Σε μια εποχή που το συμφέρον κατάπιε την πολιτική ωριμότητα, αυτό το έργο έρχεται να μας θυμίσει πως κάποτε, όχι πολύ μακριά, υπήρχαν ακόμη ιδεολογίες. Άλλωστε, στον καιρό μας η έννοια της επανάστασης έχει μάλλον ξεπεραστεί, όπως κι αυτή της «αγίας ελληνικής οικογένειας». Και μπορεί οι έννοιες να αλλάζουν, η ανάγκη, ωστόσο, των ανθρώπων να μιλήσουν – και κυρίως να εισακουστούν – παραμένει η ίδια.
Το έργο της κορυφαίας Ελληνίδας δραματουργού Λούλας Αναγνωστάκη «Σ’ εσάς που με ακούτε» αποτελεί μια κραυγή αγωνίας για τα κοινωνικά, πολιτικά και ατομικά αδιέξοδα που μαστίζουν τη σύγχρονη κοινωνία: η βίαιη μετάβαση από τον 20ο στον 21ο αιώνα, ο φόβος απέναντι στη νέα τάξη πραγμάτων, η ανάδυση του νεοφασισμού στην Ευρώπη, αλλά και η προσωπική ανασφάλεια που επιφέρει η κοινωνική διαφθορά και η παρακμή.
Υπόθεση
Η υπόθεση τοποθετείται χρονικά στο Βερολίνο του 2001, δώδεκα χρόνια μετά την πτώση του τείχους. Στο εσωτερικό ενός σπιτιού εννέα πρόσωπα συνδέονται μεταξύ τους με δεσμούς αίματος, φιλίας ή έρωτα, βρίσκονται στην ίδια γειτονιά ή συγκατοικούν, δέχονται επισκέψεις συγγενών από την Ελλάδα, δρουν ως καθημερινές οντότητες, οι οποίες στο πλαίσιο της φαινομενικής στατικότητας που τις διακρίνει, συγκρατούν μια έντονη τάση φυγής από τη συμβατικότητα και τον έλεγχο που τους επιβάλλει η εξουσία της ίδιας της κοινωνίας.
Το σπίτι του ηλικιωμένου Γερμανού Χανς και της μικρότερης ηλικιακά συζύγου του Μαρίας, επινοικιάζεται σε νεαρό ζευγάρι Ελλήνων, τη Σοφία και τον Άγη. Τα πρόσωπα που περιβάλλουν τα δύο ζευγάρια είναι ο Ιβάν, οποίος προμηθεύει τη Σοφία ναρκωτικά και την καθοδηγεί ως προς τη διακίνησή τους, η νεαρή Γερμανίδα Τρούντελ και ο αδερφός της Κλάους, ο οποίος δρα ως εξωτερικός πωλητής ναρκωτικών σε Έλληνες. Επίσης, καθοριστική είναι η οικογένεια της Σοφίας, με επίκεντρο τη μητέρα της Έλσα, συνοδευόμενη από τον ανάπηρο γιό της Νίκο και τον Ιταλό εραστή του, Τζίνο. Οι τελευταίοι εισβάλλουν στον, ήδη, ταραγμένο βίο των οικοδεσποτών.
Ο μεταπτυχιακός φοιτητής Άγης (κακέκτυπο νεαρού διανοουμένου), η ακαλλιέργητη, αλλά ιδιόμορφα ευαίσθητη κοπέλα του Σοφία, ο ανερμάτιστος, ηρωινομανής Ιβάν, παραπαίουν ανάμεσα στον αγώνα για υλική επιβίωση, στην προοδευτική πολιτική δράση και στη διακίνηση ή τη χρήση ναρκωτικών: ένα αμάλγαμα ιδεολογικών και ηθικών αντιφάσεων, που παραπέμπει –αλλά σε μεγέθυνση – σε πολλά άλλα πρόσωπα έργων της συγγραφέως.
Το κοινωνικοπολιτικό κλίμα της πόλης είναι βαρύ και επικίνδυνο, ιδιαίτερα για τους αλλοδαπούς. Νεοναζισμός, αστυνομοκρατία και προβοκάτσια εναλλάσσονται, υπονομεύοντας σε καθημερινή βάση και το παραμικρό, προσωρινό αίσθημα ασφάλειας που μπορεί ο ξένος να νοιώσει.
Μ’ αυτούς, το ανθρώπινο μωσαϊκό γίνεται ακόμη πιο παρδαλό και συγκεχυμένο. Οι νεοφερμένοι, εντελώς παρακμιακοί από κάθε άποψη, κινούνται νωχελικά ανάμεσα στην καλοζωία και την παρανομία, αγνοώντας ηθελημένα την έκρυθμη πολιτική κατάσταση.
Ο κεντρικός ήρωας, ο Άγης, ηχογραφεί τις φωνές των υπόλοιπων θεατρικών προσώπων και τις μοντάρει με συνθήματα από τις διαδηλώσεις. Το ιδιωτικό μπλέκεται με το δημόσιο, για να επανεμφανισθούν υπαινικτικά στη σκηνή θέματα και χαρακτήρες από παλαιότερα έργα της συγγραφέως. Χαρακτήρες, που παίρνουν υπόσταση κρατώντας ένα μικρόφωνο σα να μιλούν σε μια συγκέντρωση ξεχωρίζοντας από το πλήθος της διαδήλωσης, «σ’ εμάς που τους ακούμε».
Η συγγραφέας
Η Λούλα Αναγνωστάκη υπήρξε η σημαντικότερη Ελληνίδα θεατρική συγγραφέας και ταυτόχρονα μία από τις δυναμικότερες μορφές της ελληνικής δραματουργίας. Τα θέματα των έργων της είναι παρμένα από τις τραυματικές μεταπολεμικές εμπειρίες, τον εμφύλιο πόλεμο και τη κοινωνική και πολιτική ζωή του καιρού της.
Η Αγγελική – Θεανώ Αναγνωστάκη γεννήθηκε το 1934 στη Θεσσαλονίκη και ήταν η μικρότερη αδελφή του διακεκριμένου ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη, που μαζί του βίωσε τις πικρές εμπειρίες της Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές της φοίτησε κι έλαβε πτυχίο από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Το 1959 πρωτοεμφανίστηκε ως σεναριογράφος στη σπονδυλωτή ταινία του Σωκράτη Καψάσκη «Ερωτικές Ιστορίες».
Πρωτοεμφανίστηκε ως θεατρικός συγγραφέας το 1965 στο «Θέατρο Τέχνης» του Κάρολου Κουν με τρία μονόπρακτα («Η Πόλη», «Η Παρέλαση», «Η Διανυκτέρευση») υπό τον γενικό τίτλο «Η Πόλη». Τον Φεβρουάριο του 1967 ανέβηκε το έργο της «Η Συναναστροφή» στο Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Λεωνίδα Τριβιζά. Με σκηνοθέτη τον Κάρολο Κουν, το «Θέατρο Τέχνης» παρουσίασε τα έργα της «Αντόνιο ή Το Μήνυμα» (1972), «Η Νίκη» (1979), «Η Κασέτα» (1982) και «Ο ήχος του όπλου» (1987).
Το 1990 ο θίασος Τζένης Καρέζη – Κώστα Καζάκου ανέβασε το έργο της «Διαμάντια και μπλουζ», σε σκηνοθεσία Βασίλη Παπαβασιλείου και το 1995 το «Θέατρο Τέχνης» το «Ταξίδι Μακριά», σε σκηνοθεσία Μίμη Κουγιουμτζή. Το 1998 το μονόπρακτό της «Ο ουρανός κατακόκκινος» παρουσιάστηκε από το «Εθνικό Θέατρο», σε σκηνοθεσία Βίκτορα Αρδίττη και το 2003 το έργο της «Σ’ εσάς που με ακούτε» από τη «Νέα Σκηνή», σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή.
Τα έργα της έχουν παρουσιαστεί από αθηναϊκούς θιάσους και Δημοτικά Περιφερειακά Θέατρα, καθώς και στο εξωτερικό (Γαλλία, Ιταλία, Αγγλία, Γερμανία, Κύπρο, Ισπανία, ΗΠΑ).
Η Λούλα Αναγνωστάκη ήταν παντρεμένη με τον συγγραφέα και καθηγητή νευρολογίας Γιώργο Χειμωνά (1938-2000), με τον οποίο είχε αποκτήσει ένα γιο, τον συγγραφέα Θανάση Χειμωνά.
H Λούλα Αναγνωστάκη έγραψε συνολικά 12 θεατρικά έργα μέσα στα οποία πραγματεύεται βασικά στοιχεία της μεταπολεμικής περιόδου στην Ελλάδα: το τραύμα, την μοναξιά, την ενοχή και την ήττα. Οι ηρωίδες της Αναγνωστάκη παρουσιάζονται με ψυχικά βάθη και αντιλαμβάνονται την καταπίεση που τους ασκεί η κοινωνική δομή, στην οποία προσπαθούν πολλές φορές να αντισταθούν. Μπορεί να μην διακρίνονται έντονα για τον φεμινιστικό τους χαρακτήρα, αφού σχεδόν πάντα καθορίζονται από μια ανδρική οπτική, ωστόσο εμφανίζονται σαφώς πιο δημιουργικές στην αναζήτηση ενός νέου κόσμου, μιας νέας πραγματικότηταwς.
Πέθανε στην Αθήνα στις 8 Οκτωβρίου 2017, σε ηλικία 83 ετών.
Η παράσταση
Βερολίνο 2001. Ένας χώρος κλειστός, ένα ανήλιαγο δωμάτιο, άνθρωποι που δέχονται διαρκώς πιέσεις και «εισβολές» από τον εξωτερικό κόσμο. Η σκηνοθεσία εστιάζει στην ψυχολογική διάσταση, στη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας υπαινικτικά ψυχοπλακωτικής, όπως εξάλλου προτάσσει και το κείμενο, η οποία εντείνεται από τους εσωτερικούς «σεισμούς» που ταρακουνούν σε τακτικά διαστήματα ηθοποιούς και θεατές σ’ ένα απροσδόκητα ρεαλιστικό εφέ.
Ευφυές σκηνοθετικό εύρημα ο αδιάκοπος πανομοιότυπος χορός των προσώπων του έργου πάνω στο μουσικό μοτίβο, το οποίο επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά στην παράσταση, ως συμβολισμός των δεσποτικά επιβαλλόμενων κινήσεων των κατοίκων του Βερολίνου, ενώ την ίδια στιγμή μαίνεται έξω η μεγάλη αντιφασιστική διαδήλωση στη μνήμη της Ρόζας Λούξεμπουργκ και του Καρλ Λίμπκνεχτ.
H ανθρώπινη φωνή, η κραυγή, τα συνθήματα και οι ηχητικές παρεμβάσεις από τον εξωσκηνικό χώρο αποτελούν πλούσιο γλωσσικό και παραγλωσσικό υλικό το οποίο τοποθετείται σε εστιακά σημεία της πλοκής και λειτουργεί ως συμπληρωματική δομή που ενισχύει την εξομολογητική παρόρμηση των θεατρικών προσώπων. Ως εκ τούτου, το ηχητικό σημείο, με τις ποικίλες μορφές του, όπως αυτές καθορίζονται με ακρίβεια μέσω των σκηνικών οδηγιών, έως και ανατολίτικο αλλά κατοχυρωμένο ως ελληνοπρεπές τσιφτετέλι, κατέχει διττή υπόσταση, λειτουργεί δηλαδή ως υπόβαθρο ενός θεατρικού λόγου διαμαρτυρίας αλλά και ως μεταφορά και επίκληση, με στόχο την αφύπνιση του θεατή. Ο θίασος ιδρώνει κυριολεκτικά στη σκηνή και καταθέτει πνοή και ψυχή. Αξιέπαινα όλα τα μέλη του.
Η Αναγνωστάκη διασταυρώνει τα άρρωστα σημεία των καιρών µε τις αδύναμες προσπάθειες του ατόμου για να επιβιώσει: οικονομικά (Σοφία- βαποράκι ναρκωτικών), ιδεολογικά (Άγης-επίδοξος δημόσιος ρήτορας σε κατ’ επίφαση ειρηνικές συγκεντρώσεις, αφού αυτές είναι υπονομευμένες εκ των προτέρων), ψυχικά (Μαρία- οικογενειακό θύμα).
Ο σκηνοθέτης Χρήστος Θεοδωρίδης στην παράσταση του Κ.Θ.Β.Ε. δεν βλέπει μόνο τις εικόνες του έργου, αλλά και το «ακούει», το «μυρίζει», το «γεύεται», «ψηλαφεί» τις πληγές του. Το δίνει σε διαρκή κίνηση , μονόλογο μα και διάλογο με την όλη δραματουργία της Λούλας Αναγνωστάκη, σε ύφος επικολυρικού επαναστατικού δράματος, με κύκλιους εσωτερικούς, χορευτικούς ρυθμούς, όπου όλοι οι ρόλοι, διδαγμένοι προσεκτικά, γίνονται εναλλάξ κορυφαίοι μιας άτυπης τραγωδίας στα μάτια υμών των ανιχνευτών «θησαυρών», κάτω από την επιφάνεια των εικόνων και των λέξεων.
Αυτή η ιστορία είναι μια επιτομή όλων των έργων της Λούλας Αναγνωστάκη. Εμπεριέχει και τις πλευρές τις καθαρά ρεαλιστικές και τις αινιγματικές και η μία μπολιάζει την άλλη. Οτιδήποτε συμβαίνει, την ίδια στιγμή ανατρέπεται. Υπάρχει ένα σημείο ανοιχτό. Δρουν ταυτόχρονα δυνάμεις που νομίζεις ότι τις γνωρίζεις, ενώ τα επόμενα δευτερόλεπτα σού είναι άγνωστες. Κι αυτό συνεχίζεται. Δηλαδή ο ψυχισμός του διπλανού σου ανθρώπου είναι η πιο άπιαστη πραγματικότητα.
Οι ήρωές της θα αναγκαστούν μέσα σε μια βραδιά να αντιμετωπίσουν τις πιο ακραίες περιοχές του εαυτού τους. Να παραδεχτούν, να επινοήσουν, να επιβάλουν ο ένας στον άλλον όρια, αλλά και στον εαυτό τους, να ξεγυμνωθούν, προκειμένου να δικαιωθούν, ενώ έμφυτα, υπόγεια, στο βάθος, νιώθουν το αδόκητο αυτής της εν δυνάμει επικοινωνίας. Κι ο θεατής, στην καλύτερη περίπτωση, μπορεί να αναλογιστεί πόσο ακατόρθωτο είναι να εισχωρήσει στον διπλανό του, στον φίλο του, στον σύντροφό του, κι από την άλλη, αντιλαμβάνεται το πόσο απαραίτητοι είμαστε ο ένας στον άλλον.
Σε ένα σκηνικό που θυμίζει επιπλωμένο γερμανικό σπιτικό με γούστο ‘70ς – το σχεδίασε ο Εδουάρδος Γεωργίου – οι ήρωες με κοστούμια σύγχρονα- για την αναγκαία αναγωγή στο σήμερα – που υπογράφει η Μαρία Κελίδου, στροβιλίζονται στον εγωπαθητικό τους κόσμο, αλλά ο σκηνοθέτης μεταφέρει το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι και μέσα στα όρια του σαλονιού τους.
Είναι μια μεταφορά του έξω κόσμου διαδηλώσεων μεταναστών στη Γερμανία, μέσα στο σπίτι από τον Άγη (Νίκο Μήλια),κεντρικό πρόσωπο στο δράμα, με αφορμή τις δοκιμές για την ομιλία του στην ειρηνική συγκέντρωση της επόμενης μέρας, ενισχύοντας έτσι τη σκηνική δράση.
Αυτό το «θέατρο εν θεάτρω» δημιουργεί ένα ηχητικό πεδίο απειλής, όπου εντός του αναπτύσσονται και εξωτερικεύονται, με τους μονολόγους, οι προσωπικές και κοινωνικές ανησυχίες των ηρώων.
Η γλώσσα της συγγραφέως φέρει τη ζωντάνια και τον ρυθμό της καθομιλουμένης με την προφορικότητα που διακρίνει τις καθημερινές εκφράσεις, την παρεμβολή γερμανικών φράσεων με αφορμή τη στάση του Χανς, τη σύντομη συνομιλία του με τη Σοφία (Χρυσή Μπαχτσεβάνη) στα γαλλικά προς το τέλος του έργου, το ιταλικό ταπεραμέντο του φιλομόφυλου Τζίνο ( Πάρη Αλεξανδρόπουλου), αλλά και την πραγματικότητα και το ελλειπτικό στοιχείο που χαρακτηρίζει τους μονολόγους, όπως σ’ αυτόν της Έλσας (Μπέττυ Νικολέση): «συγγνώμη, ποια είμαι…πού βρίσκομαι…τι είναι εδώ;….»
Ο Χάνς του εκλεκτού ηθοποιού Δημήτρη Ναζίρη, είναι ένας ανασφαλής οικοδεσπότης, βυθισμένος στη φλύαρη σιωπή του, ενώ αντιπροσωπεύει με σαφήνεια τον αντίποδα της δυναμικής, μα και ουτοπικής προσπάθειας της Σοφίας και του Άγη να εκδηλώσουν την αντίθεσή τους στα κοινωνικά και προσωπικά αδιέξοδά τους. Μυστηριωδώς στηρίζει την εθισμένη στα ναρκωτικά Σοφία, αναντίρρητα.
Τα γηρατειά δεν έχουν τη σωματική δύναμή και, ίσως, την πνευματική διαύγεια να αντισταθούν, μπορούν όμως να συμπορευτούν στο πλευρό της νεότητας, έστω κι αν η παρόρμησή της την οδηγεί στον θάνατο. Από την άλλη, ο ανάπηρος Νίκος (Νικόλαος Δροσόπουλος) υφίσταται τα γεγονότα σιωπηρά. Τέλος, η χρήση της σιωπής κορυφώνεται στην εμφάνιση της Τρούντελ (Σεμίραμις Αμπατζόγλου) επί σκηνής, όπου η μίμηση αντικαθιστά τον λόγο και συνδέει το ονειρικό με το ρεαλιστικό στοιχείο.
Η σύζυγος του Χανς, Μαρία, ερμηνεύεται σωστά από την Ελένη Θυμιοπούλου, μια παραδοσιακή Ελληνίδα που δέχεται για σύζυγο έναν ώριμο άνδρα, μια γυναίκα που ξέρει να μαγειρεύει και να φροντίζει σπιτικό, μια γυναίκα που προσαρμόζεται σε ένα πολυπολιτισμικό ταμπλό με κραυγές και ψιθύρους, με μυστικά και ψέματα και με τον φόβο της αστυνομικής βίας.
Ο Πάρης Αλεξανδρόπουλος, επιτρέψτε μου να πω, κλέβει την παράσταση. Ενέργεια απίστευτη, εξαιρετικές φωνητικές δυνατότητες, ατέρμονη κίνηση και τολμηρή προσέγγιση του φλογερού Ιταλού εραστή Τζίνο, που οργώνει τη σκηνή απ άκρη σ’ άκρη, μπροστάρης σ’ έναν αρχετυπικό εξαιρετικό Χορό, με τρόπο που συγκεράζει το τελετουργικό και το καλλιτεχνικό στοιχείο, από την αρχαϊκή λυρική και χορική ποίηση, η οποία συνδύαζε το μέλος, δηλαδή την ωδική εκφορά έντεχνου ποιητικού λόγου, με την όρχηση, δηλαδή τη ρυθμική, τυποποιημένη κίνηση μιας ομάδας ανθρώπων. Έπαινοι σε όλον τον θίασο.
Η παράσταση τελειώνει με αναφορά- φόρο τιμής στους αδικοχαμένους με δόλιο τρόπο Ζακ Κωστόπουλο, Παύλο Φύσσα, Άλκη Καμπανό.
Επίλογος
Ο θεατής στο «Μικρό» της Μονής Λαζαριστών αναδεικνύεται σε σημαίνονται «αθέατο» παράγοντα για τα θεατρικά πρόσωπα, ο οποίος ορίζεται εξ αρχής ως δέκτης του δραματικού λόγου, μέσω του τίτλου του έργου «Σε σας μου μας ακούτε», το οποίο γράφτηκε το 2003.
Για άλλη μια φορά η συγγραφέας μάς προσκαλεί να βουτήξουμε στο παρελθόν και ν’ αναδυθούμε στο παρόν, γεμίζοντας τα πνευμόνια μας με τον αέρα του μέλλοντος. Να συνομιλήσουμε με το έργο και να αναρωτηθούμε τι φοβόμαστε, τι ελπίζουμε και πώς μοιάζει το αύριο που κοιμάται μέσα μας.
* Η παράσταση είναι κατάλληλη για άνω των 13 ετών.
Σημείωση: Οι σπουδαστές της σχολής του Εθνικού Θέατρου επέλεξαν τη Λούλα Αναγνωστάκη και το έργο της, που: «Εκφράζει τον αγώνα μας και γίνεται σύμβολό του! Παραφράζουμε τον τίτλο του τελευταίου της θεατρικού έργου “Σ’ εσάς που με ακούτε” και απευθυνόμαστε σε εσάς που μας ακούτε, μας βλέπετε και μας στηρίζετε».
«Η Καππαδοκία των Ζώντων Μνημείων»: Έκθεση για τον Ελληνισμό της Ανατολίας στο ΥΜΑΘ
Σε κλίμα συγκίνησης και νοσταλγίας για τις «χαμένες πατρίδες» του Ελληνισμού στην Ανατολία πραγματοποιήθηκαν στο Υπουργείο Εσωτερικών-Μακεδονίας και Θράκης τα εγκαίνια της μεγάλης Έκθεσης «Η Καππαδοκία των Ζώντων Μνημείων». Η Έκθεση συνδιοργανώνεται από το Υπουργείο Εσωτερικών-Μακεδονίας και Θράκης, το Κέντρο Καππαδοκικών Μελετών Η Ναζιανζός, την Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, την Εφορία Αρχαιοτήτων Καβάλας και τον Δήμο Καβάλας.
Σε χαιρετισμό του ο Υφυπουργός Εσωτερικών-Μακεδονίας και Θράκης Κωνσταντίνος Π. Γκιουλέκας τόνισε τη σημασία της διατήρησης της εθνικής μνήμης για τον Ελληνισμό της Ανατολίας.
Ο Πρόεδρος του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών Καπλάνης Ιωσηφίδης, από την πλευρά του, αναφέρθηκε στην πολύχρονη προσπάθεια του Κέντρου για την διάσωση και προβολή του Ελληνισμού της Καππαδοκίας και στο πλούσιο έργο του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών. Αξίζει να σημειωθεί ότι το Ιστορικό και Εθνολογικό Μουσείο των Ελλήνων της Καππαδοκίας στη Νέα Καρβάλη, από το οποίο προέρχονται τα εκθέματα, βραβεύθηκε το 1997 ως ένα από τα πέντε καλύτερα Μουσεία της Ευρώπης, στο είδος του, με το European Museum of the year award.
Στα εγκαίνια της Έκθεσης, που τελέστηκαν στο αίθριο του Διοικητηρίου με μια εκδήλωση γεμάτη μνήμες και αρώματα Ανατολής, παρευρέθη πλήθος φίλων και μελών του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών και εκπροσώπων των Αρχών, μεταξύ των οποίων ο Αρχιμανδρίτης π. Νεκτάριος Τριανταφυλλίδης ως εκπρόσωπος του Παναγιωτάτου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Φιλοθέου, η βουλευτής Καβάλας της ΝΔ Αγγελική Δεληκάρη, ο Αντιπεριφερειάρχης Πολιτισμού και Αθλητισμού της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας Χρήστος Μήττας. Ακόμη παρευρέθηκαν ο Δήμαρχος Καρβάλης της Καππαδοκίας Ουνάλ Ντερμιτζίογλου, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Necmettin Erbacan του Ικονίου Μέτε Μιμίρογλου και μεγάλη αντιπροσωπεία του Δήμου Selcuklu του Ικονίου. Η εκδήλωση ολοκληρώθηκε με τη συμμετοχή της χορευτικής ομάδας του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών, που απέδωσε Καππαδοκικούς χορούς και τραγούδια.
Η Έκθεση «Η Καππαδοκία των Ζώντων Μνημείων» θα λειτουργεί στο ΥΜΑΘ μέχρι τις 17 Μαΐου 2026.
Χορωδιακή Πανδαισία στο Μεγάλο Αμφιθέατρο της Πανεπιστημιούπολης
Τελευταία Θέματα
ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ
Χορωδιακή Πανδαισία στο Μεγάλο Αμφιθέατρο της Πανεπιστημιούπολης
Ένα μουσικό γεγονός που υπόσχεται ν’ αγγίξει καρδιές και να μείνει αξέχαστο έρχεται για δεύτερη χρονιά στην Καβάλα! Το Σάββατο 9 Μαΐου το Μεγάλο Αμφιθέατρο της Πανεπιστημιούπολης (πρώην Τ.Ε.Ι) Καβάλας μεταμορφώνεται σε μια μεγάλη μουσική σκηνή και σας προσκαλεί σε μια Χορωδιακή Γιορτή, με τη συμμετοχή 7 εξαιρετικών χορωδιών από διάφορα μέρη της Ελλάδας και της Κύπρου. Σε μια βραδιά όπoυ η φωνή συναντά την ψυχή, το κοινό θα απολαύσει ένα πλούσιο ελληνικό ρεπερτόριο, με αγαπημένα έντεχνα και παραδοσιακά τραγούδια, που θα ζωντανέψουν μέσα από τις αρμονικές αποχρώσεις και τις πολυφωνίες των χορωδιών. Κάθε ομάδα φέρνει μαζί της τη μουσική ταυτότητα του τόπου της, σε μια μαγική ανταλλαγή πολιτισμού και συναισθημάτων. Μια βραδιά που ενώνει κουλτούρες και καρδιές. Ελάτε να ζήσετε τη μαγεία της συλλογικής έκφρασης, της μελωδίας και της συγκίνησης. Ελάτε να τραγουδήσουμε μαζί! Είσοδος Ελεύθερη Διοργάνωση: Χορωδιακά Φεστιβάλ «Music Life»
“Η Σάρα Κέην πέθανε τραγικά. Ήταν τόσο μεγάλος και τόσο βαθύς ο τρόμος του κόσμου. Δεν τον άντεξε. Ήταν γυμνή. Απροστάτευτη. Γυμνά είναι και τα έργα της. Τρομαγμένα. Τρομερά.”
Χάρολντ Πίντερ, 5.2.2001 (Γραμμένο ειδικά για την παράσταση του “Καθαροί, πια” από τη “Νέα Σκηνή”)
Το εμβληματικό έργο της σπουδαίας Βρετανίδας δραματουργού «Λαχταρώ» ζωντανεύει στη σκηνή του Φουαγιέ θεάτρου της Ε.Μ.Σ., με καθαρότητα, τόλμη και βαθιά ευαισθησία, αναδεικνύοντας τον υπαρξιακό πυρήνα του κειμένου.
Τέσσερις φωνές αλληλοσυμπληρώνονται σε μια ιδιότυπη αφήγηση -μετέωρη στον χρόνο και στον χώρο σε ένα έργο που μιλάει για τις επώδυνες διαδρομές διαφυγής του μυαλού από τα τραύματα.
Γραμμένο λίγους μήνες πριν την αυτοχειρία, το «Λαχταρώ» (Crave, 1998), είναι η τολμηρή απόπειρα της ίδιας της Κέιν να βυθιστεί στα μύχια των φόβων της και να τους καταγράψει μέσα από ένα παλίμψηστο δραματουργικών μοτίβων και προσωπικές της εξομολογήσεις.
Αυτό είναι το τέταρτο και προτελευταίο έργο μιας ψυχικά διαταραγμένης νεαρής γυναίκας που, σε ηλικία 28 ετών (το 1999), κρεμάστηκε στο μπάνιο ενός νοσοκομείου. Δύο μέρες πριν, μια συγκάτοικός της είχε αποτρέψει την προηγούμενη απόπειρα αυτοκτονίας της. Με τη σοφία τής εκ των υστέρων γνώσης, είναι εύκολο να θεωρήσουμε το «Crave» ως το παρατεταμένο σημείωμα αυτοκτονίας ενός κλινικά καταθλιπτικού και, ως εκ τούτου, αυτοκαταστροφικού μυαλού.
Η απόδοση του Αντώνη Γαλέου καταφέρνει να διατηρήσει τον «κοφτό», νευρώδη ρυθμό της Κέιν, μετατρέποντας την αγγλική απόγνωση σε έναν ζωντανό, ελληνικό συναισθηματικό χείμαρρο.
Κοινή μοίρα ή καταγωγή όλων τους τα λόγια της M: «Αν αυτοκτονήσεις, θ’ αναγκαστείς να επιστρέψεις και να τα ξαναπεράσεις. Όλα. Και πάλι».
Οι ήρωες του έργου αποζητούν απελπισμένα τον έρωτα, γνωρίζουν όμως καλά ότι για να αποκτήσουν την ευτυχία πρέπει να ρισκάρουν τον ολοκληρωτικό ψυχικό, ίσως και σωματικό τους, αφανισμό. Γιατί ο έρωτας είναι ταυτόχρονα η ελπίδα και η συντριβή τους. Όπλα τους είναι οι λέξεις, οι κραυγές, τα θραύσματα αναμνήσεων, η ποίηση, τα όνειρα και οι εφιάλτες τους.
Σε αυτό, το ΚΘΒΕ τα κατάφερε άψογα, επιλέγοντας ένα άγονο σκηνικό (Αλεξάνδρα Μπουσουλέγκα, Ράνια Υφαντίδου) με τους τέσσερις ηθοποιούς να παραμένουν στο ίδιο μέρος για ολόκληρη την πράξη, φωτισμένο με χρώματα και σκιές.
Ο σχεδιασμός φωτισμών από τη Δήμητρα Αλουτζανίδου, αξιοποιεί στον – όχι βολικό – χώρο του Φουαγιέ του θέατρου της ΕΜΣ, ευτυχώς εύστοχα, ποιότητες και χαρακτηριστικά, όπως ένταση, μορφή, κίνηση, κατεύθυνση, χρώμα, δημιουργώντας μία ιδιαίτερη «παρτιτούρα», ένα «σενάριο» για την εξέλιξη της φωτιστικής ιστορίας μέσα στην παράσταση.
Η σκηνοθεσία συμπληρώνει τέλεια την αποπροσανατολιστική φύση του κειμένου, με την έλλειψη φυσικής αλληλεπίδρασης μεταξύ των ηθοποιών, και αποτυπώνει τον απομονωτικό αντίκτυπο που έχουν εμπειρίες, όπως ο βιασμός, η αιμομιξία, ο εθισμός στα ναρκωτικά και η παιδοφιλία.
Η κύρια οπτική εστίαση παρέχεται από προβολές σε πλάνα κομμένα, ώστε να μοιάζουν με θραύσματα σπασμένου γυαλιού (το οποίο, αν και από μόνο του ένα φθαρμένο τροπάριο, λειτουργεί καλά σε αυτό το πλαίσιο), αντανακλώντας ιδέες κατακερματισμού της ταυτότητας που διατρέχουν όλο το έργο.
Το «Λαχταρώ» σηματοδοτεί μια αλλαγή στο στυλ της Κέιν, από το τολμηρό, προκλητικό και αυθάδες, σε μια προσπάθεια για κάτι πιο ποιητικό, αλλά το αποτέλεσμα είναι ένας ιδιόμορφος συνδυασμός των δύο.
Ούτε αρκετά αφηρημένο για να προκαλέσει στοχασμό ούτε αρκετά γραφικό για να σοκάρει, παράγει φράσεις όπως «Πού πήγε η προσωπικότητά μου… Είμαι συναισθηματικός λογοκλόπος», οι οποίες (για μένα) δε μεταφέρουν την πολυπλοκότητα των ζητημάτων που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν.
Ενώ υπήρχαν κάποιες ατάκες που άφησαν περιθώρια για σκέψη, όπως η στιγμή που αποκαλύπτεται ότι οι κακοποιητές ενός παιδιού είναι ο πατέρας και ο παππούς του, το μεγαλύτερο μέρος του έργου έπεσε σε κουρασμένα στερεότυπα.
Ωστόσο, αρκετά χρόνια μετά την πρεμιέρα του «Crave»,πολλοί συγγραφείς έχουν ασχοληθεί με αυτά τα ανατρεπτικά θέματα, που η παρουσίασή τους στο θέατρο δεν αποτελεί πλέον αιτία διαμάχης από μόνη της, και η γραφή της Κέιν είναι ανοιχτή σε σύγκριση με μεταγενέστερα κείμενα που έχουν ασχοληθεί με τα ίδια θέματα, όμως με μεγαλύτερη σαφήνεια και λεπτότητα. Απόψεις, θα πείτε. Έχετε δίκιο.
Επαινώ, όμως, την τόλμη του ΚΘΒΕ να παρουσιάζει έργα που είναι ταυτόχρονα «άβολα», «βρώμικα» αλλά και «όμορφα» και απαραίτητα για ρεπερτόριο μιας κρατικής σκηνής.
Το έργο έχει σχεδιαστεί για να δείξει ότι η θεατρική τέχνη είναι ισοδύναμη με την αφηρημένη τέχνη. Περιλαμβάνει τέσσερις χαρακτήρες, που ονομάζονται απλώς «Α», «Β», «Γ» και «Μ». Η δομή του είναι μη γραμμική, που σημαίνει ότι όταν μιλάει ο καθένας από τους χαρακτήρες, οι ατάκες του δεν ακολουθούν απαραίτητα κάποια συγκεκριμένη χρονολογική σειρά, ούτε το κοινό είναι πάντα σίγουρο σε ποιον απευθύνονται.
Υπάρχουν σημεία στο έργο, όπου ορισμένες συζητήσεις έχουν νόημα με την παραδοσιακή έννοια, αλλά το να ακούς τις φράσεις που λέγονται – κάτι αντίστοιχο με κείμενα του Σαίξπηρ- χρειάζεται λίγος χρόνος για να καταλάβεις τι συμβαίνει, πριν επιτευχθεί ένα επίπεδο σαφήνειας, άρα και κατανόησης.
Η Κέιν το σχεδίασε με αυτόν τον τρόπο, έτσι ώστε το κοινό να μην είναι ποτέ σίγουρο για τι ακριβώς πρόκειται. Τα «ονόματα» των χαρακτήρων έχουν νόημα για τη θεατρική συγγραφέα και ενώ θα μπορούσε να είχε αποδώσει ένα συγκεκριμένο ψευδώνυμο στα αρχικά, το αρνήθηκε, επειδή δεν ήθελε να περιορίσει το κοινό σε μια συγκεκριμένη αντίληψη.
Ήθελε τα υπονοούμενα να αναλυθούν από τους θεατές. Επομένως, το «Crave» δεν είναι για όλους, παράδειγμα για κείνους που αναζητούν μια αφήγηση εύκολη, με πλοκές χαρακτήρων που διδάσκουν κάτι ή που να έχει μια λυτρωτική κατάληξη.
Αντίθετα, για θετές που τους συνεπαίρνουν συναισθήματα όπως θυμός, θλίψη, χαρά κ.λπ., ως πιο πρωτόγονα, πιο ωμά, σαν αυτά που αποδίδονται περισσότερο στα ζωώδη ένστικτά μας, κόντρα στην ανθρώπινη φύση μας, τότε αυτή η παραγωγή είναι συγκλονιστική.
Το «Λαχταρώ» είναι ένα κείμενο σκέψης, με έντονη γραφή, που πρέπει να το αποκωδικοποιήσει ο θεατής και ο καλύτερος τρόπος είναι να το αφήσει να τον κυριεύσει.
Οι συζητήσεις για την υπόθεση ή το όποιο μήνυμα εκλύει, μπορούν να γίνουν αργότερα, μετά την αυλαία, κι όταν ωριμάσει η αναμόχλευσή της, θα έρθει και η κατανόηση. Αυτό σημαίνει ότι η αποστολή εξετελέσθη για τη Sarah Kane.
Αυτό που δεν αμφισβητείται, ωστόσο, είναι η ποιότητα της παραγωγής και της παρουσίασης του «Crave» από το ΚΘΒΕ.
Η σκηνοθεσία της Χατζηβασιλείου είναι εντυπωσιακή, η οπτική των θεατών απέναντι στις ερμηνείες των τεσσάρων ηθοποιών, είναι σαν να κοιτάζουν τις ζωές τους μέσα από μια βιτρίνα πολυκαταστήματος, με μια λίμνη νερού ανάμεσά τους, τόσο για να αντανακλώνται αυτά τα βαθιά συναισθήματα, όσο και για να προσδίδει το νερό μια λυτρωτική ποιότητα στις συνθήκες διαβίωσής τους.
Πρόκειται για ένα εξαιρετικό σχέδιο από την Χριστίνα Χατζηβασιλείου, με ηχητικά εφέ από τον Φίλιππο Θεοχαρίδη, που ξεκινά απαλά, αλλά η ένταση μεγεθύνεται καθώς η πλοκή γίνεται πιο σκοτεινή και πιο ωμή, καταφέρνοντας να απλώσει δίχτυα, ίσως φοβικά, αλλά και ποίησης, μέσω των εικόνων.
Όπως ανέφερα, ο διάλογος παρουσιάζεται με μη γραμμικό τρόπο και αυτό απαιτεί από τους ηθοποιούς να εκτελούν τις ατάκες τους γρήγορα και με τρόπο που να κρατά το κοινό σε αγωνία, άσχετα αν σε πολλές περιπτώσεις δεν απευθύνονται προς συγκεκριμένο αποδέκτη.
Είναι έργο πολύ γρήγορο, πολύ σύντομο και δομημένο σαν νοητικός χάρτης, για να προσπαθήσουμε να το διακρίνουμε σε πραγματικό χρόνο. Αυτό που είναι σαφές, ωστόσο, είναι η ποιότητα της απαγγελίας – αφήγησης – ερμηνείας, ανεξάρτητα από τη μέθοδο.
Ο Γιάννης Παρασκευόπουλος ως «Α», έχει μερικούς από τους μεγαλύτερους και πιο συναισθηματικά ποικίλους μονολόγους, και η μεταφορά τους γίνεται με απόλυτη ακρίβεια. Ο χαρακτήρας του είναι σαφώς προβληματισμένος και αγωνίζεται να αποδεχτεί έναν χαμένο έρωτα που φαίνεται ανεπανόρθωτος, λόγω σκοτεινών κι ανίερων πράξεών του.
Ο «Β» του Ιωάννη Αθανασόπουλου και η «Μ» της Μομώς Βλάχου, έχουν μια ανταλλαγή απόψεων που είναι άλλοτε τεταμένη κι άλλοτε ελαφρώς χιουμοριστική, αλλά και οι δύο είναι σαφώς προβληματισμένοι με τα δικά τους σοβαρά θέματα, ώστε το άγχος μεταφέρεται στις σχέσεις τους.
Η ΄Άννα Ευθυμίου ως Γ, δίνει μια έξοχη ερμηνεία, μιλώντας για κακοποίηση στην παιδική ηλικία, διπλασιάζοντας την αγωνία της και ξεστομίζοντας αγοραίες λέξεις από οργή, ενώ οι εκφράσεις της και το ηχόχρωμα της φωνής της δημιουργούν ένα σύμπαν – συνονθύλευμα συναισθημάτων που εκρήγνυνται στη ροή του έργου, άλλοτε με οργή, άλλοτε με ωμότητα κι άλλοτε με χιούμορ, πάντα με ρεαλισμό.
Πρόκειται για τέσσερις ιδιόμορφους χαρακτήρες, που ασχολούνται με πολύ δύσκολα ζητήματα, και τέσσερις εξαιρετικούς ηθοποιούς που ερμηνεύουν με ρεαλισμό το ωμό, χωρίς αναστολές έργο της Σάρα Κέιν, όπως εκείνη ήθελε να είναι.
Μοιράζονται τον χώρο και τον χρόνο αλλά κατοικούν σε διαφορετικές σφαίρες, ελεύθεροι να πιάσουν μια λέξη από την ιστορία κάποιου άλλου και να την κάνουν δική τους. Η σχέση του «εδώ και τώρα», ή οι αναμνήσεις από περασμένα περιστατικά, συχνά βάναυσες και ενοχλητικές, πλημμυρίζουν τη συνείδηση, αφηγούνται επεισοδιακά και στη συνέχεια υποβιβάζονται στις σκιές.
Ουσιαστικά, οι τέσσερις χαρακτήρες κινούνται ανάμεσα στην ελπίδα και την απελπισία.
Υπάρχει, όμως, και πιο απλή γλώσσα: «Είμαι τόσο γαμημένα μόνος», λέει ο ένας, μέσα σε ένα ηχοτοπίο. «Δεν νιώθω τίποτα», λέει ένας άλλος. Αλλά τότε, ξαφνικά, κάποιος λέει «Σε ονειρεύομαι», ενώ κάποιος άλλος μιλάει για «μια απαλή χρυσή θάλασσα κάτω από έναν απαλό ροζ ουρανό» και αυτές οι ξαφνικά ελπιδοφόρες στιγμές μοιάζουν με σπίρτα που έχουν ανάψει στο σκοτάδι.
Οι εξαιρετικοί ηθοποιοί, ως χαρακτήρες, ίσως ήθελαν να κοιτάξουν ο ένας τον άλλον και να μιλήσουν για λίγο, να διαφωνήσουν ή να βασανίσουν ο ένας τον άλλον, αλλά ούτε μία φορά δεν μπόρεσαν να αγγίξουν ο ένας τον άλλον. Αυτή η σωματική πείνα είναι ιδιαίτερα οδυνηρή, καθώς οι τέσσερίς τους πρέπει να αποδώσουν την επιθυμία και τον πόνο τους αποκλειστικά με τη δική τους κίνηση και έκφραση, ανίκανοι να βασιστούν φυσικά στους άλλους γύρω τους και αυτή την ανάγκη την αποδίδουν έξοχα όλοι τους.
Το «Λαχταρώ», του ΚΘΒΕ δεν είναι παράσταση για ένα ευρύ κοινό.
Αν είστε από τους θεατρόφιλους που θέλουν μια όμορφα δομημένη ιστορία, που εγείρει ενσυναίσθηση και δεν απαιτεί πολλή σκέψη η εξέλιξή της στη σκηνή, αυτό το έργο δεν είναι το ιδανικό για εσάς.
Αλλά αν σας αρέσει να σας προκαλεί μια θεατρική παράσταση που σας ζητά να δουλέψετε τη σκέψη και να αφήσετε τα λόγια και τα καλλιτεχνικά του στοιχεία να ρέουν πάνω σας, τότε το «Λαχταρώ» της Σάρα Κέιν μπορεί να είναι ακριβώς αυτό που ψάχνετε.
Βεβαίως, η γραφή στο «Crave» είναι περίπλοκη και πολυεπίπεδη. Ενώ αρχικά φαινόταν να επιβεβαιώνει τα συναισθήματα μίσους και απελπισίας που εκλύονται από την περφόρμανς, σταδιακά φαίνεται να επιβεβαιώνει την αγάπη και τη λύτρωση μέσα από δύο ισχυρά αντίθετα: τη σκληρότητα και τη συμπόνια».
Ωστόσο, οι αμφιβολίες μερίδας θεατών, δικαίως είναι ηθικές αλλά και καλλιτεχνικές. Ας δεχτούμε ότι αναρωτιέται τι επίδραση θα μπορούσε να έχει αυτή η παραγωγή σε μερικά μέλη του κοινού που είναι επιρρεπείς στην κατάθλιψη. Θα μπορούσε να προκαλέσει να μιμηθούν κάποιοι το αποτέλεσμά της ή μήπως η συνειδητοποίηση ότι δεν είναι μόνοι τους σ’ αυτό το «πηγάδι» εμποδίζει να νιώθουν τόσο απελπισμένοι;
Το «Crave» παραμένει το πιο ερμητικό, μηδενιστικό και σκοτεινό έργο της Κέιν, η οποία λαχταρά να αγαπηθεί και να αγκιστρωθεί από κάπου μέχρι και την ύστατη στιγμή. Λιτό, με μια οδυνηρή, ασάλευτη ησυχία σε σχέση με τα προηγούμενα έργα της και μια μοναξιά που γιγαντώνεται φράση τη φράση μέχρι που ο θάνατος να μοιάζει βάλσαμο». (Χριστίνα Χατζηβασιλείου, Σύγχρονη Βρετανική Δραματουργία: Το θέατρο στα μούτρα ως ανάγνωση της κοινωνικής τοπογραφίας του 1990, ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, Θεσσαλονίκη 2020, σ. 298).
*Κατάλληλο άνω των 16 ετών
Σημείωση περιεχομένου: η παράσταση αγγίζει ζητήματα ψυχικής υγείας και σεξουαλικής, σωματικής και αυτοστρεφούς βίας.
Ο ιστότοπός μας χρησιμοποιεί cookies. Ορισμένα από αυτά είναι απαραίτητα για τη λειτουργία της ιστοσελίδας μας και άλλα μας βοηθούν να παρέχουμε το μέγιστο των υπηρεσιών μας. Επιλέξτε εσείς ποια cookies αποδέχεστε, τα οποία μπορείτε να αλλάξετε οποιαδήποτε στιγμή.
Αποδοχή
Αλλαγή ρυθμίσεων
Cookie Box Settings
Απόρρητο
Cookie Box Settings
Απόρρητο
Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας
Επιλέξτε εσείς ποια cookies αποδέχεστε.
Ωστόσο, ορισμένα από αυτά είναι αναγκαία για την σωστή λειτουργία της ιστοσελίδας και μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα ορισμένες λειτουργίες να μην είναι πλέον διαθέσιμες. Για πληροφορίες σχετικά με τη διαγραφή των cookies, συμβουλευτείτε τη λειτουργία βοήθειας του προγράμματος περιήγησης.
Μάθετε περισσότερα σχετικά με τα cookies που χρησιμοποιούμε κάνοντας κλικ εδώ
Εδώ μπορείτε να ενεργοποιήσετε ή να απενεργοποιήσετε διαφορετικούς τύπους cookies:
Η ιστοσελίδα θα:
Remember which cookies group you accepted
Αποθηκεύει την ρύθμιση προτιμήσεων των cookies
Επιτρέπει τα cookies περιοδικής λειτουργείας
Πιστοποιεί ότι είστε συνδεμένος στον λογαριασμό σας
Αποθηκεύει την επιλεγμένη γλώσσα
Συγκεντρώνει πληροφορίες τι έχετε εισάγει στις φόρμες επικοινωνίας
Η ιστοσελίδα δεν θα:
Αποθηκεύσει τα στοιχεία της σύνδεσης σας
Αποθηκεύσει τις ρυθμίσεις των μέσων κοινωνικής δικτύωσης
Αποθηκεύσει την επιλεγμένη περιοχή και χώρα σας
Εντοπίσει τις σελίδες επισκέψεων και την αλληλεπίδραση σας με αυτές
Εντοπίσει την τοποθεσία και την περιοχή σας με βάση την διεύθυνση IP
Εντοπίσει τον χρόνο που δαπανάται σε κάθε σελίδα
Προσαρμόσει τις πληροφορίες και τη διαφήμιση στα ενδιαφέροντά σας με βάση π.χ. το περιεχόμενο που έχετε επισκεφτεί προηγουμένως
Συγκεντρώσει στοιχεία προσωπικής ταυτοποίησης, όπως όνομα και τοποθεσία.
Η ιστοσελίδα θα:
Remember which cookies group you accepted
Αποθηκεύει την ρύθμιση προτιμήσεων των cookies
Επιτρέπει τα cookies περιοδικής λειτουργείας
Πιστοποιεί ότι είστε συνδεμένος στον λογαριασμό σας
Αποθηκεύει την επιλεγμένη γλώσσα
Συγκεντρώνει πληροφορίες τι έχετε εισάγει στις φόρμες επικοινωνίας
Αποθηκεύσει τις ρυθμίσεις των μέσων κοινωνικής δικτύωσης
Αποθηκεύσει την επιλεγμένη περιοχή και χώρα σας.
Η ιστοσελίδα δεν θα:
Εντοπίσει τις σελίδες επισκέψεων και την αλληλεπίδραση σας με αυτές
Εντοπίσει την τοποθεσία και την περιοχή σας με βάση την διεύθυνση IP
Εντοπίσει τον χρόνο που δαπανάται σε κάθε σελίδα
Προσαρμόσει τις πληροφορίες και τη διαφήμιση στα ενδιαφέροντά σας με βάση π.χ. το περιεχόμενο που έχετε επισκεφτεί προηγουμένως
Συγκεντρώσει στοιχεία προσωπικής ταυτοποίησης, όπως όνομα και τοποθεσία.
Η ιστοσελίδα θα:
Remember which cookies group you accepted
Αποθηκεύει την ρύθμιση προτιμήσεων των cookies
Επιτρέπει τα cookies περιοδικής λειτουργείας
Πιστοποιεί ότι είστε συνδεμένος στον λογαριασμό σας
Αποθηκεύει την επιλεγμένη γλώσσα
Συγκεντρώνει πληροφορίες τι έχετε εισάγει στις φόρμες επικοινωνίας
Αποθηκεύσει τις ρυθμίσεις των μέσων κοινωνικής δικτύωσης
Αποθηκεύσει την επιλεγμένη περιοχή και χώρα σας
Εντοπίσει τις σελίδες επισκέψεων και την αλληλεπίδραση σας με αυτές
Εντοπίσει την τοποθεσία και την περιοχή σας με βάση την διεύθυνση IP
Εντοπίσει τον χρόνο που δαπανάται σε κάθε σελίδα
Η ιστοσελίδα δεν θα:
Προσαρμόσει τις πληροφορίες και τη διαφήμιση στα ενδιαφέροντά σας με βάση π.χ. το περιεχόμενο που έχετε επισκεφτεί προηγουμένως
Συγκεντρώσει στοιχεία προσωπικής ταυτοποίησης, όπως όνομα και τοποθεσία.
Η ιστοσελίδα θα:
Remember which cookies group you accepted
Αποθηκεύσει τις ρυθμίσεις των μέσων κοινωνικής δικτύωσης
Αποθηκεύσει την επιλεγμένη περιοχή και χώρα σας
Εντοπίσει τις σελίδες επισκέψεων και την αλληλεπίδραση σας με αυτές
Εντοπίσει την τοποθεσία και την περιοχή σας με βάση την διεύθυνση IP
Εντοπίσει τον χρόνο που δαπανάται σε κάθε σελίδα
Προσαρμόσει τις πληροφορίες και τη διαφήμιση στα ενδιαφέροντά σας με βάση π.χ. το περιεχόμενο που έχετε επισκεφτεί προηγουμένως
Συγκεντρώσει στοιχεία προσωπικής ταυτοποίησης, όπως όνομα και τοποθεσία.
You must be logged in to post a comment Login