Connect with us

Πολιτισμός

«ΛΟΥΝΑ – Θέατρο στο Λεωφορείο» του Δαμιανού Κωνσταντινίδη

«ΛΟΥΝΑ-–-Θέατρο-στο-Λεωφορείο»-του-Δαμιανού-Κωνσταντινίδη

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

«Πώς ζει κανείς με έναν αριθμό στο μπράτσο μετά τον πόλεμο; Διάφοροι άνθρωποι έζησαν ανάμεσά μας με διαφορετικό τρόπο αυτό το ορατό, αδιάψευστο, χειροπιαστό και ανεξίτηλο σημάδι των μαρτυρίων του παρελθόντος. Κάποιοι θέλησαν αργά ή γρήγορα να το σβήσουν, να το κάψουν, ή να ζητήσουν την αφαίρεσή του με πλαστική χειρουργική επέμβαση. Άλλοι το έκρυβαν πάντα, ή κατά περίσταση, με κάποια ντροπή. Άλλοι το επιδείκνυαν με θυμό, με οδύνη, χωρίς ντροπή. Πόσοι γύρω τους το αναγνώριζαν; Πόσα παιδάκια απόρησαν; Πόσα εγγόνια πείστηκαν για λίγο ότι ήταν ο αριθμός τηλεφώνου του παππού; Πόσα δάχτυλα χάιδεψαν ένα χέρι σε αυτό ακριβώς το σημείο; Πόσους τέτοιους αριθμούς έχω δει, τα καλοκαίρια, σε άνδρες που φορούσαν κοντομάνικα πουκάμισα, σε γυναίκες με ελαφρά αμάνικα φορέματα; Πώς έζησε η Λούνα με τον δικό της αριθμό 40077;»

Ο σκηνοθέτης Δαμιανός Κωνσταντινίδης και οι τέσσερεις ηθοποιοί του -Ελένη Μακίσογλου, Αντιγόνη Μπάρμπα, Σωτήρης Ρουμελιώτης, Γιάννης Μονοκρούσος- ξαναφέρνουν στην επιφάνεια την ιστορία της Λούνας, μιας φτωχής Εβραίας ράφτρας που επέστρεψε στη γενέτειρά της μετά τα στρατόπεδα κατοχής. Το υλικό αντλείται από το βραβευμένο ομότιτλο δοκίμιο ιστορικής βιογραφίας της Ρίκας Μπενβενίστε.

Το λεωφορείο, διατρέχοντας την πόλη από τα ανατολικά προς τα δυτικά, τερματίζει στην οδό Ζεφύρων. Εκεί παρουσιάζεται η τελευταία σκηνή- έκπληξη του έργου.

Η πόλη είναι η άλλη μεγάλη πρωταγωνίστρια.Τι θυμάται και τι θέλει να ξεχάσει από το παρελθόν της; Και η βία που διαποτίζει σήμερα τους δρόμους και τις γειτονιές της, τι σχέση έχει με τη βία της εκτόπισης και του ολοκαυτώματος;

 Από το Βαφοπούλειο στο λεωφορείο με συνοδεία μουσικής. Η μουσική ταξιδεύει, αναζωογονεί, εμπνέει, ηρεμεί, συγκινεί, δυναμώνει. Η μουσική είναι γλώσσα που ενώνει τον κόσμο. Είναι ένας τρόπος να συνομιλούμε μεταξύ μας οι άνθρωποι, να εκφράζουμε σκέψεις και συναισθήματα και, εν προκειμένω, γίνονται οι νότες εισιτήριο στο ταξίδι που μας χαρίζει η Λούνα– Μακίσογλου, με όχημα τις ιστορίες της σε πρωτοπρόσωπη ανεπιτήδευτη αφήγηση, πάνω σε τροχούς ενός λεωφορείου και με οδηγό τον έμπειρο σκηνοθέτη Δαμιανό Κωνσταντινίδη.

 Η λυρική τραγουδίστρια Ελιόνα – Ελένη Σινιάρη μεγεθύνει τη μέθεξη με την έξοχη φωνή της. Μας υποδέχεται με χαρούμενα εβραϊκά τραγούδια, διανθίζει τη διαδρομή του λεωφορείου μέσα στα ανάκατα χρόνια με θρήνους και μοιρολόγια, ανάλογα την περιπέτεια που οι εξαιρετικοί αφηγητές: Αντιγόνη Μπάρμπα, Σωτήρης Ρουμελιώτης, Γιάννης Μονοκρούσος, μοιράζουν στο κοινό με λόγια και φωτογραφίες. Στον τελευταίο σταθμό η μουσική κομπανία κλείνει το χρονικό και πάλι με χαρούμενα τραγούδια, όπως στην αρχή του κύκλου.

Στην ιδιαίτερη αφηγηματική παράσταση, η βιογραφία της Λούνας στρώνει δρόμους στη μνήμη, για να ξαναφέρουμε τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης στην πόλη τους, τη Shoah, την ένδεια και τα ανάποδα μεταπολεμικά χρόνια. Επειδή ήταν φτωχή, αγράμματη και γυναίκα, τα ίχνη της εύκολα χάνονταν ανάμεσα στους αφανείς της πορείας της. Αρχειακά τεκμήρια, καταγεγραμμένες μαρτυρίες, φωτογραφίες και προσωπικές αναμνήσεις συναρμόζονται, ως ισότιμες «πηγές», που καλούν σε ίση κριτική διάθεση.

 Εισβάλλουμε στον κόσμο και στη μοίρα των αφανών με λέξεις που δεν είναι δικές τους, γιατί τα λόγια τους δεν ακούστηκαν αλλά αγνοήθηκαν ή λησμονήθηκαν. Ακολουθούμε τα ίχνη ενός βίου που δέθηκε με τις περιπέτειες του 20ού αιώνα, διατρέχοντας τους τόπους απ’ όπου πέρασε η Λούνα, εκείνους που κατοίκησε. Τα ίχνη της αναζητούνται σε κτίρια, οικοδομές, τοπία της πόλης.

Η βιογραφία της ανασυντίθεται μέσα από τα λιγοστά χνάρια που άφησε αυτή η γυναίκα, όπως η δικαστική κατάθεσή της, η ταυτότητά της ως μέλους της Ένωσης Ομήρων, οι φωτογραφίες, ο φάκελός της στη Γενική Επιτροπή Περίθαλψης, αλλά και από τις προσωπικές αναμνήσεις της συγγραφέως.

Όλα αυτά αποκτούν το νόημά τους εξαιτίας της σχέση τους με ένα ευρύ φάσμα πηγών. Η ερμηνεία προκύπτει από την ισότιμη αντιμετώπιση των πηγών –χαρακτηριστικό της μικροϊστορίας– η οποία φωτίζει μέσα από τη σχέση των συμφραζομένων (πολιτικών, κοινωνικοοικονομικών, πολιτισμικών) με τη μαρτυρία της Λούνας, το πώς βιώθηκε η επιστροφή των επιζώντων από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, σε μια άδεια από Εβραίους αλλά και σε μια εχθρική Θεσσαλονίκη.

Η αφήγηση οργανώνεται με βάση τους τόπους από τους οποίους πέρασε η Λούνα αρχικά προπολεμικά και κατά τη διάρκεια του πολέμου: το Συνοικισμό 151 –μια από τις αμιγώς εβραϊκές γειτονιές της Θεσσαλονίκης–, το Ρεζή Βαρδάρ, το συνοικισμό του Βαρόνου Χιρς, από τον οποίο εκτοπίστηκε με τον σύζυγό της, Σαμ, στο Άουσβιτς-Μπίρκεναου στις 27 Μαρτίου 1943.

Στο κεφάλαιο για το Άουσβιτς, το οποίο διερευνά την εμπειρία όσων υπέστησαν τα ναζιστικά πειράματα στο Μπλοκ 10 του στρατοπέδου, το ερώτημα «Πώς ζει κανείς με έναν αριθμό στο μπράτσο μετά τον πόλεμο;» μας υπενθυμίζει τη διαρκή προσπάθεια της ιστορικού να δει με τα μάτια θυμάτων την εμπειρία των βασανιστηρίων και του εγκλεισμού στο στρατόπεδο εξόντωσης και, ταυτόχρονα, τη ριζική διαφορά που χωρίζει τους ανθρώπους της μετά τη Shoah εποχής, από όσους και όσες βίωσαν τη φρίκη.

Η Λούνα, «δοκίμιο ιστορικής βιογραφίας» της Ρίκας Μπενβενίστε, αφορά ένα πραγματικό πρόσωπο, μια μακρινή συγγενή της συγγραφέως. Καλύπτει όλο σχεδόν τον 20ο αιώνα, από τη γέννησή της το 1910 στη Θεσσαλονίκη, έως τον θάνατό της το 1998, εστιάζοντας κυρίως στη μεταπολεμική περίοδο, όπου είναι ακόμη ορατές οι ολέθριες συνέπειες της ναζιστικής κυριαρχίας.

Το βιβλίο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις το 2017. Απέσπασε το Κρατικό Βραβείο Μαρτυρίας και το βραβείο του Νίκου Θέμελη.

Σημείωμα σκηνοθέτη

«Η Ελένη Μακίσογλου είναι η Λούνα. Κουβαλάει μνήμες από μια άλλη Θεσσαλονίκη, τη μεταπολεμική, τη μετεμφυλιακή. Και κουβαλάει 60 χρόνια θεατρικής ιστορίας αυτής της πόλης. Μαθήτρια και ηθοποιός του Ζήσου Χαρατσάρη, ιδρυτικό μέλος του ΦΟΘΚ και του –ιστορικού πλέον- Θεατρικού Εργαστηριού, ηθοποιός για πολλά χρόνια στο Κ.Θ.Β.Ε. Μαζί της η Αντιγόνη Μπάρμπα, ο Αλέξης Κότσυφας, ο Σωτήρης Ρουμελιώτης, τρεις νεότεροι ηθοποιοί, που αφηγούνται τη ζωή της Λούνας.

Έτσι, παράλληλα με έναν «υπόγειο» διάλογο που αναπτύσσεται στη διάρκεια της δράσης και αφορά το παρελθόν της Θεσσαλονίκης και το παρόν της, αναπτύσσεται και ένας δεύτερος, που αφορά το θέατρο αυτής της πόλης.

Στη Λούνα συνυπάρχουν και συνομιλούν διαφορετικές θεατρικές γενιές, καθώς και διαφορετικοί θεατρικοί τρόποι, διαφορετικές θεατρικές εκφράσεις. Χωρίς ποτέ να ακυρώνει η μια την άλλη. Αλλά υποδεχόμενη η μια την άλλη. Και αγκαλιάζοντάς την.»

Δαμιανός Κωνσταντινίδης.

Η ιστορία της Λούνας είναι η ιστορία των αφανών, η ιστορία που ο κανόνας έχει περιθωριοποιήσει και την οποία φέρνει στο προσκήνιο η αφήγηση της ιστορικού Μπενβενίστε, προκαλώντας ρωγμή στον κανόνα και υπονομεύοντάς τον.

Στόχος της μικροϊστορίας, άλλωστε, είναι να προκαλέσει ρωγμές σε μια υποτιθέμενη ομοιογενοποιημένη εμπειρία που συνιστά τον κανόνα.

 Η συγγραφέας είχεδηλώσει για το βιβλίο «Λούνα», όταν βραβεύτηκε με το βραβείο «Νίκου Θέμελη»: «Από μια άποψη, το εγχείρημα της συγγραφής ήταν εξαρχής –εν μέρει τουλάχιστον- καταδικασμένο: Κανείς δεν θα ξέρει ποτέ πώς ένιωθε η Λούνα, μια αφανής επιζήσασα. Δεν παραδόθηκα σε τούτη την αυτόδηλη διαπίστωση. Οι νεκροί ζουν μονάχα με τη ζωή που τους αποδίδουν οι ζωντανοί. Όταν η ιστορική αφήγηση δεν προϋποθέτει μια δήθεν γνωστή ιστορία, όταν προσπαθεί να δώσει συνοχή και ολότητα στα αποσπάσματα και στα απομεινάρια της ζωής, τότε μπορεί να αποκτήσει στοχαστική λειτουργία».

 Ο σκηνοθέτης Δαμιανός Κωνσταντινίδης αυτό ακριβώς έκαμε. Θέλησε κι έδωσε στοχαστική λειτουργία στη δραματοποίηση των βιογραφικών στοιχείων της ηρωίδας. Καταρχάς βάζει τη σπουδαία ηθοποιό Ελένη Μακίσογλου να γίνει η Λούνα μέσα σ’ ένα λεωφορείο, ανάμεσα σε πολίτες- συνεπιβάτες της. Κυλάει η βιωματική της ιστορία, το λεωφορείο διασχίζει κομβικά σημεία της ζήσης της στη Θεσσαλονίκη, οι συνοδοιπόροι θεατές αρχικά είναι παθητικοί δέκτες, αλλά πολύ γρήγορα μετατρέπονται σε μύστες μιας τελετουργίας.

Η θεατρική πράξη συνιστά τελετουργία – κατά τον σπουδαίο καθηγητή θεατρικών σπουδών Βάλτερ Πούχνερ- και οι τελετουργίες δεν εξηγούνται με τη λογική. Οι τελετουργίες μόνον τελούνται. 

Στη θεατρική πράξη συντελείται μία ανθρωποθυσία. Ο ηθοποιός θυσιάζεται, «σφαγιάζεται» στον βωμό του ήρωα τον οποίον ερμηνεύει. Ακούγεται υπερβολικό, αλλά αυτό συμβαίνει μπροστά στα μάτια των θεατών που παρακολουθούν μεν, μετέχουν δε στο τελετουργικό θυσίας της Μακίσογλου, ιδίως στο τελευταίο μέρος.

Στη συγκεκριμένη διασκευή – σύνθεση κειμένου της παράστασης του Δαμιανού Κωνσταντινίδη, ο ορθολογισμός δεν κυβερνάει. Στον ορθολογισμό τα όρια της αλήθειας είναι κοινά. Ταυτίζονται με τα όρια που θέτει η λογική απόδειξη. Στα έργα σαν κι αυτό η μεγάλη τους αλήθεια δεν αποδεικνύεται, μόνο δείχνεται.

 Στο λεωφορείο της διαδρομής της Λούνας θριαμβικά εμφανίζεται το διασκευασμένο κείμενο και μαζί του ο θεατής δε συνευρίσκεται ανώδυνα. Καθίσταται συμμέτοχος – συνένοχος. Εδώ συνυπάρχουν ο μοντερνισμός, ο υπερρεαλισμός, το παράλογο, η εκτροπή από την καθεστηκυία θεατρική μορφή, η αλλαγή δηλαδή στη γεωμετρία της φόρμας. Συνυπάρχει το μυστηριώδες και το τρομώδες χιούμορ , η αγωνία και οι εφιάλτες της ηρωίδας, οι χαρακτήρες που συναλλάσσονται μαζί της, οι μουσικές που την τυλίγουν.

Αυτό που είναι άξιο αναφοράς, είναι ο συνειρμός που κάνει ο θεατής- επιβάτης, καθώς φέρνει σε παράλληλη διαδρομή των Εβραίων θυμάτων του Ναζισμού, την αντιστροφή του ρόλου του σημερινού ηγέτη των Ισραηλινών, ο οποίος θάβει το παρελθόν στη φρίκη του παρόντος πολέμου, με τα χιλιάδες αθώα θύματα.

Ένας περιοδεύων θίασος εξαιρετικών καλλιτεχνών στο λεωφορείο, που σηματοδοτούν κρίσιμες καμπές, οριακές περιόδους, θεατρικά, μουσικά ιντερμέδια, αλλά και αποτελούν συνδετικούς κρίκους θέματος και θεάματος είναι μαζί με τη Λούνα και μαζί μας. Τους αναφέρω και πάλι : Γιάννης Μονοκρούσος, Ανδρομάχη Μπάρδη, Σωτήρης Ρουμελιώτης, η Ελιόνα – Ελένη Σινιάρηστο τραγούδι και οι μουσικοί Λυδία Ανεστοπούλου και Αναστάσης Κατσαρός.

Ο τερματισμός της περιήγησης, της αφήγησης, της περιπέτειας, της αναδρομής και εγκεφαλικά αναβίωσης με λόγια και εικόνες, με καταθέσεις ψυχής και μουσικές ταξιδιάρικες των πέτρινων χρόνων, σε μια αυλή πέτρινη από τείχη Βυζαντινά. Ευτυχής κατάληξη.

Μια τέτοια περιθωριακή ιστορία, όπως αυτή της Λούνα, μάς βοηθάει να κατανοήσουμε παρόμοιες που έχουν εξοβελιστεί από την κυρίαρχη αφήγηση. Το πένθος, η μελαγχολία, ο θρήνος, η θλίψη, η μοναξιά ήταν δυνατές εμπειρίες στη ζωή αυτών που φαίνονταν ότι είχαν προσχωρήσει σε μια κανονικότητα. Κάτω από την εικόνα της επιτυχίας υπήρχε ο «πλανήτης Άουσβιτς». Ζούσαν δίπλα σ’ αυτόν, στοιχειωμένοι από τις εμπειρίες του διωγμού και του στρατοπέδου, καταβεβλημένοι από το πένθος για το χαμό των δικών τους. Το μήνυμα οπτικοποιείται κι ισχυροποιείται μέσα από τις φωτογραφίες που μοιράζουν οι ηθοποιοί.

Η τάση, ωστόσο, για επιστροφή σε μια θετικιστική ιστορία, η οποία μελετά το διωγμό των Εβραίων από τη σκοπιά των Αρχών Κατοχής και των συνεργατών τους, ενέχει πάντοτε τον κίνδυνο να υιοθετήσουμε την οπτική του θύτη. Από μια τέτοια ματιά μάς απομακρύνει ο σκηνοθέτης, συνυφαίνοντας την ιστορία της Λούνας με τη συλλογική εμπειρία και την ιστορία των μεταπολεμικών χρόνων.

Το λεωφορείο δεν εξυπηρετεί μόνο την παράσταση ως σκηνή και όχημα μεταφοράς στους τόπους όπου έζησε και κινήθηκε η ηρωίδα του έργου, αλλά ικανοποιεί και μια προσωπική ανάγκη του ίδιου του σκηνοθέτη να γνωρίσει καλύτερα την πόλη, η οποία τον φιλοξένησε ως φοιτητή και στην οποία επέστρεψε, ύστερα από πολλά χρόνια απουσίας, για εργασιακούς λόγους.

«Δεν είμαι από τη Θεσσαλονίκη, έκανα τις σπουδές μου εδώ, μετά έφυγα για πολλά χρόνια κι όταν επέστρεψα έμεινα στη Θεσσαλονίκη για τη δουλειά μου. Κατά έναν τρόπο είναι μια πόλη που μισογνωρίζω ή μάλλον αλλιώς τη γνώριζα ως φοιτητής, αλλιώς τώρα. Και ήθελα να τη γνωρίσω καλύτερα. Πιθανόν να οφείλεται και σ’ αυτό μια τέτοια επιλογή. Δηλαδή, κάθε τι που διαλέγουμε δεν είναι ένας μόνο ο λόγος. Τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα συνήθως. Είναι περίεργες οι διασυνδέσεις που μπορούν να δημιουργηθούν ανάμεσα στις διάφορες αιτίες ή λόγους που μας οδηγούν κάπου», αναφέρει χαρακτηριστικά ο Δαμιανός Κωνσταντινίδης.

11 Σεπτεμβρίου-13 Οκτωβρίου. Μία εμβληματική παράσταση επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη.
Μια παραγωγή της AngelusNovusσε σκηνοθεσία Δαμιανού Κωνσταντινίδη.Τον σχεδιασμό και την οργάνωση της παραγωγής έχει αναλάβει ηElectra Social Company.

Συνδιοργανωτής είναι το Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Θεσσαλονίκης.

Η δράση δε θα μπορούσε να γίνει χωρίς την πολύτιμη στήριξη και χορηγία της ΚΤΕΛ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Α.Ε.

Η παραγωγή πραγματοποιείται με την οικονομική στήριξη του Ελληνογερμανικού Ταμείου για το Μέλλον στο πλαίσιο οργάνωσης της 88η Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης.

Συντελεστές

Συγγραφέας: Ρίκα Μπενβενίστε

Σκηνοθεσία – Σύνθεση κειμένου παράστασης: Δαμιανός Κωνσταντινίδης

Σκηνικά – Κοστούμια: Απόστολος Αποστολίδης

Μουσική: Γιώργος Χρυσικός

Κίνηση: Ιωάννα Μήτσικα

Βοηθός σκηνοθέτη: Σωτήρης Ρουμελιώτης

Φωτισμοί: BubaSosoGabedava

Stagemanager: Αντωνία Γεωργιάδου

Υπεύθυνος γραφείου τύπου: Μίλτος Τόσκας

Βοηθός παραγωγής: Αντώνης Τσιάλτας

Σχεδιασμός – Διεύθυνση παραγωγής & επικοινωνίας: Στέλλα Τενεκετζή

Ηθοποιοί

Ελένη Μακίσογλου, Γιάννης Μονοκρούσος, Ανδρομάχη Μπάρδη, Σωτήρης Ρουμελιώτης

Τραγούδι

Ελιόνα – Ελένη Σινιάρη

Μουσικοί

Λυδία Ανεστοπούλου, Αναστάσης Κατσαρός

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«ΠΕΡΣΕΣ» του Αισχύλου στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

«ΠΕΡΣΕΣ»-του-Αισχύλου-στο-Αρχαίο-Θέατρο-Φιλίππων

Η εμβληματική τραγωδία «ΠΕΡΣΕΣ» του Αισχύλου, που έγινε SOLD OUT  στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου,  σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη, έρχεται στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, το Σάββατο 22 και την Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Στην παράσταση πρωταγωνιστούν οι: Μαρία Ναυπλιώτου, Δημήτρης Καταλειφός, Αναστάσης Ροϊλός και Σταύρος  Σβήγκος, πλαισιωμένοι από έναν δυναμικό 18μελή Χορό.

Οι «Πέρσες» αποτελούν το αρχαιότερο σωζόμενο ολοκληρωμένο έργο της αρχαίας ελληνικής δραματουργίας και ταυτόχρονα την πρώτη θεατρική καταγραφή ιστορικών γεγονότων. Ο Αισχύλος, αυτόπτης μάρτυρας της Ναυμαχίας της Σαλαμίνας, δημιουργεί ένα «σκηνικό ρεπορτάζ» πολέμου, μόλις οκτώ χρόνια μετά την καταστροφή.

Ο Χρήστος Θεοδωρίδης προσεγγίζει το έργο ως μια βαθιά αντιπολεμική κραυγή, συνεχίζοντας τη σκηνοθετική του πορεία πάνω σε πολιτικά φορτισμένα και καίρια σύγχρονα ζητήματα.

«Αχ, μια φορά πόσο μεγάλη και γλυκιά ήταν στ’ αλήθεια η ζωή μας…»

Είκοσι δύο άνθρωποι περιμένουν τα νέα μιας συντελεσμένης καταστροφής. Όταν ο αγγελιοφόρος επιστρέφει από το μέτωπο, ο λόγος του δίνει μορφή στον φόβο: η απώλεια είναι απόλυτη. Το σώμα και η σκέψη παραλύουν. Καμία πράξη δεν μοιάζει δυνατή. Μόνο ο θρήνος απομένει.

«Αχ, αχ, μιλάς για των δικών μας τα σώματα…»

Ο θρήνος γίνεται συλλογικός, επίμονος, αδιαπραγμάτευτος. Για τους νεκρούς. Για το παρελθόν που χάθηκε. Για το μέλλον που βυθίστηκε μαζί τους.

«Τώρα πάει του βασιλιά μας η εξουσία…»

Στο επίκεντρο της παράστασης βρίσκεται ο άνθρωπος απέναντι στην απώλεια. Η «τραγωδία των ηττημένων» ανοίγει έναν διαχρονικό διάλογο: οι ηττημένοι δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν, αλλά σε κάθε εποχή, σε κάθε πλευρά. Τα ονόματα που αναζητά ο Χορός είναι τα ονόματα όλων όσοι χάθηκαν και συνεχίζουν να χάνονται στους πολέμους του κόσμου…

Είκοσι δύο ηθοποιοί, σε μια σκηνή σχεδόν γυμνή, συγκροτούν έναν Χορό-πρωταγωνιστή. Με εργαλεία τον λόγο, την κίνηση και τη μουσική, αποτυπώνουν το συλλογικό τραύμα μιας κοινωνίας που στέκεται μουδιασμένη μπροστά στην καταστροφή.

«Τόσοι άνθρωποι, να ξέρεις, ποτέ δεν χάθηκαν σε μία και μόνο μέρα…»

Μια παράσταση που στοχάζεται πάνω στη μνήμη και την ήττα, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την ακατάλυτη ανθρώπινη ανάγκη για δημοκρατία και δικαιοσύνη, μέσα σε έναν κόσμο που ολοένα και θεμελιώνει την εξουσία και την άκριτη υποταγή!

Διανομή:

Άτοσσα: Ναυπλιώτου Μαρία

Δαρείος: Καταλειφός  Δημήτρης

Ξέρξης: Ροϊλός Αναστάσης

Αγγελιοφόρος: Σβήγκος  Σταύρος

Χορός (αλφαβητικά):  Αλεξανδρόπουλος  Πάρης,  Δεληθανάση Αγγελική, Δερμεντζίδης  Κρητικός Γιώργος, Εξακοΐδης  Γιώργος , Θεμελή Ξένια,

Κισσανδράκης Γιώργος,  Κωνσταντινίδης Γιώργος,  Μακρής Ντένης,

Μανδρινός Δημήτρης, Μανωλάς Νίκος, Πατερμαλή Αγγελική,

Πίττα Τατιάνα- Άννα, Σακελλαριάδη Πέννυ, Σωτηροπούλου Σαββίνα

Τρυφουλτσάνης Βασίλης, Τσαλίκης Βασίλης , Φύτρος Σαμψών

Συντελεστές:

Μετάφραση: Παναγιώτης Μουλλάς 

Σκηνοθεσία: Χρήστος Θεοδωρίδης 

Δραματουργική επεξεργασία: Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου, Παύλος Σούλης, Χρήστος Θεοδωρίδης 

Φωτισμοί: Ιωάννα ΑθανασίουΤάσος Παλαιορούτας 

Μουσική: Jeph Vanger

Χορογραφία – Κίνηση: Ξένια Θεμελή 

Επιστημονικός σύμβουλος: Παύλος Σούλης

Βοηθός σκηνοθέτη: Ιάσονας Ασημακόπουλος

Βοηθός χορογράφου: Ελίνα Παντελεμίδου

Social Media – Διαφήμιση: Renegade Media

Graphic Design – Photography: Mike Rafail

Οργάνωση παραγωγής: Λαμπρίνα Καραγιαννίδου

Παραγωγή: Marossoulis Productions

Διάρκεια : 1.45΄

Ώρα έναρξης : 9. 00 μμ

Προπώληση : more.com

https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/summer/perses-periodeia

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

​«Τρωάδες» του Ευριπίδη στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

​«Τρωάδες»-του-Ευριπίδη-στο-Αρχαίο-Θέατρο-Φιλίππων

Το Εθνικό Θέατρο παρουσιάζει στις 29 Αυγούστου, στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, τις Τρωάδες του Ευριπίδη, σε μετάφραση Γιάννη Τσαρούχη και διασκευή—σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου. Το κατεξοχήν ανθρωποκεντρικό έργο του μεγάλου τραγικού ποιητή ζωντανεύει στην πρώτη επιδαύρια σκηνοθεσία της διακεκριμένης δημιουργού στην πλέον λυρική και συλλογική του διάσταση.

Ένα ensemble 22 ερμηνευτριών και ερμηνευτών —μεταξύ των οποίων μέλη των Εν Δυνάμει— διαφορετικών ηλικιών, με και χωρίς αναπηρία, με ζωντανή μουσική επί σκηνής, μέσα από τη συνύπαρξη διαφορετικών σωμάτων, φωνών και εμπειριών, καταθέτουν μια σκηνική αφήγηση με κέντρο τη μουσικότητα. 

Ένα ποιητικό και βαθιά πολιτικό σκηνικό ανέβασμα χωρίς αποκλεισμούς στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, που για πρώτη φορά στην ιστορία του καθίσταται προσβάσιμο και σε άτομα με αισθητηριακές —οπτικές και ακουστικές— αναπηρίες [31/7]. Μια ξεχωριστή σκηνική ανάγνωση για τη φρίκη και το παράλογο του πολέμου μέσα από το φίλτρο του θηλυκού σώματος, που διεκδικεί το δικαίωμα της επιλογής, ακόμη και όταν βρίσκεται υπό κατοχή.

Οι Τρωάδες της Ελένης Ευθυμίου δεν είναι μόνο τα όμορφα, υγιή κορμιά των προνομιούχων γυναικών της οικογένειας του Πρίαμου, που αναμένουν την τελική διαλογή. Είναι και σώματα –ανήλικα, ανάπηρα, ηλικιωμένα– που ούτε πριν τον πόλεμο αποφάσιζαν για τον εαυτό τους, ενώ σπάνια είχαν το προνόμιο της αφήγησης. Αιχμάλωτες μετά την άλωση της πόλης τους, οι Τρωάδες αναμετρώνται και με τις δικές τους ευθύνες, όταν η σιωπηρή αποδοχή του πολέμου αποκαλύπτει τις ολέθριες συνέπειές της. Είναι πια φανερό πως ούτε οι θεοί, ούτε ο μύθος, ούτε η μοίρα ορίζουν τη ζωή τους. Παρά την οδύνη και την απόγνωση μπροστά στην καταστροφή, οι Τρωάδες βιώνουν την απώλεια, μα δεν παραδίδονται. Οι λέξεις γίνονται τα όπλα της αντίστασής τους —έστω και την ύστατη αυτή στιγμή— απέναντι στη σκλαβιά και την απώλεια της ταυτότητας που η νέα πραγματικότητα τους επιφυλάσσει. Στέκουν όρθιες, βρίσκουν τη φωνή τους και σταδιακά το πένθος τους μετασχηματίζεται σε μια εύθραυστη αλλά επίμονη μορφή εξέγερσης, με την αλληλεγγύη να είναι πλέον η μεγαλύτερή τους δύναμη. 

Θα μπορέσουν άραγε οι καταπιεσμένες αυτού του κόσμου να ξανακερδίσουν το δικαίωμα της επιλογής; Να κραυγάσουν τον θυμό και το μίσος τους, να θρηνήσουν, να γελάσουν μες στο χάος και το αδιέξοδο; Θα επαναοικειοποιηθούν ποτέ οι γυναίκες της Τροίας τα σώματά τους;

Μετάφραση: Γιάννης Τσαρούχης
Διασκευή—Σκηνοθεσία: Ελένη Ευθυμίου
Σύμβουλος δραματουργίας: Σοφία Ευτυχιάδου
Σκηνικά: Ευαγγελία Κιρκινέ
Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Μουσική: Λευτέρης Βενιάδης
Κίνηση: Τάσος Παπαδόπουλος 
Φωτισμοί: Ζωή Μολυβδά – Φαμέλη
Σχεδιασμός ήχου: Σοφία Καμαγιάννη
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά 

Βοηθός σκηνοθέτριας: Θέμης Θεοχάρογλου
Βοηθός σκηνογράφου: Μαριάνθη Ράδου
Βοηθός ενδυματολόγου: Δέσποινα Μαρία Ζαχαρίου

Βοηθός φωτίστριας: Νατάσα Πετροπούλου 
Β βοηθός σκηνογράφου: Ταξιάρχης Χούμος 

Καλλιτεχνικές συνεργάτιδες για την υποστήριξη της ομάδας Εν Δυνάμει: Ελένη Ζαχοπούλου, Δάφνη Καφετζή, Αγγελική Τόμπρου 

Παίζουν (αλφαβητικά):  Αργύρης Ξάφης (Ταλθύβιος), Εύη Σαουλίδου (Ανδρομάχη), Νάνσυ Σιδέρη (Κασσάνδρα), Βασιλική Τρουφάκου (Ελένη), Λυδία Φωτοπούλου (Εκάβη), Γιώργος Χριστοδούλου (Μενέλαος)

Χορός: Μύριαμ Σοφία Αρτζανίδου, Μαρία Δαχλύθρα, Eλένη Δημοπούλου, Νίκος Κυπαρίσσης, Ειρήνη Κουρούβανη, Λωξάνδρα Λούκας, Λυγερή Μητροπούλου, Θεανώ Παπαβασιλείου, Κατερίνα Παπανδρέου, Νίκη Πεταλά, Χρύσα Τουμανίδου

Μαζί τους, στους ρόλους της νεαρής Πολυξένης και του μικρού Αστυάνακτα η Άνα Τζουλάκη Χριστοδούλου και ο Μιχάλης Μήτσης αντίστοιχα.

Μουσικοί επί σκηνής: Σοφία Καμαγιάννη (πιάνο), Γιώργος  Μπουκαούρης (κρουστά), Σοφιανός Πεσιρίδης (όμποε)

Φωτογραφίες: Karol Jarek

Τρέιλερ: Χρήστος Συμεωνίδης

Προπώληση εισιτηρίων: ticketservices.gr

Το Εθνικό Θέατρο επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Η ΚΑΡΥΑΤΙΔΑ!» του Γιώργου Καπουτζίδη σε περιοδεία

«Η-ΚΑΡΥΑΤΙΔΑ!»-του-Γιώργου-Καπουτζίδη-σε-περιοδεία

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

«Και αφού ήταν σπασμένη έτσι και αλλιώς! Να κοίτα, Παναγιώτη, και η μύτη της ήταν σπασμένη! Στους Άγγλους που την σπάσανε δεν είπε κανείς τίποτα! Όλα σε εμένα θα τα ρίξουν τώρα! Που δεν είναι καθόλου σωστό να σπας την μύτη του άλλου! Την ξένη μύτη! Αλλά φταίνε και οι Έλληνες! Να γυρίσουν πίσω τα μάρμαρα! Τι καταλάβατε; Μια χαρά ήμασταν και με το αντίγραφο. Το έβλεπα εγώ στην Ακρόπολη και έλεγα «Πω! Πω! Τι ωραίο!» Ωραίο; Πιο ωραίο από το αληθινό!»

Αλεξάνδρα Βελλή, Υπουργός Πολιτισμού πρώην τηλεοπτική δημοσιογράφος και παντρεμένη με τον αδελφό του μεγαλύτερου εμπόρου ναρκωτικών των Βαλκανίων!

Τι συμβαίνει όταν η χαμένη έκτη Καρυάτιδα επιστρέφει επιτέλους στην πατρίδα;
Η χώρα φοράει τα καλά της. Οι κάμερες στήνονται. Οι λόγοι ετοιμάζονται. Οι δηλώσεις ξαναγράφονται. Οι μηχανισμοί δουλεύουν υπερωρίες. Οι τόνοι ανεβαίνουν.
Και κάπου εκεί, η εθνική συγκίνηση συναντά την πολιτική παράνοια, η επίσημη γραμμή συγκρούεται με τα κρυφά παρασκήνια και η Ελλάδα κάνει αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα: να μετατρέπει το μεγαλείο σε φιάσκο και το φιάσκο σε γελαστικό
θέαμα.

Με αφορμή μια εξαιρετική θεατρική ιδέα, η Καρυάτιδα γίνεται μια πικρή κωμωδία, μια σάτιρα εθνικής αυτογνωσίας, ένα φαρσοκωμικό πορτρέτο μιας χώρας που μπορεί να συγκινείται βαθιά, να διχάζεται θεαματικά και να αυτοϋπονομεύεται με
αξιοζήλευτη συνέπεια — συχνά όλα μαζί, ταυτόχρονα.

Ο Γιώργος Καπουτζίδης υπογράφει ένα έργο αιχμηρό, ευφυές και απολαυστικά άβολο, που πίσω από το γέλιο αποκαλύπτει με ακρίβεια χειρουργείου τα αντανακλαστικά, τις αντιφάσεις και τα εθνικά μας σπορ.

Η Κατερίνα Μαυρογεώργη σκηνοθετεί με ρυθμό, νεύρο και απόλυτη αίσθηση του κωμικού timing μια παράσταση που προχωρά με φόρα, εκπλήξεις και αλλεπάλληλα χτυπήματα στο κέντρο της ελληνικής ψυχής.

Όμως, ο ευφυής Γιώργος Καπουτζίδης έγραψε το έργο κατόπιν παραγγελίας του Εθνικού Θεάτρου. Ανέβηκε, σημείωσε τεράστια επιτυχία και φέτος το καλοκαίρι, οι παραγωγοί σεργιανάνε την παράσταση στη χώρα σε ανοικτούς χώρους.

Ατυχώς, σχεδόν πάντα μια παράσταση σε ανοικτό χώρο υφίσταται καλλιτεχνική απώλεια ή αναγκάζεται σε μερικούς συμβιβασμούς, καθώς τα έργα που σχεδιάζονται για κλειστή αίθουσα βασίζονται σε διαφορετική αισθητική, κλίμακα και τεχνικές ισορροπίες.

Στους κλειστούς χώρους οι ηθοποιοί εκμεταλλεύονται τις ψιθυριστές εντάσεις, τις λεπτές παύσεις και την απόλυτη σιωπή του κοινού. Στα ανοιχτά θέατρα, η ανάγκη για μικροφωνική ενίσχυση ή για πιο εξωτερική/διογκωμένη ερμηνεία, συχνά, καταστρέφει την οικειότητα και τις εσωτερικές διακυμάνσεις του λόγου.

Στο κλειστό θέατρο το σκοτάδι είναι απόλυτο εργαλείο κατεύθυνσης της προσοχής. Στα θερινά θέατρα, το φυσικό φως του σούρουπου, ο περιβάλλοντας αστικός φωτισμός και η απουσία “μαύρου” ακυρώνουν τις λεπτές αντιθέσεις, τις σκιές και την ατμόσφαιρα που είχε στήσει ο φωτιστής.

 Ένα σκηνικό που λειτουργεί υποβλητικά σε μια μικρή ή μεσαία σκηνή μπορεί να δείχνει “φτωχό”, αποκομμένο ή χαμένο στον αχανή χώρο ενός ανοιχτού αμφιθεάτρου.

Και, τέλος, οι εξωτερικοί θόρυβοι και το ανοιχτό τοπίο διασπούν τη συγκέντρωση τόσο των θεατών όσο και των ηθοποιών, δυσκολεύοντας τη διατήρηση της δραματικής έντασης.

Όλα αυτά πρέπει να ειπωθούν χωρίς φόβο και πάθος, επειδή και η «ΚΑΡΥΑΤΙΔΑ!» του Γιώργου Καπουτζίδη δε γλυτώνει τις αρνητικές συνέπειες.

Ωστόσο, σύμφωνα με το κείμενο η έκτη Καρυάτιδα έχει επιστρέψει στην Ελλάδα, μετά από δεκαετίες αιχμαλωσίας στο Βρετανικό Μουσείο. Η επιστροφή αυτή θεωρείται ένα μοναδικό γεγονός, καθώς η Καρυάτιδα θεωρείται σύμβολο του πολιτισμού και της ιστορίας της χώρας μας. Αυτή η Καρυάτιδα συγκεντρώνει τα πλήθη θεατρόφιλων, όπου παίζεται και, μπορεί ο Καπουτζίδης να είναι ένας τηλεοπτικός πετυχημένος συγγραφέας, πασίγνωστος στο ελληνικό κοινό, αγαπητός και δικαίως δημοφιλής, με τη συγγραφή θεατρικών έργων τελευταία, καταφέρνει κάτι αξιοσημείωτο. Να σηκώσει τους θεατές από τον καναπέ τους και να τους στείλει στις θεατρικές αίθουσες.

Η έλευση σημαντικής μερίδας κοινού που δεν πηγαίνει συχνά στο θέατρο, μέσω παραστάσεων με «τηλεοπτική αισθητική» (αναγνωρίσιμοι ηθοποιοί – συγγραφείς από την τηλεόραση, γρήγοροι ρυθμοί, εύπεπτη πλοκή, σπαρταριστό χιούμορ), είναι ένα από τα πιο πολυσυζητημένα θέματα στον χώρο των παραστατικών τεχνών.

Το θέατρο απομυθοποιείται στα μάτια του κόσμου. Παύει να θεωρείται μια τέχνη ελιτίστικη για μυημένους θεατές ή οικονομικά ευκατάστατους.

Αυτό το νέο κοινό έρχεται σε επαφή με τη ζωντανή εμπειρία της σκηνής. Αυτό το πρώτο βήμα μπορεί να του ανοίξει δρόμο να αναζητήσει αργότερα πιο απαιτητικά έργα.

Εξάλλου, οι γεμάτες αίθουσες εξασφαλίζουν θέσεις εργασίας και καλύτερες αμοιβές για ηθοποιούς, τεχνικούς και λοιπούς συντελεστές παραστάσεων.

Βέβαια, οι παραγωγοί κυνηγώντας το εύκολο κέρδος, ενδέχεται να επενδύουν μόνο σε εμπορικά θεάματα, αφήνοντας χωρίς στέγη και χρηματοδότηση νέους δημιουργούς, κλασικά κείμενα ή πρωτοποριακές ομάδες.

Η τηλεοπτική αισθητική, εντέλει, λειτουργεί ως γέφυρα. Το αν αυτή η γέφυρα θα οδηγήσει σε ένα ουσιαστικό, μόνιμο κοινό ή στην εμπορευματοποίηση της τέχνης εξαρτάται από τους ίδιους τους δημιουργούς: αν χρησιμοποιήσουν την προσέλευση του κόσμου για να του δείξουν κάτι βαθύτερο, το κέρδος για το θέατρο είναι τεράστιο.

Στη συγκεκριμένη κωμωδία με σατιρική πρόθεση του Γιώργου Καπουτζίδη, η υπουργός Πολιτισμού, Αλεξάνδρα Βελλή, προετοιμάζεται για την επίσημη παρουσίασή της στους δημοσιογράφους, όμως το σχέδιο ανατρέπεται και όλα πηγαίνουν λάθος από την αδεξιότητά της. Η ανατροπή αυτή προκαλεί μια σειρά από σουρεαλιστικές καταστάσεις και κωμικές ανατροπές.

Η «Καρυάτιδα!» ακολουθεί τα βήματα από τη μια πλευρά μιας Υπουργού Πολιτισμού (Αγορίτσα Οικονόμου), ενός Πρωθυπουργού (Στέλιος Ξανθουδάκης), της συμβούλου του (Μαρία Φιλίνη), ενός αρχηγού ακροδεξιού κόμματος στην κυβέρνηση (Δρόσος Σκώτης) και από την άλλη πλευρά, ακολουθεί τη ρότα του τίμιου γραμματέα της Υπουργού (Στέλιος Ιακωβίδης ), μιας νεαρής αρχαιολόγου (Ασημίνα Αναστασοπούλου) που είναι γραμματέας της Υπουργού και ενός νεαρού που ντύνεται Καρυάτιδα (Σωτήρης Μανίκας) και ποζάρει με τους τουρίστες.

Αυτοί οι πολύ ανθρώπινοι χαρακτήρες κλείνονται σε ένα δωμάτιο και τσακώνονται για το πώς θα διαχειριστούν το θέμα μιας κατεστραμμένης Καρυάτιδας. Και αυτό που εκτυλίσσεται σ’ ένα φανταστικό δωμάτιο ενός φανταστικού υπουργείου είναι τόσο κοντά στην πραγματικότητα της Ελλάδας, που, παρά το άφθονο γέλιο στο σενάριο, καταντά σχεδόν επαχθές.

Όμως, μια πολιτική σάτιρα θεωρείται επιτυχημένη και ποιοτική όταν καταφέρνει να συνδυάσει το χιούμορ με την ουσιαστική κοινωνική και πολιτική κριτική, αποφεύγοντας τον ευτελισμό ή την απλή εμπάθεια ή τον σκόπιμο διδακτισμό.

Ξεπερνά την επιφανειακή διακωμώδηση και εστιάζει στις πολιτικές πράξεις, την υποκρισία, τις αντιφάσεις και τη δημαγωγία. Χρησιμοποιεί την ειρωνεία, την υπερβολή και την αλληγορία, για να αποκαλύψει παρασκηνιακές αλήθειες.

Η καλή σάτιρα βασίζεται σε μια βαθιά κατανόηση της επικαιρότητας και της ανθρώπινης ψυχολογίας. Το αιχμηρό αστείο στηλιτεύει διεφθαρμένες καταστάσεις, επειδή ο αποδέκτης αναγνωρίζει σε αυτό μια πυρηνική αλήθεια που συχνά δε λέγεται ανοιχτά στον δημόσιο λόγο.

Δε λειτουργεί ως κομματικό εργαλείο ή προπαγάνδα. Ακόμη κι αν ο δημιουργός έχει προσωπικές πολιτικές πεποιθήσεις, η σάτιρα οφείλει να ασκεί κριτική σε κάθε μορφή εξουσίας, ανεξαρτήτως ιδεολογικού χώρου. Ο στόχος της δεν είναι απλώς το γέλιο, αλλά η αφύπνιση, ο προβληματισμός και η αμφισβήτηση του status quo. Προκαλεί το κοινό να σκεφτεί κριτικά για τα κοινά, χωρίς όμως να καταλήγει σε στείρο μηδενισμό.

«Η Καρυάτιδα!» του Γιώργου Καπουτζίδη ευφυώς δε μένει στην επιφανειακή χαρά της επιστροφής ενός μνημείου, αλλά σχολιάζει δηκτικά τον τρόπο με τον οποίο το πολιτικό σύστημα και τα ΜΜΕ σπεύδουν να καπηλευτούν ένα εθνικό γεγονός για ψηφοθηρικούς και επικοινωνιακούς λόγους. Αποκαλύπτει την αντίφαση ανάμεσα στην επιφανειακή πρόβα «εθνικής υπερηφάνειας» και στην παρασκηνιακή μικροπολιτική σκοπιμότητα.

Η σάτιρα εδώ λειτουργεί μέσα από την αμήχανη σύγκρουση: από τη μία πλευρά το «απαστράπτον σύμβολο» του αρχαίου πολιτισμού και από την άλλη τα κωμικοτραγικά αντανακλαστικά, η προχειρότητα και η γραφειοκρατία της σύγχρονης Ελλάδας. Το φαντασιακό μεγαλείο συγκρούεται με τη νεοελληνική καθημερινότητα.

Το κέντρο βάρους της κριτικής δεν πέφτει στους απλούς πολίτες, αλλά στους μηχανισμούς εξουσίας, στους πολιτικούς που ετοιμάζουν λόγους, στα δημοσιογραφικά επιτελεία που στήνουν το «θέαμα» και στη συστηματική τάση της πολιτείας να μετατρέπει μια ιστορική στιγμή σε επικοινωνιακό φιάσκο.

Η πρόθεση του συγγραφέα δεν είναι ο μηδενισμός, αλλά ο καθρέφτης. Το κοινό γελά με τις οικείες παθογένειες, αναγνωρίζοντας ότι η τάση να αυτοϋπονομευόμαστε ως χώρα είναι σχεδόν «εθνικό σπορ».

Παρόλο που το έργο γέρνει δραματουργικά προς τηλεοπτική κωμωδία καταστάσεων, η σκηνοθέτρια Κατερίνα Μαυρογεώργη δημιουργεί το κατάλληλο πλαίσιο και σκηνοθετεί εύστοχα μία σατιρική κωμωδία, δίνοντας τη δυνατότητα στους ηθοποιούς να αναδείξουν το ταλέντο τους.

Η υποκριτική ομάδα συνθέτει ένα άρτιο σύνολο και δίνει την αίσθηση ενός πλήρως ενορχηστρωμένου θεατρικού σχήματος δίνοντας επί σκηνής τον καλύτερό της εαυτό.

Η μοναδική Αγορίτσα Οικονόμου είναι απολαυστική στον ρόλο της υπουργού Πολιτισμού, Αλεξάνδρας Βελλή, ενώ με τον ξεχωριστό Στέλιο Ιακωβίδη, συνθέτουν ένα ταιριαστό και εξαιρετικά κωμικό δίδυμο. Στον ρόλο του βοηθού της Υπουργού Πολιτισμού, τον Παναγιώτη, αποκαλύπτει με ευφυή και θαυμάσιο τρόπο όλες τις αδυναμίες και τις παθογένειες που διατρέχουν το πολιτικό πλαίσιο, ιδίως όταν αυτό καλείται να διαχειριστεί μια τόσο σοβαρή και ευαίσθητη θεσμική θέση.

Ακολουθούν όλοι οι καλοί ηθοποιοί που στελεχώνουν τον θίασο, ως μια πηγή αβίαστου γέλιου με τον άψογο συγχρονισμό τους, τη χημεία που γεννά η καλή συνεργασία, το συνταίριασμα στους τόνους και στο ύφος που απαιτεί το κείμενο.

Τα σκηνικά της Άρτεμης Φλέσσα και τα κοστούμια της Ιφιγένειας Νταουντάκη, εξυπηρετούν τη δράση και την περιοδεία του έργου.

Η μουσική του Larry Gus γεμίζει την παράσταση με ενέργεια και σύγχρονο παλμό. Συνδέει παρελθόν και παρόν με παιχνιδιάρικη διάθεση.

Η Σοφία Πάσχου στη κίνηση προσέδωσε στο θίασο ρυθμό, αρμονία και ένα αίσθημα ελευθερίας, που παρασύρει και το κοινό.

Τέλος, η Βάσια Ατταριάν σχεδίασε τους φωτισμούς σύμφωνα με τις σκηνοθετικές οδηγίες.

«Με αυτήν εδώ βγάζεις είκοσι χιλιάδες κομματάκια! Να μου την έδιναν εμένα, ξέρεις πόσα λεφτά θα μπορούσα να βγάλω που έσπασε; 
Μα αυτή είναι ανεκτίμητη!
Τι ανεκτίμητη βρε κορίτσι μου!; Για ποιόν; Για εσένα; Ρώτα όποιον θέλεις εδώ έξω! Τι θα προτιμούσε μέσα στο σπίτι του; Αυτό το ερείπιο ή πενήντα χιλιάδες ευρώ; Βάζω στοίχημα οτι όλοι θα παίρναν τα λεφτά! 
Εγώ όχι! 
Εσύ είσαι χαζή!» 

Έξυπνη και ιδιαίτερα αστεία είναι η συμμετοχή στο τέλος της παράστασης μέσω προβολής βίντεο του ίδιου του Γιώργου Καπουτζίδη, πλάι στον Αλέξη Κωστάλα, ο οποίος καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης δανείζει τη φωνή του στα ηχητικά μηνύματα που ακούγονται, προσθέτοντας μια έξτρα δόση χιούμορ και αυτοσαρκασμού.

Εν πολλοίς, πρόκειται για μια ευθύβολη -γιατί όχι μαύρη- κωμωδία, σαρκαστική και καυστική, αφιερωμένη στην ιστορικά εγνωσμένη ικανότητα του τόπου μας να μπλέκει σε κωμικοτραγικές καταστάσεις, ένα κείμενο που ξεχειλίζει σπιρτάδα, στοχευμένη κριτική και μπόλικο χιούμορ με την υπογραφή του ευφυούς Γιώργου Καπουτζίδη.

Συντελεστές

Κείμενο: Γιώργος Καπουτζίδης
Σκηνοθεσία: Κατερίνα Μαυρογεώργη
Σύμβουλος δραματουργίας-Καλλιτεχνικός συνεργάτης: Αντώνης Αντωνόπουλος
Σκηνικά: Άρτεμις Φλέσσα
Κοστούμια: Ιφιγένεια Νταουντάκη
Μουσική: Larry Gus
Κίνηση: Σοφία Πάσχου
Φωτισμοί: Βάσια Ατταριάν
Σχεδιασμός βίντεο: Τάσος Γκολέτσος
Δραματολόγος παράστασης: Βιβή Σπαθούλα
Βοηθός σκηνοθέτιδος: Σοφία Σταθάτου
Βοηθός σκηνογράφου: Αγγελική Βασιλοπούλου-Καμπίτση
Βοηθός φωτίστριας: Σεραφείμ Ράδης
Βοηθός ενδυματολόγου: Αλεξάνδρα – Αναστασία Φτούλη
Β βοηθός σκηνοθέτιδος: Κορίνα Βεζυργιάννη
Σχεδιασμός κομμώσεων: Κωνσταντίνος Κολιούσης
Σχεδιασμός μακιγιάζ: Olga Faleichyk
Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή

Παίζουν (με αλφαβητική σειρά): Ασημίνα Αναστασοπούλου, Στέλιος Ιακωβίδης, Στέλιος Ξανθουδάκης, Αγορίτσα Οικονόμου, Δρόσος Σκώτης, Σταμάτης Φακορέλης, Μαρία Φιλίνη

Η παράσταση «Η Καρυάτιδα!» είχε παρουσιαστεί από το Εθνικό Θέατρο για πρώτη φορά
την περίοδο 2024-2025 και σε επανάληψη την περίοδο 2025-2026.
Η νέα παράσταση που βγαίνει σε καλοκαιρινή περιοδεία το 2026 πραγματοποιείται σε
συνεργασία της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ARK PRODUCTIONS E.E. και του Εθνικού Θεάτρου.

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα