Connect with us

Πολιτισμός

«ΛΕΥΚΕΣ ΝΥΧΤΕΣ» του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι από το ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

«ΛΕΥΚΕΣ-ΝΥΧΤΕΣ»-του Φιόντορ-Ντοστογιέφσκι-από-το-ΔΗΠΕΘΕ-Καβάλας-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Πρόλογος

Όποιος γνωρίζει την Αγία Πετρούπολη, πρέπει να παραδεχτεί ότι οι λευκές νύχτες, οι φωτεινές τρεις εβδομάδες, 11 Ιουνίου με 2 Ιουλίου, όταν δεν νυχτώνει ποτέ, είναι η καλύτερη εποχή της πόλης, παγωμένης το χειμώνα και βροχερής όλο τον υπόλοιπο χρόνο. Αυτές οι τρείς εβδομάδες είναι και η Άνοιξη, και το Καλοκαίρι. Οι λευκές νύχτες αναπληρώνουν την έλλειψη του ήλιου, κάνουν τις ψυχές να ανθίσουν και τους ανθρώπους να ονειρεύονται.

(….)Όμως να θυμηθώ την πίκρα, που δοκίμασα, Ναστένκα;! Να σκοτεινιάσω, έστω και μια στιγμή, την ολόφωτη ευτυχία σου, να λυπήσω την ψυχή σου, βαρυγκωμώντας, να την πικράνω με κρυφές τύψεις και να κάμω την καρδιά σου να πονάει σε στιγμές ευτυχισμένες;…. Ω! ποτέ! Ποτέ! Ας είναι πάντα αίθριος ο ουρανός σου, ας είναι φωτεινό κι ατάραχο το γλυκό σου χαμόγελο, ας είσαι ευλογημένη για κείνη τη στιγμή της αγαλλίασης και της ευτυχίας που χάρισες σε μια άλλη, έρημη καρδιά, που σ’ ευγνωμονεί. Θε μου! Μια ολόκληρη στιγμή ευτυχίας! Μα τάχα αυτό δεν είναι αρκετό ακόμα και για μια ολόκληρη ανθρώπινη ζωή;

Υπόθεση

Κατά τη διάρκεια μιας λευκής νύχτας, δηλαδή μιας καλοκαιρινής νύχτας του Βορρά, όπου το σούρουπο συνεχίζεται μέχρι το πρωί, χωρίς να πέφτει ποτέ το σκοτάδι, περιπλανώμενος σε κάποια από τις προκυμαίες της Αγίας Πετρούπολης ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, ένας ονειροπόλος κάτοικος της μεγάλης πόλης, συναντά τυχαία μια νεαρή γοητευτική γυναίκα, την Ναστένκα, και γρήγορα αναπτύσσεται μεταξύ τους ένα αρκετά παράξενο αισθηματικό ειδύλλιο. Μέσα από την αριστοτεχνικά παιγνιώδη και ανάλαφρη αφήγηση του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι ξετυλίγεται μπροστά μας όλη η πρότερη ζωή των δύο πρωταγωνιστών της ιστορίας μας, και, το σπουδαιότερο, διαγράφεται η ψυχοσύνθεσή τους. Έτσι, η συμπεριφορά και οι εξομολογήσεις της Ναστένκα αποκαλύπτουν την ύπαρξη αυτού, που στην τέχνη αποκαλείται αιώνιο θηλυκό, ενώ ο χαρακτήρας και οι εκμυστηρεύσεις του ονειροπόλου πρωταγωνιστή αποκαλύπτουν έναν άνδρα που ζει μέσα από τις φαντασιώσεις του, την πλήξη και τη μοναξιά, αρνούμενος να λάβει μέρος στο παιχνίδι της ζωής.

Οι «Λευκές Νύχτες» είναι ένα διήγημα του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, που δημοσιεύτηκε αρχικά το 1848, στην αρχή της καριέρας του συγγραφέα. Όπως πολλές από τις ιστορίες του Ντοστογιέφσκι, οι «Λευκές Νύχτες» αφηγούνται σε πρώτο πρόσωπο ενός ανώνυμου αφηγητή. Ο αφηγητής είναι ένας νεαρός άνδρας που ζει στην Αγία Πετρούπολη και υποφέρει από μοναξιά. Γνωρίζει και ερωτεύεται μια νεαρή γυναίκα, αλλά ο έρωτας παραμένει ανεκπλήρωτος καθώς η γυναίκα νοσταλγεί τον εραστή της, με τον οποίο επανενώνεται, τελικά.

Αυτή είναι η Πετρούπολη, που ενεργεί ως συνομιλητής και παλιός φίλος του αφηγητή. Η πόλη ανταποκρίνεται με ευαισθησία στις εσωτερικές εμπειρίες του Ονειροκρίτη, δημιουργώντας ένα απερίγραπτα όμορφο περιβάλλον για τη ρομαντική του διάθεση και δικαιολογώντας το νόημα του τίτλου του έργου – «Λευκές Νύχτες».

Ανάγνωση

Κεντρικό θέμα του έργου είναι η μοναξιά σε μια μεγαλούπολη. Αυτή η κατάσταση ήταν πολύ συχνή στην Αγία Πετρούπολη στα μέσα του 19ου αιώνα, κάτι που το διευκόλυνε η πολύμορφη κοινωνική κατάσταση στην πόλη. Αποτέλεσμα, οι περισσότεροι νέοι αισθάνονταν μόνοι και βαθιά δυστυχισμένοι, έχοντας χάσει το νόημα της ζωής.

Η Ναστένκα και ο Ονειροπόλος είναι τυπικοί εκπρόσωποι των «μικρών ανθρώπων». Ζουν μια ζωή απλή, σεμνή και άτεχνη. Ο κύκλος της επικοινωνίας τους είναι εξαιρετικά στενός: ο άνδρας επικοινωνούσε μόνο με συναδέλφους και η Ναστένκα με τη γιαγιά της και κάποιους γείτονες.

Για να ξεφύγουν από τη γκρίζα πραγματικότητα και να ξεχάσουν για λίγο τα πιεστικά άγχη, οι νέοι περνούν στην κατηγορία των «ονειροπόλων», βυθιζόμενοι διαρκώς στις δικές τους φαντασιώσεις.

Το θέμα της αγάπης αποκαλύπτεται στο έργο μέσα από το πρίσμα των συναισθημάτων της Ναστένκα για τον εραστή της και της ανεκπλήρωτης αγάπης του Ονειροπόλου για ένα εύθραυστο κορίτσι. Ο τελευταίος δεν είναι θυμωμένος με τη Ναστένκα, δεν την κατηγορεί για όλα του τα προβλήματα, όταν τον αφήνει μόνο του. Αντίθετα, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι πρέπει κανείς να είναι ευγνώμων στην τύχη του, ακόμα και για εκείνες τις στιγμές ευτυχίας που του χάρισε.

Κύρια ιδέα είναι και η απομόνωση των «ονειροπόλων» από τον πραγματικό κόσμο, η αδυναμία τους να ζήσουν ανάμεσα σε ανθρώπους και να πάρουν τη χαρά της ζωής από απλά, καθημερινά πράγματα. Προτιμώντας να περπατούν στα σύννεφα, καταδικάζονται αναπόφευκτα στη μοναξιά.

Το ατμοσφαιρικό διήγημα του Ντοστογιέφσκι έχει μεταφερθεί αρκετές φορές στην μικρή οθόνη, τόσο στη ρωσική όσο και στην ευρωπαϊκή, στην Ιταλία, στην Ισπανία κ.α.

Επιπλέον, το έργο έχει μεταφερθεί στον ρωσικό κινηματογράφο το 1992. Αργότερα, έγινε μεγάλη κινηματογραφική επιτυχία και στο Χόλυγουντ. Στην Ελλάδα έχει διασκευαστεί λίγες φορές για το θέατρο. Η τελευταία ήταν με το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πάτρας το 2002.

Οι «Λευκές νύχτες» είναι ένα μυθιστόρημα αρκετά ξεχωριστό και θυμίζει ελάχιστα τα μεγάλα επόμενα αριστουργήματα του Ντοστογιέφσκι. Ιδιαίτερο θέμα, ιδιαίτερη γλώσσα, σχεδόν εύθυμη εικόνα της καλοκαιρινής Πετρούπολης.

Μία παράμετρος, πάντως, παραμένει σταθερή: η ηρωΐδα στις Λευκές νύχτες είναι πολύ πιο δυνατή και ολοκληρωμένη από τον ήρωα, παρά το νεαρό της ηλικίας της. Γι’ αυτό και έχει όνομα -την λένε Ναστένκα- σε αντίθεση με τον ήρωα, που, παρόλο που το μυθιστόρημα γράφτηκε σε πρώτο πρόσωπο -στο δικό του πρόσωπο- αποκαλείται απλά και αόριστα «Ονειροπόλος». Άνθρωπος χωρίς όνομα και χωρίς ιστορία, ένας μετεωρίτης στη ζωή των άλλων και στη δική του.

Το μυθιστόρημα ανοίγει με ένα λουλούδι και τελειώνει μ’ αυτό. Σύμβολο αγνότητας και φρεσκάδας αλλά έρμαιο ανθρώπων και καθεστώτων, που μπορούν να το τσαλακώσουν, να το μαράνουν πρόωρα.

Η καταφατική φράση στο ποίημα του Τουργκένεφ, στον Ντοστογιέφσκι, στο τέλος του μυθιστορήματος γίνεται ερωτηματική, όταν ο «Ονειροπόλος», ως γνήσιος συναισθηματικός ήρωας, αν και προδομένος κατά κάποιον τρόπο από την αγαπημένη του, αναφωνεί: «…να τσαλακώσω έστω και ένα από εκείνα τα εύθραυστα λουλούδια, που θα έχεις πλέξει στις μαύρες μπούκλες σου, όταν θα πηγαίνεις μαζί του στο ιερό;» Αντί να τσαλακώσει το λουλούδι, την Ναστένκα, ο «Ονειροπόλος» επιλέγει να τσαλακωθεί ο ίδιος.

Το έργο περιέχει αυτοβιογραφικά στοιχεία, σημάδια εξομολόγησης, ενώ στην εικόνα του πρωταγωνιστή μπορεί κανείς να αναγνωρίσει τα χαρακτηριστικά του νεαρού Ντοστογιέφσκι.

Συγγραφέας

Dostojevskij, Fedor Michajlovic

Γεννήθηκε στις 11 Νοεμβρίου του 1821 στη Μόσχα. Ο πατέρας του, Μιχαήλ Αντρέγεβιτς, ήταν στρατιωτικός γιατρός, Το 1838 γίνεται δεκτός στη Στρατιωτική Ακαδημία Μηχανικών της Πετρούπολης, στην οποία έδωσε εξετάσεις, διότι αυτό απαιτούσε ο πατέρας του, και χωρίζεται από τον αδελφό του. Ο Μιχαήλ Αντρέγεβιτς δολοφονείται το 1839 στο κτήμα της οικογένειας, στην επαρχία της Τούλα. Η δολοφονία του πατέρα Ντοστογέφσκι συνταράσσει τον Φιοντόρ.

Υπηρέτησε στο στρατό για ένα μικρό χρονικό διάστημα αλλά τον εγκατέλειψε γρήγορα για να αφοσιωθεί στη λογοτεχνία. Μελέτησε την κοινωνία και τον κόσμο όχι θεωρητικά αλλά στην πράξη. Θέμα των έργων του, η ίδια η ζωή. Είδε από κοντά τις υποβαθμισμένες συνοικίες, γνώρισε τη φτώχεια, τον πόνο, την εξαθλίωση των ταπεινών ανθρώπων και στη συνέχεια μετέφερε τις εικόνες αυτές στα μυθιστορήματά του. Ασχολήθηκε με τον άνθρωπο και την κοινωνία και υπήρξε αγωνιστής και επαναστάτης.

Εναντιώθηκε στην πολιτική του Τσάρου Νικολάου του Α΄. Αυτή του η στάση είχε αποτέλεσμα να κατηγορηθεί για συνωμοσία και να καταδικαστεί σε τετραετή φυλάκιση. Στα χρόνια του εγκλεισμού του στις φυλακές του Όμσκ υπέφερε τρομερά βασανιστήρια και εξευτελισμούς.

Το 1857 νυμφεύεται τη Μαρία Ντμιτρίεβνα Ισάεβα και το 1859, μαζί με τη σύζυγό του, λαμβάνουν την άδεια που τους επιτρέπει να εγκατασταθούν στην Ευρωπαϊκή Ρωσία. Το 1859 εκδίδει στην Πετρούπολη μαζί με τον αδελφό του δύο περιοδικά τα οποία, όμως, δεν σημείωσαν επιτυχία με αποτέλεσμα ο Ντοστογιέφσκι να βρεθεί καταχρεωμένος. Ο μόνος τρόπος για να συγκεντρώσει χρήματα και να ξεπληρώσει τα χρέη του ήταν η συγγραφή. Άρχισε λοιπόν να γράφει συνέχεια και ακούραστα, με αποτέλεσμα να καταφέρει να ζήσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του, σχετικά, άνετα.

Σ’ αυτό το διάστημα έγραψε τα καλύτερά του έργα: “Ο παίχτης”, “Οι αδερφοί Καραμαζώφ”, “Έγκλημα και Τιμωρία”, “Ο Ηλίθιος”, “Οι δαιμονισμένοι”. Όταν κατάφερε πλέον να ανασάνει από το βάρος των χρεών ανέλαβε τη διεύθυνση του περιοδικού “Πολίτης” και λίγα χρόνια αργότερα εξέδωσε το δικό του περιοδικό, “Το Ημερολόγιο ενός συγγραφέα”, που, σε αντίθεση με τις προηγούμενες εκδοτικές εμπειρίες, σημείωσε τεράστια επιτυχία.

Στις 9 Φεβρουαρίου του 1881, ο Φιοντόρ Μιχαΐλοβιτς Ντοστογέφσκι υπέκυπτε σε αγνώστου αιτίας πνευμονική αιμορραγία. Ετάφη στο κοιμητήριο της μονής Αλεξάντερ Νιέφσκι, στην Πετρούπολη. Άλλα έργα του είναι τα μυθιστορήματα: “Ο φτωχόκοσμος”, “Λευκές νύχτες”, “Ταπεινωμένοι και καταφρονεμένοι”, “Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων”, “Το υπόγειο”.

Υπήρξε μέλος της Ακαδημίας Επιστημών και η προσφορά του στην παγκόσμια λογοτεχνία είναι διεθνώς αναγνωρισμένη. Θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους μυθιστοριογράφους όλων των εποχών και τα έργα του έχουν μεταφραστεί σχεδόν σε όλες τις γλώσσες του κόσμου.

 Η παράσταση

Ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης μελέτησε σε βάθος το κείμενο, το διασκεύασε για το θέατρο μεν, άφησε δε κυρίαρχη στην παράσταση την ιδιαιτερότητα της σύνθεσης του μυθιστορήματος, η οποία έγκειται στην ενδιαφέρουσα κατασκευή της πλοκής: τα τέσσερα πρώτα από τα πέντε κεφάλαια είναι αφιερωμένα στις νύχτες της Αγίας Πετρούπολης, ενώ το τελευταίο κεφάλαιο ονομάζεται «Πρωί».

Αυτό αντικατοπτρίζει με μεγαλύτερη ακρίβεια τη δυναμική της εξέλιξης της ιστορίας, από τον ύπνο μέχρι το ξύπνημα.

Η κατασκευή είναι συμβολική. Με φόντο τις ρομαντικές λευκές νύχτες της Αγίας Πετρούπολης, ο θεατής ανακαλύπτει όλα τα στάδια της αγάπης του πρωταγωνιστή για τη Nαστένκα, όλα τα όνειρα και τις συναισθηματικές του εμπειρίες.

Αλλά στο τέλος, αναπόφευκτα έρχεται το «πρωί», σαν μια στιγμή διορατικότητας που γίνεται προσωπικό δράμα για τον Ονειροπόλο. Έχει ήδη βρει την αγάπη, αν και ανεκπλήρωτη, αλλά τόσο ζεστή. Όμως, αναγκάζεται να την αποχαιρετήσει για πάντα. Έτσι, σ’ ένα «επώδυνο» πρωινό διώχνει τις κενές φαντασιώσεις, αλλά, ταυτόχρονα, βλέπει ένα ελπιδοφόρο μέλλον.

Σ’ ένα εντελώς αφαιρετικό σκηνικό, το οποίο φωτίζει υποβλητικά η Ζωή Μολυβδά- Φαμέλη, δυο άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι ζουν τέσσερις νύχτες γεμάτες σκιές και χρώματα, όπως «ντύνονται» αυτές τις ώρες τα όνειρα, η μοναξιά, η ενδοσκόπηση και η αγάπη, έστω η μονόπλευρη.

Δε γνωρίζω εάν στην παράσταση των Αθηνών  που ήδη τρέχει, υπάρχει άλλο σκηνικό. Στο «Αντιγόνη Βαλάκου» δυο πάγκοι του Δημοτικού Θεάτρου βόλεψαν τις σκηνικές ανάγκες της παράστασης. Ασφαλώς, ήρθαν μόνοι οι δυο ηθοποιοί για ένα Δευτερότριτο, ενώ στο θέατρο «Μικρό Άνεσις» των Αθηνών, όπου η παράσταση ανέβηκε για δεύτερη σαιζόν στις 8 Φεβρουαρίου και, λογικά, θα πάει έως το τέλος της, στη σκηνή συμμετέχει ζωντανά ο συνθέτης Στάμος Σέμσης.

Ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης και η Αλεξάνδρα Αϊδίνη, η ενσάρκωση ηρώων του Ντοστογιέφσκι, συγκροτούν και αποδίδουν τα εξαίσια χαρακτηριστικά του υπαρξισμού, σε μια γλυκόπικρη ιστορία ανεκπλήρωτου έρωτα. Σημαντικός παράγοντας στην ενίσχυση της δράσης, αλλά και της ποιητικής ατμόσφαιρας επί σκηνής, η μουσική του Στάμου Σέμση.

Ο θεατής αφουγκράζεται το συναισθηματικό μυθιστόρημα του 27χρονου Ντοστογιέφσκι, διασκευασμένο από τον Κωνσταντίνο Ασπιώτη σε ιδιαίτερη συνθήκη για το θέατρο, με τον δικό του τρόπο.

Κάποιος εκπαιδευμένος στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία, θα δει στο πρόσωπο της αέρινης Αλεξάνδρας Αϊδίνη – Ναστένκα, μια αδίστακτη νεαρή γυναίκα, που απεγνωσμένα ψάχνει για προστάτη, για σωσίβιο ή μια επαρχιώτισσα που θέλει να δραπετεύσει από την αποπνικτική ατμόσφαιρα της κλειστής κοινωνίας, μια οπορτουνίστρια, ίσως, που είναι έτοιμη να ακολουθήσει τον πρώτο τυχόντα, ενώ κάποιος άλλος θα δει στο πρόσωπο του εξαιρετικού Κωνσταντίνου Ασπιώτη – Ονειροπόλου, έναν άνδρα-αράχνη, που στην αρχή πετυχαίνει τον οίκτο από το νεαρό κορίτσι και μετά, γεμίζοντάς το ενοχές, προσπαθεί να το τραβήξει στο δικό του επικίνδυνο ιστό.

Απογυμνωμένο από τις λογοτεχνικές περιπλοκάδες του το μυθιστόρημα γίνεται μια απλή, καθημερινή ιστορία στην ανάγνωσή του, ενώ στη σκηνή μεγεθύνεται σε ιστορία ανεκπλήρωτου έρωτα, που, είτε αρέσει και συνεπαίρνει το κοινό είτε το αφήνει αδιάφορο. Συμβαίνει συχνά στη μεταφορά λογοτεχνικών έργων στο σανίδι.

Επίλογος

Στο μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι «Λευκές Νύχτες» οι χαρακτήρες δεν έρχονται σε σύγκρουση με το περιβάλλον: δεν τους καταστέλλει και δεν τους αναγκάζει να κατευθύνουν όλες τους τις δυνάμεις στην αντίσταση. Το επίκεντρο είναι ο εσωτερικός κόσμος των χαρακτήρων, οι πνευματικές παρορμήσεις και τα συναισθήματά τους.

Επιπλέον, το μαρτύριο του Ονειροκρίτη δεν οδηγεί σε τραγική κατάληξη. Αντίθετα, ακόμη και έχοντας αποτύχει στο μέτωπο της αγάπης, είναι ευγνώμων στη μοίρα ακόμη και για έναν απόκοσμο υπαινιγμό ευτυχίας που του έπεσε. Ο ήρωας βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με τον εαυτό του, γεγονός που αποδεικνύει για άλλη μια φορά ότι το μυθιστόρημα ανήκει στην κατεύθυνση του συναισθηματισμού.

Στις «Λευκές νύχτες» μαζί με τον Ονειροπόλο και την Ναστένκα, «ζουν» οι μεγάλοι Ρώσοι ρομαντικοί ποιητές, Ζουκόφσκι, Πούσκιν, Λέρμοντοφ, οι Γερμανοί Χάινε και Γκαίτε, ο Άγγλος Ουώλτερ Σκοτ, οι περισσότεροι μακαρίτες το 1848, όπως μακαρίτισσα ήταν και η εποχή του Συναισθηματισμού και του Ρομαντισμού.

Πέρα από την σχεδόν ειδυλλιακή εικόνα της Πετρούπολης, πέρα από τις μακροσκελείς και μεγαλόστομες φράσεις, οι «Λευκές νύχτες» είναι τρομερά διαχρονικές: ο Ντοστογιέφσκι σαν να προέβλεπε την εποχή των μαλθακών ανδρών και δυναμικών γυναικών, που γεννάει η εποχή της αντίδρασης, έκανε βαθύτατη ψυχανάλυση ανθρώπων που δεν τσαλακώνουν λουλούδια, αλλά τα μαραίνουν σιγά σιγά, περιβάλλοντάς τα με μια στείρα, ιδεατή αγάπη, που δεν έχει καμιά σχέση με τον έρωτα.

Οι «Λευκές Νύχτες» αποτελούν ένα διήγημα από το «Ημερολόγιο Ενός Ονειροπόλου» και, παρά το γεγονός ότι το πολιτισμικό- κοινωνικό υπόβαθρο ανάγεται στο μακρινό έτος του 1848, το έργο είναι διαχρονικό, καθώς αποτελεί σημείο παντοτινής συνάντησης και ταύτισης για κάθε ρομαντικό της σύγχρονης εποχής.

Ταυτότητα παράστασης: 

Θεατρική διασκευή – Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Ασπιώτης 

Παίζουν: Αλεξάνδρα Αϊδίνη – Κωνσταντίνος Ασπιώτης

Μουσική: Στάμος Σέμσης

Σκηνικά – Σχεδιασμός φωτισμών: Ζωή Μολυβδά – Φαμέλη

Κοστούμια: Ηλένια Δουλαδίρη

Βοηθός Σκηνοθέτη: Νατάσα Πετροπούλου

Φωτογραφίες / Trailer – Art work: Χρήστος Συμεωνίδης

Παραγωγή: ΜΥΘΩΔΙΑ

Διεύθυνση Παραγωγής: Αναστασία Γεωργοπούλου

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«Η Καππαδοκία των Ζώντων Μνημείων»: Έκθεση για τον Ελληνισμό της Ανατολίας στο ΥΜΑΘ

«Η-Καππαδοκία-των-Ζώντων-Μνημείων»:-Έκθεση-για-τον-Ελληνισμό-της-Ανατολίας-στο-ΥΜΑΘ

Σε κλίμα συγκίνησης και νοσταλγίας για τις «χαμένες πατρίδες» του Ελληνισμού στην Ανατολία πραγματοποιήθηκαν στο Υπουργείο Εσωτερικών-Μακεδονίας και Θράκης τα εγκαίνια της μεγάλης Έκθεσης «Η Καππαδοκία των Ζώντων Μνημείων».
Η Έκθεση συνδιοργανώνεται από το Υπουργείο Εσωτερικών-Μακεδονίας και Θράκης, το Κέντρο Καππαδοκικών Μελετών Η Ναζιανζός, την Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, την Εφορία Αρχαιοτήτων Καβάλας και τον Δήμο Καβάλας.

Σε χαιρετισμό του ο Υφυπουργός Εσωτερικών-Μακεδονίας και Θράκης Κωνσταντίνος Π. Γκιουλέκας τόνισε τη σημασία της διατήρησης της εθνικής μνήμης για τον Ελληνισμό της Ανατολίας.

Ο Πρόεδρος του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών Καπλάνης Ιωσηφίδης, από την πλευρά του, αναφέρθηκε στην πολύχρονη προσπάθεια του Κέντρου για την διάσωση και προβολή του Ελληνισμού της Καππαδοκίας και στο πλούσιο έργο του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών. Αξίζει να σημειωθεί ότι το Ιστορικό και Εθνολογικό Μουσείο των Ελλήνων της Καππαδοκίας στη Νέα Καρβάλη, από το οποίο προέρχονται τα εκθέματα, βραβεύθηκε το 1997 ως ένα από τα πέντε καλύτερα Μουσεία της Ευρώπης, στο είδος του, με το European Museum of the year award.

Στα εγκαίνια της Έκθεσης, που τελέστηκαν στο αίθριο του Διοικητηρίου με μια εκδήλωση γεμάτη μνήμες και αρώματα Ανατολής, παρευρέθη πλήθος φίλων και μελών του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών και εκπροσώπων των Αρχών, μεταξύ των οποίων ο Αρχιμανδρίτης π. Νεκτάριος Τριανταφυλλίδης ως εκπρόσωπος του Παναγιωτάτου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Φιλοθέου, η βουλευτής Καβάλας της ΝΔ Αγγελική Δεληκάρη, ο Αντιπεριφερειάρχης Πολιτισμού και Αθλητισμού της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας Χρήστος Μήττας. Ακόμη παρευρέθηκαν ο Δήμαρχος Καρβάλης της Καππαδοκίας Ουνάλ Ντερμιτζίογλου, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Necmettin Erbacan του Ικονίου Μέτε Μιμίρογλου και μεγάλη αντιπροσωπεία του Δήμου Selcuklu του Ικονίου.
Η εκδήλωση ολοκληρώθηκε με τη συμμετοχή της χορευτικής ομάδας του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών, που απέδωσε Καππαδοκικούς χορούς και τραγούδια.

Η Έκθεση «Η Καππαδοκία των Ζώντων Μνημείων» θα λειτουργεί στο ΥΜΑΘ μέχρι τις 17 Μαΐου 2026.

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Χορωδιακή Πανδαισία στο Μεγάλο Αμφιθέατρο της Πανεπιστημιούπολης 

Χορωδιακή-Πανδαισία-στο-Μεγάλο-Αμφιθέατρο-της-Πανεπιστημιούπολης 

Τελευταία Θέματα

ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ

Χορωδιακή Πανδαισία στο Μεγάλο Αμφιθέατρο της Πανεπιστημιούπολης 

Ένα μουσικό γεγονός που υπόσχεται ν’ αγγίξει καρδιές και να μείνει αξέχαστο έρχεται για δεύτερη χρονιά στην Καβάλα!
Το Σάββατο 9 Μαΐου το Μεγάλο Αμφιθέατρο της Πανεπιστημιούπολης (πρώην Τ.Ε.Ι) Καβάλας μεταμορφώνεται σε μια μεγάλη μουσική σκηνή και σας προσκαλεί σε μια Χορωδιακή Γιορτή, με τη συμμετοχή 7 εξαιρετικών χορωδιών από διάφορα μέρη της Ελλάδας και της Κύπρου.
Σε μια βραδιά όπoυ η φωνή συναντά την ψυχή, το κοινό θα απολαύσει ένα πλούσιο ελληνικό ρεπερτόριο, με αγαπημένα έντεχνα και παραδοσιακά τραγούδια, που θα ζωντανέψουν μέσα από τις αρμονικές αποχρώσεις και τις πολυφωνίες των χορωδιών. Κάθε ομάδα φέρνει μαζί της τη μουσική ταυτότητα του τόπου της, σε μια μαγική ανταλλαγή πολιτισμού και συναισθημάτων.
Μια βραδιά που ενώνει κουλτούρες και καρδιές.
Ελάτε να ζήσετε τη μαγεία της συλλογικής έκφρασης, της μελωδίας και της συγκίνησης.
Ελάτε να τραγουδήσουμε μαζί!
Είσοδος Ελεύθερη
Διοργάνωση: Χορωδιακά Φεστιβάλ «Music Life»

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Λαχταρώ» της Σάρα Κέιν από το ΚΘΒΕ

«Λαχταρώ»-της-Σάρα-Κέιν-από-το-ΚΘΒΕ

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

“Η Σάρα Κέην πέθανε τραγικά. Ήταν τόσο μεγάλος και τόσο βαθύς ο τρόμος του κόσμου. Δεν τον άντεξε. Ήταν γυμνή. Απροστάτευτη. Γυμνά είναι και τα έργα της. Τρομαγμένα. Τρομερά.”

Χάρολντ Πίντερ, 5.2.2001
(Γραμμένο ειδικά για την παράσταση του “Καθαροί, πια” από τη “Νέα Σκηνή”)

Το εμβληματικό έργο της σπουδαίας Βρετανίδας δραματουργού «Λαχταρώ» ζωντανεύει στη σκηνή του Φουαγιέ θεάτρου της Ε.Μ.Σ., με καθαρότητα, τόλμη και βαθιά ευαισθησία, αναδεικνύοντας τον υπαρξιακό πυρήνα του κειμένου.

 Τέσσερις φωνές αλληλοσυμπληρώνονται σε μια ιδιότυπη αφήγηση -μετέωρη στον χρόνο και στον χώρο σε ένα έργο που μιλάει για τις επώδυνες διαδρομές διαφυγής του μυαλού από τα τραύματα.

Γραμμένο λίγους μήνες πριν την αυτοχειρία, το «Λαχταρώ» (Crave, 1998), είναι η τολμηρή απόπειρα της ίδιας της Κέιν να βυθιστεί στα μύχια των φόβων της και να τους καταγράψει μέσα από ένα παλίμψηστο δραματουργικών μοτίβων και προσωπικές της εξομολογήσεις.

 Αυτό είναι το τέταρτο και προτελευταίο έργο μιας ψυχικά διαταραγμένης νεαρής γυναίκας που, σε ηλικία 28 ετών (το 1999), κρεμάστηκε στο μπάνιο ενός νοσοκομείου. Δύο μέρες πριν, μια συγκάτοικός της είχε αποτρέψει την προηγούμενη απόπειρα αυτοκτονίας της. Με τη σοφία τής εκ των υστέρων γνώσης, είναι εύκολο να θεωρήσουμε το «Crave» ως το παρατεταμένο σημείωμα αυτοκτονίας ενός κλινικά καταθλιπτικού και, ως εκ τούτου, αυτοκαταστροφικού μυαλού.

Κείμενο, σε αποσπασματικό ύφος εμπνευσμένο από το έργο « Η Έρημη Χώρα» του Τ.Σ. Έλιοτ, το» Crave» ορίζει τέσσερις φωνές – χαρακτήρες, που αναγνωρίζονται μόνο ως Α, Β, Γ και Μ ( Β – Ιωάννης Αθανασόπουλος, Μ – Μομώ Βλάχου, Γ – Άννα Ευθυμίου, Α – Γιάννης Παρασκευόπουλος) σε διακειμενικό διάλογο που μετέφρασε ο Αντώνης Γαλέος.

Η απόδοση του Αντώνη Γαλέου καταφέρνει να διατηρήσει τον «κοφτό», νευρώδη ρυθμό της Κέιν, μετατρέποντας την αγγλική απόγνωση σε έναν ζωντανό, ελληνικό συναισθηματικό χείμαρρο.

Κοινή μοίρα ή καταγωγή όλων τους τα λόγια της M: «Αν αυτοκτονήσεις, θ’ αναγκαστείς να επιστρέψεις και να τα ξαναπεράσεις. Όλα. Και πάλι».

Οι ήρωες του έργου αποζητούν απελπισμένα τον έρωτα, γνωρίζουν όμως καλά ότι για να αποκτήσουν την ευτυχία πρέπει να ρισκάρουν τον ολοκληρωτικό ψυχικό, ίσως και σωματικό τους, αφανισμό. Γιατί ο έρωτας είναι ταυτόχρονα η ελπίδα και η συντριβή τους. Όπλα τους είναι οι λέξεις, οι κραυγές, τα θραύσματα αναμνήσεων, η ποίηση, τα όνειρα και οι εφιάλτες τους.

 Σε αυτό, το ΚΘΒΕ τα κατάφερε άψογα, επιλέγοντας ένα άγονο σκηνικό (Αλεξάνδρα ΜπουσουλέγκαΡάνια Υφαντίδου) με τους τέσσερις ηθοποιούς να παραμένουν στο ίδιο μέρος για ολόκληρη την πράξη, φωτισμένο με χρώματα και σκιές.

Ο σχεδιασμός φωτισμών από τη Δήμητρα Αλουτζανίδου, αξιοποιεί στον – όχι βολικό – χώρο του Φουαγιέ του θέατρου της ΕΜΣ, ευτυχώς εύστοχα, ποιότητες και χαρακτηριστικά, όπως ένταση, μορφή, κίνηση, κατεύθυνση, χρώμα, δημιουργώντας μία ιδιαίτερη «παρτιτούρα», ένα «σενάριο» για την εξέλιξη της φωτιστικής ιστορίας μέσα στην παράσταση.

 Η σκηνοθεσία συμπληρώνει τέλεια την αποπροσανατολιστική φύση του κειμένου, με την έλλειψη φυσικής αλληλεπίδρασης μεταξύ των ηθοποιών, και αποτυπώνει τον απομονωτικό αντίκτυπο που έχουν εμπειρίες, όπως ο βιασμός, η αιμομιξία, ο εθισμός στα ναρκωτικά και η παιδοφιλία.

Η κύρια οπτική εστίαση παρέχεται από προβολές σε πλάνα κομμένα, ώστε να μοιάζουν με θραύσματα σπασμένου γυαλιού (το οποίο, αν και από μόνο του ένα φθαρμένο τροπάριο, λειτουργεί καλά σε αυτό το πλαίσιο), αντανακλώντας ιδέες κατακερματισμού της ταυτότητας που διατρέχουν όλο το έργο.

 Το «Λαχταρώ» σηματοδοτεί μια αλλαγή στο στυλ της Κέιν, από το τολμηρό, προκλητικό και αυθάδες, σε μια προσπάθεια για κάτι πιο ποιητικό, αλλά το αποτέλεσμα είναι ένας ιδιόμορφος συνδυασμός των δύο.

Ούτε αρκετά αφηρημένο για να προκαλέσει στοχασμό ούτε αρκετά γραφικό για να σοκάρει, παράγει φράσεις όπως «Πού πήγε η προσωπικότητά μου… Είμαι συναισθηματικός λογοκλόπος», οι οποίες (για μένα) δε μεταφέρουν την πολυπλοκότητα των ζητημάτων που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν. 

Ενώ υπήρχαν κάποιες ατάκες που άφησαν περιθώρια για σκέψη, όπως η στιγμή που αποκαλύπτεται ότι οι κακοποιητές ενός παιδιού είναι ο πατέρας και ο παππούς του, το μεγαλύτερο μέρος του έργου έπεσε σε κουρασμένα στερεότυπα.

 Ωστόσο, αρκετά χρόνια μετά την πρεμιέρα του «Crave», πολλοί συγγραφείς έχουν ασχοληθεί με αυτά τα ανατρεπτικά θέματα, που η παρουσίασή τους στο θέατρο δεν αποτελεί πλέον αιτία διαμάχης από μόνη της, και η γραφή της Κέιν είναι ανοιχτή σε σύγκριση με μεταγενέστερα κείμενα που έχουν ασχοληθεί με τα ίδια θέματα, όμως με μεγαλύτερη σαφήνεια και λεπτότητα. Απόψεις, θα πείτε. Έχετε δίκιο.

 Επαινώ, όμως, την τόλμη του ΚΘΒΕ να παρουσιάζει έργα που είναι ταυτόχρονα «άβολα», «βρώμικα» αλλά και «όμορφα» και απαραίτητα για ρεπερτόριο μιας κρατικής σκηνής.

Το έργο έχει σχεδιαστεί για να δείξει ότι η θεατρική τέχνη είναι ισοδύναμη με την αφηρημένη τέχνη. Περιλαμβάνει τέσσερις χαρακτήρες, που ονομάζονται απλώς «Α», «Β», «Γ» και «Μ». Η δομή του είναι μη γραμμική, που σημαίνει ότι όταν μιλάει ο καθένας από τους χαρακτήρες, οι ατάκες του δεν ακολουθούν απαραίτητα κάποια συγκεκριμένη χρονολογική σειρά, ούτε το κοινό είναι πάντα σίγουρο σε ποιον απευθύνονται.

Υπάρχουν σημεία στο έργο, όπου ορισμένες συζητήσεις έχουν νόημα με την παραδοσιακή έννοια, αλλά το να ακούς τις φράσεις που λέγονται – κάτι αντίστοιχο με κείμενα του Σαίξπηρ- χρειάζεται λίγος χρόνος για να καταλάβεις τι συμβαίνει, πριν επιτευχθεί ένα επίπεδο σαφήνειας, άρα και κατανόησης.

 Η Κέιν το σχεδίασε με αυτόν τον τρόπο, έτσι ώστε το κοινό να μην είναι ποτέ σίγουρο για τι ακριβώς πρόκειται. Τα «ονόματα» των χαρακτήρων έχουν νόημα για τη θεατρική συγγραφέα και ενώ θα μπορούσε να είχε αποδώσει ένα συγκεκριμένο ψευδώνυμο στα αρχικά, το αρνήθηκε, επειδή δεν ήθελε να περιορίσει το κοινό σε μια συγκεκριμένη αντίληψη.

 Ήθελε τα υπονοούμενα να αναλυθούν από τους θεατές. Επομένως, το «Crave» δεν είναι για όλους, παράδειγμα για κείνους που αναζητούν μια αφήγηση εύκολη, με πλοκές χαρακτήρων που διδάσκουν κάτι ή που να έχει μια λυτρωτική κατάληξη.

 Αντίθετα, για θετές που τους συνεπαίρνουν συναισθήματα όπως θυμός, θλίψη, χαρά κ.λπ., ως πιο πρωτόγονα, πιο ωμά, σαν αυτά που αποδίδονται περισσότερο στα ζωώδη ένστικτά μας, κόντρα στην ανθρώπινη φύση μας, τότε αυτή η παραγωγή είναι συγκλονιστική.

 Το «Λαχταρώ» είναι ένα κείμενο σκέψης, με έντονη γραφή, που πρέπει να το αποκωδικοποιήσει ο θεατής και ο καλύτερος τρόπος είναι να το αφήσει να τον κυριεύσει.

 Οι συζητήσεις για την υπόθεση ή το όποιο μήνυμα εκλύει, μπορούν να γίνουν αργότερα, μετά την αυλαία, κι όταν ωριμάσει η αναμόχλευσή της, θα έρθει και η κατανόηση. Αυτό σημαίνει ότι η αποστολή εξετελέσθη για τη Sarah Kane.

Αυτό που δεν αμφισβητείται, ωστόσο, είναι η ποιότητα της παραγωγής και της παρουσίασης του «Crave» από το ΚΘΒΕ.

Η σκηνοθεσία της Χατζηβασιλείου είναι εντυπωσιακή, η οπτική των θεατών απέναντι στις ερμηνείες των τεσσάρων ηθοποιών, είναι σαν να κοιτάζουν τις ζωές τους μέσα από μια βιτρίνα πολυκαταστήματος, με μια λίμνη νερού ανάμεσά τους, τόσο για να αντανακλώνται αυτά τα βαθιά συναισθήματα, όσο και για να προσδίδει το νερό μια λυτρωτική ποιότητα στις συνθήκες διαβίωσής τους.

Πρόκειται για ένα εξαιρετικό σχέδιο από την Χριστίνα Χατζηβασιλείου, με ηχητικά εφέ από τον Φίλιππο Θεοχαρίδη, που ξεκινά απαλά, αλλά η ένταση μεγεθύνεται καθώς η πλοκή γίνεται πιο σκοτεινή και πιο ωμή, καταφέρνοντας να απλώσει δίχτυα, ίσως φοβικά, αλλά και ποίησης, μέσω των εικόνων.

Όπως ανέφερα, ο διάλογος παρουσιάζεται με μη γραμμικό τρόπο και αυτό απαιτεί από τους ηθοποιούς να εκτελούν τις ατάκες τους γρήγορα και με τρόπο που να κρατά το κοινό σε αγωνία, άσχετα αν σε πολλές περιπτώσεις δεν απευθύνονται προς συγκεκριμένο αποδέκτη.

Είναι έργο πολύ γρήγορο, πολύ σύντομο και δομημένο σαν νοητικός χάρτης, για να προσπαθήσουμε να το διακρίνουμε σε πραγματικό χρόνο. Αυτό που είναι σαφές, ωστόσο, είναι η ποιότητα της απαγγελίας – αφήγησης – ερμηνείας, ανεξάρτητα από τη μέθοδο.

 Ο Γιάννης Παρασκευόπουλος ως «Α», έχει μερικούς από τους μεγαλύτερους και πιο συναισθηματικά ποικίλους μονολόγους, και η μεταφορά τους γίνεται με απόλυτη ακρίβεια. Ο χαρακτήρας του είναι σαφώς προβληματισμένος και αγωνίζεται να αποδεχτεί έναν χαμένο έρωτα που φαίνεται ανεπανόρθωτος, λόγω σκοτεινών κι ανίερων πράξεών του.

Ο «Β» του Ιωάννη Αθανασόπουλου και η «Μ» της Μομώς Βλάχου, έχουν μια ανταλλαγή απόψεων που είναι άλλοτε τεταμένη κι άλλοτε ελαφρώς χιουμοριστική, αλλά και οι δύο είναι σαφώς προβληματισμένοι με τα δικά τους σοβαρά θέματα, ώστε το άγχος μεταφέρεται στις σχέσεις τους.

 Η ΄Άννα Ευθυμίου ως Γ, δίνει μια έξοχη ερμηνεία, μιλώντας για κακοποίηση στην παιδική ηλικία, διπλασιάζοντας την αγωνία της και ξεστομίζοντας αγοραίες λέξεις από οργή, ενώ οι εκφράσεις της και το ηχόχρωμα της φωνής της δημιουργούν ένα σύμπαν – συνονθύλευμα συναισθημάτων που εκρήγνυνται στη ροή του έργου, άλλοτε με οργή, άλλοτε με ωμότητα κι άλλοτε με χιούμορ, πάντα με ρεαλισμό.

Πρόκειται για τέσσερις ιδιόμορφους χαρακτήρες, που ασχολούνται με πολύ δύσκολα ζητήματα, και τέσσερις εξαιρετικούς ηθοποιούς που ερμηνεύουν με ρεαλισμό το ωμό, χωρίς αναστολές έργο της Σάρα Κέιν, όπως εκείνη ήθελε να είναι.

Μοιράζονται τον χώρο και τον χρόνο αλλά κατοικούν σε διαφορετικές σφαίρες, ελεύθεροι να πιάσουν μια λέξη από την ιστορία κάποιου άλλου και να την κάνουν δική τους. Η σχέση του «εδώ και τώρα», ή οι αναμνήσεις από περασμένα περιστατικά, συχνά βάναυσες και ενοχλητικές, πλημμυρίζουν τη συνείδηση, αφηγούνται επεισοδιακά και στη συνέχεια υποβιβάζονται στις σκιές. 

 Ουσιαστικά, οι τέσσερις χαρακτήρες κινούνται ανάμεσα στην ελπίδα και την απελπισία.

Υπάρχει, όμως, και πιο απλή γλώσσα: «Είμαι τόσο γαμημένα μόνος», λέει ο ένας, μέσα σε ένα ηχοτοπίο. «Δεν νιώθω τίποτα», λέει ένας άλλος. Αλλά τότε, ξαφνικά, κάποιος λέει «Σε ονειρεύομαι», ενώ κάποιος άλλος μιλάει για «μια απαλή χρυσή θάλασσα κάτω από έναν απαλό ροζ ουρανό» και αυτές οι ξαφνικά ελπιδοφόρες στιγμές μοιάζουν με σπίρτα που έχουν ανάψει στο σκοτάδι.

 Οι εξαιρετικοί ηθοποιοί, ως χαρακτήρες, ίσως ήθελαν να κοιτάξουν ο ένας τον άλλον και να μιλήσουν για λίγο, να διαφωνήσουν ή να βασανίσουν ο ένας τον άλλον, αλλά ούτε μία φορά δεν μπόρεσαν να αγγίξουν ο ένας τον άλλον. Αυτή η σωματική πείνα είναι ιδιαίτερα οδυνηρή, καθώς οι τέσσερίς τους πρέπει να αποδώσουν την επιθυμία και τον πόνο τους αποκλειστικά με τη δική τους κίνηση και έκφραση, ανίκανοι να βασιστούν φυσικά στους άλλους γύρω τους και αυτή την ανάγκη την αποδίδουν έξοχα όλοι τους.

Το «Λαχταρώ», του ΚΘΒΕ δεν είναι παράσταση για ένα ευρύ κοινό.

 Αν είστε από τους θεατρόφιλους που θέλουν μια όμορφα δομημένη ιστορία, που εγείρει ενσυναίσθηση και δεν απαιτεί πολλή σκέψη η εξέλιξή της στη σκηνή, αυτό το έργο δεν είναι το ιδανικό για εσάς.

 Αλλά αν σας αρέσει να σας προκαλεί μια θεατρική παράσταση που σας ζητά να δουλέψετε τη σκέψη και να αφήσετε τα λόγια και τα καλλιτεχνικά του στοιχεία να ρέουν πάνω σας, τότε το «Λαχταρώ» της Σάρα Κέιν μπορεί να είναι ακριβώς αυτό που ψάχνετε.

Βεβαίως, η γραφή στο «Crave» είναι περίπλοκη και πολυεπίπεδη. Ενώ αρχικά φαινόταν να επιβεβαιώνει τα συναισθήματα μίσους και απελπισίας που εκλύονται από την περφόρμανς, σταδιακά φαίνεται να επιβεβαιώνει την αγάπη και τη λύτρωση μέσα από δύο ισχυρά αντίθετα: τη σκληρότητα και τη συμπόνια».

Ωστόσο, οι αμφιβολίες μερίδας θεατών, δικαίως είναι ηθικές αλλά και καλλιτεχνικές. Ας δεχτούμε ότι αναρωτιέται τι επίδραση θα μπορούσε να έχει αυτή η παραγωγή σε μερικά μέλη του κοινού που είναι επιρρεπείς στην κατάθλιψη. Θα μπορούσε να προκαλέσει να μιμηθούν κάποιοι το αποτέλεσμά της ή μήπως η συνειδητοποίηση ότι δεν είναι μόνοι τους σ’ αυτό το «πηγάδι» εμποδίζει να νιώθουν τόσο απελπισμένοι;

Το «Crave» παραμένει το πιο ερμητικό, μηδενιστικό και σκοτεινό έργο της Κέιν, η οποία λαχταρά να αγαπηθεί και να αγκιστρωθεί από κάπου μέχρι και την ύστατη στιγμή. Λιτό, με μια οδυνηρή, ασάλευτη ησυχία σε σχέση με τα προηγούμενα έργα της και μια μοναξιά που γιγαντώνεται φράση τη φράση μέχρι που ο θάνατος να μοιάζει βάλσαμο». (Χριστίνα Χατζηβασιλείου, Σύγχρονη Βρετανική Δραματουργία: Το θέατρο στα μούτρα ως ανάγνωση της κοινωνικής τοπογραφίας του 1990, ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, Θεσσαλονίκη 2020, σ. 298).

*Κατάλληλο άνω των 16 ετών

Σημείωση περιεχομένου: η παράσταση αγγίζει ζητήματα ψυχικής υγείας και σεξουαλικής, σωματικής και αυτοστρεφούς βίας.

Διάρκεια παράστασης: 55 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)

Συντελεστές

Συγγραφέας – Σάρα Κέιν

Μετάφραση – Αντώνης Γαλέος

Σκηνοθεσία – Χριστίνα Χατζηβασιλείου

Δραματουργική επεξεργασία – Χριστίνα Χατζηβασιλείου

Σκηνικά – Αλεξάνδρα Μπουσουλέγκα, Ράνια Υφαντίδου

Κοστούμια – Αλεξάνδρα Μπουσουλέγκα, Ράνια Υφαντίδου

Ηχητικό περιβάλλον – Φίλιππος Θεοχαρίδης

Φωτισμοί – Δήμητρα Αλουτζανίδου

Βοηθός σκηνοθέτη – Αλεξία Παραμύθα

Οργάνωση παραγωγής – Φιλοθέη Ελευθεριάδου

Φωτογραφίες: Mike Rafail | That long black cloud

Διανομή

Β – Ιωάννης Αθανασόπουλος

Μ – Μομώ Βλάχου

Γ – Άννα Ευθυμίου

Α – Γιάννης Παρασκευόπουλος

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα