Connect with us

Πολιτισμός

«Αυτή η νύχτα μένει» του Θάνου Αλεξανδρή από το ΚΘΒΕ

«Αυτή-η-νύχτα-μένει»-του-Θάνου-Αλεξανδρή-από-το-ΚΘΒΕ

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Νυχτερινό κέντρο το «Όνειρο». Γυροβολιές στο ζεϊμπέκικο. Πίστα, τραγούδια, λουλούδια, πιάτα, αλκοόλ, στήθος μόστρα, προκλητικοί μηροί κι όλα μαζί η λαγνεία της νύχτας.

Η «Καψουρόσκονη», το «Θα φάμε γλάρο», το «Σ’ αγαπάω, μ’ ακούς;» το «Βρε μελαχρινάκι», άλλα σουξέ του Καφάση και του Αντύπα, ζωηρή παρέα και, φυσικά, τα αριστουργηματικά τραγούδια του Σταμάτη Κραουνάκη, μας συντροφεύουν, θυμίζοντας στα σημερινά παιδιά με ποιον – σήμερα παράξενο – τρόπο γλένταγαν οι παλαιότεροι, σ’ εκείνο το ξέφρενο νυχτερινό πανηγύρι των αισθήσεων. 

Ο Θάνος Αλεξανδρής έγραψε το πρωτότυπο «Αυτή η νύχτα μένει» κι ο καλλιτεχνικός Διευθυντής του ΚΘΒΕ Αστέρης Πελτέκης, βασιζόμενος στο συγκεκριμένο βιβλίο και την αισθητική που περιγράφει, δημιούργησε μια παράσταση για την κουλτούρα του «Σκυλάδικου» στη δεκαετία του ’80 στην Ελλάδα, η οποία ήταν φαινόμενο μαζικής διασκέδασης, μετατρέποντας τα νυχτερινά κέντρα σε χώρους, όπου άτομα απ’ όλες τις κοινωνικές τάξεις διασκέδαζαν με καψουροτράγουδα, ενώ παράλληλα έβλεπαν μια αναβίωση του ρεμπέτικου προσαρμοσμένου στα νέα δεδομένα, αποδαιμονοποιώντας το γλέντι, αυτό που είχε ταυτιστεί με την «πολιτική» διάσταση του παρελθόντος. 

Από τη Νομική σχολή Αθηνών και το ιστορικό Υπόγειο του Κάρολου Κουν, ο Θάνος Αλεξανδρής βρίσκεται στην ελληνική περιφέρεια των σκυλάδικων τη δεκαετία του ’80 και του ’90. Δώδεκα χρόνια ζει τη νύχτα, τη γνωρίζει απ’ έξω και ανακατωτά, την αγαπάει και με αυτή τη λατρεία την αποτυπώνει περιγράφοντας, όπως λέει ο ίδιος, και το μεγαλείο και την ξεφτίλα της.

«Είδα περιουσίες να εξανεμίζονται φύλλο φτερό. Φιλίες σοβαρών οικογενειών να γίνονται μίση και πάθη άγρια για μεσόκοπες τραγουδίστριες, που το καλύτερο γραφείο συνοικεσίων δε θα μπορούσε να πασάρει στον χειρότερο συνταξιούχο. Είδα έναν κόσμο που άναψε και κάηκε πάνω σε μία σκηνή όλο μαγεία. Θέλω να πιστεύω πως μία θεϊκή συγκυρία οδήγησε ειδικά εμένα στον θαυμαστό κόσμο των σκυλάδικων και ουσιαστικά άλλαξε τη ζωή και την ψυχή μου.

Το οδοιπορικό σ’ αυτούς τους χώρους είναι το ωραιότερο κομμάτι της καριέρας μου και με βοήθησε να ξεφύγω από τη μίζερη και συμβατική ζωή του θεάτρου και να ανακαλύψω το όνειρο.

Μπήκα φάλτσα με τραγούδια του Χατζιδάκι και δικαίως στην αρχή έφαγα τα μούτρα μου, γιατί το σκυλάδικο δεν είναι γκέτο που περιέχει ομαδοποιημένους, αλλά ένας χώρος που αποκλείει τους άσχετους.

Εγώ στον σκληρό αυτόν κόσμο έπαιξα τίμια και αντρίκεια και επιβίωσα δέκα ολόκληρα χρόνια. 

Τη νύχτα ζεις. Μπορεί και να πεθάνεις, αλλά σίγουρα δεν φυτοζωείς. Ή ζεις ή πεθαίνεις», γράφει ο Αλεξανδρής στο βιβλίο του.

Το ΚΘΒΕ ανέβασε μια ευχάριστη μουσικοθεατρική παραγωγή στο «Βασιλικό Θέατρο», βασισμένη στο βιβλίο του Θάνου Αλεξανδρή, σε διασκευή και σκηνοθεσία του καλλιτεχνικού Διευθυντή του Αστέρη Πελτέκη, ο οποίος στήνει ένα «σκυλάδικο», όπου τραγούδια, ντέρτια, γλέντια και καημοί παρελαύνουν, συνθέτοντας το πορτρέτο μιας Ελλάδας, που μπορεί να μην υπάρχει πια, όμως η αισθητική της στάθηκε καθοριστική για τη ζωή στη νύχτα της πίστας, της σαμπάνιας, των πιάτων και των λουλουδιών.

Δεν εστιάζει ο σκηνοθέτης σε ρομάντζα, αλλά ξετυλίγει την πορεία του Ήρωα, δηλαδή του Θάνου Αλεξανδρή, που κοινώνησε τη νύχτα σε όλο το μεγαλείο και σε όλη τη μικρότητά της. Ασφαλώς πλέκει την πραγματικότητα με μυθοπλασία για τις δραματουργικές ανάγκες της παράστασης. Τον ΄Ηρωα υποδύεται ο Παντελής Καναράκης, έτσι όπως καθοδηγήθηκε κι έτσι όπως μπορεί.

Ο ήρωας ξεκινάει από τη Νέα Αρτάκη, ένα χωριό της Εύβοιας, όπου το όνειρό του είναι να γίνει παπάς, αρχιμανδρίτης, η μητέρα του δε θέλει, οπότε πηγαίνει στο Θέατρο Τέχνης, παίζει τραγωδία, και, «σκεφτείτε η τελευταία μου δουλειά ήταν Οιδίπους Τύραννος και μετά μεταπηδώ στα σκυλάδικα», δηλώνει ο ίδιος στο βιβλίο του.
«Στο έργο αναβιώνει η δεκαετία του ‘80, έχουμε τραπέζια, έχουμε μπράβους, έχουμε κονσομασιόν, έχουμε βιασμούς, έχουμε τα σουξέ της εποχής, είναι ένα υπερθέαμα».

Η λάμψη και το σκοτάδι της νύχτας, οι ανθρώπινες σχέσεις που ακροβατούν ανάμεσα στην τρυφερότητα και στην απελπισία, η ανάγκη για αναγνώριση και αγάπη- όλα όσα περιγράφει ο Αλεξανδρής συνεχίζουν να απασχολούν τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Σήμερα, ίσως περισσότερο από ποτέ, το «Αυτή η νύχτα μένει» μιλά για εκείνη τη λεπτή γραμμή, όπου το όνειρο συναντά την επιβίωση και η τέχνη αγγίζει τη ζωή.

Στο βιβλίο βασίστηκε η ομώνυμη ταινία του Νίκου Παναγιωτόπουλου το 2000, τιμημένη με έξι κρατικά βραβεία στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, με την εκπληκτική μουσική του Σταμάτη Κραουνάκη. Το 2016 μεταφέρθηκε στο θέατρο σε σκηνοθεσία Κίρκης Καραλή και το 2022 έγινε τηλεοπτική σειρά στον Alpha.

Μια δημοσιογράφος (Εύα Βάρσου) πασχίζει να ανακαλύψει – ως παρατηρητής και συγγραφέας – στοιχεία για τον κόσμο της νυχτερινής διασκέδασης στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’80 και του ’90, τότε που οι άνθρωποι της μεταπολιτευτικής περιόδου έβλεπαν μια καλύτερη ζωή να ανοίγεται μπροστά τους, εφόσον έρεε το δανεικό χρήμα.

Ένας ηθοποιός κατρακυλάει από την υψηλή τέχνη στον κόσμο της νύχτας και των σκυλάδικων. Κατρακυλάει ή απογειώνεται; Πώς βιώνει το ταξίδι αυτό με τα εφόδια που κουβαλάει σε μια σκοτεινή πραγματικότητα, όπου οι άνθρωποι αφήνουν τα πάθη τους να αναδύονται αχαλίνωτα, για να επιστρέψουν το πρωί στις καθημερινές τους ζωές;

Γνωρίζει τους νόμους της νύχτας και επιβιώνει στα όρια της απόλαυσης και της καταστροφής. Εκεί, όπου οι αντιστάσεις χαλαρώνουν και οι πελάτες εμφανίζουν τον αληθινό τους εαυτό.

Στην πολυπρόσωπη παράσταση δεν υπάρχει μύθος ούτε γραμμική αφήγηση. Πρόκειται για ένα δραματοποιημένο κείμενο που έγραψε ο σκηνοθέτης, εξ αφορμής του βιβλίου του Θάνου Αλεξανδρή.

Είναι μουσικοθεατρική αναβίωση της νύχτας σε μπουζουκομάγαζα λαϊκής κατηγορίας, σε μια εποχή που πλέον έχει παρέλθει, στους πρωταγωνιστές της, στις υπερβολές της, στους καημούς της, στις ιεροτελεστίες της και στους κινδύνους της.

Μια νύχτα που έμενε τότε σαν πιστοποίηση αλήθειας του φημισμένου στίχου «μια ζωή την έχουμε κι αν δεν την γλεντήσουμε…», που δοκίμαζε θαμώνες εξαρτημένους ή περιστασιακούς με κάθε είδους πειρασμό και αντιπερισπασμό, αναβιώνει στην παράσταση του ΚΘΒΕ και προσφέρει διασκέδαση, εκτόνωση, χαρά και συμμετοχή, εφόσον αρκετοί θεατές τραγουδάνε τα γνωστά παλιά καψουροτράγουδα, μαζί με τους επί σκηνής καλλιτέχνες.

Εκείνη η νύχτα, λοιπόν, των υποβαθμισμένων λαϊκών μαγαζιών του ’80 και του ΄90, είναι στη σκηνή η νύχτα η θεατρική, που στενάζει υπό των ήχων των τραγουδιών και των ακκισμάτων των χορευτών, που ονειρεύεται, φωνάζει, γελάει, κλαίει και φαλτσάρει, που πλακώνεται και ξοδεύεται στα ποτά και στους αναστεναγμούς των πελατών, εξ επαρχίας καταγόμενων, όπου το σκυλάδικο «Όνειρο» απεικονίζεται σε ένα τεράστιο πατάρι, το λες και πίστα, άδειο από σκηνικά πλην των αρθρωτών σπετσάτων που καθορίζουν χώρους, μερικών τραπεζοκαθισμάτων και ενός πολυελαίου, να κοροϊδεύει τη φτηνιάρικη «πολυτέλεια» του χώρου, έτσι όπως σχεδίασε την εικαστική εγκατάσταση η Φρόσω Λύτρα.

 Όμως, οι άνθρωποι που γεμίζουν τη σκηνή έχουν φωνή, έχουν ψυχή, έχουν καρδιά που πονάει, έχουν μεράκια που τα γλυκαίνει το μπουζούκι, χορεύουν και τραγουδούν, ανταλλάσσουν σκληρά λόγια, μα και ερωτόλογα.

Ιδιαίτερα σε περιοχές με αγροτικό πληθυσμό, τα σκυλάδικα έκαναν θραύση. Ήταν η εποχή με τις αγροτικές επιδοτήσεις και το χρήμα που έρρεε άφθονο στην επαρχία. Ο Θάνος Αλεξανδρής αναφέρει χαρακτηριστικά ότι υπήρχαν κάποιοι που ξόδευαν ακόμα και 1.000.000 δραχμές τη βραδιά σε ορισμένα από αυτά, όχι μόνο για να ακούσουν τα τραγούδια, αλλά και για να φλερτάρουν τις τραγουδιάρες.

Και παραθέτει το παράδειγμα μιας ώριμης και εύσωμης γυναίκας, την οποία «κυνηγούσε» καψούρης εργολάβος οικοδομών, που αφού χαράμισε μια περιουσία, συνευρέθηκε ερωτικά μαζί της στην καρότσα του φορτηγού του, δίπλα στα χαλίκια που κουβαλούσε!

Και, βέβαια, οι γυναίκες δε χρειάζονταν να έχουν ιδιαίτερα φωνητικά προσόντα. «Οι γυναίκες όμορφες ή άσχημες, αδύνατες ή εύσωμες, ψηλές ή όχι, γίνονταν ανάρπαστες. Όλες! Δε χρειαζόταν καν να τραγουδάνε, αρκούσε να είναι γυναίκες! Βρίσκαμε κοπέλες σε σούπερ μάρκετ ή εργοστάσια για τα μπαλέτα. Και έπαιρναν νυχτοκάματο στις αρχές του ’80 κάπου 6.000 δραχμές, επί μέσου μισθού 3.000 δραχμών τον μήνα» προσθέτει ο Θάνος Αλεξανδρής.

«Βαριά» ερωτικά λαϊκά, άφθονο ουίσκι, σπάσιμο γύψινων πιάτων, λουλούδια, μπραβιλίκι, ντουμάνι από καπνούς, ναρκωτικά, κάποιες φορές, κονσομασιόν σε πολλά από αυτά και… χρυσόσκονη ήταν τα βασικά χαρακτηριστικά των σκυλάδικων.

Η δεκαετία του 1980 μπορεί να χαρακτηριστεί ως δεκαετία διασκέδασης, όπου το ευρύτερο κλίμα που διαμορφώθηκε ώθησε ανθρώπους, από όλα τα κοινωνικά στρώματα και κατηγορίες, να διασκεδάσουν με περισσότερη διάθεση και λιγότερους περιορισμούς απ’ ό, τι οι δεκαετίες που προηγήθηκαν ή εκείνες που ακολούθησαν.

Επίσης, ήταν δεκαετία μεγάλης απήχησης και σημαντικών ιδεολογικών ανακατατάξεων στους τρόπους πρόσληψης του λεγόμενου «λαϊκού» τραγουδιού. Οι πελάτες των κέντρων (εννοείται των σκυλάδικων) πλήθυναν, το κοινωνικό τους φάσμα διευρύνθηκε και είχαν πολλά χρήματα να ξοδέψουν». Οι παράμετροι αυτές αναφέρονται στο βιβλίο, αλλά παραμένουν στη φρέσκια παράσταση κι ο θεατής το αντιλαμβάνεται σαφέστατα.

Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι στίχοι των σκυλάδικων τραγουδιών. Διαρκείς αναφορές στην τρέλα, την αμαρτία, το αλκοόλ, τη νύχτα, τον έρωτα και το χρήμα. Ξεχωριστή αναφορά στο ουίσκι, που ήταν σχεδόν το μοναδικό αλκοολούχο ποτό στα ποτήρια των νυχτόβιων πελατών του σκυλάδικου.

Ο μέγιστος Σταμάτης Κραουνάκης ντύνει και αυτή την παραγωγή με τις μουσικές και τα τραγούδια του, τα τέσσερα είναι καινούργια, ενώ τους ηθοποιούς ντύνει με πρέποντα κοστούμια για νυχτομάγαζο, όπου πρωταγωνιστούν κορμιά που λικνίζονται σε καρέκλες , σε τραπέζια και στο σανίδι, ο Νίκος Χαρλαύτης, κι ο Στέλιος Τζολόπουλος φωτίζει πρόσωπα και χώρο. Την κίνηση όλων των καλλιτεχνών επιμελήθηκε ο Δημήτρης Παπάζογλου, ο οποίος υποδύεται και έναν περφόρμερ, μια περσόνα διφορούμενου φύλου.

 Όλοι οι ηθοποιοί, οι χορευτές, οι μουσικοί είναι εξαιρετικοί κι οι καθένας τους, μια ισχυρή μονάδα, ένας πυλώνας στο οικοδόμημα. Φυσικά, είναι δίκιο να θεωρηθεί «μεταμόρφωση», από το λαμπερό ensemble της παράστασης, ένα ταξίδι μέσα σε «καπνισμένους» ρόλους μιας συγκεκριμένης εποχής ή στην όποια πνευματικότητα των κειμένων.

Πρόκειται για μια σωστή αναπαράσταση ύφους και ήθους ανθρώπων που γαλουχήθηκαν στα σκυλάδικα της επαρχίας και είναι περιττό να μιλήσω γι’ αυτούς τους ταλαντούχους ηθοποιούς, ότι σημασία έχει το ταξίδι, η υπέρβαση του εαυτού, η φυσική και ψυχική μεταμόρφωση, αυτή που κάνει τη δουλειά τους πεδίο μαγείας, τόπο ομορφιάς, πηγή έμπνευσης και επινοητικότητας. Μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι συμβαίνει κάτι παρόμοιο στην απόδοση της ατμόσφαιρας που επικρατούσε σε αντίστοιχα νυχτομάγαζα στις δεκαετίες του ‘ 80 και του ’90.

Ωστόσο, επικεντρώνοντας οι σημερινοί θεατές το ενδιαφέρον τους στη νυχτερινή ψυχαγωγία των νεοελλήνων της παραπάνω περιόδου, λαμβάνουν πληροφορίες για τις καθημερινές εξορμήσεις των προγόνων τους σε μια εποχή, όπου σε κάθε γωνιά ήταν στημένο ένα πρόχειρο οίκημα, πολλές φορές παράπηγμα, με φωτεινές επιγραφές από νέον και που οι άνθρωποι έφευγαν από τα μαγαζιά, που τότε λειτουργούσαν επτά ημέρες την εβδομάδα, και πήγαιναν κατευθείαν για δουλειά, χωρίς τις έγνοιες της εφορίας και τον ζυγό των μνημονίων.

 Όταν νέοι θεατές- αναγνώστες μαθαίνουν ότι οι θαμώνες, που θα μπορούσαν να είναι πατεράδες τους ήταν διατεθειμένοι, για μια μεσόκοπη κυρία, να ξοδέψουν σε μια βραδιά όλη την επιδότηση που πήραν από το κράτος ή να πουλήσουν χωράφια και ακίνητα για μια γκόμενα δεύτερης κατηγορίας, ξαφνιάζονται, απορούν, ίσως να ειρωνεύονται, πιθανώς να ξεκαρδίζονται στα γέλια, όμως δεν μπορούν να κάνουν συγκρίσεις με τη δήθεν διασκέδαση στα σημερινά ορθάδικα «Ελληνάδικα, επομένως αφήνονται στην απόλαυση που προσφέρει ένα πολυθέαμα, όπως η παράσταση του ΚΘΒΕ «Αυτή η νύχτα μένει».

Συντελεστές

Συγγραφέας: Θάνος Αλεξανδρής

Θεατρική διασκευή – Σκηνοθεσία: Αστέριος Πελτέκης

Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης

Εικαστική σύνθεση και εγκατάσταση: Φρόσω Λύτρα

Κοστούμια: Νίκος Χαρλαύτης

Χορογραφία: Δημήτρης Παπάζογλου

Φωτισμοί: Στέλιος Τζολόπουλος

Ενορχηστρώσεις – Μουσική Διδασκαλία: Πάνος Κοσμίδης

Video visuals: Γρηγόρης Αποστολόπουλος DADA ART

Βοηθός σκηνοθέτη: Εύη Σαρμή

Συνεργάτις σκηνογράφος – ενδυματολόγος: Δανάη Πανά

Βοηθός μουσικής διδασκαλίας: Παναγιώτης Μπάρλας

Βοηθός χορογράφου: Αναστασία Κελέση

Βοηθός φωτιστής: Στάθης Φρούσσος

Οργάνωση παραγωγής: Αλέξης Τζίμας

*Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης: Γεωργιάδου Χριστίνα

*Ο Στάθης Φρούσσος, βοηθός φωτιστής, απεβίωσε λίγες ημέρες πριν την πρεμιέρα της παράστασης

Διανομή

Νίνα Ακτύπη – Λέλα Μοντέλα, Μπαλέτο Ήρωα, Λόλα, Κυρία στο τηλέφωνο, Λουλουδού, Πελάτισσα σε νυχτερινά κέντρα

Θάνος Αλεξανδρής – Μετρ, Οδηγός ταξί, Οδηγός Κτελ, Μπάρμαν, Τραγουδιστής

Αντώνης Αντωνάκος – Μπράβος Ρίτας, Μεθυσμένος πελάτης, Πελάτης βιντεοκλάμπ, Αφεντικό νυχτερινού κέντρου, Μετρ στο Gigi, Πελάτης σε νυχτερινά κέντρα

Εύα Βάρσου – Δημοσιογράφος

Νίκος Γεωργάκης – Κύριος Σούλης, Πελάτης σε νυχτερινά κέντρα, Ρεσεψιονίστ Ξενοδοχείου, Σουβλατζής

Θανάσης Δισλής – Τηλεπαρουσιαστής, Καφετζής, Άντρας στα Τρίκαλα, Κομπέρ, Πελάτης σε νυχτερινά κέντρα, Σερβιτόρος σε νυχτερινά κέντρα

Ζωή Ευθυμίου – Φανή Βλάχα, Μπαλέτα Ήρωας, Σερβιτόρα σε νυχτερινά κέντρα, Λουλουδού, Κοπέλα στο τηλέφωνο, Πελάτισσα σε νυχτερινά κέντρα

Χριστίνα Ζαχάρωφ – Άννα Λάβα, Πελάτισσα σε νυχτερινά κέντρα, Λουλουδού, Άννα, Στέλλα, Γραμματέας Αλεπουδέλη

Στέλιος Καλαϊτζής – Αφεντικό νυχτερινού κέντρου Gigi, Σερβιτόρος σε νυχτερινά κέντρα, Πελάτης σε νυχτερινά κέντρα, Άντρας στα Τρίκαλα

Σοφία Καλεμκερίδου – Ρίτα, Νίτσα, Πελάτισσα σε νυχτερινά κέντρα, Λουλουδού, Φρόσω

Παντελής Καναράκης – Ήρωας

Γιάννης Καραμφίλης – Παυλάρας, Μουσικός σε νυχτερινά κέντρα, Σκηνοθέτης σε ακρόαση, Πελάτης σε νυχτερινά κέντρα

Θάνος Κοντογιώργης – Σερβιτόρος καφενείου, Αλεπουδέλης, Τζέλλας, Μπράβος, Πελάτης σε νυχτερινά κέντρα

Χριστίνα Κωνσταντινίδου – Λίτσα, Μπαλέτο Μάριου και Ήρωα, Κυρία Κούλα, Κυρία στο τηλέφωνο, Σύζυγος μαγαζάτορα, Βοηθός μόδιστρου, Λουλουδού

Χρήστος Μαστρογιαννίδης – Νώντας, Μουσικός σε νυχτερινά κέντρα, Θαμώνας καφενείου, Σερβιτόρος σε νυχτερινά κέντρα, Μπάρμαν, Φαντάρος

Γιάννης Μόχλας – Μπράβος σε νυχτερινό κέντρο, Πελάτης σε νυχτερινά κέντρα, Περαστικός, Δισκοπώλης, Ποδοσφαιρικός παράγοντας, Σερβιτόρος σε νυχτερινά κέντρα

Κατερίνα Μπουλούμη – Λίτσα Δεσμώτισσα, Μητέρα Ήρωα, Πελάτισσα σε νυχτερινά κέντρα, Κυρία στο τηλέφωνο, Μπαλέτο Ήρωα

Δημήτρης Παπάζογλου – Μάριος

Βασιλική Ρέινα – Ηρωδιάδα, Κοπέλα ακρόασης, Μπαλέτο Ήρωα, Μπαλέτο Μάριου, Πελάτισσα σε νυχτερινά κέντρα

Κώστας Σαντάς – Αφεντικό νυχτερινού κέντρου, κύριος Νώντας

Εύη Σαρμή – Μαρίνα

Πηνελόπη Σεργουνιώτη – Κατερίνα, Πελάτισσα σε νυχτερινά κέντρα

Γιάννης Τσάτσαρης – Δημήτρης Κοντός, Μπάρμαν, Πελάτης σε νυχτερινά κέντρα

Χορευτές επί σκηνής:

Αναστασία Κελέση – Καμαριέρα, Λουλουδού, Μπαλέτο σε νυχτερινό κέντρο, Χορεύτρια Οριεντάλ, Παρουσιάστρια, Πελάτισσα σε νυχτερινά κέντρα

Ιωάννης Μάρτος – Σερβιτόρος, Θαμώνας καφενείου, Μπαλέτο σε νυχτερινό κέντρο, Χορευτής Ταγκό, Πελάτης σε νυχτερινά κέντρα

Μουσικοί επί σκηνής:

Τραϊανός Αλμπανούδης (μπάσο)

Παναγιώτης Μπάρλας (πιάνο)

Παύλος Παφρανίδης (μπουζούκι)

Ζωγράφος Σταυρίδης (ακορντεόν)

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«ΠΕΡΣΕΣ» του Αισχύλου στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

«ΠΕΡΣΕΣ»-του-Αισχύλου-στο-Αρχαίο-Θέατρο-Φιλίππων

Η εμβληματική τραγωδία «ΠΕΡΣΕΣ» του Αισχύλου, που έγινε SOLD OUT  στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου,  σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη, έρχεται στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, το Σάββατο 22 και την Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Στην παράσταση πρωταγωνιστούν οι: Μαρία Ναυπλιώτου, Δημήτρης Καταλειφός, Αναστάσης Ροϊλός και Σταύρος  Σβήγκος, πλαισιωμένοι από έναν δυναμικό 18μελή Χορό.

Οι «Πέρσες» αποτελούν το αρχαιότερο σωζόμενο ολοκληρωμένο έργο της αρχαίας ελληνικής δραματουργίας και ταυτόχρονα την πρώτη θεατρική καταγραφή ιστορικών γεγονότων. Ο Αισχύλος, αυτόπτης μάρτυρας της Ναυμαχίας της Σαλαμίνας, δημιουργεί ένα «σκηνικό ρεπορτάζ» πολέμου, μόλις οκτώ χρόνια μετά την καταστροφή.

Ο Χρήστος Θεοδωρίδης προσεγγίζει το έργο ως μια βαθιά αντιπολεμική κραυγή, συνεχίζοντας τη σκηνοθετική του πορεία πάνω σε πολιτικά φορτισμένα και καίρια σύγχρονα ζητήματα.

«Αχ, μια φορά πόσο μεγάλη και γλυκιά ήταν στ’ αλήθεια η ζωή μας…»

Είκοσι δύο άνθρωποι περιμένουν τα νέα μιας συντελεσμένης καταστροφής. Όταν ο αγγελιοφόρος επιστρέφει από το μέτωπο, ο λόγος του δίνει μορφή στον φόβο: η απώλεια είναι απόλυτη. Το σώμα και η σκέψη παραλύουν. Καμία πράξη δεν μοιάζει δυνατή. Μόνο ο θρήνος απομένει.

«Αχ, αχ, μιλάς για των δικών μας τα σώματα…»

Ο θρήνος γίνεται συλλογικός, επίμονος, αδιαπραγμάτευτος. Για τους νεκρούς. Για το παρελθόν που χάθηκε. Για το μέλλον που βυθίστηκε μαζί τους.

«Τώρα πάει του βασιλιά μας η εξουσία…»

Στο επίκεντρο της παράστασης βρίσκεται ο άνθρωπος απέναντι στην απώλεια. Η «τραγωδία των ηττημένων» ανοίγει έναν διαχρονικό διάλογο: οι ηττημένοι δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν, αλλά σε κάθε εποχή, σε κάθε πλευρά. Τα ονόματα που αναζητά ο Χορός είναι τα ονόματα όλων όσοι χάθηκαν και συνεχίζουν να χάνονται στους πολέμους του κόσμου…

Είκοσι δύο ηθοποιοί, σε μια σκηνή σχεδόν γυμνή, συγκροτούν έναν Χορό-πρωταγωνιστή. Με εργαλεία τον λόγο, την κίνηση και τη μουσική, αποτυπώνουν το συλλογικό τραύμα μιας κοινωνίας που στέκεται μουδιασμένη μπροστά στην καταστροφή.

«Τόσοι άνθρωποι, να ξέρεις, ποτέ δεν χάθηκαν σε μία και μόνο μέρα…»

Μια παράσταση που στοχάζεται πάνω στη μνήμη και την ήττα, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την ακατάλυτη ανθρώπινη ανάγκη για δημοκρατία και δικαιοσύνη, μέσα σε έναν κόσμο που ολοένα και θεμελιώνει την εξουσία και την άκριτη υποταγή!

Διανομή:

Άτοσσα: Ναυπλιώτου Μαρία

Δαρείος: Καταλειφός  Δημήτρης

Ξέρξης: Ροϊλός Αναστάσης

Αγγελιοφόρος: Σβήγκος  Σταύρος

Χορός (αλφαβητικά):  Αλεξανδρόπουλος  Πάρης,  Δεληθανάση Αγγελική, Δερμεντζίδης  Κρητικός Γιώργος, Εξακοΐδης  Γιώργος , Θεμελή Ξένια,

Κισσανδράκης Γιώργος,  Κωνσταντινίδης Γιώργος,  Μακρής Ντένης,

Μανδρινός Δημήτρης, Μανωλάς Νίκος, Πατερμαλή Αγγελική,

Πίττα Τατιάνα- Άννα, Σακελλαριάδη Πέννυ, Σωτηροπούλου Σαββίνα

Τρυφουλτσάνης Βασίλης, Τσαλίκης Βασίλης , Φύτρος Σαμψών

Συντελεστές:

Μετάφραση: Παναγιώτης Μουλλάς 

Σκηνοθεσία: Χρήστος Θεοδωρίδης 

Δραματουργική επεξεργασία: Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου, Παύλος Σούλης, Χρήστος Θεοδωρίδης 

Φωτισμοί: Ιωάννα ΑθανασίουΤάσος Παλαιορούτας 

Μουσική: Jeph Vanger

Χορογραφία – Κίνηση: Ξένια Θεμελή 

Επιστημονικός σύμβουλος: Παύλος Σούλης

Βοηθός σκηνοθέτη: Ιάσονας Ασημακόπουλος

Βοηθός χορογράφου: Ελίνα Παντελεμίδου

Social Media – Διαφήμιση: Renegade Media

Graphic Design – Photography: Mike Rafail

Οργάνωση παραγωγής: Λαμπρίνα Καραγιαννίδου

Παραγωγή: Marossoulis Productions

Διάρκεια : 1.45΄

Ώρα έναρξης : 9. 00 μμ

Προπώληση : more.com

https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/summer/perses-periodeia

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

​«Τρωάδες» του Ευριπίδη στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

​«Τρωάδες»-του-Ευριπίδη-στο-Αρχαίο-Θέατρο-Φιλίππων

Το Εθνικό Θέατρο παρουσιάζει στις 29 Αυγούστου, στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, τις Τρωάδες του Ευριπίδη, σε μετάφραση Γιάννη Τσαρούχη και διασκευή—σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου. Το κατεξοχήν ανθρωποκεντρικό έργο του μεγάλου τραγικού ποιητή ζωντανεύει στην πρώτη επιδαύρια σκηνοθεσία της διακεκριμένης δημιουργού στην πλέον λυρική και συλλογική του διάσταση.

Ένα ensemble 22 ερμηνευτριών και ερμηνευτών —μεταξύ των οποίων μέλη των Εν Δυνάμει— διαφορετικών ηλικιών, με και χωρίς αναπηρία, με ζωντανή μουσική επί σκηνής, μέσα από τη συνύπαρξη διαφορετικών σωμάτων, φωνών και εμπειριών, καταθέτουν μια σκηνική αφήγηση με κέντρο τη μουσικότητα. 

Ένα ποιητικό και βαθιά πολιτικό σκηνικό ανέβασμα χωρίς αποκλεισμούς στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, που για πρώτη φορά στην ιστορία του καθίσταται προσβάσιμο και σε άτομα με αισθητηριακές —οπτικές και ακουστικές— αναπηρίες [31/7]. Μια ξεχωριστή σκηνική ανάγνωση για τη φρίκη και το παράλογο του πολέμου μέσα από το φίλτρο του θηλυκού σώματος, που διεκδικεί το δικαίωμα της επιλογής, ακόμη και όταν βρίσκεται υπό κατοχή.

Οι Τρωάδες της Ελένης Ευθυμίου δεν είναι μόνο τα όμορφα, υγιή κορμιά των προνομιούχων γυναικών της οικογένειας του Πρίαμου, που αναμένουν την τελική διαλογή. Είναι και σώματα –ανήλικα, ανάπηρα, ηλικιωμένα– που ούτε πριν τον πόλεμο αποφάσιζαν για τον εαυτό τους, ενώ σπάνια είχαν το προνόμιο της αφήγησης. Αιχμάλωτες μετά την άλωση της πόλης τους, οι Τρωάδες αναμετρώνται και με τις δικές τους ευθύνες, όταν η σιωπηρή αποδοχή του πολέμου αποκαλύπτει τις ολέθριες συνέπειές της. Είναι πια φανερό πως ούτε οι θεοί, ούτε ο μύθος, ούτε η μοίρα ορίζουν τη ζωή τους. Παρά την οδύνη και την απόγνωση μπροστά στην καταστροφή, οι Τρωάδες βιώνουν την απώλεια, μα δεν παραδίδονται. Οι λέξεις γίνονται τα όπλα της αντίστασής τους —έστω και την ύστατη αυτή στιγμή— απέναντι στη σκλαβιά και την απώλεια της ταυτότητας που η νέα πραγματικότητα τους επιφυλάσσει. Στέκουν όρθιες, βρίσκουν τη φωνή τους και σταδιακά το πένθος τους μετασχηματίζεται σε μια εύθραυστη αλλά επίμονη μορφή εξέγερσης, με την αλληλεγγύη να είναι πλέον η μεγαλύτερή τους δύναμη. 

Θα μπορέσουν άραγε οι καταπιεσμένες αυτού του κόσμου να ξανακερδίσουν το δικαίωμα της επιλογής; Να κραυγάσουν τον θυμό και το μίσος τους, να θρηνήσουν, να γελάσουν μες στο χάος και το αδιέξοδο; Θα επαναοικειοποιηθούν ποτέ οι γυναίκες της Τροίας τα σώματά τους;

Μετάφραση: Γιάννης Τσαρούχης
Διασκευή—Σκηνοθεσία: Ελένη Ευθυμίου
Σύμβουλος δραματουργίας: Σοφία Ευτυχιάδου
Σκηνικά: Ευαγγελία Κιρκινέ
Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Μουσική: Λευτέρης Βενιάδης
Κίνηση: Τάσος Παπαδόπουλος 
Φωτισμοί: Ζωή Μολυβδά – Φαμέλη
Σχεδιασμός ήχου: Σοφία Καμαγιάννη
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά 

Βοηθός σκηνοθέτριας: Θέμης Θεοχάρογλου
Βοηθός σκηνογράφου: Μαριάνθη Ράδου
Βοηθός ενδυματολόγου: Δέσποινα Μαρία Ζαχαρίου

Βοηθός φωτίστριας: Νατάσα Πετροπούλου 
Β βοηθός σκηνογράφου: Ταξιάρχης Χούμος 

Καλλιτεχνικές συνεργάτιδες για την υποστήριξη της ομάδας Εν Δυνάμει: Ελένη Ζαχοπούλου, Δάφνη Καφετζή, Αγγελική Τόμπρου 

Παίζουν (αλφαβητικά):  Αργύρης Ξάφης (Ταλθύβιος), Εύη Σαουλίδου (Ανδρομάχη), Νάνσυ Σιδέρη (Κασσάνδρα), Βασιλική Τρουφάκου (Ελένη), Λυδία Φωτοπούλου (Εκάβη), Γιώργος Χριστοδούλου (Μενέλαος)

Χορός: Μύριαμ Σοφία Αρτζανίδου, Μαρία Δαχλύθρα, Eλένη Δημοπούλου, Νίκος Κυπαρίσσης, Ειρήνη Κουρούβανη, Λωξάνδρα Λούκας, Λυγερή Μητροπούλου, Θεανώ Παπαβασιλείου, Κατερίνα Παπανδρέου, Νίκη Πεταλά, Χρύσα Τουμανίδου

Μαζί τους, στους ρόλους της νεαρής Πολυξένης και του μικρού Αστυάνακτα η Άνα Τζουλάκη Χριστοδούλου και ο Μιχάλης Μήτσης αντίστοιχα.

Μουσικοί επί σκηνής: Σοφία Καμαγιάννη (πιάνο), Γιώργος  Μπουκαούρης (κρουστά), Σοφιανός Πεσιρίδης (όμποε)

Φωτογραφίες: Karol Jarek

Τρέιλερ: Χρήστος Συμεωνίδης

Προπώληση εισιτηρίων: ticketservices.gr

Το Εθνικό Θέατρο επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Η ΚΑΡΥΑΤΙΔΑ!» του Γιώργου Καπουτζίδη σε περιοδεία

«Η-ΚΑΡΥΑΤΙΔΑ!»-του-Γιώργου-Καπουτζίδη-σε-περιοδεία

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

«Και αφού ήταν σπασμένη έτσι και αλλιώς! Να κοίτα, Παναγιώτη, και η μύτη της ήταν σπασμένη! Στους Άγγλους που την σπάσανε δεν είπε κανείς τίποτα! Όλα σε εμένα θα τα ρίξουν τώρα! Που δεν είναι καθόλου σωστό να σπας την μύτη του άλλου! Την ξένη μύτη! Αλλά φταίνε και οι Έλληνες! Να γυρίσουν πίσω τα μάρμαρα! Τι καταλάβατε; Μια χαρά ήμασταν και με το αντίγραφο. Το έβλεπα εγώ στην Ακρόπολη και έλεγα «Πω! Πω! Τι ωραίο!» Ωραίο; Πιο ωραίο από το αληθινό!»

Αλεξάνδρα Βελλή, Υπουργός Πολιτισμού πρώην τηλεοπτική δημοσιογράφος και παντρεμένη με τον αδελφό του μεγαλύτερου εμπόρου ναρκωτικών των Βαλκανίων!

Τι συμβαίνει όταν η χαμένη έκτη Καρυάτιδα επιστρέφει επιτέλους στην πατρίδα;
Η χώρα φοράει τα καλά της. Οι κάμερες στήνονται. Οι λόγοι ετοιμάζονται. Οι δηλώσεις ξαναγράφονται. Οι μηχανισμοί δουλεύουν υπερωρίες. Οι τόνοι ανεβαίνουν.
Και κάπου εκεί, η εθνική συγκίνηση συναντά την πολιτική παράνοια, η επίσημη γραμμή συγκρούεται με τα κρυφά παρασκήνια και η Ελλάδα κάνει αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα: να μετατρέπει το μεγαλείο σε φιάσκο και το φιάσκο σε γελαστικό
θέαμα.

Με αφορμή μια εξαιρετική θεατρική ιδέα, η Καρυάτιδα γίνεται μια πικρή κωμωδία, μια σάτιρα εθνικής αυτογνωσίας, ένα φαρσοκωμικό πορτρέτο μιας χώρας που μπορεί να συγκινείται βαθιά, να διχάζεται θεαματικά και να αυτοϋπονομεύεται με
αξιοζήλευτη συνέπεια — συχνά όλα μαζί, ταυτόχρονα.

Ο Γιώργος Καπουτζίδης υπογράφει ένα έργο αιχμηρό, ευφυές και απολαυστικά άβολο, που πίσω από το γέλιο αποκαλύπτει με ακρίβεια χειρουργείου τα αντανακλαστικά, τις αντιφάσεις και τα εθνικά μας σπορ.

Η Κατερίνα Μαυρογεώργη σκηνοθετεί με ρυθμό, νεύρο και απόλυτη αίσθηση του κωμικού timing μια παράσταση που προχωρά με φόρα, εκπλήξεις και αλλεπάλληλα χτυπήματα στο κέντρο της ελληνικής ψυχής.

Όμως, ο ευφυής Γιώργος Καπουτζίδης έγραψε το έργο κατόπιν παραγγελίας του Εθνικού Θεάτρου. Ανέβηκε, σημείωσε τεράστια επιτυχία και φέτος το καλοκαίρι, οι παραγωγοί σεργιανάνε την παράσταση στη χώρα σε ανοικτούς χώρους.

Ατυχώς, σχεδόν πάντα μια παράσταση σε ανοικτό χώρο υφίσταται καλλιτεχνική απώλεια ή αναγκάζεται σε μερικούς συμβιβασμούς, καθώς τα έργα που σχεδιάζονται για κλειστή αίθουσα βασίζονται σε διαφορετική αισθητική, κλίμακα και τεχνικές ισορροπίες.

Στους κλειστούς χώρους οι ηθοποιοί εκμεταλλεύονται τις ψιθυριστές εντάσεις, τις λεπτές παύσεις και την απόλυτη σιωπή του κοινού. Στα ανοιχτά θέατρα, η ανάγκη για μικροφωνική ενίσχυση ή για πιο εξωτερική/διογκωμένη ερμηνεία, συχνά, καταστρέφει την οικειότητα και τις εσωτερικές διακυμάνσεις του λόγου.

Στο κλειστό θέατρο το σκοτάδι είναι απόλυτο εργαλείο κατεύθυνσης της προσοχής. Στα θερινά θέατρα, το φυσικό φως του σούρουπου, ο περιβάλλοντας αστικός φωτισμός και η απουσία “μαύρου” ακυρώνουν τις λεπτές αντιθέσεις, τις σκιές και την ατμόσφαιρα που είχε στήσει ο φωτιστής.

 Ένα σκηνικό που λειτουργεί υποβλητικά σε μια μικρή ή μεσαία σκηνή μπορεί να δείχνει “φτωχό”, αποκομμένο ή χαμένο στον αχανή χώρο ενός ανοιχτού αμφιθεάτρου.

Και, τέλος, οι εξωτερικοί θόρυβοι και το ανοιχτό τοπίο διασπούν τη συγκέντρωση τόσο των θεατών όσο και των ηθοποιών, δυσκολεύοντας τη διατήρηση της δραματικής έντασης.

Όλα αυτά πρέπει να ειπωθούν χωρίς φόβο και πάθος, επειδή και η «ΚΑΡΥΑΤΙΔΑ!» του Γιώργου Καπουτζίδη δε γλυτώνει τις αρνητικές συνέπειες.

Ωστόσο, σύμφωνα με το κείμενο η έκτη Καρυάτιδα έχει επιστρέψει στην Ελλάδα, μετά από δεκαετίες αιχμαλωσίας στο Βρετανικό Μουσείο. Η επιστροφή αυτή θεωρείται ένα μοναδικό γεγονός, καθώς η Καρυάτιδα θεωρείται σύμβολο του πολιτισμού και της ιστορίας της χώρας μας. Αυτή η Καρυάτιδα συγκεντρώνει τα πλήθη θεατρόφιλων, όπου παίζεται και, μπορεί ο Καπουτζίδης να είναι ένας τηλεοπτικός πετυχημένος συγγραφέας, πασίγνωστος στο ελληνικό κοινό, αγαπητός και δικαίως δημοφιλής, με τη συγγραφή θεατρικών έργων τελευταία, καταφέρνει κάτι αξιοσημείωτο. Να σηκώσει τους θεατές από τον καναπέ τους και να τους στείλει στις θεατρικές αίθουσες.

Η έλευση σημαντικής μερίδας κοινού που δεν πηγαίνει συχνά στο θέατρο, μέσω παραστάσεων με «τηλεοπτική αισθητική» (αναγνωρίσιμοι ηθοποιοί – συγγραφείς από την τηλεόραση, γρήγοροι ρυθμοί, εύπεπτη πλοκή, σπαρταριστό χιούμορ), είναι ένα από τα πιο πολυσυζητημένα θέματα στον χώρο των παραστατικών τεχνών.

Το θέατρο απομυθοποιείται στα μάτια του κόσμου. Παύει να θεωρείται μια τέχνη ελιτίστικη για μυημένους θεατές ή οικονομικά ευκατάστατους.

Αυτό το νέο κοινό έρχεται σε επαφή με τη ζωντανή εμπειρία της σκηνής. Αυτό το πρώτο βήμα μπορεί να του ανοίξει δρόμο να αναζητήσει αργότερα πιο απαιτητικά έργα.

Εξάλλου, οι γεμάτες αίθουσες εξασφαλίζουν θέσεις εργασίας και καλύτερες αμοιβές για ηθοποιούς, τεχνικούς και λοιπούς συντελεστές παραστάσεων.

Βέβαια, οι παραγωγοί κυνηγώντας το εύκολο κέρδος, ενδέχεται να επενδύουν μόνο σε εμπορικά θεάματα, αφήνοντας χωρίς στέγη και χρηματοδότηση νέους δημιουργούς, κλασικά κείμενα ή πρωτοποριακές ομάδες.

Η τηλεοπτική αισθητική, εντέλει, λειτουργεί ως γέφυρα. Το αν αυτή η γέφυρα θα οδηγήσει σε ένα ουσιαστικό, μόνιμο κοινό ή στην εμπορευματοποίηση της τέχνης εξαρτάται από τους ίδιους τους δημιουργούς: αν χρησιμοποιήσουν την προσέλευση του κόσμου για να του δείξουν κάτι βαθύτερο, το κέρδος για το θέατρο είναι τεράστιο.

Στη συγκεκριμένη κωμωδία με σατιρική πρόθεση του Γιώργου Καπουτζίδη, η υπουργός Πολιτισμού, Αλεξάνδρα Βελλή, προετοιμάζεται για την επίσημη παρουσίασή της στους δημοσιογράφους, όμως το σχέδιο ανατρέπεται και όλα πηγαίνουν λάθος από την αδεξιότητά της. Η ανατροπή αυτή προκαλεί μια σειρά από σουρεαλιστικές καταστάσεις και κωμικές ανατροπές.

Η «Καρυάτιδα!» ακολουθεί τα βήματα από τη μια πλευρά μιας Υπουργού Πολιτισμού (Αγορίτσα Οικονόμου), ενός Πρωθυπουργού (Στέλιος Ξανθουδάκης), της συμβούλου του (Μαρία Φιλίνη), ενός αρχηγού ακροδεξιού κόμματος στην κυβέρνηση (Δρόσος Σκώτης) και από την άλλη πλευρά, ακολουθεί τη ρότα του τίμιου γραμματέα της Υπουργού (Στέλιος Ιακωβίδης ), μιας νεαρής αρχαιολόγου (Ασημίνα Αναστασοπούλου) που είναι γραμματέας της Υπουργού και ενός νεαρού που ντύνεται Καρυάτιδα (Σωτήρης Μανίκας) και ποζάρει με τους τουρίστες.

Αυτοί οι πολύ ανθρώπινοι χαρακτήρες κλείνονται σε ένα δωμάτιο και τσακώνονται για το πώς θα διαχειριστούν το θέμα μιας κατεστραμμένης Καρυάτιδας. Και αυτό που εκτυλίσσεται σ’ ένα φανταστικό δωμάτιο ενός φανταστικού υπουργείου είναι τόσο κοντά στην πραγματικότητα της Ελλάδας, που, παρά το άφθονο γέλιο στο σενάριο, καταντά σχεδόν επαχθές.

Όμως, μια πολιτική σάτιρα θεωρείται επιτυχημένη και ποιοτική όταν καταφέρνει να συνδυάσει το χιούμορ με την ουσιαστική κοινωνική και πολιτική κριτική, αποφεύγοντας τον ευτελισμό ή την απλή εμπάθεια ή τον σκόπιμο διδακτισμό.

Ξεπερνά την επιφανειακή διακωμώδηση και εστιάζει στις πολιτικές πράξεις, την υποκρισία, τις αντιφάσεις και τη δημαγωγία. Χρησιμοποιεί την ειρωνεία, την υπερβολή και την αλληγορία, για να αποκαλύψει παρασκηνιακές αλήθειες.

Η καλή σάτιρα βασίζεται σε μια βαθιά κατανόηση της επικαιρότητας και της ανθρώπινης ψυχολογίας. Το αιχμηρό αστείο στηλιτεύει διεφθαρμένες καταστάσεις, επειδή ο αποδέκτης αναγνωρίζει σε αυτό μια πυρηνική αλήθεια που συχνά δε λέγεται ανοιχτά στον δημόσιο λόγο.

Δε λειτουργεί ως κομματικό εργαλείο ή προπαγάνδα. Ακόμη κι αν ο δημιουργός έχει προσωπικές πολιτικές πεποιθήσεις, η σάτιρα οφείλει να ασκεί κριτική σε κάθε μορφή εξουσίας, ανεξαρτήτως ιδεολογικού χώρου. Ο στόχος της δεν είναι απλώς το γέλιο, αλλά η αφύπνιση, ο προβληματισμός και η αμφισβήτηση του status quo. Προκαλεί το κοινό να σκεφτεί κριτικά για τα κοινά, χωρίς όμως να καταλήγει σε στείρο μηδενισμό.

«Η Καρυάτιδα!» του Γιώργου Καπουτζίδη ευφυώς δε μένει στην επιφανειακή χαρά της επιστροφής ενός μνημείου, αλλά σχολιάζει δηκτικά τον τρόπο με τον οποίο το πολιτικό σύστημα και τα ΜΜΕ σπεύδουν να καπηλευτούν ένα εθνικό γεγονός για ψηφοθηρικούς και επικοινωνιακούς λόγους. Αποκαλύπτει την αντίφαση ανάμεσα στην επιφανειακή πρόβα «εθνικής υπερηφάνειας» και στην παρασκηνιακή μικροπολιτική σκοπιμότητα.

Η σάτιρα εδώ λειτουργεί μέσα από την αμήχανη σύγκρουση: από τη μία πλευρά το «απαστράπτον σύμβολο» του αρχαίου πολιτισμού και από την άλλη τα κωμικοτραγικά αντανακλαστικά, η προχειρότητα και η γραφειοκρατία της σύγχρονης Ελλάδας. Το φαντασιακό μεγαλείο συγκρούεται με τη νεοελληνική καθημερινότητα.

Το κέντρο βάρους της κριτικής δεν πέφτει στους απλούς πολίτες, αλλά στους μηχανισμούς εξουσίας, στους πολιτικούς που ετοιμάζουν λόγους, στα δημοσιογραφικά επιτελεία που στήνουν το «θέαμα» και στη συστηματική τάση της πολιτείας να μετατρέπει μια ιστορική στιγμή σε επικοινωνιακό φιάσκο.

Η πρόθεση του συγγραφέα δεν είναι ο μηδενισμός, αλλά ο καθρέφτης. Το κοινό γελά με τις οικείες παθογένειες, αναγνωρίζοντας ότι η τάση να αυτοϋπονομευόμαστε ως χώρα είναι σχεδόν «εθνικό σπορ».

Παρόλο που το έργο γέρνει δραματουργικά προς τηλεοπτική κωμωδία καταστάσεων, η σκηνοθέτρια Κατερίνα Μαυρογεώργη δημιουργεί το κατάλληλο πλαίσιο και σκηνοθετεί εύστοχα μία σατιρική κωμωδία, δίνοντας τη δυνατότητα στους ηθοποιούς να αναδείξουν το ταλέντο τους.

Η υποκριτική ομάδα συνθέτει ένα άρτιο σύνολο και δίνει την αίσθηση ενός πλήρως ενορχηστρωμένου θεατρικού σχήματος δίνοντας επί σκηνής τον καλύτερό της εαυτό.

Η μοναδική Αγορίτσα Οικονόμου είναι απολαυστική στον ρόλο της υπουργού Πολιτισμού, Αλεξάνδρας Βελλή, ενώ με τον ξεχωριστό Στέλιο Ιακωβίδη, συνθέτουν ένα ταιριαστό και εξαιρετικά κωμικό δίδυμο. Στον ρόλο του βοηθού της Υπουργού Πολιτισμού, τον Παναγιώτη, αποκαλύπτει με ευφυή και θαυμάσιο τρόπο όλες τις αδυναμίες και τις παθογένειες που διατρέχουν το πολιτικό πλαίσιο, ιδίως όταν αυτό καλείται να διαχειριστεί μια τόσο σοβαρή και ευαίσθητη θεσμική θέση.

Ακολουθούν όλοι οι καλοί ηθοποιοί που στελεχώνουν τον θίασο, ως μια πηγή αβίαστου γέλιου με τον άψογο συγχρονισμό τους, τη χημεία που γεννά η καλή συνεργασία, το συνταίριασμα στους τόνους και στο ύφος που απαιτεί το κείμενο.

Τα σκηνικά της Άρτεμης Φλέσσα και τα κοστούμια της Ιφιγένειας Νταουντάκη, εξυπηρετούν τη δράση και την περιοδεία του έργου.

Η μουσική του Larry Gus γεμίζει την παράσταση με ενέργεια και σύγχρονο παλμό. Συνδέει παρελθόν και παρόν με παιχνιδιάρικη διάθεση.

Η Σοφία Πάσχου στη κίνηση προσέδωσε στο θίασο ρυθμό, αρμονία και ένα αίσθημα ελευθερίας, που παρασύρει και το κοινό.

Τέλος, η Βάσια Ατταριάν σχεδίασε τους φωτισμούς σύμφωνα με τις σκηνοθετικές οδηγίες.

«Με αυτήν εδώ βγάζεις είκοσι χιλιάδες κομματάκια! Να μου την έδιναν εμένα, ξέρεις πόσα λεφτά θα μπορούσα να βγάλω που έσπασε; 
Μα αυτή είναι ανεκτίμητη!
Τι ανεκτίμητη βρε κορίτσι μου!; Για ποιόν; Για εσένα; Ρώτα όποιον θέλεις εδώ έξω! Τι θα προτιμούσε μέσα στο σπίτι του; Αυτό το ερείπιο ή πενήντα χιλιάδες ευρώ; Βάζω στοίχημα οτι όλοι θα παίρναν τα λεφτά! 
Εγώ όχι! 
Εσύ είσαι χαζή!» 

Έξυπνη και ιδιαίτερα αστεία είναι η συμμετοχή στο τέλος της παράστασης μέσω προβολής βίντεο του ίδιου του Γιώργου Καπουτζίδη, πλάι στον Αλέξη Κωστάλα, ο οποίος καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης δανείζει τη φωνή του στα ηχητικά μηνύματα που ακούγονται, προσθέτοντας μια έξτρα δόση χιούμορ και αυτοσαρκασμού.

Εν πολλοίς, πρόκειται για μια ευθύβολη -γιατί όχι μαύρη- κωμωδία, σαρκαστική και καυστική, αφιερωμένη στην ιστορικά εγνωσμένη ικανότητα του τόπου μας να μπλέκει σε κωμικοτραγικές καταστάσεις, ένα κείμενο που ξεχειλίζει σπιρτάδα, στοχευμένη κριτική και μπόλικο χιούμορ με την υπογραφή του ευφυούς Γιώργου Καπουτζίδη.

Συντελεστές

Κείμενο: Γιώργος Καπουτζίδης
Σκηνοθεσία: Κατερίνα Μαυρογεώργη
Σύμβουλος δραματουργίας-Καλλιτεχνικός συνεργάτης: Αντώνης Αντωνόπουλος
Σκηνικά: Άρτεμις Φλέσσα
Κοστούμια: Ιφιγένεια Νταουντάκη
Μουσική: Larry Gus
Κίνηση: Σοφία Πάσχου
Φωτισμοί: Βάσια Ατταριάν
Σχεδιασμός βίντεο: Τάσος Γκολέτσος
Δραματολόγος παράστασης: Βιβή Σπαθούλα
Βοηθός σκηνοθέτιδος: Σοφία Σταθάτου
Βοηθός σκηνογράφου: Αγγελική Βασιλοπούλου-Καμπίτση
Βοηθός φωτίστριας: Σεραφείμ Ράδης
Βοηθός ενδυματολόγου: Αλεξάνδρα – Αναστασία Φτούλη
Β βοηθός σκηνοθέτιδος: Κορίνα Βεζυργιάννη
Σχεδιασμός κομμώσεων: Κωνσταντίνος Κολιούσης
Σχεδιασμός μακιγιάζ: Olga Faleichyk
Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή

Παίζουν (με αλφαβητική σειρά): Ασημίνα Αναστασοπούλου, Στέλιος Ιακωβίδης, Στέλιος Ξανθουδάκης, Αγορίτσα Οικονόμου, Δρόσος Σκώτης, Σταμάτης Φακορέλης, Μαρία Φιλίνη

Η παράσταση «Η Καρυάτιδα!» είχε παρουσιαστεί από το Εθνικό Θέατρο για πρώτη φορά
την περίοδο 2024-2025 και σε επανάληψη την περίοδο 2025-2026.
Η νέα παράσταση που βγαίνει σε καλοκαιρινή περιοδεία το 2026 πραγματοποιείται σε
συνεργασία της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ARK PRODUCTIONS E.E. και του Εθνικού Θεάτρου.

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα