Connect with us

Πολιτισμός

«ΤΟ ΓΑΛΑ» του Βασίλη Κατσικονούρη στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

«ΤΟ-ΓΑΛΑ»-του-Βασίλη-Κατσικονούρη-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Πολυπαιγμένο και πολυμεταφρασμένο, γραμμένο το 2003, «Το γάλα» του Βασίλη Κατσικονούρη έκανε και διεθνή καριέρα. Είναι ένα από τα καλύτερα και μεστότερα νεοελληνικά έργα.

Πρωτοπαίχτηκε στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη την περίοδο 2005-2006, επί προεδρίας του αείμνηστου Νίκου Κούρκουλου, για να συνεχιστεί και την αμέσως επόμενη σαιζόν, λόγω της πολύ μεγάλης επιτυχίας του.

Το έργο είναι μεταφρασμένο στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, σερβικά και πολωνικά.

 “Ξένος εδώ, ξένος κ’ εκεί, κι όπου κι αν πάω ξένος

Το γάλα, λέει ο συγγραφέας στο βιβλίο του, στα ρωσικά λέγεται «μαλακό». Έτσι, περίεργα, μια άλλη ελληνική λέξη, σπαρμένη μέσα σε μια άλλη γλώσσα, δίνει εκεί, στο ξένο χωράφι, πολύ πιο άμεσα και ανάγλυφα την αίσθηση του πράγματος, απ’ ότι η αντίστοιχη που το ονοματίζει στα ελληνικά.

Γι’ αυτήν ακριβώς την αίσθηση θέλει να μιλήσει «Το γάλα» του Βασίλη Κατσικονούρη και οι ήρωες του.

Μια οικογένεια από την πρώην Σοβιετική Ένωση – μητέρα με δύο γιούς – ο ένας εκ των οποίων πάσχει από σχιζοφρένεια, προσπαθεί να προσαρμοσθεί και να επιβιώσει στην Ελλάδα. Η απόγνωση της μάνας και ο ψυχικός σπαραγμός της για την ασθένεια του μικρού της γιού, παράλληλα με τον φόβο που προέρχεται από τον κοινωνικό ρατσισμό του περιβάλλοντός της, παρουσιάζονται με σπαρακτικό τρόπο.

Η βία διαδέχεται και εναλλάσσεται με την τρυφερότητα, η ένταση με τη γαλήνη, η απελπισία με την ελπίδα, το όνειρο με τον εφιάλτη, η πραγματικότητα με την ψευδαίσθηση και αντιστρόφως. 

Πρόκειται για μια συγκλονιστική οικογενειακή ιστορία, όπου φωτίζεται δεξιοτεχνικά από τον συγγραφέα ο συναισθηματικός κόσμος των ηρώων και οι ανησυχίες τους, όπως αυτές πηγάζουν μέσα από το κοινωνικό τους περιβάλλον, αλλά κυρίως φωτίζεται η αίσθηση που έχει ο καθένας ήρωας, πως όλα μέσα του μαλακώνουν και ζεσταίνονται, όταν σταματάει πια να κλαίει και να πονάει, καθώς δέχεται μια πρόσκαιρη ανακούφιση. Κι όταν αυτή λιγώνεται, τότε νιώθει ξένος. Σαν πρόσφυγας ανάμεσα σε δυο πατρίδες. Ξένες κι αυτές.

Τη σκηνοθεσία υπογράφουν ο Μάνος Καρατζογιάννης, με μακρά γόνιμη θητεία στο ελληνικό έργο και η Ερμίνα Κυριαζή, η οποία σκηνοθέτησε την περασμένη σαιζόν και το πιο πρόσφατο έργο του Βασίλη Κατσικονούρη το: «Τσιτάχ. Η ερημιά του τερματοφύλακα».

Η παράσταση αφιερώνεται στη μνήμη του Κωνσταντίνου Παπαχρόνη, ο οποίος ήταν ο πρώτος που ερμήνευσε το ρόλο του Λευτέρη, το 2006, στην παράσταση του Εθνικού Θεάτρου.

Πιο αναλυτικά, μια ολιγομελής οικογένεια ομογενών από την πρώην Σοβιετική Ένωση, όπου ζούσε εκεί μια τσακισμένη ζωή σε ταραγμένα χρόνια, ερείπια επί ερειπίων ο τόπος γύρω τους, ήρθε και μπήκαν όλοι τους σ’ ένα καζάνι που έβραζε. ΄Ήρθαν στην Ελλάδα μαζί με πολλούς άλλους τη δεκαετία του 1990 και σπιτώθηκαν σ’ ένα ημιυπόγειο διαμέρισμα μιας χαμο- γειτονιάς.

 Τα μέλη: η μητέρα Ρήνα και οι δυο της γιοί, ο Αντώνης και ο Λευτέρης, ο οποίος πάσχει από μιας μορφής σχιζοφρένεια, ενώ ο πατέρας έχει πεθάνει από χρόνια.

Ο πρωτότοκος γιος, ο Αντώνης, θέλει πάση θυσία και με οποιοδήποτε τίμημα να ενσωματωθεί στη νέα πατρίδα του. Μιλάει μόνο Ελληνικά, θέλει να ξεχάσει τα Ρωσικά, τρώει μόνο ελληνικά φαγητά, δεν έχει κανένα μετανάστη φίλο, προσεταιρίζεται τους Έλληνες, γίνεται αποδεκτός από αυτούς και προσπαθεί να δρέψει τους καρπούς της ελληνοποίησής του.

Αντίθετα, ο μικρότερος, ο Λευτέρης, αρνείται να ενσωματωθεί στην νέα του πατρίδα. Τραγουδάει ρωσικά τραγούδια, μιλάει στα ρωσικά, τρώει ρωσικά φαγητά και αναπολεί διαρκώς τον τρόπο ζωής τους στην Τιφλίδα. Η σχιζοφρένειά του λειτουργεί και αυτή σε ένα άλλο επίπεδο, σαν άρνηση ενσωμάτωσης στα πρότυπα και τις επιταγές της ελληνικής κοινωνίας.

Αυτές οι διαφορές των δυο αδερφών είναι η αιτία των συνεχόμενων καυγάδων που διασαλεύουν την ηρεμία και τη γαλήνη του σπιτιού. Ο Αντώνης απαιτεί τρόπους συμπεριφοράς που ο Λευτέρης αρνείται και η σύγκρουση είναι μόνιμη.

