Πολιτισμός
«Τρέμω» του Ζοέλ Πομμερά, από το ΚΘΒE, σε σκηνοθεσία- δραματουργική επεξεργασία Άρη Κακλέα
«Αν είναι να μιλήσει κάποιος ας πει για την αγάπη»
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
Το έργο του Joël Pommerat «Τρέμω», του οποίου το νόημα αρχικά φαίνεται αινιγματικό, προσφέρεται από το ΚΘΒΕ στο κοινό ως μια πολιτική ερμηνεία, η οποία αποκαλύπτει τον ουτοπικό του χαρακτήρα, δηλαδή τη δραματουργική επεξεργασία μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, όπως διαδραματίζεται στη σκηνή του «Μικρού» της Μονής Λαζαριστών, σε σκηνοθεσία ΄Άρη Κακλέα και σε πρώτη πανελλήνια παρουσίαση.
Αυτή η σύνθετη σχέση αποδεικνύεται στην παραστατικότητά της, πιο γόνιμη από την έντονη αντίθεση που προβάλλει ο Σαρτρ στη θεωρία του για την ελευθερία και τη φαντασία, η οποία, παρά την φαινομενική της σαφήνεια, στην πραγματικότητα οδηγεί σε ανυπέρβλητες αντιφάσεις. Αντίθετα, η θεατρική τέχνη του Πομερά, μετά από προσεκτικότερη ανάλυση, αποκαλύπτει μια στενή συγγένεια με τους στοχασμούς του Φουκώ για τη μυθοπλασία και τις «Ετεροτοπίες».
Για τον Πομερά το θέατρο αποκαλύπτεται όχι τόσο ως μέσο για την επίτευξη ενός σκοπού, αλλά ως μια μορφή της ίδιας της πολιτικής, υπό την προϋπόθεση ότι το θεωρούμε, πέρα από τις κρίσεις και τις θέσεις που το θέτουν σε εφαρμογή, ως μια κοινή αμφισβήτηση δεδομένων .
Ένας κομπέρ (Δημήτρης Μορφακίδης) εμφανίζεται στη μισοσκότεινη σκηνή και υπόσχεται στους θεατές μια ιδιαίτερη βραδιά, στο τέλος της οποίας ο ίδιος θα πεθάνει μπροστά στα μάτια τους. Από εκείνη τη στιγμή ένας παράδοξος κόσμος ξετυλίγεται μέσω διαδοχικών σκηνών, παρουσιάζοντάς μας οικεία αλλά και παράξενα πρόσωπα. Ο ρεαλισμός συναντά το μεταφυσικό σε μια κινηματογραφική αφήγηση, με την οποία ο συγγραφέας επιχειρεί να συναντήσει την πραγματικότητα μέσω της μυθοπλασίας.
Βρισκόμαστε πραγματικά σε έναν χώρο παράστασης, έναν τόπο καλλιτεχνικής προσομοίωσης, όπου τίποτα δεν είναι όπως στην πραγματική ζωή κι όμως, τίποτα άλλο εκτός από την ίδια τη ζωή δεν αποτελεί το ουσιαστικό υλικό αυτού που παρουσιάζεται.
Στο «Τρέμω», ο συγγραφέας εξερευνά τις οικογενειακές και επαγγελματικές σχέσεις, τους αδυσώπητους μηχανισμούς τους και τις εύθραυστες ή προφανείς, μερικές φορές απροσδόκητες, συνδέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Σε όλα τα έργα του, εξάλλου, βρίσκεται στην καρδιά της οικογένειας και της οικειότητας και καταφέρνει να εκφράσει περισσότερο τον τρόπο που διεγείρει τα βαθύτερα συναισθήματα, ενώ η παραδοξότητα της σκηνής απηχεί μια εκπληκτική αποδοχή.
Στο παρόν έργο δεν υπάρχει κάποιο ενιαίο θέμα εκτός από το δεύτερο μέρος, όπου ένα επαναλαμβανόμενο ερώτημα, σχετικά με τους λόγους της σκληρότητας, πυροδοτεί μια συλλογή από πραγματικά σκληρές, γελοίες ή απατηλά ρεαλιστικές απαντήσεις.
Υποθέτω, ότι το εν λόγω θεατρικό επιλέχθηκε αφενός επειδή ήταν αμετάφραστο στα ελληνικά και αφετέρου για την ιδιαίτερη θεματική του, καθώς αποτελεί ένα έργο που διεισδύει στα προβλήματα των ανθρώπινων σχέσεων στην εποχή μας. Χαρακτηρίζεται από μια βαθιά υπαρξιακή αναζήτηση και αρθρώνει έναν ουσιαστικό κοινωνικοπολιτικό λόγο πάνω στην κατάσταση της σύγχρονης κοινωνίας, που αφορά και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.
Κατά τη μεταφραστική διαδικασία από τον Θοδωρή Καφάση, πιστεύω ότι λήφθηκαν υπ’ όψη τόσο τα μοναδικά χαρακτηριστικά του θεατρικού έργου, ως δραματικού κειμένου και διακριτού λογοτεχνικού είδους, με σεβασμό στις συμβάσεις του θεάτρου και τις ιδιαιτερότητες της θεατρικής μετάφρασης, όσο και η συγγραφική ιδιοπροσωπία του συγγραφέα.
Οπότε, αυτή η παράσταση είναι μια θεατρική εξερεύνηση του φόβου, της αβεβαιότητας και της ανθρώπινης ευαλωτότητας στη σύγχρονη κοινωνία.
Αντί να ακολουθεί μια παραδοσιακή γραμμική αφήγηση, το έργο παρουσιάζει μια σειρά από αποσπασματικές σκηνές που εξετάζουν διαφορετικές πτυχές του φόβου, τόσο προσωπικές όσο και συλλογικές.
Μέσα από εντυπωσιακά γραφικά, υποβλητικό ηχητικό σχεδιασμό και μινιμαλιστικό αλλά έντονο διάλογο, ο Πομερά βυθίζει το κοινό σε έναν κόσμο, όπου το άγχος και η αμφιβολία διαμορφώνουν τις ανθρώπινες αλληλεπιδράσεις.
Οι χαρακτήρες έρχονται αντιμέτωποι με υπαρξιακά ερωτήματα, μεταβαλλόμενες ταυτότητες και στιγμές ωμής συναισθηματικής έκθεσης, δημιουργώντας μια ανησυχητική ατμόσφαιρα που παραμένει και πέρα από τη σκηνή. Το έργο αμφισβητεί τις αντιλήψεις για σταθερότητα και έλεγχο, καταδεικνύοντας πώς ο φόβος εκδηλώνεται στις σχέσεις, τη δυναμική τής εξουσίας και τις κοινωνικές δομές.
Ο Άρης Κακλέας παρουσιάζει ένα απέραντο καμπαρέ, όπου το θέαμα της ζωής ξεδιπλώνεται σε όλο του το πάθος. Ένας άνθρωπος που σκέφτεται πώς θα τον δουν οι άλλοι μετά τον θάνατό του, ψυχαγωγεί το κοινό. Η σκηνοθεσία οδηγεί το έργο στο λογικό του τέλος, αναδεικνύοντας την έντονη ανησυχία αυτών των «καρναβαλικών» χαρακτήρων στη σκηνή του «Μικρού» της Μονής Λαζαριστών.
«Άκουσέ με προσεκτικά με όλα σου τα μάτια». Έτσι ξεκινά το θέαμα του δημιουργού που τρέμει μπροστά στο μέλλον.
Ο Πομερά εδώ, καταπιάνεται με τον επεμβατικό και συναρπαστικό κόσμο της εικόνας, που μας καταπίνει ολόκληρους στην εποχή μας. Ο συγγραφέας στη συνέχεια ξεστομίζει όλη τη βία που περιέχει αυτός ο παράξενος κόσμος. Με τον πιο οξύ κυνισμό, ο πρωταγωνιστής του έργου ενορχηστρώνει την παρέλαση όσων έρχονται να καταθέσουν και να ξορκίσουν τα βάσανά τους. Μόλις πεθάνει, θα είναι πιο εύκολο γι’ αυτόν να κάνει ένα βήμα πίσω από αυτόν τον κόσμο.
«Εν τω μεταξύ, πρέπει να γελάτε μέχρι να κλάψετε», μας διαβεβαιώνει ο οικοδεσπότης μπροστά στο βαθυκόκκινο φόντο. Μια ατμόσφαιρα καμπαρέ, στρας και γκλίτερ ενισχύουν τη θεατρική ψευδαίσθηση και συγκεντρώνουν την προσοχή μας στο θέαμα της βαρύτητας, δανεισμένο από την πραγματικότητα, μέσα από τα σκηνικά των Σάκη Μπιρμπίλη- Άρη Κακλέα ( ένα γυάλινο δάπεδο – καθρέπτης, μια κουρτίνα στραφταλιζέ – αυλαία κι ένα κανονικό φέρετρο) και τα φαντεζί κοστούμια της Θωμαΐδος Παπαδημητρίου.
Η αφήγηση, βιωμένη ή φανταστική για τους θεατές , εικονογραφημένη από ασυνήθιστα φυσιολογικούς χαρακτήρες, παίρνει τη διάσταση μιας θρυλικής ιστορίας. «Πού είναι οι ηγέτες των ιδεών;» αναρωτιέται ο ήρωας, καθώς ονειρεύεται έναν άλλο κόσμο και αδειάζει την απελπισία του με το «ποιος μπορεί πραγματικά να μας φροντίσει;» ή «και εσύ, θα ήθελες να φροντίσεις τους άλλους;»
Η μουσική του Γιώργου Πούλιου λειτουργεί ως στήριγμα, το μικρόφωνο ως μεγάφωνο, για να απαιτήσει την μέγιστη προσοχή μας.
Εικόνες και λόγια (μετάφραση Θοδωρής Καφάσης) από μια συνεδρία ύπνωσης, αποκαλύπτουν το μίσος που εμπεριέχεται στο μυαλό αυτού του ανθρώπου, εμφανίζονται με εκπληκτικό ρεαλισμό.
Η μαγεία του θεάματος κατακτά το κακό. Το κακό αναμειγνύεται με την τελειότητα του κόσμου, επειδή δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευχαρίστηση από το κακό. Η βλάβη, δηλαδή, που προκαλούμε στους άλλους, η οποία πηγάζει από την εξάρτηση από αυτούς, έρχεται στο φως.
Ορίζοντας τα περιγράμματα του ορατού ή του γελοίου, τα ηχητικά και φωτιστικά εφέ του Σάκη Μπιρμπίλη, συμβάλλουν στη σημασία του οράματός μας, στην εστίαση της προσοχής μας, με ακρίβεια.
Θραύσματα της προσωπικής ζωής σκηνοθετούνται στολισμένα με τραγούδια, ιστορίες και φευγαλέες στιγμές. Σεκάνς που πολλαπλασιάζονται για να ανακατασκευάσουν την «ταινία» της εσωτερικής ζωής σε όλες τις αντιφάσεις της. Το θέατρο ωθείται στο κατώφλι του κινηματογράφου και οι ουλές της βίας καίγονται στο ύφασμα.
Μερικές φορές, η βιαιότητα του κυνισμού αψηφά την κατανόηση. Το ότι η εικόνα είναι σοκαριστική είναι αναμφισβήτητο και ότι τα λόγια των πρωταγωνιστών -που προσβάλλουν τις ευαισθησίες μας- αναμφίβολα τροφοδοτούν τη συζήτηση, αλλά ο θεατρικός χώρος παραμένει ένα μέσο μετάδοσης.
Η μετάδοση μιας σκέψης συνεπάγεται την ευθύνη αυτού που την εκφράζει. Και μερικά σχόλια είναι ανατριχιαστικά. Προκλητικότητα, θα έλεγαν κάποιοι. Πιθανώς, αλλά πρέπει να διαθέτει κανείς τα εργαλεία για να διατηρήσει το ίδιο επίπεδο κατανόησης.
Και δεν είμαι σίγουρος ότι η ιδέα της καταπολέμησης της φωτιάς με φωτιά καθησυχάζει πραγματικά τις συνειδήσεις μας.
Η διακήρυξη εξωφρενικών «αληθειών» (ακόμα κι αν αυτός που τις διαδίδει τις αρνείται) και ο σεβασμός των «ειδικών στην ασχήμια» δε μου φαίνεται ο καλύτερος τρόπος για να αντισταθούμε στο κακό. Η εξύμνηση της κακίας, με την επιθυμία της να αναδείξει το υποκείμενο που μολύνει τις ανθρώπινες σχέσεις, προκειμένου να το αναφέρει και να το καταγγείλει, αφήνει μια πικρή γεύση.
Ωστόσο, τυλιγμένη στην ψυχαγωγία η σοβαρότητα της πραγματικότητας γίνεται υποφερτή. Και δεν είναι αυτή η μεγαλύτερη ατυχία; Θύματα της κοινωνίας, πώς νομίζετε τη συνέχειά σας όταν πεθάνετε;
Αυτό είναι το ερώτημα που θέτει αυτή η παράσταση, η οποία έχει το πλεονέκτημα ότι παίρνει μια ειλικρινή στάση για να ενθαρρύνει τον θεατή να αντιδράσει, χάρις της σκηνοθεσίας, των ερμηνειών του ανσάμπλ ηθοποιών του ΚΘΒΕ και των λοιπών συντελεστών.
Το έργο που μεταφράστηκε είναι χωρισμένο σε αυτοτελείς νοηματικά σκηνές, χωρίς αυστηρή χρονολογική εξέλιξη στην αλληλουχία τους. Ο λόγος είναι απλός και περιεκτικός, ενώ το κείμενο είναι γραμμένο με μια ποιητική σύνταξη, η οποία οδηγεί σε μια συγκεκριμένη ρυθμική εκφορά του λόγου.
Σε όλες σχεδόν τις σκηνές υπάρχουν διάλογοι και αλληλεπιδράσεις μεταξύ των χαρακτήρων. Εξίσου σημαντικοί, όμως, είναι και μονόλογοι που παρεμβάλλονται ανάμεσα στους διάλογους, καθώς δίνουν στους θεατές απαραίτητες πληροφορίες για την ψυχοσύνθεση των χαρακτήρων.
Αυτό που ξεχωρίζει στην παράσταση του ΚΘΒΕ είναι η άμεση συνομιλία των προσώπων (εξαιρετικοί όλοι οι ηθοποιοί του ΚΘΒΕ) με το κοινό. Το πρόσωπο που μιλάει – κάθε φορά – γυμνώνει την ψυχή του μπροστά στο κοινό, γεφυρώνοντας το χάσμα ανάμεσα στη σκηνή και στους θεατές, δημιουργώντας την ατμόσφαιρα της αμεσότητας και της οικειότητας που επιδιώκει ο συγγραφέας. Άλλωστε, και το ύφος του λόγου είναι οικείο, ζωντανό και ως επί το πλείστον εξομολογητικό.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο μονόλογος της «Γυναίκας σε κακό χάλι» (Ξένια Γραμματικού) και η έκκλησή της προς το κοινό: «Καλησπέρα κυρίες και κύριοι. Έχετε μήπως προσέξει κάτι, όπως και εγώ; Δεν έχουμε πια μέλλον! Μήπως το έχετε προσέξει; Όπως και εγώ;»
Η γραφή και το θέαμα αντλούν στοιχεία από προεγενέστερους δημιουργούς του Πομερά, που καλύπτουν ένα ευρύ χρονικό φάσμα και τα ενσωματώνουν σε έναν σύγχρονο και δραστικό θεατρικό λόγο.
Αποστολή εξετελέσθη κύριε Πομερά, κυρίες και κύριοι εκλεκτοί συντελεστές του θεάματος! Υποκλινόμαστε οι θεατές στους καλλιτέχνες που δίνουν φωνή στις σιωπές μας και απελευθερώνουν τις ανησυχίες όλων μας, για το μέλλον της ανθρωπότητας.
Σαν κατακλείδα αντιγράφω ένα απόσπασμα από το σκηνοθετικό σημείωμα: «Οι χαρακτήρες που εξερευνήσαμε με αυτήν την υπέροχη ομάδα συντελεστών και συνδημιουργών, σχοινοβατούν τρεμάμενοι μια τελευταία φορά, για χάρη του κοινού, αναζητώντας μάταια αυτό για το οποίο ο Μαγιακόφσκι στο «Γράμμα στον σύντροφο Καστρόφ απ’ το Παρίσι για την ουσία της αγάπης» θα γράψει πως θέτει ξανά σε λειτουργία της καρδιάς την παγωμένη μηχανή». Άρης Κακλέας.
Συντελεστές
Μετάφραση: Θοδωρής Καφάσης, Σκηνοθεσία- Δραματουργική επεξεργασία: Άρης Κακλέας, Σκηνικά: Σάκης Μπιρμπίλης- Άρης Κακλέας, Κοστούμια: Θώμις Παπαδημητρίου, Μουσική: Γιώργος Πούλιος, Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης, Βίντεο: Τατιάνα Υφαντή, Βοηθός σκηνοθέτη, Βοηθός σκηνογράφου-ενδυματολόγου: Μαίρη Ανδρέου, Οργάνωση παραγωγής: Αθανασία Ανδρώνη, Άννα Μαρία Γάτου, Φωτογραφίες: Mike Rafail | That long black cloud
*Βοηθός σκηνογράφου/ ενδυματολόγου (στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης): Εμμανουέλα Νταλιάνη, Χριστίνα Γεωργιάδου
Διανομή
Μομώ Βλάχου (Υπερήλικη γυναίκα, η μητέρα του παρουσιαστή, η εισαγγελέας, η πρώτη επισκέπτης), Ξένια Γραμματικού (Η γυναίκα σε κακό χάλι, η νεαρή γυναίκα, η πόρνη, η γυναίκα με τα φτερά), Τάρικ -Δημήτρης Ελ Φλάιτι (Ο άνθρωπος που δεν υπήρχε, ο άντρας βαμπίρ, ο αστυνομικός, ο αδελφός της γυναίκας σε κακό χάλι), Ελένη Θυμιοπούλου (Μια γυναίκα, η μητέρα της κοπέλας με το μακό, η μητέρα της γυναίκας σε κακό χάλι, η γοργόνα, η φωνή της προέδρου, η δεύτερη πολύ έγκυος γυναίκα, η τρίτη επισκέπτης), Δημήτρης Μορφακίδης (Παρουσιαστής, παιδί παρουσιαστής, θεατής, δικηγόρος/ παρουσιαστής), Ολυμπία Μπουλογεώργου (η κοπέλα με το μακό, η τρομοκράτισσα, η μάρτυρας, η αδελφή της γυναίκας σε κακό χάλι, η πρώτη πολύ έγκυος γυναίκα, η δεύτερη επισκέπτης), Γρηγόρης Παπαδόπουλος (Ο πιο πλούσιος άνθρωπος του κόσμου, ο πατέρας του παρουσιαστή, ο νονός, ο σωσίας του παρουσιαστή), Χρήστος Τσάβος (Λευκός Κλόουν, ο Άγνωστος άντρας, ψυχολόγος, ο πατέρας της γυναίκας σε κακό χάλι)
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
You may like
Πολιτισμός
«Αυτή η νύχτα μένει» του Θάνου Αλεξανδρή από το ΚΘΒΕ
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Νυχτερινό κέντρο το «Όνειρο». Γυροβολιές στο ζεϊμπέκικο. Πίστα, τραγούδια, λουλούδια, πιάτα, αλκοόλ, στήθος μόστρα, προκλητικοί μηροί κι όλα μαζί η λαγνεία της νύχτας.
Η «Καψουρόσκονη», το «Θα φάμε γλάρο», το «Σ’ αγαπάω, μ’ ακούς;» το «Βρε μελαχρινάκι», άλλα σουξέ του Καφάση και του Αντύπα, ζωηρή παρέα και, φυσικά, τα αριστουργηματικά τραγούδια του Σταμάτη Κραουνάκη, μας συντροφεύουν, θυμίζοντας στα σημερινά παιδιά με ποιον – σήμερα παράξενο – τρόπο γλένταγαν οι παλαιότεροι, σ’ εκείνο το ξέφρενο νυχτερινό πανηγύρι των αισθήσεων.
Ο Θάνος Αλεξανδρής έγραψε το πρωτότυπο «Αυτή η νύχτα μένει» κι ο καλλιτεχνικός Διευθυντής του ΚΘΒΕ Αστέρης Πελτέκης, βασιζόμενος στο συγκεκριμένο βιβλίο και την αισθητική που περιγράφει, δημιούργησε μια παράσταση για την κουλτούρα του «Σκυλάδικου» στη δεκαετία του ’80 στην Ελλάδα, η οποία ήταν φαινόμενο μαζικής διασκέδασης, μετατρέποντας τα νυχτερινά κέντρα σε χώρους, όπου άτομα απ’ όλες τις κοινωνικές τάξεις διασκέδαζαν με καψουροτράγουδα, ενώ παράλληλα έβλεπαν μια αναβίωση του ρεμπέτικου προσαρμοσμένου στα νέα δεδομένα, αποδαιμονοποιώντας το γλέντι, αυτό που είχε ταυτιστεί με την «πολιτική» διάσταση του παρελθόντος.
Από τη Νομική σχολή Αθηνών και το ιστορικό Υπόγειο του Κάρολου Κουν, ο Θάνος Αλεξανδρής βρίσκεται στην ελληνική περιφέρεια των σκυλάδικων τη δεκαετία του ’80 και του ’90. Δώδεκα χρόνια ζει τη νύχτα, τη γνωρίζει απ’ έξω και ανακατωτά, την αγαπάει και με αυτή τη λατρεία την αποτυπώνει περιγράφοντας, όπως λέει ο ίδιος, και το μεγαλείο και την ξεφτίλα της.
«Είδα περιουσίες να εξανεμίζονται φύλλο φτερό. Φιλίες σοβαρών οικογενειών να γίνονται μίση και πάθη άγρια για μεσόκοπες τραγουδίστριες, που το καλύτερο γραφείο συνοικεσίων δε θα μπορούσε να πασάρει στον χειρότερο συνταξιούχο. Είδα έναν κόσμο που άναψε και κάηκε πάνω σε μία σκηνή όλο μαγεία. Θέλω να πιστεύω πως μία θεϊκή συγκυρία οδήγησε ειδικά εμένα στον θαυμαστό κόσμο των σκυλάδικων και ουσιαστικά άλλαξε τη ζωή και την ψυχή μου.
Το οδοιπορικό σ’ αυτούς τους χώρους είναι το ωραιότερο κομμάτι της καριέρας μου και με βοήθησε να ξεφύγω από τη μίζερη και συμβατική ζωή του θεάτρου και να ανακαλύψω το όνειρο.
Μπήκα φάλτσα με τραγούδια του Χατζιδάκι και δικαίως στην αρχή έφαγα τα μούτρα μου, γιατί το σκυλάδικο δεν είναι γκέτο που περιέχει ομαδοποιημένους, αλλά ένας χώρος που αποκλείει τους άσχετους.
Εγώ στον σκληρό αυτόν κόσμο έπαιξα τίμια και αντρίκεια και επιβίωσα δέκα ολόκληρα χρόνια.
Τη νύχτα ζεις. Μπορεί και να πεθάνεις, αλλά σίγουρα δεν φυτοζωείς. Ή ζεις ή πεθαίνεις», γράφει ο Αλεξανδρής στο βιβλίο του.
Το ΚΘΒΕ ανέβασε μια ευχάριστη μουσικοθεατρική παραγωγή στο «Βασιλικό Θέατρο», βασισμένη στο βιβλίο του Θάνου Αλεξανδρή, σε διασκευή και σκηνοθεσία του καλλιτεχνικού Διευθυντή του Αστέρη Πελτέκη, ο οποίος στήνει ένα «σκυλάδικο», όπου τραγούδια, ντέρτια, γλέντια και καημοί παρελαύνουν, συνθέτοντας το πορτρέτο μιας Ελλάδας, που μπορεί να μην υπάρχει πια, όμως η αισθητική της στάθηκε καθοριστική για τη ζωή στη νύχτα της πίστας, της σαμπάνιας, των πιάτων και των λουλουδιών.
Δεν εστιάζει ο σκηνοθέτης σε ρομάντζα, αλλά ξετυλίγει την πορεία του Ήρωα, δηλαδή του Θάνου Αλεξανδρή, που κοινώνησε τη νύχτα σε όλο το μεγαλείο και σε όλη τη μικρότητά της. Ασφαλώς πλέκει την πραγματικότητα με μυθοπλασία για τις δραματουργικές ανάγκες της παράστασης. Τον ΄Ηρωα υποδύεται ο Παντελής Καναράκης, έτσι όπως καθοδηγήθηκε κι έτσι όπως μπορεί.
Ο ήρωας ξεκινάει από τη Νέα Αρτάκη, ένα χωριό της Εύβοιας, όπου το όνειρό του είναι να γίνει παπάς, αρχιμανδρίτης, η μητέρα του δε θέλει, οπότε πηγαίνει στο Θέατρο Τέχνης, παίζει τραγωδία, και, «σκεφτείτε η τελευταία μου δουλειά ήταν Οιδίπους Τύραννος και μετά μεταπηδώ στα σκυλάδικα», δηλώνει ο ίδιος στο βιβλίο του.
«Στο έργο αναβιώνει η δεκαετία του ‘80, έχουμε τραπέζια, έχουμε μπράβους, έχουμε κονσομασιόν, έχουμε βιασμούς, έχουμε τα σουξέ της εποχής, είναι ένα υπερθέαμα».
Η λάμψη και το σκοτάδι της νύχτας, οι ανθρώπινες σχέσεις που ακροβατούν ανάμεσα στην τρυφερότητα και στην απελπισία, η ανάγκη για αναγνώριση και αγάπη- όλα όσα περιγράφει ο Αλεξανδρής συνεχίζουν να απασχολούν τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Σήμερα, ίσως περισσότερο από ποτέ, το «Αυτή η νύχτα μένει» μιλά για εκείνη τη λεπτή γραμμή, όπου το όνειρο συναντά την επιβίωση και η τέχνη αγγίζει τη ζωή.
Στο βιβλίο βασίστηκε η ομώνυμη ταινία του Νίκου Παναγιωτόπουλου το 2000, τιμημένη με έξι κρατικά βραβεία στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, με την εκπληκτική μουσική του Σταμάτη Κραουνάκη. Το 2016 μεταφέρθηκε στο θέατρο σε σκηνοθεσία Κίρκης Καραλή και το 2022 έγινε τηλεοπτική σειρά στον Alpha.
Μια δημοσιογράφος (Εύα Βάρσου) πασχίζει να ανακαλύψει – ως παρατηρητής και συγγραφέας – στοιχεία για τον κόσμο της νυχτερινής διασκέδασης στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’80 και του ’90, τότε που οι άνθρωποι της μεταπολιτευτικής περιόδου έβλεπαν μια καλύτερη ζωή να ανοίγεται μπροστά τους, εφόσον έρεε το δανεικό χρήμα.
Ένας ηθοποιός κατρακυλάει από την υψηλή τέχνη στον κόσμο της νύχτας και των σκυλάδικων. Κατρακυλάει ή απογειώνεται; Πώς βιώνει το ταξίδι αυτό με τα εφόδια που κουβαλάει σε μια σκοτεινή πραγματικότητα, όπου οι άνθρωποι αφήνουν τα πάθη τους να αναδύονται αχαλίνωτα, για να επιστρέψουν το πρωί στις καθημερινές τους ζωές;
Γνωρίζει τους νόμους της νύχτας και επιβιώνει στα όρια της απόλαυσης και της καταστροφής. Εκεί, όπου οι αντιστάσεις χαλαρώνουν και οι πελάτες εμφανίζουν τον αληθινό τους εαυτό.
Στην πολυπρόσωπη παράσταση δεν υπάρχει μύθος ούτε γραμμική αφήγηση. Πρόκειται για ένα δραματοποιημένο κείμενο που έγραψε ο σκηνοθέτης, εξ αφορμής του βιβλίου του Θάνου Αλεξανδρή.
Είναι μουσικοθεατρική αναβίωση της νύχτας σε μπουζουκομάγαζα λαϊκής κατηγορίας, σε μια εποχή που πλέον έχει παρέλθει, στους πρωταγωνιστές της, στις υπερβολές της, στους καημούς της, στις ιεροτελεστίες της και στους κινδύνους της.
Μια νύχτα που έμενε τότε σαν πιστοποίηση αλήθειας του φημισμένου στίχου «μια ζωή την έχουμε κι αν δεν την γλεντήσουμε…», που δοκίμαζε θαμώνες εξαρτημένους ή περιστασιακούς με κάθε είδους πειρασμό και αντιπερισπασμό, αναβιώνει στην παράσταση του ΚΘΒΕ και προσφέρει διασκέδαση, εκτόνωση, χαρά και συμμετοχή, εφόσον αρκετοί θεατές τραγουδάνε τα γνωστά παλιά καψουροτράγουδα, μαζί με τους επί σκηνής καλλιτέχνες.
Εκείνη η νύχτα, λοιπόν, των υποβαθμισμένων λαϊκών μαγαζιών του ’80 και του ΄90, είναι στη σκηνή η νύχτα η θεατρική, που στενάζει υπό των ήχων των τραγουδιών και των ακκισμάτων των χορευτών, που ονειρεύεται, φωνάζει, γελάει, κλαίει και φαλτσάρει, που πλακώνεται και ξοδεύεται στα ποτά και στους αναστεναγμούς των πελατών, εξ επαρχίας καταγόμενων, όπου το σκυλάδικο «Όνειρο» απεικονίζεται σε ένα τεράστιο πατάρι, το λες και πίστα, άδειο από σκηνικά πλην των αρθρωτών σπετσάτων που καθορίζουν χώρους, μερικών τραπεζοκαθισμάτων και ενός πολυελαίου, να κοροϊδεύει τη φτηνιάρικη «πολυτέλεια» του χώρου, έτσι όπως σχεδίασε την εικαστική εγκατάσταση η Φρόσω Λύτρα.
Όμως, οι άνθρωποι που γεμίζουν τη σκηνή έχουν φωνή, έχουν ψυχή, έχουν καρδιά που πονάει, έχουν μεράκια που τα γλυκαίνει το μπουζούκι, χορεύουν και τραγουδούν, ανταλλάσσουν σκληρά λόγια, μα και ερωτόλογα.
Ιδιαίτερα σε περιοχές με αγροτικό πληθυσμό, τα σκυλάδικα έκαναν θραύση. Ήταν η εποχή με τις αγροτικές επιδοτήσεις και το χρήμα που έρρεε άφθονο στην επαρχία. Ο Θάνος Αλεξανδρής αναφέρει χαρακτηριστικά ότι υπήρχαν κάποιοι που ξόδευαν ακόμα και 1.000.000 δραχμές τη βραδιά σε ορισμένα από αυτά, όχι μόνο για να ακούσουν τα τραγούδια, αλλά και για να φλερτάρουν τις τραγουδιάρες.
Και παραθέτει το παράδειγμα μιας ώριμης και εύσωμης γυναίκας, την οποία «κυνηγούσε» καψούρης εργολάβος οικοδομών, που αφού χαράμισε μια περιουσία, συνευρέθηκε ερωτικά μαζί της στην καρότσα του φορτηγού του, δίπλα στα χαλίκια που κουβαλούσε!
Και, βέβαια, οι γυναίκες δε χρειάζονταν να έχουν ιδιαίτερα φωνητικά προσόντα. «Οι γυναίκες όμορφες ή άσχημες, αδύνατες ή εύσωμες, ψηλές ή όχι, γίνονταν ανάρπαστες. Όλες! Δε χρειαζόταν καν να τραγουδάνε, αρκούσε να είναι γυναίκες! Βρίσκαμε κοπέλες σε σούπερ μάρκετ ή εργοστάσια για τα μπαλέτα. Και έπαιρναν νυχτοκάματο στις αρχές του ’80 κάπου 6.000 δραχμές, επί μέσου μισθού 3.000 δραχμών τον μήνα» προσθέτει ο Θάνος Αλεξανδρής.
«Βαριά» ερωτικά λαϊκά, άφθονο ουίσκι, σπάσιμο γύψινων πιάτων, λουλούδια, μπραβιλίκι, ντουμάνι από καπνούς, ναρκωτικά, κάποιες φορές, κονσομασιόν σε πολλά από αυτά και… χρυσόσκονη ήταν τα βασικά χαρακτηριστικά των σκυλάδικων.
Η δεκαετία του 1980 μπορεί να χαρακτηριστεί ως δεκαετία διασκέδασης, όπου το ευρύτερο κλίμα που διαμορφώθηκε ώθησε ανθρώπους, από όλα τα κοινωνικά στρώματα και κατηγορίες, να διασκεδάσουν με περισσότερη διάθεση και λιγότερους περιορισμούς απ’ ό, τι οι δεκαετίες που προηγήθηκαν ή εκείνες που ακολούθησαν.
Επίσης, ήταν δεκαετία μεγάλης απήχησης και σημαντικών ιδεολογικών ανακατατάξεων στους τρόπους πρόσληψης του λεγόμενου «λαϊκού» τραγουδιού. Οι πελάτες των κέντρων (εννοείται των σκυλάδικων) πλήθυναν, το κοινωνικό τους φάσμα διευρύνθηκε και είχαν πολλά χρήματα να ξοδέψουν». Οι παράμετροι αυτές αναφέρονται στο βιβλίο, αλλά παραμένουν στη φρέσκια παράσταση κι ο θεατής το αντιλαμβάνεται σαφέστατα.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι στίχοι των σκυλάδικων τραγουδιών. Διαρκείς αναφορές στην τρέλα, την αμαρτία, το αλκοόλ, τη νύχτα, τον έρωτα και το χρήμα. Ξεχωριστή αναφορά στο ουίσκι, που ήταν σχεδόν το μοναδικό αλκοολούχο ποτό στα ποτήρια των νυχτόβιων πελατών του σκυλάδικου.
Ο μέγιστος Σταμάτης Κραουνάκης ντύνει και αυτή την παραγωγή με τις μουσικές και τα τραγούδια του, τα τέσσερα είναι καινούργια, ενώ τους ηθοποιούς ντύνει με πρέποντα κοστούμια για νυχτομάγαζο, όπου πρωταγωνιστούν κορμιά που λικνίζονται σε καρέκλες , σε τραπέζια και στο σανίδι, ο Νίκος Χαρλαύτης, κι ο Στέλιος Τζολόπουλος φωτίζει πρόσωπα και χώρο. Την κίνηση όλων των καλλιτεχνών επιμελήθηκε ο Δημήτρης Παπάζογλου, ο οποίος υποδύεται και έναν περφόρμερ, μια περσόνα διφορούμενου φύλου.
Όλοι οι ηθοποιοί, οι χορευτές, οι μουσικοί είναι εξαιρετικοί κι οι καθένας τους, μια ισχυρή μονάδα, ένας πυλώνας στο οικοδόμημα. Φυσικά, είναι δίκιο να θεωρηθεί «μεταμόρφωση», από το λαμπερό ensemble της παράστασης, ένα ταξίδι μέσα σε «καπνισμένους» ρόλους μιας συγκεκριμένης εποχής ή στην όποια πνευματικότητα των κειμένων.
Πρόκειται για μια σωστή αναπαράσταση ύφους και ήθους ανθρώπων που γαλουχήθηκαν στα σκυλάδικα της επαρχίας και είναι περιττό να μιλήσω γι’ αυτούς τους ταλαντούχους ηθοποιούς, ότι σημασία έχει το ταξίδι, η υπέρβαση του εαυτού, η φυσική και ψυχική μεταμόρφωση, αυτή που κάνει τη δουλειά τους πεδίο μαγείας, τόπο ομορφιάς, πηγή έμπνευσης και επινοητικότητας. Μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι συμβαίνει κάτι παρόμοιο στην απόδοση της ατμόσφαιρας που επικρατούσε σε αντίστοιχα νυχτομάγαζα στις δεκαετίες του ‘ 80 και του ’90.
Ωστόσο, επικεντρώνοντας οι σημερινοί θεατές το ενδιαφέρον τους στη νυχτερινή ψυχαγωγία των νεοελλήνων της παραπάνω περιόδου, λαμβάνουν πληροφορίες για τις καθημερινές εξορμήσεις των προγόνων τους σε μια εποχή, όπου σε κάθε γωνιά ήταν στημένο ένα πρόχειρο οίκημα, πολλές φορές παράπηγμα, με φωτεινές επιγραφές από νέον και που οι άνθρωποι έφευγαν από τα μαγαζιά, που τότε λειτουργούσαν επτά ημέρες την εβδομάδα, και πήγαιναν κατευθείαν για δουλειά, χωρίς τις έγνοιες της εφορίας και τον ζυγό των μνημονίων.
Όταν νέοι θεατές- αναγνώστες μαθαίνουν ότι οι θαμώνες, που θα μπορούσαν να είναι πατεράδες τους ήταν διατεθειμένοι, για μια μεσόκοπη κυρία, να ξοδέψουν σε μια βραδιά όλη την επιδότηση που πήραν από το κράτος ή να πουλήσουν χωράφια και ακίνητα για μια γκόμενα δεύτερης κατηγορίας, ξαφνιάζονται, απορούν, ίσως να ειρωνεύονται, πιθανώς να ξεκαρδίζονται στα γέλια, όμως δεν μπορούν να κάνουν συγκρίσεις με τη δήθεν διασκέδαση στα σημερινά ορθάδικα «Ελληνάδικα, επομένως αφήνονται στην απόλαυση που προσφέρει ένα πολυθέαμα, όπως η παράσταση του ΚΘΒΕ «Αυτή η νύχτα μένει».
Συντελεστές
Θεατρική διασκευή – Σκηνοθεσία: Αστέριος Πελτέκης
Εικαστική σύνθεση και εγκατάσταση: Φρόσω Λύτρα
Χορογραφία: Δημήτρης Παπάζογλου
Ενορχηστρώσεις – Μουσική Διδασκαλία: Πάνος Κοσμίδης
Video visuals: Γρηγόρης Αποστολόπουλος DADA ART
Συνεργάτις σκηνογράφος – ενδυματολόγος: Δανάη Πανά
Βοηθός μουσικής διδασκαλίας: Παναγιώτης Μπάρλας
Βοηθός χορογράφου: Αναστασία Κελέση
Βοηθός φωτιστής: Στάθης Φρούσσος
Οργάνωση παραγωγής: Αλέξης Τζίμας
*Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης: Γεωργιάδου Χριστίνα
*Ο Στάθης Φρούσσος, βοηθός φωτιστής, απεβίωσε λίγες ημέρες πριν την πρεμιέρα της παράστασης
Διανομή
Θάνος Αλεξανδρής – Μετρ, Οδηγός ταξί, Οδηγός Κτελ, Μπάρμαν, Τραγουδιστής
Νίκος Γεωργάκης – Κύριος Σούλης, Πελάτης σε νυχτερινά κέντρα, Ρεσεψιονίστ Ξενοδοχείου, Σουβλατζής
Σοφία Καλεμκερίδου – Ρίτα, Νίτσα, Πελάτισσα σε νυχτερινά κέντρα, Λουλουδού, Φρόσω
Κώστας Σαντάς – Αφεντικό νυχτερινού κέντρου, κύριος Νώντας
Πηνελόπη Σεργουνιώτη – Κατερίνα, Πελάτισσα σε νυχτερινά κέντρα
Γιάννης Τσάτσαρης – Δημήτρης Κοντός, Μπάρμαν, Πελάτης σε νυχτερινά κέντρα
Χορευτές επί σκηνής:
Μουσικοί επί σκηνής:
Τραϊανός Αλμπανούδης (μπάσο)
Παναγιώτης Μπάρλας (πιάνο)
Παύλος Παφρανίδης (μπουζούκι)
Ζωγράφος Σταυρίδης (ακορντεόν)
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Πολιτισμός
Βιβλιοπαρουσίαση: Όταν η ΑΛΦΑ συνάντησε τον ΕΨΙΛΟΝ
ISBN: 978-960-563-734-7
Συγγραφέας: Λίτσα Τότσκα
του Παύλου Λεμοντή
Το «Όταν η Άλφα συνάντησε τον Έψιλον» της Λίτσας Τότσκα, από τις εκδόσεις Ελληνοεκδοτική, είναι ένα βιβλίο σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας που φωτίζει με ευαισθησία και ειλικρίνεια τον εσωτερικό κόσμο των γυναικών. Μέσα από σύντομες ιστορίες και λογοτεχνικά στιγμιότυπα, ξεδιπλώνονται εμπειρίες έρωτα, μοναξιάς, απώλειας και προσδοκίας.
Η νέα συλλογή διηγημάτων της Λίτσας Τότσκα, διαμορφώνει και προσανατολίζει από την αρχή τις προσδοκίες του αναγνώστη προς την κατεύθυνση της πανανθρώπινης ανάγκης για εξομολόγηση κι ας είναι βιβλίο με ιστορίες γυναικών.
Κάτω από την επίφαση αυτή, ο κάθε αναγνώστης αντιλαμβάνεται ως μονάδα σ’ έναν κόσμο καθόλου αγγελικό πλασμένο από τους ίδιους τους ανθρώπους, ότι οι δρόμοι των ηρωίδων είναι αυτοί της ματαίωσης, της εναγώνιας αναμονής και ενός ξεγελάσματος που θέτει τον άνθρωπο σε μια παθητική κατάσταση προσμονής, παρόμοιας με αυτήν που βιώνουν οι ήρωες του Μπέκετ στο Περιμένοντας τον Γκοντό ή οι συναθροισμένοι στην αγορά του Καβάφη που περιμένουν τους Βαρβάρους, από το γνωστό ομώνυμο ποίημα του Αλεξανδρινού.
Πράγματι, από μια πρώτη ανάγνωση μπορεί κανείς να αντιληφθεί αυτήν την «καθήλωση» της συγγραφέως σε μια σύγχρονη συνθήκη, όμως, ενεργούς αναμονής, σε μια συνθήκη απολογισμού και απολογίας για αυτό που συνιστά το συνολικό φάσμα του ανθρώπινου βίου.
Η ιδιαιτερότητα και η ιδιοτυπία της συγκεκριμένης συλλογής έγκειται κυρίως στο γεγονός ότι ενώ η συγγραφέας εστιάζει και αφορμάται από τα κλασσικά και αγαπημένα στην τέχνη του λόγου θέματα – ο έρωτας, ο θάνατος, η μοναξιά, ο χρόνος – αυτά δεν προβάλλουν ποτέ κατά τρόπο ευθύβολο και ευθύ, αλλά πάντα υπαινικτικά, υπόγεια. Έτσι διαμορφώνεται ένα άκρως ενδιαφέρον «χάσμα» ανάμεσα σε αυτό που λέγεται και σε αυτό που εννοείται, ένα «χάσμα» το οποίο συνιστά ακριβώς την ουσία του λόγου, αυτό που η λογοτεχνία πρέπει –και όχι αυτό που μπορεί– να είναι.
Πρόκειται, βασικά, για την απόσταση που θα πρέπει να διανύσει ο αναγνώστης προς τον πυρήνα του διηγήματος, σε μια πορεία που θα τον κάνει πλουσιότερο στη σκέψη, τη φαντασία, τον λογισμό και τον λόγο.
Η λογοτέχνις Λίτσα Τότσκα τεχνουργεί με άκρα επιδεξιότητα την απόσταση αυτή διατηρώντας την απόλυτη ισορροπία ανάμεσα στην έλξη που ασκεί ο λόγος και την πρόκληση που αυτός δημιουργεί στον αποδέκτη για την αποκρυπτογράφησή του.
Οι ηρωίδες του βιβλίου είναι γυναίκες ερωτευμένες, χωρισμένες ή παγιδευμένες σε σχέσεις-φυλακές, γυναίκες που παλεύουν ανάμεσα στη χαρά και την απόγνωση, στην ελπίδα και τη διάψευση. Οι λέξεις αιωρούνται, οι χειρονομίες μένουν μισές και η συναισθηματική ένταση κορυφώνεται μέσα από μια γραφή ποιητική και στοχαστική.
Ο έρωτας παρουσιάζεται ως βάλσαμο και δηλητήριο μαζί, ενώ η αγάπη καθρεφτίζεται σε έναν κόσμο θολό, γεμάτο αντιφάσεις. Πρόκειται για ένα βιβλίο που δεν φοβάται να μιλήσει για τη φθορά, αλλά και για τη δύναμη της ανθρώπινης ψυχής.
Η αίσθηση που αποκομίζει κανείς μετά την ανάγνωση της συλλογής διηγημάτων είναι ίδια με την αίσθηση που αποκομίζει ένας περιηγητής έπειτα από την επίσκεψή του σε μια χώρα, την οποία διατρέχει από άκρη σε άκρη. Είναι η αίσθηση της ποικιλίας.
Η Λίτσα Τότσκα, με άλλα λόγια, έχει τεχνουργήσει ένα ψηφιδωτό με καθένα από τα κείμενα – ψηφίδες να διατηρεί την αυτονομία, την αυθυπαρξία και την αυταξία του, χωρίς να «σπάει», να διαρρηγνύει την αρμονία του συνόλου, χωρίς να υπονομεύει την εντύπωση που το ψηφιδωτό αυτό δημιουργεί ακόμα κι αν δεν αποδίδει ένα συγκεκριμένο σχέδιο, με αυστηρά και σαφή τα περιγράμματά του.
Το «Όταν η Άλφα συνάντησε τον Έψιλον» είναι ένα βιβλίο για γυναίκες που τόλμησαν να νιώσουν και για αναγνώστες και των δυο φύλων, που θέλουν να τις ακούσουν.
Με ευαίσθητη ματιά και συναισθηματικό βάθος, η Λίτσα Τότσκα προσφέρει ένα βιβλίο που καθρεφτίζει τον έρωτα και την αγάπη όπως πραγματικά είναι: εύθραυστα, αντιφατικά και βαθιά ανθρώπινα. Ένα βιβλίο που διαβάζεται αργά και μένει στη σκέψη.
Η συγγραφέας
Η Λίτσα Τότσκα είναι πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής ΑΠΘ, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Media Management. Τακτικό μέλος της ΕΣΗΕΑ, μιλά Αγγλικά και Γαλλικά. Εργάζεται στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο από το 1988. Έχει στο ενεργητικό της την επιμέλεια και παρουσίαση τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών εκπομπών και συνεργασίες με εφημερίδες και περιοδικά.
Το 2007, διασκεύασε παραδοσιακά παραμύθια απ’ όλον τον κόσμο που κυκλοφόρησαν σε βιβλίο- C.D με τις ηθοποιούς Ειρήνη Κουμαριανού και Έφη Παπαθεοδώρου. Διασκεύασε το «Ασχημόπαπο» του Άντερσεν, που κυκλοφόρησε σε βιβλίο- C.D με την ηθοποιό Αγγελική Δαλιάνη κι ανέβηκε το 2008, στο θέατρο Badminton. Συμμετέχει σε συλλογές διηγημάτων («33 Ιστορίες για το 1821», «Γενέθλια πόλη», «Χριστουγεννιάτικες ιστορίες», «36 συγγραφείς γράφουν για τη ΣΜΥΡΝΗ της φαντασίας και της μνήμης»” κ.α) Από την Ελληνοεκδοτική κυκλοφορεί το βιβλίο της «Ο Ουρανός μιλά ελληνικά» με ελληνικούς μύθους για τους αστερισμούς. Επιμελείται και παρουσιάζει πολιτιστική εκπομπή, στο Δεύτερο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας.
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Πολιτισμός
Ξεκίνησαν οι διαδικασίες για την επιλογή καλλιτεχνικού διευθυντή του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ
Για την προκήρυξη της θέσης του νέου καλλιτεχνικού διευθυντή του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας μίλησε στην τοπική ΕΡΑ, ο πρόεδρός του Αρχέλαος Γρανάς.
«Οι ημερομηνίες τρέχουν από τις 17 Δεκεμβρίου και για μία εβδομάδα θα γίνουν οι ενημερώσεις για το αν υπάρχουν κάποια προβλήματα μ’ αυτούς που θέλουν να καταθέσουν τα χαρτιά τους, διευκρινίσεις γενικότερα. Από ‘κει και μετά από τις 24 Δεκεμβρίου μέχρι και τις 16 Ιανουαρίου κατατίθενται τα δικαιολογητικά που είναι απαραίτητα για να ξεκινήσει μετά το ξεσκαρτάρισμα και οι συνεντεύξεις αυτών που θα συμμετέχουν σε αυτές τις διαδικασίες», ανέφερε αρχικά ο κ. Γρανάς.
«Είναι μία περίοδος που έχει πολλή δουλειά γιατί από τώρα πρέπει να κλείσουμε και για το Φεστιβάλ Φιλίππων…»
«Στόχος είναι να ολοκληρωθεί το συντομότερο δυνατό η όλη διαδικασία, γιατί είναι απαραίτητο για να προχωράμε στα θέματα των παραστάσεων κι όλα αυτά που έχουμε το επόμενο διάστημα. Είναι μία περίοδος που έχει πολλή δουλειά γιατί από τώρα πρέπει να κλείσουμε και για το Φεστιβάλ Φιλίππων τις παραστάσεις που θα μας επισκεφτούν, ενώ υπάρχουν και συνεχώς συνεννοήσεις και γιατί δεύτερη καλλιτεχνική περίοδο που αρχίζει από τον Ιανουάριο. Θα προσπαθήσουμε να τρέξουμε όσο πιο γρήγορα γίνεται, γιατί υπάρχει όγκος στη δουλειάς μπροστά μας», πρόσθεσε στη συνέχεια ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας.
Το 2025 μια από καλύτερες χρονιές που έχουν περάσει για το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας
«Εμείς κάνουμε τα διάφορα διαδικαστικά αλλά χρειάζεται και ο καλλιτεχνικός διευθυντής βέβαια, ο οποίος θα βάλει τη σφραγίδα του σε όλη αυτή την προσπάθεια. Από εκεί και πέρα η χρονιά που φεύγει ήταν εξαιρετική, μια χρόνια που κύλησε πολύ καλά για το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας με μεγάλη εξωστρέφεια και πολλά αλλά που πετύχαμε με την καλλιτεχνική διευθύντρια και νομίζω απ’ ό,τι λένε οι πιο ειδικοί από ‘μένα ήταν από τις καλύτερες χρονιές που έχουν περάσει για το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας», σημείωσε καταληκτικά ο κ. Γρανάς.
Προτεινόμενα
-
Νέα Θάσου5 έτη agoΠροκήρυξη Διεθνούς Διαγωνισμού Ποίησης εις Μνήμη του Πρωτοπρεσβύτερου Ποιητή Γεωργίου Ι. Διαμαντόπουλου. Με θέμα ꓽ «Υπάρχουν Άνθρωποι»
-
Νέα Θάσου5 έτη agoΘάσος: Αναστέλλεται η λειτουργία σχολικών τμημάτων και του «Θεαγένη»
-
Νέα Θάσου5 έτη agoΟ Δήμαρχος Θάσου για το πρόγραμμα ενίσχυσης επιχειρήσεων της ΑΜΘ με την διαδικασία της μη επιστρεπτέας προκαταβολής
-
Καβάλα5 έτη agoΚαμπανάκι για την μείωση των δρομολογίων στη γραμμή Πρίνος-Καβάλα
-
Νέα Θάσου5 έτη agoΧορωδίες δήμου θάσου 2020
-
Νέα Θάσου5 έτη agoΟ Δήμος Θάσου κοντά στον πολίτη, δίνει χρήσιμες συμβουλές για την εξοικονόμηση ενέργειας
-
Νέα Θάσου5 έτη agoΞεκινούν οι εγγραφές στην Παιδική Θεατρική Σκηνή του Δήμου Θάσου
-
Ελλάδα5 έτη agoΣε κακούργημα μετατρέπεται το αδίκημα βασανισμού των ζώων

You must be logged in to post a comment Login