Connect with us

Πολιτισμός

Ευριπίδη «Μήδεια»: Και φέτος στο Φεστιβάλ Φιλίππων

Ευριπίδη-«Μήδεια»:-Και-φέτος-στο-Φεστιβάλ-Φιλίππων

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Ο μύθος γνωστός και πολυταξιδεμένος. Μέσα από θιάσους και υπογραφές. Τούτη τη φορά το «ταξίδι» το υπογράφει η κ. Λέα Μαλένη, η οποία γράφει στο σκηνοθετικό της σημείωμα:
«Η ισορροπία του σύμπαντος έχει διαταραχθεί. Το αίμα ξεπληρώνεται με αίμα. Άλλη μια επώδυνη θυσία πρέπει να γίνει για να καθαρίσει την προηγούμενη και να επαναφέρει την κοσμική τάξη. Η Μήδεια γνωρίζει. Έχει την κατάρα της Σοφίας, έχοντας ποτίσει με το αίμα του Προμηθέα απ’ τα βουνά του Καυκάσου τα βότανα των ιερών τελετών της.

Ξένη. Προδομένη. Πρόσφυγας.

Γυναίκα- τρόπαιο, όχημα εξουσίας για έναν άντρα που τη χρησιμοποιεί μόνο για να πετύχει τον σκοπό του.

Η αιώνια πάλη μεταξύ αρσενικού και θηλυκού και η σύγκρουση ανάμεσα στην αρχέγονη πίστη των όρκων και τον στείρο ορθολογισμό, ενδεικτικό μιας κοινωνίας με συγκεκριμένο υλιστικό προσανατολισμό. Μια αναγωγή στην Αθήνα της εποχής και στην επεκτατική πολιτική παντός καιρού, που σκοτώνει τα παιδιά της στο βωμό της δύναμης, της εξουσίας και του κέρδους.

Τα αρχέτυπα παραμένουν αρχέτυπα, σ’ έναν μύθο που εκσυγχρονίζεται, με σημείο Μηδέν το Σήμερα· σε μια ατέρμονη, καταραμένη πάλη επιβίωσης του ανθρώπινου γένους, όπως αυτήν που σηκώνει στους ώμους του ο Σίσυφος, ως αποτέλεσμα της τιμωρίας του από τους Θεούς».

Το έργο

Η Μήδεια ήταν κόρη του βασιλιά της Κολχίδας Αιήτη, εγγονή του Ήλιου και ανιψιά της μάγισσας Κίρκης. Ο Ιάσονας συνάντησε τη Μήδεια στη διάρκεια της Αργοναυτικής εκστρατείας και, χωρίς τη βοήθειά της, δεν θα είχε σταθεί δυνατό να πάρει το χρυσόμαλλο δέρας.

Η Μήδεια για να τον ακολουθήσει και να του δώσει τη νίκη, όχι μόνο πρόδωσε και εγκατέλειψε τον πατέρα της αλλά πήρε και ως όμηρο τον αδελφό του Άψυρτο, τον οποίο δε δίστασε να σκοτώσει και να κομματιάσει.

Η Μήδεια και ο Ιάσων τελικά πηγαίνουν να ζήσουν στην Κόρινθο και όλα αλλάζουν από τη στιγμή που ο Κρέοντας, ο βασιλιάς της Κορίνθου, αποφασίζει να παντρέψει την κόρη του Γλαύκη με τον Ιάσονα.

Καθώς η οργή της Μήδειας αρχίζει να εκδηλώνεται, ο Κρέων την εξορίζει από την Κόρινθο, εκείνη όμως κατορθώνει να εξασφαλίσει προθεσμία μίας ημέρας.

Η Μήδεια ξεκινά την εκδίκησή της απέναντι στον Ιάσονα αφανίζοντας την αντίζηλο και τον πατέρα της . Έπειτα, σκοτώνει τα παιδιά της πραγματοποιώντας τις εκδικητικές απειλές της.

Στο τέλος, εμφανίζεται σε ιπτάμενο άρμα -δώρο του προπάππου της Ήλιου και κατευθύνεται προς την Αθήνα.

Ανάγνωση

Μπορώ να πω ότι, πιθανώς, καμία άλλη γυναικεία μορφή του ευριπιδικού στερεώματος δεν αντιστέκεται τόσο στις συνήθεις ταξινομήσεις και δεν είναι τόσο πολυδιάστατη και αντιφατική όσο η Μήδεια, η οποία, όπως έχει γραφτεί, συνδυάζει την αυθάδεια (ισχυρογνωμοσύνη, πείσμα) του Αίαντα με τη δολιότητα του Οδυσσέα. Πριν ακόμη εμφανιστεί στη σκηνή και πριν ακουστεί καν, η Μήδεια είναι παρούσα μέσα από τα λόγια των ταπεινών προσώπων της Τροφού και του Παιδαγωγού. Την αρχική εικόνα της απόγνωσης διαδέχονται εικόνες ανησυχητικές και απειλητικές, που επιτείνονται από τις σπαρακτικές κραυγές και τις κατάρες που εκστομίζει αθέατη η Μήδεια έσωθεν. Από τη στιγμή ωστόσο που εμφανίζεται στη σκηνή χαρακτηρίζεται από αξιοθαύμαστη αυτοκυριαρχία.

Μετερχόμενη άλλοτε θεμιτά και άλλοτε αθέμιτα μέσα, προσεταιρίζεται, εξουδετερώνει ή χειραγωγεί αλληλοδιαδόχως όλους όσοι βρίσκονται απέναντί της, τον χορό Κορινθίων γυναικών, τον Κρέοντα, τον Αιγέα και τον Ιάσονα, ώστε να μπορέσει να εξυφάνει και να εκδιπλώσει βαθμιαία το σχέδιο εκδίκησης, απροσδόκητο επιστέγασμα του οποίου συνιστά η παιδοκτονία. Μόνο στην κομβικής σημασίας σκηνή του διάσημου “μονολόγου ” η Μήδεια ταλαντεύεται προς στιγμήν και παλινδρομεί.

 Όταν τα πράγματα έχουν πάρει αμετάκλητη τροπή με τον μαρτυρικό θάνατο του Κρέοντα και της κόρης του, που περιγράφεται με απαράμιλλη αφηγηματική δεξιοτεχνία στην αγγελική ρήση, η Μήδεια επιβεβαιώνει την απόφασή της να θανατώσει τα παιδιά, απευθύνει προτροπές εις εαυτήν, προκειμένου να μπορέσει να πράξει το αδιανόητο, και, έπειτα από αδιάλειπτη παρουσία στη σκηνή για περισσότερους από χίλιους στίχους, εισέρχεται στο σπίτι, από όπου ακούγονται σε λίγο οι εναγώνιες κραυγές των παιδιών. Στη σκηνή της εξόδου η Μήδεια, που βρίσκεται ήδη πάνω στο φτερωτό άρμα έχοντας μαζί της τα νεκρά σώματα των παιδιών, σχεδόν εξισώνεται με θεό από μηχανής και απευθύνεται στον αποσβολωμένο Ιάσονα, σ’ αυτόν τον ανελέητο ύστατο διάλογο, από θέση απόλυτης επιβολής.

Αν πούμε πως η Μήδεια, τη στιγμή που σκοτώνει τα αγαπημένα της παιδιά αποκλειστικά και μόνο για να εκδικηθεί τον Ιάσονα, δρα ενεργώντας σύμφωνα με τα προστάγματα του σκοτεινού κομματιού της ψυχής της, εξαντλούμε άραγε το ερώτημα του πώς κατέστη δυνατή μια τέτοια φρικτή και εξωανθρώπινη πράξη;

Η πραγματικότητα της τρέλας ανέκαθεν υπήρξε για τον άνθρωπο μια συνθήκη που τον σαστίζει, μια πραγματικά «οριακή κατάσταση». Η κατάσταση της ψύχωσης -της σχιζοφρένειας, στις ακραίες της μορφές, όπως την κωδικοποιεί η σύγχρονη Ψυχιατρική, είναι μια κατάσταση τόσο ανοίκεια σε όλους μας, όσο και οικεία, επίφοβη .Τίθεται, λοιπόν, το ερώτημα: Μετέχει της τρέλας η πράξη της Μήδειας να σκοτώσει τα παιδιά της; Το αδιαμφισβήτητο πάντως είναι πως ο έρωτας σ’ αυτήν την περίπτωση «ξεκλειδώνει» την πόρτα για την Άβυσσο, κινητοποιεί και αποκωδικοποιεί υπέρτερες σκοτεινές πραγματικότητες. Ή μήπως πάρα πολύ ανθρώπινες;

 Η παράσταση

Η τροφός ( Ελένη Καστάνη) πρώτη αποσχίζεται από το σύνολο και ως «κήρυκας» μιλά για τον έρωτα, το αδικαίωτο ερωτικό ένστικτο, την εκδίκηση, την αδικία εναντίον της ετερότητας, τη σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης και μας προϊδεάζει για τη συνέχεια.

Σαφώς ενδιαφέρουσα η πρόταση της κ. Μαλένη. Μια σύγχρονη, με σεβασμό στο αρχετυπικό κείμενο, καλλιτεχνική άποψη στην αιματοβαμμένη ιστορία της Μήδειας. Η σκηνοθεσία και η ερμηνεία της Μαρίας Κίτσου συνιστούν τον πυρήνα της διαφοροποιημένης ποιότητας αυτής της έντιμης παράστασης. Φυσικά, μεταξύ των δύο, τον πρώτο λόγο έχει η ωφέλιμη έκφραση της σκηνοθεσίας, με έναν τρόπο πιο εγκεφαλικό. Έως και ταπεινό. Μόνο εάν παρατηρείς προσεκτικά, τι είναι αυτό που τον ξεχωρίζει, θα εκτιμήσεις την αξιοποίηση του ταλέντου και των γνώσεων.

Με το σκηνικό στη μέση της ορχήστρας να κυριαρχεί, ένας λόφος και στις παρυφές του χώματα, όπως το σχεδίασε ο Γιώργος Γαβαλάς, η κίνηση (Φρόσω Κορρού) και τα εξαίσια χορικά του Θέμη Καραμουρατίδη τονίζουν αυτομάτως και τη δομή της τραγωδίας : πρόλογος-πάροδος-επεισόδιο-στάσιμο-έξοδος. Παριστάνονται κατά τρόπο κλασσικό μεν, πλήρως κατανοητό δε.

 Στην πάροδο, η βασική θεματολογία του έργου πέρασε από τα κεντρικά πρόσωπα, ενώ μπορούμε να μιλήσουμε για κατοχύρωση χαρακτήρα χορού, έστω κι αν «Χορός» στο έργο είναι δευτερεύον σκέλος. Οι έξι κοπέλες επιτελούν σπουδαίο έργο στο μέτρο της εμβέλειάς τους από τον ποιητή και στο όριο της σκηνοθετικής γραμμής. Σε διάταξη εικαστικών έργων στον τοίχο – πέτασμα, αλλά και εξόχως αρμονική γύρω από τους ήρωες ή γύρω από το σκηνικό, το οποίο θα μπορούσε κανείς να το ονοματίσει βωμό στη θεά Εκάτη, που λάτρευε η Μήδεια ή πόλη της Κορίνθου ή παλάτι βασιλικό ή νυφική παστάδα, διότι ένας όγκος συμβολίζει το οτιδήποτε στο κέντρο . Από το πιο απλοϊκό: «βουνό τα προβλήματα», έως το πιο πολυσύνθετο: «μια κονίστρα αγώνα μεταξύ αρσενικού -θηλυκού, όπου το ένα προσπαθεί να ρημάξει το άλλο διά μέσου του λόγου».

Το στάσιμο, θαρρώ πως είναι ένα εύστοχο σύνολο κινήσεων, μουσικών γεφυρών , ίσως και σκόρπιων στοχασμών, έτσι όπως ο Βολανάκης διάνθισε το κείμενο. Η φιλοσοφική και διδακτική αξία της τραγωδίας , ωστόσο, εμφανώς διαπερνά τους θεατές και το εξέλαβα από τις αντιδράσεις τους. Σημαντικότατη, βεβαίως, η συμμετοχή της ερμηνείας της κεντρικής ηρωίδας σ’ αυτό. Τέλος, η καταληκτήρια σκηνή στην έξοδο είναι καθηλωτική. Συνδυάζει το διαλογικό με το λυρικό στοιχείο.

Η Μαρία Κίτσου, ως Μήδεια, υποδύεται συγκλονιστικά την προδομένη γυναίκα, το ερωτοχτυπημένο μα αδικημένο και αλαφιασμένο θηλυκό, την τραγική μάνα αλλά και την σκληρή κι εκδικητική «λέαινα». Δικαίως συγκινεί το κοινό και καταχειροκροτείται.

Επιτυχώς η σκηνοθέτις δίνει διαχρονικό περιτύλιγμα στο πόνημά της είτε με τη διάταξη ηθοποιών είτε με τη μουσική του Θέμη Καραμουρατίδη ή με τους χαμηλούς φωτισμούς του Νίκου Σωτηρόπουλου σε όλη τη διάρκεια της παράστασης και αφήνει τους ηθοποιούς να ερμηνεύσουν τους ρόλους με κλασικίζοντα τρόπο. Έτσι, ακούμε καθαρό τραγικό λόγο (συγκινητική η μετάφραση του Μίνου Βολανάκη) από την εξαιρετική Μήδεια- Μαρία Κίτσου, τον Αιγέα- Βασίλη Αλεξανδρή, τον Κρέοντα- Λαέρτη Μαλκότση, τον Εξάγγελο – Αλμπέρτο Φάις, τον Παιδαγωγό – Θόδωρο Κατσαφάδο και τον Ιάσωνα- Φάνη Μουρατίδη, ο οποίος δίνει την πλευρά εκείνη του ήρωα, την άμυαλη εγωκεντρική και , σχεδόν, κωμικά ελαφρόμυαλη. Ταυτόχρονα, δείχνει κι έναν τυχοδιωκτισμό, αυτόν ακριβώς που γοητεύει τις γυναίκες.

Σ’ αυτή τη «φρόνιμη» παράσταση, οι θεατές – παλιοί και νέοι – γευόμαστε μια πρόταση καινούργια μεν, χωρίς να κομίζει περίεργες καινοτομίες, αλλά με σεβασμό στον αρχετυπικό λόγο.

Τα κοστούμια σε γραμμή ακαθόριστη χρονικά, αλλά άποψη που δεν ενόχλησε.

Στη συνολική πρόταση της κ. Μαλένη, βρήκα ευφάνταστη την ανάθεση του ρόλου της Τροφού στην Ελένη Καστάνη, η οποία τον ερμήνευσε με τον ιδιάζοντα τρόπο της. Ιδίως στις σκηνές που νουθετούσε τη Μήδεια – ηρωίδα, το αποτέλεσμα ήταν εξόχως εντυπωσιακό και πιστοποίησε του λόγου του Ευριπίδη «δυο φορές βάρβαρη η Μήδεια», το αληθές.

Ο Χορός, πρωταγωνιστής της τραγωδίας συνήθως, στον Ευριπίδη περιορίζεται σε δευτερεύοντα ρόλο. Οι : Αλίκη Αβδελοπούλου, Στέλλα Ράπτη, Έλενα Χατζηαυξέντη, Μυρτώ Παπά – Αργυροπούλου, Γωγώ Παπαϊωάννου και Μυρτώ Καστρινάκη- Μεϊτάνη, προσπαθούν φιλότιμα για το καλύτερο, συμπονούν ή συμβουλεύουν τη Μήδεια, αλλά εντυπωσιάζουν σε υπερθετικό βαθμό το κοινό με τις υπέροχες φωνές τους, στα χορικά της τραγωδίας.

Η «Μήδεια», άλλωστε, επιφυλάσσει ιδιαίτερο ρόλο για τους χαρακτήρες που προέρχονται από τα ταπεινότερα κοινωνικά στρώματα (την Τροφό, τον Παιδαγωγό, τον Χορό). Οι απλοί άνθρωποι του έργου είναι γενικά εκείνοι που δημιουργούν κλίμα συμπάθειας και κατανόησης για την ξένη γυναίκα από την Κολχίδα, την οποία έχει προδώσει ο άνδρας της και η οποία έχει κάθε δικαίωμα να οργίζεται και να επικαλείται τους θεούς της εκδίκησης, ακόμη και τον ίδιο τον Δία, τον προστάτη των όρκων.

Εν κατακλείδι, η φετινή Μήδεια που περιοδεύει τη χώρα είναι μια κλασσική, έντιμη παράσταση, χωρίς να διεκδικεί επιβραβεύσεις για καινοτόμες γραμμές.

 Επίλογος

Η Μήδεια, γυναίκα μοναδική που υπονομεύει και ανακατασκευάζει όλες τις στερεοτυπικές αντιλήψεις για το φύλο της, αυτές που η ίδια χρησιμοποιεί προκειμένου να επιτύχει τους στόχους της. Αντιμέτωπη με την ανδρική εξουσία υιοθετεί όλα τα προσωπεία, όλες τις συμπεριφορές που αναμένονται παραδοσιακά από μέρους της. Γίνεται καλή, γλυκιά, παρακαλεί, δείχνει την αδυναμία της. Επικαλείται τη μητρική της ιδιότητα, το ανίσχυρο της θέσης της και των παιδιών της. Και με αυτά τα δίχτυα πιάνει τους εχθρούς της αποκαλύπτοντας το αληθινό μέγεθος της δύναμής και της ευφυΐας της, αλλά και της λυσσαλέας, καταστρεπτικής μανίας της.

Η σκηνοθέτρια Λέα Μαλένη είναι απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου, του Πανεπιστημίου Queen Margaret (BA, Performing Arts) και του Goldsmiths College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου (MA, Directing). Η Λέα Μαλένη έχει τιμηθεί με το Βραβείο Υποκριτικής ΘΟΚ-Μελίνα Μερκούρη, ενώ από το 2011 είναι υποψήφια για το Ευρωπαϊκό Βραβείο «New Theatrical Realities» (European Premio Theatre Awards).

Δεκατρείς ηθοποιοί ζωντανεύουν επί σκηνής, σύμφωνα με το όραμα της κ. Μαλένη, το μεγαλύτερο και αγριότερο παραμύθι που επινοήθηκε ποτέ για τον έρωτα. Μέσα από τα υλικά του ονείρου φανερώνεται η βαθιά λαχτάρα του ανθρώπου να ενωθεί με το άλλο του μισό.

Συντελεστές

Μετάφραση: Μίνως Βολανάκης
Σκηνοθεσία: Λέα Μαλένη
Μουσική: Θέμης Καραμουρατίδης
Σκηνικά: Γιώργος Γαβαλάς
Κοστούμια: Kλαιρ Μπρέισγουελ
Κίνηση: Φρόσω Κορρού
Σχεδιασμός Φωτισμού: Νίκος Σωτηρόπουλος
Μουσική Διδασκαλία: Χρίστος Θεοδώρου
Βοηθός Σκηνοθέτη: Σταυριάνα Καδή
Βοηθός σκηνογράφου: Νικόλας Κανάβαρης
Βοηθός ενδυματολόγου: Κυράννα Γκιόκα
Διαφήμιση – Social Media: Renegade Media/Βασίλης Ζαρκαδούλας
Φωτογραφίες: Έλενα Γιουνανλή

Διανομή:
ΜΗΔΕΙΑ: Μαρία Κίτσου
ΙΑΣΟΝΑΣ: Φάνης Μουρατίδης
ΤΡΟΦΟΣ: Ελένη Καστάνη
ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ: Θοδωρής Κατσαφάδος
ΑΙΓΕΑΣ: Βαγγέλης Αλεξανδρής
ΚΡΕΟΝΤΑΣ: Λαέρτης Μαλκότσης
ΑΓΓΕΛΟΣ: Αλμπέρτο Φάις

ΧΟΡΟΣ:
Αλίκη Αβδελοπούλου
Στέλλα Ράπτη
Έλενα Χατζηαυξέντη
Μυρτώ Παπά- Αργυροπούλου
Γωγώ Παπαϊωάννου
Μυρτώ Καστρινάκη Μεϊτάνη

Παραγωγή: Θεατρικές Επιχειρήσεις Τάγαρη
Οργάνωση Παραγωγής: Ντόρα Βαλσαμάκη
Επικοινωνία-Προβολή: Μαρκέλλα Καζαμία

Οι φωτογραφίες είναι του Λάσκαρη Τσούτσα

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«Η Καππαδοκία των Ζώντων Μνημείων»: Έκθεση για τον Ελληνισμό της Ανατολίας στο ΥΜΑΘ

«Η-Καππαδοκία-των-Ζώντων-Μνημείων»:-Έκθεση-για-τον-Ελληνισμό-της-Ανατολίας-στο-ΥΜΑΘ

Σε κλίμα συγκίνησης και νοσταλγίας για τις «χαμένες πατρίδες» του Ελληνισμού στην Ανατολία πραγματοποιήθηκαν στο Υπουργείο Εσωτερικών-Μακεδονίας και Θράκης τα εγκαίνια της μεγάλης Έκθεσης «Η Καππαδοκία των Ζώντων Μνημείων».
Η Έκθεση συνδιοργανώνεται από το Υπουργείο Εσωτερικών-Μακεδονίας και Θράκης, το Κέντρο Καππαδοκικών Μελετών Η Ναζιανζός, την Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, την Εφορία Αρχαιοτήτων Καβάλας και τον Δήμο Καβάλας.

Σε χαιρετισμό του ο Υφυπουργός Εσωτερικών-Μακεδονίας και Θράκης Κωνσταντίνος Π. Γκιουλέκας τόνισε τη σημασία της διατήρησης της εθνικής μνήμης για τον Ελληνισμό της Ανατολίας.

Ο Πρόεδρος του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών Καπλάνης Ιωσηφίδης, από την πλευρά του, αναφέρθηκε στην πολύχρονη προσπάθεια του Κέντρου για την διάσωση και προβολή του Ελληνισμού της Καππαδοκίας και στο πλούσιο έργο του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών. Αξίζει να σημειωθεί ότι το Ιστορικό και Εθνολογικό Μουσείο των Ελλήνων της Καππαδοκίας στη Νέα Καρβάλη, από το οποίο προέρχονται τα εκθέματα, βραβεύθηκε το 1997 ως ένα από τα πέντε καλύτερα Μουσεία της Ευρώπης, στο είδος του, με το European Museum of the year award.

Στα εγκαίνια της Έκθεσης, που τελέστηκαν στο αίθριο του Διοικητηρίου με μια εκδήλωση γεμάτη μνήμες και αρώματα Ανατολής, παρευρέθη πλήθος φίλων και μελών του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών και εκπροσώπων των Αρχών, μεταξύ των οποίων ο Αρχιμανδρίτης π. Νεκτάριος Τριανταφυλλίδης ως εκπρόσωπος του Παναγιωτάτου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Φιλοθέου, η βουλευτής Καβάλας της ΝΔ Αγγελική Δεληκάρη, ο Αντιπεριφερειάρχης Πολιτισμού και Αθλητισμού της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας Χρήστος Μήττας. Ακόμη παρευρέθηκαν ο Δήμαρχος Καρβάλης της Καππαδοκίας Ουνάλ Ντερμιτζίογλου, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Necmettin Erbacan του Ικονίου Μέτε Μιμίρογλου και μεγάλη αντιπροσωπεία του Δήμου Selcuklu του Ικονίου.
Η εκδήλωση ολοκληρώθηκε με τη συμμετοχή της χορευτικής ομάδας του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών, που απέδωσε Καππαδοκικούς χορούς και τραγούδια.

Η Έκθεση «Η Καππαδοκία των Ζώντων Μνημείων» θα λειτουργεί στο ΥΜΑΘ μέχρι τις 17 Μαΐου 2026.

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Χορωδιακή Πανδαισία στο Μεγάλο Αμφιθέατρο της Πανεπιστημιούπολης 

Χορωδιακή-Πανδαισία-στο-Μεγάλο-Αμφιθέατρο-της-Πανεπιστημιούπολης 

Τελευταία Θέματα

ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ

Χορωδιακή Πανδαισία στο Μεγάλο Αμφιθέατρο της Πανεπιστημιούπολης 

Ένα μουσικό γεγονός που υπόσχεται ν’ αγγίξει καρδιές και να μείνει αξέχαστο έρχεται για δεύτερη χρονιά στην Καβάλα!
Το Σάββατο 9 Μαΐου το Μεγάλο Αμφιθέατρο της Πανεπιστημιούπολης (πρώην Τ.Ε.Ι) Καβάλας μεταμορφώνεται σε μια μεγάλη μουσική σκηνή και σας προσκαλεί σε μια Χορωδιακή Γιορτή, με τη συμμετοχή 7 εξαιρετικών χορωδιών από διάφορα μέρη της Ελλάδας και της Κύπρου.
Σε μια βραδιά όπoυ η φωνή συναντά την ψυχή, το κοινό θα απολαύσει ένα πλούσιο ελληνικό ρεπερτόριο, με αγαπημένα έντεχνα και παραδοσιακά τραγούδια, που θα ζωντανέψουν μέσα από τις αρμονικές αποχρώσεις και τις πολυφωνίες των χορωδιών. Κάθε ομάδα φέρνει μαζί της τη μουσική ταυτότητα του τόπου της, σε μια μαγική ανταλλαγή πολιτισμού και συναισθημάτων.
Μια βραδιά που ενώνει κουλτούρες και καρδιές.
Ελάτε να ζήσετε τη μαγεία της συλλογικής έκφρασης, της μελωδίας και της συγκίνησης.
Ελάτε να τραγουδήσουμε μαζί!
Είσοδος Ελεύθερη
Διοργάνωση: Χορωδιακά Φεστιβάλ «Music Life»

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Λαχταρώ» της Σάρα Κέιν από το ΚΘΒΕ

«Λαχταρώ»-της-Σάρα-Κέιν-από-το-ΚΘΒΕ

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

“Η Σάρα Κέην πέθανε τραγικά. Ήταν τόσο μεγάλος και τόσο βαθύς ο τρόμος του κόσμου. Δεν τον άντεξε. Ήταν γυμνή. Απροστάτευτη. Γυμνά είναι και τα έργα της. Τρομαγμένα. Τρομερά.”

Χάρολντ Πίντερ, 5.2.2001
(Γραμμένο ειδικά για την παράσταση του “Καθαροί, πια” από τη “Νέα Σκηνή”)

Το εμβληματικό έργο της σπουδαίας Βρετανίδας δραματουργού «Λαχταρώ» ζωντανεύει στη σκηνή του Φουαγιέ θεάτρου της Ε.Μ.Σ., με καθαρότητα, τόλμη και βαθιά ευαισθησία, αναδεικνύοντας τον υπαρξιακό πυρήνα του κειμένου.

 Τέσσερις φωνές αλληλοσυμπληρώνονται σε μια ιδιότυπη αφήγηση -μετέωρη στον χρόνο και στον χώρο σε ένα έργο που μιλάει για τις επώδυνες διαδρομές διαφυγής του μυαλού από τα τραύματα.

Γραμμένο λίγους μήνες πριν την αυτοχειρία, το «Λαχταρώ» (Crave, 1998), είναι η τολμηρή απόπειρα της ίδιας της Κέιν να βυθιστεί στα μύχια των φόβων της και να τους καταγράψει μέσα από ένα παλίμψηστο δραματουργικών μοτίβων και προσωπικές της εξομολογήσεις.

 Αυτό είναι το τέταρτο και προτελευταίο έργο μιας ψυχικά διαταραγμένης νεαρής γυναίκας που, σε ηλικία 28 ετών (το 1999), κρεμάστηκε στο μπάνιο ενός νοσοκομείου. Δύο μέρες πριν, μια συγκάτοικός της είχε αποτρέψει την προηγούμενη απόπειρα αυτοκτονίας της. Με τη σοφία τής εκ των υστέρων γνώσης, είναι εύκολο να θεωρήσουμε το «Crave» ως το παρατεταμένο σημείωμα αυτοκτονίας ενός κλινικά καταθλιπτικού και, ως εκ τούτου, αυτοκαταστροφικού μυαλού.

Κείμενο, σε αποσπασματικό ύφος εμπνευσμένο από το έργο « Η Έρημη Χώρα» του Τ.Σ. Έλιοτ, το» Crave» ορίζει τέσσερις φωνές – χαρακτήρες, που αναγνωρίζονται μόνο ως Α, Β, Γ και Μ ( Β – Ιωάννης Αθανασόπουλος, Μ – Μομώ Βλάχου, Γ – Άννα Ευθυμίου, Α – Γιάννης Παρασκευόπουλος) σε διακειμενικό διάλογο που μετέφρασε ο Αντώνης Γαλέος.

Η απόδοση του Αντώνη Γαλέου καταφέρνει να διατηρήσει τον «κοφτό», νευρώδη ρυθμό της Κέιν, μετατρέποντας την αγγλική απόγνωση σε έναν ζωντανό, ελληνικό συναισθηματικό χείμαρρο.

Κοινή μοίρα ή καταγωγή όλων τους τα λόγια της M: «Αν αυτοκτονήσεις, θ’ αναγκαστείς να επιστρέψεις και να τα ξαναπεράσεις. Όλα. Και πάλι».

Οι ήρωες του έργου αποζητούν απελπισμένα τον έρωτα, γνωρίζουν όμως καλά ότι για να αποκτήσουν την ευτυχία πρέπει να ρισκάρουν τον ολοκληρωτικό ψυχικό, ίσως και σωματικό τους, αφανισμό. Γιατί ο έρωτας είναι ταυτόχρονα η ελπίδα και η συντριβή τους. Όπλα τους είναι οι λέξεις, οι κραυγές, τα θραύσματα αναμνήσεων, η ποίηση, τα όνειρα και οι εφιάλτες τους.

 Σε αυτό, το ΚΘΒΕ τα κατάφερε άψογα, επιλέγοντας ένα άγονο σκηνικό (Αλεξάνδρα ΜπουσουλέγκαΡάνια Υφαντίδου) με τους τέσσερις ηθοποιούς να παραμένουν στο ίδιο μέρος για ολόκληρη την πράξη, φωτισμένο με χρώματα και σκιές.

Ο σχεδιασμός φωτισμών από τη Δήμητρα Αλουτζανίδου, αξιοποιεί στον – όχι βολικό – χώρο του Φουαγιέ του θέατρου της ΕΜΣ, ευτυχώς εύστοχα, ποιότητες και χαρακτηριστικά, όπως ένταση, μορφή, κίνηση, κατεύθυνση, χρώμα, δημιουργώντας μία ιδιαίτερη «παρτιτούρα», ένα «σενάριο» για την εξέλιξη της φωτιστικής ιστορίας μέσα στην παράσταση.

 Η σκηνοθεσία συμπληρώνει τέλεια την αποπροσανατολιστική φύση του κειμένου, με την έλλειψη φυσικής αλληλεπίδρασης μεταξύ των ηθοποιών, και αποτυπώνει τον απομονωτικό αντίκτυπο που έχουν εμπειρίες, όπως ο βιασμός, η αιμομιξία, ο εθισμός στα ναρκωτικά και η παιδοφιλία.

Η κύρια οπτική εστίαση παρέχεται από προβολές σε πλάνα κομμένα, ώστε να μοιάζουν με θραύσματα σπασμένου γυαλιού (το οποίο, αν και από μόνο του ένα φθαρμένο τροπάριο, λειτουργεί καλά σε αυτό το πλαίσιο), αντανακλώντας ιδέες κατακερματισμού της ταυτότητας που διατρέχουν όλο το έργο.

 Το «Λαχταρώ» σηματοδοτεί μια αλλαγή στο στυλ της Κέιν, από το τολμηρό, προκλητικό και αυθάδες, σε μια προσπάθεια για κάτι πιο ποιητικό, αλλά το αποτέλεσμα είναι ένας ιδιόμορφος συνδυασμός των δύο.

Ούτε αρκετά αφηρημένο για να προκαλέσει στοχασμό ούτε αρκετά γραφικό για να σοκάρει, παράγει φράσεις όπως «Πού πήγε η προσωπικότητά μου… Είμαι συναισθηματικός λογοκλόπος», οι οποίες (για μένα) δε μεταφέρουν την πολυπλοκότητα των ζητημάτων που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν. 

Ενώ υπήρχαν κάποιες ατάκες που άφησαν περιθώρια για σκέψη, όπως η στιγμή που αποκαλύπτεται ότι οι κακοποιητές ενός παιδιού είναι ο πατέρας και ο παππούς του, το μεγαλύτερο μέρος του έργου έπεσε σε κουρασμένα στερεότυπα.

 Ωστόσο, αρκετά χρόνια μετά την πρεμιέρα του «Crave», πολλοί συγγραφείς έχουν ασχοληθεί με αυτά τα ανατρεπτικά θέματα, που η παρουσίασή τους στο θέατρο δεν αποτελεί πλέον αιτία διαμάχης από μόνη της, και η γραφή της Κέιν είναι ανοιχτή σε σύγκριση με μεταγενέστερα κείμενα που έχουν ασχοληθεί με τα ίδια θέματα, όμως με μεγαλύτερη σαφήνεια και λεπτότητα. Απόψεις, θα πείτε. Έχετε δίκιο.

 Επαινώ, όμως, την τόλμη του ΚΘΒΕ να παρουσιάζει έργα που είναι ταυτόχρονα «άβολα», «βρώμικα» αλλά και «όμορφα» και απαραίτητα για ρεπερτόριο μιας κρατικής σκηνής.

Το έργο έχει σχεδιαστεί για να δείξει ότι η θεατρική τέχνη είναι ισοδύναμη με την αφηρημένη τέχνη. Περιλαμβάνει τέσσερις χαρακτήρες, που ονομάζονται απλώς «Α», «Β», «Γ» και «Μ». Η δομή του είναι μη γραμμική, που σημαίνει ότι όταν μιλάει ο καθένας από τους χαρακτήρες, οι ατάκες του δεν ακολουθούν απαραίτητα κάποια συγκεκριμένη χρονολογική σειρά, ούτε το κοινό είναι πάντα σίγουρο σε ποιον απευθύνονται.

Υπάρχουν σημεία στο έργο, όπου ορισμένες συζητήσεις έχουν νόημα με την παραδοσιακή έννοια, αλλά το να ακούς τις φράσεις που λέγονται – κάτι αντίστοιχο με κείμενα του Σαίξπηρ- χρειάζεται λίγος χρόνος για να καταλάβεις τι συμβαίνει, πριν επιτευχθεί ένα επίπεδο σαφήνειας, άρα και κατανόησης.

 Η Κέιν το σχεδίασε με αυτόν τον τρόπο, έτσι ώστε το κοινό να μην είναι ποτέ σίγουρο για τι ακριβώς πρόκειται. Τα «ονόματα» των χαρακτήρων έχουν νόημα για τη θεατρική συγγραφέα και ενώ θα μπορούσε να είχε αποδώσει ένα συγκεκριμένο ψευδώνυμο στα αρχικά, το αρνήθηκε, επειδή δεν ήθελε να περιορίσει το κοινό σε μια συγκεκριμένη αντίληψη.

 Ήθελε τα υπονοούμενα να αναλυθούν από τους θεατές. Επομένως, το «Crave» δεν είναι για όλους, παράδειγμα για κείνους που αναζητούν μια αφήγηση εύκολη, με πλοκές χαρακτήρων που διδάσκουν κάτι ή που να έχει μια λυτρωτική κατάληξη.

 Αντίθετα, για θετές που τους συνεπαίρνουν συναισθήματα όπως θυμός, θλίψη, χαρά κ.λπ., ως πιο πρωτόγονα, πιο ωμά, σαν αυτά που αποδίδονται περισσότερο στα ζωώδη ένστικτά μας, κόντρα στην ανθρώπινη φύση μας, τότε αυτή η παραγωγή είναι συγκλονιστική.

 Το «Λαχταρώ» είναι ένα κείμενο σκέψης, με έντονη γραφή, που πρέπει να το αποκωδικοποιήσει ο θεατής και ο καλύτερος τρόπος είναι να το αφήσει να τον κυριεύσει.

 Οι συζητήσεις για την υπόθεση ή το όποιο μήνυμα εκλύει, μπορούν να γίνουν αργότερα, μετά την αυλαία, κι όταν ωριμάσει η αναμόχλευσή της, θα έρθει και η κατανόηση. Αυτό σημαίνει ότι η αποστολή εξετελέσθη για τη Sarah Kane.

Αυτό που δεν αμφισβητείται, ωστόσο, είναι η ποιότητα της παραγωγής και της παρουσίασης του «Crave» από το ΚΘΒΕ.

Η σκηνοθεσία της Χατζηβασιλείου είναι εντυπωσιακή, η οπτική των θεατών απέναντι στις ερμηνείες των τεσσάρων ηθοποιών, είναι σαν να κοιτάζουν τις ζωές τους μέσα από μια βιτρίνα πολυκαταστήματος, με μια λίμνη νερού ανάμεσά τους, τόσο για να αντανακλώνται αυτά τα βαθιά συναισθήματα, όσο και για να προσδίδει το νερό μια λυτρωτική ποιότητα στις συνθήκες διαβίωσής τους.

Πρόκειται για ένα εξαιρετικό σχέδιο από την Χριστίνα Χατζηβασιλείου, με ηχητικά εφέ από τον Φίλιππο Θεοχαρίδη, που ξεκινά απαλά, αλλά η ένταση μεγεθύνεται καθώς η πλοκή γίνεται πιο σκοτεινή και πιο ωμή, καταφέρνοντας να απλώσει δίχτυα, ίσως φοβικά, αλλά και ποίησης, μέσω των εικόνων.

Όπως ανέφερα, ο διάλογος παρουσιάζεται με μη γραμμικό τρόπο και αυτό απαιτεί από τους ηθοποιούς να εκτελούν τις ατάκες τους γρήγορα και με τρόπο που να κρατά το κοινό σε αγωνία, άσχετα αν σε πολλές περιπτώσεις δεν απευθύνονται προς συγκεκριμένο αποδέκτη.

Είναι έργο πολύ γρήγορο, πολύ σύντομο και δομημένο σαν νοητικός χάρτης, για να προσπαθήσουμε να το διακρίνουμε σε πραγματικό χρόνο. Αυτό που είναι σαφές, ωστόσο, είναι η ποιότητα της απαγγελίας – αφήγησης – ερμηνείας, ανεξάρτητα από τη μέθοδο.

 Ο Γιάννης Παρασκευόπουλος ως «Α», έχει μερικούς από τους μεγαλύτερους και πιο συναισθηματικά ποικίλους μονολόγους, και η μεταφορά τους γίνεται με απόλυτη ακρίβεια. Ο χαρακτήρας του είναι σαφώς προβληματισμένος και αγωνίζεται να αποδεχτεί έναν χαμένο έρωτα που φαίνεται ανεπανόρθωτος, λόγω σκοτεινών κι ανίερων πράξεών του.

Ο «Β» του Ιωάννη Αθανασόπουλου και η «Μ» της Μομώς Βλάχου, έχουν μια ανταλλαγή απόψεων που είναι άλλοτε τεταμένη κι άλλοτε ελαφρώς χιουμοριστική, αλλά και οι δύο είναι σαφώς προβληματισμένοι με τα δικά τους σοβαρά θέματα, ώστε το άγχος μεταφέρεται στις σχέσεις τους.

 Η ΄Άννα Ευθυμίου ως Γ, δίνει μια έξοχη ερμηνεία, μιλώντας για κακοποίηση στην παιδική ηλικία, διπλασιάζοντας την αγωνία της και ξεστομίζοντας αγοραίες λέξεις από οργή, ενώ οι εκφράσεις της και το ηχόχρωμα της φωνής της δημιουργούν ένα σύμπαν – συνονθύλευμα συναισθημάτων που εκρήγνυνται στη ροή του έργου, άλλοτε με οργή, άλλοτε με ωμότητα κι άλλοτε με χιούμορ, πάντα με ρεαλισμό.

Πρόκειται για τέσσερις ιδιόμορφους χαρακτήρες, που ασχολούνται με πολύ δύσκολα ζητήματα, και τέσσερις εξαιρετικούς ηθοποιούς που ερμηνεύουν με ρεαλισμό το ωμό, χωρίς αναστολές έργο της Σάρα Κέιν, όπως εκείνη ήθελε να είναι.

Μοιράζονται τον χώρο και τον χρόνο αλλά κατοικούν σε διαφορετικές σφαίρες, ελεύθεροι να πιάσουν μια λέξη από την ιστορία κάποιου άλλου και να την κάνουν δική τους. Η σχέση του «εδώ και τώρα», ή οι αναμνήσεις από περασμένα περιστατικά, συχνά βάναυσες και ενοχλητικές, πλημμυρίζουν τη συνείδηση, αφηγούνται επεισοδιακά και στη συνέχεια υποβιβάζονται στις σκιές. 

 Ουσιαστικά, οι τέσσερις χαρακτήρες κινούνται ανάμεσα στην ελπίδα και την απελπισία.

Υπάρχει, όμως, και πιο απλή γλώσσα: «Είμαι τόσο γαμημένα μόνος», λέει ο ένας, μέσα σε ένα ηχοτοπίο. «Δεν νιώθω τίποτα», λέει ένας άλλος. Αλλά τότε, ξαφνικά, κάποιος λέει «Σε ονειρεύομαι», ενώ κάποιος άλλος μιλάει για «μια απαλή χρυσή θάλασσα κάτω από έναν απαλό ροζ ουρανό» και αυτές οι ξαφνικά ελπιδοφόρες στιγμές μοιάζουν με σπίρτα που έχουν ανάψει στο σκοτάδι.

 Οι εξαιρετικοί ηθοποιοί, ως χαρακτήρες, ίσως ήθελαν να κοιτάξουν ο ένας τον άλλον και να μιλήσουν για λίγο, να διαφωνήσουν ή να βασανίσουν ο ένας τον άλλον, αλλά ούτε μία φορά δεν μπόρεσαν να αγγίξουν ο ένας τον άλλον. Αυτή η σωματική πείνα είναι ιδιαίτερα οδυνηρή, καθώς οι τέσσερίς τους πρέπει να αποδώσουν την επιθυμία και τον πόνο τους αποκλειστικά με τη δική τους κίνηση και έκφραση, ανίκανοι να βασιστούν φυσικά στους άλλους γύρω τους και αυτή την ανάγκη την αποδίδουν έξοχα όλοι τους.

Το «Λαχταρώ», του ΚΘΒΕ δεν είναι παράσταση για ένα ευρύ κοινό.

 Αν είστε από τους θεατρόφιλους που θέλουν μια όμορφα δομημένη ιστορία, που εγείρει ενσυναίσθηση και δεν απαιτεί πολλή σκέψη η εξέλιξή της στη σκηνή, αυτό το έργο δεν είναι το ιδανικό για εσάς.

 Αλλά αν σας αρέσει να σας προκαλεί μια θεατρική παράσταση που σας ζητά να δουλέψετε τη σκέψη και να αφήσετε τα λόγια και τα καλλιτεχνικά του στοιχεία να ρέουν πάνω σας, τότε το «Λαχταρώ» της Σάρα Κέιν μπορεί να είναι ακριβώς αυτό που ψάχνετε.

Βεβαίως, η γραφή στο «Crave» είναι περίπλοκη και πολυεπίπεδη. Ενώ αρχικά φαινόταν να επιβεβαιώνει τα συναισθήματα μίσους και απελπισίας που εκλύονται από την περφόρμανς, σταδιακά φαίνεται να επιβεβαιώνει την αγάπη και τη λύτρωση μέσα από δύο ισχυρά αντίθετα: τη σκληρότητα και τη συμπόνια».

Ωστόσο, οι αμφιβολίες μερίδας θεατών, δικαίως είναι ηθικές αλλά και καλλιτεχνικές. Ας δεχτούμε ότι αναρωτιέται τι επίδραση θα μπορούσε να έχει αυτή η παραγωγή σε μερικά μέλη του κοινού που είναι επιρρεπείς στην κατάθλιψη. Θα μπορούσε να προκαλέσει να μιμηθούν κάποιοι το αποτέλεσμά της ή μήπως η συνειδητοποίηση ότι δεν είναι μόνοι τους σ’ αυτό το «πηγάδι» εμποδίζει να νιώθουν τόσο απελπισμένοι;

Το «Crave» παραμένει το πιο ερμητικό, μηδενιστικό και σκοτεινό έργο της Κέιν, η οποία λαχταρά να αγαπηθεί και να αγκιστρωθεί από κάπου μέχρι και την ύστατη στιγμή. Λιτό, με μια οδυνηρή, ασάλευτη ησυχία σε σχέση με τα προηγούμενα έργα της και μια μοναξιά που γιγαντώνεται φράση τη φράση μέχρι που ο θάνατος να μοιάζει βάλσαμο». (Χριστίνα Χατζηβασιλείου, Σύγχρονη Βρετανική Δραματουργία: Το θέατρο στα μούτρα ως ανάγνωση της κοινωνικής τοπογραφίας του 1990, ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, Θεσσαλονίκη 2020, σ. 298).

*Κατάλληλο άνω των 16 ετών

Σημείωση περιεχομένου: η παράσταση αγγίζει ζητήματα ψυχικής υγείας και σεξουαλικής, σωματικής και αυτοστρεφούς βίας.

Διάρκεια παράστασης: 55 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)

Συντελεστές

Συγγραφέας – Σάρα Κέιν

Μετάφραση – Αντώνης Γαλέος

Σκηνοθεσία – Χριστίνα Χατζηβασιλείου

Δραματουργική επεξεργασία – Χριστίνα Χατζηβασιλείου

Σκηνικά – Αλεξάνδρα Μπουσουλέγκα, Ράνια Υφαντίδου

Κοστούμια – Αλεξάνδρα Μπουσουλέγκα, Ράνια Υφαντίδου

Ηχητικό περιβάλλον – Φίλιππος Θεοχαρίδης

Φωτισμοί – Δήμητρα Αλουτζανίδου

Βοηθός σκηνοθέτη – Αλεξία Παραμύθα

Οργάνωση παραγωγής – Φιλοθέη Ελευθεριάδου

Φωτογραφίες: Mike Rafail | That long black cloud

Διανομή

Β – Ιωάννης Αθανασόπουλος

Μ – Μομώ Βλάχου

Γ – Άννα Ευθυμίου

Α – Γιάννης Παρασκευόπουλος

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα