Connect with us

Πολιτισμός

«Σ’ εσάς που με ακούτε» της Λούλας Αναγνωστάκη στο «Μικρό Θέατρο» της Μονής Λαζαριστών από το Κ.Θ.Β.Ε.

«Σ’-εσάς-που-με-ακούτε»-της-Λούλας-Αναγνωστάκη-στο-«Μικρό-Θέατρο»-της-Μονής-Λαζαριστών-από-το-ΚΘΒΕ.

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Πρόλογος

Σε μια εποχή που το συμφέρον κατάπιε την πολιτική ωριμότητα, αυτό το έργο έρχεται να μας θυμίσει πως κάποτε, όχι πολύ μακριά, υπήρχαν ακόμη ιδεολογίες. Άλλωστε, στον καιρό μας η έννοια της επανάστασης έχει μάλλον ξεπεραστεί, όπως κι αυτή της «αγίας ελληνικής οικογένειας». Και μπορεί οι έννοιες να αλλάζουν, η ανάγκη, ωστόσο, των ανθρώπων να μιλήσουν – και κυρίως να εισακουστούν – παραμένει η ίδια.

Το έργο της κορυφαίας Ελληνίδας δραματουργού Λούλας Αναγνωστάκη «Σ’ εσάς που με ακούτε» αποτελεί μια κραυγή αγωνίας για τα κοινωνικά, πολιτικά και ατομικά αδιέξοδα που μαστίζουν τη σύγχρονη κοινωνία: η βίαιη μετάβαση από τον 20ο στον 21ο αιώνα, ο φόβος απέναντι στη νέα τάξη πραγμάτων, η ανάδυση του νεοφασισμού στην Ευρώπη, αλλά και η προσωπική ανασφάλεια που επιφέρει η κοινωνική διαφθορά και η παρακμή.

Υπόθεση

Η υπόθεση τοποθετείται χρονικά στο Βερολίνο του 2001, δώδεκα χρόνια μετά την πτώση του τείχους. Στο εσωτερικό ενός σπιτιού εννέα πρόσωπα συνδέονται μεταξύ τους με δεσμούς αίματος, φιλίας ή έρωτα, βρίσκονται στην ίδια γειτονιά ή συγκατοικούν, δέχονται επισκέψεις συγγενών από την Ελλάδα, δρουν ως καθημερινές οντότητες, οι οποίες στο πλαίσιο της φαινομενικής στατικότητας που τις διακρίνει, συγκρατούν μια έντονη τάση φυγής από τη συμβατικότητα και τον έλεγχο που τους επιβάλλει η εξουσία της ίδιας της κοινωνίας.

Το σπίτι του ηλικιωμένου Γερμανού Χανς και της μικρότερης ηλικιακά συζύγου του Μαρίας, επινοικιάζεται σε νεαρό ζευγάρι Ελλήνων, τη Σοφία και τον Άγη. Τα πρόσωπα που περιβάλλουν τα δύο ζευγάρια είναι ο Ιβάν, οποίος προμηθεύει τη Σοφία ναρκωτικά και την καθοδηγεί ως προς τη διακίνησή τους, η νεαρή Γερμανίδα Τρούντελ και ο αδερφός της Κλάους, ο οποίος δρα ως εξωτερικός πωλητής ναρκωτικών σε Έλληνες. Επίσης, καθοριστική είναι η οικογένεια της Σοφίας, με επίκεντρο τη μητέρα της Έλσα, συνοδευόμενη από τον ανάπηρο γιό της Νίκο και τον Ιταλό εραστή του, Τζίνο. Οι τελευταίοι εισβάλλουν στον, ήδη, ταραγμένο βίο των οικοδεσποτών.

Ο μεταπτυχιακός φοιτητής Άγης (κακέκτυπο νεαρού διανοουμένου), η ακαλλιέργητη, αλλά ιδιόμορφα ευαίσθητη κοπέλα του Σοφία, ο ανερμάτιστος, ηρωινομανής Ιβάν, παραπαίουν ανάμεσα στον αγώνα για υλική επιβίωση, στην προοδευτική πολιτική δράση και στη διακίνηση ή τη χρήση ναρκωτικών: ένα αμάλγαμα ιδεολογικών και ηθικών αντιφάσεων, που παραπέμπει –αλλά σε μεγέθυνση – σε πολλά άλλα πρόσωπα έργων της συγγραφέως.

Το κοινωνικοπολιτικό κλίμα της πόλης είναι βαρύ και επικίνδυνο, ιδιαίτερα για τους αλλοδαπούς. Νεοναζισμός, αστυνομοκρατία και προβοκάτσια εναλλάσσονται, υπονομεύοντας σε καθημερινή βάση και το παραμικρό, προσωρινό αίσθημα ασφάλειας που μπορεί ο ξένος να νοιώσει.

Μ’ αυτούς, το ανθρώπινο μωσαϊκό γίνεται ακόμη πιο παρδαλό και συγκεχυμένο. Οι νεοφερμένοι, εντελώς παρακμιακοί από κάθε άποψη, κινούνται νωχελικά ανάμεσα στην καλοζωία και την παρανομία, αγνοώντας ηθελημένα την έκρυθμη πολιτική κατάσταση.

Ο κεντρικός ήρωας, ο Άγης, ηχογραφεί τις φωνές των υπόλοιπων θεατρικών προσώπων και τις μοντάρει με συνθήματα από τις διαδηλώσεις. Το ιδιωτικό μπλέκεται με το δημόσιο, για να επανεμφανισθούν υπαινικτικά στη σκηνή θέματα και χαρακτήρες από παλαιότερα έργα της συγγραφέως. Χαρακτήρες, που παίρνουν υπόσταση κρατώντας ένα μικρόφωνο σα να μιλούν σε μια συγκέντρωση ξεχωρίζοντας από το πλήθος της διαδήλωσης, «σ’ εμάς που τους ακούμε».

 Η συγγραφέας

Η Λούλα Αναγνωστάκη υπήρξε η σημαντικότερη Ελληνίδα θεατρική συγγραφέας και ταυτόχρονα μία από τις δυναμικότερες μορφές της ελληνικής δραματουργίας. Τα θέματα των έργων της είναι παρμένα από τις τραυματικές μεταπολεμικές εμπειρίες, τον εμφύλιο πόλεμο και τη κοινωνική και πολιτική ζωή του καιρού της.

Η Αγγελική – Θεανώ Αναγνωστάκη γεννήθηκε το 1934 στη Θεσσαλονίκη και ήταν η μικρότερη αδελφή του διακεκριμένου ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη, που μαζί του βίωσε τις πικρές εμπειρίες της Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές της φοίτησε κι έλαβε πτυχίο από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Το 1959 πρωτοεμφανίστηκε ως σεναριογράφος στη σπονδυλωτή ταινία του Σωκράτη Καψάσκη «Ερωτικές Ιστορίες».

Πρωτοεμφανίστηκε ως θεατρικός συγγραφέας το 1965 στο «Θέατρο Τέχνης» του Κάρολου Κουν με τρία μονόπρακτα («Η Πόλη», «Η Παρέλαση», «Η Διανυκτέρευση») υπό τον γενικό τίτλο «Η Πόλη». Τον Φεβρουάριο του 1967 ανέβηκε το έργο της «Η Συναναστροφή» στο Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Λεωνίδα Τριβιζά. Με σκηνοθέτη τον Κάρολο Κουν, το «Θέατρο Τέχνης» παρουσίασε τα έργα της «Αντόνιο ή Το Μήνυμα» (1972), «Η Νίκη» (1979), «Η Κασέτα» (1982) και «Ο ήχος του όπλου» (1987).

Το 1990 ο θίασος Τζένης Καρέζη – Κώστα Καζάκου ανέβασε το έργο της «Διαμάντια και μπλουζ», σε σκηνοθεσία Βασίλη Παπαβασιλείου και το 1995 το «Θέατρο Τέχνης» το «Ταξίδι Μακριά», σε σκηνοθεσία Μίμη Κουγιουμτζή. Το 1998 το μονόπρακτό της «Ο ουρανός κατακόκκινος» παρουσιάστηκε από το «Εθνικό Θέατρο», σε σκηνοθεσία Βίκτορα Αρδίττη και το 2003 το έργο της «Σ’ εσάς που με ακούτε» από τη «Νέα Σκηνή», σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή.

Τα έργα της έχουν παρουσιαστεί από αθηναϊκούς θιάσους και Δημοτικά Περιφερειακά Θέατρα, καθώς και στο εξωτερικό (Γαλλία, Ιταλία, Αγγλία, Γερμανία, Κύπρο, Ισπανία, ΗΠΑ).

Η Λούλα Αναγνωστάκη ήταν παντρεμένη με τον συγγραφέα και καθηγητή νευρολογίας Γιώργο Χειμωνά (1938-2000), με τον οποίο είχε αποκτήσει ένα γιο, τον συγγραφέα Θανάση Χειμωνά.

H Λούλα Αναγνωστάκη έγραψε συνολικά 12 θεατρικά έργα μέσα στα οποία πραγματεύεται βασικά στοιχεία της μεταπολεμικής περιόδου στην Ελλάδα: το τραύμα, την μοναξιά, την ενοχή και την ήττα. Οι ηρωίδες της Αναγνωστάκη παρουσιάζονται με ψυχικά βάθη και αντιλαμβάνονται την καταπίεση που τους ασκεί η κοινωνική δομή, στην οποία προσπαθούν πολλές φορές να αντισταθούν. Μπορεί να μην διακρίνονται έντονα για τον φεμινιστικό τους χαρακτήρα, αφού σχεδόν πάντα καθορίζονται από μια ανδρική οπτική, ωστόσο εμφανίζονται σαφώς πιο δημιουργικές στην αναζήτηση ενός νέου κόσμου, μιας νέας πραγματικότηταwς.

Πέθανε στην Αθήνα στις 8 Οκτωβρίου 2017, σε ηλικία 83 ετών.

 Η παράσταση

Βερολίνο 2001. Ένας χώρος κλειστός, ένα ανήλιαγο δωμάτιο, άνθρωποι που δέχονται διαρκώς πιέσεις και «εισβολές» από τον εξωτερικό κόσμο. Η σκηνοθεσία εστιάζει στην ψυχολογική διάσταση, στη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας υπαινικτικά ψυχοπλακωτικής, όπως εξάλλου προτάσσει και το κείμενο, η οποία εντείνεται από τους εσωτερικούς «σεισμούς» που ταρακουνούν σε τακτικά διαστήματα ηθοποιούς και θεατές σ’ ένα απροσδόκητα ρεαλιστικό εφέ.

Ευφυές σκηνοθετικό εύρημα ο αδιάκοπος πανομοιότυπος χορός των προσώπων του έργου πάνω στο μουσικό μοτίβο, το οποίο επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά στην παράσταση, ως συμβολισμός των δεσποτικά επιβαλλόμενων κινήσεων των κατοίκων του Βερολίνου, ενώ την ίδια στιγμή μαίνεται έξω η μεγάλη αντιφασιστική διαδήλωση στη μνήμη της Ρόζας Λούξεμπουργκ και του Καρλ Λίμπκνεχτ.

H ανθρώπινη φωνή, η κραυγή, τα συνθήματα και οι ηχητικές παρεμβάσεις από τον εξωσκηνικό χώρο αποτελούν πλούσιο γλωσσικό και παραγλωσσικό υλικό το οποίο τοποθετείται σε εστιακά σημεία της πλοκής και λειτουργεί ως συμπληρωματική δομή που ενισχύει την εξομολογητική παρόρμηση των θεατρικών προσώπων. Ως εκ τούτου, το ηχητικό σημείο, με τις ποικίλες μορφές του, όπως αυτές καθορίζονται με ακρίβεια μέσω των σκηνικών οδηγιών, έως και ανατολίτικο αλλά κατοχυρωμένο ως ελληνοπρεπές τσιφτετέλι, κατέχει διττή υπόσταση, λειτουργεί δηλαδή ως υπόβαθρο ενός θεατρικού λόγου διαμαρτυρίας αλλά και ως μεταφορά και επίκληση, με στόχο την αφύπνιση του θεατή. Ο θίασος ιδρώνει κυριολεκτικά στη σκηνή και καταθέτει πνοή και ψυχή. Αξιέπαινα όλα τα μέλη του.

Η Αναγνωστάκη διασταυρώνει τα άρρωστα σημεία των καιρών µε τις αδύναμες προσπάθειες του ατόμου για να επιβιώσει: οικονομικά (Σοφία- βαποράκι ναρκωτικών), ιδεολογικά (Άγης-επίδοξος δημόσιος ρήτορας σε κατ’ επίφαση ειρηνικές συγκεντρώσεις, αφού αυτές είναι υπονομευμένες εκ των προτέρων), ψυχικά (Μαρία- οικογενειακό θύμα).

Ο σκηνοθέτης Χρήστος Θεοδωρίδης στην παράσταση του Κ.Θ.Β.Ε. δεν βλέπει μόνο τις εικόνες του έργου, αλλά και το «ακούει», το «μυρίζει», το «γεύεται», «ψηλαφεί» τις πληγές του. Το δίνει σε διαρκή κίνηση , μονόλογο μα και διάλογο με την όλη δραματουργία της Λούλας Αναγνωστάκη, σε ύφος επικολυρικού επαναστατικού δράματος, με κύκλιους εσωτερικούς, χορευτικούς ρυθμούς, όπου όλοι οι ρόλοι, διδαγμένοι προσεκτικά, γίνονται εναλλάξ κορυφαίοι μιας άτυπης τραγωδίας στα μάτια υμών των ανιχνευτών «θησαυρών», κάτω από την επιφάνεια των εικόνων και των λέξεων.

Αυτή η ιστορία είναι μια επιτομή όλων των έργων της Λούλας Αναγνωστάκη. Εμπεριέχει και τις πλευρές τις καθαρά ρεαλιστικές και τις αινιγματικές και η μία μπολιάζει την άλλη. Οτιδήποτε συμβαίνει, την ίδια στιγμή ανατρέπεται. Υπάρχει ένα σημείο ανοιχτό. Δρουν ταυτόχρονα δυνάμεις που νομίζεις ότι τις γνωρίζεις, ενώ τα επόμενα δευτερόλεπτα σού είναι άγνωστες. Κι αυτό συνεχίζεται. Δηλαδή ο ψυχισμός του διπλανού σου ανθρώπου είναι η πιο άπιαστη πραγματικότητα.

Οι ήρωές της θα αναγκαστούν μέσα σε μια βραδιά να αντιμετωπίσουν τις πιο ακραίες περιοχές του εαυτού τους. Να παραδεχτούν, να επινοήσουν, να επιβάλουν ο ένας στον άλλον όρια, αλλά και στον εαυτό τους, να ξεγυμνωθούν, προκειμένου να δικαιωθούν, ενώ έμφυτα, υπόγεια, στο βάθος, νιώθουν το αδόκητο αυτής της εν δυνάμει επικοινωνίας. Κι ο θεατής, στην καλύτερη περίπτωση, μπορεί να αναλογιστεί πόσο ακατόρθωτο είναι να εισχωρήσει στον διπλανό του, στον φίλο του, στον σύντροφό του, κι από την άλλη, αντιλαμβάνεται το πόσο απαραίτητοι είμαστε ο ένας στον άλλον.

Σε ένα σκηνικό που θυμίζει επιπλωμένο γερμανικό σπιτικό με γούστο ‘70ς – το σχεδίασε ο Εδουάρδος Γεωργίου – οι ήρωες με κοστούμια σύγχρονα- για την αναγκαία αναγωγή στο σήμερα – που υπογράφει η Μαρία Κελίδου, στροβιλίζονται στον εγωπαθητικό τους κόσμο, αλλά ο σκηνοθέτης μεταφέρει το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι και μέσα στα όρια του σαλονιού τους.

Είναι μια μεταφορά του έξω κόσμου διαδηλώσεων μεταναστών στη Γερμανία, μέσα στο σπίτι από τον Άγη (Νίκο Μήλια),κεντρικό πρόσωπο στο δράμα, με αφορμή τις δοκιμές για την ομιλία του στην ειρηνική συγκέντρωση της επόμενης μέρας, ενισχύοντας έτσι τη σκηνική δράση.

Αυτό το «θέατρο εν θεάτρω» δημιουργεί ένα ηχητικό πεδίο απειλής, όπου εντός του αναπτύσσονται και εξωτερικεύονται, με τους μονολόγους, οι προσωπικές και κοινωνικές ανησυχίες των ηρώων.

Η γλώσσα της συγγραφέως φέρει τη ζωντάνια και τον ρυθμό της καθομιλουμένης με την προφορικότητα που διακρίνει τις καθημερινές εκφράσεις, την παρεμβολή γερμανικών φράσεων με αφορμή τη στάση του Χανς, τη σύντομη συνομιλία του με τη Σοφία (Χρυσή Μπαχτσεβάνη) στα γαλλικά προς το τέλος του έργου, το ιταλικό ταπεραμέντο του φιλομόφυλου Τζίνο ( Πάρη Αλεξανδρόπουλου), αλλά και την πραγματικότητα και το ελλειπτικό στοιχείο που χαρακτηρίζει τους μονολόγους, όπως σ’ αυτόν της Έλσας (Μπέττυ Νικολέση): «συγγνώμη, ποια είμαι…πού βρίσκομαι…τι είναι εδώ;….»

Ο Χάνς του εκλεκτού ηθοποιού Δημήτρη Ναζίρη, είναι ένας ανασφαλής οικοδεσπότης, βυθισμένος στη φλύαρη σιωπή του, ενώ αντιπροσωπεύει με σαφήνεια τον αντίποδα της δυναμικής, μα και ουτοπικής προσπάθειας της Σοφίας και του Άγη να εκδηλώσουν την αντίθεσή τους στα κοινωνικά και προσωπικά αδιέξοδά τους. Μυστηριωδώς στηρίζει την εθισμένη στα ναρκωτικά Σοφία, αναντίρρητα.

Τα γηρατειά δεν έχουν τη σωματική δύναμή και, ίσως, την πνευματική διαύγεια να αντισταθούν, μπορούν όμως να συμπορευτούν στο πλευρό της νεότητας, έστω κι αν η παρόρμησή της την οδηγεί στον θάνατο. Από την άλλη, ο ανάπηρος Νίκος (Νικόλαος Δροσόπουλος) υφίσταται τα γεγονότα σιωπηρά. Τέλος, η χρήση της σιωπής κορυφώνεται στην εμφάνιση της Τρούντελ (Σεμίραμις Αμπατζόγλου) επί σκηνής, όπου η μίμηση αντικαθιστά τον λόγο και συνδέει το ονειρικό με το ρεαλιστικό στοιχείο.

Η σύζυγος του Χανς, Μαρία, ερμηνεύεται σωστά από την Ελένη Θυμιοπούλου, μια παραδοσιακή Ελληνίδα που δέχεται για σύζυγο έναν ώριμο άνδρα, μια γυναίκα που ξέρει να μαγειρεύει και να φροντίζει σπιτικό, μια γυναίκα που προσαρμόζεται σε ένα πολυπολιτισμικό ταμπλό με κραυγές και ψιθύρους, με μυστικά και ψέματα και με τον φόβο της αστυνομικής βίας.

Ο Πάρης Αλεξανδρόπουλος, επιτρέψτε μου να πω, κλέβει την παράσταση. Ενέργεια απίστευτη, εξαιρετικές φωνητικές δυνατότητες, ατέρμονη κίνηση και τολμηρή προσέγγιση του φλογερού Ιταλού εραστή Τζίνο, που οργώνει τη σκηνή απ άκρη σ’ άκρη, μπροστάρης σ’ έναν αρχετυπικό εξαιρετικό Χορό, με τρόπο που συγκεράζει το τελετουργικό και το καλλιτεχνικό στοιχείο, από την αρχαϊκή λυρική και χορική ποίηση, η οποία συνδύαζε το μέλος, δηλαδή την ωδική εκφορά έντεχνου ποιητικού λόγου, με την όρχηση, δηλαδή τη ρυθμική, τυποποιημένη κίνηση μιας ομάδας ανθρώπων. Έπαινοι σε όλον τον θίασο.

Η παράσταση τελειώνει με αναφορά- φόρο τιμής στους αδικοχαμένους με δόλιο τρόπο Ζακ Κωστόπουλο, Παύλο Φύσσα, Άλκη Καμπανό.

Επίλογος

Ο θεατής στο «Μικρό» της Μονής Λαζαριστών αναδεικνύεται σε σημαίνονται «αθέατο» παράγοντα για τα θεατρικά πρόσωπα, ο οποίος ορίζεται εξ αρχής ως δέκτης του δραματικού λόγου, μέσω του τίτλου του έργου «Σε σας μου μας ακούτε», το οποίο γράφτηκε το 2003.

Για άλλη μια φορά η συγγραφέας μάς προσκαλεί να βουτήξουμε στο παρελθόν και ν’ αναδυθούμε στο παρόν, γεμίζοντας τα πνευμόνια μας με τον αέρα του μέλλοντος. Να συνομιλήσουμε με το έργο και να αναρωτηθούμε τι φοβόμαστε, τι ελπίζουμε και πώς μοιάζει το αύριο που κοιμάται μέσα μας.

* Η παράσταση είναι κατάλληλη για άνω των 13 ετών.

Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Χρήστος Θεοδωρίδης

Δραματουργική επεξεργασία: Χρήστος ΘεοδωρίδηςΙζαμπέλα Κωνσταντινίδου

Επιμέλεια κίνησης – χορογραφία: Ξένια Θεμελή

Σκηνικά: Εδουάρδος Γεωργίου

Κοστούμια: Μαρίνα Κελίδου

Φωτισμοί: Τάσος Παλαιορούτας

Μουσική επιμέλεια: Χρήστος Θεοδωρίδης

Βοηθός Σκηνοθέτη: Ξένια Θεμελή

Βοηθός Σκηνογράφου: Δανάη Πανά

Οργάνωση παραγωγής: Ηλίας Κοτόπουλος

Παίζουν οι ηθοποιοί: Πάρης Αλεξανδρόπουλος (Τζίνο), Σεμίραμις Αμπατζόγλου (Τρούντελ), Νικόλας Δροσόπουλος (Νίκος), Ελένη Θυμιοπούλου (Μαρία), Γιώργος Κολοβός (Ιβάν), Νίκος Μήλιας (Άγης), Χρυσή Μπαχτσεβάνη (Σοφία), Δημήτρης Ναζίρης (Χανς), Μπέττυ Νικολέση (Έλσα)

Έκτακτες αντικαταστάσεις: Ελευθερία Αγγελίτσα, Δημήτρης Κολοβός, Άννα Κυριακίδου, Θεοδώρα Λούκας, Ιωάννης Μπάστας, Βασίλης Μπεσίρης, Γιάννης Τσεμπερλίδης

Σημείωση: Οι σπουδαστές της σχολής του Εθνικού Θέατρου επέλεξαν τη Λούλα Αναγνωστάκη και το έργο της, που: «Εκφράζει τον αγώνα μας και γίνεται σύμβολό του! Παραφράζουμε τον τίτλο του τελευταίου της θεατρικού έργου “Σ’ εσάς που με ακούτε” και απευθυνόμαστε σε εσάς που μας ακούτε, μας βλέπετε και μας στηρίζετε».

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«Πολυάννα Το παιχνίδι της χαράς» στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

«Πολυάννα-Το-παιχνίδι-της-χαράς»-στο-Αρχαίο-Θέατρο-Φιλίππων

    Η παιδική σκηνή Κάρμεν Ρουγγέρη έρχεται στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων και παρουσιάζει την παράσταση «Πολυάννα Το παιχνίδι της χαράς», την Κυριακή 30 Αυγούστου στις 21:00 στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων.

    Πρόκειται για ένα «παιχνίδι» της Πολυάννας, ενός δωδεκάχρονου τρισχαριτωμένου κοριτσιού, που κατέκτησε ολοκληρωτικά τις καρδιές μικρών και μεγάλων τον χειμώνα που ανέβηκε στο Θέατρο Κιβωτός..

    Η Πολυάννα, η ηρωίδα της ιστορίας, γίνεται σύμβολο αγάπης και καλοσύνης για όλους όσους θα βρεθούν στο δρόμο της. Βλέπει πάντα τη ρόδινη πλευρά της ζωής, και πιστεύει ότι κάποιος μπορεί να βρει χαρά ακόμα και σε κάτι δυσάρεστο που θα του συμβεί.

    Χαρά που ομορφαίνει και καλυτερεύει τα πάντα στη ζωή.

    Η παράσταση έχει πολλή ενδιαφέρουσα πλοκή. Έξυπνα σκηνικά και παραμυθένια κοστούμια προσεγμένα στη λεπτομέρεια και ακόμα εμπνευσμένες χορογραφίες πάνω σε πρωτότυπη μουσική και τραγούδια με ρυθμούς country, foxtrot, rock and roll, godspell και blues.

    Τα πιόνια του παιχνιδιού αυτού είναι:

    •​ η αισιοδοξία απέναντι στην απαισιοδοξία,

    •​ η καλοσύνη απέναντι στην κακία,

    •​ το ενδιαφέρον απέναντι στην αδιαφορία

    •​ η θετική σκέψη απέναντι στην αρνητική σκέψη

    •​ το γέλιο απέναντι στο κλάμα

    •​ η συγχώρηση απέναντι στην εκδίκηση

    •​ η χαρά απέναντι στην θλίψη

    Promo Trailer: https://youtu.be/wibWlmDhQaQ

    Λίγα λόγια για το έργο:

    Ήταν μια φορά σ’ ένα μακρινό μέρος, κάπου στην Αμερική, πολλά χρόνια πριν, ένα μελαγχολικό χωριουδάκι.

    Σ’ αυτό το χωριό οι κάτοικοι ήταν κάπως απρόσιτοι. Δεν πιάνανε κουβέντα εύκολα, χαμογελούσαν πολύ δύσκολα. Με άλλα λόγια… σ’ αυτό το χωριό λες ΚΑΙ ΕΙΧΕ ΧΑΘΕΙ Η ΧΑΡΑ.

    Η μικρή μας ηρωίδα καταφθάνει μόνη της σε αυτό το χωριουδάκι με τους αδιάφορους και λυπημένους κατοίκους και εφαρμόζοντας το «παιχνίδι της χαράς» κατορθώνει μέσα σε λίγο διάστημα, να τους ξεσηκώσει όλους και να τους γεμίσει με αισιοδοξία, χαρά και ελπίδα.

    Δήλωση της Κάρμεν Ρουγγέρη

    «Το έργο έχει μια τόσο ενδιαφέρουσα πλοκή και ένα τόσο όμορφο τέλος που μπορεί να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον μικρών και μεγάλων. Κατά την γνώμη μου είναι για όλες τις ηλικίες. Οι Θησαυροί –μηνύματα που έχει το έργο αυτό είναι τόσοι που σίγουρα οι μικροί και μεγάλοι θεατές μας θα φύγουν πολύ πιο πλούσιοι από την παράσταση αυτή».

    Δήλωση της Χριστίνας Κουλουμπή

    «Το παιχνίδι της χαράς» της Eleanor Porter είναι το αριστούργημα της Αμερικάνικης Λογοτεχνίας που σημάδεψε τα παιδικά μου χρόνια! Ένα βιβλίο που επηρέασε τον τρόπο που βλέπω την ζωή με αφάνταστα θετικό τρόπο!

    Ηρωίδα, ένα μικρό κορίτσι 12 χρονών που- παρά τις αντιξοότητες που παρουσιάζονται στην ζωή της – καταφέρνει να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες με χαμόγελο και αισιοδοξία! Ο πατέρας της, ένας φτωχός ιεραπόστολος, της είχε μάθει να παίζει το «παιχνίδι της χαράς» που είναι το μυστικό της ευτυχίας! Μέσα από τις περιπέτειες της μικρής Πολυάννας καταλαβαίνουμε την αξία της ευγνωμοσύνης, την αγάπη που μεταδίδεται μέσα από την καλοσύνη, την φιλία και την ελπίδα που φωτίζει την σκέψη μας να επιλέγει το καλό ακόμα κι όταν όλα μοιάζουν δύσκολα…

    Κείμενο: Κάρμεν Ρουγγέρη

    Σκηνοθεσία: Κάρμεν Ρουγγέρη – Χριστίνα Κουλουμπή

    Σκηνικά – Κοστούμια: Χριστίνα Κουλουμπή

    Κίνηση – Χορογραφίες – Φωτισμοί: Πέτρος Γάλλιας

    Πρωτότυπη μουσική – VideoArt: Αντώνης Δελαπόρτας

    Στίχοι: Ανδρέας Κουλουμπής – Κάρμεν Ρουγγέρη

    Διδασκαλία τραγουδιών: Ελένη Ζιώγα

    Διεύθυνση παραγωγής – Υπεύθυνη περιοδείας: Ελένη Καρτάση

    Παίζουν οι ηθοποιοί (με αλφαβητική σειρά):

    Αναγνωστοπούλου Αναστασία, Ζωγραφόπουλος Κώστας, Κορλός Θανάσης, Κύρτσος Νίκος, Λιναρδάτου Κωνσταντίνα, Μιχαλάκη Έλενα, Παπαδόπουλος Χάρης, Πικιώνη Ινώ

    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: ΠΑΙΔΙΚΗ ΣΚΗΝΗ ΚΑΡΜΕΝ ΡΟΥΓΓΕΡΗ

    Πολυάννα Το Παιχνίδι της Χαράς

    Κυριακή 30 Αυγούστου / 21:00

    Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

    Τιμές εισιτηρίων: 14€ Γενική Είσοδος (Δωρεάν είσοδος για παιδιά έως 2 ετών)

    Ηλεκτρονική Προπώληση: https://www.ticketservices.gr/event/polyanna-to-paixnidi-tis-xaras/?lang=el

    Προπώληση

    Καβάλα: Κέντρο Πληροφόρησης Επισκεπτών Δήμου Καβάλας (πρώην ΕΟΤ) Κεντρική Πλατεία, τηλ: 2510-620566, καθημερινά από Δευτέρα έως Σάββατο (10:00 – 14:00 και 18:00 – 21:00) και Κυριακή (10.00 – 14.00), ενώ την ημέρα της παράστασης θα γίνεται προπώληση στο ταμείο του χώρου της εκδήλωσης από τις 19:00 το απόγευμα.

    Πηγή: KavalaWebNews

    Continue Reading

    Πολιτισμός

    «ΡΩΜΑΙΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΕΤΑ» του Μποστ! σε περιοδεία από ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κρήτης 

    «ΡΩΜΑΙΟΣ-ΚΑΙ-ΙΟΥΛΙΕΤΑ»-του-Μποστ!-σε-περιοδεία-από-ΔΗΠΕΘΕ.-Κρήτης 

    Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

    Διαβάζοντας ξανά και ξανά κείμενα και σκίτσα του Μέντη Μποσταντζόγλου κάνουμε συχνά το ίδιο λάθος: προσπαθούμε να κρατήσουμε παραπομπές, μνημόνια εδαφίων. Όμως, στο μποστικό σύμπαν δε βρίσκουν έδαφος τα μνημόνια. Οι σελιδοδείκτες θα ‘πρεπε να είναι όσοι είναι οι λαχνοί στο κοντάρι του λαχειοπώλη την ώρα που βγαίνει για δουλειά! Δεν είναι μόνο εύλογη η αμηχανία όποιου επιχείρησε να χωρέσει σε ταξινομημένα ράφια το έργο του Μποσταντζόγλου.

    Σκιτσογράφος, θεατρικός συγγραφέας, στιχουργός, σατιρικός, λαϊκός ζωγράφος, σαρκαστικός αφηγητής και καλλιτέχνης, διαφημιστής, σχεδιαστής όμορφων δώρων, κατεδαφιστής της κοινωνικής και γλωσσικής υποκρισίας…

    Ανεπαρκείς οι ορισμοί, τόσο αληθινοί ο καθένας χωριστά, τόσο λίγοι, όμως, για να κλείσουν μέσα τους αυτόν τον Ανατολίτη αυθεντικό άρχοντα της πένας και του πινέλου.

    Είπαν για αυτόν πως ζωγράφιζε τη γλώσσα και μιλούσε τις εικόνες: ένα ισόβιο, εύφορο μποστάνι, που θα ‘λεγε κανείς ότι το σκάλισαν, το πότισαν και το ευλόγησαν ο Αριστοφάνης, ο Θεόφιλος, ο Βυζάντιος, ο Σουρής, ο Ροΐδης, ο Θέμος Άννινος και ο αδελφός του ο Μπάμπης, αλλά μαζί και όλοι οι μάστορες του Θεάτρου Σκιών και οι ακαδημαϊκοί του Σουρρεαλισμού.

     Το συνολικό έργο του Μποστ είναι ίσως το πιο αδιάσειστο τεκμήριο εκείνου του αξιώματος που έλεγε πως στην Ελλάδα δεν χρειάζεται κανείς να εισάγει τον Σουρρεαλισμό, καθότι υπάρχει επάρκεια.

     Ιδού το δείγμα: «Σε κάποια πόλη μακρινή, στην πόλη της Βερόνας

    Μοντέγοι από τη μία μεριά, και κάτι Καπουλέτοι

    είχανε έχθρα φοβερή που εκρατούσε έτη.

    Κι έτυχε τότε έρωτας να μπει εις την καρδιά

    και να θρονιάσει για καλά σε δυό μικρά παιδιά.

    Αυτά υπήρξαν θύματα ετούτης της βεντέτας

    Κάποιου Μοντέγου δηλαδή και κάποιας Καπουλέτας.

    Ρωμαίος λέγεται ο γιός από Μοντέγου γένος

    Και με την κόρη του εχθρού βαριά ερωτευμένος.

    Ιουλιέτα λέγετο η κόρη που αγαπούσε

     και Καπουλέτους έλεγαν το γένος που κρατούσε.

    Η μοίρα όμως το’ φερε η αγάπη των να σβήσει.

    Θα δείτε πώς συνέβηκε στο έργο που θ’ αρχίσει».

    Ο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Μποστ δεν είναι απλώς μια κωμωδία, αλλά είναι ένα γλωσσικό και κοινωνικό φαινόμενο. Με τον χαρακτηριστικό δεκαπεντασύλλαβο και την σκοπίμως ανατρεπτική γλώσσα του, το έργο σατιρίζει τον μικροαστικό καθωσπρεπισμό, τις διαχρονικές ελληνικές παθογένειες και τις αντιφάσεις της σύγχρονης κοινωνίας, προκαλώντας ουσιαστικά ερωτήματα αβίαστο γέλιο.

    Ο Μποστ εμπνέεται από την πασίγνωστη ρομαντική σαιξπηρική ιστορία. Οι ήρωες έρχονται από το παρελθόν στο παρόν, λέγοντας την ιστορία με το δικό τους τρόπο μέσα από τον αυτοσαρκασμό, το χιούμορ και τις ανατροπές.

    Ο Ρωμαίος γεμάτος από έρωτα για την Ιουλιέτα αντιπροσωπεύει το πάθος, το αίσθημα, αλλά και τη δύναμη, έτοιμος να θυσιαστεί για τα ιδανικά της αγάπης. Η Ιουλιέτα, μέσα πάντα από τον ανατρεπτικό όσο και σουρεαλιστικό λόγο του Μποστ, είναι ένα κορίτσι και αργότερα γυναίκα που τη διακρίνει η δυναμικότητα και αποφασιστικότητα, έτοιμη να διεκδικήσει μέχρι τέλους την αγάπη της για τον Ρωμαίο.

    Και εδώ πρωταγωνιστής είναι η γλώσσα. Μέσα σε αυτόν τον ευρηματικό και απροσδόκητο δεκαπεντασύλλαβο, ο Μποστ σατιρίζει με το δικό του υπονομευτικό τρόπο τα κακώς κείμενα της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας.

    Ο σουρεαλισμός, ο γνωστός δεκαπεντασύλλαβος, οι ήρωες που μοιάζουν με τα σκίτσα του, η υπόγεια κριτική , είναι τα στοιχεία εκείνα που κάνουν το έργο να αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα δείγματα ενός θεάτρου που δεν υπήρξε όμοιο στην Ελλάδα.
    Αιχμηρός, αληθινός, αλλά και πολύ ευαίσθητος στίχος.

     Ο πολυμήχανος σατιριστής Μποστ βάζει δύσκολα στον εαυτό του, εφόσον χρησιμοποιεί ως θεματική αφετηρία του και ως πλαίσιο του μύθου του ένα άλλο έργο, άλλης εποχής, άλλης δραματουργικής πλοκής και υφής και, μάλιστα, τραγικής, όπως είναι και η «Μήδεια».

     Διακινδυνεύει κινούμενος στην κόψη του ξυραφιού, καθώς πλέκει το πρωτότυπο Σαιξπηρικό έργο και τα πρόσωπά του με το σύγχρονο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι στον δικό του μύθο, τον φαινομενικά παράλογο, αλλά στο βάθος του ορθολογικά δομημένο και κριτικά καυστικό, ακριβώς γιατί θέλει να στηλιτεύσει τον σύγχρονο βίο του Έλληνα, του εκτροχιασμένου και εξαιτίας της κατακλυσμιαίας υποκουλτούρας, που σαρώνει τα πάντα.

    ‘Ήθη, παραδόσεις αιώνων, πολιτιστικές αξίες και τέχνες.

    Μια κοινωνία σε πλήρη σύγχυση αποκαλύπτει η παράσταση, μέσα από ένα παιχνίδι σκόπιμης, δαιμόνιας , χιουμοριστικά εύφορης δραματουργικής ασάφειας. Πρόκειται για μια επιτηδευμένη σύγχυση που λυτρώνει τον θεατή από τη σαβούρα της τηλεοπτικής υποκουλτούρας, αυτής που συντηρεί μελοδραματικές λαϊκίστικες ιστορίες, προκαλεί μαζική αποχαύνωση στη σημερινή Ελλάδα του κακόγουστου διπολικού σκηνικού των «Πράσινων» και «Βένετων».

    Τα λογοπαίγνια του Μποστ, δια στόματος των ανεκδιήγητων ηρώων του «σπάνε κόκαλα» με την αιχμηρότητά τους και ευεργετούν τον θεατή με το εύστοχο, ανατρεπτικό τους χιούμορ.

    Ο Νικορέστης Χανιωτάκης σκηνοθετεί το έργο και το μπολιάζει με πάμπολλα, ευφυή ευρήματα και με φρέσκους στίχους ομοιοκατάληκτους που στηλιτεύουν τη σημερινή επικαιρότητα, ντυμένο με την πρωτότυπη μουσική του Γιώργου Ανδρέου, που «γλεντά» την παράσταση με τα τραγούδια του και τη ζωντανή μουσική του.

     Ο σκηνοθέτης προσφέρει στο κοινό ένα θέαμα λευτερωμένο από κάθε υποκριτική αναστολή από έναν «εξωφρενικό θίασο», με προεξάρχοντες την έξοχη Υρώ Μανέ, που σκορπά κύματα γέλιου στον ρόλο της Ιουλιέτας και τον πολυτάλαντο Άκη Σακελλαρίου, ως έναν πολυδιάστατο Ρωμαίο, ενώ η σκηνική δράση εμπλουτίζεται σε υπερθετικό βαθμό από τον Γιάννη Ζουγανέλη στον ρόλο της Παραμάνας.

    Ακόμη, ο Σπύρος Μπιμπίλας με απίστευτη ενέργεια και μπρίο ως Μερκούτιος, ο απολαυστικός Γιάννης Δρακόπουλος στον ρόλο του αντισυμβατικού Πάτερα Λαυρέντιου, μαζί με τους εξαιρετικούς Δαυίδ Μαλτέζε, Παναγιώτη Γουρζουλίδη, Βασίλη Παπαδημητρίου, Αρετή Πασχάλη και Νίνα Φώσκολου, με το πληθωρικό τους ταλέντο, τον γρήγορο ρυθμό και το χιούμορ, εναλλάσσουν ρόλους με γρήγορα αντανακλαστικά και απογειώνουν το κοινό.

     Είναι ένας θίασος υπέροχος, διαρκώς σχολιαστικός, μέσα σ’ ένα σκηνικό «όργιο» της Μαρίας Φιλίππου και της δημιουργικής συνεργασίας της Ιωάννας Καλαβρού με τα κοστούμια της, καθοδηγούμενου κινητικά από την Φαίδρα Νταϊόγλου.

    Συντελεστές

    Σκηνοθεσία-Φωτισμοί: Νικορέστης Χανιωτάκης

    Πρωτότυπη μουσική: Γιώργος Ανδρέου

    Σκηνικά: Μαρία Φιλίππου

    Κοστούμια: Ιωάννα Καλαβρού

    Χορογραφίες: Φαίδρα Νταϊόγλου

    Σχεδιασμός ήχου – ηχοληψία: Μανώλης Καραδημητράκης

    Βοηθός σκηνοθέτη: Θεοδώρα Κοκκινίδη

    Οργάνωση παραγωγής: Χρυσαντίνα Κούλουμπου, Χαρούλα Λώλη

    Εκτέλεση παραγωγής: Ιουλιέτα Καραχάλιου

    Οργάνωση γραφείου παραγωγής: Βικτώρια Λώλη, Αργυρώ Τσοτσώνη

    Επικοινωνία: Ελένη Λιλή – elenanlily@gmail.com

    Creative Agency : GridFox

    Social media: Social Wave

    Παίζουν: Υρώ Μανέ, Άκης Σακελλαρίου, Σπύρος Μπιμπίλας, Γιάννης Δρακόπουλος, Δαυΐδ Μαλτέζε, Παναγιώτης Γουρζουλίδης, Βασίλης Παπαδημητρίου, Αρετή Πασχάλη, Νίνα Φώσκολου, Οδυσσέας Κωνσταντόπουλος

    Στον ρόλο της Παραμάνας ο Γιάννης Ζουγανέλης!

    ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

    Πηγή: KavalaWebNews

    Continue Reading

    Πολιτισμός

    «Γη της Επαγγελίας» της Γεωργίας Μαυραγάνη στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων!

    «Γη-της-Επαγγελίας»-της-Γεωργίας-Μαυραγάνη-στο-69ο-Φεστιβάλ-Φιλίππων!

    Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

    «Πίσω από κάθε διακόπτη ρεύματος κρύβονται χιλιάδες ανθρώπινες ιστορίες που συνθέτουν ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της σύγχρονης Ελλάδας»

    Γεωργία Μαυραγάνη

    Η ενεργειακή μετάβαση στην Πτολεμαΐδα και η οριστική παύση του λιγνίτη, με επίκεντρο τη μετατροπή της μονάδας «Πτολεμαΐδα 5» σε φυσικό αέριο έως το 2028, αντιμετωπίζεται από την εξουσία ως μονόδρομος πράσινης ανάπτυξης, ενώ από τους πολίτες και φορείς της Δυτικής Μακεδονίας εκλαμβάνεται συχνά ως βίαιη και οικονομικά επισφαλής αποβιομηχάνιση.

    «Το θέμα της ενεργειακής πολιτικής μιας χώρας είναι μεγάλο και πολυδιάστατο. Ήταν για μένα δύσκολο να επιλέξω τα σημεία που θα αναδείξει η παράσταση. Επέλεξα να ακούσουμε μόνο τις φωνές των ανθρώπων της Δυτικής Μακεδονίας. Εργαζόμενους στο λιγνιτωρυχεία και στους ΑΗΣ (ατμοηλεκτρικούς σταθμούς), αλλά και πολιτικούς φορείς. Είδα από κοντά τη δύσκολη εργασία στο ορυχεία και άκουσα προσεκτικά τα σχέδια και τα έργα που εκπονούνται στη Μετάβαση Α.Ε. Αυτές τις μαρτυρίες, προσεκτικά επιλεγμένες, επιστρέφω και στο κοινό». Δηλώνει η σκηνοθέτρια.

    Η παράσταση αντλεί υλικό από τη συλλογική μνήμη και την ιστορική εμπειρία της λιγνιτικής δραστηριότητας στη Δυτική Μακεδονία. Μέσα από ιστορικά ντοκουμέντα, προσωπικές συνεντεύξεις, βιώματα και μαρτυρίες, αναδεικνύει ένα κεφάλαιο που σφράγισε την ταυτότητα της περιοχής, ενώ ταυτόχρονα θέτει στο προσκήνιο το μείζον ζήτημα της ενέργειας – ένα θέμα που διαπερνά ολόκληρη τη χώρα και αφορά το κοινό μας μέλλον.

    Η Γεωργία Μαυραγάνη ασχολήθηκε επισταμένως με το ακανθώδες θέμα της απολιγνιτοποίησης της Δυτικής Μακεδονίας, το οποίο αποκτά πλέον μη αναστρέψιμα χαρακτηριστικά.

    Διεξήγαγε μια ενδελεχή έρευνα μηνών σε ζωντανές πηγές (συνεντεύξεις) και σε γραπτές (αρχεία), διασκεύασε το κείμενό της ως μια ποιητική μεν, καταγγελτική δε παράσταση και παρουσιάζει σε επιλεγμένα σημεία της χώρας ένα θέατρο ντοκουμέντο, με κύριο στόχο την ενσυναίσθηση και, κυρίως, τη διάσωση της συλλογικής μνήμης, μετατρέποντας τις προσωπικές συνεντεύξεις, τις αληθινές αφηγήσεις και τις μαρτυρίες των βιομηχανικών εργατών σε άμεσο τεκμήριο μνήμης, για την εργασία και την απώλεια.

    Αυτή ήταν και η μεγάλη πρόκληση για τη Γεωργία Μαυραγάνη. Από πού ξεκινά κανείς; Από την ιστορία του λιγνίτη; Από το παγκόσμιο ζήτημα της ενέργειας; Από την οικονομική διάσταση; Από τη ζωή των εργαζομένων; Από τις περιβαλλοντικές συνέπειες; Είναι ένα θέμα γεμάτο αντιφάσεις. Από τη μία πλευρά , ο λιγνίτης στήριξε οικονομικά την περιοχή, δημιούργησε χιλιάδες θέσεις εργασίας και διαμόρφωσε την ανάπτυξή της. Από την άλλη, υπήρξαν σοβαρές επιπτώσεις στο περιβάλλον, στην υγεία και στην ποιότητα ζωής των κατοίκων. Όλα αυτά συνυπάρχουν στην παράσταση, επειδή δεν έπρεπε να αγνοηθούν.

     Στον βαθμό που η δραματουργία δε δημιουργεί οτιδήποτε εκ του μηδενός, αλλά καταφεύγει σε πηγές, κάθε δραματική σύνθεση περιλαμβάνει ένα μέρος ντοκουμέντων.

    Διακρίνουμε αναμφίβολα σ’ αυτή τη μέθοδο την ανταπόκριση στη σύγχρονη προτίμηση στο ρεπορτάζ και στο αληθινό ντοκουμέντο, την επιρροή των Μέσων που κατακλύζουν τους θεατές- ακροατές με αντιφατικές και κατευθυνόμενες πληροφορίες και την επιθυμία του δημιουργού να απαντήσει με ανάλογη τεχνική.

     Επομένως, η κίνηση είναι ορθώς πολιτική και, θαρρώ, πως το θέατρο ντοκουμέντου είναι ο κληρονόμος του ιστορικού δράματος. Αντίθετα, το θέατρο μυθοπλασίας το εισπράττω ως ιδεαλιστικό και απολιτικό, ίσως, εφόσον χειρίζεται τα γεγονότα με στόχο την ψυχαγωγία.

    Ωστόσο, αν εκλάβουμε την πολιτική με την ετυμολογική έννοια του όρου, θα συμφωνήσουμε ότι το θέατρο είναι κατ’ ανάγκη πολιτικό, αφού εγγράφει τους πρωταγωνιστές στην πόλη ή την ομάδα. Ο όρος δηλώνει με ακρίβεια, επιτρέψτε μου, το αγωνιστικό θέατρο, το λαϊκό, το προπαγανδιστικό, το επικό, αλλά και το μπρεχτικό.

     Όλα αυτά τα είδη έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό τη θέληση των συντελεστών μιας παράστασης να θριαμβεύσει μια αλήθεια, μια αναγκαία πίστη, ένα φιλοσοφικό ή και ένα στρατηγικό σχέδιο. Οπότε, η αισθητική υπάγεται στον πολιτικό αγώνα, μέχρι του σημείου -γιατί, όχι – η θεατρική μορφή να ακυρώνει τον αγώνα των ιδεών που ενστερνίζεται η εξουσία, που, πιθανώς, να πρόκειται για αγώνα- άλλοθι.

     Στη «Γη της Επαγγελίας» ( τίτλος – δάνειο από τη «Γένεση» της Παλαιάς Διαθήκης) οι θεατές κοινωνούμε το κυρίως θέμα ως μείζον πρόβλημα, μέσα από τις συνεντεύξεις εργαζομένων που δραματοποιούνται, μέσα από το υλικό που απλώνεται στη σκηνή και θυμίζει εργοτάξιο- ακόμα και ο λιγνίτης είναι παρών – έτσι όπως το σχεδίασαν οι Εύη Μιμίκου και Βενετία Νάση, αλλά και μέσα από τις εικόνες που εμπεριέχουν καθαρή ποίηση στη μεταφορά της πραγματικότητας, ενώ ξετυλίγονται σκηνές με ανθρώπινες αντιδράσεις όπως πικρό γέλιο, θυμός, αγανάκτηση, οργή για την ανυπαρξία ενός σχεδίου σωτηρίας.

    Η περιοχή ζει με τις κοιλότητες των ορυχείων, τα κουφάρια των εργοστασίων και την παλιά της δόξα. Οι νέοι φεύγουν μαζικά. Όσοι έχουν μείνει βρίσκονται σε πένθος. Χρειάζονται πράξεις. Όσο συντηρείται η μικροπολιτική με την επιδοματική λογική των ανοικονόμητων χρηματοδοτήσεων από το ΔΑΜ (Δίκαιη αναπτυξιακή μετάβαση) δεν θα αλλάξει τίποτα.

    Η παράσταση ξεχωρίζει και για τις συγκλονιστικές αφηγήσεις εργατών και για το κινηματογραφικό της υλικό, με την υπογραφή του Στάθη Γαλαζούλα, το οποίο αποκαλύπτει σημαντικά τεκμήρια για όσα συμβαίνουν αυτή τη στιγμή στα χωριά και στα παροπλισμένα ορυχεία της Δυτικής Μακεδονίας, με αισθητική ντοκιμαντέρ αλλά και με ποιητική ματιά. Στο ενδιαφέρον οπτικό υλικό, θα πρέπει προσθέσουμε τις συγκλονιστικές φωτογραφίες του Νίκου Λόφτσαλη από τον κρανίου τόπο των ορυχείων.

    Το τέλος της λιγνιτικής εποχής γίνεται το εφαλτήριο αυτής της παράστασης θεάτρου-ντοκουμέντου. Μαρτυρίες κατοίκων και εργαζομένων μετατρέπονται σε σκηνική πρώτη ύλη, σε μια αφήγηση που επιστρέφει στις ρίζες της ενεργειακής ιστορίας της Δυτικής Μακεδονίας. Ένα άμεσο τεκμήριο μνήμης για την ενέργεια, την απώλεια και τη μετάβαση, που αφορά όχι μόνο έναν τόπο, αλλά ολόκληρη τη χώρα.

     Διαπιστώνουμε ότι η παράσταση αποκαλύπτει μια θολή πλευρά ενός ζητήματος με το οποίο όλοι συνδεόμαστε, χωρίς όμως να το γνωρίζουμε πραγματικά. Όλοι πατάμε τον διακόπτη για να έχουμε ηλεκτρικό ρεύμα, όμως ελάχιστοι γνωρίζουμε τι κρύβεται πίσω από αυτή την καθημερινή πράξη. Οι θεατές ανοίγουμε ένα παράθυρο στη σκέψη μας. Μοιραστήκαμε μια ιστορία, που μέχρι σήμερα παρέμενε σχεδόν άγνωστη, μέσα από τις μαρτυρίες ανθρώπων που εργάστηκαν στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

    Το θέατρο δίνει πρόσωπο σ’ αυτή την ιστορία και την κάνει από κρυμμένη, ορατή. Λογικό να απορεί η παραγωγή αν μια παράσταση μπορεί να αλλάξει την πραγματικότητα ή να επισπεύσει εξελίξεις. Δεν μπορεί να ξέρουν η Κοζάνη, η Πτολεμαΐδα, το Αμύνταιο, εάν η «Γη της Επαγγελίας» θα στρέψει περισσότερο τα φώτα της επικαιρότητας στη Δυτική Μακεδονία ή αν τελικά θα υλοποιηθούν όλα όσα είχαν εξαγγελθεί για τη δίκαιη μετάβαση.

    Η σκηνοθεσία δεν αποσιωπά τις περιβαλλοντικές και τις υγειονομικές συνέπειες της λιγνιτικής δραστηριότητας. Είναι προφανές ότι οι κάτοικοι της περιοχής επιθυμούνε ένα καθαρότερο περιβάλλον και καλύτερες συνθήκες ζωής. Το θέμα που υπαινίσσεται η παράσταση είναι ότι η μετάβαση σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, θα έπρεπε να συνοδεύεται από μια ουσιαστική αντιπρόταση για την περιοχή.

    Η Γεωργία Μαυραγάνη εργάστηκε για δύο μήνες πραγματοποιώντας δεκάδες συνεντεύξεις και συγκεντρώνοντας αρχειακό υλικό. Μίλησε με εργαζομένους της ΔΕΗ, ανθρώπους της αυτοδιοίκησης, πολιτικούς, κατοίκους της περιοχής και πολλούς ακόμη που είχαν προσωπική γνώση της ιστορίας. Στη συνέχεια συνέθεσε όλο αυτό το υλικό δραματουργικά, επιλέγοντας να εστιάσει κυρίως στους εργαζομένους. Συνειδητή η επιλογή της να φέρει αυτούς τους ανθρώπους στο προσκήνιο και, μέσα από τις προσωπικές τους διαδρομές, να φωτίσει μια πολύ σημαίνουσα ιστορία. 

    Επέλεξε να δώσει πρωταγωνιστικό ρόλο στις ίδιες τις μαρτυρίες. Ακούμε τις φωνές των ανθρώπων, βλέπουμε ορισμένους σε βίντεο, υπάρχουν αρχειακές εικόνες, φωτογραφίες και οπτικό υλικό από τα εργοστάσια και τα μηχανήματα. Οι ηθοποιοί ( Δημήτρης Γαλανάκης, Συμεών Κωστάκογλου, Γρηγόρης Ποιμενίδης, Ιωάννα Σίσκου, Ανατολή Τσακαλίδου), δε λειτουργούν ως οι αποκλειστικοί φορείς της αφήγησης, αλλά υπηρετούν τη μαρτυρία και το υλικό που έχει συγκεντρωθεί. Η μουσική του Χάρη Νείλα ντύνει την αφήγηση.

    Η δράση στη σκηνή εξελίσσεται σε μια πολύ συγκεκριμένη δραματουργική δομή. Η παράσταση αναπτύσσεται σε επτά ημέρες. Η επιλογή αυτή συνδέεται αφενός με τον τίτλο, «Γη της Επαγγελίας», αφετέρου με την ίδια τη λειτουργία των μονάδων, η οποία δεν σταματούσε ποτέ. Συνεχιζόταν επτά ημέρες την εβδομάδα, είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο.

     Ιδιαίτερα σημαντική είναι η παρουσία δύο ανθρώπων της κοινότητας (Νίκος Λόφτσαλης, Παναγιώτης Χλιαράς), που συμμετέχουν στην παράσταση. Ενός εν ενεργεία εργαζομένου, που είναι και καλλιτέχνης και ενός συνταξιούχου. Ο δεύτερος είναι άνθρωπος που έχει υποβληθεί σε τραχειοτομή. Η φωνή του υπόκωφη, αδύναμη, λιγοστή και η σκηνή στην οποία αφηγείται την ιστορία του είναι από τις πιο συγκινητικές της παράστασης.

    Οι ηθοποιοί τον ρωτούν αν, γνωρίζοντας όσα ακολούθησαν, θα ξαναέκανε την ίδια δουλειά. Και εκείνος απαντά χωρίς δισταγμό: «Βεβαίως. Εκεί ήταν το σπίτι μου». Στη συνέχεια τον ρωτούν αν θα ήθελε ο γιος του να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο. «Με τίποτα», απαντά. Σε αυτή την αντίφαση συμπυκνώνεται ολόκληρη η ιστορία της περιοχής και αυτός ο απόμαχος εργάτης αποτελεί το μέτρο της παράστασης. 

    Η Γεωργία Μαυραγάνη ακολουθεί μια πολύ λιτή σκηνοθετική γραμμή. Δεν επιδιώκει την ένταση μέσα από δυνατές μουσικές ή εξάρσεις των ηθοποιών. Υπάρχει μια βραδύτητα και μια απλότητα. Η αφήγηση είναι τόσο πυκνή, ώστε τα 90 λεπτά της διάρκειάς της κυλάνε γρήγορα και δημιουργικά, εφόσον η παράσταση ήρθε για να δώσει δημόσιο χώρο σε ανθρώπους και εμπειρίες, που διαφορετικά μπορεί να έμεναν αθέατες.

     Ουσιαστικά, η παράσταση θέτει στο επίκεντρο το μείζον ζήτημα της ενέργειας, της ανάπτυξης και του κοινού μας μέλλοντος, δείχνοντας ότι όσα συμβαίνουν στη Δυτική Μακεδονία αντικατοπτρίζουν παγκόσμιες προκλήσεις.

     Η «Γη της Επαγγελίας» περιοδεύει σε επιλεγμένα ανοικτά θέατρα της χώρας.

    Συντελεστές

    Σκηνοθεσία – Δραματουργία: Γεωργία Μαυραγάνη
    Επιμέλεια κίνησης: Μαριάννα Καβαλλιεράτου
    Σκηνικά – κοστούμια: Εύη Μιμίκου, Βενετία Νάση
    Μουσική: Χάρης Νείλας
    Σχεδιασμός φωτισμών: Εμορφίλη Τσιμπλίδου
    Κινηματογράφηση υλικού – Επεξεργασία με ΑΙ: Στάθης Γαλαζούλας
    Βοηθοί σκηνοθέτη: Μαρία Ηλιάδη, Νικολέτα Σιώμου
    Βοηθός φωτίστριας: Ηρώ Μεταξά

    Ηθοποιοί: Δημήτρης Γαλανάκης, Συμεών Κωστάκογλου, Γρηγόρης Ποιμενίδης, Ιωάννα Σίσκου, Ανατολή Τσακαλίδου

    Άνθρωποι της κοινότητας: Νίκος Λόφτσαλης, Παναγιώτης Χλιαράς

    Φωτογραφίες – Βίντεο παράστασης: Κωνσταντίνος Μανουσαρίδης
    Εικονογράφηση αφίσας: Lekõ
    Σχεδιασμός προγράμματος – Επικοινωνία: Παναγιώτης Τσαρτσιανίδης
    Επιμέλεια προγράμματος: Κατερίνα Λάκκα

    Κατασκευή σκηνικού: Νίκος Λαβαντσιώτης, Γιάννης Λυγκώνης, Τάκης Συνδουκάς
    Ζωγραφική επιμέλεια σκηνικού: Νίκος Καρράς, Νίκος Αθανασάκης, Παναγιώτης Μεϊντάνης, Δημοσθένης Καρράς

    Τεχνικοί σκηνής: Βαγγέλης Καραθανάσης, Νίκος Λαβαντσιώτης, Τάκης Συνδουκάς
    Ηλεκτρολόγος – χειριστής φώτων: Τάσος Διδασκάλου
    Ηχολήπτης προβών: Λευτέρης Φερλαχίδης
    Ηχολήπτης περιοδείας: Μάνος Κόμπος
    Υπεύθυνη παραγωγής Δη.Πε.Θε. Κοζάνης: Δήμητρα Σωτηροπούλου
    Υπεύθυνη παραγωγής Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου: Ηλέκτρα Καρατζά
    Υπεύθυνος περιοδείας: Στέλιος Σωτηρόπουλος

    Πρόκειται για μια συμπαραγωγή του Δημοτικού Περιφερειακού Θεάτρου Κοζάνης με το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου για την ιστορική συγκυρία του κλεισίματος των λιγνιτικών εργοστασίων.

    ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

    Πηγή: KavalaWebNews

    Continue Reading
    Advertisement

    Προτεινόμενα