θα μπορούσε να προκαλέσει να μιμηθούν κάποιοι το αποτέλεσμά της ή μήπως η συνειδητοποίηση ότι δεν είναι μόνοι τους σ’ αυτό το «πηγάδι» εμποδίζει να νιώθουν τόσο απελπισμένοι;
Το «Crave» παραμένει το πιο ερμητικό, μηδενιστικό και σκοτεινό έργο της Κέιν, η οποία λαχταρά να αγαπηθεί και να αγκιστρωθεί από κάπου μέχρι και την ύστατη στιγμή. Λιτό, με μια οδυνηρή, ασάλευτη ησυχία σε σχέση με τα προηγούμενα έργα της και μια μοναξιά που γιγαντώνεται φράση τη φράση μέχρι που ο θάνατος να μοιάζει βάλσαμο». (Χριστίνα Χατζηβασιλείου, Σύγχρονη Βρετανική Δραματουργία: Το θέατρο στα μούτρα ως ανάγνωση της κοινωνικής τοπογραφίας του 1990, ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, Θεσσαλονίκη 2020, σ. 298).
*Κατάλληλο άνω των 16 ετών
Σημείωση περιεχομένου: η παράσταση αγγίζει ζητήματα ψυχικής υγείας και σεξουαλικής, σωματικής και αυτοστρεφούς βίας.
Διάρκεια παράστασης: 55 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)
Συντελεστές
Συγγραφέας – Σάρα Κέιν
Μετάφραση – Αντώνης Γαλέος
Σκηνοθεσία – Χριστίνα Χατζηβασιλείου
Δραματουργική επεξεργασία – Χριστίνα Χατζηβασιλείου
Σκηνικά – Αλεξάνδρα Μπουσουλέγκα, Ράνια Υφαντίδου
Κοστούμια – Αλεξάνδρα Μπουσουλέγκα, Ράνια Υφαντίδου
Ηχητικό περιβάλλον – Φίλιππος Θεοχαρίδης
Φωτισμοί – Δήμητρα Αλουτζανίδου
Βοηθός σκηνοθέτη – Αλεξία Παραμύθα
Οργάνωση παραγωγής – Φιλοθέη Ελευθεριάδου
Φωτογραφίες: Mike Rafail | That long black cloud
Διανομή
Β – Ιωάννης Αθανασόπουλος
Μ – Μομώ Βλάχου
Γ – Άννα Ευθυμίου
Α – Γιάννης Παρασκευόπουλος
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Πολιτισμός
«Πιτσιμπούργκο» της Σώτης Τριανταφύλλου στο «Αντιγόνη Βαλάκου»
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
Ποιος θεωρείται μετανάστης; Έχει ο μετανάστης χρώμα; Έχει ταυτότητα; Πρώτα γίνεσαι φτωχός και μετά μετανάστης.
Η παλιά πληγή της μετανάστευσης σε μικρογραφία είναι το θέμα της ιστορίας της Σώτης Τριανταφύλλου με τον τίτλο Πιτσιμπούργκο. Πρόκειται για την αφαίμαξη από το πιο σημαντικό και ακμαίο δυναμικό του πληθυσμού της Ελλάδας, τους νέους της που έφευγαν για να βρουν μια καλύτερη τύχη σε όποια χώρα της πλατιάς ξενιτιάς, όπου έβρισκαν τόπο να δουλέψουν, να εξοντωθούν, να πεθάνουν και χάθηκαν απ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς να μάθει τίποτα κανείς γι’ αυτούς, ενώ άλλοι κατάφεραν να επιβιώσουν και να ζήσουν εκεί κι άλλοι να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και να συνεχίσουν με κάποια άνεση τη ζωή τους.
Το Πιτσιμπούργκο είναι ένα αφήγημα που περιλαμβάνει την αλληλογραφία ενός τέτοιου δυστυχισμένου νέου, νιόπαντρου, του Δημοσθένη, με τη γυναίκα το την Ελέγκω.