 Ανάμεσά τους η μάνα, που η συμπεριφορά της εμπεριέχει τις εκ διαμέτρου αντίθετες θεάσεις της πραγματικότητας. Θέλει να ενσωματωθεί στην ελληνική κοινωνία αλλά δεν εμπιστεύεται τους Έλληνες. Θέλει να ξεχάσει το παρελθόν αλλά το αναπολεί συνέχεια. Επαινεί τον Αντώνη για την αποφασιστικότητά του, αλλά προστατεύει τον άρρωστο Λευτέρη από τη χλεύη, όμως δε θέλει να τον στείλει στο ψυχιατρείο.

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, ο Αντώνης, έχοντας εδώ και καιρό αποφασίσει να διαγράψει το παρελθόν του στην Τιφλίδα και, ταυτόχρονα, να απομακρυνθεί από μια οικογενειακή ζωή που του είναι βάρος και ντροπή, βρίσκει δουλειά σε ένα βενζινάδικο στη Λάρισα. Εκεί συναντά στο πρόσωπο της κόρης του ιδιοκτήτη, την μελλοντική σύζυγό του, αλλά και την ευκαιρία της κοινωνικής και οικονομικής ανόδου.

 Έτσι, επισκέπτεται την οικογένεια στην Αθήνα για να της ανακοινώσει τα ευχάριστα νέα τού γάμου. Επί πλέον, επειδή θα φέρει την μέλλουσα σύζυγο να τους τη γνωρίσει, τη Νατάσα, θέλει να εξασφαλίσει την ήσυχη και κόσμια συμπεριφορά του Λευτέρη.

Πράγματι, η πρώτη συνάντηση είναι ενθαρρυντική, με την κοπέλα να αντιμετωπίζει τον Λευτέρη με συμπάθεια και φιλική διάθεση. Μάλιστα, τις επόμενες ημέρες κάνουν παρέα και δένονται σιγά – σιγά. Όμως, η παρουσία της Νατάσας στο σπίτι μαζί με τον Λευτέρη και χωρίς την παρουσία κανενός άλλου, υποδαυλίζει τα ανοργάνωτα σεξουαλικά ένστικτα του νεαρού, ο οποίος προχωρά σε σεξουαλική παρενόχληση και αναγκάζει τη φοβισμένη κοπέλα να δραπετεύσει από το σπίτι.

Αυτή η εξέλιξη των πραγμάτων θα σταθεί μοιραία για την πορεία της οικογένειας. Ο Αντώνης αρνείται οποιαδήποτε επαφή πλέον με τον Λευτέρη και τη μητέρα του, με αποτέλεσμα μάνα και μικρός γιός να μείνουν μόνοι, σε ένα σύμπαν που το γεμίζει η νοσταλγία για το παλιό και ο φόβος για το μέλλον.

Όταν η μητέρα πεθαίνει, ο Αντώνης αναλαμβάνει να επιλέξει τη μοίρα του αδερφού του. Δεν επιτρέπει σε κανένα εμπόδιο να του καταστρέψει την πορεία που έχει δώσει στη ζωή του κι ο εγκλεισμός του Λευτέρη στο ψυχιατρείο είναι η μόνη επιλογή. 

Όπως έχει πει ο συγγραφέας «Θα ήθελα τα έργα μου να λειτουργούν σαν ένα ισχυρό αντίδοτο απέναντι στις παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας και κατ’ επέκταση της ελληνικής οικογένειας. Να καταδεικνύουν την πάλη ανάμεσα στο άλγος της μνήμης και το άγος της λήθης», έτσι και τα δυο αδέρφια συμβολίζουν και εκφράζουν αυτόν το διπλό ψυχικό πόνο: Ο μεν Αντώνης το άγος της λήθης, ο δε Λευτέρης το άλγος της μνήμης.

Το έργο θεωρείται ένα από τα πλέον εμβληματικά του σύγχρονου ελληνικού δραματολογίου και τον χαρακτηρισμό αυτό δεν τον ενισχύουν μόνο οι θεματικές, που εξακολουθούν να αφορούν άμεσα τον θεατή, αλλά η αρραγής δομή της πλοκής, οι διαστρωματώσεις που φωτίζουν τα χαρακτηριστικά των δραματικών προσώπων, ο καίριος συγχρωτισμός μεταξύ δηκτικού χιούμορ και ανέσπερης ευαισθησίας, η ευγενής και κοπιώδης πρόθεση να συγκεραστεί το ανοίκειο με την αποδοχή του.

Πρόκειται για ένα έργο-ηχηρό χαστούκι στον εφησυχασμό μας, μπροστά σ’ αυτά που συμβαίνουν στη διπλανή μας πόρτα και στην πίσω αυλή του σπιτιού μας. Ένα έργο ζωντανό και σπαρακτικό, γραμμένο από έναν γνώστη της ανθρώπινης ψυχής, που διψά για ελευθερία, όμως την τσαλακώνει η ανάγκη. Ένα έργο που μας βλέπει κατάματα και πρέπει οι θεατές με τη σειρά μας, να το δούμε με τα μάτια της ψυχής.

Οι διορατικοί συν- σκηνοθέτες Μάνος Καρατζογιάννης και Ερμίνα Κυριαζή υποστήριξαν, με την επαγγελματική τους οξυδέρκεια και την πνευματική τους διαύγεια, το τρίγωνο των δυνάμεων που αναπτύσσεται στο κείμενο και διαρθρώνεται κλιμακωτά μέσα από τη σκιαγράφηση των ηρώων: μνήμη-σώμα-ετερότητα. Πετυχαίνουν να προβάλουν την αξία και την εμβέλεια του δραματικού ιστού, με έμπνευση, χωρίς καμία υπερβολή, ακρότητα ή αστοχία και με σεβασμό στην καταιγιστική πλοκή. Έτσι, οι νοηματικοί κώδικες είναι ευανάγνωστοι, πλήρεις συναρπαστικής εικονοποιίας και εσωτερικού προβληματισμού.

Και οι τρεις δραματικοί χαρακτήρες έχουν ισχυρή τη μνήμη, που φέρει την ταυτότητα του ξένου, ο οποίος, όπου κι αν βρίσκεται παραμένει,κατά κάποιο τρόπο, άπατρις: «στη Ρωσία είμαστε γκρέκοι και στην Ελλάδα, Ρώσοι».

 Σημάδια από μια χώρα που θα ήθελαν να ξεχάσουν αλλά είναι ανέφικτο, φράσεις και τραγούδια από μια χώρα, στην οποία προσφεύγει τρυφερά το θυμικό και η λογική, και από την οποία οφείλουν να αποκοπούν για να ενσωματωθούν στη νέα πατρίδα, να επιβιώσουν και να αντλήσουν τη χαρά της αποδοχής, της ένταξης στην κοινότητα που το πρέπον είναι να τους εμπεριέχει και, σε ένα βαθμό, να τους προστατεύει.

Βαθιά συναισθηματική παράσταση, με ένα κείμενο που εμπεριέχει πάρα πολλά ζητήματα, όπως : ρατσισμός, ψυχιατρικές ασθένειες και αντιμετώπισή τους, φτώχεια, εκμετάλλευση, σχέσεις μέσα στην οικογένεια, αίσθημα του μη ανήκειν, βία κ.ά.

Σε ένα λιτό σκηνικό ( Άγγελος Αγγελής), που απεικονίζει εύγλωττα την ένδεια της ζωής της Ρήνας και του Λευτέρη, με τα ταιριαστά λιτά καθημερινά τους ρούχα, σε αντίθεση με τους πάντα καλοντυμένους Αντώνη και Νατάσα, γινόμαστε μάρτυρες ενός δράματος που άπαντες σκεφτόμαστε, ενώ το παρακολουθούμε: «αυτό δε θα καταλήξει καλά». Είναι όλα αυτά τα δίπολα των αντιθέσεων, που μας πείθουν ότι ο αδύναμος θα ακολουθήσει ακόμη μια φορά το «πεπρωμένο» του.

Συγκλονιστικός ο Μάνος Καρατζογιάννης στον ρόλο του Λευτέρη, σε μια ερμηνεία που έχει πολύ εκφραστικότητα (ειδικά στα κομμάτια των μονολόγων για πιο προσωπικά ζητήματα) και ένταση ταυτόχρονα, ενσαρκώνοντας ένα παιδί που γεννήθηκε για να κάνει όνειρα και, μέσα από αυτά, να ελπίζει ότι θα γίνει και το περιβάλλον του καλύτερο, όμως η πραγματικότητα το συντρίβει. Ο εξαιρετικός Μάνος Καρατζογιάννης προσεγγίζει την πικρία και την ψυχική του αδυναμία μέσα από ένα πηγαίο χιούμορ, στο οποίο δεν λείπουν ο αυτοσαρκασμός και η τρυφερότητα. 

 Ομοίως, η μάνα – πολύ καλή η Στέλλα Γκίκα – αποφεύγει τον σκόπελο του μελοδραματισμού, αποδίδει με καθηλωτική απλότητα τις εσωτερικές της συγκρούσεις και επικοινωνεί απόλυτα με τον Δημήτρη Πασσά, ο οποίος δίνει μια αφοπλιστική ερμηνεία στον ρόλο τού φιλόδοξου πρωτότοκου γιου της.

 Η σκηνή που καθηλώνει είναι αυτή του θηλασμού. Το γυναικείο στήθος, ως βιολογικό όργανο και πολιτιστικό «σημείο», έχει διττή υπόσταση: είναι πανανθρώπινη ερωτογενής ζώνη και, ταυτόχρονα, είναι ο ιερός μαστός που τρέφει τα μωρά.

 Από την εμπειρία του θηλασμού έχει περάσει σχεδόν όλη η ανθρωπότητα. Η μάνα Γη τρέφει τα παιδιά της.

Ως πρωταρχικά σύμβολα της μητρότητας: μαστός και γάλα, όπως και αίμα και μήτρα στον τοκετό, περιβάλλονται από την αύρα του μυστηρίου, του ιερού, του απόλυτα σεβαστού.

Γάλα και αίμα είναι τα πρωταρχικά υγρά της ζωής. Τα ομογάλακτα αδέρφια θεωρούνται πραγματικοί αδελφοί: ήπιαν από το ίδιο γάλα και από το ίδιο στήθος.

Κατά τις λαϊκές αντιλήψεις, γυναίκα που να μην έχει δώσει γάλα στο βρέφος δεν είναι σωστή μητέρα, δεν ανταποκρίνεται στον ιδανικό ρόλο του φύλου της, στα ιερά καθήκοντα της μητρότητας.

Ο παλιμπαιδισμός του Λευτέρη συναντά το ανεκπλήρωτο καθήκον της μητέρας του: να τον θηλάσει, να τον αναθρέψει με τα θρεπτικά υγρά του σώματός της, να βυζάξει το μωρό.

 Αυτή η καθηλωτική σκηνή του συμβολικού βυζάγματος είναι «εικόνισμα», επειδή αυτό που δεν έγινε τότε στη Γεωργία, πραγματοποιείται εκ των υστέρων στην Ελλάδα, έστω με συμβολικό τρόπο, στην εφηβεία. Το παιδί ηρεμεί και αποκοιμάται. Ο Λευτέρης δεν έχει γίνει και δε θα γίνει ποτέ άντρας.

Ο Λευτέρης, παρά το όνομά του, δεν ελευθερώνεται ούτε με την αρρώστια του, ούτε με τις βάναυσες εξόδους του, ούτε με τον εγκλεισμό του σε ψυχιατρική κλινική. Η στέρησή του είναι ισόβια και δεν αναπληρώνεται με τίποτε. 

 Ο Βασίλης Κατσικονούρης χειρίζεται με τρόπο κάπως γκροτέσκο, αλλά με πολύ σεβασμό, τον οποίο μεταδίδει και στο κοινό του, μια ιερή εικόνα, χριστιανική και παγανιστική, και ανακαλεί ένα βίωμα πρωταρχικό και αξέχαστο για τον καθένα, και μας γυρίζει στην αρχή της ζωής: στην αίσθηση και τη γεύση του μητρικού γάλατος.

Στον ρόλο της αρραβωνιαστικιάς, η Ελένη Σακκά, μας πείθει πως βλέπουμε ένα κορίτσι από μια μεγάλη πόλη της ελληνικής επαρχίας, με καλοβαλμένη οικογένεια, σπουδές που γίνονται μόνο για το πτυχίο, μια αφέλεια που πηγάζει από την προστασία του σπιτιού που μεγάλωσε και όνειρα που αρχίζουν και τελειώνουν σε έναν όμορφο σύντροφο και στη δημιουργία οικογένειας, που θα της εξασφαλίσει το «μπράβο» του περίγυρου.

Η σκηνοθεσία επέλεξε μια λιτή γραμμή, εστιάζοντας στους χαρακτήρες των τεσσάρων πρωταγωνιστών και ανεβάζοντας μέσα από τους διαλόγους και τις ιστορίες τους την κλιμάκωση της δράσης, με τέτοιον τρόπο, ώστε η παράσταση κρατάει τον θεατή προσηλωμένο σε όλη τη διάρκειά της, αλλά έξυπνα, με ενέσεις χιούμορ, ώστε δημιουργείται μια ατμόσφαιρα ζοφερή μεν, αλλά γνώριμη στον θεατή, αποφεύγοντας την παγίδα του άκρατου ρεαλισμού- συναισθηματισμού, όπως συναντάμε σε αντίστοιχης θεματικής παραστάσεις.

Αυτό που εισπράττει το κοινό, εν τέλει, είναι μια δυνατή ιστορία-μαρτυρία, με εξαιρετικές συγκρούσεις, μοναδικές κορυφώσεις, αλλά και μια θεατρική παράσταση γεμάτη ελπίδα.

 Συντελεστές 

Σκηνοθεσία: Μάνος Καρατζογιάννης – Ερμίνα Κυριαζή
Ερμηνεύουν: Στέλλα Γκίκα, Μάνος Καρατζογιάννης, Δημήτρης Πασσάς, Ελένη Σακκά
Σκηνικά – κοστούμια: Άγγελος Αγγελής
Μουσική: Νεοκλής Νεοφυτίδης
Φωτισμοί: Άγγελος Παπαδόπουλος
Βοηθός σκηνοθέτη: Φίλιππος Παπαθεοδώρου

Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή, Σπύρος Περδίου

Βίντεο προώθησης: Ηλίας Μόσχοβας
Παραγωγή: Πολιτισμός Σταθμός Θέατρο

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

Το ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας ευχαριστεί τους συντελεστές του 69ου Φεστιβάλ Φιλίππων

Το-ΔΗΠΕΘΕ-Καβάλας-ευχαριστεί-τους-συντελεστές-του-69ου-Φεστιβάλ-Φιλίππων

Το 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων ολοκλήρωσε τη φετινή του διαδρομή, αφήνοντας ανεξίτηλο το αποτύπωμά του στις καλοκαιρινές μας νύχτες. Έχοντας ως κεντρικό άξονα τη «Μεταμόρφωση», η φετινή διοργάνωση μετατράπηκε σε ένα ανοιχτό εργαστήριο ιδεών, συναισθημάτων και καλλιτεχνικής αναζήτησης, αποδεικνύοντας στην πράξη πως η δύναμη της τέχνης και της δημιουργίας μπορεί πραγματικά να μεταμορφώσει την καθημερινότητά μας.

Η επιτυχία αυτής της διαδρομής δεν θα ήταν δυνατή αν δίπλα μας, σε όλο το ταξίδι αυτής της μεταμόρφωσης, δεν είχαμε ανθρώπους που με τη συμβολή και τη στήριξή τους έδωσαν μορφή και πνοή στο όραμά μας.

Ο Πρόεδρος κ. Αρχέλαος Γρανάς, το Διοικητικό Συμβούλιο, η Καλλιτεχνική Διευθύντρια κ. Εύα Οικονόμου – Βαμβακά και οι εργαζόμενοι του θεάτρου ευχαριστούμε θερμά όλο τον κόσμο που αγκάλιασε με τη συγκινητική παρουσία του το σύνολο των εκδηλώσεων. Όμως, πέρα και πάνω από αυτό, οφείλουμε ένα τεράστιο ευχαριστώ στους ανθρώπους που με την προσφορά τους κάνουν κάθε χρόνο δυνατή την ύπαρξη αυτού του ιστορικού θεσμού.

Αρχικά, ευχαριστούμε τους εθελοντές του 69ου Φεστιβάλ Φιλίππων που για μια ακόμη χρονιά στάθηκαν συγκινητικά κοντά μας, προσφέροντάς μας την πολύτιμη βοήθεια αλλά και τον χρόνο τους.

Ευχαριστούμε επίσης τον Δήμο Καβάλας που χρηματοδότησε το σύνολο των δράσεων του Φεστιβάλ και το Υπουργείο Πολιτισμού, με την υποστήριξη του οποίου πραγματοποιήθηκε το 10ο Διεθνές Εργαστήριο Αρχαίου Δράματος.

Ευχαριστούμε ακόμα την Αρχαιολογική Υπηρεσία Καβάλας και ιδιαίτερα τους αρχαιοφύλακες που ξενύχτησαν μαζί μας, την Υπηρεσία Καθαριότητας και την Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου Καβάλας, το ΕΚΑΒ, την Αστυνομική Διεύθυνση και την Τροχαία Καβάλας, τον Αστυνομικό Σταθμό Κρηνίδων, το Περιφερειακό Τμήμα Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού Καβάλας και τη γιατρό κ. Τεστέμπαση Κυριακή, που σε όλες τις παραστάσεις παρείχαν αφιλοκερδώς τις πολύτιμες υπηρεσίες τους.

Παράλληλα, ευχαριστούμε τους χορηγούς μας: τη Βιομηχανία Σωλήνων Πολυαιθυλενίου ΒΕΗ, αλλά και τους χορηγούς επικοινωνίας μας ΕΡΤ3, ΕΡΤ Καβάλα, Cosmote TV, Εφημερίδα των Συντακτών, culturenow.gr, in2life.gr, INFOWOMAN, KOITAMAGAZINE, CUE, viewtag.gr, για την έμπρακτη υποστήριξή τους. Ευχαριστούμε, τέλος, συνολικά όλα τα ΜΜΕ και τον δημοσιογραφικό κόσμο, που συνέβαλαν ουσιαστικά με τον χρόνο και τον χώρο που μας διέθεσαν στη φετινή επιτυχία της μεγάλης αυτής διοργάνωσης.

Κι επειδή πίσω από κάθε παράσταση κρύβεται η ουσιαστική συμβολή ξεχωριστών ανθρώπων, ευχαριστούμε το διοικητικό (Τόνια Μανάλη, Έφη Πριμικυρλίδου, Βέρα Λαζαρίδου, Χρύσα Πουρτουλίδου, Χριστίνα Μπέζα, Στέισι Χίντρι, Ολυμπία Σουγκάρη, Γιώτα Δημητριάδη, Σταυρούλα Σαββίδου, Λιλή Νταλανίκα) και το τεχνικό (Γιώργος Μαστοράκης, Γιάννης Σταυρίδης, Κώστας Γαρουφαλίδης, Γιώργος Τριανταφυλλίδης, Παναγιώτης Λαζαρίδης, Δημήτρης Χατζόπουλος) προσωπικό του ΔΗΠΕΘΕ, που στήριξε με τις ιδέες και την ενέργειά του το σύνολο των δράσεων.

Ευχαριστούμε επίσης την εταιρεία Toucan Advertising Agency, η οποία διαχειρίστηκε φέτος την προβολή του Φεστιβάλ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τέλος, ένα μεγάλο ευχαριστώ στο Studio Hervik, που κατάφερε να “μεταμορφώσει” τις ιδέες μας σε εικόνα, δίνοντας στο φετινό Φεστιβάλ μια ξεχωριστή οπτική ταυτότητα.

Και φυσικά, ευχαριστούμε μέσα από την καρδιά μας όλους τους καλλιτέχνες που συμμετείχαν στις παραγωγές μας και μεταμόρφωσαν τη σκηνή καταθέτοντας την ψυχή και το μυαλό τους. Τίποτα δεν θα ήταν το ίδιο χωρίς αυτούς.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να γίνει και στην καινοτομία που εφαρμόστηκε για δεύτερη φορά φέτος στο Φεστιβάλ: την προσθήκη ελληνικών και αγγλικών υπερτίτλων στις παραστάσεις του Αρχαίου Θεάτρου Φιλίππων. Με αυτόν τον τρόπο, οι παραστάσεις έγιναν πιο προσιτές σε όλους, τόσο στους ξενόγλωσσους επισκέπτες όσο και στο ευρύτερο ελληνικό κοινό, ενισχύοντας την εξωστρέφεια και την προσβασιμότητα του θεσμού. Κάτι τέτοιο δεν θα ήταν εφικτό χωρίς την πολύτιμη συμβολή του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου, της Εφορείας Αρχαιοτήτων Καβάλας και της προϊσταμένης της Σταυρούλας Δαδάκη, της αρχιτέκτονος μηχανικού Μιχαήλας Πλιαπλιά, καθώς και την άρτια συνεργασία με τους Αθανάσιο Βαλαβάνη, Βύζικας Σκαλωσιές και Supertitles.gr. Στο πλαίσιο αυτό, ευχαριστούμε επίσης τους Παναγιώτη Λαζαρίδη και Στέλα Δημητριάδη, που ανέλαβαν τη διαχείριση των υπερτίτλων.

Ευχαριστούμε θερμά τον Φωτογραφικό Όμιλο Καβάλας και τα μέλη του, που με τη δημιουργική τους ματιά συνέβαλαν στη σύνθεση της Εικαστικής & Ηχητικής εγκατάστασης με τίτλο «Μεταμορφώσεις: και δεν ξανακυνήγησα ποτέ μου», δίνοντας μια ξεχωριστή αισθητική διάσταση στη φετινή μας θεματική.

Η αυλαία του 69ου Φεστιβάλ Φιλίππων πέφτει, αφήνοντας τη διαδρομή της φετινής μεταμόρφωσης να αντηχεί ακόμα μέσα μας και να αφήνει ένα βαθύ, ανεξίτηλο αποτύπωμα στις καρδιές μας. Γεμάτοι από τη μαγεία αυτού του ετήσιου ταξιδιού και με την εμπειρία αυτού του «μικρού θαύματος» ως πυξίδα, σας αποχαιρετάμε και ανανεώνουμε το ραντεβού μας για την επόμενη χρονιά -έτοιμοι να ανακαλύψουμε μαζί νέους, ακόμα πιο μακρινούς ορίζοντες.

ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Ματαιώνεται η συναυλία της Μάρθα Φριντζήλα

Ματαιώνεται-η-συναυλία-της-Μάρθα-Φριντζήλα

Τελευταία Θέματα

ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ

Ματαιώνεται η συναυλία της Μάρθα Φριντζήλα

Η συναυλία «Μάρθα Φριντζήλα The Kubara Project + Kalogeraki Bros» που ήταν προγραμματισμένη να πραγματοποιηθεί την Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026 στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, στο πλαίσιο του 69ου Φεστιβάλ Φιλίππων, ματαιώνεται για λόγους ανωτέρας βίας σύμφωνα με ανακοίνωση της παραγωγής, όπως αναφέρεται παρακάτω:

ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

Βρισκόμαστε στην δυσάρεστη θέση να ακυρώσουμε την προγραμματισμένη συναυλία της Μάρθας Φριτζίλα για την Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου στο Αρχαίο θέατρο Φιλίππων για λόγους ανωτέρας βίας της παραγωγής.
Όλα τα εισιτήρια που έχουν αγοραστεί ηλεκτρονικά έχουν ήδη ακυρωθεί και θα επιστραφούν τα χρήματα στις κάρτες από τις οποίες αγοράστηκαν.
Όλα τα εισιτήρια που έχουν αγοραστεί από τα φυσικά σημεία προπώλησης θα επιστραφούν στα σημεία από όπου αγοράστηκαν.
Περισσότερες πληροφορίες στα info@flashlive.gr και στο τηλέφωνο 2610 223443
Ευχαριστούμε για την κατανόηση,
Flash live Events

ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Ελκυστικές οι «Βάκχες» του Ευριπίδη από τον Javor Gardev  στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων

Ελκυστικές-οι-«Βάκχες»-του-Ευριπίδη-από-τον-javor-gardev- στο-69ο-Φεστιβάλ-Φιλίππων

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Στο πέρασμα των χρόνων, λίγο ως πολύ, τις σωζόμενες αρχαιοελληνικές τραγωδίες ο σύγχρονος θεατής μπορεί να τις καταλάβει. Αλλά αυτούς τους «ήρωες» των «Βακχών» του Ευριπίδη, αυτόν τον θεό Διόνυσο που έρχεται να επιβάλει τη λατρεία του, αυτόν το βασιλιά της Θήβας Πενθέα, που αντιτίθεται στη νέα λατρεία και διώκει τον «Προφήτη» και τους οπαδούς της, αυτή τη βασιλομήτορα Αγαύη, που λυσσομανάει με τις άλλες μαινάδες στον Κιθαιρώνα και, εντέλει, κατασπαράζει τον ίδιο της το γιο, τον Πενθέα, αυτά τα αλλόκοτα πρόσωπα μιας ανοίκειας ιστορίας -σε αντίθεση με τα «ανθρώπινα» θέματα των περισσότερων άλλων τραγωδιών- πώς τα αντιμετωπίζει ο σύγχρονος θεατής;

Με απλά λόγια, ποιο είναι το «νόημα» αυτού του μυστήριου έργου, που έβαλε τελεία και παύλα στην αρχαία ελληνική τραγωδία, κλείνοντας τόσο τη ζωή του δημιουργού της, του Ευριπίδη (406 π.Χ.) όσο και τον Χρυσό Αιώνα της ελληνικής αρχαιότητας;

Τι είναι οι «Βάκχες»; Απλώς, δραματική αξιοποίηση ενός μύθου; Ποιητική σύνοψη του βίαιου χρονικού της επέλασης κάθε νέας θρησκείας στην ιστορία της ανθρωπότητας; Φιλοσοφική πραγματεία, εν είδει θεατρικού έργου, πάνω στη σχέση του ανθρώπου με το θείο; Καυστικό σχόλιο ενός αβόλευτου πνεύματος, όπως ο Ευριπίδης, πάνω στις ακραίες τάσεις της εποχής του; Στοχαστική καταβύθιση σε υπαρξιακά, ερωτήματα;

Ναι, στις «Βάκχες» πρέπει να σκάψει κανείς λιγάκι για να νιώσει, να έρθει σε στιγμιαία έστω επαφή με ένα « άλλο ρίγος ». Και πολύ σπάνια τον βοηθάει μια παράσταση. Διότι, απλούστατα, οι «Βάκχες» σπάνε κόκκαλα και πολύ δύσκολα πετυχαίνει μια παράσταση, μαγευτικό αποτέλεσμα.

Να όμως που το φετινό ανέβασμα των «Βακχών» προσφέρει μια ανάγνωση, η οποία όχι μόνο «διαβάζει» με καθαρότητα το έργο, κατορθώνοντας μάλιστα να διασώζει και την ποίησή του, αλλά κοσμείται και με άλλα επιτεύγματα.

Η σκηνοθεσία του Javor Gardev ακολουθώντας ένα «τελετουργικό» ύφος, συνέθεσε σε αρμονικό όλον τους επιμέρους τομείς: ερμηνείες, μουσική, χορογραφία, σκηνικά, κοστούμια, φωτισμούς.

Αντίθετα από τις περισσότερες αρχαίες ελληνικές τραγωδίες, οι Βάκχες έχουν για θέμα ένα ιστορικό γεγονός, την εισαγωγή μιας νέας θρησκείας στην Ελλάδα.

 Όταν έγραφε ο Ευριπίδης το έργο στη Μακεδονία, το γεγονός άνηκε πια στο απώτερο παρελθόν και μόνο η θύμησή του επιζούσε, σε μυθική μορφή.

Η νέα θρησκεία είχε από καιρό εγκλιματισθεί και είχε γίνει αποδεκτή σαν μέρος της ελληνικής ζωής. Αλλά έμενε πάντα η έκφραση μιας θρησκευτικής στάσης και η ανάμνηση μιας θρησκευτικής εμπειρίας διαφορετικής από οτιδήποτε ανήκε στη λατρεία των πατροπαράδοτων Ολύμπιων θεών, ενώ οι δυνάμεις που είχαν απελευθερωθεί και ενσαρκωθεί από την αρχική κίνηση, δρούσαν ακόμα με άλλες μορφές στην Αθήνα του Ευριπίδη.

Οι Βάκχες είναι η κατεξοχήν τραγωδία για το συλλογικό ασυνείδητο του διονυσιακού κόσμου. Ο Ευριπίδης ενορχηστρώνει αριστοτεχνικά την έλευση ενός νέου Θεού, ο οποίος διεκδικεί την αποδοχή και την λατρεία σε μια προσπάθεια να συμβιβάσει και να εξισορροπήσει την ζωώδη με την έλλογη φύση του ανθρώπου.

Ο Θεός Διόνυσος, γιος του Δία και της Σεμέλης, επιστρέφει στην γενέτειρά του, την Θήβα, προκειμένου να διδάξει την ιερή βακχεία στην πόλη του. Βρίσκοντας αντίσταση από την Αρχή της πόλης, τον ξάδελφό του Πενθέα, ξεσηκώνει τις γυναίκες της πόλης σε μια ιερή τρέλα, την Βακχεία, προκειμένου να δείξει την δύναμή του.

Ο Πενθέας τον συλλαμβάνει, προσπαθώντας να επιβάλει τη δύναμή του και να φυλακίσει έναν θεό. Ο Θεός όμως έχει ήδη παρακινήσει τις Βάκχες του στον Κιθαιρώνα, όπου μέσα στην ιερή φύση εκείνες κάνουν θαύματα, αποδεχόμενες τη διάσταση της φύσης του ανθρώπου.

Η εκδίκηση του Θεού έρχεται σαν κεραυνός του Δία που είχε κατακάψει την μητέρα του Σεμέλη. Παρασυρμένος από τη δίψα του να μην αποδεχτεί τον θεό, ο Πενθέας μεταμφιεσμένος ανεβαίνει στον Κιθαιρώνα προκειμένου να δει με τα ίδια του τα μάτια το μελωδικό μεθύσι των Βακχών και τα θαύματα που κάνουν.

Εκεί, όμως, τον κατασπαράσσει ζωντανό η ίδια η μητέρα του, Αγαύη, νομίζοντας ότι είναι νεαρό λιοντάρι. Ο Διόνυσος, θριαμβευτής επιβάλλει τη δύναμή του στη Θήβα, η οποία τον λατρεύει σαν θεό και θεραπευτή.

Φέρνοντας για πολλοστή φορά τους συμπολίτες του αντιμέτωπους με τις ανθρώπινες συμπεριφορές που στηλίτευε καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, ο Ευριπίδης συνθέτει μια τραγωδία – από τις λίγες που έχουν ως αντικείμενο τον θεό Διόνυσο – για τη σύγκρουση του θεού με τον άνθρωπο, για την ανθρώπινη αρετή και αγριότητα, τη σύνεση και την πλάνη, το λογικό και το άλογο. Για τον Ευριπίδη, όταν ο άνθρωπος καταλαμβάνεται από τα κτηνώδη ένστικτά του, όταν η βαρβαρότητα ξυπνά μέσα του με λύσσα, κάθε κοινωνική συνύπαρξη ακυρώνεται, ακόμα κι αν πρόκειται για τον ακρογωνιαίο λίθο της κοινωνίας, τη σχέση μάνας-παιδιού.

Είναι η βία που σημαίνει το τέλος της πόλης-κράτους των Αθηνών. Και καθώς η τραγωδία καταπιάνεται με την ουσία της ανθρώπινης ταυτότητας, πολιτικής ή ατομικής, με το τέλος αυτής της τελευταίας, οι Βάκχες καθίστανται -από πολλές απόψεις- ένα δράμα για τον θάνατο της ίδιας της αρχαίας τραγωδίας.

Οι Βάκχες, έρχονται στην ελληνική θεατρική πραγματικότητα, σε σκηνοθεσία του διακεκριμένου δημιουργού Γιάβορ Γκάρντεφ, με την ειδική συμμετοχή του διεθνούς φήμης βρετανικού συγκροτήματος «The Tiger Lillies» , οι οποίοι όχι μόνον υπογράφουν τη μουσική αλλά και ερμηνεύουν ζωντανά επί σκηνής, συμμετέχοντας ταυτόχρονα στη δράση του έργου.

Σοφή επιλογή. Έχοντας το εκπληκτικό αγγλικό συγκρότημα, με τη διεθνή ακτινοβολία, στη σκεπή της σκηνής να επιβάλλουν τη δική τους θεατρικότητα, δεν υπάρχει ανάγκη για άλλες, δεύτερης επιλογής συμπληρωματικές θεατρικότητες. Η μουσική δημιουργεί το τοπίο μέσα στην παράσταση, μας και ο λόγος χτίζει πνευματικές εικόνες που θα το κατοικήσουν.

Ο θίασος του Διόνυσου παραμένει κυρίαρχος στη σκηνή και τα μέλη του κρατούν με πίστη τον θύρσο της μαρτυρίας του.

Ο ίδιος ο Χορός, που με τη χορογραφία της Uršula Teržan αποκαλύπτει ένα θεατρικό όργανο εξαιρετικά δουλεμένο, με πειθαρχία, εσωτερικό ρυθμό και έντονη σωματικότητα, αποκαλύπτει επίσης κι έναν συλλογικό οργανισμό που αναπνέει με ελευθερία στον χώρο, έχει μεν διονυσιακά στοιχεία, αλλά εκπέμπει και μια εσωτερική, στατική ενέργεια.

Η παράσταση δεν περιορίστηκε στην ορχήστρα ούτε αντιμετώπισε το φυσικό τοπίο ως ένα όμορφο σκηνικό. Αντίθετα, αξιοποίησε κάθε στοιχείο του χώρου, μετατρέποντας το αρχαίο θέατρο των Φιλίππων σε τόπο, όπου ο μύθος φαινόταν να επιστρέφει στη φυσική του κατοικία και αυτή η επιλογή της κίνησης των Βακχών δίπλα στο κοινό, στις σκάλες και στα διαζώματα, μεταφέρει την ατμόσφαιρα των μαινάδων στο κοίλο, ενώ εντάσσονται στο ίδιο αισθητικό σύμπαν, καθώς συνομιλούν οργανικά τόσο με τον βακχισμό όσο και με το σκοτεινό καμπαρέ των Tiger Lillies.

Τα κοστούμια της Ηλένιας Δουλαδίρη είναι εκθαμβωτικά, καθώς δίνουν μια αλλόκοτη μορφή στις Βάκχες, κάτι ανάμεσα στο ανθρώπινο και στο ζωώδες.

Και οι φωτισμοί της Στέλλας Κάλτσου αποτελούν ένα από τα πιο ουσιαστικά εργαλεία της σκηνοθεσίας. Οι απότομες μεταβάσεις από τις θερμές στις ψυχρές τονικότητες, από το κίτρινο στο βαθύ κόκκινο, σηματοδοτούν τις συνεχείς μεταπτώσεις του έργου από τη γοητεία στην απειλή, από τη μέθη στη βία, από την απολλώνια διαύγεια στη διονυσιακή έκσταση.

Αδιευκρίνιστη παραμένει σε όλη τη διάρκεια της παράστασης η πρόθεση ανάδειξης της τραγικότητας στην πρόταση του Βούλγαρου σκηνοθέτη Javor Cardev (οι μεταμορφώσεις περιορίζονται σε ένα κλουβί που αλλάζει τα πρόσωπα που φιλοξενεί) και, εγκαταλείποντας την κανονικότητά μιας κλασσικής παράστασης, μένουμε στο θέαμα ενός μιούζικαλ, ενός σόου -υψηλών- προδιαγραφών.

Σ’ αυτή τη φιλοσοφία τον κύριο λόγο έχουν οι The Tiger Lillies, που χτίζουν το προφίλ του εγχειρήματος με τις προδιαγραφές δρώμενου σε καμπαρέ, σε τσίρκο, σε περφόρμανς με ήρωες-μαριονέτες ή θύτες και θηράματα. Δρουν σε ένα σκηνικό με κάγκελα, σε μια «μάχη» -προφανώς- με τη μοίρα, προσπαθώντας να την ανατρέψουν. Παράδειγμα, η εικόνα του «εγκλωβισμένου» Πενθέα στο κλουβί -εκεί που λίγο πριν είχε οδηγηθεί ο Διόνυσος- και οι ορεγόμενες Βάκχες που τον καρτερούν.

Στη συνθήκη αυτή ο Διόνυσος (Leonid Yovchev) καταφτάνει, για να συντονίσει την εξέλιξη από τις κερκίδες, αγέρωχος, επιβλητικός, εκθαμβωτικός. Και είναι καλός ως καθοδηγητής των Βακχών του, ως φαινομενικό θύμα του Πενθέα αρχικά, ως διαχειριστής του αργότερα, ως θεός που φέρει τη λύση, στο τέλος.

Η παράσταση είναι μια σημαντική συμπαραγωγή του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου με το Εθνικό Θέατρο Βουλγαρίας «Ιβάν Βάζοφ» και με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (ΚΘΒΕ), με τη σκηνοθετική υπογραφή του Γιάβορ Γκάρντεφ και τη συμμετοχή ενός μεικτού θιάσου Ελλήνων και Βούλγαρων ηθοποιών μεταξύ των οποίων ο διεθνούς ακτινοβολίας γερμανοβούλγαρος ηθοποιός Σάμουελ Φίντζι και η εξαιρετική Λουκία Μιχαλοπούλου, ως Αγαύη, που, από στοργική μητέρα γίνεται μανιασμένη δολοφόνος του παιδιού της και στη συνέχεια μεταλλάσσεται σε μια μάνα που θρηνεί για την τραγική απώλειά του.

Στις Βάκχες του Γκάρντεφ τίθεται ένα καίριο ερώτημα σχετικά με την ανοχή της κοινωνίας στην αποσταθεροποίηση. Πώς μεταβολίζεται στον συλλογικό οργανισμό το συμβάν –διανοητικά, ψυχικά, πολιτικά – πριν μετατραπεί σε τραύμα; Το έργο λειτουργεί ως αναμέτρηση με τα όρια της ευταξίας, δοκιμάζοντας την αντοχή κανόνων και θεσμών. Στον Ευριπίδη, η διονυσιακή μανία δεν είναι μια αθώα γιορτή αλλά δοκιμασία της ίδιας της ιδέας του πολιτισμού, που ωθεί στα άκρα τη διατήρηση του ελέγχου, των ηθών – εθών, των νόμων και της αυτοεικόνας μας.

Τον ρόλο του θεού Διόνυσου ερμηνεύει ο Βούλγαρος ηθοποιός Λεονίντ Γιόβτσεφ, ένας από τους πιο χαρισματικούς και τολμηρούς πρωταγωνιστές της γενιάς του, γνωστός για τις καθηλωτικές του ερμηνείες και συχνά αποκαλούμενος ως το «enfant terrible» του βουλγαρικού θεάτρου.

Τον ρόλο του Κάδμου ενσαρκώνει ο πολύ καλός Αλέξανδρος Μυλωνάς, με τη θαυμάσια του αγγλική προφορά.

Ο υπερταλαντούχος Μιχάλης Ταμπακάκης είναι ένας συγκλονιστικός Πενθέας και, μάλιστα, στην Αγγλική γλώσσα, ο οποίος από ισχυρός βασιλιάς και γενναίος άνδρας μετατρέπεται σε ευάλωτη προσωπικότητα και καταδικασμένη γυναίκα που καταλήγει θύμα. Η σκηνή με την αναμέτρηση Πενθέα- Διόνυσου, συναρπαστική.

Ο εντυπωσιακός δωδεκαμελής Χορός των Βακχών, που δρουν κυρίως υπό τους ήχους των Tiger Lillies, το πρόσημο είναι θετικότατο, επειδή είναι άριστα συντονισμένες ταλαντούχες γυναίκες, ρυθμικές, που χορεύουν, τραγουδούν -το προσκλητήριο θανάτου (come, come…) εκρηκτικό, σαν κάλεσμα σε λαϊκό πανηγύρι- μπλέκονται με τον ερωτιάρη Διόνυσο αλλά και με το κοινό, θυμίζουν περιφερόμενα ξωτικά, όπως στα παραμύθια και χειροκροτούνται από το κοινό επάξια.

Οι «The Tiger Lillies», υπογράφοντας και εκτελώντας ζωντανά τη μουσική, ενσωματώνονται στη δράση ως σκοτεινοί τροβαδούροι, με τις μορφές τους να αντλούν έμπνευση από το διονυσιακό σύμπαν. Αυτή η συνέργεια μεταξύ των θεατρικών οργανισμών, των ηθοποιών και της ζωντανής μουσικής δημιουργεί ένα αποτέλεσμα που αμφισβητεί τις βεβαιότητες της λογικής. Επί της ουσίας, η παράσταση στήθηκε από αυτούς, για αυτούς και το κοινό απολαμβάνει το σχέδιο.

Όπως αναφέρει και ο ίδιος ο σκηνοθέτης: «Οι Βάκχες είναι εκείνη η τραγωδία που φτάνει πιο μακριά από κάθε άλλη στο ενδιαφέρον για τις ανορθολογικές παρορμήσεις και την παραφροσύνη. Τόσο μακριά, που αποδεικνύεται επικίνδυνη και ριψοκίνδυνη και για τους θεατές, οι οποίοι καλούνται να έρθουν αντιμέτωποι με τους βαθύτερους και ισχυρότερους φόβους τους».

 Πρόκειται για μια δυνατή, ολοκληρωμένη προσπάθεια όλων των συντελεστών, με προσοχή σε λεπτομέρειες που δείχνουν σεβασμό και μελέτη πάνω στο έργο του Ευριπίδη και, εν γένει, στο αρχαίο θέατρο, όπως η τιμή του Διονύσου πάνω στη «θυμέλη», στον βωμό, στο κέντρο της ορχήστρας. Σκηνοθετικά, ο Γκάρντεφ υπηρέτησε την πρότασή του μέχρι το τέλος.

Πιστεύω ότι το πλήθος που συνέρρευσε στα ανοικτά θέατρα για αυτές τις «Βάκχες» είχε δυνατά κίνητρα. Τους Tiger Lillies, αλλά και τη σύμπραξη δυο κρατικών θεάτρων: του Εθνικού Θέατρου Βουλγαρίας «Ιβάν Βάζοφ» και του Κρατικού Θέατρου Βορείου Ελλάδος.

Οι παραστάσεις συνεχίζονται το καλοκαίρι και μέχρι τον Οκτώβριο, σε Ελλάδα, Κύπρο και Βουλγαρία.

Συντελεστές

Συγγραφέας: Ευριπίδης

Μετάφραση στα Αγγλικά: Robin Robertson

Μετάφραση στα Νέα Ελληνικά (Υπέρτιτλοι): Θεόδωρος Στεφανόπουλος

Μετάφραση στα Βουλγαρικά (Υπέρτιτλοι): Doroteya Tabakova

Θεατρική διασκευή: Ιωάννα Ρεμεδιάκη και Javor Gardev

Σκηνοθεσία: Javor Gardev

Μουσική: Martyn Jaques

Live επί σκηνής: The Tiger Lillies (Martyn Jaques, Adrian Stout, Budi Butenop)

Σκηνικά: Nikola Toromanov

Κοστούμια: Ηλένια Δουλαδίρη

Χορογραφία: Ursula Terjan

Φωνητική διδασκαλία Χορού: Kalin Nikolov

Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου

Δραματουργική ανάλυση: Ιωάννα Ρεμεδιάκη, Pavlina Dublekova

Βοηθός σκηνοθέτη: Liuba Todorova

Διεύθυνση σκηνής: Bogdan Dimitrov

Επικοινωνία – Γραφείο Τύπου: Ρίτα Σίσιου

Social Media: ΆποψηΔημήτρης Κοντογιάννης

Διανομή

Leonid Yovchev (Διόνυσος)

Samuel Finzi (Τειρεσίας)

Αλέξανδρος Μυλωνάς (Κάδμος)

Λουκία Μιχαλοπούλου (Αγαύη)

Μιχαήλ Ταμπακάκης (Πενθέας)

Ivan Youroukov (Αγγελιαφόρος Α’)

Martin Dimitrov (Αγγελιαφόρος Β’)

Ivan Nikolov (Δούλος)

Ραψωδοί (The Tiger Lillies)

Μεσαίος — Martyn Jacques

Aιθέριος — Adrian Stout

Χθόνιος — Budi Butenop

Χορός των Βακχών:

Kremena Slavcheva

Ξένια Γραμματικού

Δανάη Σταματοπούλου

Αλεξάνδρα Γαϊδατζή

Nadya Keranova

Νεφέλη Ανθοπούλου

Ελένη Θυμιοπούλου

Alexandra Svilenova

Αγγελική Κιντώνη

Ζωή Ευθυμίου

Ευθυμία Δανιηλίδου

Πολυξένη Σπυροπούλου

Συμπαραγωγή του «Ιβάν Βάζοφ» Εθνικού Θεάτρου Βουλγαρίας, του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, του ΚΘΒΕ και της ΒΕΓΑΣ Πολιτιστική

Στα αγγλικά, με ελληνικούς υπέρτιτλους.

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα