Πολιτισμός
«Σ’ εσάς που με ακούτε» της Λούλας Αναγνωστάκη στο «Μικρό Θέατρο» της Μονής Λαζαριστών από το Κ.Θ.Β.Ε.
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
Πρόλογος
Σε μια εποχή που το συμφέρον κατάπιε την πολιτική ωριμότητα, αυτό το έργο έρχεται να μας θυμίσει πως κάποτε, όχι πολύ μακριά, υπήρχαν ακόμη ιδεολογίες. Άλλωστε, στον καιρό μας η έννοια της επανάστασης έχει μάλλον ξεπεραστεί, όπως κι αυτή της «αγίας ελληνικής οικογένειας». Και μπορεί οι έννοιες να αλλάζουν, η ανάγκη, ωστόσο, των ανθρώπων να μιλήσουν – και κυρίως να εισακουστούν – παραμένει η ίδια.
Το έργο της κορυφαίας Ελληνίδας δραματουργού Λούλας Αναγνωστάκη «Σ’ εσάς που με ακούτε» αποτελεί μια κραυγή αγωνίας για τα κοινωνικά, πολιτικά και ατομικά αδιέξοδα που μαστίζουν τη σύγχρονη κοινωνία: η βίαιη μετάβαση από τον 20ο στον 21ο αιώνα, ο φόβος απέναντι στη νέα τάξη πραγμάτων, η ανάδυση του νεοφασισμού στην Ευρώπη, αλλά και η προσωπική ανασφάλεια που επιφέρει η κοινωνική διαφθορά και η παρακμή.
Υπόθεση
Η υπόθεση τοποθετείται χρονικά στο Βερολίνο του 2001, δώδεκα χρόνια μετά την πτώση του τείχους. Στο εσωτερικό ενός σπιτιού εννέα πρόσωπα συνδέονται μεταξύ τους με δεσμούς αίματος, φιλίας ή έρωτα, βρίσκονται στην ίδια γειτονιά ή συγκατοικούν, δέχονται επισκέψεις συγγενών από την Ελλάδα, δρουν ως καθημερινές οντότητες, οι οποίες στο πλαίσιο της φαινομενικής στατικότητας που τις διακρίνει, συγκρατούν μια έντονη τάση φυγής από τη συμβατικότητα και τον έλεγχο που τους επιβάλλει η εξουσία της ίδιας της κοινωνίας.
Το σπίτι του ηλικιωμένου Γερμανού Χανς και της μικρότερης ηλικιακά συζύγου του Μαρίας, επινοικιάζεται σε νεαρό ζευγάρι Ελλήνων, τη Σοφία και τον Άγη. Τα πρόσωπα που περιβάλλουν τα δύο ζευγάρια είναι ο Ιβάν, οποίος προμηθεύει τη Σοφία ναρκωτικά και την καθοδηγεί ως προς τη διακίνησή τους, η νεαρή Γερμανίδα Τρούντελ και ο αδερφός της Κλάους, ο οποίος δρα ως εξωτερικός πωλητής ναρκωτικών σε Έλληνες. Επίσης, καθοριστική είναι η οικογένεια της Σοφίας, με επίκεντρο τη μητέρα της Έλσα, συνοδευόμενη από τον ανάπηρο γιό της Νίκο και τον Ιταλό εραστή του, Τζίνο. Οι τελευταίοι εισβάλλουν στον, ήδη, ταραγμένο βίο των οικοδεσποτών.
Ο μεταπτυχιακός φοιτητής Άγης (κακέκτυπο νεαρού διανοουμένου), η ακαλλιέργητη, αλλά ιδιόμορφα ευαίσθητη κοπέλα του Σοφία, ο ανερμάτιστος, ηρωινομανής Ιβάν, παραπαίουν ανάμεσα στον αγώνα για υλική επιβίωση, στην προοδευτική πολιτική δράση και στη διακίνηση ή τη χρήση ναρκωτικών: ένα αμάλγαμα ιδεολογικών και ηθικών αντιφάσεων, που παραπέμπει –αλλά σε μεγέθυνση – σε πολλά άλλα πρόσωπα έργων της συγγραφέως.
Το κοινωνικοπολιτικό κλίμα της πόλης είναι βαρύ και επικίνδυνο, ιδιαίτερα για τους αλλοδαπούς. Νεοναζισμός, αστυνομοκρατία και προβοκάτσια εναλλάσσονται, υπονομεύοντας σε καθημερινή βάση και το παραμικρό, προσωρινό αίσθημα ασφάλειας που μπορεί ο ξένος να νοιώσει.
Μ’ αυτούς, το ανθρώπινο μωσαϊκό γίνεται ακόμη πιο παρδαλό και συγκεχυμένο. Οι νεοφερμένοι, εντελώς παρακμιακοί από κάθε άποψη, κινούνται νωχελικά ανάμεσα στην καλοζωία και την παρανομία, αγνοώντας ηθελημένα την έκρυθμη πολιτική κατάσταση.
Ο κεντρικός ήρωας, ο Άγης, ηχογραφεί τις φωνές των υπόλοιπων θεατρικών προσώπων και τις μοντάρει με συνθήματα από τις διαδηλώσεις. Το ιδιωτικό μπλέκεται με το δημόσιο, για να επανεμφανισθούν υπαινικτικά στη σκηνή θέματα και χαρακτήρες από παλαιότερα έργα της συγγραφέως. Χαρακτήρες, που παίρνουν υπόσταση κρατώντας ένα μικρόφωνο σα να μιλούν σε μια συγκέντρωση ξεχωρίζοντας από το πλήθος της διαδήλωσης, «σ’ εμάς που τους ακούμε».
Η συγγραφέας
Η Λούλα Αναγνωστάκη υπήρξε η σημαντικότερη Ελληνίδα θεατρική συγγραφέας και ταυτόχρονα μία από τις δυναμικότερες μορφές της ελληνικής δραματουργίας. Τα θέματα των έργων της είναι παρμένα από τις τραυματικές μεταπολεμικές εμπειρίες, τον εμφύλιο πόλεμο και τη κοινωνική και πολιτική ζωή του καιρού της.
Η Αγγελική – Θεανώ Αναγνωστάκη γεννήθηκε το 1934 στη Θεσσαλονίκη και ήταν η μικρότερη αδελφή του διακεκριμένου ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη, που μαζί του βίωσε τις πικρές εμπειρίες της Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές της φοίτησε κι έλαβε πτυχίο από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Το 1959 πρωτοεμφανίστηκε ως σεναριογράφος στη σπονδυλωτή ταινία του Σωκράτη Καψάσκη «Ερωτικές Ιστορίες».
Πρωτοεμφανίστηκε ως θεατρικός συγγραφέας το 1965 στο «Θέατρο Τέχνης» του Κάρολου Κουν με τρία μονόπρακτα («Η Πόλη», «Η Παρέλαση», «Η Διανυκτέρευση») υπό τον γενικό τίτλο «Η Πόλη». Τον Φεβρουάριο του 1967 ανέβηκε το έργο της «Η Συναναστροφή» στο Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Λεωνίδα Τριβιζά. Με σκηνοθέτη τον Κάρολο Κουν, το «Θέατρο Τέχνης» παρουσίασε τα έργα της «Αντόνιο ή Το Μήνυμα» (1972), «Η Νίκη» (1979), «Η Κασέτα» (1982) και «Ο ήχος του όπλου» (1987).
Το 1990 ο θίασος Τζένης Καρέζη – Κώστα Καζάκου ανέβασε το έργο της «Διαμάντια και μπλουζ», σε σκηνοθεσία Βασίλη Παπαβασιλείου και το 1995 το «Θέατρο Τέχνης» το «Ταξίδι Μακριά», σε σκηνοθεσία Μίμη Κουγιουμτζή. Το 1998 το μονόπρακτό της «Ο ουρανός κατακόκκινος» παρουσιάστηκε από το «Εθνικό Θέατρο», σε σκηνοθεσία Βίκτορα Αρδίττη και το 2003 το έργο της «Σ’ εσάς που με ακούτε» από τη «Νέα Σκηνή», σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή.
Τα έργα της έχουν παρουσιαστεί από αθηναϊκούς θιάσους και Δημοτικά Περιφερειακά Θέατρα, καθώς και στο εξωτερικό (Γαλλία, Ιταλία, Αγγλία, Γερμανία, Κύπρο, Ισπανία, ΗΠΑ).
Η Λούλα Αναγνωστάκη ήταν παντρεμένη με τον συγγραφέα και καθηγητή νευρολογίας Γιώργο Χειμωνά (1938-2000), με τον οποίο είχε αποκτήσει ένα γιο, τον συγγραφέα Θανάση Χειμωνά.
H Λούλα Αναγνωστάκη έγραψε συνολικά 12 θεατρικά έργα μέσα στα οποία πραγματεύεται βασικά στοιχεία της μεταπολεμικής περιόδου στην Ελλάδα: το τραύμα, την μοναξιά, την ενοχή και την ήττα. Οι ηρωίδες της Αναγνωστάκη παρουσιάζονται με ψυχικά βάθη και αντιλαμβάνονται την καταπίεση που τους ασκεί η κοινωνική δομή, στην οποία προσπαθούν πολλές φορές να αντισταθούν. Μπορεί να μην διακρίνονται έντονα για τον φεμινιστικό τους χαρακτήρα, αφού σχεδόν πάντα καθορίζονται από μια ανδρική οπτική, ωστόσο εμφανίζονται σαφώς πιο δημιουργικές στην αναζήτηση ενός νέου κόσμου, μιας νέας πραγματικότηταwς.
Πέθανε στην Αθήνα στις 8 Οκτωβρίου 2017, σε ηλικία 83 ετών.
Η παράσταση
Βερολίνο 2001. Ένας χώρος κλειστός, ένα ανήλιαγο δωμάτιο, άνθρωποι που δέχονται διαρκώς πιέσεις και «εισβολές» από τον εξωτερικό κόσμο. Η σκηνοθεσία εστιάζει στην ψυχολογική διάσταση, στη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας υπαινικτικά ψυχοπλακωτικής, όπως εξάλλου προτάσσει και το κείμενο, η οποία εντείνεται από τους εσωτερικούς «σεισμούς» που ταρακουνούν σε τακτικά διαστήματα ηθοποιούς και θεατές σ’ ένα απροσδόκητα ρεαλιστικό εφέ.
Ευφυές σκηνοθετικό εύρημα ο αδιάκοπος πανομοιότυπος χορός των προσώπων του έργου πάνω στο μουσικό μοτίβο, το οποίο επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά στην παράσταση, ως συμβολισμός των δεσποτικά επιβαλλόμενων κινήσεων των κατοίκων του Βερολίνου, ενώ την ίδια στιγμή μαίνεται έξω η μεγάλη αντιφασιστική διαδήλωση στη μνήμη της Ρόζας Λούξεμπουργκ και του Καρλ Λίμπκνεχτ.
H ανθρώπινη φωνή, η κραυγή, τα συνθήματα και οι ηχητικές παρεμβάσεις από τον εξωσκηνικό χώρο αποτελούν πλούσιο γλωσσικό και παραγλωσσικό υλικό το οποίο τοποθετείται σε εστιακά σημεία της πλοκής και λειτουργεί ως συμπληρωματική δομή που ενισχύει την εξομολογητική παρόρμηση των θεατρικών προσώπων. Ως εκ τούτου, το ηχητικό σημείο, με τις ποικίλες μορφές του, όπως αυτές καθορίζονται με ακρίβεια μέσω των σκηνικών οδηγιών, έως και ανατολίτικο αλλά κατοχυρωμένο ως ελληνοπρεπές τσιφτετέλι, κατέχει διττή υπόσταση, λειτουργεί δηλαδή ως υπόβαθρο ενός θεατρικού λόγου διαμαρτυρίας αλλά και ως μεταφορά και επίκληση, με στόχο την αφύπνιση του θεατή. Ο θίασος ιδρώνει κυριολεκτικά στη σκηνή και καταθέτει πνοή και ψυχή. Αξιέπαινα όλα τα μέλη του.
Η Αναγνωστάκη διασταυρώνει τα άρρωστα σημεία των καιρών µε τις αδύναμες προσπάθειες του ατόμου για να επιβιώσει: οικονομικά (Σοφία- βαποράκι ναρκωτικών), ιδεολογικά (Άγης-επίδοξος δημόσιος ρήτορας σε κατ’ επίφαση ειρηνικές συγκεντρώσεις, αφού αυτές είναι υπονομευμένες εκ των προτέρων), ψυχικά (Μαρία- οικογενειακό θύμα).
Ο σκηνοθέτης Χρήστος Θεοδωρίδης στην παράσταση του Κ.Θ.Β.Ε. δεν βλέπει μόνο τις εικόνες του έργου, αλλά και το «ακούει», το «μυρίζει», το «γεύεται», «ψηλαφεί» τις πληγές του. Το δίνει σε διαρκή κίνηση , μονόλογο μα και διάλογο με την όλη δραματουργία της Λούλας Αναγνωστάκη, σε ύφος επικολυρικού επαναστατικού δράματος, με κύκλιους εσωτερικούς, χορευτικούς ρυθμούς, όπου όλοι οι ρόλοι, διδαγμένοι προσεκτικά, γίνονται εναλλάξ κορυφαίοι μιας άτυπης τραγωδίας στα μάτια υμών των ανιχνευτών «θησαυρών», κάτω από την επιφάνεια των εικόνων και των λέξεων.
Αυτή η ιστορία είναι μια επιτομή όλων των έργων της Λούλας Αναγνωστάκη. Εμπεριέχει και τις πλευρές τις καθαρά ρεαλιστικές και τις αινιγματικές και η μία μπολιάζει την άλλη. Οτιδήποτε συμβαίνει, την ίδια στιγμή ανατρέπεται. Υπάρχει ένα σημείο ανοιχτό. Δρουν ταυτόχρονα δυνάμεις που νομίζεις ότι τις γνωρίζεις, ενώ τα επόμενα δευτερόλεπτα σού είναι άγνωστες. Κι αυτό συνεχίζεται. Δηλαδή ο ψυχισμός του διπλανού σου ανθρώπου είναι η πιο άπιαστη πραγματικότητα.
Οι ήρωές της θα αναγκαστούν μέσα σε μια βραδιά να αντιμετωπίσουν τις πιο ακραίες περιοχές του εαυτού τους. Να παραδεχτούν, να επινοήσουν, να επιβάλουν ο ένας στον άλλον όρια, αλλά και στον εαυτό τους, να ξεγυμνωθούν, προκειμένου να δικαιωθούν, ενώ έμφυτα, υπόγεια, στο βάθος, νιώθουν το αδόκητο αυτής της εν δυνάμει επικοινωνίας. Κι ο θεατής, στην καλύτερη περίπτωση, μπορεί να αναλογιστεί πόσο ακατόρθωτο είναι να εισχωρήσει στον διπλανό του, στον φίλο του, στον σύντροφό του, κι από την άλλη, αντιλαμβάνεται το πόσο απαραίτητοι είμαστε ο ένας στον άλλον.
Σε ένα σκηνικό που θυμίζει επιπλωμένο γερμανικό σπιτικό με γούστο ‘70ς – το σχεδίασε ο Εδουάρδος Γεωργίου – οι ήρωες με κοστούμια σύγχρονα- για την αναγκαία αναγωγή στο σήμερα – που υπογράφει η Μαρία Κελίδου, στροβιλίζονται στον εγωπαθητικό τους κόσμο, αλλά ο σκηνοθέτης μεταφέρει το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι και μέσα στα όρια του σαλονιού τους.
Είναι μια μεταφορά του έξω κόσμου διαδηλώσεων μεταναστών στη Γερμανία, μέσα στο σπίτι από τον Άγη (Νίκο Μήλια),κεντρικό πρόσωπο στο δράμα, με αφορμή τις δοκιμές για την ομιλία του στην ειρηνική συγκέντρωση της επόμενης μέρας, ενισχύοντας έτσι τη σκηνική δράση.
Αυτό το «θέατρο εν θεάτρω» δημιουργεί ένα ηχητικό πεδίο απειλής, όπου εντός του αναπτύσσονται και εξωτερικεύονται, με τους μονολόγους, οι προσωπικές και κοινωνικές ανησυχίες των ηρώων.
Η γλώσσα της συγγραφέως φέρει τη ζωντάνια και τον ρυθμό της καθομιλουμένης με την προφορικότητα που διακρίνει τις καθημερινές εκφράσεις, την παρεμβολή γερμανικών φράσεων με αφορμή τη στάση του Χανς, τη σύντομη συνομιλία του με τη Σοφία (Χρυσή Μπαχτσεβάνη) στα γαλλικά προς το τέλος του έργου, το ιταλικό ταπεραμέντο του φιλομόφυλου Τζίνο ( Πάρη Αλεξανδρόπουλου), αλλά και την πραγματικότητα και το ελλειπτικό στοιχείο που χαρακτηρίζει τους μονολόγους, όπως σ’ αυτόν της Έλσας (Μπέττυ Νικολέση): «συγγνώμη, ποια είμαι…πού βρίσκομαι…τι είναι εδώ;….»
Ο Χάνς του εκλεκτού ηθοποιού Δημήτρη Ναζίρη, είναι ένας ανασφαλής οικοδεσπότης, βυθισμένος στη φλύαρη σιωπή του, ενώ αντιπροσωπεύει με σαφήνεια τον αντίποδα της δυναμικής, μα και ουτοπικής προσπάθειας της Σοφίας και του Άγη να εκδηλώσουν την αντίθεσή τους στα κοινωνικά και προσωπικά αδιέξοδά τους. Μυστηριωδώς στηρίζει την εθισμένη στα ναρκωτικά Σοφία, αναντίρρητα.
Τα γηρατειά δεν έχουν τη σωματική δύναμή και, ίσως, την πνευματική διαύγεια να αντισταθούν, μπορούν όμως να συμπορευτούν στο πλευρό της νεότητας, έστω κι αν η παρόρμησή της την οδηγεί στον θάνατο. Από την άλλη, ο ανάπηρος Νίκος (Νικόλαος Δροσόπουλος) υφίσταται τα γεγονότα σιωπηρά. Τέλος, η χρήση της σιωπής κορυφώνεται στην εμφάνιση της Τρούντελ (Σεμίραμις Αμπατζόγλου) επί σκηνής, όπου η μίμηση αντικαθιστά τον λόγο και συνδέει το ονειρικό με το ρεαλιστικό στοιχείο.
Η σύζυγος του Χανς, Μαρία, ερμηνεύεται σωστά από την Ελένη Θυμιοπούλου, μια παραδοσιακή Ελληνίδα που δέχεται για σύζυγο έναν ώριμο άνδρα, μια γυναίκα που ξέρει να μαγειρεύει και να φροντίζει σπιτικό, μια γυναίκα που προσαρμόζεται σε ένα πολυπολιτισμικό ταμπλό με κραυγές και ψιθύρους, με μυστικά και ψέματα και με τον φόβο της αστυνομικής βίας.
Ο Πάρης Αλεξανδρόπουλος, επιτρέψτε μου να πω, κλέβει την παράσταση. Ενέργεια απίστευτη, εξαιρετικές φωνητικές δυνατότητες, ατέρμονη κίνηση και τολμηρή προσέγγιση του φλογερού Ιταλού εραστή Τζίνο, που οργώνει τη σκηνή απ άκρη σ’ άκρη, μπροστάρης σ’ έναν αρχετυπικό εξαιρετικό Χορό, με τρόπο που συγκεράζει το τελετουργικό και το καλλιτεχνικό στοιχείο, από την αρχαϊκή λυρική και χορική ποίηση, η οποία συνδύαζε το μέλος, δηλαδή την ωδική εκφορά έντεχνου ποιητικού λόγου, με την όρχηση, δηλαδή τη ρυθμική, τυποποιημένη κίνηση μιας ομάδας ανθρώπων. Έπαινοι σε όλον τον θίασο.
Η παράσταση τελειώνει με αναφορά- φόρο τιμής στους αδικοχαμένους με δόλιο τρόπο Ζακ Κωστόπουλο, Παύλο Φύσσα, Άλκη Καμπανό.
Επίλογος
Ο θεατής στο «Μικρό» της Μονής Λαζαριστών αναδεικνύεται σε σημαίνονται «αθέατο» παράγοντα για τα θεατρικά πρόσωπα, ο οποίος ορίζεται εξ αρχής ως δέκτης του δραματικού λόγου, μέσω του τίτλου του έργου «Σε σας μου μας ακούτε», το οποίο γράφτηκε το 2003.
Για άλλη μια φορά η συγγραφέας μάς προσκαλεί να βουτήξουμε στο παρελθόν και ν’ αναδυθούμε στο παρόν, γεμίζοντας τα πνευμόνια μας με τον αέρα του μέλλοντος. Να συνομιλήσουμε με το έργο και να αναρωτηθούμε τι φοβόμαστε, τι ελπίζουμε και πώς μοιάζει το αύριο που κοιμάται μέσα μας.
* Η παράσταση είναι κατάλληλη για άνω των 13 ετών.
Συντελεστές
Σκηνοθεσία: Χρήστος Θεοδωρίδης
Δραματουργική επεξεργασία: Χρήστος Θεοδωρίδης, Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου
Επιμέλεια κίνησης – χορογραφία: Ξένια Θεμελή
Σκηνικά: Εδουάρδος Γεωργίου
Κοστούμια: Μαρίνα Κελίδου
Φωτισμοί: Τάσος Παλαιορούτας
Μουσική επιμέλεια: Χρήστος Θεοδωρίδης
Βοηθός Σκηνοθέτη: Ξένια Θεμελή
Βοηθός Σκηνογράφου: Δανάη Πανά
Οργάνωση παραγωγής: Ηλίας Κοτόπουλος
Παίζουν οι ηθοποιοί: Πάρης Αλεξανδρόπουλος (Τζίνο), Σεμίραμις Αμπατζόγλου (Τρούντελ), Νικόλας Δροσόπουλος (Νίκος), Ελένη Θυμιοπούλου (Μαρία), Γιώργος Κολοβός (Ιβάν), Νίκος Μήλιας (Άγης), Χρυσή Μπαχτσεβάνη (Σοφία), Δημήτρης Ναζίρης (Χανς), Μπέττυ Νικολέση (Έλσα)
Έκτακτες αντικαταστάσεις: Ελευθερία Αγγελίτσα, Δημήτρης Κολοβός, Άννα Κυριακίδου, Θεοδώρα Λούκας, Ιωάννης Μπάστας, Βασίλης Μπεσίρης, Γιάννης Τσεμπερλίδης
Σημείωση: Οι σπουδαστές της σχολής του Εθνικού Θέατρου επέλεξαν τη Λούλα Αναγνωστάκη και το έργο της, που: «Εκφράζει τον αγώνα μας και γίνεται σύμβολό του! Παραφράζουμε τον τίτλο του τελευταίου της θεατρικού έργου “Σ’ εσάς που με ακούτε” και απευθυνόμαστε σε εσάς που μας ακούτε, μας βλέπετε και μας στηρίζετε».
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Μπορεί να σας ενδιαφέρουν
Πολιτισμός
Μηνάς Βιντιάδης «ΤΟ ΜΙΣΟ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝ» στο «Μικρό» της Μονής Λαζαριστών σε σκηνοθεσία Γιώργου Κιουρτσίδη
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Πώς τα παιχνίδια του μυαλού μπορούν να ξεχωρίσουν τη φαντασία από την πραγματικότητα; Σε αυτό το ερώτημα καλούνται να απαντήσουν οι θεατές που παρακολουθούν το νέο θεατρικό έργο του Μηνά Βιντιάδη «Το μισό του μηδέν» που παρουσιάζεται, σε πρώτη πανελλήνια, από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος.
Στην πιο γενικευμένη έννοια της η λέξη «παράσταση» αναφέρεται στην ενέργεια, τη δράση ή τη συμπεριφορά. Ειδικότερα, η ψυχολογία της «παράστασης» αναφέρεται στη συνθήκη κατά την οποία το άτομο σκέφτεται, αισθάνεται και συμπεριφέρεται, όπως συμβαίνει στο έργο που σκηνοθετεί έξυπνα ο Γιώργος Κιουρτζίδης.
Όπως σε έναν λαβύρινθο υπάρχουν αμέτρητα αδιέξοδα και δρόμοι που μπερδεύουν, έτσι και το μυαλό μπορεί να χαθεί σε αναμνήσεις, υπερανάλυση, εσωτερικές συγκρούσεις ή ανασφάλειες. Στον συμβολισμό του λαβύρινθου, η πορεία προς το κέντρο είναι ένα ταξίδι προς την αυτογνωσία, την επαφή με το ασυνείδητο και τις βαθύτερες υπαρξιακές αγωνίες.
Στο αλληγορικό σκηνικό της Άννας- Μαρίας Αγγελίδου, κυριαρχεί ο «Λαβύρινθος» των σχέσεών μας, του νου μας, των αληθειών μας, των κινήτρων μας, των συναισθημάτων μας, της ταυτότητάς μας και ως σκηνοθετικό μοτίβο αλληλεπίδρασης κυριαρχεί η εναλλαγή, η περιστροφή και η αποδόμηση του «οικείου», η σχεδόν παντελής κι απόκοσμη απουσία οπτικής επαφής κι επικοινωνίας, συμπληρωμένη από μια εικονική διάσταση της φαντασίας και ένα είδος λόγου, που καθιστά τον θεατή προβληματισμένο, έστω κι αν είναι πραγματικός διάλογος ή φανταστικός μονόλογος!
Σε όλο το έργο κυλάει ένας κομψός κι απέριττος συγγραφικός λόγος, μελετημένος, ρεαλιστικός και συγκινητικός.
Σκηνοθετικό σημείωμα
Ένα σύγχρονο νεοελληνικό έργο, που κινείται στον χώρο του κοινωνικού-ψυχολογικού θεάτρου.
«Το μισό του μηδέν», πέρα από ευφάνταστος τίτλος έργου, λειτουργεί ως σύμβολο απουσίας, κενού, έλλειψης και μοναξιάς. Πάνω σε έναν πολυμορφικό και πολυεπίπεδο καμβά εξυφαίνονται οι διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων, αποκαλύπτοντας ανάγκες, εξαρτήσεις, μυστικά και απογοητεύσεις.
Εδώ όμως υπεισέρχεται και η ιδιαιτερότητα του έργου, καθώς όλα τα ανωτέρω καλύπτονται κάτω από την ομπρέλα της ασθένειας του ήρωα. Μια ασθένεια, η οποία προσβάλλει τους μετωπιαίους λοβούς, οδηγώντας αργά αλλά σταθερά στην έλλειψη της συνείδησης, στη λήθη στην απουσία και τέλος στο θάνατο.
Ό,τι διαδραματίζεται στο έργο, συμβαίνει μέσα στο μυαλό του ήρωα σε παγωμένο χρόνο. Σε μια ρωγμή αυτού του σταματημένου χρόνου προβάλλονται όλες οι σκέψεις του, ως διάλογοι, εικόνες, επαναλήψεις, σε έναν λαβύρινθο από: κενό, απουσία, έκλαμψη, βύθιση και συνειδητότητα.
«Το μισό του μηδέν» παραπέμπει στο ανύπαρκτο. Ωστόσο, αποκτά ένα ιδιαίτερο δραματικό βάρος, όταν συνδέεται με την ανθρώπινη εμπειρία και υπόσταση.
Ένα έργο -εργαλείο, καθώς επιτρέπει δραματουργικά μέσα από σουρεαλιστικές φόρμες, να προσπαθήσει κανείς να προσεγγίσει και να ανιχνεύσει τη χαοτική διαδικασία σκέψης του μυαλού. Κάτω από το βάρος της ασθένειας, ο χαρακτήρας δίνει μια σκληρή και εναγώνια νοητική μάχη, καθώς προσπαθεί να επεξεργαστεί και να κατανοήσει την ίδια του τη ζωή.
Υπάρχουν πολλές ψυχολογικές και φιλοσοφικές προεκτάσεις, δίνοντας έτσι στον θεατή τροφή για σκέψη και αναζήτηση.
Γιώργος Κιουρτσίδης
Ένα ξαφνικό γεγονός έρχεται να ανατρέψει τη ζωή ενός τραπεζικού υπαλλήλου, ο οποίος ζει με την οικογένειά του μια φαινομενικά συμβατική ζωή. Μια αναπάντεχη είδηση θα τον οδηγήσει στον απολογισμό των επιλογών του, των σχέσεών του και της ίδιας του της ύπαρξης. Θα βρεθεί αντιμέτωπος με τους μεγαλύτερους φόβους του, αλλά και με τις πιο τολμηρές του φαντασιώσεις. Θα αναμετρηθεί με τον εαυτό του, με πολλά και με τίποτα, αναζητώντας μέχρι το τέλος ένα ουσιαστικό νόημα.
Στο «Μισό του μηδέν», ο Μηνάς Βιντιάδης ξεκινά από μια σχεδόν κινηματογραφική συνθήκη: ένας άντρας ονειρεύεται ότι κερδίζει δέκα εκατομμύρια ευρώ σε τυχερό παιχνίδι. Το όνειρο μοιάζει τόσο αληθινό, ώστε αποφασίζει να το διηγηθεί στη γυναίκα του, στην κόρη του και στον καλύτερό του φίλο. Εκείνοι τον ακούν και, με έναν παράξενο τρόπο, συμπεριφέρονται σαν τα χρήματα να έχουν πράγματι κερδηθεί.
Και τότε το όνειρο γίνεται πραγματικότητα.
Ή τουλάχιστον έτσι μοιάζει.
Λίγες μέρες αργότερα ο άντρας εξαφανίζεται, έχοντας μαζί του το αμύθητο ποσό. Όταν επιστρέφει, η ζωή των ανθρώπων γύρω του έχει ήδη αλλάξει. Παρεμπιπτόντως, έχει αλλάξει και η δική του ζωή. Ωστόσο, τα χρήματα, όσο μεγάλη δύναμη κι αν έχουν, δεν είναι τελικά το πιο επικίνδυνο πράγμα στην ιστορία.
Το πιο επικίνδυνο είναι η μνήμη.
Ο σκηνοθέτης, ακολουθώντας τη δομή του έργου στήνει ένα παιχνίδι, όπου η πραγματικότητα διαρκώς γλιστρά κάτω από τα πόδια των ηρώων. Οι αναμνήσεις δε λειτουργούν ως ασφαλές καταφύγιο. Δεν είναι ένα αρχείο στο οποίο επιστρέφουμε για να ανασύρουμε με ακρίβεια όσα συνέβησαν. Είναι υλικό εύπλαστο, ευάλωτο στην επιθυμία, στον φόβο, στην ενοχή και στην ανάγκη μας να αφηγηθούμε διαφορετικά τη ζωή μας.
Ο κεντρικός ήρωας (πολύ καλός ο Θοδωρής Πολυζώης) βρίσκεται αντιμέτωπος με αυτήν ακριβώς τη ρωγμή. Θεωρεί πως όσα θυμάται αποτελούν πιστά αντίγραφα του παρελθόντος. Σταδιακά όμως, ανακαλύπτει ότι κάθε ανάκληση μπορεί να είναι και μια καινούργια εκδοχή της ίδιας ιστορίας. Και κάπου εκεί το ερώτημα παύει να αφορά μόνο εκείνον.
Αξιοσημείωτες οι ερμηνείες των συμπρωταγωνιστών του στους ρόλους του φίλου, της συζύγου και της κόρης , αυτών των ξυπόλυτων οικείων αερικών, που κυριολεκτικά στριφογυρίζουν στον λαβύρινθο του νου του.
Ο Αλέξανδρος Ζαφειριάδης, η Ελένη Τέτουλα κι η Ρέα Καραδέδου – Ισουά, μας ταξιδεύουν στην υπόθεση σουρεαλιστικά μεν, υπαρξιακά δε!
Ο στόχος της παράστασης είναι να γεννήσει ερωτήσεις, τις απαντήσεις των οποίων καλούνται να δώσουν οι θεατές. Πόσο καλά γνωρίζουμε τους ανθρώπους που αγαπάμε; Και πόσο καλά γνωρίζουμε τον εαυτό μας;
Οι ήρωες τοποθετούνται σε ένα περίπλοκο τοπίο, όπου η αλήθεια δεν είναι ποτέ απολύτως ασφαλής. Η οικογένεια, η φιλία, οι παλιές σχέσεις, οι κοινές αναμνήσεις, όλα όσα θεωρούμε δεδομένα, μπορούν ξαφνικά να αποκτήσουν μια δεύτερη ανάγνωση. Μια ανάγνωση που αλλάζει το παρελθόν, αλλά και το παρόν.
Και, ίσως, αυτό να είναι το διακύβευμα. Ότι πίσω από την ιστορία ενός ανθρώπου που κερδίζει ένα τεράστιο ποσό, κρύβεται μια ψυχανάλυση για την ανθρώπινη ανάγκη να επινοεί τη δική της αλήθεια.
Ο ίδιος ο Μηνάς Βιντιάδης περιγράφει τον ήρωά του, ως έναν άντρα που γίνεται έρμαιο του μυαλού του, που τον οδηγεί να πιστεύει πως οι αναμνήσεις του είναι πιστά αντίγραφα στιγμών του παρελθόντος, ενώ στην πραγματικότητα μεταμορφώνονται κάθε φορά που επιστρέφει σε αυτές.
Κι έτσι, πίσω από τα εκατομμύρια, το ψέμα και την εξαφάνιση, το κείμενο ανοίγει μια πολύ πιο προσωπική συζήτηση: τι κρατάμε από τη ζωή μας και τι ξαναγράφουμε χωρίς καν να το αντιλαμβανόμαστε;
Πιθανώς, η μνήμη να μην είναι ο μηχανισμός που διασώζει το παρελθόν, αλλά ο τρόπος με τον οποίο το παρελθόν συνεχίζει να μας διαμορφώνει.
Και μέσα σε αυτή τη συνθήκη η απόδοση στη σκηνή αφήνει χώρο και για κάτι ακόμη: το συναίσθημα. Για όσα δεν καταγράφονται εύκολα, για όσα το μυαλό παραμορφώνει ή κρύβει, αλλά επιστρέφουν από έναν διαφορετικό δρόμο.
«Το μισό του μηδέν» είναι ένα ψυχογράφημα της φύσης μας, γραμμένο με τρυφερότητα και ευαισθησία. Τα πρόσωπα του έργου καλούνται να αντιμετωπίσουν τις απρόβλεπτες εκδοχές της ζωής είτε αυτές προκύπτουν από την τύχη είτε από την ατυχία, αποκαλύπτοντας τις πολλαπλές όψεις της ανθρώπινης υπόστασης.
Ακροβατώντας ανάμεσα στο όνειρο και τον εφιάλτη, τη φαντασία και την πραγματικότητα, ο σκηνοθέτης χειρίζεται με δεξιοτεχνία τα διαφορετικά επίπεδα τόπου και χρόνου, μέσα σε ένα σκηνικό σύμπαν, όπου η φαντασία και η πραγματικότητα διαπλέκονται, όπως η περιπλάνηση μέσα σ’ έναν λαβύρινθο, όπου η έξοδος είναι το κερδισμένο στοίχημα, εφόσον υπάρξει έξοδος.
Χρησιμοποιώντας το εύρημα του αναπάντεχου γεγονότος δοκιμάζει τα όρια των ανθρώπινων σχέσεων και διερευνά την ειλικρίνεια, την αγάπη και τη σταθερότητά τους, διεισδύοντας κάτω από την επιφάνεια των κοινωνικών συμβάσεων.
Οι ερμηνείες των τεσσάρων ηθοποιών πειθαρχημένες στη σκηνοθετική γραμμή, η μουσική του Γιώργου Μάρκου και οι φωτισμοί του Γιάννη Τούμπα συνεπικουρούν στη μυστηριώδη, σουρεαλιστική ατμόσφαιρα, ενώ το λευκό των κοστουμιών και του σκηνικού θυμίζει κενά μνήμης, όμως στιγματίζεται από το μαύρο κοστούμι του κεντρικού ήρωα, σαν ένα παράθυρο στην άνοια, σαν ένα βιολογικό ρολόι που οδεύει στο μηδέν και του απέμεινε το μισό του, μπορεί και το αντίστροφο, όσον αφορά στα χρώματα.
Διάρκεια παράστασης: 75′
*Κατάλληλο για θεατές άνω των 12 ετών
Συντελεστές
Σκηνοθεσία: Γιώργος Κιουρτσίδης
Σκηνικά – Κοστούμια: Άννα-Μαρία Αγγελίδου
Οργάνωση παραγωγής: Πέτρος Κοκόζης
*Βοηθός σκηνοθέτη στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης: Μαρία ΑλεξούδΗ
Διανομή
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Πολιτισμός
«Ο Γλάρος» του Τσέχοφ ή «Η ικανότητα να αντέχεις» στο «Αριστοτέλειον» Θεσσαλονίκης
«Ο Γλάρος» του Τσέχοφ ή «Η ικανότητα να αντέχεις» στο «Αριστοτέλειον» Θεσσαλονίκης
- ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
- «Είμαι ένας γλάρος… Όχι, δεν είναι αυτό. Είμαι μια ηθοποιός. Λοιπόν, ναι! Κι εκείνος είναι εκεί… Δεν πειράζει. Ναι, δεν πίστευε στο θέατρο, γελούσε με τα όνειρά μου, κι έτσι σιγά σιγά σταμάτησα να πιστεύω κι εγώ, έχασα το κουράγιο μου… Κι ύστερα ήρθαν τα βάσανα του έρωτα, η ζήλια, ο διαρκής φόβος για το παιδί… Έγινα μικροπρεπής, ασήμαντη, έπαιζα χωρίς ψυχή. Δεν ήξερα τι να κάνω τα χέρια μου στη σκηνή, δεν ήλεγχα τη φωνή μου. Δεν μπορείς να φανταστείς πώς είναι να νιώθεις ότι παίζεις φρικτά.Είμαι ένας γλάρος… Όχι, δεν είναι αυτό. Θυμάσαι που σκότωσες έναν γλάρο; Ένας άνθρωπος περνούσε τυχαία, τον είδε και, έτσι, επειδή δεν είχε τι άλλο να κάνει, τον κατέστρεψε… Μια ιδέα για μικρό διήγημα…» ΝΙΝΑ, από τη μετάφραση του Αντώνη Γαλέου.
Πρόκειται για μια τολμηρή και παρακινδυνευμένη σύγχρονη ανάγνωση του εμβληματικού έργου του Άντον Τσέχοφ, «Ο Γλάρος», όπως γράφει ο σκηνοθέτης Γιώργος Βάλαρης, που γεφυρώνει τον κλασικό λόγο με τη σημερινή καλλιτεχνική αναζήτηση.H παράσταση φωτίζει εκ νέου τα υπαρξιακά αδιέξοδα, τις συγκρούσεις ανάμεσα στον έρωτα και τη ματαίωση, τη σύγχρονη κοινωνική αδράνεια και την αγωνία της δημιουργίας σε έναν κόσμο που φθείρει τα όνειρα. - Ένα έργο μικρών καθημερινών πόνων, ανθρώπινης περηφάνιας, ματαιοδοξίας και χαμένης αξιοπρέπειας. Τα πρόσωπα του είναι απλοί άνθρωποι του καθημερινού βίου, που ζουν μίζερα στη μουντή και μελαγχολική πραγματικότητα της ρωσικής επαρχίας στα τέλη του 19ου αιώνα και αγωνίζονται να επανακτήσουν τη χαμένη τους αξιοπρέπεια. Ο βασικός καμβάς του έργου περιγράφει τον έρωτα δύο ευαίσθητων νέων και τον τρόπο που οι συνθήκες του περιβάλλοντος συντρίβουν τα όνειρα και τις φιλοδοξίες τους.Ο Τσέχοφ εμπλουτίζει τον απλό αυτό μύθο με παράλληλες συμπεριφορές, εσωτερικές συγκρούσεις και ερωτικά τρίγωνα.
Η Αρκάντινα, διάσημη ηθοποιός, της οποίας η έντονη παρουσία κυριαρχεί τόσο στη σκηνή όσο και στις προσωπικές της σχέσεις, φτάνοντας στο εξοχικό του αδελφού της Σόριν, για το Σαββατοκύριακο, βρίσκεται μπλεγμένη σε μια καταιγίδα αντικρουόμενων επιθυμιών.Ο γιος της Κονσταντίν, αγωνίζεται να βγει από τη σκιά της, καθώς κυνηγά τις δικές του καλλιτεχνικές φιλοδοξίες.Ο εραστής της, ο διάσημος συγγραφέας Τριγκόριν, γίνεται αντικείμενο θαυμασμού και έρωτα για την επίδοξη νεαρή ηθοποιό Νίνα.Οι ζωές τους μπλέκονται σε ένα τοπίο έρωτα, φιλοδοξίας και απογοήτευσης, όπου όλοι επιθυμούν κάτι που δεν μπορούν να αποκτήσουν.
Γραμμένος το 1895 ο «Γλάρος» εγκαινίασε μια νέα θεατρική γλώσσα, όπου το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από τα γεγονότα στις συνέπειές τους.Στον κόσμο του Τσέχοφ, οι πιο κρίσιμες πράξεις συμβαίνουν εκτός σκηνής και αυτό που παρακολουθούμε είναι το αποτύπωμά τους στις ζωές των ανθρώπων.Όλοι ονειρεύονται μια ζωή διαφορετική από αυτή που ζουν. Και όλοι αποτυγχάνουν, όχι θεαματικά, αλλά υπαρξιακά. - Στην παράσταση, βλέπουμε κι ακούμε μια περίπλοκη ιστορία, όπως περίπλοκη είναι και η πορεία των ανθρώπων στη ζωή.Στη σκηνή τα πρόσωπα του έργου περνούν τον χρόνο τους λέγοντας ιστορίες και σκέψεις. Μιλούν για τις ζωές τους και τα όνειρά τους.Είναι αδύναμοι άνθρωποι που οικτίρουν τις ζωές τους και ψάχνουν από κάπου να πιαστούν. Ματαιόδοξοι άνθρωποι που επιζητούν απεγνωσμένα την αναγνώριση.Άνθρωποι που βαριούνται, άνθρωποι που εξασκούνται στην αυτολύπηση, άνθρωποι που πενθούν τη ζωή τους, άνθρωποι που πασχίζουν να ερωτευθούν, να βιώσουν την ευτυχία.
Αυτοί είναι οι ήρωες στον Γλάρο (1895), το έργο του Τσέχοφ που εγκαινίασε ένα νέο είδος δραματουργίας, όπου αντί για έναν κεντρικό ήρωα, πρωταγωνιστούν πολλοί, μια μικρή κοινωνία. - Ο Τσέχοφ χαρακτήρισε το έργο του ως «κωμωδία σε τέσσερις πράξεις». Μια κωμωδία, όπου δε συμβαίνει σχεδόν τίποτα, και όμως, οι ήρωες είναι σπουδαίοι, αν και βουλιάζουν μέσα στην ανούσια καθημερινότητά τους.
Πέρα από το θέατρο, πέρα από τη λογοτεχνία, πέρα από τον έρωτα, η παράσταση αυτή μιλάει για την κοινωνία και, ταυτόχρονα, για τη θεοδικία και για τον υπαρξισμό (από φιλοσοφική σκοπιά) ή τον μυστικισμό (από καθαρά θρησκευτική σκοπιά) : ο Θεός και η απουσία του. Η πίστη και η δοκιμασία της. Η εξέγερση και η προετοιμασία της. Η ευτυχία και η ανάμνησή της. Η ποίηση και η επιβίωσή της. - Πώς παλεύουμε με τα κύματα του ανεξάντλητου Κόσμου; Τί αφήνει πίσω του το πέρασμά μας από τη ζωή; Υπάρχει ελπίδα για τους δυστυχισμένους;
Όλοι οι ήρωες ερωτεύονται κι απογοητεύονται. Εκρήγνυνται, φωνάζουν και κλαίνε κι έπειτα χορεύουν όλοι μαζί, αγαπημένοι πάλι. Αστειεύονται με θάρρος κοιτάζοντας την καταστροφή και τον θάνατο. Αυτοί οι ήρωες δεν είναι ούτε θεοί, ούτε βασιλιάδες, ούτε πολεμιστές.Είναι όπως ένα μερμήγκι που κατεβαίνει τον τοίχο, χωρίς καμιά αλαζονεία πως τάχα επιτελούν έναν άθλο. Οι ήρωες αυτοί δημιουργήθηκαν από τον Τσέχοφ, 21 χρόνια πριν από μια μεγάλη Επανάσταση. Άραγε σήμερα, που ξαναεμφανίζονται, τί προμηνύουν; - Είτε νέοι είτε ώριμοι και έμπειροι, οι ήρωες του Γλάρου ονειρεύονται τον έρωτα: τον κυνηγούν, τον εξυμνούν, τον αποθεώνουν, ακόμα και τη ζωή τους θυσιάζουν για χάρη του. Ο Μεντβεντένκο, ο δάσκαλος, ( Πάνος Κλάδης) αγαπά τη Μάσα (Νάνσυ Μπούκλη), εκείνη όμως θέλει διακαώς τον Κονσταντίν (Δημήτρης Τσίκλης), ο οποίος λιώνει για τη Νίνα (Αναστασία Γαλερού Βλάσση) , που με τη σειρά της λαχταρά τον Τριγκόριν (Παναγιώτη Μπουγιούρη) , που είναι υποταγμένος στην Αρκάντινα (Κατερίνα Διδασκάλου), και δεν έχει τέλος αυτός ο χορός κεραυνοβολημένων εξομολογήσεων, πονεμένων αναστεναγμών και μαζοχιστικών προσκολλήσεων.
Εν μέρει, όλη αυτή η ρομαντική υπερβολή οφείλεται στην καλλιτεχνική φύση των περισσοτέρων: ο Κονσταντίν αναζητεί τη φωνή του γράφοντας θεατρικά έργα, ενώ η Νίνα - αποτολμά την πρώτη της εμφάνιση ως ηθοποιού. Στον αντίποδα, ο Τριγκόριν θεωρείται καταξιωμένος συγγραφέας και η Αρκάντινα μια διάσημη κυρία του ρωσικού θεάτρου.
Η ευερέθιστη φαντασία πολλαπλασιάζει τις ταραχές της καρδιάς. Απομονωμένοι στην εξοχή, μακριά από τους αντιπερισπασμούς της μεγαλούπολης, οι ήρωες του Γλάρου διαθέτουν αναπόφευκτα περισσότερο χρόνο για παιχνίδια, ερωτικά ή άλλα, στα οποία επιδίδονται προκειμένου να νικήσουν την πλήξη. Ελεύθεροι να αυτοσχεδιάζουν εκεί όπου τίποτα δε συμβαίνει, οι τσεχοφικοί ήρωες φιλοσοφούν, ερωτοτροπούν, με λίγα λόγια κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν με τα γυμνά χέρια και τις μελαγχολικές διαθέσεις τους, ενώ στη σκηνή βρίσκονται όλοι σε όλη της διάρκεια του έργου, έτσι όπως το εμπνεύστηκε ο σκηνοθέτης και διασκευαστής του κειμένου Γιώργος Βάλαρης.
Η σκηνή στην παράσταση είναι σχεδόν γυμνή. Ο σκηνοθέτης υπογράφει και τη σκηνογραφία που είναι ένα χαλί, ένα τραπέζι και γύρω του καρέκλες. Ο Τσέχοφ δε χρειάζεται «σαμοβάρια» και «βαριά επίπλωση» για να λάμψει, όπως φαίνεται να «φωνάζει» το σκηνικό. Τα σύγχρονα κοστούμια πάντως, τα σχεδίασε η Ιωάννα Κουρμπέλα. - Ο υπότιτλος «η ικανότητα να αντέχεις» προστέθηκε από τον Γιώργο Βάλαρη που υπογράφει διασκευή και σκηνοθεσία και ο οποίος δηλώνει: «αυτό είναι το διακύβευμα για μένα στο έργο. Ποιος αντέχει την απόρριψη; Ποιος αντέχει την επιτυχία ή την αποτυχία σε κάθε τομέα, κοινωνικό ή προσωπικό; Ποιος αντέχει να δει τον εαυτό του χωρίς αυταπάτες; “Ο γλάρος” δεν είναι μόνο μια ιστορία απελπισμένου έρωτα ή καλλιτεχνικής φιλοδοξίας. Είναι μια μελέτη προσωπικής και κοινωνικής αντοχής. Και νομίζω ότι σήμερα, σε μια εποχή διαρκούς έκθεσης, εύκολης κρίσης και διαρκώς αυξανόμενης πίεσης, η αντοχή είναι ίσως η πιο σπάνια αρετή».
- Δυστυχώς, μια παράσταση δωματίου, όπως αυτή, παρουσιάζεται στη Θεσσαλονίκη στο αχανές «Αριστοτέλειον» και απώλεσε ένα τεράστιο ποσοστό επιτυχίας της.Θα έπρεπε, κανονικά, ο θεατής να αισθάνεται ότι βρίσκεται μέσα στον ίδιο τον μηχανισμό της σκηνής, επειδή από τα πρώτα λεπτά εγκαθιδρύεται μια συνεχής κινητικότητα: οι ηθοποιοί δεν εμφανίζονται μόνο όταν έρχεται η σειρά τους να μιλήσουν, αλλά παραμένουν παρόντες, κινούνται, στέκονται, παρατηρούν, διασχίζουν τον χώρο, σαν να μην εγκαταλείπουν ποτέ τον κόσμο του έργου.
Αυτή η διαρκής παρουσία θα έπρεπε να δημιουργεί σταδιακά την αίσθηση ότι η σκηνή δεν ορίζεται αυστηρά, ότι η δράση δεν ξεκινά και δεν τελειώνει με σαφή όρια, αλλά αναπνέει συνεχώς μπροστά στα μάτια του κοινού, πράγμα που δεν συμβαίνει, λόγω της αρχιτεκτονικής κατασκευής της. Τι κρίμα! - Η χρήση της κάμερας προσπαθεί να καταργήσει την απόσταση πλατείας- παλκοσένικου, αλλά, φευ, δεν τα καταφέρνει. Λειτουργεί ως απλό τεχνικό εύρημα. Αλλά επειδή υπάρχει μια φράση στη δράση από τον Κονσταντίν: «τη ζωή δεν τη γράφεις όπως είναι ούτε όπως θα έπρεπε να είναι. Τη ζωή τη γράφεις, όπως τη φαντάζεσαι», υποθέτω ότι λειτούργησε το ένστικτο των προσεχτικών θεατών και η εσωτερική ανάγκη ταύτισης με τους ήρωες, ώστε κερδίζει το όλο εγχείρημα μία αναγνώριση, αυτή που εκδηλώνεται στο χειροκρότημα της υπόκλισης από τους πολύ καλούς ηθοποιούς με μπροστάρισα την εμβληματική Αρκάντινα της έξοχης Κατερίνας Διδασκάλου.
- Ο ανερχόμενος συγγραφέας (τον υποδύεται μ ε πειθώ ο Παναγιώτης Μπουγιούρης), η νεαρή ηθοποιός Αναστασία Γαλερού Βάσση- ως Νίνα, που ονειρεύεται καριέρα, η διάσημη μητέρα, οι υπόλοιποι άνθρωποι της καθημερινότητας, όλοι κινούνται γύρω από την ίδια βαθιά ανικανοποίητη επιθυμία: να είναι αλλιώς η ζωή τους.
- Η ευπάθεια, η ανασφάλεια, η αίσθηση ότι διαρκώς βρίσκεται απέναντι σε κάτι μεγαλύτερο από τον ίδιο – κυρίως απέναντι στη μητέρα του και στην αποδοχή της – στον έρωτα της Νίνα, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό — αποδίδονται με αμεσότητα και εσωτερική ένταση από τον έξοχο Κονσταντίν -Δημήτρη Τσίκλη.
- Η Νάνσυ Μπούκλη ως Μάσα, αποδίδει πειστικά τη μόνιμη πληγή του ανεκπλήρωτου έρωτα, μια μορφή που κουβαλά διαρκώς απογοήτευση χωρίς να την εξωτερικεύει υπερβολικά.
- Ο Τάκης Σακελλαρίου είναι ο Σόριν, ο οποίος λειτουργεί σαν ήρεμη παρουσία μέσα στην ένταση των υπολοίπων, σχεδόν σαν η φωνή μιας εμπειρίας που έχει ήδη αποστασιοποιηθεί από τα μεγάλα πάθη.
- Ο Βασίλης Αφεντούλης και ο Πάνος Κλάδης συμπληρώνουν ουσιαστικά το σύνολο, κρατώντας τις απαραίτητες ισορροπίες μέσα στον κόσμο του έργου.
- Η μουσική-ηχητική επένδυση από τον Τζεφ Βάγγερ υπογραμμίζει τον σύγχρονο χαρακτήρα της παράστασης.
- Ο σχεδιασμός φωτισμών από τους Αλέκο Αναστασίου και Χάρη Δάλλα, ατμοσφαιρικοί και δυναμικοί, δημιουργούν σκηνές εντυπωσιακής αισθητικής.
- Στην εύληπτη μετάφραση του Αντώνη Γαλέου, ο γλάρος συμβολίζει την αθωότητα, την ελευθερία, τα ανεκπλήρωτα όνειρα και την καταστροφή που επιφέρει ο ανθρώπινος εγωισμός.
- Ταυτότητα παράστασης
- Μετάφραση: Αντώνης ΓαλέοςΔραματουργική επεξεργασία-Διασκευή -σκηνοθεσία -σχεδιασμός σκηνικού: Γιώργος Βάλαρης Μουσική σύνθεση: Τζεφ ΒάγγερΚοστούμια: Ιωάννα ΚουρμπέλαΚίνηση – χορογραφία: Αλέξανδρος ΣταυρόπουλοςΣχεδιασμός φωτισμών: Αλέκος Αναστασίου – Χάρης ΔάλλαςΒοηθός σκηνοθέτη: Κωνσταντίνος Φρίγγας Φωτογραφίες: Διόνυσος ΣούληςPromo artwork video: Φαίη ΣούκουSocial media-Διαφήμιση: Βασίλης ΛιάκοςΟργάνωση παραγωγής: Χρυσαντίνα Κούλουμπου
- Εκτέλεση παραγωγής: Ιουλιέτα ΚαραχάλιουΟργάνωση γραφείου Παραγωγής: Βικτώρια Λώλη, Χαρούλα ΛώληΓραφιστική επιμέλεια: Αργυρώ ΤσοτσώνηΠαραγωγή: Αrtinfo + Αττικές παραγωγές (Γιώργος Βάλαρης)
- Διανομή Αρκάντινα: Κατερίνα Διδασκάλου Τριγκόριν: Παναγιώτης Μπουγιούρης Σόριν: Τάκης Σακελλαρίου Κονσταντίν: Δημήτρης Τσίκλης Μάσα: Νάνσυ Μπούκλη Νίνα: Αναστασία Γαλερού Βλάσση Γιατρός: Βασίλης Αφεντούλης Δάσκαλος: Πάνος
- Διάρκεια: 90 λεπτά
- ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Πολιτισμός
CO-HOUSING του Παύλου Τσακαλίδη: Μια διαγενεακή θεατρική σύμπραξη
Μια ξεχωριστή θεατρική παράσταση, καρπός της συνεργασίας ανθρώπων διαφορετικών γενεών, παρουσιάζεται στο Αμφιθέατρο «Φρίξος Παπαχρηστίδης» στην Ελευθερούπολη από μια διαγενεακή ομάδα της περιοχής, με μέλη του ΚΑΠΗ Ελευθερούπολης επί σκηνής και εφήβους δημιουργούς στα παρασκήνια.
Τέσσερις ηλικιωμένες που μοιράζονται την καθημερινότητά τους σε έναν εναλλακτικό και σύγχρονο χώρο συγκατοίκησης (co-housing), αποφασίζουν να διεκδικήσουν ξανά μια θέση στο προσκήνιο της ζωής που αξίζει σε όλους μέσα από έναν θεατρικό διαγωνισμό του Δήμου τους. Ενώ αναζητούν το πέμπτο άτομο που θα συμπληρώσει την ομάδα τους, στην προσπάθειά τους να δημιουργήσουν τη δική τους παράσταση, ανακαλούν στιγμές από το παρελθόν τους και έρχονται αντιμέτωπες με τη μοναξιά, τον αποκλεισμό και τον ηλικιακό ρατσισμό. Θα καταφέρουν τελικά να ανέβουν στη σκηνή χωρίς να έρθουν αντιμέτωπες με όσα κουβαλούν;
Μια παράσταση που με όχημα το χιούμορ και την τρυφερότητα, και αξιοποιώντας παράλληλα τεχνικές του θεάτρου-ντοκουμέντου, αγγίζει ζητήματα όπως η μοναξιά, η μνήμη, η κοινωνική αορατότητα της τρίτης ηλικίας, αλλά και η ανάγκη όλων – ανεξαρτήτως ηλικίας – να ανήκουν κάπου και να ακούγονται.
ΣΚΗΝΟΘΕΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Τι συμβαίνει όταν η εμπειρία μιας ολόκληρης ζωής συναντά τη νεανική ορμή για δημιουργία; Ως έφηβος δημιουργός, η ιδέα της συνύπαρξης ηλικιωμένων performers στο προσκήνιο με έναν κήπο εφήβων δημιουργών της περιοχής στα παρασκήνια με γοήτευσε από την πρώτη στιγμή. Δύο κόσμοι, φαινομενικά τελείως διαφορετικοί, συναντηθήκαμε στον ίδιο χώρο για να μοιραστούμε συναισθήματα, σκέψεις και ιστορίες με την ελπίδα ότι θα μετατοπίσουν την οπτική μας. Παράλληλα, αξιοποιώντας εργαλεία του θεάτρου-ντοκουμέντου, επιδιώξαμε να αγγίξουμε καθολικά τη διαδρομή μιας ολόκληρης γενιάς και να ανασύρουμε τις αναμνήσεις, τις φοβίες της, το χιούμορ και τα όνειρα που η ζωή ή η κοινωνία επέλεξε να κρατήσει για καιρό στην άκρη. Και τελικά, αυτή η συνάντηση συνέβη. Συμβαίνει. Και έχει ως στόχο να αποδείξει πως η ανάγκη μας να ακουστούμε, να νοιαστούμε και να ανήκουμε κάπου δε γνωρίζει ηλικιακά σύνορα.
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Κείμενο & Σκηνοθεσία: Παύλος Τσακαλίδης
Βοηθός Σκηνοθέτη & Κινησιολογία: Βενετία Χαλοφτίδου
Σκηνογραφία & Συνδιαμόρφωση φωτισμών: Δημήτρης Κεστρίτσαλης
Μουσική: Magnus Moone
Συνεργασία στον ηχητικό σχεδιασμό: Φρατζέσκο Λούβαρης, Κώστας Ρέμπας
Έρευνα/ Συλλογή υλικού: Φώτης Τεκτονίδης, με τη συνεισφορά της ομάδας
Graffiti art/ Εικαστική παρέμβαση: Μαρίνα Β. Κιλινκαρίδου, Μαρίνα Π. Κιλινκαρίδου
Κατασκευή Σκηνικού: Λάζαρος Κυριακίδης, Βασίλης Παπαευαγγέλου
Τεχνικός Φωτισμών: Σαράντης Μιντζιρίκης
Τεχνικός Ήχου: Βασίλης Μπάμπας
Οργάνωση Παραγωγής: Κατερίνα Φιλιππίδου (κοινωνική λειτουργός του «Βοήθεια στο Σπίτι»
Ελευθερούπολης)
Παίζουν: Ελισάβετ Ακριβού, Βίκυ Καζόλη, Δήμητρα Ρουσοπούλου, Πετρινή Σουπιάδου
Συμμετέχουν: Μαρία Δεληκωνσταντίνου, Κωνσταντίνος Μενεξές, Βενετία Χαλοφτίδου
*ευχαριστούμε θερμά τον Δήμο Παγγαίου και ιδιαίτερα τον Δήμαρχο Φίλιππο Αναστασιάδη για την παραχώρηση του αμφιθεάτρου, την αντιδήμαρχο Ζωή Απαζίδου, καθώς και τους Ανδρέα Καλλινικίδη και Γιώργο Καλλινικίδη για την πολύτιμη βοήθειά τους
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ & ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ
Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026 στις 20:00
Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026 στις 20:00
Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026 στις 11:15 (μαθητική παράσταση)
Αμφιθέατρο «Φρίξος Παπαχρηστίδης», Ελευθερούπολη
Διάρκεια: 60 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)
Γενική είσοδος 5€
Μειωμένο (ΑμεΑ, μαθητικές παραστάσεις, μέλη ΚΑΠΗ, οργανωμένες ομάδες) 3€
**μέρος των εσόδων θα διατεθεί για φιλανθρωπικό σκοπό
Προπώληση φυσικών εισιτηρίων από 28/9 και καθημερινά στο ΚΑΠΗ Ελευθερούπολης τηλ. 2592023315 (10:00-13:00) και στο ζαχαροπλαστείο Ntinos Patisserie στην Καβάλα από 3-6/10 (18:00-20:00).
***η πρωινή παράσταση (Δευτέρα 12/10) είναι μαθητική και αφορά αποκλειστικά σχολεία που έχουν πραγματοποιήσει ομαδικές κρατήσεις
****η παρούσα παράσταση δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα της σύμπραξης μελών του ΚΑΠΗ Ελευθερούπολης και εφήβων της πόλης σε ένα πρωτότυπο διαγενεακό θεατρικό εργαστήρι με εμψυχώτρια τη Βενετία Χαλοφτίδου και εμψυχωτές τον Δημήτρη Κεστρίτσαλη και τον Παύλο Τσακαλίδη
Προτεινόμενα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΠροκήρυξη Διεθνούς Διαγωνισμού Ποίησης εις Μνήμη του Πρωτοπρεσβύτερου Ποιητή Γεωργίου Ι. Διαμαντόπουλου. Με θέμα ꓽ «Υπάρχουν Άνθρωποι»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΘάσος: Αναστέλλεται η λειτουργία σχολικών τμημάτων και του «Θεαγένη»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμαρχος Θάσου για το πρόγραμμα ενίσχυσης επιχειρήσεων της ΑΜΘ με την διαδικασία της μη επιστρεπτέας προκαταβολής
-
ΚαβάλαΠριν 6 έτηΚαμπανάκι για την μείωση των δρομολογίων στη γραμμή Πρίνος-Καβάλα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΧορωδίες δήμου θάσου 2020
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμος Θάσου κοντά στον πολίτη, δίνει χρήσιμες συμβουλές για την εξοικονόμηση ενέργειας
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΞεκινούν οι εγγραφές στην Παιδική Θεατρική Σκηνή του Δήμου Θάσου
-
ΕλλάδαΠριν 6 έτηΣε κακούργημα μετατρέπεται το αδίκημα βασανισμού των ζώων

You must be logged in to post a comment Login