Ο Δημοσθένης από τη Χίο μεταναστεύει στο Πίτσμπουργκ, τη μεγαλύτερη πόλη στην αμερικανική Πενσυλβανία, η οποία θεωρείται η «Πόλη του Χάλυβα» για τις πάνω από 300 επιχειρήσεις της και «Πόλη των Γεφυρών» για τις 446 γέφυρές της, αφού είναι χτισμένη στη συμβολή τριών μεγάλων ποταμών. Στη Χίο δεν υπάρχει «μέλλο», όπως λέει ο Δημοσθένης, σεισμοί, ναυάγια, πειρατές και το χώμα «που ’ναι στέρφο».
Το αφήγημα, λόγω των ημερολογιακών καταγραφών του ζεύγους, μοιάζει και με ημερολόγιο, από το οποίο πληροφορούμαστε τις ένθεν και εκείθεν του μεσολαβούντος ωκεανού, δυστυχίες. Της πόλης που θα δώσει στον Δημοσθένη και στους άλλους εργάτες της βιομηχανίας τα μέσα για να ζήσουν και της γενέθλιας γης της Χίου, που δεν μπορεί να τους τα εξασφαλίσει. Το μεροκάματο του τρόμου καταλήγει στο ημερολόγιο της δυστυχίας, αλλά και της ιστορικής ενημέρωσης, αφού ο καθένας από την πλευρά του περιγράφει την κακή του μοίρα και οραματίζεται την ελπίδα που αργεί πολύ, μέσα σε μια κοινωνία που διαρκώς πάσχει από πόλεμο, φτώχεια, βία και δυστυχία.
Χίος 28 Μάρτη 1913. Η Ελέγκω παίρνει στα χέρια της το πρώτο γράμμα, έπειτα από οκτώμισι μήνες, από τον ξενιτεμένο στο Πίτσμπουργκ της Αμερικής άντρα της Δημοσθένη.
«Τίλως είσαι, Ελέγκω μου; Τρως; Κοιμάσαι; Αχ, να ’μουνα κει πέρα την Πρωτοχρονιά, να πηαίναμε στον Βροντάδο να τρώγαμε τα μαμούλια της Μαριόγκας!»
Μέσα από την αλληλογραφία τους ξεδιπλώνεται η ζωή στο νησί, αμέσως μετά την απελευθέρωσή του από τους Τούρκους.
Φτώχεια, πείνα, μπάρκα, προσφυγιά, αρρώστιες, μα και τηλέφωνα και κινηματόγραφος. Ένα νησί πληγωμένο και σαστισμένο.
«ΥΓ. Τώρα θυμήθηκα πως αυτοκίνητα έχομε κι εδώ, πάνε κι έρχονται σαν δαίμονες. Εγώ εν τα δα, μου το ’πε η Ειρήνη».
Από την άλλη, η βιομηχανική πόλη του Πίτσμπουργκ.
«Βρέχει νερό μαύρο, Ελέγκω μου, αφ’ τα εργοστάσια, καταλαβαίνεις».
«Αγαπημένη μου Ελέγκω, άργησα να σου γράψω γιατί εν ήβρισκα γραμματικό».
«Δημοστένη μου, μόλις έλαβα το γράμμα σου μου ’ρθε λιγοθυμιά».
Τα γράμματα πηγαινοέρχονται, ο Δημοσθένης γράφει τα προβλήματα της ζωής στο Πιτσιμπούργκο και η Ελέγκω παραπονιέται πως δεν της γράφει συχνά και ανησυχεί. Εκείνος την καθησυχάζει – είναι και τα γραμματόσημα ακριβά και κάνει οικονομίες, παράλληλα της δίνει συμβουλές τι να κάνει, τι να προσέχει, ποιον να αποφεύγει, για να μην της βγει κακό όνομα, κι εκείνη του γράφει να προσέχει γιατί φοβάται…
Εν πάση περιπτώσει, αυτή η αλληλογραφία φέρνει στην επιφάνεια το τι τράβηξε αυτός ο καημένος άνθρωπος και τι η οικογένειά του πίσω στο χωριό, στη Χίο, όπου ο αέρας μοσκοβολάει μαστίχα, ενώ στο Πιτσιμπούργκο μυρίζει χάλυβα.
Η συγγραφέας με τον τρόπο της θίγει το πολύ σοβαρό θέμα του μετανάστη, του φτωχού, του μόνου κι έρημου ανθρώπου, που αγωνιά γι’ αυτούς που άφησε πίσω του, ενώ εκείνος ξένος ανάμεσα σε ξένους και κάποιους Έλληνες –«Σλάβοι, Αράπηδες, Έλληνες, ένα και το αυτό»– αγωνιά να επιβιώσει στην άγνωστη, άγρια και αφιλόξενη γη.
Παράλληλα, αναφέρονται ήθη, έθιμα, απλά καθημερινά κουτσομπολιά, ευρύτερα πολιτικά, ο καιρός ή η δολοφονία τού βασιλιά και η θέση της γυναίκας:
«Δημοσθένη, Λες πως στο Πιτσιμπούργκο χιονίζει, αμ εδώ ήντα κάμνει; […] Σκοτώσανε και τον βασιλιά, λένε, το ’μαθες, Δημοσθένη μου; Εγώ τον βασιλιά εν τον ήξερα, αλλά για να τον σκοτώσουνε κάτι θα ’κανε… Εσύ Δημοσθένη μου, ήντα λες; Οι γυναίκες εν πρέπει να ’χουνε εμυαλό για τέτοια πράματα, βασιλιάδες, πολέμοι, αλλά, μες στη μοναξιά που με δέρνει και τον καμό, φοβούμαι ήμπα στο νησί έχουν έρθει οι βουρβούλακες κι έχει πέσει κατσικοποδιά […] έγινε κι άλλος σεισμός […] μια γίδα γέννησε τέρας δίχως μάτια…». Μέχρι και παράπονα του γράφει, γιατί ο Δημοσθένης είπε πως η Μαριόγκα κάνει τα «μαμούλια» καλύτερα από εκείνην. Με την ευκαιρία η Ελέγκω μάς δίνει τις λεπτομέρειες: ψιλοκόβει το αμύγδαλο, προσθέτει καρύδι, βάζει και μοσκοκάρφι: «Τίλως μπορείς να λες πως τα μαμούλια της Μαριόγκας είναι πεντανόστιμα;». Παράλληλα, λέει πως ο θείος θα την πάρει μαζί με τη Μαριόγκα να δούνε την Εσμέ την Τουρκοπούλα. «Αχ Δημοσθένη, να με πήαινες εσύ!». Αλλά σαν την Ελέγκω είναι κι άλλες πολλές που οι άντρες τους ταξιδεύουν με τα «παπόρια». «Ήντα παπόρια ήντα Πιτσιμπούργκο, καλύτερα το Πιτσιμπούργκο, που δεν θα ρουφήξει ποτές η θάλασσα».
Έτσι, εκκινώντας από το προσωπικό, στη δραματοποιημένη λογοτεχνία, η σκηνοθέτρια Αρκαδία Ψάλτη, σταδιακά απλώνει την αφήγηση στο γενικό κακό, εκείνο από το οποίο υποφέρει η ελληνική οικογένεια, η φτωχή επαρχία, η Ευρώπη που ετοιμάζεται για πόλεμο, αλλά και στην Πενσυλβανία, όπου η ζωή είναι τρόμος, σκληρή δουλειά, αμφίβολη βελτίωση, υπόκοσμος και ύποπτος πλουτισμός.
Όπως βλέπουμε από τον διάλογο, η εξομολόγηση, το παράπονο, η περιγραφή, η εξήγηση, η ερμηνεία, η κοινωνική παρατήρηση, ό,τι κι αν δείχνει αυτή η αλληλογραφία, είναι μια καταγραφή των προβλημάτων που αρχίζει με εστίαση πάνω σε ένα οικογενειακό θέμα, για να ανοίξει σε έναν ευρύτερο κοινωνικό κύκλο, στη Χίο ή στο Πίτσμπουργκ, και στη συνέχεια στον κόσμο όλο, με τον πόλεμο ενόψει.
Το γλωσσικό ιδίωμα, η ντοπιολαλιά της Χίου, προσδίδει αληθοφάνεια στον ιδιαίτερο, μεταποιημένο λόγο των αλληλογράφων, οι οποίοι πέρα από την ιδιάζουσα λέξη αποδεικνύονται άριστοι στη σύνταξη. Αυτό, βέβαια, οφείλεται στην ικανότητα της συγγραφέως, η οποία έχει συγγράψει πάνω από σαράντα βιβλία και ξέρει πολύ καλά πώς να μεταβάλει τον διάλογο δύο επαρχιωτών σε απλό, κατανοητό, γοητευτικό και συγκινητικό λογοτεχνικό λόγο.
Η συγκεκριμένη θέση του Δημοσθένη και της Ελέγκως είναι θέμα που δεν αφορά μόνο τη Χίο, αλλά όλη την Ελλάδα, όλον τον κόσμο, που μεταναστεύει στην υπερατλαντική χώρα της ευκαιρίας.
Η Αρκαδία Ψάλτη σκηνοθετεί με τρυφερότητα το κείμενο της Σώτης Τριανταφύλλου Πιτσιμπούργκο, και οι δύο νέοι και καλοί ηθοποιοί Τζωρτζίνα Λιώση και Σταμάτης Μπάκνης, ζωντανεύουν στη σκηνή μοναδικά μια ιστορία αγάπης στη διάρκεια του πρώτου μεγάλου μεταναστευτικού κύματος από την Ελλάδα προς την Αμερική.
Το αφήγημα είναι γραμμένο στο χαρακτηριστικό Χιώτικο γλωσσικό ιδίωμα, μια γλώσσα εύληπτη και άμεσα συνδεδεμένη με την αρχαία ελληνική.
Όλα τα επιστολικά μυθιστορήματα καλούν τον αναγνώστη – θεατή, να ανασυστήσει, μέσα από ενδείξεις της αλληλογραφίας, τη ροή των γεγονότων, ως σκιώδης αφηγητής μιας ανείπωτης ιστορίας.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, η επιστολική μορφή του έργου και το κυρίως προσωπικό περιεχόμενο των γραμμάτων, γεννούν μια εντύπωση αδιάκριτης παρέμβασης στις ζωές των άλλων. Σαν να ανοίγεις στα κρυφά ξένους φακέλους. Γοητευτική τακτική, από την πλευρά του συγγραφέα. Από την πλευρά του αναγνώστη – θεατή, , η ψυχολογική ένταση ενισχύει την εμπλοκή.
Η σκηνοθέτρια δηλώνει – σε συνέντευξή της – για το έργο και την παράσταση: «Το έργο διαδραματίζεται το 1913, στην Χίο. Αμέσως μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων και πληθυσμιακών μετακινήσεων.
Κάθε χρόνο 25.000 άνθρωποι εγκαταλείπουν μια χώρα οικονομικά εξουθενωμένη και πολιτικά αβέβαιη. Μπαίνουν στα καράβια να κυνηγήσουν το αμερικάνικο όνειρο που υπόσχεται ευκαιρίες πλούτου και ευημερία. Ελπίζουν σε καλύτερη ζωή για αυτούς και τις οικογένειές τους και λειώνουν και στραγγίζονται στις μεγάλες βιομηχανικές πόλεις.
Το όνειρο αποδεικνύεται εφιάλτης. Ευτυχώς υπάρχει αλληλεγγύη και στήριξη ανάμεσα στους συμπατριώτες, που τους δυναμώνει. Έτσι καταφέρνουν να κάνουν κοινότητες και μέσα από μια πολύ σκληρή ζωή να ορθοποδήσουν. Πόσο μακρινό είναι όλο αυτό; Πόσο όμοιες εικόνες και καταστάσεις υπάρχουν σήμερα; Σε ποια θέση είμαστε; Η ηθική μας πως πλάθεται; Πως αξιολογούμε και ιεραρχούμε τις ανάγκες μας; Τι πιστεύουμε ότι μπορεί να είναι τελικά η σανίδα της σωτηρίας μας, αν αυτή υπάρχει; Αυτά και ίσως κι άλλα τα ερωτηματικά, που ο καθένας δίνει τις δικές του απαντήσεις και έτσι προχωράει η ζωή όπως προχωράει. Τα υστερινά τιμούν τα πρώτα. Το παρελθόν έχει τις απαντήσεις για το μέλλον».
Γραμμένο με έναν λόγο καθαρό, με στοιχεία Χιώτικης ντοπιολαλιάς, με πολύ ενδιαφέρουσα ροή, κινηματογραφικές περιγραφές και με δυνατές σκηνές που συνδυάζουν την συγκίνηση και το κωμικό στοιχείο σε τέλεια αρμονία, το έργο δε μας προσφέρει απλώς την τοιχογραφία μιας εποχής, αλλά κυρίως, μας μιλά για τους επιζήσαντες και τους αδικοχαμένους μιας γενιάς που όρθωσε ανάστημα, σε μια από τις πλέον δύσκολες περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Μιας γενιάς που πέρασε πολλά σ’ αυτόν τον κακοτράχαλο δρόμο της ξενιτιάς, έχασε πολλά και θυσίασε πολλά, που πληγώθηκε, αδικήθηκε, περιπλανήθηκε, υποτιμήθηκε, βίωσε ρατσισμό και εξευτελισμούς, μα αγωνίστηκε μέχρι τέλους για να σταθεί στα πόδια της και να επιβιώσει.
Αυτή η γενιά μνημονεύεται με τρόπο ευαίσθητο και σεβαστικό μέσα από το αφήγημα της Σώτης Τριανταφύλλου και πραγματικά αυτή η μνεία της αξίζει, όπως αξίζουν συγχαρητήρια στους συντελεστές της ιδιαίτερης αυτής παράστασης.
Συντελεστές
Κείμενο: Σώτη Τριανταφύλλου
Σκηνοθεσία: Αρκαδία Ψάλτη
Μουσική επιμέλεια, φωτισμοί: Αρκαδία Ψάλτη
Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή
Παίζουν: Τζωρτζίνα Λιώση, Σταμάτης Μπάκνης
Παραγωγή: ΑΜΚΕ Αγγελοπετριά
Διάρκεια: 60 λεπτά
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Πολιτισμός
Οι καθηλωτικές «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη στο «Αντιγόνη Βαλάκου»
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Συγκινητική, συναρπαστική, σαγηνευτική η παράσταση του Δημήτρη Σαμόλη που, πέρα από το όποιο μάθημα – σπουδή σε γονείς, σε εφήβους, σε άνδρες, στην ελληνική κοινωνία, είναι κι ένα όψιμο μνημόσυνο στον φονευθέντα από νταήδες Κρητικούς αγριάνθρωπους συμφοιτητές του, για τον άδικο θάνατό του, για την τιμωρία- χάδι που τους επιβλήθηκε, ύστερα από πολλά χρόνια αναβολής της δίκης. Κι ο ηθικός αυτουργός; Τίποτα! Κύριος!
Η ομοφοβία δεν είναι έμφυτη. Διδάσκεται! Είναι ένας συνδυασμός κοινωνικής πίεσης για συμμόρφωση και προσωπικής ανασφάλειας απέναντι στην ελευθερία του άλλου να αυτοπροσδιορίζεται.
Ο Δημήτρης Σαμόλης, ένας ιδιαίτερα ταλαντούχος ηθοποιός και τραγουδιστής, επέλεξε να μιλήσει με ειλικρίνεια και τόλμη για κάποια πράγματα που προφανώς τον αφορούν. Πράγματα που συνέβησαν στο πρόσφατο παρελθόν και απ’ ό,τι φαίνεται εξακολουθούν να συμβαίνουν.
Στο πρώτο του θεατρικό έργο, βάζει στο μικροσκόπιο την «αγία ελληνική οικογένεια», τη ζωή στην επαρχία και τον εκφοβισμό σε ένα συνταρακτικό μονόλογο-κατάθεση. Οι «Στρακαστρούκες» είναι μια καθηλωτική ελεγεία αγάπης για την ανθρώπινη φύση, αλλά και ένα φωτεινό βέλος σε αυτά που μας πόνεσαν βαθιά.
Η επίσημη πρώτη του έργου πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2023 στο θέατρο «Μικρό Γκλόρια» στην Αθήνα.
Η παράσταση γνώρισε τεράστια επιτυχία (sold out) από την πρώτη κιόλας χρονιά, γεγονός που την οδήγησε να συνεχίσει για τρεις συνεχόμενες σεζόν (2023-24, 2024-25 και 2025-26) και στις μέρες μας περιοδεύει τη χώρα.
Ο έφηβος Κωνσταντής, το μικρότερο παιδί μιας οικογένειας που αποτελείται από τις τέσσερις μεγαλύτερες αδελφές του, οι οποίες τον αγαπούν και τον προστατεύουν από τη μητέρα του, για την οποία δεν μαθαίνουμε πολλά, και από έναν πατέρα στα όρια του κακοποιητή, έναν αψύ Κρητικό μεγαλωμένο στη κακοφορμισμένη κρητική παράδοση που θέλει κυρίαρχο το αρσενικό σε όλα τα καθωσπρέπει της, έναν τυποποιημένο γονέα, που δεν περιμένει πια από τον γιό του όλα όσα, συνήθως, κάνουν περήφανους πατεράδες σαν κι αυτόν.
Ο Κωνσταντής, όμως, κακοποιείται καθημερινά και από τους νταήδες του σχολείου του, που του έχουν βγάλει το παρατσούκλι «Μπέντζι», το οποίο ενίοτε μετατρέπεται στο πιο θηλυκό «Μπεντζίνα», και του απευθύνουν σκληρά σεξουαλικά, άκρως προσβλητικά πειράγματα, που για κάποιο λόγο οι Έλληνες πάντα θεωρούσαν ότι έχουν το δικαίωμα να ξεστομίζουν.
Η καθημερινότητά του είναι βασανιστική, οι συμμαθητές του τού κάνουν τη ζωή μαρτύριο, πάντα με την ανοχή των καθηγητών. Κοντολογίς, όλα όσα περνάνε κάποια αγόρια στα σχολεία όταν ορισμένα χαρακτηριστικά τους προδίδουν το διαφορετικό ή όταν αυθαίρετα τους αποδίδονται ερωτικές προτιμήσεις αντίθετες από τις «κανονικές» των περισσότερων.
Ο Κωνσταντής «αποδρά» από την κόλαση που βιώνει είτε χάρη στην πλούσια φαντασία του, καθώς ονειρεύεται ένα μέλλον σπουδαίο και λαμπερό, είτε μέσα από τη μουσική, μαζί με τον κολλητό του, τον Ασκομπαντούρα, έναν άλλο αποσυνάγωγο, για διαφορετικούς από εκείνον λόγους.
Ωστόσο, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να «ανδρωθεί». Μια από τις πρακτικές που ακολουθεί είναι να συμμετέχει στην προετοιμασία του ρουκετοπόλεμου της Ανάστασης, ώστε να ανέβει στα μάτια των συμμαθητών του, μήπως και ξεφύγει από το bullying, τα χυδαία λόγια και από την καζούρα.
Φτάνει στο σημείο να σχεδιάζει σχέση με μια συμμαθήτριά του, τη Σωτηρούλα, ώστε να έχει κι αυτός το κορίτσι του.
Η αδεξιότητά του, βέβαια, φέρνει εντελώς άλλα αποτελέσματα, καθώς λίγο πριν την Ανάσταση, τη βραδιά που ετοιμάζεται να της δώσει το πρώτο φιλί, αντί να της προσφέρει καραμέλες που έχει στην τσέπη του, κατά λάθος της δίνει μια χούφτα στρακαστρούκες από τη λάθος τσέπη. Η Σωτηρούλα χάνει το δόντι της κι εκείνος την ευκαιρία να αναβαθμιστεί στα μάτια των άλλων αγοριών.
Με αυτό το πανέξυπνο εύρημα ξεκινάει ουσιαστικά ο μονόλογος του Κωνσταντή, που ξεδιπλώνει μια ζωή ενοχών, φόβου, τρόμου και βαθιάς απαξίωσης από τον πατέρα του, έναν άνθρωπο που φέρει το δικό του «τραύμα», καθώς τον είχε κάποτε ταπεινώσει μπροστά σε όλο το χωριό ο δικός του πατέρας, με αποτέλεσμα να είναι σκληρός και μονίμως προσβλητικός απέναντι στον γιο του.
Ο Δημήτρης Σαμόλης ξεπροβάλλει από ένα όρθιο κιβώτιο (σκηνογραφία Λουκάς Μπάκας), γεμάτο άλλα κουτιά, αναπόσπαστα υλικά της μνήμης, σαν ο Κωνσταντής να αναδύεται μέσα από τον μικρόκοσμό του, και με μοναδικό κωμικό μπρίο, χρησιμοποιώντας κρητική προφορά, αφηγείται τον κακό χαμό που ακολούθησε το χάσιμο του δοντιού της Σωτηρούλας.
Ο ήρωας που γεννάνε οι λέξεις του Δημήτρη Σαμόλη δε φλυαρεί, θυμάται. Δεν ομολογεί, εξομολογείται. Δεν ομιλεί, συνομιλεί. Μας αποκαλύπτει την ιστορία του, που σχεδόν την ξέρουμε, σχεδόν την έχουμε ξανακούσει, σχεδόν την έχουμε αποφύγει και σχεδόν την έχουμε πετάξει στο μπαούλο της λήθης.
Μια γνώριμη ιστορία που ζωντανεύει ένας καταιγιστικός μονόλογος, του οποίου η μόνη αγωνία είναι να βγουν από το κουτί οι μνήμες μας, όποιες κι αν είναι, οι στιγμές που έχουμε καταπιεστεί μέσα στην « παραδοσιακή ελληνική κοινωνία», που ό,τι δε δέχεται, ό,τι δε χωράει στα ασφαλή σύνορα της συνηθίζει να το πνίγει, να το καταπιέζει, να το εξουσιάζει, να το εξαφανίζει.
Έτσι, από την πρώτη κιόλας σκηνή, κατακτάει το ενδιαφέρον του κοινού, το οποίο στο υπόλοιπο της παράστασης κυριολεκτικά κρέμεται από τα χείλη του.
Η ιστορία που ακολουθεί είναι η αφήγηση ενός πονεμένου παιδιού που αυτοσαρκάζεται για να εξιλεωθεί απέναντι σε έναν πατέρα και μια κοινωνία, ακόμα και απέναντι στον εαυτό του, επειδή τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα περίμεναν.
Ο σκηνοθέτης Μάριος Κακουλλής αφήνει ελεύθερο τον Δημήτρη Σαμόλη να πλάσει με ανάσες, λέξεις και δικές του νότες, έναν πραγματικό ήρωα που σκαλίζει τη μνήμη μας, αλλά και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, πότε με χιούμορ και πότε με αυτό το μούδιασμα που προκαλούν στα αυτιά μας οι στρακαστρούκες, καθώς συγκρούονται με την κανονικότητα.
Ο Δημήτρης Σαμόλης φαντάζεται, φτιάχνει και παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο ήρωα. Η αφήγησή του είναι τέτοια που στη σκηνή βρίσκουν χώρο και οι υπόλοιποι ήρωες, κι ας μην έχουν φυσική παρουσία.
Η ιστορία του ξεκινάει ως μια γλυκόπικρη ανάμνηση των παιδικών του χρόνων για να γίνει μια πλημμύρα συναισθημάτων, για τον ίδιο αλλά και για το κοινό, για την καταπίεση που έχουμε νιώσει οι ίδιοι, για την βία που είδαμε αλλά δεν κάναμε αρκετά, ή και τίποτα, για τις ιστορίες που έχουν βγει από την ειδησεογραφία.
Κι όλα αυτά χωρίς διάθεση καταγγελίας ή διδακτισμού, αλλά με τον ήρωα να εκφράζει το παράπονό του. Το γιατί του, σε μια καλοστημένη παράσταση -περφόρμανς, έμπλεη ευρημάτων και εξαιρετικής ερμηνείας.
Οι «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη δεν είναι ένα παραδοσιακό μάθημα, αλλά ένα τραγούδι-μανιφέστο για την αυτοπεποίθηση, την αποδοχή της διαφορετικότητας και τη δύναμη του να «κάνεις θόρυβο» με την προσωπικότητά σου.
Το τραγούδι προτρέπει τον ακροατή να αγκαλιάσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ακόμα και αυτά που οι άλλοι μπορεί να θεωρούν «περίεργα» ή «υπερβολικά.
Αν και ξεκινά από το άτομο, το τραγούδι συχνά λειτουργεί ως ένας ύμνος για όλους όσοι νιώθουν έξω από τας κελύφη των κανόνων, θυμίζοντάς τους ότι δεν είναι μόνοι.
Οι «Στρακαστρούκες», εντέλει, διδάσκουν πως η μεγαλύτερη επανάσταση είναι να είσαι ο εαυτός σου σε έναν κόσμο που προσπαθεί να σε κάνει ίδιο με όλους τους άλλους, με τα πρέπει, δηλαδή τη βία.
Αν μένει κάτι στο θυμικό όλων των θεατών από την σπουδαία αυτή δουλειά, στην κάθε φορά ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα, είναι σίγουρα το σπαρακτικό φινάλε. Ανατριχιαστικό, συγκλονιστικό, ένα δυνατό ράπισμα στον καθωσπρεπισμό που επιβάλει μια στημένη από δόγματα και από κακοφορμισμένες συνήθειες κανονικότητα, και που σαπίζει συνειδήσεις. Δυστυχώς, η αφύπνιση έρχεται όταν είναι πια αργά… πολύ αργά.
Συντελεστές
Κείμενο – Ερμηνεία – Τραγούδια : Δημήτρης Σαμόλης
Σκηνοθεσία : Μάριος Κακουλλής
Σκηνικά – Κοστούμια : Λουκάς Μπάκας
Φωτιστικός σχεδιασμός – Δραματουργία : Στέφανος Δρουσιώτης
Μουσική: ECATI
Βοηθός σκηνοθέτη : Δανάη – Αρσενία Φιλίδου
Φωτογραφίες : Ελίνα Γιουνανλή
Graphic design : Μιχάλης Δέμελης
Trailer : Θωμάς Παλυβός
Social media : Κάλλη Μαυρογένη
Οργάνωση Παραγωγής : Μαρία Παπαφωτίου
Παραγωγή: Ars Aeterna – Σταμάτης Μουμουλίδης
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Προτεινόμενα
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΠροκήρυξη Διεθνούς Διαγωνισμού Ποίησης εις Μνήμη του Πρωτοπρεσβύτερου Ποιητή Γεωργίου Ι. Διαμαντόπουλου. Με θέμα ꓽ «Υπάρχουν Άνθρωποι»
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΘάσος: Αναστέλλεται η λειτουργία σχολικών τμημάτων και του «Θεαγένη»
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΟ Δήμαρχος Θάσου για το πρόγραμμα ενίσχυσης επιχειρήσεων της ΑΜΘ με την διαδικασία της μη επιστρεπτέας προκαταβολής
-
Καβάλα6 έτη agoΚαμπανάκι για την μείωση των δρομολογίων στη γραμμή Πρίνος-Καβάλα
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΧορωδίες δήμου θάσου 2020
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΟ Δήμος Θάσου κοντά στον πολίτη, δίνει χρήσιμες συμβουλές για την εξοικονόμηση ενέργειας
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΞεκινούν οι εγγραφές στην Παιδική Θεατρική Σκηνή του Δήμου Θάσου
-
Ελλάδα6 έτη agoΣε κακούργημα μετατρέπεται το αδίκημα βασανισμού των ζώων

You must be logged in to post a comment Login