Connect with us

Πολιτισμός

Ευριπίδη: «ΤΡΩΑΔΕΣ» από το Κ.Θ.Β.Ε. στο 66ο Φεστιβάλ Φιλίππων

Ευριπίδη:-«ΤΡΩΑΔΕΣ»-από-το-ΚΘΒΕ.-στο-66ο-Φεστιβάλ-Φιλίππων

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Οι «Tρωάδες από το ΚΘΒΕ με τη Ρούλα Πατεράκη στο ρόλο της Εκάβης, δεν είναι ακόμα ένα κλασσικό ανέβασμα του έργου του Ευριπίδη.

Αποτελεί μία σύγχρονη διασκευή του ποιητικού κειμένου όπου ο ήχος, η μουσική και η εικόνα συνυπάρχουν δημιουργικά με τα πρόσωπα επί σκηνής. Λέξεις και αλγόριθμοι, άνθρωποι και τεχνολογία, συνθέτουν μία παράσταση που κινείται μεταξύ πολυμεσικής αφήγησης, θεάτρου και οπτικοακουστικής εγκατάστασης. Μπορεί, λοιπόν, ο λόγος του Ευριπίδη να συνυπάρξει αρμονικά με τη σύγχρονη τεχνολογία επί σκηνής; H απάντηση είναι πως ναι: ο συνδυασμός αυτών των φαινομενικά αντιθετικών στοιχείων, δίνει μια νέα δυναμική στα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας.

Οι «Τρῳάδες» – γραμμένη το 415 π.Χ. – ήταν η τρίτη τραγωδία μιας τριλογίας που αναφέρεται στον Τρωικό Πόλεμο. Η πρώτη, «Αλέξανδρος», ως θέμα είχε την αναγνώριση του πρίγκιπα της Τροίας Πάρι, που είχε εγκαταλειφθεί μωρό από τους γονείς του και ξαναβρέθηκε στην εφηβεία. Η δεύτερη τραγωδία «Παλαμήδης» αναφέρεται στην κακομεταχείρηση από τους Έλληνες του συμπατριώτη τους, Παλαμήδη. Αυτή η τριλογία παρουσιάστηκε στα Διονύσια μαζί με το σατυρικό δράμα «Σίσυφος». Οι υποθέσεις αυτής της τριλογίας δεν συνδέονται μεταξύ τους, όπως εκείνες της «Ορέστειας» του Αισχύλου. Ο Ευριπίδης δεν ευνοούσε τέτοιες συνδεδεμένες τριλογίες.

Ο ποιητής για το έργο αυτό κέρδισε το δεύτερο βραβείο, χάνοντας από τον αφανή τραγικό Ξενοκλή.

Υπόθεση

Το έργο του Ευριπίδη παρακολουθεί την τύχη των γυναικών της Τροίας, αφού η πόλη τους είχε λεηλατηθεί, οι άντρες τους είχαν σκοτωθεί και οι οικογένειές τους που απέμειναν πρόκειται να παρθούν ως σκλάβες. Εντούτοις ξεκινά με τους θεούς Αθηνά και Ποσειδώνα να αναζητούν τρόπους για να τιμωρήσουν τον Ελληνικό στρατό για την απαγωγή της Κασσάνδρας, μεγαλύτερης κόρης του Βασιλιά Πρίαμου και της Βασίλισσας Εκάβης.

 Όσα ακολουθούν δείχνουν πόσο οι Τρωαδίτισσες έχουν υποφέρει. Ο Έλληνας Ταλθύβιος φτάνει για να πει στην εκθρονισμένη βασίλισσα Εκάβη τι περιμένει αυτή και τα παιδιά της. Την Εκάβη θα την πάρει ο Οδυσσέας και η κόρη της Κασσάνδρα προορίζεται να γίνει παλλακίδα του νικητή Αγαμέμνονα. Η Κασσάνδρα, η οποία βρίσκεται υπό την επήρεια ένθεης μανίας, ή αλλιώς βακχείας, προβλέπει ότι όταν θα φθάσουν στο Άργος η πικραμένη γυναίκα του νέου κυρίου της, η Κλυταιμνήστρα, θα σκοτώσει τόσο την ίδια όσο και αυτόν. Φθάνει η χήρα πριγκίπισσα Ανδρομάχη και η Εκάβη μαθαίνει από αυτήν ότι η νεότερη κόρη της Πολυξένη έχει σκοτωθεί, ως θυσία στον τάφο του Αχιλλέα.

Στην Ανδρομάχη έλαχε να γίνει παλλακίδα του γιου του Αχιλλέα, Νεοπτόλεμου, ενώ πιο τρομερά νέα πρόκειται να φτάσουν για τη βασιλική οικογένεια. Ο Ταλθύβιος διστακτικά την πληροφορεί ότι το βρέφος της, ο Αστυάνακτας, έχει καταδικασθεί σε θάνατο. Η Ελένη, αν και όχι γυναίκα της Τροίας, αναμένεται να υποφέρει εξ ίσου. Ο Μενέλαος φθάνει για να την πάρει μαζί του στην Ελλάδα, όπου την περιμένει καταδίκη σε θάνατο. Η Ελένη εκλιπαρεί το σύζυγό της να της χαρίσει τη ζωή και αυτός φαίνεται αποφασισμένος να τη σκοτώσει, αλλά ο Χορός γνωρίζει ότι θα την αφήσει να ζήσει και θα την πάρει μαζί του.

Όχι μόνο αποκαλύπτεται στο τέλος του έργου ότι ζει, αλλά στην Οδύσσεια ο Τηλέμαχος θα μάθει πως η μυθική ομορφιά της Ελένης της χάρισε τη συγχώρεση.

Στο τέλος, ο Ταλθύβιος επιστρέφει φέρνοντας μαζί του το πτώμα του μικρού Αστυάνακτα πάνω στην ασπίδα του Έκτορα. Επιθυμία της Ανδρομάχης ήταν να θάψει η ίδια το παιδί της, εκτελώντας τις πρέπουσες τελετουργίες σύμφωνα με τα έθιμα της Τροίας, αλλά το πλοίο της είχε ήδη αναχωρήσει. Ο Ταλθύβιος δίνει το άψυχο σώμα στην Εκάβη. Εκείνη προετοιμάζει τη σορό του εγγόνου της για την ταφή, και η Τροία καίγεται από τους Αχαιούς, πριν τελικά αναχωρήσουν οι γυναίκες- λάφυρα, με τον Οδυσσέα.

Ανάγνωση

 Το πώς αντιμετωπίζει ο Ευριπίδης το μεγάλο έγκλημα των συμπατριωτών του κατά των κατοίκων της Μήλου και την εκστρατεία, την αλαζονική, την άδικη αλλά και επικίνδυνη, που ετοιμάζουν για τη Σικελία, το καταλαβαίνουμε από το ότι την άνοιξη του 415 ελέγχει την πολιτική του δήμου με τη διδασκαλία των «Τρωάδων», όπου μια σειρά από παθητικές εικόνες φρίκης δείχνει το φοβερό δράμα των γυναικών των Τρώων, όταν πάρθηκε το Ίλιο από τους Αχαιούς.

Όταν μιλάμε για μια κατάκτηση ή για μια άλωση, φέρνουμε στο νου μας την έξαψη της μάχης, τη χαρά των νικητών. Ποιος συλλογίζεται τον πόνο του νικημένου;

Ο Ευριπίδης, όμως, παρουσιάζει άλλη εικόνα. Από το πλήθος των αιχμαλωτισμένων Τρωάδων, που πνίγονται στους στεναγμούς, ξεχωρίζει και φέρνει πιο κοντά στο θεατή τον πόνο της χαροκαμένης Εκάβης, την έκσταση της Κασσάνδρας, που η άστοργη φιλία του Φοίβου της είχε χαρίσει το πικρό προνόμιο να βλέπει στα σκοτεινά βάθη του μέλλοντος, όλες τις συμφορές που οδεύανε προς την πατρίδα και το πατρικό της σπίτι.

Την Ανδρομάχη, μας την παρουσιάζει με όλο τον πόνο της γυναίκας που έχασε τον άνδρα της και της μάνας που της άρπαξαν το παιδί για να το σκοτώσουν, σε μια σκηνή από τις πιο συγκλονιστικές των δραμάτων του Ευριπίδη.

Τη μεγάλη νίκη των παλληκαριών, που πήδησαν μια νύχτα από την κοιλιά του Δούρειου ίππου και που οι Αθηναίοι την είχαν για δόξα και των δικών τους προγόνων, ακατάληπτη από το χρόνο, ο Ευριπίδης την απογυμνώνει από τη λάμψη που της είχαν δώσει ο θρύλος και το έπος, και την παρουσιάζει μπρος στους κατάπληκτους Αθηναίους, που είχαν κυριεύσει ένα νησί και από τώρα μελετούσαν άλλη κατάκτηση, σαν μια ιστορία ληστείας, γεμάτη από ωμότητες, άγριες σφαγές και εμπρησμούς.

 Ο ποιητής βροντοφώναξε την καταδικαστική του γνώμη στην κόγχη του Διονυσιακού θεάτρου κατά τα Μ. Διονύσια του 415 π.Χ. προς τους Αθηναίους και τους έδειξε ότι μέρα με την ημέρα ξεστράτιζαν από το δρόμο της ιστορικής τους αποστολής, που ήταν να ελευθερώνουν κι όχι να υποδουλώνουν, να προστατεύουν και όχι να καταστρέφουν.

Έτσι, ο Ευριπίδης γράφει ένα αντιπολεμικό δράμα και κατακρίνει την πολιτική των Αθηναίων για το προκλητικό ανοσιούργημα, που είχαν διαπράξει λίγους μήνες πριν εναντίων των Μηλίων, καθώς και για την Σικελική Εκστρατεία που προετοιμάζουν.

Οι «Τρωάδες» είναι ένα αμείλικτο κατηγορώ για τις φρικαλεότητες του πολέμου και ένα σπαρακτικό αίτημα για αλληλεγγύη και ανθρωπισμό.

Οι αιώνες που ακολούθησαν μάς βοηθούν να καταλάβουμε και να αφομοιώσουμε το πυκνό μήνυμα των Τρωάδων. Κύριο μέλημα του δυνατού πρέπει να είναι η δικαιοσύνη, όχι ο αφανισμός του αδυνάτου. Βασική μέριμνα όσων νικούν πρέπει να είναι η μοίρα των ηττημένων. Οι φοβερές επαναστάσεις του 18ου και του 19ου αιώνα αλλά και ο 20ός με τους δύο παγκόσμιους πολέμους του, υποχρεώνουν κάθε πολιτισμένο άνθρωπο να ανατρέξει στα μηνύματα του Ευριπίδη, ο οποίος πρόσφερε στην ανθρωπότητα τούτη την κορυφαία τραγωδία, επειδή είχε απαυδήσει από την αστραφτερή αλαζονεία της Αθήνας. Έτσι ήταν κι έτσι είναι η εξουσία.

Το μοιρολόι των Τρωάδων για μια καθημαγμένη πόλη γίνεται μια πανανθρώπινη κραυγή διαμαρτυρίας, γίνεται ο θρήνος των ηττημένων και εξόριστων όλου του κόσμου. Επιπλέον, εισάγεται το θέμα της ατομικής ευθύνης, αλλά και η έννοια της πατρίδας.

Η παράσταση

Ο σκηνοθέτης Χρήστος Σουγάρης, ας πούμε λάτρης του ρεαλιστικού εφέ, στήνει στο κέντρο της άδειας ορχήστρας έναν σύγχρονο τηλεφωνικό θάλαμο, ως ρεαλιστικό εφέ, και πιστεύει ότι έτσι ο θεατής θα έχει την αίσθηση ότι παρίσταται στο παρουσιαζόμενο δρώμενο, ότι μεταφέρεται στη συμβολιζόμενη πραγματικότητα κι ότι αντιμετωπίζει όχι μια καλλιτεχνική μυθοπλασία και μια αισθητική αναπαράσταση, αλλά ένα πραγματικό γεγονός.

 Όμως, φευ, το αποτέλεσμα είναι αντίθετο των προσδοκιών του, όσον αφορά το σκηνικό και τον συμβολισμό του, το οποίο δανείστηκε η σκηνογράφος από προηγούμενες δουλειές της. Εδώ είναι παράταιρο στην ορχήστρα του αρχαίου θέατρου, αν όχι, κακόγουστο.

 Μεγάλη μερίδα θεατών ενοχλείται σε όλη τη διάρκεια της παράστασης από αυτή την άποψη, που, είναι μεν σύγχρονη και το ρεαλιστικό εφέ συνηθίζεται στις τωρινές σκηνοθεσίες κείμενων αρχαίου δράματος, όμως χωρίς να ασεβεί στον ποιητή και το έργο του. Δυστυχώς, το «εύρημα» ακυρώνει την Εκάβη. Την εγκλωβίζει σε μια φυλακή και της στερεί το δικαίωμα να ερμηνεύσει την τραγική ηρωίδα του ποιητή, όπως θα μπορούσε, εφόσον το απέδειξε περίτρανα αμέσως μετά την εμφάνιση της Ελένης.

Ωστόσο, ο σκηνοθέτης προσπαθεί να κάνει μια ρεαλιστική και εκσυγχρονιστική προσέγγιση, ενώ με το κείμενο ως αφετηρία προσπαθεί να τονίσει την αυθεντικότητα του ηθοποιού, με τη ρεαλιστική εκφορά του λόγου που προτείνει, με στόχο να καταδείξει τη σύγχρονη ιστορική και πολιτική κατάσταση, μέσα από το έργο του Ευριπίδη, το οποίο από μόνο του έχει αρκετές πολιτικές και ιστορικές παραδηλώσεις που παραπέμπουν άμεσα στην κατάρρευση του νεοελληνικού πολιτισμού. Η όψη, επίσης, των προσώπων επηρεάζεται από το θέμα κι ο σκηνοθέτης δίνει μια αστική ματιά στην τραγωδία, καθώς οι γυναίκες της Τροίας ντυμένες με άχρονα κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου έχουν την ίδια θλιβερή εικόνα με τις σύγχρονες πρόσφυγες γυναίκες, όπου γης.

Μπορούμε, λοιπόν, να χαρακτηρίσουμε το όλο εγχείρημα «ανοικτή φόρμα» που παρουσιάζει ένα πλήθος παραλλαγών και ιδιαίτερων περιπτώσεων. Το άνοιγμα οδηγεί στην πλήρη διάλυση του κλασικού μοντέλου κι έτσι έχουμε, για παράδειγμα, την Θεά Αθηνά να μοιράζεται σε δώδεκα στόματα. Δώδεκα απρόσωπες γυναίκες, με θαυμάσια κοστούμια, ερμηνεύουν τον ρόλο είτε τμηματικά είτε ομοθυμαδόν, ενώ ο μύθος είναι συρροή μοτίβων που δε δομούνται σ’ ένα ομοιογενές σύνολο, αλλά παρουσιάζονται με αποσπασματικό και ασυνεχή τρόπο.

 Η σκηνή σχηματίζει τις βασικές ενότητες που, προστιθέμενες, δημιουργούν μια επική σειρά μοτίβων. Βαλίτσες αραδιασμένες σηματοδοτούν την αναγκαστική προσφυγιά ( σκηνικά – κοστούμια Ελένης Μανωλοπούλου) και κίνηση του Ερμή Μαλκότση, ενώ τη μουσική που στεφανώνει τα δρώμενα υπογράφει ο σημαντικός συνθέτης Στέφανος Κορκολής.

Ο Αλέκος Αναστασίου φωτίζει την παράσταση. Μετά τις διαδοχικές ηγεμονίες του ηθοποιού-βασιλιά, του σκηνοθέτη -ηνιόχου, του σκηνογράφου -εικαστικού δημιουργού, έρχεται ο φωτιστής, ως άρχων του φωτός, να γίνει το πρόσωπο κλειδί της παράστασης. Με το φως στη δράση κατέχουμε την πλήρη εκφραστική δυνατότητα του χώρου, την πλήρη εκφραστική του δύναμη στην υπηρεσία ηθοποιών και, εν τέλει, της συλλογικής δουλειάς.

Η περιώνυμη και αξιότιμη κυρία Ρούλα Πατεράκη ερμηνεύει την Εκάβη με δυναμισμό και απίστευτη ενέργεια, αλλά με ιδιόμορφο τρόπο που λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό, ως τροχοπέδη στην πλήρη κατανόηση του κειμένου. Δε θέλω να σχολιάσω περαιτέρω την απόδοσή της, από σεβασμό στην πορεία της και στην προσφορά της στο ελληνικό θέατρο.

 Ο Αντώνης Καφετζόπουλος είναι ένας διεκπεραιωτικός , αλλά όχι χολωμένος όπως τον θέλει ο Ευριπίδης, Ποσειδώνας, που χρησιμοποιεί το ομηρικό αφήγημα – άλωση της Τροίας – για να καυτηριάσει αυτά που έκαναν οι Αθηναίοι στη Μήλο, μόλις ένα χρόνο νωρίτερα.

Ο Δημήτρης Πιατάς υποδύεται με τη γνωστή μανιέρα του τον Ταλθύβιο, έναν τύπο καθημερινό, με την υποχρέωση να μεταφέρει κακές ειδήσεις. Σε κάποιους αρέσει και σ’ άλλους, διόλου.

Ο Αλέξανδρος Μπουρδούμης παίζει με πειθώ και σθένος τον Μενέλαο, που τσακισμένος από τον πόλεμο έρχεται στην Τροία να πάρει πίσω τη γυναίκα του, ενώ όλοι οι ηθοποιοί του Κ. Θ. Β.Ε., όπως πάντα, είναι πολύ καλοί στην ερμηνεία και την εδραίωση του σκηνοθετικού οράματος.

Η Μαρία Διακοπαναγιώτου ερμηνεύει μια Κασσάνδρα υπερσεξουαλικό, βακχικό όν, όπως το ζήτησε ο σκηνοθέτης, ενώ η Ελένη της Κλειώς- Δανάης- Οθωναίου, μένει αγέρωχη στη λάμψη του φορέματός της και στο κενό της ομορφιάς της, σύμφωνα με το κείμενο.

Η Μαρίζα Τσάρη, ως Ανδρομάχη, ακολουθεί πειθήνια τις σκηνοθετικές οδηγίες που τη θέλουν μια γυναίκα περήφανη μεν, ταπεινωμένη δε και, ως μητέρα που πληροφορείται τον επικείμενο θάνατο του γιου της Αστυάνακτα, αντιδρά χαλαρά και με, σχεδόν, βουβό πόνο.

Ο Χρήστος Σουγάρης, διαβάζω στο πρόγραμμα, βραβευμένος σκηνοθέτης από την Ένωση Ελλήνων Θεατρικών Κριτικών με το βραβείο «Νέου θεατρικού δημιουργού» για το 2018, υπεύθυνος καλλιτεχνικού προγραμματισμού του ΚΘΒΕ, παρουσιάζει φέτος μια χαλαρή έως αδιάφορη ανάγνωση του αριστουργηματικού έργου του Ευριπίδη και, όπως δήλωσε ο ίδιος, ενδιαφέρθηκε σ’ αυτή την παράσταση ν’ ακούσει «ανθρώπινες φωνές να μιλούν και όχι φωνές ηθοποιών».

