Connect with us

Πολιτισμός

«Αυτή η νύχτα μένει» του Θάνου Αλεξανδρή από το ΚΘΒΕ

«Αυτή-η-νύχτα-μένει»-του-Θάνου-Αλεξανδρή-από-το-ΚΘΒΕ

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Νυχτερινό κέντρο το «Όνειρο». Γυροβολιές στο ζεϊμπέκικο. Πίστα, τραγούδια, λουλούδια, πιάτα, αλκοόλ, στήθος μόστρα, προκλητικοί μηροί κι όλα μαζί η λαγνεία της νύχτας.

Η «Καψουρόσκονη», το «Θα φάμε γλάρο», το «Σ’ αγαπάω, μ’ ακούς;» το «Βρε μελαχρινάκι», άλλα σουξέ του Καφάση και του Αντύπα, ζωηρή παρέα και, φυσικά, τα αριστουργηματικά τραγούδια του Σταμάτη Κραουνάκη, μας συντροφεύουν, θυμίζοντας στα σημερινά παιδιά με ποιον – σήμερα παράξενο – τρόπο γλένταγαν οι παλαιότεροι, σ’ εκείνο το ξέφρενο νυχτερινό πανηγύρι των αισθήσεων. 

Ο Θάνος Αλεξανδρής έγραψε το πρωτότυπο «Αυτή η νύχτα μένει» κι ο καλλιτεχνικός Διευθυντής του ΚΘΒΕ Αστέρης Πελτέκης, βασιζόμενος στο συγκεκριμένο βιβλίο και την αισθητική που περιγράφει, δημιούργησε μια παράσταση για την κουλτούρα του «Σκυλάδικου» στη δεκαετία του ’80 στην Ελλάδα, η οποία ήταν φαινόμενο μαζικής διασκέδασης, μετατρέποντας τα νυχτερινά κέντρα σε χώρους, όπου άτομα απ’ όλες τις κοινωνικές τάξεις διασκέδαζαν με καψουροτράγουδα, ενώ παράλληλα έβλεπαν μια αναβίωση του ρεμπέτικου προσαρμοσμένου στα νέα δεδομένα, αποδαιμονοποιώντας το γλέντι, αυτό που είχε ταυτιστεί με την «πολιτική» διάσταση του παρελθόντος. 

Από τη Νομική σχολή Αθηνών και το ιστορικό Υπόγειο του Κάρολου Κουν, ο Θάνος Αλεξανδρής βρίσκεται στην ελληνική περιφέρεια των σκυλάδικων τη δεκαετία του ’80 και του ’90. Δώδεκα χρόνια ζει τη νύχτα, τη γνωρίζει απ’ έξω και ανακατωτά, την αγαπάει και με αυτή τη λατρεία την αποτυπώνει περιγράφοντας, όπως λέει ο ίδιος, και το μεγαλείο και την ξεφτίλα της.

«Είδα περιουσίες να εξανεμίζονται φύλλο φτερό. Φιλίες σοβαρών οικογενειών να γίνονται μίση και πάθη άγρια για μεσόκοπες τραγουδίστριες, που το καλύτερο γραφείο συνοικεσίων δε θα μπορούσε να πασάρει στον χειρότερο συνταξιούχο. Είδα έναν κόσμο που άναψε και κάηκε πάνω σε μία σκηνή όλο μαγεία. Θέλω να πιστεύω πως μία θεϊκή συγκυρία οδήγησε ειδικά εμένα στον θαυμαστό κόσμο των σκυλάδικων και ουσιαστικά άλλαξε τη ζωή και την ψυχή μου.

Το οδοιπορικό σ’ αυτούς τους χώρους είναι το ωραιότερο κομμάτι της καριέρας μου και με βοήθησε να ξεφύγω από τη μίζερη και συμβατική ζωή του θεάτρου και να ανακαλύψω το όνειρο.

Μπήκα φάλτσα με τραγούδια του Χατζιδάκι και δικαίως στην αρχή έφαγα τα μούτρα μου, γιατί το σκυλάδικο δεν είναι γκέτο που περιέχει ομαδοποιημένους, αλλά ένας χώρος που αποκλείει τους άσχετους.

Εγώ στον σκληρό αυτόν κόσμο έπαιξα τίμια και αντρίκεια και επιβίωσα δέκα ολόκληρα χρόνια. 

Τη νύχτα ζεις. Μπορεί και να πεθάνεις, αλλά σίγουρα δεν φυτοζωείς. Ή ζεις ή πεθαίνεις», γράφει ο Αλεξανδρής στο βιβλίο του.

Το ΚΘΒΕ ανέβασε μια ευχάριστη μουσικοθεατρική παραγωγή στο «Βασιλικό Θέατρο», βασισμένη στο βιβλίο του Θάνου Αλεξανδρή, σε διασκευή και σκηνοθεσία του καλλιτεχνικού Διευθυντή του Αστέρη Πελτέκη, ο οποίος στήνει ένα «σκυλάδικο», όπου τραγούδια, ντέρτια, γλέντια και καημοί παρελαύνουν, συνθέτοντας το πορτρέτο μιας Ελλάδας, που μπορεί να μην υπάρχει πια, όμως η αισθητική της στάθηκε καθοριστική για τη ζωή στη νύχτα της πίστας, της σαμπάνιας, των πιάτων και των λουλουδιών.

Δεν εστιάζει ο σκηνοθέτης σε ρομάντζα, αλλά ξετυλίγει την πορεία του Ήρωα, δηλαδή του Θάνου Αλεξανδρή, που κοινώνησε τη νύχτα σε όλο το μεγαλείο και σε όλη τη μικρότητά της. Ασφαλώς πλέκει την πραγματικότητα με μυθοπλασία για τις δραματουργικές ανάγκες της παράστασης. Τον ΄Ηρωα υποδύεται ο Παντελής Καναράκης, έτσι όπως καθοδηγήθηκε κι έτσι όπως μπορεί.

Ο ήρωας ξεκινάει από τη Νέα Αρτάκη, ένα χωριό της Εύβοιας, όπου το όνειρό του είναι να γίνει παπάς, αρχιμανδρίτης, η μητέρα του δε θέλει, οπότε πηγαίνει στο Θέατρο Τέχνης, παίζει τραγωδία, και, «σκεφτείτε η τελευταία μου δουλειά ήταν Οιδίπους Τύραννος και μετά μεταπηδώ στα σκυλάδικα», δηλώνει ο ίδιος στο βιβλίο του.
«Στο έργο αναβιώνει η δεκαετία του ‘80, έχουμε τραπέζια, έχουμε μπράβους, έχουμε κονσομασιόν, έχουμε βιασμούς, έχουμε τα σουξέ της εποχής, είναι ένα υπερθέαμα».

Η λάμψη και το σκοτάδι της νύχτας, οι ανθρώπινες σχέσεις που ακροβατούν ανάμεσα στην τρυφερότητα και στην απελπισία, η ανάγκη για αναγνώριση και αγάπη- όλα όσα περιγράφει ο Αλεξανδρής συνεχίζουν να απασχολούν τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Σήμερα, ίσως περισσότερο από ποτέ, το «Αυτή η νύχτα μένει» μιλά για εκείνη τη λεπτή γραμμή, όπου το όνειρο συναντά την επιβίωση και η τέχνη αγγίζει τη ζωή.

Στο βιβλίο βασίστηκε η ομώνυμη ταινία του Νίκου Παναγιωτόπουλου το 2000, τιμημένη με έξι κρατικά βραβεία στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, με την εκπληκτική μουσική του Σταμάτη Κραουνάκη. Το 2016 μεταφέρθηκε στο θέατρο σε σκηνοθεσία Κίρκης Καραλή και το 2022 έγινε τηλεοπτική σειρά στον Alpha.

Μια δημοσιογράφος (Εύα Βάρσου) πασχίζει να ανακαλύψει – ως παρατηρητής και συγγραφέας – στοιχεία για τον κόσμο της νυχτερινής διασκέδασης στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’80 και του ’90, τότε που οι άνθρωποι της μεταπολιτευτικής περιόδου έβλεπαν μια καλύτερη ζωή να ανοίγεται μπροστά τους, εφόσον έρεε το δανεικό χρήμα.

Ένας ηθοποιός κατρακυλάει από την υψηλή τέχνη στον κόσμο της νύχτας και των σκυλάδικων. Κατρακυλάει ή απογειώνεται; Πώς βιώνει το ταξίδι αυτό με τα εφόδια που κουβαλάει σε μια σκοτεινή πραγματικότητα, όπου οι άνθρωποι αφήνουν τα πάθη τους να αναδύονται αχαλίνωτα, για να επιστρέψουν το πρωί στις καθημερινές τους ζωές;

Γνωρίζει τους νόμους της νύχτας και επιβιώνει στα όρια της απόλαυσης και της καταστροφής. Εκεί, όπου οι αντιστάσεις χαλαρώνουν και οι πελάτες εμφανίζουν τον αληθινό τους εαυτό.

Στην πολυπρόσωπη παράσταση δεν υπάρχει μύθος ούτε γραμμική αφήγηση. Πρόκειται για ένα δραματοποιημένο κείμενο που έγραψε ο σκηνοθέτης, εξ αφορμής του βιβλίου του Θάνου Αλεξανδρή.

Είναι μουσικοθεατρική αναβίωση της νύχτας σε μπουζουκομάγαζα λαϊκής κατηγορίας, σε μια εποχή που πλέον έχει παρέλθει, στους πρωταγωνιστές της, στις υπερβολές της, στους καημούς της, στις ιεροτελεστίες της και στους κινδύνους της.

Μια νύχτα που έμενε τότε σαν πιστοποίηση αλήθειας του φημισμένου στίχου «μια ζωή την έχουμε κι αν δεν την γλεντήσουμε…», που δοκίμαζε θαμώνες εξαρτημένους ή περιστασιακούς με κάθε είδους πειρασμό και αντιπερισπασμό, αναβιώνει στην παράσταση του ΚΘΒΕ και προσφέρει διασκέδαση, εκτόνωση, χαρά και συμμετοχή, εφόσον αρκετοί θεατές τραγουδάνε τα γνωστά παλιά καψουροτράγουδα, μαζί με τους επί σκηνής καλλιτέχνες.

Εκείνη η νύχτα, λοιπόν, των υποβαθμισμένων λαϊκών μαγαζιών του ’80 και του ΄90, είναι στη σκηνή η νύχτα η θεατρική, που στενάζει υπό των ήχων των τραγουδιών και των ακκισμάτων των χορευτών, που ονειρεύεται, φωνάζει, γελάει, κλαίει και φαλτσάρει, που πλακώνεται και ξοδεύεται στα ποτά και στους αναστεναγμούς των πελατών, εξ επαρχίας καταγόμενων, όπου το σκυλάδικο «Όνειρο» απεικονίζεται σε ένα τεράστιο πατάρι, το λες και πίστα, άδειο από σκηνικά πλην των αρθρωτών σπετσάτων που καθορίζουν χώρους, μερικών τραπεζοκαθισμάτων και ενός πολυελαίου, να κοροϊδεύει τη φτηνιάρικη «πολυτέλεια» του χώρου, έτσι όπως σχεδίασε την εικαστική εγκατάσταση η Φρόσω Λύτρα.

 Όμως, οι άνθρωποι που γεμίζουν τη σκηνή έχουν φωνή, έχουν ψυχή, έχουν καρδιά που πονάει, έχουν μεράκια που τα γλυκαίνει το μπουζούκι, χορεύουν και τραγουδούν, ανταλλάσσουν σκληρά λόγια, μα και ερωτόλογα.

Ιδιαίτερα σε περιοχές με αγροτικό πληθυσμό, τα σκυλάδικα έκαναν θραύση. Ήταν η εποχή με τις αγροτικές επιδοτήσεις και το χρήμα που έρρεε άφθονο στην επαρχία. Ο Θάνος Αλεξανδρής αναφέρει χαρακτηριστικά ότι υπήρχαν κάποιοι που ξόδευαν ακόμα και 1.000.000 δραχμές τη βραδιά σε ορισμένα από αυτά, όχι μόνο για να ακούσουν τα τραγούδια, αλλά και για να φλερτάρουν τις τραγουδιάρες.

Και παραθέτει το παράδειγμα μιας ώριμης και εύσωμης γυναίκας, την οποία «κυνηγούσε» καψούρης εργολάβος οικοδομών, που αφού χαράμισε μια περιουσία, συνευρέθηκε ερωτικά μαζί της στην καρότσα του φορτηγού του, δίπλα στα χαλίκια που κουβαλούσε!

Και, βέβαια, οι γυναίκες δε χρειάζονταν να έχουν ιδιαίτερα φωνητικά προσόντα. «Οι γυναίκες όμορφες ή άσχημες, αδύνατες ή εύσωμες, ψηλές ή όχι, γίνονταν ανάρπαστες. Όλες! Δε χρειαζόταν καν να τραγουδάνε, αρκούσε να είναι γυναίκες! Βρίσκαμε κοπέλες σε σούπερ μάρκετ ή εργοστάσια για τα μπαλέτα. Και έπαιρναν νυχτοκάματο στις αρχές του ’80 κάπου 6.000 δραχμές, επί μέσου μισθού 3.000 δραχμών τον μήνα» προσθέτει ο Θάνος Αλεξανδρής.

«Βαριά» ερωτικά λαϊκά, άφθονο ουίσκι, σπάσιμο γύψινων πιάτων, λουλούδια, μπραβιλίκι, ντουμάνι από καπνούς, ναρκωτικά, κάποιες φορές, κονσομασιόν σε πολλά από αυτά και… χρυσόσκονη ήταν τα βασικά χαρακτηριστικά των σκυλάδικων.

Η δεκαετία του 1980 μπορεί να χαρακτηριστεί ως δεκαετία διασκέδασης, όπου το ευρύτερο κλίμα που διαμορφώθηκε ώθησε ανθρώπους, από όλα τα κοινωνικά στρώματα και κατηγορίες, να διασκεδάσουν με περισσότερη διάθεση και λιγότερους περιορισμούς απ’ ό, τι οι δεκαετίες που προηγήθηκαν ή εκείνες που ακολούθησαν.

Επίσης, ήταν δεκαετία μεγάλης απήχησης και σημαντικών ιδεολογικών ανακατατάξεων στους τρόπους πρόσληψης του λεγόμενου «λαϊκού» τραγουδιού. Οι πελάτες των κέντρων (εννοείται των σκυλάδικων) πλήθυναν, το κοινωνικό τους φάσμα διευρύνθηκε και είχαν πολλά χρήματα να ξοδέψουν». Οι παράμετροι αυτές αναφέρονται στο βιβλίο, αλλά παραμένουν στη φρέσκια παράσταση κι ο θεατής το αντιλαμβάνεται σαφέστατα.

Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι στίχοι των σκυλάδικων τραγουδιών. Διαρκείς αναφορές στην τρέλα, την αμαρτία, το αλκοόλ, τη νύχτα, τον έρωτα και το χρήμα. Ξεχωριστή αναφορά στο ουίσκι, που ήταν σχεδόν το μοναδικό αλκοολούχο ποτό στα ποτήρια των νυχτόβιων πελατών του σκυλάδικου.

Ο μέγιστος Σταμάτης Κραουνάκης ντύνει και αυτή την παραγωγή με τις μουσικές και τα τραγούδια του, τα τέσσερα είναι καινούργια, ενώ τους ηθοποιούς ντύνει με πρέποντα κοστούμια για νυχτομάγαζο, όπου πρωταγωνιστούν κορμιά που λικνίζονται σε καρέκλες , σε τραπέζια και στο σανίδι, ο Νίκος Χαρλαύτης, κι ο Στέλιος Τζολόπουλος φωτίζει πρόσωπα και χώρο. Την κίνηση όλων των καλλιτεχνών επιμελήθηκε ο Δημήτρης Παπάζογλου, ο οποίος υποδύεται και έναν περφόρμερ, μια περσόνα διφορούμενου φύλου.

 Όλοι οι ηθοποιοί, οι χορευτές, οι μουσικοί είναι εξαιρετικοί κι οι καθένας τους, μια ισχυρή μονάδα, ένας πυλώνας στο οικοδόμημα. Φυσικά, είναι δίκιο να θεωρηθεί «μεταμόρφωση», από το λαμπερό ensemble της παράστασης, ένα ταξίδι μέσα σε «καπνισμένους» ρόλους μιας συγκεκριμένης εποχής ή στην όποια πνευματικότητα των κειμένων.

Πρόκειται για μια σωστή αναπαράσταση ύφους και ήθους ανθρώπων που γαλουχήθηκαν στα σκυλάδικα της επαρχίας και είναι περιττό να μιλήσω γι’ αυτούς τους ταλαντούχους ηθοποιούς, ότι σημασία έχει το ταξίδι, η υπέρβαση του εαυτού, η φυσική και ψυχική μεταμόρφωση, αυτή που κάνει τη δουλειά τους πεδίο μαγείας, τόπο ομορφιάς, πηγή έμπνευσης και επινοητικότητας. Μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι συμβαίνει κάτι παρόμοιο στην απόδοση της ατμόσφαιρας που επικρατούσε σε αντίστοιχα νυχτομάγαζα στις δεκαετίες του ‘ 80 και του ’90.

Ωστόσο, επικεντρώνοντας οι σημερινοί θεατές το ενδιαφέρον τους στη νυχτερινή ψυχαγωγία των νεοελλήνων της παραπάνω περιόδου, λαμβάνουν πληροφορίες για τις καθημερινές εξορμήσεις των προγόνων τους σε μια εποχή, όπου σε κάθε γωνιά ήταν στημένο ένα πρόχειρο οίκημα, πολλές φορές παράπηγμα, με φωτεινές επιγραφές από νέον και που οι άνθρωποι έφευγαν από τα μαγαζιά, που τότε λειτουργούσαν επτά ημέρες την εβδομάδα, και πήγαιναν κατευθείαν για δουλειά, χωρίς τις έγνοιες της εφορίας και τον ζυγό των μνημονίων.

 Όταν νέοι θεατές- αναγνώστες μαθαίνουν ότι οι θαμώνες, που θα μπορούσαν να είναι πατεράδες τους ήταν διατεθειμένοι, για μια μεσόκοπη κυρία, να ξοδέψουν σε μια βραδιά όλη την επιδότηση που πήραν από το κράτος ή να πουλήσουν χωράφια και ακίνητα για μια γκόμενα δεύτερης κατηγορίας, ξαφνιάζονται, απορούν, ίσως να ειρωνεύονται, πιθανώς να ξεκαρδίζονται στα γέλια, όμως δεν μπορούν να κάνουν συγκρίσεις με τη δήθεν διασκέδαση στα σημερινά ορθάδικα «Ελληνάδικα, επομένως αφήνονται στην απόλαυση που προσφέρει ένα πολυθέαμα, όπως η παράσταση του ΚΘΒΕ «Αυτή η νύχτα μένει».

Συντελεστές

Συγγραφέας: Θάνος Αλεξανδρής

Θεατρική διασκευή – Σκηνοθεσία: Αστέριος Πελτέκης

Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης

Εικαστική σύνθεση και εγκατάσταση: Φρόσω Λύτρα

Κοστούμια: Νίκος Χαρλαύτης

Χορογραφία: Δημήτρης Παπάζογλου

Φωτισμοί: Στέλιος Τζολόπουλος

Ενορχηστρώσεις – Μουσική Διδασκαλία: Πάνος Κοσμίδης

Video visuals: Γρηγόρης Αποστολόπουλος DADA ART

Βοηθός σκηνοθέτη: Εύη Σαρμή

Συνεργάτις σκηνογράφος – ενδυματολόγος: Δανάη Πανά

Βοηθός μουσικής διδασκαλίας: Παναγιώτης Μπάρλας

Βοηθός χορογράφου: Αναστασία Κελέση

Βοηθός φωτιστής: Στάθης Φρούσσος

Οργάνωση παραγωγής: Αλέξης Τζίμας

*Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης: Γεωργιάδου Χριστίνα

*Ο Στάθης Φρούσσος, βοηθός φωτιστής, απεβίωσε λίγες ημέρες πριν την πρεμιέρα της παράστασης

Διανομή

Νίνα Ακτύπη – Λέλα Μοντέλα, Μπαλέτο Ήρωα, Λόλα, Κυρία στο τηλέφωνο, Λουλουδού, Πελάτισσα σε νυχτερινά κέντρα

Θάνος Αλεξανδρής – Μετρ, Οδηγός ταξί, Οδηγός Κτελ, Μπάρμαν, Τραγουδιστής

Αντώνης Αντωνάκος – Μπράβος Ρίτας, Μεθυσμένος πελάτης, Πελάτης βιντεοκλάμπ, Αφεντικό νυχτερινού κέντρου, Μετρ στο Gigi, Πελάτης σε νυχτερινά κέντρα

Εύα Βάρσου – Δημοσιογράφος

Νίκος Γεωργάκης – Κύριος Σούλης, Πελάτης σε νυχτερινά κέντρα, Ρεσεψιονίστ Ξενοδοχείου, Σουβλατζής

Θανάσης Δισλής – Τηλεπαρουσιαστής, Καφετζής, Άντρας στα Τρίκαλα, Κομπέρ, Πελάτης σε νυχτερινά κέντρα, Σερβιτόρος σε νυχτερινά κέντρα

Ζωή Ευθυμίου – Φανή Βλάχα, Μπαλέτα Ήρωας, Σερβιτόρα σε νυχτερινά κέντρα, Λουλουδού, Κοπέλα στο τηλέφωνο, Πελάτισσα σε νυχτερινά κέντρα

Χριστίνα Ζαχάρωφ – Άννα Λάβα, Πελάτισσα σε νυχτερινά κέντρα, Λουλουδού, Άννα, Στέλλα, Γραμματέας Αλεπουδέλη

Στέλιος Καλαϊτζής – Αφεντικό νυχτερινού κέντρου Gigi, Σερβιτόρος σε νυχτερινά κέντρα, Πελάτης σε νυχτερινά κέντρα, Άντρας στα Τρίκαλα

Σοφία Καλεμκερίδου – Ρίτα, Νίτσα, Πελάτισσα σε νυχτερινά κέντρα, Λουλουδού, Φρόσω

Παντελής Καναράκης – Ήρωας

Γιάννης Καραμφίλης – Παυλάρας, Μουσικός σε νυχτερινά κέντρα, Σκηνοθέτης σε ακρόαση, Πελάτης σε νυχτερινά κέντρα

Θάνος Κοντογιώργης – Σερβιτόρος καφενείου, Αλεπουδέλης, Τζέλλας, Μπράβος, Πελάτης σε νυχτερινά κέντρα

Χριστίνα Κωνσταντινίδου – Λίτσα, Μπαλέτο Μάριου και Ήρωα, Κυρία Κούλα, Κυρία στο τηλέφωνο, Σύζυγος μαγαζάτορα, Βοηθός μόδιστρου, Λουλουδού

Χρήστος Μαστρογιαννίδης – Νώντας, Μουσικός σε νυχτερινά κέντρα, Θαμώνας καφενείου, Σερβιτόρος σε νυχτερινά κέντρα, Μπάρμαν, Φαντάρος

Γιάννης Μόχλας – Μπράβος σε νυχτερινό κέντρο, Πελάτης σε νυχτερινά κέντρα, Περαστικός, Δισκοπώλης, Ποδοσφαιρικός παράγοντας, Σερβιτόρος σε νυχτερινά κέντρα

Κατερίνα Μπουλούμη – Λίτσα Δεσμώτισσα, Μητέρα Ήρωα, Πελάτισσα σε νυχτερινά κέντρα, Κυρία στο τηλέφωνο, Μπαλέτο Ήρωα

Δημήτρης Παπάζογλου – Μάριος

Βασιλική Ρέινα – Ηρωδιάδα, Κοπέλα ακρόασης, Μπαλέτο Ήρωα, Μπαλέτο Μάριου, Πελάτισσα σε νυχτερινά κέντρα

Κώστας Σαντάς – Αφεντικό νυχτερινού κέντρου, κύριος Νώντας

Εύη Σαρμή – Μαρίνα

Πηνελόπη Σεργουνιώτη – Κατερίνα, Πελάτισσα σε νυχτερινά κέντρα

Γιάννης Τσάτσαρης – Δημήτρης Κοντός, Μπάρμαν, Πελάτης σε νυχτερινά κέντρα

Χορευτές επί σκηνής:

Αναστασία Κελέση – Καμαριέρα, Λουλουδού, Μπαλέτο σε νυχτερινό κέντρο, Χορεύτρια Οριεντάλ, Παρουσιάστρια, Πελάτισσα σε νυχτερινά κέντρα

Ιωάννης Μάρτος – Σερβιτόρος, Θαμώνας καφενείου, Μπαλέτο σε νυχτερινό κέντρο, Χορευτής Ταγκό, Πελάτης σε νυχτερινά κέντρα

Μουσικοί επί σκηνής:

Τραϊανός Αλμπανούδης (μπάσο)

Παναγιώτης Μπάρλας (πιάνο)

Παύλος Παφρανίδης (μπουζούκι)

Ζωγράφος Σταυρίδης (ακορντεόν)

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«Πιτσιμπούργκο» της Σώτης Τριανταφύλλου στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

«Πιτσιμπούργκο»-της-Σώτης-Τριανταφύλλου-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Ποιος θεωρείται μετανάστης; Έχει ο μετανάστης χρώμα; Έχει ταυτότητα; Πρώτα γίνεσαι φτωχός και μετά μετανάστης.

Η παλιά πληγή της μετανάστευσης σε μικρογραφία είναι το θέμα της ιστορίας της Σώτης Τριανταφύλλου με τον τίτλο Πιτσιμπούργκο. Πρόκειται για την αφαίμαξη από το πιο σημαντικό και ακμαίο δυναμικό του πληθυσμού της Ελλάδας, τους νέους της που έφευγαν για να βρουν μια καλύτερη τύχη σε όποια χώρα της πλατιάς ξενιτιάς, όπου έβρισκαν τόπο να δουλέψουν, να εξοντωθούν, να πεθάνουν και χάθηκαν απ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς να μάθει τίποτα κανείς γι’ αυτούς, ενώ άλλοι κατάφεραν να επιβιώσουν και να ζήσουν εκεί κι άλλοι να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και να συνεχίσουν με κάποια άνεση τη ζωή τους.

Το Πιτσιμπούργκο είναι ένα αφήγημα που περιλαμβάνει την αλληλογραφία ενός τέτοιου δυστυχισμένου νέου, νιόπαντρου, του Δημοσθένη, με τη γυναίκα το την Ελέγκω.

Ο Δημοσθένης από τη Χίο μεταναστεύει στο Πίτσμπουργκ, τη μεγαλύτερη πόλη στην αμερικανική Πενσυλβανία, η οποία θεωρείται η «Πόλη του Χάλυβα» για τις πάνω από 300 επιχειρήσεις της και «Πόλη των Γεφυρών» για τις 446 γέφυρές της, αφού είναι χτισμένη στη συμβολή τριών μεγάλων ποταμών. Στη Χίο δεν υπάρχει «μέλλο», όπως λέει ο Δημοσθένης, σεισμοί, ναυάγια, πειρατές και το χώμα «που ’ναι στέρφο».

Το αφήγημα, λόγω των ημερολογιακών καταγραφών του ζεύγους, μοιάζει και με ημερολόγιο, από το οποίο πληροφορούμαστε τις ένθεν και εκείθεν του μεσολαβούντος ωκεανού, δυστυχίες. Της πόλης που θα δώσει στον Δημοσθένη και στους άλλους εργάτες της βιομηχανίας τα μέσα για να ζήσουν και της γενέθλιας γης της Χίου, που δεν μπορεί να τους τα εξασφαλίσει. Το μεροκάματο του τρόμου καταλήγει στο ημερολόγιο της δυστυχίας, αλλά και της ιστορικής ενημέρωσης, αφού ο καθένας από την πλευρά του περιγράφει την κακή του μοίρα και οραματίζεται την ελπίδα που αργεί πολύ, μέσα σε μια κοινωνία που διαρκώς πάσχει από πόλεμο, φτώχεια, βία και δυστυχία.

Χίος 28 Μάρτη 1913. Η Ελέγκω παίρνει στα χέρια της το πρώτο γράμμα, έπειτα από οκτώμισι μήνες, από τον ξενιτεμένο στο Πίτσμπουργκ της Αμερικής άντρα της Δημοσθένη.

«Τίλως είσαι, Ελέγκω μου; Τρως; Κοιμάσαι; Αχ, να ’μουνα κει πέρα την Πρωτοχρονιά, να πηαίναμε στον Βροντάδο να τρώγαμε τα μαμούλια της Μαριόγκας!»

Μέσα από την αλληλογραφία τους ξεδιπλώνεται η ζωή στο νησί, αμέσως μετά την απελευθέρωσή του από τους Τούρκους.

Φτώχεια, πείνα, μπάρκα, προσφυγιά, αρρώστιες, μα και τηλέφωνα και κινηματόγραφος. Ένα νησί πληγωμένο και σαστισμένο.

«ΥΓ. Τώρα θυμήθηκα πως αυτοκίνητα έχομε κι εδώ, πάνε κι έρχονται σαν δαίμονες. Εγώ εν τα δα, μου το ’πε η Ειρήνη».

Από την άλλη, η βιομηχανική πόλη του Πίτσμπουργκ.

«Βρέχει νερό μαύρο, Ελέγκω μου, αφ’ τα εργοστάσια, καταλαβαίνεις».

«Αγαπημένη μου Ελέγκω, άργησα να σου γράψω γιατί εν ήβρισκα γραμματικό».

«Δημοστένη μου, μόλις έλαβα το γράμμα σου μου ’ρθε λιγοθυμιά».

Τα γράμματα πηγαινοέρχονται, ο Δημοσθένης γράφει τα προβλήματα της ζωής στο Πιτσιμπούργκο και η Ελέγκω παραπονιέται πως δεν της γράφει συχνά και ανησυχεί. Εκείνος την καθησυχάζει – είναι και τα γραμματόσημα ακριβά και κάνει οικονομίες, παράλληλα της δίνει συμβουλές τι να κάνει, τι να προσέχει, ποιον να αποφεύγει, για να μην της βγει κακό όνομα, κι εκείνη του γράφει να προσέχει γιατί φοβάται…

Εν πάση περιπτώσει, αυτή η αλληλογραφία φέρνει στην επιφάνεια το τι τράβηξε αυτός ο καημένος άνθρωπος και τι η οικογένειά του πίσω στο χωριό, στη Χίο, όπου ο αέρας μοσκοβολάει μαστίχα, ενώ στο Πιτσιμπούργκο μυρίζει χάλυβα.

Η συγγραφέας με τον τρόπο της θίγει το πολύ σοβαρό θέμα του μετανάστη, του φτωχού, του μόνου κι έρημου ανθρώπου, που αγωνιά γι’ αυτούς που άφησε πίσω του, ενώ εκείνος ξένος ανάμεσα σε ξένους και κάποιους Έλληνες –«Σλάβοι, Αράπηδες, Έλληνες, ένα και το αυτό»– αγωνιά να επιβιώσει στην άγνωστη, άγρια και αφιλόξενη γη.

Παράλληλα, αναφέρονται ήθη, έθιμα, απλά καθημερινά κουτσομπολιά, ευρύτερα πολιτικά, ο καιρός ή η δολοφονία τού βασιλιά και η θέση της γυναίκας:

 «Δημοσθένη, Λες πως στο Πιτσιμπούργκο χιονίζει, αμ εδώ ήντα κάμνει; […] Σκοτώσανε και τον βασιλιά, λένε, το ’μαθες, Δημοσθένη μου; Εγώ τον βασιλιά εν τον ήξερα, αλλά για να τον σκοτώσουνε κάτι θα ’κανε… Εσύ Δημοσθένη μου, ήντα λες; Οι γυναίκες εν πρέπει να ’χουνε εμυαλό για τέτοια πράματα, βασιλιάδες, πολέμοι, αλλά, μες στη μοναξιά που με δέρνει και τον καμό, φοβούμαι ήμπα στο νησί έχουν έρθει οι βουρβούλακες κι έχει πέσει κατσικοποδιά […] έγινε κι άλλος σεισμός […] μια γίδα γέννησε τέρας δίχως μάτια…». Μέχρι και παράπονα του γράφει, γιατί ο Δημοσθένης είπε πως η Μαριόγκα κάνει τα «μαμούλια» καλύτερα από εκείνην. Με την ευκαιρία η Ελέγκω μάς δίνει τις λεπτομέρειες: ψιλοκόβει το αμύγδαλο, προσθέτει καρύδι, βάζει και μοσκοκάρφι: «Τίλως μπορείς να λες πως τα μαμούλια της Μαριόγκας είναι πεντανόστιμα;». Παράλληλα, λέει πως ο θείος θα την πάρει μαζί με τη Μαριόγκα να δούνε την Εσμέ την Τουρκοπούλα. «Αχ Δημοσθένη, να με πήαινες εσύ!». Αλλά σαν την Ελέγκω είναι κι άλλες πολλές που οι άντρες τους ταξιδεύουν με τα «παπόρια». «Ήντα παπόρια ήντα Πιτσιμπούργκο, καλύτερα το Πιτσιμπούργκο, που δεν θα ρουφήξει ποτές η θάλασσα».

Έτσι, εκκινώντας από το προσωπικό, στη δραματοποιημένη λογοτεχνία, η σκηνοθέτρια Αρκαδία Ψάλτη, σταδιακά απλώνει την αφήγηση στο γενικό κακό, εκείνο από το οποίο υποφέρει η ελληνική οικογένεια, η φτωχή επαρχία, η Ευρώπη που ετοιμάζεται για πόλεμο, αλλά και στην Πενσυλβανία, όπου η ζωή είναι τρόμος, σκληρή δουλειά, αμφίβολη βελτίωση, υπόκοσμος και ύποπτος πλουτισμός.

 Όπως βλέπουμε από τον διάλογο, η εξομολόγηση, το παράπονο, η περιγραφή, η εξήγηση, η ερμηνεία, η κοινωνική παρατήρηση, ό,τι κι αν δείχνει αυτή η αλληλογραφία, είναι μια καταγραφή των προβλημάτων που αρχίζει με εστίαση πάνω σε ένα οικογενειακό θέμα, για να ανοίξει σε έναν ευρύτερο κοινωνικό κύκλο, στη Χίο ή στο Πίτσμπουργκ, και στη συνέχεια στον κόσμο όλο, με τον πόλεμο ενόψει.

Το γλωσσικό ιδίωμα, η ντοπιολαλιά της Χίου, προσδίδει αληθοφάνεια στον ιδιαίτερο, μεταποιημένο λόγο των αλληλογράφων, οι οποίοι πέρα από την ιδιάζουσα λέξη αποδεικνύονται άριστοι στη σύνταξη. Αυτό, βέβαια, οφείλεται στην ικανότητα της συγγραφέως, η οποία έχει συγγράψει πάνω από σαράντα βιβλία και ξέρει πολύ καλά πώς να μεταβάλει τον διάλογο δύο επαρχιωτών σε απλό, κατανοητό, γοητευτικό και συγκινητικό λογοτεχνικό λόγο.

Η συγκεκριμένη θέση του Δημοσθένη και της Ελέγκως είναι θέμα που δεν αφορά μόνο τη Χίο, αλλά όλη την Ελλάδα, όλον τον κόσμο, που μεταναστεύει στην υπερατλαντική χώρα της ευκαιρίας.

Η Αρκαδία Ψάλτη σκηνοθετεί με τρυφερότητα το κείμενο της Σώτης Τριανταφύλλου Πιτσιμπούργκο, και οι δύο νέοι και καλοί ηθοποιοί Τζωρτζίνα Λιώση και Σταμάτης Μπάκνης, ζωντανεύουν στη σκηνή μοναδικά μια ιστορία αγάπης στη διάρκεια του πρώτου μεγάλου μεταναστευτικού κύματος από την Ελλάδα προς την Αμερική.

Το αφήγημα είναι γραμμένο στο χαρακτηριστικό Χιώτικο γλωσσικό ιδίωμα, μια γλώσσα εύληπτη και άμεσα συνδεδεμένη με την αρχαία ελληνική.

Όλα τα επιστολικά μυθιστορήματα καλούν τον αναγνώστη – θεατή, να ανασυστήσει, μέσα από ενδείξεις της αλληλογραφίας, τη ροή των γεγονότων, ως σκιώδης αφηγητής μιας ανείπωτης ιστορίας.

 Και σαν να μην έφτανε αυτό, η επιστολική μορφή του έργου και το κυρίως προσωπικό περιεχόμενο των γραμμάτων, γεννούν μια εντύπωση αδιάκριτης παρέμβασης στις ζωές των άλλων. Σαν να ανοίγεις στα κρυφά ξένους φακέλους. Γοητευτική τακτική, από την πλευρά του συγγραφέα. Από την πλευρά του αναγνώστη – θεατή, , η ψυχολογική ένταση ενισχύει την εμπλοκή.

Η σκηνοθέτρια δηλώνει – σε συνέντευξή της – για το έργο και την παράσταση: «Το έργο διαδραματίζεται το 1913, στην Χίο. Αμέσως μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων και πληθυσμιακών μετακινήσεων. 

 Κάθε χρόνο 25.000 άνθρωποι εγκαταλείπουν μια χώρα οικονομικά εξουθενωμένη και πολιτικά αβέβαιη. Μπαίνουν στα καράβια να κυνηγήσουν το αμερικάνικο όνειρο που υπόσχεται ευκαιρίες πλούτου και ευημερία. Ελπίζουν σε καλύτερη ζωή για αυτούς και τις οικογένειές τους και λειώνουν και στραγγίζονται στις μεγάλες βιομηχανικές πόλεις.

Το όνειρο αποδεικνύεται εφιάλτης. Ευτυχώς υπάρχει αλληλεγγύη και στήριξη ανάμεσα στους συμπατριώτες, που τους δυναμώνει. Έτσι καταφέρνουν να κάνουν κοινότητες και μέσα από μια πολύ σκληρή ζωή να ορθοποδήσουν. Πόσο μακρινό είναι όλο αυτό; Πόσο όμοιες εικόνες και καταστάσεις υπάρχουν σήμερα; Σε ποια θέση είμαστε; Η ηθική μας πως πλάθεται; Πως αξιολογούμε και ιεραρχούμε τις ανάγκες μας; Τι πιστεύουμε ότι μπορεί να είναι τελικά η σανίδα της σωτηρίας μας, αν αυτή υπάρχει; Αυτά και ίσως κι άλλα τα ερωτηματικά, που ο καθένας δίνει τις δικές του απαντήσεις και έτσι προχωράει η ζωή όπως προχωράει. Τα υστερινά τιμούν τα πρώτα. Το παρελθόν έχει τις απαντήσεις για το μέλλον».

Γραμμένο με έναν λόγο καθαρό, με στοιχεία Χιώτικης ντοπιολαλιάς, με πολύ ενδιαφέρουσα ροή, κινηματογραφικές περιγραφές και με δυνατές σκηνές που συνδυάζουν την συγκίνηση και το κωμικό στοιχείο σε τέλεια αρμονία, το έργο δε μας προσφέρει απλώς την τοιχογραφία μιας εποχής, αλλά κυρίως, μας μιλά για τους επιζήσαντες και τους αδικοχαμένους μιας γενιάς που όρθωσε ανάστημα, σε μια από τις πλέον δύσκολες περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Μιας γενιάς που πέρασε πολλά σ’ αυτόν τον κακοτράχαλο δρόμο της ξενιτιάς, έχασε πολλά και θυσίασε πολλά, που πληγώθηκε, αδικήθηκε, περιπλανήθηκε, υποτιμήθηκε, βίωσε ρατσισμό και εξευτελισμούς, μα αγωνίστηκε μέχρι τέλους για να σταθεί στα πόδια της και να επιβιώσει.

Αυτή η γενιά μνημονεύεται με τρόπο ευαίσθητο και σεβαστικό μέσα από το αφήγημα της Σώτης Τριανταφύλλου και πραγματικά αυτή η μνεία της αξίζει, όπως αξίζουν συγχαρητήρια στους συντελεστές της ιδιαίτερης αυτής παράστασης.

Συντελεστές

Κείμενο: Σώτη Τριανταφύλλου

Σκηνοθεσία: Αρκαδία Ψάλτη 

Μουσική επιμέλεια, φωτισμοί: Αρκαδία Ψάλτη

Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή

Παίζουν: Τζωρτζίνα Λιώση, Σταμάτης Μπάκνης

Παραγωγή: ΑΜΚΕ Αγγελοπετριά

Διάρκεια: 60 λεπτά

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Οι  καθηλωτικές «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

Οι- καθηλωτικές-«Στρακαστρούκες»-του-Δημήτρη-Σαμόλη-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Συγκινητική, συναρπαστική, σαγηνευτική η παράσταση του Δημήτρη Σαμόλη που, πέρα από το όποιο μάθημα – σπουδή σε γονείς, σε εφήβους, σε άνδρες, στην ελληνική κοινωνία, είναι κι ένα όψιμο μνημόσυνο στον φονευθέντα από νταήδες Κρητικούς αγριάνθρωπους συμφοιτητές του, για τον άδικο θάνατό του, για την τιμωρία- χάδι που τους επιβλήθηκε, ύστερα από πολλά χρόνια αναβολής της δίκης. Κι ο ηθικός αυτουργός; Τίποτα! Κύριος!

Η ομοφοβία δεν είναι έμφυτη. Διδάσκεται! Είναι ένας συνδυασμός κοινωνικής πίεσης για συμμόρφωση και προσωπικής ανασφάλειας απέναντι στην ελευθερία του άλλου να αυτοπροσδιορίζεται.

Ο Δημήτρης Σαμόλης, ένας ιδιαίτερα ταλαντούχος ηθοποιός και τραγουδιστής, επέλεξε να μιλήσει με ειλικρίνεια και τόλμη για κάποια πράγματα που προφανώς τον αφορούν. Πράγματα που συνέβησαν στο πρόσφατο παρελθόν και απ’ ό,τι φαίνεται εξακολουθούν να συμβαίνουν.

Στο πρώτο του θεατρικό έργο, βάζει στο μικροσκόπιο την «αγία ελληνική οικογένεια», τη ζωή στην επαρχία και τον εκφοβισμό σε ένα συνταρακτικό μονόλογο-κατάθεση. Οι «Στρακαστρούκες» είναι μια καθηλωτική ελεγεία αγάπης για την ανθρώπινη φύση, αλλά και ένα φωτεινό βέλος σε αυτά που μας πόνεσαν βαθιά.

Η επίσημη πρώτη του έργου πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2023 στο θέατρο «Μικρό Γκλόρια» στην Αθήνα.

Η παράσταση γνώρισε τεράστια επιτυχία (sold out) από την πρώτη κιόλας χρονιά, γεγονός που την οδήγησε να συνεχίσει για τρεις συνεχόμενες σεζόν (2023-24, 2024-25 και 2025-26) και στις μέρες μας περιοδεύει τη χώρα.

Ο έφηβος Κωνσταντής, το μικρότερο παιδί μιας οικογένειας που αποτελείται από τις τέσσερις μεγαλύτερες αδελφές του, οι οποίες τον αγαπούν και τον προστατεύουν από τη μητέρα του, για την οποία δεν μαθαίνουμε πολλά, και από έναν πατέρα στα όρια του κακοποιητή, έναν αψύ Κρητικό μεγαλωμένο στη κακοφορμισμένη κρητική παράδοση που θέλει κυρίαρχο το αρσενικό σε όλα τα καθωσπρέπει της, έναν τυποποιημένο γονέα, που δεν περιμένει πια από τον γιό του όλα όσα, συνήθως, κάνουν περήφανους πατεράδες σαν κι αυτόν.

 Ο Κωνσταντής, όμως, κακοποιείται καθημερινά και από τους νταήδες του σχολείου του, που του έχουν βγάλει το παρατσούκλι «Μπέντζι», το οποίο ενίοτε μετατρέπεται στο πιο θηλυκό «Μπεντζίνα», και του απευθύνουν σκληρά σεξουαλικά, άκρως προσβλητικά πειράγματα, που για κάποιο λόγο οι Έλληνες πάντα θεωρούσαν ότι έχουν το δικαίωμα να ξεστομίζουν.

Η καθημερινότητά του είναι βασανιστική, οι συμμαθητές του τού κάνουν τη ζωή μαρτύριο, πάντα με την ανοχή των καθηγητών. Κοντολογίς, όλα όσα περνάνε κάποια αγόρια στα σχολεία όταν ορισμένα χαρακτηριστικά τους προδίδουν το διαφορετικό ή όταν αυθαίρετα τους αποδίδονται ερωτικές προτιμήσεις αντίθετες από τις «κανονικές» των περισσότερων. 

Ο Κωνσταντής «αποδρά» από την κόλαση που βιώνει είτε χάρη στην πλούσια φαντασία του, καθώς ονειρεύεται ένα μέλλον σπουδαίο και λαμπερό, είτε μέσα από τη μουσική, μαζί με τον κολλητό του, τον Ασκομπαντούρα, έναν άλλο αποσυνάγωγο, για διαφορετικούς από εκείνον λόγους.

Ωστόσο, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να «ανδρωθεί». Μια από τις πρακτικές που ακολουθεί είναι να συμμετέχει στην προετοιμασία του ρουκετοπόλεμου της Ανάστασης, ώστε να ανέβει στα μάτια των συμμαθητών του, μήπως και ξεφύγει από το bullying, τα χυδαία λόγια και από την καζούρα.

 Φτάνει στο σημείο να σχεδιάζει σχέση με μια συμμαθήτριά του, τη Σωτηρούλα, ώστε να έχει κι αυτός το κορίτσι του.

Η αδεξιότητά του, βέβαια, φέρνει εντελώς άλλα αποτελέσματα, καθώς λίγο πριν την Ανάσταση, τη βραδιά που ετοιμάζεται να της δώσει το πρώτο φιλί, αντί να της προσφέρει καραμέλες που έχει στην τσέπη του, κατά λάθος της δίνει μια χούφτα στρακαστρούκες από τη λάθος τσέπη. Η Σωτηρούλα χάνει το δόντι της κι εκείνος την ευκαιρία να αναβαθμιστεί στα μάτια των άλλων αγοριών.

Με αυτό το πανέξυπνο εύρημα ξεκινάει ουσιαστικά ο μονόλογος του Κωνσταντή, που ξεδιπλώνει μια ζωή ενοχών, φόβου, τρόμου και βαθιάς απαξίωσης από τον πατέρα του, έναν άνθρωπο που φέρει το δικό του «τραύμα», καθώς τον είχε κάποτε ταπεινώσει μπροστά σε όλο το χωριό ο δικός του πατέρας, με αποτέλεσμα να είναι σκληρός και μονίμως προσβλητικός απέναντι στον γιο του. 

Ο Δημήτρης Σαμόλης ξεπροβάλλει από ένα όρθιο κιβώτιο (σκηνογραφία Λουκάς Μπάκας), γεμάτο άλλα κουτιά, αναπόσπαστα υλικά της μνήμης, σαν ο Κωνσταντής να αναδύεται μέσα από τον μικρόκοσμό του, και με μοναδικό κωμικό μπρίο, χρησιμοποιώντας κρητική προφορά, αφηγείται τον κακό χαμό που ακολούθησε το χάσιμο του δοντιού της Σωτηρούλας.

Ο ήρωας που γεννάνε οι λέξεις του Δημήτρη Σαμόλη δε φλυαρεί, θυμάται. Δεν ομολογεί, εξομολογείται. Δεν ομιλεί, συνομιλεί. Μας αποκαλύπτει την ιστορία του, που σχεδόν την ξέρουμε, σχεδόν την έχουμε ξανακούσει, σχεδόν την έχουμε αποφύγει και σχεδόν την έχουμε πετάξει στο μπαούλο της λήθης.

Μια γνώριμη ιστορία που ζωντανεύει ένας καταιγιστικός μονόλογος, του οποίου η μόνη αγωνία είναι να βγουν από το κουτί οι μνήμες μας, όποιες κι αν είναι, οι στιγμές που έχουμε καταπιεστεί μέσα στην « παραδοσιακή ελληνική κοινωνία», που ό,τι δε δέχεται, ό,τι δε χωράει στα ασφαλή σύνορα της συνηθίζει να το πνίγει, να το καταπιέζει, να το εξουσιάζει, να το εξαφανίζει.

 Έτσι, από την πρώτη κιόλας σκηνή, κατακτάει το ενδιαφέρον του κοινού, το οποίο στο υπόλοιπο της παράστασης κυριολεκτικά κρέμεται από τα χείλη του.

 Η ιστορία που ακολουθεί είναι η αφήγηση ενός πονεμένου παιδιού που αυτοσαρκάζεται για να εξιλεωθεί απέναντι σε έναν πατέρα και μια κοινωνία, ακόμα και απέναντι στον εαυτό του, επειδή τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα περίμεναν. 

Ο σκηνοθέτης Μάριος Κακουλλής αφήνει ελεύθερο τον Δημήτρη Σαμόλη να πλάσει με ανάσες, λέξεις και δικές του νότες, έναν πραγματικό ήρωα που σκαλίζει τη μνήμη μας, αλλά και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, πότε με χιούμορ και πότε με αυτό το μούδιασμα που προκαλούν στα αυτιά μας οι στρακαστρούκες, καθώς συγκρούονται με την κανονικότητα.

Ο Δημήτρης Σαμόλης φαντάζεται, φτιάχνει και παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο ήρωα. Η αφήγησή του είναι τέτοια που στη σκηνή βρίσκουν χώρο και οι υπόλοιποι ήρωες, κι ας μην έχουν φυσική παρουσία.

Η ιστορία του ξεκινάει ως μια γλυκόπικρη ανάμνηση των παιδικών του χρόνων για να γίνει μια πλημμύρα συναισθημάτων, για τον ίδιο αλλά και για το κοινό, για την καταπίεση που έχουμε νιώσει οι ίδιοι, για την βία που είδαμε αλλά δεν κάναμε αρκετά, ή και τίποτα, για τις ιστορίες που έχουν βγει από την ειδησεογραφία.

Κι όλα αυτά χωρίς διάθεση καταγγελίας ή διδακτισμού, αλλά με τον ήρωα να εκφράζει το παράπονό του. Το γιατί του, σε μια καλοστημένη παράσταση -περφόρμανς, έμπλεη ευρημάτων και εξαιρετικής ερμηνείας.

Οι «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη δεν είναι ένα παραδοσιακό μάθημα, αλλά ένα τραγούδι-μανιφέστο για την αυτοπεποίθηση, την αποδοχή της διαφορετικότητας και τη δύναμη του να «κάνεις θόρυβο» με την προσωπικότητά σου.

Το τραγούδι προτρέπει τον ακροατή να αγκαλιάσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ακόμα και αυτά που οι άλλοι μπορεί να θεωρούν «περίεργα» ή «υπερβολικά.

Αν και ξεκινά από το άτομο, το τραγούδι συχνά λειτουργεί ως ένας ύμνος για όλους όσοι νιώθουν έξω από τας κελύφη των κανόνων, θυμίζοντάς τους ότι δεν είναι μόνοι.

Οι «Στρακαστρούκες», εντέλει, διδάσκουν πως η μεγαλύτερη επανάσταση είναι να είσαι ο εαυτός σου σε έναν κόσμο που προσπαθεί να σε κάνει ίδιο με όλους τους άλλους, με τα πρέπει, δηλαδή τη βία.

 Αν μένει κάτι στο θυμικό όλων των θεατών από την σπουδαία αυτή δουλειά, στην κάθε φορά ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα, είναι σίγουρα το σπαρακτικό φινάλε. Ανατριχιαστικό, συγκλονιστικό, ένα δυνατό ράπισμα στον καθωσπρεπισμό που επιβάλει μια στημένη από δόγματα και από κακοφορμισμένες συνήθειες κανονικότητα, και που σαπίζει συνειδήσεις. Δυστυχώς, η αφύπνιση έρχεται όταν είναι πια αργά… πολύ αργά.

Συντελεστές

Κείμενο – Ερμηνεία – Τραγούδια : Δημήτρης Σαμόλης

Σκηνοθεσία : Μάριος Κακουλλής

Σκηνικά – Κοστούμια : Λουκάς Μπάκας

Φωτιστικός σχεδιασμός – Δραματουργία : Στέφανος Δρουσιώτης

Μουσική: ECATI

Βοηθός σκηνοθέτη : Δανάη – Αρσενία Φιλίδου

Φωτογραφίες : Ελίνα Γιουνανλή

Graphic design : Μιχάλης Δέμελης

Trailer : Θωμάς Παλυβός

Social media : Κάλλη Μαυρογένη

Οργάνωση Παραγωγής : Μαρία Παπαφωτίου

Παραγωγή: Ars Aeterna – Σταμάτης Μουμουλίδης

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Ο Αρχέλαος Γρανάς πλέκει το εγκώμιο της Εύας Οικονόμου – Βαμβακά

Ο-Αρχέλαος-Γρανάς-πλέκει-το-εγκώμιο-της-Εύας-Οικονόμου-–-Βαμβακά

Η Εύα Οικονόμου Βαμβακά θα είναι και για τα επόμενα τρία χρόνια στη θέση της καλλιτεχνικής διευθύντριας του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας, όπως αποφάσισε την Τρίτη (17/3) κατά πλειοψηφία το διοικητικό συμβούλιο του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.
Για το θέμα μίλησε στην ΕΡΑ Καβάλας, ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., Αρχέλαος Γρανάς.

Με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους

«Στην τελευταία συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας κάναμε την επιλογή του καλλιτεχνικού διευθυντή για την επόμενη τριετία. Με μυστική ψηφοφορία προέκυψαν 7 ψήφοι για την κ. Οικονόμου Βαμβακά, οπότε με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους. Εκείνο που επικράτησε είναι ότι έχει την καλλιτεχνική εμπειρία, διετέλεσε ξανά καλλιτεχνική διευθύντρια, έχει διοικητικές και οργανωτικές ικανότητες, έχει αποστολή να φέρει το θέατρο κοντά στην κοινωνία. Υπάρχει συνεργασία με τα σχολεία, με τους τοπικούς φορείς, με τους πολιτιστικούς οργανισμούς και προωθεί και τη θεατρική παιδεία. Έχει καλή δικτύωση με διάφορους παραγωγούς, αλλά και με άλλα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. της χώρας και συνεργασίες που έχει αναπτύξει με αυτούς. Όλα αυτά εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. και την επιλέξαμε για ακόμη μία τριετία», ανέφερε σχετικά ο κ. Γρανάς.

”Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε…”

”Έχει ικανότητες για να παίρνει αποφάσεις και να επιλύει προβλήματα που δημιουργούνται ούτως ή άλλως σε τέτοιες περιπτώσεις. Όλα αυτά επίσης εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία μας. Όχι ότι και οι άλλοι υποψήφιοι που ανέπτυξαν εν ολίγοις τα δικά τους επιχειρήματα δεν ήταν καλοί, αλλά εφόσον είμαστε ευχαριστημένοι από την προηγούμενη θητεία της κ. Οικονόμου Βάμβακα της εμπιστευτήκαμε και πάλι τη νέα τριετία ως καλλιτεχνική διευθύντρια στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας και έτσι έληξε η ιστορία αυτή. Δεν ήταν τόσο η αμφισβήτηση της καλλιτεχνικής διεύθυνσης, αλλά όσον αφορά τη νομιμότητα των διαδικασιών. Εφόσον πλέον έγιναν όλα νόμιμα και κανείς δεν μπορεί να πει τίποτα, προχωράμε. Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε”, επισήμανε καταληκτικά ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας.

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα