Πολιτισμός
«ΛΕΥΚΕΣ ΝΥΧΤΕΣ» του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι από το ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας στο «Αντιγόνη Βαλάκου»
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
Πρόλογος
Όποιος γνωρίζει την Αγία Πετρούπολη, πρέπει να παραδεχτεί ότι οι λευκές νύχτες, οι φωτεινές τρεις εβδομάδες, 11 Ιουνίου με 2 Ιουλίου, όταν δεν νυχτώνει ποτέ, είναι η καλύτερη εποχή της πόλης, παγωμένης το χειμώνα και βροχερής όλο τον υπόλοιπο χρόνο. Αυτές οι τρείς εβδομάδες είναι και η Άνοιξη, και το Καλοκαίρι. Οι λευκές νύχτες αναπληρώνουν την έλλειψη του ήλιου, κάνουν τις ψυχές να ανθίσουν και τους ανθρώπους να ονειρεύονται.
(….)Όμως να θυμηθώ την πίκρα, που δοκίμασα, Ναστένκα;! Να σκοτεινιάσω, έστω και μια στιγμή, την ολόφωτη ευτυχία σου, να λυπήσω την ψυχή σου, βαρυγκωμώντας, να την πικράνω με κρυφές τύψεις και να κάμω την καρδιά σου να πονάει σε στιγμές ευτυχισμένες;…. Ω! ποτέ! Ποτέ! Ας είναι πάντα αίθριος ο ουρανός σου, ας είναι φωτεινό κι ατάραχο το γλυκό σου χαμόγελο, ας είσαι ευλογημένη για κείνη τη στιγμή της αγαλλίασης και της ευτυχίας που χάρισες σε μια άλλη, έρημη καρδιά, που σ’ ευγνωμονεί. Θε μου! Μια ολόκληρη στιγμή ευτυχίας! Μα τάχα αυτό δεν είναι αρκετό ακόμα και για μια ολόκληρη ανθρώπινη ζωή;
Υπόθεση
Κατά τη διάρκεια μιας λευκής νύχτας, δηλαδή μιας καλοκαιρινής νύχτας του Βορρά, όπου το σούρουπο συνεχίζεται μέχρι το πρωί, χωρίς να πέφτει ποτέ το σκοτάδι, περιπλανώμενος σε κάποια από τις προκυμαίες της Αγίας Πετρούπολης ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, ένας ονειροπόλος κάτοικος της μεγάλης πόλης, συναντά τυχαία μια νεαρή γοητευτική γυναίκα, την Ναστένκα, και γρήγορα αναπτύσσεται μεταξύ τους ένα αρκετά παράξενο αισθηματικό ειδύλλιο. Μέσα από την αριστοτεχνικά παιγνιώδη και ανάλαφρη αφήγηση του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι ξετυλίγεται μπροστά μας όλη η πρότερη ζωή των δύο πρωταγωνιστών της ιστορίας μας, και, το σπουδαιότερο, διαγράφεται η ψυχοσύνθεσή τους. Έτσι, η συμπεριφορά και οι εξομολογήσεις της Ναστένκα αποκαλύπτουν την ύπαρξη αυτού, που στην τέχνη αποκαλείται αιώνιο θηλυκό, ενώ ο χαρακτήρας και οι εκμυστηρεύσεις του ονειροπόλου πρωταγωνιστή αποκαλύπτουν έναν άνδρα που ζει μέσα από τις φαντασιώσεις του, την πλήξη και τη μοναξιά, αρνούμενος να λάβει μέρος στο παιχνίδι της ζωής.
Οι «Λευκές Νύχτες» είναι ένα διήγημα του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, που δημοσιεύτηκε αρχικά το 1848, στην αρχή της καριέρας του συγγραφέα. Όπως πολλές από τις ιστορίες του Ντοστογιέφσκι, οι «Λευκές Νύχτες» αφηγούνται σε πρώτο πρόσωπο ενός ανώνυμου αφηγητή. Ο αφηγητής είναι ένας νεαρός άνδρας που ζει στην Αγία Πετρούπολη και υποφέρει από μοναξιά. Γνωρίζει και ερωτεύεται μια νεαρή γυναίκα, αλλά ο έρωτας παραμένει ανεκπλήρωτος καθώς η γυναίκα νοσταλγεί τον εραστή της, με τον οποίο επανενώνεται, τελικά.
Αυτή είναι η Πετρούπολη, που ενεργεί ως συνομιλητής και παλιός φίλος του αφηγητή. Η πόλη ανταποκρίνεται με ευαισθησία στις εσωτερικές εμπειρίες του Ονειροκρίτη, δημιουργώντας ένα απερίγραπτα όμορφο περιβάλλον για τη ρομαντική του διάθεση και δικαιολογώντας το νόημα του τίτλου του έργου – «Λευκές Νύχτες».
Ανάγνωση
Κεντρικό θέμα του έργου είναι η μοναξιά σε μια μεγαλούπολη. Αυτή η κατάσταση ήταν πολύ συχνή στην Αγία Πετρούπολη στα μέσα του 19ου αιώνα, κάτι που το διευκόλυνε η πολύμορφη κοινωνική κατάσταση στην πόλη. Αποτέλεσμα, οι περισσότεροι νέοι αισθάνονταν μόνοι και βαθιά δυστυχισμένοι, έχοντας χάσει το νόημα της ζωής.
Η Ναστένκα και ο Ονειροπόλος είναι τυπικοί εκπρόσωποι των «μικρών ανθρώπων». Ζουν μια ζωή απλή, σεμνή και άτεχνη. Ο κύκλος της επικοινωνίας τους είναι εξαιρετικά στενός: ο άνδρας επικοινωνούσε μόνο με συναδέλφους και η Ναστένκα με τη γιαγιά της και κάποιους γείτονες.
Για να ξεφύγουν από τη γκρίζα πραγματικότητα και να ξεχάσουν για λίγο τα πιεστικά άγχη, οι νέοι περνούν στην κατηγορία των «ονειροπόλων», βυθιζόμενοι διαρκώς στις δικές τους φαντασιώσεις.
Το θέμα της αγάπης αποκαλύπτεται στο έργο μέσα από το πρίσμα των συναισθημάτων της Ναστένκα για τον εραστή της και της ανεκπλήρωτης αγάπης του Ονειροπόλου για ένα εύθραυστο κορίτσι. Ο τελευταίος δεν είναι θυμωμένος με τη Ναστένκα, δεν την κατηγορεί για όλα του τα προβλήματα, όταν τον αφήνει μόνο του. Αντίθετα, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι πρέπει κανείς να είναι ευγνώμων στην τύχη του, ακόμα και για εκείνες τις στιγμές ευτυχίας που του χάρισε.
Κύρια ιδέα είναι και η απομόνωση των «ονειροπόλων» από τον πραγματικό κόσμο, η αδυναμία τους να ζήσουν ανάμεσα σε ανθρώπους και να πάρουν τη χαρά της ζωής από απλά, καθημερινά πράγματα. Προτιμώντας να περπατούν στα σύννεφα, καταδικάζονται αναπόφευκτα στη μοναξιά.
Το ατμοσφαιρικό διήγημα του Ντοστογιέφσκι έχει μεταφερθεί αρκετές φορές στην μικρή οθόνη, τόσο στη ρωσική όσο και στην ευρωπαϊκή, στην Ιταλία, στην Ισπανία κ.α.
Επιπλέον, το έργο έχει μεταφερθεί στον ρωσικό κινηματογράφο το 1992. Αργότερα, έγινε μεγάλη κινηματογραφική επιτυχία και στο Χόλυγουντ. Στην Ελλάδα έχει διασκευαστεί λίγες φορές για το θέατρο. Η τελευταία ήταν με το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πάτρας το 2002.
Οι «Λευκές νύχτες» είναι ένα μυθιστόρημα αρκετά ξεχωριστό και θυμίζει ελάχιστα τα μεγάλα επόμενα αριστουργήματα του Ντοστογιέφσκι. Ιδιαίτερο θέμα, ιδιαίτερη γλώσσα, σχεδόν εύθυμη εικόνα της καλοκαιρινής Πετρούπολης.
Μία παράμετρος, πάντως, παραμένει σταθερή: η ηρωΐδα στις Λευκές νύχτες είναι πολύ πιο δυνατή και ολοκληρωμένη από τον ήρωα, παρά το νεαρό της ηλικίας της. Γι’ αυτό και έχει όνομα -την λένε Ναστένκα- σε αντίθεση με τον ήρωα, που, παρόλο που το μυθιστόρημα γράφτηκε σε πρώτο πρόσωπο -στο δικό του πρόσωπο- αποκαλείται απλά και αόριστα «Ονειροπόλος». Άνθρωπος χωρίς όνομα και χωρίς ιστορία, ένας μετεωρίτης στη ζωή των άλλων και στη δική του.
Το μυθιστόρημα ανοίγει με ένα λουλούδι και τελειώνει μ’ αυτό. Σύμβολο αγνότητας και φρεσκάδας αλλά έρμαιο ανθρώπων και καθεστώτων, που μπορούν να το τσαλακώσουν, να το μαράνουν πρόωρα.
Η καταφατική φράση στο ποίημα του Τουργκένεφ, στον Ντοστογιέφσκι, στο τέλος του μυθιστορήματος γίνεται ερωτηματική, όταν ο «Ονειροπόλος», ως γνήσιος συναισθηματικός ήρωας, αν και προδομένος κατά κάποιον τρόπο από την αγαπημένη του, αναφωνεί: «…να τσαλακώσω έστω και ένα από εκείνα τα εύθραυστα λουλούδια, που θα έχεις πλέξει στις μαύρες μπούκλες σου, όταν θα πηγαίνεις μαζί του στο ιερό;» Αντί να τσαλακώσει το λουλούδι, την Ναστένκα, ο «Ονειροπόλος» επιλέγει να τσαλακωθεί ο ίδιος.
Το έργο περιέχει αυτοβιογραφικά στοιχεία, σημάδια εξομολόγησης, ενώ στην εικόνα του πρωταγωνιστή μπορεί κανείς να αναγνωρίσει τα χαρακτηριστικά του νεαρού Ντοστογιέφσκι.
Συγγραφέας
Dostojevskij, Fedor Michajlovic
Γεννήθηκε στις 11 Νοεμβρίου του 1821 στη Μόσχα. Ο πατέρας του, Μιχαήλ Αντρέγεβιτς, ήταν στρατιωτικός γιατρός, Το 1838 γίνεται δεκτός στη Στρατιωτική Ακαδημία Μηχανικών της Πετρούπολης, στην οποία έδωσε εξετάσεις, διότι αυτό απαιτούσε ο πατέρας του, και χωρίζεται από τον αδελφό του. Ο Μιχαήλ Αντρέγεβιτς δολοφονείται το 1839 στο κτήμα της οικογένειας, στην επαρχία της Τούλα. Η δολοφονία του πατέρα Ντοστογέφσκι συνταράσσει τον Φιοντόρ.
Υπηρέτησε στο στρατό για ένα μικρό χρονικό διάστημα αλλά τον εγκατέλειψε γρήγορα για να αφοσιωθεί στη λογοτεχνία. Μελέτησε την κοινωνία και τον κόσμο όχι θεωρητικά αλλά στην πράξη. Θέμα των έργων του, η ίδια η ζωή. Είδε από κοντά τις υποβαθμισμένες συνοικίες, γνώρισε τη φτώχεια, τον πόνο, την εξαθλίωση των ταπεινών ανθρώπων και στη συνέχεια μετέφερε τις εικόνες αυτές στα μυθιστορήματά του. Ασχολήθηκε με τον άνθρωπο και την κοινωνία και υπήρξε αγωνιστής και επαναστάτης.
Εναντιώθηκε στην πολιτική του Τσάρου Νικολάου του Α΄. Αυτή του η στάση είχε αποτέλεσμα να κατηγορηθεί για συνωμοσία και να καταδικαστεί σε τετραετή φυλάκιση. Στα χρόνια του εγκλεισμού του στις φυλακές του Όμσκ υπέφερε τρομερά βασανιστήρια και εξευτελισμούς.
Το 1857 νυμφεύεται τη Μαρία Ντμιτρίεβνα Ισάεβα και το 1859, μαζί με τη σύζυγό του, λαμβάνουν την άδεια που τους επιτρέπει να εγκατασταθούν στην Ευρωπαϊκή Ρωσία. Το 1859 εκδίδει στην Πετρούπολη μαζί με τον αδελφό του δύο περιοδικά τα οποία, όμως, δεν σημείωσαν επιτυχία με αποτέλεσμα ο Ντοστογιέφσκι να βρεθεί καταχρεωμένος. Ο μόνος τρόπος για να συγκεντρώσει χρήματα και να ξεπληρώσει τα χρέη του ήταν η συγγραφή. Άρχισε λοιπόν να γράφει συνέχεια και ακούραστα, με αποτέλεσμα να καταφέρει να ζήσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του, σχετικά, άνετα.
Σ’ αυτό το διάστημα έγραψε τα καλύτερά του έργα: “Ο παίχτης”, “Οι αδερφοί Καραμαζώφ”, “Έγκλημα και Τιμωρία”, “Ο Ηλίθιος”, “Οι δαιμονισμένοι”. Όταν κατάφερε πλέον να ανασάνει από το βάρος των χρεών ανέλαβε τη διεύθυνση του περιοδικού “Πολίτης” και λίγα χρόνια αργότερα εξέδωσε το δικό του περιοδικό, “Το Ημερολόγιο ενός συγγραφέα”, που, σε αντίθεση με τις προηγούμενες εκδοτικές εμπειρίες, σημείωσε τεράστια επιτυχία.
Στις 9 Φεβρουαρίου του 1881, ο Φιοντόρ Μιχαΐλοβιτς Ντοστογέφσκι υπέκυπτε σε αγνώστου αιτίας πνευμονική αιμορραγία. Ετάφη στο κοιμητήριο της μονής Αλεξάντερ Νιέφσκι, στην Πετρούπολη. Άλλα έργα του είναι τα μυθιστορήματα: “Ο φτωχόκοσμος”, “Λευκές νύχτες”, “Ταπεινωμένοι και καταφρονεμένοι”, “Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων”, “Το υπόγειο”.
Υπήρξε μέλος της Ακαδημίας Επιστημών και η προσφορά του στην παγκόσμια λογοτεχνία είναι διεθνώς αναγνωρισμένη. Θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους μυθιστοριογράφους όλων των εποχών και τα έργα του έχουν μεταφραστεί σχεδόν σε όλες τις γλώσσες του κόσμου.
Η παράσταση
Ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης μελέτησε σε βάθος το κείμενο, το διασκεύασε για το θέατρο μεν, άφησε δε κυρίαρχη στην παράσταση την ιδιαιτερότητα της σύνθεσης του μυθιστορήματος, η οποία έγκειται στην ενδιαφέρουσα κατασκευή της πλοκής: τα τέσσερα πρώτα από τα πέντε κεφάλαια είναι αφιερωμένα στις νύχτες της Αγίας Πετρούπολης, ενώ το τελευταίο κεφάλαιο ονομάζεται «Πρωί».
Αυτό αντικατοπτρίζει με μεγαλύτερη ακρίβεια τη δυναμική της εξέλιξης της ιστορίας, από τον ύπνο μέχρι το ξύπνημα.
Η κατασκευή είναι συμβολική. Με φόντο τις ρομαντικές λευκές νύχτες της Αγίας Πετρούπολης, ο θεατής ανακαλύπτει όλα τα στάδια της αγάπης του πρωταγωνιστή για τη Nαστένκα, όλα τα όνειρα και τις συναισθηματικές του εμπειρίες.
Αλλά στο τέλος, αναπόφευκτα έρχεται το «πρωί», σαν μια στιγμή διορατικότητας που γίνεται προσωπικό δράμα για τον Ονειροπόλο. Έχει ήδη βρει την αγάπη, αν και ανεκπλήρωτη, αλλά τόσο ζεστή. Όμως, αναγκάζεται να την αποχαιρετήσει για πάντα. Έτσι, σ’ ένα «επώδυνο» πρωινό διώχνει τις κενές φαντασιώσεις, αλλά, ταυτόχρονα, βλέπει ένα ελπιδοφόρο μέλλον.
Σ’ ένα εντελώς αφαιρετικό σκηνικό, το οποίο φωτίζει υποβλητικά η Ζωή Μολυβδά- Φαμέλη, δυο άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι ζουν τέσσερις νύχτες γεμάτες σκιές και χρώματα, όπως «ντύνονται» αυτές τις ώρες τα όνειρα, η μοναξιά, η ενδοσκόπηση και η αγάπη, έστω η μονόπλευρη.
Δε γνωρίζω εάν στην παράσταση των Αθηνών που ήδη τρέχει, υπάρχει άλλο σκηνικό. Στο «Αντιγόνη Βαλάκου» δυο πάγκοι του Δημοτικού Θεάτρου βόλεψαν τις σκηνικές ανάγκες της παράστασης. Ασφαλώς, ήρθαν μόνοι οι δυο ηθοποιοί για ένα Δευτερότριτο, ενώ στο θέατρο «Μικρό Άνεσις» των Αθηνών, όπου η παράσταση ανέβηκε για δεύτερη σαιζόν στις 8 Φεβρουαρίου και, λογικά, θα πάει έως το τέλος της, στη σκηνή συμμετέχει ζωντανά ο συνθέτης Στάμος Σέμσης.
Ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης και η Αλεξάνδρα Αϊδίνη, η ενσάρκωση ηρώων του Ντοστογιέφσκι, συγκροτούν και αποδίδουν τα εξαίσια χαρακτηριστικά του υπαρξισμού, σε μια γλυκόπικρη ιστορία ανεκπλήρωτου έρωτα. Σημαντικός παράγοντας στην ενίσχυση της δράσης, αλλά και της ποιητικής ατμόσφαιρας επί σκηνής, η μουσική του Στάμου Σέμση.
Ο θεατής αφουγκράζεται το συναισθηματικό μυθιστόρημα του 27χρονου Ντοστογιέφσκι, διασκευασμένο από τον Κωνσταντίνο Ασπιώτη σε ιδιαίτερη συνθήκη για το θέατρο, με τον δικό του τρόπο.
Κάποιος εκπαιδευμένος στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία, θα δει στο πρόσωπο της αέρινης Αλεξάνδρας Αϊδίνη – Ναστένκα, μια αδίστακτη νεαρή γυναίκα, που απεγνωσμένα ψάχνει για προστάτη, για σωσίβιο ή μια επαρχιώτισσα που θέλει να δραπετεύσει από την αποπνικτική ατμόσφαιρα της κλειστής κοινωνίας, μια οπορτουνίστρια, ίσως, που είναι έτοιμη να ακολουθήσει τον πρώτο τυχόντα, ενώ κάποιος άλλος θα δει στο πρόσωπο του εξαιρετικού Κωνσταντίνου Ασπιώτη – Ονειροπόλου, έναν άνδρα-αράχνη, που στην αρχή πετυχαίνει τον οίκτο από το νεαρό κορίτσι και μετά, γεμίζοντάς το ενοχές, προσπαθεί να το τραβήξει στο δικό του επικίνδυνο ιστό.
Απογυμνωμένο από τις λογοτεχνικές περιπλοκάδες του το μυθιστόρημα γίνεται μια απλή, καθημερινή ιστορία στην ανάγνωσή του, ενώ στη σκηνή μεγεθύνεται σε ιστορία ανεκπλήρωτου έρωτα, που, είτε αρέσει και συνεπαίρνει το κοινό είτε το αφήνει αδιάφορο. Συμβαίνει συχνά στη μεταφορά λογοτεχνικών έργων στο σανίδι.
Επίλογος
Στο μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι «Λευκές Νύχτες» οι χαρακτήρες δεν έρχονται σε σύγκρουση με το περιβάλλον: δεν τους καταστέλλει και δεν τους αναγκάζει να κατευθύνουν όλες τους τις δυνάμεις στην αντίσταση. Το επίκεντρο είναι ο εσωτερικός κόσμος των χαρακτήρων, οι πνευματικές παρορμήσεις και τα συναισθήματά τους.
Επιπλέον, το μαρτύριο του Ονειροκρίτη δεν οδηγεί σε τραγική κατάληξη. Αντίθετα, ακόμη και έχοντας αποτύχει στο μέτωπο της αγάπης, είναι ευγνώμων στη μοίρα ακόμη και για έναν απόκοσμο υπαινιγμό ευτυχίας που του έπεσε. Ο ήρωας βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με τον εαυτό του, γεγονός που αποδεικνύει για άλλη μια φορά ότι το μυθιστόρημα ανήκει στην κατεύθυνση του συναισθηματισμού.
Στις «Λευκές νύχτες» μαζί με τον Ονειροπόλο και την Ναστένκα, «ζουν» οι μεγάλοι Ρώσοι ρομαντικοί ποιητές, Ζουκόφσκι, Πούσκιν, Λέρμοντοφ, οι Γερμανοί Χάινε και Γκαίτε, ο Άγγλος Ουώλτερ Σκοτ, οι περισσότεροι μακαρίτες το 1848, όπως μακαρίτισσα ήταν και η εποχή του Συναισθηματισμού και του Ρομαντισμού.
Πέρα από την σχεδόν ειδυλλιακή εικόνα της Πετρούπολης, πέρα από τις μακροσκελείς και μεγαλόστομες φράσεις, οι «Λευκές νύχτες» είναι τρομερά διαχρονικές: ο Ντοστογιέφσκι σαν να προέβλεπε την εποχή των μαλθακών ανδρών και δυναμικών γυναικών, που γεννάει η εποχή της αντίδρασης, έκανε βαθύτατη ψυχανάλυση ανθρώπων που δεν τσαλακώνουν λουλούδια, αλλά τα μαραίνουν σιγά σιγά, περιβάλλοντάς τα με μια στείρα, ιδεατή αγάπη, που δεν έχει καμιά σχέση με τον έρωτα.
Οι «Λευκές Νύχτες» αποτελούν ένα διήγημα από το «Ημερολόγιο Ενός Ονειροπόλου» και, παρά το γεγονός ότι το πολιτισμικό- κοινωνικό υπόβαθρο ανάγεται στο μακρινό έτος του 1848, το έργο είναι διαχρονικό, καθώς αποτελεί σημείο παντοτινής συνάντησης και ταύτισης για κάθε ρομαντικό της σύγχρονης εποχής.
Ταυτότητα παράστασης:
Θεατρική διασκευή – Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Ασπιώτης
Παίζουν: Αλεξάνδρα Αϊδίνη – Κωνσταντίνος Ασπιώτης
Μουσική: Στάμος Σέμσης
Σκηνικά – Σχεδιασμός φωτισμών: Ζωή Μολυβδά – Φαμέλη
Κοστούμια: Ηλένια Δουλαδίρη
Βοηθός Σκηνοθέτη: Νατάσα Πετροπούλου
Φωτογραφίες / Trailer – Art work: Χρήστος Συμεωνίδης
Παραγωγή: ΜΥΘΩΔΙΑ
Διεύθυνση Παραγωγής: Αναστασία Γεωργοπούλου
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Μπορεί να σας ενδιαφέρουν
Πολιτισμός
«Πολυάννα Το παιχνίδι της χαράς» στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων
Η παιδική σκηνή Κάρμεν Ρουγγέρη έρχεται στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων και παρουσιάζει την παράσταση «Πολυάννα Το παιχνίδι της χαράς», την Κυριακή 30 Αυγούστου στις 21:00 στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων.
Πρόκειται για ένα «παιχνίδι» της Πολυάννας, ενός δωδεκάχρονου τρισχαριτωμένου κοριτσιού, που κατέκτησε ολοκληρωτικά τις καρδιές μικρών και μεγάλων τον χειμώνα που ανέβηκε στο Θέατρο Κιβωτός..
Η Πολυάννα, η ηρωίδα της ιστορίας, γίνεται σύμβολο αγάπης και καλοσύνης για όλους όσους θα βρεθούν στο δρόμο της. Βλέπει πάντα τη ρόδινη πλευρά της ζωής, και πιστεύει ότι κάποιος μπορεί να βρει χαρά ακόμα και σε κάτι δυσάρεστο που θα του συμβεί.
Χαρά που ομορφαίνει και καλυτερεύει τα πάντα στη ζωή.
Η παράσταση έχει πολλή ενδιαφέρουσα πλοκή. Έξυπνα σκηνικά και παραμυθένια κοστούμια προσεγμένα στη λεπτομέρεια και ακόμα εμπνευσμένες χορογραφίες πάνω σε πρωτότυπη μουσική και τραγούδια με ρυθμούς country, foxtrot, rock and roll, godspell και blues.
Τα πιόνια του παιχνιδιού αυτού είναι:
• η αισιοδοξία απέναντι στην απαισιοδοξία,
• η καλοσύνη απέναντι στην κακία,
• το ενδιαφέρον απέναντι στην αδιαφορία
• η θετική σκέψη απέναντι στην αρνητική σκέψη
• το γέλιο απέναντι στο κλάμα
• η συγχώρηση απέναντι στην εκδίκηση
• η χαρά απέναντι στην θλίψη
Promo Trailer: https://youtu.be/wibWlmDhQaQ
Λίγα λόγια για το έργο:
Ήταν μια φορά σ’ ένα μακρινό μέρος, κάπου στην Αμερική, πολλά χρόνια πριν, ένα μελαγχολικό χωριουδάκι.
Σ’ αυτό το χωριό οι κάτοικοι ήταν κάπως απρόσιτοι. Δεν πιάνανε κουβέντα εύκολα, χαμογελούσαν πολύ δύσκολα. Με άλλα λόγια… σ’ αυτό το χωριό λες ΚΑΙ ΕΙΧΕ ΧΑΘΕΙ Η ΧΑΡΑ.
Η μικρή μας ηρωίδα καταφθάνει μόνη της σε αυτό το χωριουδάκι με τους αδιάφορους και λυπημένους κατοίκους και εφαρμόζοντας το «παιχνίδι της χαράς» κατορθώνει μέσα σε λίγο διάστημα, να τους ξεσηκώσει όλους και να τους γεμίσει με αισιοδοξία, χαρά και ελπίδα.
Δήλωση της Κάρμεν Ρουγγέρη
«Το έργο έχει μια τόσο ενδιαφέρουσα πλοκή και ένα τόσο όμορφο τέλος που μπορεί να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον μικρών και μεγάλων. Κατά την γνώμη μου είναι για όλες τις ηλικίες. Οι Θησαυροί –μηνύματα που έχει το έργο αυτό είναι τόσοι που σίγουρα οι μικροί και μεγάλοι θεατές μας θα φύγουν πολύ πιο πλούσιοι από την παράσταση αυτή».
Δήλωση της Χριστίνας Κουλουμπή
«Το παιχνίδι της χαράς» της Eleanor Porter είναι το αριστούργημα της Αμερικάνικης Λογοτεχνίας που σημάδεψε τα παιδικά μου χρόνια! Ένα βιβλίο που επηρέασε τον τρόπο που βλέπω την ζωή με αφάνταστα θετικό τρόπο!
Ηρωίδα, ένα μικρό κορίτσι 12 χρονών που- παρά τις αντιξοότητες που παρουσιάζονται στην ζωή της – καταφέρνει να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες με χαμόγελο και αισιοδοξία! Ο πατέρας της, ένας φτωχός ιεραπόστολος, της είχε μάθει να παίζει το «παιχνίδι της χαράς» που είναι το μυστικό της ευτυχίας! Μέσα από τις περιπέτειες της μικρής Πολυάννας καταλαβαίνουμε την αξία της ευγνωμοσύνης, την αγάπη που μεταδίδεται μέσα από την καλοσύνη, την φιλία και την ελπίδα που φωτίζει την σκέψη μας να επιλέγει το καλό ακόμα κι όταν όλα μοιάζουν δύσκολα…
Κείμενο: Κάρμεν Ρουγγέρη
Σκηνοθεσία: Κάρμεν Ρουγγέρη – Χριστίνα Κουλουμπή
Σκηνικά – Κοστούμια: Χριστίνα Κουλουμπή
Κίνηση – Χορογραφίες – Φωτισμοί: Πέτρος Γάλλιας
Πρωτότυπη μουσική – VideoArt: Αντώνης Δελαπόρτας
Στίχοι: Ανδρέας Κουλουμπής – Κάρμεν Ρουγγέρη
Διδασκαλία τραγουδιών: Ελένη Ζιώγα
Διεύθυνση παραγωγής – Υπεύθυνη περιοδείας: Ελένη Καρτάση
Παίζουν οι ηθοποιοί (με αλφαβητική σειρά):
Αναγνωστοπούλου Αναστασία, Ζωγραφόπουλος Κώστας, Κορλός Θανάσης, Κύρτσος Νίκος, Λιναρδάτου Κωνσταντίνα, Μιχαλάκη Έλενα, Παπαδόπουλος Χάρης, Πικιώνη Ινώ
ΠΑΡΑΓΩΓΗ: ΠΑΙΔΙΚΗ ΣΚΗΝΗ ΚΑΡΜΕΝ ΡΟΥΓΓΕΡΗ
Πολυάννα Το Παιχνίδι της Χαράς
Κυριακή 30 Αυγούστου / 21:00
Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων
Τιμές εισιτηρίων: 14€ Γενική Είσοδος (Δωρεάν είσοδος για παιδιά έως 2 ετών)
Ηλεκτρονική Προπώληση: https://www.ticketservices.gr/event/polyanna-to-paixnidi-tis-xaras/?lang=el
Προπώληση
Καβάλα: Κέντρο Πληροφόρησης Επισκεπτών Δήμου Καβάλας (πρώην ΕΟΤ) Κεντρική Πλατεία, τηλ: 2510-620566, καθημερινά από Δευτέρα έως Σάββατο (10:00 – 14:00 και 18:00 – 21:00) και Κυριακή (10.00 – 14.00), ενώ την ημέρα της παράστασης θα γίνεται προπώληση στο ταμείο του χώρου της εκδήλωσης από τις 19:00 το απόγευμα.
Πολιτισμός
«ΡΩΜΑΙΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΕΤΑ» του Μποστ! σε περιοδεία από ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κρήτης
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Διαβάζοντας ξανά και ξανά κείμενα και σκίτσα του Μέντη Μποσταντζόγλου κάνουμε συχνά το ίδιο λάθος: προσπαθούμε να κρατήσουμε παραπομπές, μνημόνια εδαφίων. Όμως, στο μποστικό σύμπαν δε βρίσκουν έδαφος τα μνημόνια. Οι σελιδοδείκτες θα ‘πρεπε να είναι όσοι είναι οι λαχνοί στο κοντάρι του λαχειοπώλη την ώρα που βγαίνει για δουλειά! Δεν είναι μόνο εύλογη η αμηχανία όποιου επιχείρησε να χωρέσει σε ταξινομημένα ράφια το έργο του Μποσταντζόγλου.
Σκιτσογράφος, θεατρικός συγγραφέας, στιχουργός, σατιρικός, λαϊκός ζωγράφος, σαρκαστικός αφηγητής και καλλιτέχνης, διαφημιστής, σχεδιαστής όμορφων δώρων, κατεδαφιστής της κοινωνικής και γλωσσικής υποκρισίας…
Ανεπαρκείς οι ορισμοί, τόσο αληθινοί ο καθένας χωριστά, τόσο λίγοι, όμως, για να κλείσουν μέσα τους αυτόν τον Ανατολίτη αυθεντικό άρχοντα της πένας και του πινέλου.
Είπαν για αυτόν πως ζωγράφιζε τη γλώσσα και μιλούσε τις εικόνες: ένα ισόβιο, εύφορο μποστάνι, που θα ‘λεγε κανείς ότι το σκάλισαν, το πότισαν και το ευλόγησαν ο Αριστοφάνης, ο Θεόφιλος, ο Βυζάντιος, ο Σουρής, ο Ροΐδης, ο Θέμος Άννινος και ο αδελφός του ο Μπάμπης, αλλά μαζί και όλοι οι μάστορες του Θεάτρου Σκιών και οι ακαδημαϊκοί του Σουρρεαλισμού.
Το συνολικό έργο του Μποστ είναι ίσως το πιο αδιάσειστο τεκμήριο εκείνου του αξιώματος που έλεγε πως στην Ελλάδα δεν χρειάζεται κανείς να εισάγει τον Σουρρεαλισμό, καθότι υπάρχει επάρκεια.
Ιδού το δείγμα: «Σε κάποια πόλη μακρινή, στην πόλη της Βερόνας
Μοντέγοι από τη μία μεριά, και κάτι Καπουλέτοι
είχανε έχθρα φοβερή που εκρατούσε έτη.
Κι έτυχε τότε έρωτας να μπει εις την καρδιά
και να θρονιάσει για καλά σε δυό μικρά παιδιά.
Αυτά υπήρξαν θύματα ετούτης της βεντέτας
Κάποιου Μοντέγου δηλαδή και κάποιας Καπουλέτας.
Ρωμαίος λέγεται ο γιός από Μοντέγου γένος
Και με την κόρη του εχθρού βαριά ερωτευμένος.
Ιουλιέτα λέγετο η κόρη που αγαπούσε
και Καπουλέτους έλεγαν το γένος που κρατούσε.
Η μοίρα όμως το’ φερε η αγάπη των να σβήσει.
Θα δείτε πώς συνέβηκε στο έργο που θ’ αρχίσει».
Ο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Μποστ δεν είναι απλώς μια κωμωδία, αλλά είναι ένα γλωσσικό και κοινωνικό φαινόμενο. Με τον χαρακτηριστικό δεκαπεντασύλλαβο και την σκοπίμως ανατρεπτική γλώσσα του, το έργο σατιρίζει τον μικροαστικό καθωσπρεπισμό, τις διαχρονικές ελληνικές παθογένειες και τις αντιφάσεις της σύγχρονης κοινωνίας, προκαλώντας ουσιαστικά ερωτήματα αβίαστο γέλιο.
Ο Μποστ εμπνέεται από την πασίγνωστη ρομαντική σαιξπηρική ιστορία. Οι ήρωες έρχονται από το παρελθόν στο παρόν, λέγοντας την ιστορία με το δικό τους τρόπο μέσα από τον αυτοσαρκασμό, το χιούμορ και τις ανατροπές.
Ο Ρωμαίος γεμάτος από έρωτα για την Ιουλιέτα αντιπροσωπεύει το πάθος, το αίσθημα, αλλά και τη δύναμη, έτοιμος να θυσιαστεί για τα ιδανικά της αγάπης. Η Ιουλιέτα, μέσα πάντα από τον ανατρεπτικό όσο και σουρεαλιστικό λόγο του Μποστ, είναι ένα κορίτσι και αργότερα γυναίκα που τη διακρίνει η δυναμικότητα και αποφασιστικότητα, έτοιμη να διεκδικήσει μέχρι τέλους την αγάπη της για τον Ρωμαίο.
Και εδώ πρωταγωνιστής είναι η γλώσσα. Μέσα σε αυτόν τον ευρηματικό και απροσδόκητο δεκαπεντασύλλαβο, ο Μποστ σατιρίζει με το δικό του υπονομευτικό τρόπο τα κακώς κείμενα της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας.
Ο σουρεαλισμός, ο γνωστός δεκαπεντασύλλαβος, οι ήρωες που μοιάζουν με τα σκίτσα του, η υπόγεια κριτική , είναι τα στοιχεία εκείνα που κάνουν το έργο να αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα δείγματα ενός θεάτρου που δεν υπήρξε όμοιο στην Ελλάδα.
Αιχμηρός, αληθινός, αλλά και πολύ ευαίσθητος στίχος.
Ο πολυμήχανος σατιριστής Μποστ βάζει δύσκολα στον εαυτό του, εφόσον χρησιμοποιεί ως θεματική αφετηρία του και ως πλαίσιο του μύθου του ένα άλλο έργο, άλλης εποχής, άλλης δραματουργικής πλοκής και υφής και, μάλιστα, τραγικής, όπως είναι και η «Μήδεια».
Διακινδυνεύει κινούμενος στην κόψη του ξυραφιού, καθώς πλέκει το πρωτότυπο Σαιξπηρικό έργο και τα πρόσωπά του με το σύγχρονο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι στον δικό του μύθο, τον φαινομενικά παράλογο, αλλά στο βάθος του ορθολογικά δομημένο και κριτικά καυστικό, ακριβώς γιατί θέλει να στηλιτεύσει τον σύγχρονο βίο του Έλληνα, του εκτροχιασμένου και εξαιτίας της κατακλυσμιαίας υποκουλτούρας, που σαρώνει τα πάντα.
‘Ήθη, παραδόσεις αιώνων, πολιτιστικές αξίες και τέχνες.
Μια κοινωνία σε πλήρη σύγχυση αποκαλύπτει η παράσταση, μέσα από ένα παιχνίδι σκόπιμης, δαιμόνιας , χιουμοριστικά εύφορης δραματουργικής ασάφειας. Πρόκειται για μια επιτηδευμένη σύγχυση που λυτρώνει τον θεατή από τη σαβούρα της τηλεοπτικής υποκουλτούρας, αυτής που συντηρεί μελοδραματικές λαϊκίστικες ιστορίες, προκαλεί μαζική αποχαύνωση στη σημερινή Ελλάδα του κακόγουστου διπολικού σκηνικού των «Πράσινων» και «Βένετων».
Τα λογοπαίγνια του Μποστ, δια στόματος των ανεκδιήγητων ηρώων του «σπάνε κόκαλα» με την αιχμηρότητά τους και ευεργετούν τον θεατή με το εύστοχο, ανατρεπτικό τους χιούμορ.
Ο Νικορέστης Χανιωτάκης σκηνοθετεί το έργο και το μπολιάζει με πάμπολλα, ευφυή ευρήματα και με φρέσκους στίχους ομοιοκατάληκτους που στηλιτεύουν τη σημερινή επικαιρότητα, ντυμένο με την πρωτότυπη μουσική του Γιώργου Ανδρέου, που «γλεντά» την παράσταση με τα τραγούδια του και τη ζωντανή μουσική του.
Ο σκηνοθέτης προσφέρει στο κοινό ένα θέαμα λευτερωμένο από κάθε υποκριτική αναστολή από έναν «εξωφρενικό θίασο», με προεξάρχοντες την έξοχη Υρώ Μανέ, που σκορπά κύματα γέλιου στον ρόλο της Ιουλιέτας και τον πολυτάλαντο Άκη Σακελλαρίου, ως έναν πολυδιάστατο Ρωμαίο, ενώ η σκηνική δράση εμπλουτίζεται σε υπερθετικό βαθμό από τον Γιάννη Ζουγανέλη στον ρόλο της Παραμάνας.
Ακόμη, ο Σπύρος Μπιμπίλας με απίστευτη ενέργεια και μπρίο ως Μερκούτιος, ο απολαυστικός Γιάννης Δρακόπουλος στον ρόλο του αντισυμβατικού Πάτερα Λαυρέντιου, μαζί με τους εξαιρετικούς Δαυίδ Μαλτέζε, Παναγιώτη Γουρζουλίδη, Βασίλη Παπαδημητρίου, Αρετή Πασχάλη και Νίνα Φώσκολου, με το πληθωρικό τους ταλέντο, τον γρήγορο ρυθμό και το χιούμορ, εναλλάσσουν ρόλους με γρήγορα αντανακλαστικά και απογειώνουν το κοινό.
Είναι ένας θίασος υπέροχος, διαρκώς σχολιαστικός, μέσα σ’ ένα σκηνικό «όργιο» της Μαρίας Φιλίππου και της δημιουργικής συνεργασίας της Ιωάννας Καλαβρού με τα κοστούμια της, καθοδηγούμενου κινητικά από την Φαίδρα Νταϊόγλου.
Συντελεστές
Σκηνοθεσία-Φωτισμοί: Νικορέστης Χανιωτάκης
Πρωτότυπη μουσική: Γιώργος Ανδρέου
Σκηνικά: Μαρία Φιλίππου
Κοστούμια: Ιωάννα Καλαβρού
Χορογραφίες: Φαίδρα Νταϊόγλου
Σχεδιασμός ήχου – ηχοληψία: Μανώλης Καραδημητράκης
Βοηθός σκηνοθέτη: Θεοδώρα Κοκκινίδη
Οργάνωση παραγωγής: Χρυσαντίνα Κούλουμπου, Χαρούλα Λώλη
Εκτέλεση παραγωγής: Ιουλιέτα Καραχάλιου
Οργάνωση γραφείου παραγωγής: Βικτώρια Λώλη, Αργυρώ Τσοτσώνη
Επικοινωνία: Ελένη Λιλή – elenanlily@gmail.com
Creative Agency : GridFox
Social media: Social Wave
Παίζουν: Υρώ Μανέ, Άκης Σακελλαρίου, Σπύρος Μπιμπίλας, Γιάννης Δρακόπουλος, Δαυΐδ Μαλτέζε, Παναγιώτης Γουρζουλίδης, Βασίλης Παπαδημητρίου, Αρετή Πασχάλη, Νίνα Φώσκολου, Οδυσσέας Κωνσταντόπουλος
Στον ρόλο της Παραμάνας ο Γιάννης Ζουγανέλης!
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Πολιτισμός
«Γη της Επαγγελίας» της Γεωργίας Μαυραγάνη στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων!
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
«Πίσω από κάθε διακόπτη ρεύματος κρύβονται χιλιάδες ανθρώπινες ιστορίες που συνθέτουν ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της σύγχρονης Ελλάδας»
Γεωργία Μαυραγάνη
Η ενεργειακή μετάβαση στην Πτολεμαΐδα και η οριστική παύση του λιγνίτη, με επίκεντρο τη μετατροπή της μονάδας «Πτολεμαΐδα 5» σε φυσικό αέριο έως το 2028, αντιμετωπίζεται από την εξουσία ως μονόδρομος πράσινης ανάπτυξης, ενώ από τους πολίτες και φορείς της Δυτικής Μακεδονίας εκλαμβάνεται συχνά ως βίαιη και οικονομικά επισφαλής αποβιομηχάνιση.
«Το θέμα της ενεργειακής πολιτικής μιας χώρας είναι μεγάλο και πολυδιάστατο. Ήταν για μένα δύσκολο να επιλέξω τα σημεία που θα αναδείξει η παράσταση. Επέλεξα να ακούσουμε μόνο τις φωνές των ανθρώπων της Δυτικής Μακεδονίας. Εργαζόμενους στο λιγνιτωρυχεία και στους ΑΗΣ (ατμοηλεκτρικούς σταθμούς), αλλά και πολιτικούς φορείς. Είδα από κοντά τη δύσκολη εργασία στο ορυχεία και άκουσα προσεκτικά τα σχέδια και τα έργα που εκπονούνται στη Μετάβαση Α.Ε. Αυτές τις μαρτυρίες, προσεκτικά επιλεγμένες, επιστρέφω και στο κοινό». Δηλώνει η σκηνοθέτρια.
Η παράσταση αντλεί υλικό από τη συλλογική μνήμη και την ιστορική εμπειρία της λιγνιτικής δραστηριότητας στη Δυτική Μακεδονία. Μέσα από ιστορικά ντοκουμέντα, προσωπικές συνεντεύξεις, βιώματα και μαρτυρίες, αναδεικνύει ένα κεφάλαιο που σφράγισε την ταυτότητα της περιοχής, ενώ ταυτόχρονα θέτει στο προσκήνιο το μείζον ζήτημα της ενέργειας – ένα θέμα που διαπερνά ολόκληρη τη χώρα και αφορά το κοινό μας μέλλον.
Η Γεωργία Μαυραγάνη ασχολήθηκε επισταμένως με το ακανθώδες θέμα της απολιγνιτοποίησης της Δυτικής Μακεδονίας, το οποίο αποκτά πλέον μη αναστρέψιμα χαρακτηριστικά.
Διεξήγαγε μια ενδελεχή έρευνα μηνών σε ζωντανές πηγές (συνεντεύξεις) και σε γραπτές (αρχεία), διασκεύασε το κείμενό της ως μια ποιητική μεν, καταγγελτική δε παράσταση και παρουσιάζει σε επιλεγμένα σημεία της χώρας ένα θέατρο ντοκουμέντο, με κύριο στόχο την ενσυναίσθηση και, κυρίως, τη διάσωση της συλλογικής μνήμης, μετατρέποντας τις προσωπικές συνεντεύξεις, τις αληθινές αφηγήσεις και τις μαρτυρίες των βιομηχανικών εργατών σε άμεσο τεκμήριο μνήμης, για την εργασία και την απώλεια.
Αυτή ήταν και η μεγάλη πρόκληση για τη Γεωργία Μαυραγάνη. Από πού ξεκινά κανείς; Από την ιστορία του λιγνίτη; Από το παγκόσμιο ζήτημα της ενέργειας; Από την οικονομική διάσταση; Από τη ζωή των εργαζομένων; Από τις περιβαλλοντικές συνέπειες; Είναι ένα θέμα γεμάτο αντιφάσεις. Από τη μία πλευρά , ο λιγνίτης στήριξε οικονομικά την περιοχή, δημιούργησε χιλιάδες θέσεις εργασίας και διαμόρφωσε την ανάπτυξή της. Από την άλλη, υπήρξαν σοβαρές επιπτώσεις στο περιβάλλον, στην υγεία και στην ποιότητα ζωής των κατοίκων. Όλα αυτά συνυπάρχουν στην παράσταση, επειδή δεν έπρεπε να αγνοηθούν.
Στον βαθμό που η δραματουργία δε δημιουργεί οτιδήποτε εκ του μηδενός, αλλά καταφεύγει σε πηγές, κάθε δραματική σύνθεση περιλαμβάνει ένα μέρος ντοκουμέντων.
Διακρίνουμε αναμφίβολα σ’ αυτή τη μέθοδο την ανταπόκριση στη σύγχρονη προτίμηση στο ρεπορτάζ και στο αληθινό ντοκουμέντο, την επιρροή των Μέσων που κατακλύζουν τους θεατές- ακροατές με αντιφατικές και κατευθυνόμενες πληροφορίες και την επιθυμία του δημιουργού να απαντήσει με ανάλογη τεχνική.
Επομένως, η κίνηση είναι ορθώς πολιτική και, θαρρώ, πως το θέατρο ντοκουμέντου είναι ο κληρονόμος του ιστορικού δράματος. Αντίθετα, το θέατρο μυθοπλασίας το εισπράττω ως ιδεαλιστικό και απολιτικό, ίσως, εφόσον χειρίζεται τα γεγονότα με στόχο την ψυχαγωγία.
Ωστόσο, αν εκλάβουμε την πολιτική με την ετυμολογική έννοια του όρου, θα συμφωνήσουμε ότι το θέατρο είναι κατ’ ανάγκη πολιτικό, αφού εγγράφει τους πρωταγωνιστές στην πόλη ή την ομάδα. Ο όρος δηλώνει με ακρίβεια, επιτρέψτε μου, το αγωνιστικό θέατρο, το λαϊκό, το προπαγανδιστικό, το επικό, αλλά και το μπρεχτικό.
Όλα αυτά τα είδη έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό τη θέληση των συντελεστών μιας παράστασης να θριαμβεύσει μια αλήθεια, μια αναγκαία πίστη, ένα φιλοσοφικό ή και ένα στρατηγικό σχέδιο. Οπότε, η αισθητική υπάγεται στον πολιτικό αγώνα, μέχρι του σημείου -γιατί, όχι – η θεατρική μορφή να ακυρώνει τον αγώνα των ιδεών που ενστερνίζεται η εξουσία, που, πιθανώς, να πρόκειται για αγώνα- άλλοθι.
Στη «Γη της Επαγγελίας» ( τίτλος – δάνειο από τη «Γένεση» της Παλαιάς Διαθήκης) οι θεατές κοινωνούμε το κυρίως θέμα ως μείζον πρόβλημα, μέσα από τις συνεντεύξεις εργαζομένων που δραματοποιούνται, μέσα από το υλικό που απλώνεται στη σκηνή και θυμίζει εργοτάξιο- ακόμα και ο λιγνίτης είναι παρών – έτσι όπως το σχεδίασαν οι Εύη Μιμίκου και Βενετία Νάση, αλλά και μέσα από τις εικόνες που εμπεριέχουν καθαρή ποίηση στη μεταφορά της πραγματικότητας, ενώ ξετυλίγονται σκηνές με ανθρώπινες αντιδράσεις όπως πικρό γέλιο, θυμός, αγανάκτηση, οργή για την ανυπαρξία ενός σχεδίου σωτηρίας.
Η περιοχή ζει με τις κοιλότητες των ορυχείων, τα κουφάρια των εργοστασίων και την παλιά της δόξα. Οι νέοι φεύγουν μαζικά. Όσοι έχουν μείνει βρίσκονται σε πένθος. Χρειάζονται πράξεις. Όσο συντηρείται η μικροπολιτική με την επιδοματική λογική των ανοικονόμητων χρηματοδοτήσεων από το ΔΑΜ (Δίκαιη αναπτυξιακή μετάβαση) δεν θα αλλάξει τίποτα.
Η παράσταση ξεχωρίζει και για τις συγκλονιστικές αφηγήσεις εργατών και για το κινηματογραφικό της υλικό, με την υπογραφή του Στάθη Γαλαζούλα, το οποίο αποκαλύπτει σημαντικά τεκμήρια για όσα συμβαίνουν αυτή τη στιγμή στα χωριά και στα παροπλισμένα ορυχεία της Δυτικής Μακεδονίας, με αισθητική ντοκιμαντέρ αλλά και με ποιητική ματιά. Στο ενδιαφέρον οπτικό υλικό, θα πρέπει προσθέσουμε τις συγκλονιστικές φωτογραφίες του Νίκου Λόφτσαλη από τον κρανίου τόπο των ορυχείων.
Το τέλος της λιγνιτικής εποχής γίνεται το εφαλτήριο αυτής της παράστασης θεάτρου-ντοκουμέντου. Μαρτυρίες κατοίκων και εργαζομένων μετατρέπονται σε σκηνική πρώτη ύλη, σε μια αφήγηση που επιστρέφει στις ρίζες της ενεργειακής ιστορίας της Δυτικής Μακεδονίας. Ένα άμεσο τεκμήριο μνήμης για την ενέργεια, την απώλεια και τη μετάβαση, που αφορά όχι μόνο έναν τόπο, αλλά ολόκληρη τη χώρα.
Διαπιστώνουμε ότι η παράσταση αποκαλύπτει μια θολή πλευρά ενός ζητήματος με το οποίο όλοι συνδεόμαστε, χωρίς όμως να το γνωρίζουμε πραγματικά. Όλοι πατάμε τον διακόπτη για να έχουμε ηλεκτρικό ρεύμα, όμως ελάχιστοι γνωρίζουμε τι κρύβεται πίσω από αυτή την καθημερινή πράξη. Οι θεατές ανοίγουμε ένα παράθυρο στη σκέψη μας. Μοιραστήκαμε μια ιστορία, που μέχρι σήμερα παρέμενε σχεδόν άγνωστη, μέσα από τις μαρτυρίες ανθρώπων που εργάστηκαν στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.
Το θέατρο δίνει πρόσωπο σ’ αυτή την ιστορία και την κάνει από κρυμμένη, ορατή. Λογικό να απορεί η παραγωγή αν μια παράσταση μπορεί να αλλάξει την πραγματικότητα ή να επισπεύσει εξελίξεις. Δεν μπορεί να ξέρουν η Κοζάνη, η Πτολεμαΐδα, το Αμύνταιο, εάν η «Γη της Επαγγελίας» θα στρέψει περισσότερο τα φώτα της επικαιρότητας στη Δυτική Μακεδονία ή αν τελικά θα υλοποιηθούν όλα όσα είχαν εξαγγελθεί για τη δίκαιη μετάβαση.
Η σκηνοθεσία δεν αποσιωπά τις περιβαλλοντικές και τις υγειονομικές συνέπειες της λιγνιτικής δραστηριότητας. Είναι προφανές ότι οι κάτοικοι της περιοχής επιθυμούνε ένα καθαρότερο περιβάλλον και καλύτερες συνθήκες ζωής. Το θέμα που υπαινίσσεται η παράσταση είναι ότι η μετάβαση σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, θα έπρεπε να συνοδεύεται από μια ουσιαστική αντιπρόταση για την περιοχή.
Η Γεωργία Μαυραγάνη εργάστηκε για δύο μήνες πραγματοποιώντας δεκάδες συνεντεύξεις και συγκεντρώνοντας αρχειακό υλικό. Μίλησε με εργαζομένους της ΔΕΗ, ανθρώπους της αυτοδιοίκησης, πολιτικούς, κατοίκους της περιοχής και πολλούς ακόμη που είχαν προσωπική γνώση της ιστορίας. Στη συνέχεια συνέθεσε όλο αυτό το υλικό δραματουργικά, επιλέγοντας να εστιάσει κυρίως στους εργαζομένους. Συνειδητή η επιλογή της να φέρει αυτούς τους ανθρώπους στο προσκήνιο και, μέσα από τις προσωπικές τους διαδρομές, να φωτίσει μια πολύ σημαίνουσα ιστορία.
Επέλεξε να δώσει πρωταγωνιστικό ρόλο στις ίδιες τις μαρτυρίες. Ακούμε τις φωνές των ανθρώπων, βλέπουμε ορισμένους σε βίντεο, υπάρχουν αρχειακές εικόνες, φωτογραφίες και οπτικό υλικό από τα εργοστάσια και τα μηχανήματα. Οι ηθοποιοί ( Δημήτρης Γαλανάκης, Συμεών Κωστάκογλου, Γρηγόρης Ποιμενίδης, Ιωάννα Σίσκου, Ανατολή Τσακαλίδου), δε λειτουργούν ως οι αποκλειστικοί φορείς της αφήγησης, αλλά υπηρετούν τη μαρτυρία και το υλικό που έχει συγκεντρωθεί. Η μουσική του Χάρη Νείλα ντύνει την αφήγηση.
Η δράση στη σκηνή εξελίσσεται σε μια πολύ συγκεκριμένη δραματουργική δομή. Η παράσταση αναπτύσσεται σε επτά ημέρες. Η επιλογή αυτή συνδέεται αφενός με τον τίτλο, «Γη της Επαγγελίας», αφετέρου με την ίδια τη λειτουργία των μονάδων, η οποία δεν σταματούσε ποτέ. Συνεχιζόταν επτά ημέρες την εβδομάδα, είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η παρουσία δύο ανθρώπων της κοινότητας (Νίκος Λόφτσαλης, Παναγιώτης Χλιαράς), που συμμετέχουν στην παράσταση. Ενός εν ενεργεία εργαζομένου, που είναι και καλλιτέχνης και ενός συνταξιούχου. Ο δεύτερος είναι άνθρωπος που έχει υποβληθεί σε τραχειοτομή. Η φωνή του υπόκωφη, αδύναμη, λιγοστή και η σκηνή στην οποία αφηγείται την ιστορία του είναι από τις πιο συγκινητικές της παράστασης.
Οι ηθοποιοί τον ρωτούν αν, γνωρίζοντας όσα ακολούθησαν, θα ξαναέκανε την ίδια δουλειά. Και εκείνος απαντά χωρίς δισταγμό: «Βεβαίως. Εκεί ήταν το σπίτι μου». Στη συνέχεια τον ρωτούν αν θα ήθελε ο γιος του να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο. «Με τίποτα», απαντά. Σε αυτή την αντίφαση συμπυκνώνεται ολόκληρη η ιστορία της περιοχής και αυτός ο απόμαχος εργάτης αποτελεί το μέτρο της παράστασης.
Η Γεωργία Μαυραγάνη ακολουθεί μια πολύ λιτή σκηνοθετική γραμμή. Δεν επιδιώκει την ένταση μέσα από δυνατές μουσικές ή εξάρσεις των ηθοποιών. Υπάρχει μια βραδύτητα και μια απλότητα. Η αφήγηση είναι τόσο πυκνή, ώστε τα 90 λεπτά της διάρκειάς της κυλάνε γρήγορα και δημιουργικά, εφόσον η παράσταση ήρθε για να δώσει δημόσιο χώρο σε ανθρώπους και εμπειρίες, που διαφορετικά μπορεί να έμεναν αθέατες.
Ουσιαστικά, η παράσταση θέτει στο επίκεντρο το μείζον ζήτημα της ενέργειας, της ανάπτυξης και του κοινού μας μέλλοντος, δείχνοντας ότι όσα συμβαίνουν στη Δυτική Μακεδονία αντικατοπτρίζουν παγκόσμιες προκλήσεις.
Η «Γη της Επαγγελίας» περιοδεύει σε επιλεγμένα ανοικτά θέατρα της χώρας.
Συντελεστές
Σκηνοθεσία – Δραματουργία: Γεωργία Μαυραγάνη
Επιμέλεια κίνησης: Μαριάννα Καβαλλιεράτου
Σκηνικά – κοστούμια: Εύη Μιμίκου, Βενετία Νάση
Μουσική: Χάρης Νείλας
Σχεδιασμός φωτισμών: Εμορφίλη Τσιμπλίδου
Κινηματογράφηση υλικού – Επεξεργασία με ΑΙ: Στάθης Γαλαζούλας
Βοηθοί σκηνοθέτη: Μαρία Ηλιάδη, Νικολέτα Σιώμου
Βοηθός φωτίστριας: Ηρώ Μεταξά
Ηθοποιοί: Δημήτρης Γαλανάκης, Συμεών Κωστάκογλου, Γρηγόρης Ποιμενίδης, Ιωάννα Σίσκου, Ανατολή Τσακαλίδου
Άνθρωποι της κοινότητας: Νίκος Λόφτσαλης, Παναγιώτης Χλιαράς
Φωτογραφίες – Βίντεο παράστασης: Κωνσταντίνος Μανουσαρίδης
Εικονογράφηση αφίσας: Lekõ
Σχεδιασμός προγράμματος – Επικοινωνία: Παναγιώτης Τσαρτσιανίδης
Επιμέλεια προγράμματος: Κατερίνα Λάκκα
Κατασκευή σκηνικού: Νίκος Λαβαντσιώτης, Γιάννης Λυγκώνης, Τάκης Συνδουκάς
Ζωγραφική επιμέλεια σκηνικού: Νίκος Καρράς, Νίκος Αθανασάκης, Παναγιώτης Μεϊντάνης, Δημοσθένης Καρράς
Τεχνικοί σκηνής: Βαγγέλης Καραθανάσης, Νίκος Λαβαντσιώτης, Τάκης Συνδουκάς
Ηλεκτρολόγος – χειριστής φώτων: Τάσος Διδασκάλου
Ηχολήπτης προβών: Λευτέρης Φερλαχίδης
Ηχολήπτης περιοδείας: Μάνος Κόμπος
Υπεύθυνη παραγωγής Δη.Πε.Θε. Κοζάνης: Δήμητρα Σωτηροπούλου
Υπεύθυνη παραγωγής Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου: Ηλέκτρα Καρατζά
Υπεύθυνος περιοδείας: Στέλιος Σωτηρόπουλος
Πρόκειται για μια συμπαραγωγή του Δημοτικού Περιφερειακού Θεάτρου Κοζάνης με το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου για την ιστορική συγκυρία του κλεισίματος των λιγνιτικών εργοστασίων.
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Προτεινόμενα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΠροκήρυξη Διεθνούς Διαγωνισμού Ποίησης εις Μνήμη του Πρωτοπρεσβύτερου Ποιητή Γεωργίου Ι. Διαμαντόπουλου. Με θέμα ꓽ «Υπάρχουν Άνθρωποι»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΘάσος: Αναστέλλεται η λειτουργία σχολικών τμημάτων και του «Θεαγένη»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμαρχος Θάσου για το πρόγραμμα ενίσχυσης επιχειρήσεων της ΑΜΘ με την διαδικασία της μη επιστρεπτέας προκαταβολής
-
ΚαβάλαΠριν 6 έτηΚαμπανάκι για την μείωση των δρομολογίων στη γραμμή Πρίνος-Καβάλα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΧορωδίες δήμου θάσου 2020
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμος Θάσου κοντά στον πολίτη, δίνει χρήσιμες συμβουλές για την εξοικονόμηση ενέργειας
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΞεκινούν οι εγγραφές στην Παιδική Θεατρική Σκηνή του Δήμου Θάσου
-
ΕλλάδαΠριν 6 έτηΣε κακούργημα μετατρέπεται το αδίκημα βασανισμού των ζώων

You must be logged in to post a comment Login