Επίλογος

Μια ανώνυμη ομάδα από αιχμάλωτες Τρωαδίτισσες, που αποτελούν τον Χορό της τραγωδίας, μοιάζει να τρέφει ελπίδες για την «καλοσύνη των νικητών» και για μια ευμενέστερη μεταχείριση, ανάλογα με το ποιον του «Κυρίου» που θα υπηρετούν με την υπακοή τους σ’ αυτόν. Η ομάδα, αντιθέτως, των επωνύμων ηρωίδων (Κασσάνδρα, Ανδρομάχη, Εκάβη) δεν τρέφει ψευδαισθήσεις και έχει πλήρη συνείδηση της δυστυχίας τους. Επειδή το όνομά τους είναι η ψυχή τους.

Δεν πρόκειται για μία αριστοκρατική διάκριση του ποιητή, όπως θα μπορούσε κάποιος επιπόλαια να εικάσει, επειδή δεν κάνει το όνομα τη διαφορά επιπέδου συνειδητότητας. Η διαφορά επιπέδου φέρει, αντιθέτως, πάντοτε όνομα. Οι επώνυμες ηρωίδες μεταμορφώνονται σε αιώνια σύμβολα αντίστασης στην ωμή βία.

Όλα τα πιο πάνω κάνουν επίκαιρο το έργο του Ευριπίδη, το κάνουν κυριολεκτικά μια προφητεία για τους καιρούς μας, όπου συμβαίνουν τα ίδια σε παγκόσμιο επίπεδο και όπου τα μέσα πειθαναγκασμού και ολικής χειραγώγησης των κοινωνιών, με τη βοήθεια της καλπάζουσας ανεξέλεγκτης τεχνολογίας, συναινούν πρόθυμα στην αλλοτρίωσή τους κι έχουν γίνει απείρως αποτελεσματικότερα.

Επιπροσθέτως, αυτό που κάνει τη συγκεκριμένη τραγωδία διαχρονική και επίκαιρη είναι η φρίκη του πολέμου και της ανισότητας, η άσκηση εξουσίας του ισχυρού απέναντι στον ανίσχυρο άνθρωπο, τα δεινά των γυναικών μέσα σε εμπόλεμες συνθήκες και όχι μόνο, οι φρικαλεότητες που λαμβάνουν χώρα σε εμπόλεμες περιοχές ή σε χώρες, όπου πολιτικά καθεστώτα αναγκάζουν τους ανθρώπους να αναζητούν έναν ειρηνικό τόπο, μία ελπίδα για μια καλύτερη ζωή.

Συντελεστές

Μετάφραση: Θεόδωρος Στεφανόπουλος 

 Σκηνοθεσία: Χρήστος Σουγάρης

Σκηνικά – Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου 

 Πρωτότυπη μουσική σύνθεση: Στέφανος Κορκολής 

 Κίνηση: Ερμής Μαλκότσης 

 Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου 

Βοηθός σκηνοθέτη: Χριστόφορος Μαριάδης 

 Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Δανάη Πανά 

 Οργάνωση παραγωγής: Marleen Verschuuren

* Βοηθός σκηνοθέτη (στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης): Αλέξανδρος Μαυρουδόπουλος

Διανομή (αλφαβητικά): Μελίνα Αποστολίδου (Αθηνά), Λουκία Βασιλείου (Αθηνά, Ελένη), Μομώ Βλάχου (Αθηνά), Χαρά Γιώτα (Αθηνά), Ηλέκτρα Γωνιάδου (Αθηνά), Μαρία Διακοπαναγιώτου (Κασσάνδρα), Αντώνης Καφετζόπουλος (Ποσειδώνας), Χριστίνα Μπακαστάθη (Αθηνά), Αλέξανδρος Μπουρδούμης (Μενέλαος), Μπέττυ Νικολέση (Αθηνά), Ρούλα Πατεράκη (Εκάβη), Κλειώ Δανάη Οθωναίου (Αθηνά, Ελένη), Δημήτρης Πιατάς (Ταλθύβιος), Πολυξένη Σπυροπούλου (Αθηνά), Βιργινία Ταμπαροπούλου (Αθηνά), Θεοφανώ Τζαλαβρά (Αθηνά), Μαρίζα Τσάρη (Ανδρομάχη), Μάρα Τσικάρα (Αθηνά)

* Έκτακτη αντικατάσταση: Γιάννης Χαρίσης

Γυναίκες: Μαριάννα ΑβραμάκηΜελίνα ΑποστολίδουΛουκία ΒασιλείουΜομώ ΒλάχουΧαρά ΓιώταΗλέκτρα ΓωνιάδουΖωή ΕυθυμίουΗλέκτρα ΚαρτάνουΕύη ΚουταλιανούΛωξάνδρα ΛούκαςΕλένη ΜισχοπούλουΧριστίνα ΜπακαστάθηΧρυσή ΜπαχτσεβάνηΜπέτυ ΝικολέσηΚλειώ Δανάη ΟθωναίουΠολυξένη ΣπυροπούλουΒιργινία ΤαμπαροπούλουΘεοφανώ Τζαλαβρά, Φωτεινή ΤιμοθέουΜάρα Τσικάρα
Άντρας: Χριστόφορος Μαριάδης

 ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«Η Καππαδοκία των Ζώντων Μνημείων»: Έκθεση για τον Ελληνισμό της Ανατολίας στο ΥΜΑΘ

«Η-Καππαδοκία-των-Ζώντων-Μνημείων»:-Έκθεση-για-τον-Ελληνισμό-της-Ανατολίας-στο-ΥΜΑΘ

Σε κλίμα συγκίνησης και νοσταλγίας για τις «χαμένες πατρίδες» του Ελληνισμού στην Ανατολία πραγματοποιήθηκαν στο Υπουργείο Εσωτερικών-Μακεδονίας και Θράκης τα εγκαίνια της μεγάλης Έκθεσης «Η Καππαδοκία των Ζώντων Μνημείων».
Η Έκθεση συνδιοργανώνεται από το Υπουργείο Εσωτερικών-Μακεδονίας και Θράκης, το Κέντρο Καππαδοκικών Μελετών Η Ναζιανζός, την Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, την Εφορία Αρχαιοτήτων Καβάλας και τον Δήμο Καβάλας.

Σε χαιρετισμό του ο Υφυπουργός Εσωτερικών-Μακεδονίας και Θράκης Κωνσταντίνος Π. Γκιουλέκας τόνισε τη σημασία της διατήρησης της εθνικής μνήμης για τον Ελληνισμό της Ανατολίας.

Ο Πρόεδρος του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών Καπλάνης Ιωσηφίδης, από την πλευρά του, αναφέρθηκε στην πολύχρονη προσπάθεια του Κέντρου για την διάσωση και προβολή του Ελληνισμού της Καππαδοκίας και στο πλούσιο έργο του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών. Αξίζει να σημειωθεί ότι το Ιστορικό και Εθνολογικό Μουσείο των Ελλήνων της Καππαδοκίας στη Νέα Καρβάλη, από το οποίο προέρχονται τα εκθέματα, βραβεύθηκε το 1997 ως ένα από τα πέντε καλύτερα Μουσεία της Ευρώπης, στο είδος του, με το European Museum of the year award.

Στα εγκαίνια της Έκθεσης, που τελέστηκαν στο αίθριο του Διοικητηρίου με μια εκδήλωση γεμάτη μνήμες και αρώματα Ανατολής, παρευρέθη πλήθος φίλων και μελών του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών και εκπροσώπων των Αρχών, μεταξύ των οποίων ο Αρχιμανδρίτης π. Νεκτάριος Τριανταφυλλίδης ως εκπρόσωπος του Παναγιωτάτου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Φιλοθέου, η βουλευτής Καβάλας της ΝΔ Αγγελική Δεληκάρη, ο Αντιπεριφερειάρχης Πολιτισμού και Αθλητισμού της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας Χρήστος Μήττας. Ακόμη παρευρέθηκαν ο Δήμαρχος Καρβάλης της Καππαδοκίας Ουνάλ Ντερμιτζίογλου, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Necmettin Erbacan του Ικονίου Μέτε Μιμίρογλου και μεγάλη αντιπροσωπεία του Δήμου Selcuklu του Ικονίου.
Η εκδήλωση ολοκληρώθηκε με τη συμμετοχή της χορευτικής ομάδας του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών, που απέδωσε Καππαδοκικούς χορούς και τραγούδια.

Η Έκθεση «Η Καππαδοκία των Ζώντων Μνημείων» θα λειτουργεί στο ΥΜΑΘ μέχρι τις 17 Μαΐου 2026.

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Χορωδιακή Πανδαισία στο Μεγάλο Αμφιθέατρο της Πανεπιστημιούπολης 

Χορωδιακή-Πανδαισία-στο-Μεγάλο-Αμφιθέατρο-της-Πανεπιστημιούπολης 

Τελευταία Θέματα

ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ

Χορωδιακή Πανδαισία στο Μεγάλο Αμφιθέατρο της Πανεπιστημιούπολης 

Ένα μουσικό γεγονός που υπόσχεται ν’ αγγίξει καρδιές και να μείνει αξέχαστο έρχεται για δεύτερη χρονιά στην Καβάλα!
Το Σάββατο 9 Μαΐου το Μεγάλο Αμφιθέατρο της Πανεπιστημιούπολης (πρώην Τ.Ε.Ι) Καβάλας μεταμορφώνεται σε μια μεγάλη μουσική σκηνή και σας προσκαλεί σε μια Χορωδιακή Γιορτή, με τη συμμετοχή 7 εξαιρετικών χορωδιών από διάφορα μέρη της Ελλάδας και της Κύπρου.
Σε μια βραδιά όπoυ η φωνή συναντά την ψυχή, το κοινό θα απολαύσει ένα πλούσιο ελληνικό ρεπερτόριο, με αγαπημένα έντεχνα και παραδοσιακά τραγούδια, που θα ζωντανέψουν μέσα από τις αρμονικές αποχρώσεις και τις πολυφωνίες των χορωδιών. Κάθε ομάδα φέρνει μαζί της τη μουσική ταυτότητα του τόπου της, σε μια μαγική ανταλλαγή πολιτισμού και συναισθημάτων.
Μια βραδιά που ενώνει κουλτούρες και καρδιές.
Ελάτε να ζήσετε τη μαγεία της συλλογικής έκφρασης, της μελωδίας και της συγκίνησης.
Ελάτε να τραγουδήσουμε μαζί!
Είσοδος Ελεύθερη
Διοργάνωση: Χορωδιακά Φεστιβάλ «Music Life»

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Λαχταρώ» της Σάρα Κέιν από το ΚΘΒΕ

«Λαχταρώ»-της-Σάρα-Κέιν-από-το-ΚΘΒΕ

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

“Η Σάρα Κέην πέθανε τραγικά. Ήταν τόσο μεγάλος και τόσο βαθύς ο τρόμος του κόσμου. Δεν τον άντεξε. Ήταν γυμνή. Απροστάτευτη. Γυμνά είναι και τα έργα της. Τρομαγμένα. Τρομερά.”

Χάρολντ Πίντερ, 5.2.2001
(Γραμμένο ειδικά για την παράσταση του “Καθαροί, πια” από τη “Νέα Σκηνή”)

Το εμβληματικό έργο της σπουδαίας Βρετανίδας δραματουργού «Λαχταρώ» ζωντανεύει στη σκηνή του Φουαγιέ θεάτρου της Ε.Μ.Σ., με καθαρότητα, τόλμη και βαθιά ευαισθησία, αναδεικνύοντας τον υπαρξιακό πυρήνα του κειμένου.

 Τέσσερις φωνές αλληλοσυμπληρώνονται σε μια ιδιότυπη αφήγηση -μετέωρη στον χρόνο και στον χώρο σε ένα έργο που μιλάει για τις επώδυνες διαδρομές διαφυγής του μυαλού από τα τραύματα.

Γραμμένο λίγους μήνες πριν την αυτοχειρία, το «Λαχταρώ» (Crave, 1998), είναι η τολμηρή απόπειρα της ίδιας της Κέιν να βυθιστεί στα μύχια των φόβων της και να τους καταγράψει μέσα από ένα παλίμψηστο δραματουργικών μοτίβων και προσωπικές της εξομολογήσεις.

 Αυτό είναι το τέταρτο και προτελευταίο έργο μιας ψυχικά διαταραγμένης νεαρής γυναίκας που, σε ηλικία 28 ετών (το 1999), κρεμάστηκε στο μπάνιο ενός νοσοκομείου. Δύο μέρες πριν, μια συγκάτοικός της είχε αποτρέψει την προηγούμενη απόπειρα αυτοκτονίας της. Με τη σοφία τής εκ των υστέρων γνώσης, είναι εύκολο να θεωρήσουμε το «Crave» ως το παρατεταμένο σημείωμα αυτοκτονίας ενός κλινικά καταθλιπτικού και, ως εκ τούτου, αυτοκαταστροφικού μυαλού.

Κείμενο, σε αποσπασματικό ύφος εμπνευσμένο από το έργο « Η Έρημη Χώρα» του Τ.Σ. Έλιοτ, το» Crave» ορίζει τέσσερις φωνές – χαρακτήρες, που αναγνωρίζονται μόνο ως Α, Β, Γ και Μ ( Β – Ιωάννης Αθανασόπουλος, Μ – Μομώ Βλάχου, Γ – Άννα Ευθυμίου, Α – Γιάννης Παρασκευόπουλος) σε διακειμενικό διάλογο που μετέφρασε ο Αντώνης Γαλέος.

Η απόδοση του Αντώνη Γαλέου καταφέρνει να διατηρήσει τον «κοφτό», νευρώδη ρυθμό της Κέιν, μετατρέποντας την αγγλική απόγνωση σε έναν ζωντανό, ελληνικό συναισθηματικό χείμαρρο.

Κοινή μοίρα ή καταγωγή όλων τους τα λόγια της M: «Αν αυτοκτονήσεις, θ’ αναγκαστείς να επιστρέψεις και να τα ξαναπεράσεις. Όλα. Και πάλι».

Οι ήρωες του έργου αποζητούν απελπισμένα τον έρωτα, γνωρίζουν όμως καλά ότι για να αποκτήσουν την ευτυχία πρέπει να ρισκάρουν τον ολοκληρωτικό ψυχικό, ίσως και σωματικό τους, αφανισμό. Γιατί ο έρωτας είναι ταυτόχρονα η ελπίδα και η συντριβή τους. Όπλα τους είναι οι λέξεις, οι κραυγές, τα θραύσματα αναμνήσεων, η ποίηση, τα όνειρα και οι εφιάλτες τους.

 Σε αυτό, το ΚΘΒΕ τα κατάφερε άψογα, επιλέγοντας ένα άγονο σκηνικό (Αλεξάνδρα ΜπουσουλέγκαΡάνια Υφαντίδου) με τους τέσσερις ηθοποιούς να παραμένουν στο ίδιο μέρος για ολόκληρη την πράξη, φωτισμένο με χρώματα και σκιές.

Ο σχεδιασμός φωτισμών από τη Δήμητρα Αλουτζανίδου, αξιοποιεί στον – όχι βολικό – χώρο του Φουαγιέ του θέατρου της ΕΜΣ, ευτυχώς εύστοχα, ποιότητες και χαρακτηριστικά, όπως ένταση, μορφή, κίνηση, κατεύθυνση, χρώμα, δημιουργώντας μία ιδιαίτερη «παρτιτούρα», ένα «σενάριο» για την εξέλιξη της φωτιστικής ιστορίας μέσα στην παράσταση.

 Η σκηνοθεσία συμπληρώνει τέλεια την αποπροσανατολιστική φύση του κειμένου, με την έλλειψη φυσικής αλληλεπίδρασης μεταξύ των ηθοποιών, και αποτυπώνει τον απομονωτικό αντίκτυπο που έχουν εμπειρίες, όπως ο βιασμός, η αιμομιξία, ο εθισμός στα ναρκωτικά και η παιδοφιλία.

Η κύρια οπτική εστίαση παρέχεται από προβολές σε πλάνα κομμένα, ώστε να μοιάζουν με θραύσματα σπασμένου γυαλιού (το οποίο, αν και από μόνο του ένα φθαρμένο τροπάριο, λειτουργεί καλά σε αυτό το πλαίσιο), αντανακλώντας ιδέες κατακερματισμού της ταυτότητας που διατρέχουν όλο το έργο.

 Το «Λαχταρώ» σηματοδοτεί μια αλλαγή στο στυλ της Κέιν, από το τολμηρό, προκλητικό και αυθάδες, σε μια προσπάθεια για κάτι πιο ποιητικό, αλλά το αποτέλεσμα είναι ένας ιδιόμορφος συνδυασμός των δύο.

Ούτε αρκετά αφηρημένο για να προκαλέσει στοχασμό ούτε αρκετά γραφικό για να σοκάρει, παράγει φράσεις όπως «Πού πήγε η προσωπικότητά μου… Είμαι συναισθηματικός λογοκλόπος», οι οποίες (για μένα) δε μεταφέρουν την πολυπλοκότητα των ζητημάτων που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν. 

Ενώ υπήρχαν κάποιες ατάκες που άφησαν περιθώρια για σκέψη, όπως η στιγμή που αποκαλύπτεται ότι οι κακοποιητές ενός παιδιού είναι ο πατέρας και ο παππούς του, το μεγαλύτερο μέρος του έργου έπεσε σε κουρασμένα στερεότυπα.

 Ωστόσο, αρκετά χρόνια μετά την πρεμιέρα του «Crave», πολλοί συγγραφείς έχουν ασχοληθεί με αυτά τα ανατρεπτικά θέματα, που η παρουσίασή τους στο θέατρο δεν αποτελεί πλέον αιτία διαμάχης από μόνη της, και η γραφή της Κέιν είναι ανοιχτή σε σύγκριση με μεταγενέστερα κείμενα που έχουν ασχοληθεί με τα ίδια θέματα, όμως με μεγαλύτερη σαφήνεια και λεπτότητα. Απόψεις, θα πείτε. Έχετε δίκιο.

 Επαινώ, όμως, την τόλμη του ΚΘΒΕ να παρουσιάζει έργα που είναι ταυτόχρονα «άβολα», «βρώμικα» αλλά και «όμορφα» και απαραίτητα για ρεπερτόριο μιας κρατικής σκηνής.

Το έργο έχει σχεδιαστεί για να δείξει ότι η θεατρική τέχνη είναι ισοδύναμη με την αφηρημένη τέχνη. Περιλαμβάνει τέσσερις χαρακτήρες, που ονομάζονται απλώς «Α», «Β», «Γ» και «Μ». Η δομή του είναι μη γραμμική, που σημαίνει ότι όταν μιλάει ο καθένας από τους χαρακτήρες, οι ατάκες του δεν ακολουθούν απαραίτητα κάποια συγκεκριμένη χρονολογική σειρά, ούτε το κοινό είναι πάντα σίγουρο σε ποιον απευθύνονται.

Υπάρχουν σημεία στο έργο, όπου ορισμένες συζητήσεις έχουν νόημα με την παραδοσιακή έννοια, αλλά το να ακούς τις φράσεις που λέγονται – κάτι αντίστοιχο με κείμενα του Σαίξπηρ- χρειάζεται λίγος χρόνος για να καταλάβεις τι συμβαίνει, πριν επιτευχθεί ένα επίπεδο σαφήνειας, άρα και κατανόησης.

 Η Κέιν το σχεδίασε με αυτόν τον τρόπο, έτσι ώστε το κοινό να μην είναι ποτέ σίγουρο για τι ακριβώς πρόκειται. Τα «ονόματα» των χαρακτήρων έχουν νόημα για τη θεατρική συγγραφέα και ενώ θα μπορούσε να είχε αποδώσει ένα συγκεκριμένο ψευδώνυμο στα αρχικά, το αρνήθηκε, επειδή δεν ήθελε να περιορίσει το κοινό σε μια συγκεκριμένη αντίληψη.

 Ήθελε τα υπονοούμενα να αναλυθούν από τους θεατές. Επομένως, το «Crave» δεν είναι για όλους, παράδειγμα για κείνους που αναζητούν μια αφήγηση εύκολη, με πλοκές χαρακτήρων που διδάσκουν κάτι ή που να έχει μια λυτρωτική κατάληξη.

 Αντίθετα, για θετές που τους συνεπαίρνουν συναισθήματα όπως θυμός, θλίψη, χαρά κ.λπ., ως πιο πρωτόγονα, πιο ωμά, σαν αυτά που αποδίδονται περισσότερο στα ζωώδη ένστικτά μας, κόντρα στην ανθρώπινη φύση μας, τότε αυτή η παραγωγή είναι συγκλονιστική.

 Το «Λαχταρώ» είναι ένα κείμενο σκέψης, με έντονη γραφή, που πρέπει να το αποκωδικοποιήσει ο θεατής και ο καλύτερος τρόπος είναι να το αφήσει να τον κυριεύσει.

 Οι συζητήσεις για την υπόθεση ή το όποιο μήνυμα εκλύει, μπορούν να γίνουν αργότερα, μετά την αυλαία, κι όταν ωριμάσει η αναμόχλευσή της, θα έρθει και η κατανόηση. Αυτό σημαίνει ότι η αποστολή εξετελέσθη για τη Sarah Kane.

Αυτό που δεν αμφισβητείται, ωστόσο, είναι η ποιότητα της παραγωγής και της παρουσίασης του «Crave» από το ΚΘΒΕ.

Η σκηνοθεσία της Χατζηβασιλείου είναι εντυπωσιακή, η οπτική των θεατών απέναντι στις ερμηνείες των τεσσάρων ηθοποιών, είναι σαν να κοιτάζουν τις ζωές τους μέσα από μια βιτρίνα πολυκαταστήματος, με μια λίμνη νερού ανάμεσά τους, τόσο για να αντανακλώνται αυτά τα βαθιά συναισθήματα, όσο και για να προσδίδει το νερό μια λυτρωτική ποιότητα στις συνθήκες διαβίωσής τους.

Πρόκειται για ένα εξαιρετικό σχέδιο από την Χριστίνα Χατζηβασιλείου, με ηχητικά εφέ από τον Φίλιππο Θεοχαρίδη, που ξεκινά απαλά, αλλά η ένταση μεγεθύνεται καθώς η πλοκή γίνεται πιο σκοτεινή και πιο ωμή, καταφέρνοντας να απλώσει δίχτυα, ίσως φοβικά, αλλά και ποίησης, μέσω των εικόνων.

Όπως ανέφερα, ο διάλογος παρουσιάζεται με μη γραμμικό τρόπο και αυτό απαιτεί από τους ηθοποιούς να εκτελούν τις ατάκες τους γρήγορα και με τρόπο που να κρατά το κοινό σε αγωνία, άσχετα αν σε πολλές περιπτώσεις δεν απευθύνονται προς συγκεκριμένο αποδέκτη.

Είναι έργο πολύ γρήγορο, πολύ σύντομο και δομημένο σαν νοητικός χάρτης, για να προσπαθήσουμε να το διακρίνουμε σε πραγματικό χρόνο. Αυτό που είναι σαφές, ωστόσο, είναι η ποιότητα της απαγγελίας – αφήγησης – ερμηνείας, ανεξάρτητα από τη μέθοδο.

 Ο Γιάννης Παρασκευόπουλος ως «Α», έχει μερικούς από τους μεγαλύτερους και πιο συναισθηματικά ποικίλους μονολόγους, και η μεταφορά τους γίνεται με απόλυτη ακρίβεια. Ο χαρακτήρας του είναι σαφώς προβληματισμένος και αγωνίζεται να αποδεχτεί έναν χαμένο έρωτα που φαίνεται ανεπανόρθωτος, λόγω σκοτεινών κι ανίερων πράξεών του.

Ο «Β» του Ιωάννη Αθανασόπουλου και η «Μ» της Μομώς Βλάχου, έχουν μια ανταλλαγή απόψεων που είναι άλλοτε τεταμένη κι άλλοτε ελαφρώς χιουμοριστική, αλλά και οι δύο είναι σαφώς προβληματισμένοι με τα δικά τους σοβαρά θέματα, ώστε το άγχος μεταφέρεται στις σχέσεις τους.

 Η ΄Άννα Ευθυμίου ως Γ, δίνει μια έξοχη ερμηνεία, μιλώντας για κακοποίηση στην παιδική ηλικία, διπλασιάζοντας την αγωνία της και ξεστομίζοντας αγοραίες λέξεις από οργή, ενώ οι εκφράσεις της και το ηχόχρωμα της φωνής της δημιουργούν ένα σύμπαν – συνονθύλευμα συναισθημάτων που εκρήγνυνται στη ροή του έργου, άλλοτε με οργή, άλλοτε με ωμότητα κι άλλοτε με χιούμορ, πάντα με ρεαλισμό.

Πρόκειται για τέσσερις ιδιόμορφους χαρακτήρες, που ασχολούνται με πολύ δύσκολα ζητήματα, και τέσσερις εξαιρετικούς ηθοποιούς που ερμηνεύουν με ρεαλισμό το ωμό, χωρίς αναστολές έργο της Σάρα Κέιν, όπως εκείνη ήθελε να είναι.

Μοιράζονται τον χώρο και τον χρόνο αλλά κατοικούν σε διαφορετικές σφαίρες, ελεύθεροι να πιάσουν μια λέξη από την ιστορία κάποιου άλλου και να την κάνουν δική τους. Η σχέση του «εδώ και τώρα», ή οι αναμνήσεις από περασμένα περιστατικά, συχνά βάναυσες και ενοχλητικές, πλημμυρίζουν τη συνείδηση, αφηγούνται επεισοδιακά και στη συνέχεια υποβιβάζονται στις σκιές. 

 Ουσιαστικά, οι τέσσερις χαρακτήρες κινούνται ανάμεσα στην ελπίδα και την απελπισία.

Υπάρχει, όμως, και πιο απλή γλώσσα: «Είμαι τόσο γαμημένα μόνος», λέει ο ένας, μέσα σε ένα ηχοτοπίο. «Δεν νιώθω τίποτα», λέει ένας άλλος. Αλλά τότε, ξαφνικά, κάποιος λέει «Σε ονειρεύομαι», ενώ κάποιος άλλος μιλάει για «μια απαλή χρυσή θάλασσα κάτω από έναν απαλό ροζ ουρανό» και αυτές οι ξαφνικά ελπιδοφόρες στιγμές μοιάζουν με σπίρτα που έχουν ανάψει στο σκοτάδι.

 Οι εξαιρετικοί ηθοποιοί, ως χαρακτήρες, ίσως ήθελαν να κοιτάξουν ο ένας τον άλλον και να μιλήσουν για λίγο, να διαφωνήσουν ή να βασανίσουν ο ένας τον άλλον, αλλά ούτε μία φορά δεν μπόρεσαν να αγγίξουν ο ένας τον άλλον. Αυτή η σωματική πείνα είναι ιδιαίτερα οδυνηρή, καθώς οι τέσσερίς τους πρέπει να αποδώσουν την επιθυμία και τον πόνο τους αποκλειστικά με τη δική τους κίνηση και έκφραση, ανίκανοι να βασιστούν φυσικά στους άλλους γύρω τους και αυτή την ανάγκη την αποδίδουν έξοχα όλοι τους.

Το «Λαχταρώ», του ΚΘΒΕ δεν είναι παράσταση για ένα ευρύ κοινό.

 Αν είστε από τους θεατρόφιλους που θέλουν μια όμορφα δομημένη ιστορία, που εγείρει ενσυναίσθηση και δεν απαιτεί πολλή σκέψη η εξέλιξή της στη σκηνή, αυτό το έργο δεν είναι το ιδανικό για εσάς.

 Αλλά αν σας αρέσει να σας προκαλεί μια θεατρική παράσταση που σας ζητά να δουλέψετε τη σκέψη και να αφήσετε τα λόγια και τα καλλιτεχνικά του στοιχεία να ρέουν πάνω σας, τότε το «Λαχταρώ» της Σάρα Κέιν μπορεί να είναι ακριβώς αυτό που ψάχνετε.

Βεβαίως, η γραφή στο «Crave» είναι περίπλοκη και πολυεπίπεδη. Ενώ αρχικά φαινόταν να επιβεβαιώνει τα συναισθήματα μίσους και απελπισίας που εκλύονται από την περφόρμανς, σταδιακά φαίνεται να επιβεβαιώνει την αγάπη και τη λύτρωση μέσα από δύο ισχυρά αντίθετα: τη σκληρότητα και τη συμπόνια».

Ωστόσο, οι αμφιβολίες μερίδας θεατών, δικαίως είναι ηθικές αλλά και καλλιτεχνικές. Ας δεχτούμε ότι αναρωτιέται τι επίδραση θα μπορούσε να έχει αυτή η παραγωγή σε μερικά μέλη του κοινού που είναι επιρρεπείς στην κατάθλιψη. Θα μπορούσε να προκαλέσει να μιμηθούν κάποιοι το αποτέλεσμά της ή μήπως η συνειδητοποίηση ότι δεν είναι μόνοι τους σ’ αυτό το «πηγάδι» εμποδίζει να νιώθουν τόσο απελπισμένοι;

Το «Crave» παραμένει το πιο ερμητικό, μηδενιστικό και σκοτεινό έργο της Κέιν, η οποία λαχταρά να αγαπηθεί και να αγκιστρωθεί από κάπου μέχρι και την ύστατη στιγμή. Λιτό, με μια οδυνηρή, ασάλευτη ησυχία σε σχέση με τα προηγούμενα έργα της και μια μοναξιά που γιγαντώνεται φράση τη φράση μέχρι που ο θάνατος να μοιάζει βάλσαμο». (Χριστίνα Χατζηβασιλείου, Σύγχρονη Βρετανική Δραματουργία: Το θέατρο στα μούτρα ως ανάγνωση της κοινωνικής τοπογραφίας του 1990, ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, Θεσσαλονίκη 2020, σ. 298).

*Κατάλληλο άνω των 16 ετών

Σημείωση περιεχομένου: η παράσταση αγγίζει ζητήματα ψυχικής υγείας και σεξουαλικής, σωματικής και αυτοστρεφούς βίας.

Διάρκεια παράστασης: 55 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)

Συντελεστές

Συγγραφέας – Σάρα Κέιν

Μετάφραση – Αντώνης Γαλέος

Σκηνοθεσία – Χριστίνα Χατζηβασιλείου

Δραματουργική επεξεργασία – Χριστίνα Χατζηβασιλείου

Σκηνικά – Αλεξάνδρα Μπουσουλέγκα, Ράνια Υφαντίδου

Κοστούμια – Αλεξάνδρα Μπουσουλέγκα, Ράνια Υφαντίδου

Ηχητικό περιβάλλον – Φίλιππος Θεοχαρίδης

Φωτισμοί – Δήμητρα Αλουτζανίδου

Βοηθός σκηνοθέτη – Αλεξία Παραμύθα

Οργάνωση παραγωγής – Φιλοθέη Ελευθεριάδου

Φωτογραφίες: Mike Rafail | That long black cloud

Διανομή

Β – Ιωάννης Αθανασόπουλος

Μ – Μομώ Βλάχου

Γ – Άννα Ευθυμίου

Α – Γιάννης Παρασκευόπουλος

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα